ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, Αρ. αίτησης - έφεσης: 440/2015, 21/3/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A131 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αίτησης - έφεσης: 440/2015 ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ΜΑΡΩ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ ΜΙΧΑΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Αιτητές - Εφεσείοντες εναντίον ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ Καθ΄ων η αίτηση - Εφεσίβλητοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:21/3/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εφεσείοντες αιτητές: κος Χριστόφορος Φλώρου Για τους εφεσίβλητους - καθ΄ ων η αίτηση: κα Ντίνα Μιχαηλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, αποτελεί το διαδικαστικό μέρος της διεξαγωγής της παρούσας διαδικασίας, με την οποία αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν με τις εμπεριστατωμένες και λεπτομερείς γραπτές τους αγορεύσεις προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου και της στενογράφου. Η παρούσα διαδικασία αφορά την αίτηση - έφεση εναντίον του Διαιτητή, συμφώνως της κείμενης νομοθεσίας και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι διαφωνούν ως προς τον τρόπο της διεξαγωγής της ακροαματικής διαδικασίας και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθούν αυτολεξεί οι θέσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, ως επίσης και οι παραπομπές τους σε σχετική επί του θέματος νομολογία και αυθεντίες, οι οποίες βεβαίως λαμβάνονται υπ΄ όψη στο σύνολο τους για σκοπούς αξιολόγησης των θέσεων τους. ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Στην αίτηση 2289/2013, Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδ και των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας, απόφαση του Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή κ.Γιαπανά ημερ.11/02/2015, αναφέρονται τα εξής με τα οποία το Δικαστήριο συμφωνεί και ευθυγραμμίζεται: « Η διαδικασία για την ακύρωση της απόφασης του Διαιτητή, με βάση τις πρόνοιες του αρ. 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν. 22/85 όπως έχει τροποποιηθεί γίνεται με ΄Εφεση. Παρενθετικά να υπομνησθεί ότι η ακύρωση μιας τέτοιας απόφασης επιτρέπεται για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στο Αρ. 20
(2)του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4. Επανερχόμενος στη διαδικασία, σχετικός περί τον τύπο της ΄Εφεσης είναι ο Καν. 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών (Co-Operative Societies). Οι θεσμοί αυτοί εξακολουθούν να παραμένουν σε ισχύ δυνάμει των προνοιών του αρ. 59
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85 όπως έχει τροποποιηθεί, νοουμένου ότι δεν αντίκεινται προς τις διατάξεις του. Χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει και στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Κ.Δ.Π. 142/87 άρθρα 78 και 79 για τη γενικότερη διαδικασία παραπομπής μιας διαφοράς στον Έφορο και ακολούθως σε διαιτησία. Η ΄Εφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή γίνεται με ειδοποίηση ΄Εφεσης (notice of appeal) σύμφωνα με τον καθορισμένο τύπο που προβλέπεται στο Δεύτερο Παράρτημα των Κανονισμών συνοδευόμενη με αντίγραφο της εφεσιβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση Ashbank v. Department of Transport, Times 25.7.94, εξηγείται ότι η ορθή διαδικασία για παραμερισμό απόφασης διαιτητή είναι με εναρκτήρια κλήση (originating motion, βλπ ακόμα Russell on Arbitration 19η εκδ. σελ. 495 επ. και σελ. 604 για τον σχετικό τύπο της αίτησης). Ότι η παρούσα ΄Εφεση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, που δεν προβλέπεται ούτε από το Νόμο ούτε τους Θεσμούς, κρίνεται πως δεν επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας, αφού ούτως ή άλλως το δικαστήριο στο μετέπειτα στάδιο δίνει οδηγίες για την καταχώρηση του μαρτυρικού υλικού, με ένορκες δηλώσεις. Και ο λόγος είναι γιατί η ακολουθητέα διαδικασία είναι εκείνη των πρωτογενών αιτήσεων, στα πλαίσια της οποίας κρίνεται ότι εντάσσεται και η εξεταζόμενη έφεση. Σχετική προς τούτο είναι η Δ.1, Θ.2 της Πολιτικής Δικονομίας, σύμφωνα με την οποία πρωτογενής κλήση (Originating summons) ορίζεται ως κάθε κλήση που δεν αφορά εκκρεμούσα διαδικασία (cause of matter). H μόνη πρόνοια που υπάρχει στους Θεσμούς για την ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων είναι η Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρεται ή αφορά άλλα μεν θέματα, ενδεικτικά όμως δίνει το στίγμα και τροχοδρομεί την διαδικασία. Σχετικοί είναι και οι τύποι 50 και 51 που βρίσκονται στο παράρτημα Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση, σύμφωνα με την διαταγή αυτή, υποστηρίζεται από μαρτυρία (evidence), ενώ στην αντίστοιχη Αγγλική διαταγή Δ.55 Θ.7 προβλέπεται ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται είναι με ένορκη δήλωση. Στο σύγγραμμα Odger's On Pleading and Practice, 20th Ed. 355-357, εξηγείται ότι η ακρόαση πρωτογενών αιτήσεων γίνεται με μαρτυρία που δίνεται μέσα από ένορκες δηλώσεις. Συνήθως οι οδηγίες δίνονται από το Δικαστήριο για την καταχώρηση των ενόρκων δηλώσεων. Αποτελεί όμως απαραίτητο και αμετάβλητο όρο η μαρτυρία να δίνεται με ένορκη δήλωση (such evidence is invariably given by affidavit), ενώ συνήθως η μαρτυρία του αιτητή καταχωρείται αμέσως μετά την καταχώρηση της αίτησης. Τα υπόλοιπα μέρη της διαδικασίας έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το Δικαστήριο άδεια για την καταχώρηση της δικής τους μαρτυρίας υπό μορφή ένορκων δηλώσεων. Μάλιστα το δικαστήριο δεν ενεργεί μόνο ως θεματοφύλακας, αλλά έχει την εξουσία κατόπιν δικής του πρωτοβουλίας να απαιτήσει, εάν το κρίνει σκόπιμο ή αναγκαίο, την καταχώριση περαιτέρω μαρτυρίας. Η κυρίως εξέταση διεξάγεται μέσα από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως, αλλά με αίτημα του αντιδίκου ο ομνύον μπορεί να διαταχθεί να παρουσιαστεί για να αντεξεταστεί επί της ενόρκου δηλώσεως (Odger΄s ανωτέρω, σελ.357). Πρόκειται για την ανάλογη διαδικασία που ρυθμίζεται με την Διαταγή 48
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να σημειωθεί βεβαίως ότι η ένορκη δήλωση που καταχωρείται ως μαρτυρία δεν επέχει θέση δικογράφου. Ομοίως και στον Atkin΄s Court Forms 2nd Ed. V. 29 σελ. 259 επ. εξηγείται πως αν ο αιτητής προτίθεται να εισάξει μαρτυρία προς υποστήριξη της πρωτογενούς αιτήσεως θα πρέπει αυτή να γίνει υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, ενώ ο καθ' ου η αίτηση που καταχωρεί εμφάνιση, μετά την επίδοση σε αυτόν της ενόρκου δηλώσεως έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει την δική του απαντητική ένορκη δήλωση. Το Δικαστήριο ακόμη μπορεί να εκδώσει οδηγίες για την παρουσία του ομνύοντος για σκοπούς αντεξέτασης. Να σημειωθεί ότι στην Αγγλία υπάρχει σχετική Δικονομική Οδηγία (Practice Direction,
(1969)1 All. E. R, 636). Η συνήθης πρακτική που ακολουθείται στις πρωτογενείς αιτήσεις όπως έγινε και στην παρούσα υπόθεση, είναι η καταχώρηση της να συνοδεύεται με την ένορκη δήλωση του αιτητή μαζί με συνημμένα έγγραφα, ενώ ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρεί ένσταση συνοδευόμενη με δική του ένορκη δήλωση. Χωρίς όμως αυτό, ως λέχθηκε, να επηρεάζει το κύρος της διαδικασίας (Odger's ανωτέρω), αφού η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι πάντοτε με ένορκες δηλώσεις. Στο τέλος της ημέρας εκείνο που επιδιώκεται είναι η διεξαγωγή της δίκης με βάση τις ένορκες δηλώσεις και όχι δια της ζωντανής μαρτυρίας. Ο σκοπός και ο στόχος είναι προφανής και αυτονόητος. Την σύντομη εκδίκαση των αναφυομένων ζητημάτων και την αποφυγή καθυστερήσεων, ώστε η εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, που είναι το ουσιαστικά ζητούμενο, να διεξαχθεί όσο το δυνατόν συντομότερα. Συναφώς και προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εξηγείται στον Russel ανωτέρω, οποιοδήποτε έγγραφο που είναι σχετικό ή αναγκαίο για τη διαδικασία, τίθεται ενώπιον του δικαστηρίου με ένορκη δήλωση. Έτσι η κρίση του δικαστηρίου στην υπό κρίση υπόθεση κατά την εξέταση όλων των εγειρόμενων ζητημάτων θα κριθεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο, με δεδομένο ότι το βάρος της απόδειξης παραμένει στον αιτητή. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται επί των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και όσα προκύψουν εκ της αντεξέτασης, εκεί και όπου διαταχθεί, με την αντιπαραβολή της με τα διάφορα συνημμένα τεκμήρια. Είναι σημαντικό να υπομνησθεί ξανά ότι δεν πρόκειται περί ενδιαμέσου αιτήσεως, αλλά περί Πρωτογενούς αιτήσεως η οποία σύμφωνα με την Δ.1, Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πρόκειται ή και εξομοιώνεται με αγωγή και συνεπώς το δικαστήριο οφείλει καθηκόντως να αξιολογήσει όλα όσα προβάλλονται δια των ενόρκων δηλώσεων και των συνημμένων τεκμηρίων, στα πλαίσια ακριβώς του σκοπού για τον οποίο μια διαδικασία άρχεται δια πρωτογενούς αιτήσεως. Και ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί και η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12).» ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ακολουθητέα διαδικασία είναι αυτή των ενόρκων δηλώσεων και το Δικαστήριο θα δώσει τις ανάλογες οδηγίες και ως προς το χρονοδιάγραμμα θα ακούσει αμφοτέρους τους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Για το ζήτημα της εμφάνισης που έθιξε ο κ. Φλώρου, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει εν πάση περιπτώση εμφάνιση, συνοδευόμενο με σχετικό έντυπο διοριστήριο και δεν έχει εντοπιστεί οποιαδήποτε μοιραία παρατυπία. Έξοδα της παρούσας διαδικασίας στην πορεία. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο