← Κύπρος

CHR. KARAOLIS CONSTRACTORS DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ANGEL BAHTCHEVANOV κ.α., Αγωγή αρ.: 2305/2010, 27/4/2016

CHR. KARAOLIS CONSTRACTORS DEVELOPERS LIMITED κ.α. ν. ANGEL BAHTCHEVANOV κ.α., Αγωγή αρ.: 2305/2010, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A191 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2305/2010 Μεταξύ:

  1. CHR. KARAOLIS CONSTRACTORS DEVELOPERS LIMITED
  2. KARAOLIS OVERSEAS ΜΕΠΕ
  3. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
  4. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ Ενάγοντες -και-
  5. ANGEL BAHTCHEVANOV
  6. KRASIMIRA ASENOVA BAHTCHEVANOVΑ
  7. MARIA BAHTCHEVANOVA
  8. ZERMALMEN LIMITED
  9. ARBITRAGE & CO EOOD
  10. CORONA TOURS EOOD
  11. ZID COMMERCE EOOD
  12. ARAPIA RESORT AD
  13. VM CONSULT INTERNATIONAL EOOD
  14. VICTORIA HRISTOVA BALTALIYSKA
  15. PLAMEV IVANOV
  16. EVGENIA GAGASHEVA
  17. PANEMEX INVEST LTD
  18. KRASIMIR APOSTOLOV
  19. KONSTANTIN BORISLAVOV
  20. NIKOLAEV PALAZOF Εναγομένων Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερ. 05/03/2015 Μεταξύ:
  21. CHR. KARAOLIS CONSTRACTORS DEVELOPERS LIMITED
  22. KARAOLIS OVERSEAS ΜΕΠΕ
  23. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
  24. ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΑΡΑΟΛΗΣ
  25. CHR. KARAOLIS DEVELOPMENTS LTD Ενάγοντες -και-
  26. ANGEL BAHTCHEVANOV
  27. KRASIMIRA ASENOVA BAHTCHEVANOVA
  28. MARIA BAHTCHEVANOVA
  29. ZERMALMEN LIMITED
  30. ARBITRAGE & CO EOOD
  31. CORONA TOURS EOOD
  32. ZID COMMERCE EOOD
  33. ARAPIA RESORT AD
  34. VM CONSULT INTERNATIONAL EOOD
  35. VICTORIA HRISTOVA BALTALIYSKA
  36. PLAMEV IVANOV
  37. EVGENIA GAGASHEVA
  38. PANEMEX INVEST LTD
  39. KRASIMIR APOSTOLOV
  40. KONSTANTIN BORISLAVOV
  41. NIKOLAEV PALAZOF Εναγομένων -------------------- Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Γ. Χριστοδούλου με κ. Μ. Φιλίππου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1, 4, 5, 8, 9,13 και 16: κ. Γρ. Καραπατάκης για Karapatakis Pavlides LLC Για την Εναγόμενη 2: κα Α. Αυγουστή για κ. Ν. Καλλή Για την Εναγόμενη 12: κ. Κ. Αριστείδου Για την Εναγόμενη 6: Ουδεμία Εμφάνιση -------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΙΣΤΟΡΙΚΟ Η Ενάγουσα 1 είναι Κυπριακή Εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται με οικοδομικές κατασκευές. Οι ενάγοντες 3 και 4 είναι μέτοχοι και διευθυντές της Ενάγουσας
  42. Η Ενάγουσα 2 είναι εταιρεία που συστάθηκε από τους Ενάγοντες στη Βουλγαρία για σκοπούς απόκτησης ακίνητης περιουσίας. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είναι Βούλγαροι υπήκοοι. Η εναγόμενη 2 είναι αδελφή του Εναγόμενου 1 και η Εναγόμενη 3 πρώην σύζυγος του. Η Εναγόμενη 4 είναι Κυπριακή εταιρεία, η οποία ανήκει στους Εναγόμενους 1 και 2 και ελέγχεται από αυτούς. Οι Εναγόμενες 5 και 6 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στη Βουλγαρία. Κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν ιδιοκτήτριες ακινήτου στην πόλη Obzor της Βουλγαρίας το οποίο ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν οι Ενάγοντες, όπως επεξηγείται στη συνέχεια. Το έτος 2007 οι Ενάγοντες ενδιαφέρθηκαν να αγοράσουν ακίνητα στη Βουλγαρία. Τους προτάθηκε ένα σύμπλεγμα τεμαχίων στην πόλη Obzor της Βουλγαρίας, μέσα στα οποία υπήρχαν οικοδομές που λειτουργούσαν ως ξενοδοχείο. Μετά από συζητήσεις με τον Εναγόμενο 1, συμφώνησαν να το αγοράσουν έναντι του ποσού των €8,5 εκ. Συμφώνησαν, επίσης, να αγοράσουν ακόμη ένα ακίνητο (κατοικία) στην πόλη Kavarna της Βουλγαρίας στην τιμή των €288.
  43. Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, όπως η Ενάγουσα 1 πωλήσει στους Εναγόμενους 1 και 2 ακίνητα στην Κύπρο. Για το σκοπό αυτό υποδείχθηκαν στον Εναγόμενο 1 διάφορα ακίνητα στην Κύπρο. Είναι παραδεκτό ότι ο Εναγόμενος 1 συμφώνησε να αγοράσει από την Ενάγουσα 1 ακίνητα αξίας €10.370.000 Η εκδοχή των Εναγόντων Με βάση την εκδοχή των Εναγόντων, συμφωνήθηκε αρχικά όπως ο Εναγόμενος 1 αγοράσει από την Ενάγουσα 1 ακίνητα στην Κύπρο αξίας €6.460.000 ήτοι διαμερίσματα αξίας €3.900.000 και μία έπαυλη αξίας €2.560.
  44. Η διαφορά από την αξία των ακινήτων στη Βουλγαρία, θα διευθετείτο με δανεισμό που θα εξασφάλιζε η Ενάγουσα 1 από Τράπεζα στη Βουλγαρία. Η πιο πάνω αρχική συμφωνία διαφοροποιήθηκε, σύμφωνα πάντοτε με την εκδοχή των Εναγόντων, όταν δεν κατέστη εφικτή η δανειοδότηση της Ενάγουσας 1 από τράπεζα στη Βουλγαρία. Ακολούθησαν τότε νέες διαβουλεύσεις με τον Εναγόμενο 1, με την εμπλοκή και της αδελφής του, Εναγόμενης 2, που οδήγησαν στην κατάρτιση της τελικής συμφωνίας με βάση την οποία: α) Η Ενάγουσα 1 θα αγόραζε τα δύο ακίνητα στη Βουλγαρία αξίας €8.788.000, ως προαναφέρθηκε. β) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα αγόραζαν από την Ενάγουσα 1, ακίνητα στην Κύπρο συνολικής αξίας €10.370.000 γ) Η Ενάγουσα 1 θα κατέβαλλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €1.100.000 σε μετρητά. δ) Οι Εναγόμενοι 1 και 2 θα κατέβαλλαν τη διαφορά της αξίας των ακινήτων που θα αγόραζαν στην Κύπρο, από τα ακίνητα που θα πωλούσαν στην Ενάγουσα 1 στη Βουλγαρία, μέσω δανεισμού που θα εξασφάλιζε ο Εναγόμενος 1 από Τράπεζα της Κύπρου, με τη βοήθεια της Ενάγουσας
  45. ε) Η Ενάγουσα θα ενοικίαζε το ακίνητο που θα αγόραζε από τον Εναγόμενο 1 στην πόλη Obzor (το ξενοδοχείο) στον ίδιο ή σε εταιρείες του, έναντι ενοικίου €600.000 ετησίως. Το ενοίκιο για το πρώτο έτος θα λογιζόταν έναντι του ποσού της αγοράς του ακινήτου. Προς υλοποίηση των πιο πάνω, υπογράφηκαν συμφωνίες μεταξύ των Εναγουσών 1 και 2 και των Εναγομένων 1, 2, 4, 5 και
  46. Οι Εναγόμενες 4, 5 και 6 είναι εταιρείες συμφερόντων των Εναγόμενων 1 και
  47. Τα ακίνητα στη Βουλγαρία ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι των Εναγόμενων 5 και
  48. Σημειώνεται, επίσης, πως με βάση την εκδοχή των Εναγόντων, μετά από εισήγηση του Εναγόμενου 1, το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν στην Ενάγουσα 2 αλλά θα το αποκτούσε μέσω άλλης εταιρείας. Για το σκοπό αυτό δημιουργήθηκε η Βουλγαρική εταιρεία Corona Arbitrage MEΠΕ από τον Εναγόμενο 1 με μετόχους τις Εναγόμενες 5 και 6 εταιρίες, δικών του συμφερόντων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, όπως τους διαβεβαίωσαν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 11, 12 και 14, δεν θα απαιτείτο η πληρωμή φόρων ύψους €250.000 για τη μεταβίβαση των ακινήτων. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό ότι ο Εναγόμενος 11 ήταν ο Κτηματομεσίτης ο οποίος είχε συστήσει, κατ' ισχυρισμόν των Εναγόντων, τον Εναγόμενο 1, στον ιδρυτή της Ενάγουσας 1 Χρ. Καραολη. Φέρεται, επίσης, να σύστησε στους Ενάγοντες την Εναγόμενη 12, δικηγόρο, για να τους προσφέρει τις νομικές της υπηρεσίες σε σχέση με την κατάρτιση και υπογραφή των εγγράφων που ήταν απαραίτητα για την απόκτηση των ακινήτων στη Βουλγαρία από τις Ενάγουσες 1 και
  49. Με βάση τα προσύμφωνα ημερ. 16.9.2008 που υπεγράφησαν στη Βουλγαρία (Τεκμήρια 2 και 3) οι Εναγόμενες 5 και 6, συμφώνησαν να πωλήσουν στην Ενάγουσα 2 τα ακίνητα στη Βουλγαρία. Την ίδια ημερομηνία υπεγράφη και το προσύμφωνο για την ενοικίαση του ξενοδοχείου στην Εναγόμενη 6 (Τεκμήριο 4). Εν συνεχεία υπεγράφησαν συμφωνίες ημερ. 27.10.2008 (Τεκμήρια 5 και 6), μεταξύ της Ενάγουσας 2 και των Εναγόμενων 5 και 6, με βάση τις οποίες οι Εναγόμενες 5 και 6 μεταβίβασαν προς την Ενάγουσα 2 όλες τις μετοχές που κατείχαν στην Corona Arbitrage. Με τον τρόπο αυτό, υποστηρίζουν οι Ενάγοντες, τους διαβεβαίωσαν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 11 και 12, ότι τα ακίνητα που συμφώνησαν να αγοράσουν στη Βουλγαρία, περιήλθαν στην κυριότητα της Corona Arbitrage, η οποία ανήκε 100% στην Ενάγουσα
  50. Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγόντων, ότι κατά την ημέρα της υπογραφής των Τεκμηρίων 5 και 6, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 11 τους διαβεβαίωσαν ότι τα ακίνητα ήταν ελεύθερα και δεν εβαρύνοντο με οποιαδήποτε υποθήκη. Την ίδια διαβεβαίωση τους έδωσε και η Εναγόμενη 12, δικηγόρος, η οποία τους εκπροσωπούσε στη διαδικασία, καθώς και ο Εναγόμενος 14, δικηγόρος, ο οποίος εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο 1 και τις εταιρείες του και είχε ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 2-6 πιο πάνω). Σημειώνεται πως το κλητήριο εναντίον του εξέπνευσε, αφού δεν κατέστη δυνατό να του επιδοθεί. Κατά την ίδια περίοδο, υποστηρίζουν οι Ενάγοντες, υπεγράφησαν τα συμβόλαια, για την πώληση των διαμερισμάτων, μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 4, καθ' υπόδειξη των Εναγομένων 1 και 2 (Τεκμήρια 10(α)-10(ιδ)). Είναι η θέση των Εναγόντων ότι συμμορφώθηκαν πλήρως με όλες τις υποχρεώσεις τους με βάση τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψαν. Ειδικότερα υποστηρίζουν ότι: α) Κατέβαλαν το συμφωνηθέν ποσό της προκαταβολής του €1.100.000 προς τον Εναγόμενο 1, ήτοι ποσό €100.000 σε μετρητά και ποσό €1εκ. με την επιταγή ημερ. 22.10.2008 (Τεκμήριο 8). β) Άρχισαν την ανέγερση των διαμερισμάτων και της έπαυλης, ως οι συμφωνίες Τεκμήρια 10(α)-10(ιδ). (γ) Με τη δική τους διαμεσολάβηση, εξασφάλισαν δάνεια από Κυπριακές Τράπεζες οι Εναγόμενοι 1 και 4 καθώς και τρίτα πρόσωπα μετά από υπόδειξη των Εναγομένων 1 και
  51. Για την εξασφάλιση των πιο πάνω δανείων η Ενάγουσα αποδέχθηκε και υπέγραψε εγγυήσεις για την πληρωμή των δανείων από τους πρωτοφειλέτες. δ) Εάν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4, συμμορφώνονταν με τις υποχρεώσεις τους, ήταν έτοιμοι να τους μεταβιβάσουν όλα τα διαμερίσματα και την έπαυλη, όπως προνοούσαν οι συμφωνίες. Στην πορεία διαπίστωσαν ότι ξεγελάστηκαν από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4, οι οποίοι παρέλειψαν να καταβάλουν τις δόσεις των δανείων προς τις τράπεζες, με συνέπεια να μην μπορεί η Ενάγουσα να εισπράξει το υπόλοιπο του τιμήματος, ως η συμφωνία τους. Το ουσιαστικότερο όμως παράπονο των Εναγόντων είναι πως οι Εναγόμενοι απέκρυψαν το γεγονός ότι τα ακίνητα στο Obzor ήταν υποθηκευμένα, με συνέπεια να πωληθούν σε πλειστηριασμό από την τράπεζα, χωρίς οι ίδιοι να ενημερωθούν. Υποστηρίζουν εν ολίγοις ότι αγόρασαν ξενοδοχείο στη Βουλγαρία έναντι του ποσού των €8,5 εκ., καταβάλλοντας έναντι ποσό €1.100.000, χωρίς να μπορούν να το αποκτήσουν, αφού ήταν υποθηκευμένο και πωλήθηκε από την Τράπεζα. Υπόστηκαν περαιτέρω ζημιές, ύψους €4.024.343 για την ανέγερση των ακινήτων που πώλησαν στους Εναγόμενους τα οποία είναι δεσμευμένα, αφού οι Εναγόμενοι κατέθεσαν τα συμβόλαια στο Κτηματολόγιο και αρνούνται να τα αποσύρουν. Με την παρούσα αγωγή διεκδικούν αποζημιώσεις από τους Εναγόμενους για τις ζημιές που έχουν υποστεί, υποστηρίζοντας ότι έδρασαν με δόλο και ότι έλαβαν όλοι μέρος στο συνωμοτικό σχέδιο που είχε ως στόχο να τους καταδολιεύσουν και να τους εξαπατήσουν. H εκδοχή των Εναγομένων Με την υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς και τις αξιώσεις των Εναγόντων. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι 1 και 2, απορρίπτουν την εκδοχή των Εναγόντων ότι τους ξεγέλασαν ή ότι δεν τους αποκάλυψαν ότι το ακίνητο στην πόλη Obzor ήταν υποθηκευμένο. Ειδικότερα: α) Σε σχέση με το ενδιαφέρον της Ενάγουσας 1 για αγορά ακινήτων στη Βουλγαρία, υποστηρίζουν ότι ο διευθυντής και μέτοχος της Ενάγουσας 1, Χρ. Καραολής, προσέγγισε τον Εναγόμενο 1 το καλοκαίρι του έτους 2007, όταν βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Μετά από διαβουλεύσεις κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία για πώληση στην Ενάγουσα 1 του ακινήτου στο Obzor έναντι του ποσού των €8,5 εκ. και του σπιτιού στην Kavarna για το ποσό των €288.
  52. β) Αποδέχονται ότι ο Εναγόμενος 1 ενδιαφέρθηκε να αγοράσει ακίνητα στην Κύπρο, υποστηρίζοντας ότι συμφώνησαν, προκαταρκτικά, ότι θα αγόραζε ακίνητα συνολικής αξίας €6.460.000 ήτοι €3,9 εκ. για διαμερίσματα σε πολυκατοικία στην Αγία Φύλα και €2.560.000 για μια έπαυλη στον Άγιο Τύχωνα. Η συμφωνία τους προέβλεπε περαιτέρω ότι μόνο το ½ της αξίας των ακινήτων θα λογιζόταν έναντι της αξίας των ακινήτων που θα αγόραζε η Ενάγουσα στη Βουλγαρία. Όσον αφορά το υπόλοιπο, τούτο θα πληρωνόταν είτε από δανεισμό είτε από την επαναπώληση των διαμερισμάτων. γ) Δέχονται, περαιτέρω, ότι, εν τέλει, συμφώνησαν να αγοράσουν από την Ενάγουσα 1 ακίνητα συνολικής αξίας €10.370.
  53. Υποστηρίζουν όμως ότι η πραγματική αξία των ακινήτων που αγόρασαν ήταν €9.430.000 και ότι τα ακίνητα που τους πώλησε η Ενάγουσα ήταν δεσμευμένα με υποθήκες, γεγονός που οι Ενάγοντες δολίως απέκρυψαν από τους Εναγόμενους. Αναφέρουν επίσης πως συνήψαν δάνειο ύψους €2.450.000 από την Εθνική Τράπεζα από το οποίο κατέβαλαν προς την Ενάγουσα το ποσό των €1.550.
  54. Πέραν από το ποσό αυτό κατέβαλαν στην Ενάγουσα 1 ποσό ύψους €6.200.000, ήτοι πλήρωσαν συνολικά ποσό €7.750.000 για την αγορά των Κυπριακών ακινήτων, χωρίς να μπορεί να τους τα μεταβιβάσει, αφού είναι υποθηκευμένα. Ισχυρίζονται, περαιτέρω, πως τα διαμερίσματα που τους πώλησαν δεν έχουν άδειες οικοδομής. δ) Όσον αφορά τα ακίνητα που πώλησαν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες στη Βουλγαρία, υποστηρίζουν ότι έπραξαν ότι τους ζητήθηκε από τους Ενάγοντες και τους συμβούλους τους. Καθ' όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι τους εξαπάτησαν, λόγω της ύπαρξης υποθήκης επί του ακινήτου στο Obzor, υποστηρίζουν ότι δεν αληθεύει. Είναι η θέση τους ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι το ακίνητο δεσμευόταν με υποθήκη προς όφελος της CIBANK, γεγονός που αναφέρεται και στις συμφωνίες που υπέγραψαν. ε) Απορρίπτουν τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι τους προέτρεψαν να συστήσουν νέα εταιρεία στην οποία να μεταβιβάζονταν οι μετοχές των Εναγομένων εταιρειών 5 και
  55. Αυτή η ιδέα, υποστηρίζουν, ήταν των Εναγόντων και των συμβούλων τους, προκειμένου να αποφύγουν να πληρώσουν τους φόρους μεταβίβασης που ανέρχονταν στο ποσό των €250.
  56. Οι Εναγόμενες 5 και 6, αναφέρουν, μεταβίβασαν τις μετοχές στην Κορόνα Αρπιτράζ, ως η συμφωνία τους. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν είχαν τον έλεγχο των Εναγομένων 5 και 6 και ουδεμία υπόσχεση ή εγγύηση έδωσαν σε σχέση με την ύπαρξη υποθηκών. στ) Ανεξάρτητα από τα ανωτέρω, υποστηρίζουν ότι οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την συναλλαγή, αφού προέβηκαν σε έλεγχο, μέσω των συμβούλων τους, Εναγομένων 11, 12 και
  57. ζ) Οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5 και 6, υποστηρίζουν ότι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψαν με τις Ενάγουσες 1 και 2 εταιρείες. Καθώς ισχυρίζονται, μεταβίβασαν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της Corona Arbitrage, η οποία είναι ιδιοκτήτρια του ξενοδοχειακού συγκροτήματος στο Obzor. To γεγονός ότι το ακίνητο βαρυνόταν με υποθήκη για το ποσό των € 1,6 εκ., ήταν σε γνώση των Εναγόντων. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, υποστηρίζουν ότι συμφώνησαν με τον Χρ. Καραολή να παραμείνει σε ισχύ οι υποθήκες, μέχρις ότου διαγράφονταν οι υποθήκες ύψους €3.5 εκ. που υπήρχαν στα ακίνητα της Κύπρου. Υποστηρίζουν επίσης ότι δήλωσαν ετοιμότητα να μεταβιβάσουν στους Ενάγοντες την κατοικία στην Kavarna, γεγονός που γνωστοποίησαν στους Ενάγοντες με επιστολή, καλώντας τους να μεταβούν στη Βουλγαρία για να τους μεταβιβάσουν την κατοικία. η) Αντίθετα, καταλήγουν, οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους των συμφωνιών με βάση τις οποίες πώλησαν στις Εναγόμενες 1, 2 και 4 τα διαμερίσματα και την έπαυλη. Ειδικότερα, ισχυρίζονται ότι πλήρωσαν στους ενάγοντες ποσό €9.460.000, χωρίς να τους παραδοθεί η κατοχή των διαμερισμάτων στο συγκρότημα Gardenia. Επί πλέον τα ακίνητα ήταν βεβαρημένα με υποθήκες ύψους €3.500.000 και δεν έχουν τίτλους ιδιοκτησίας. Με την ανταπαίτηση τους ζητούν την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναγνωρίζονται ως έγκυρα τα αγοραπωλητήρια έγγραφα που έχουν καταθέσει στο Κτηματολόγιο. Διαζευκτικά ζητούν απόφαση για το ποσό των €9.460.00 το οποίο, κατ' ισχυρισμόν, κατέβαλαν στους Ενάγοντες αχρεωστήτως, καθώς και το ποσό των €9εκ. για διαφυγόντα κέρδη. Με δική του ξεχωριστή Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος 16, υποστηρίζει ότι αγόρασε από την Ενάγουσα 1 το διαμέρισμα 21 στην πολυκατοικία Elena Beach Apartments, έναντι του ποσού των €830.
  58. Για το σκοπό αυτό υπεγράφη το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 3.4.
  59. Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις του, καταβάλλοντας το συμφωνηθέν τίμημα, αλλά η Ενάγουσα 1 αρνείται να του τα μεταβιβάσει. Για το λόγο αυτό διεκδικεί ανταπαιτητικά την έκδοση διατάγματος ειιδκής εκτέλεσης. Διαζευκτικά, ζητά απόφαση για το ποσό των €830.000 πλέον τόκους, το οποίο, κατ' ισχυρισμό, κατέβαλε στην Ενάγουσα, πλέον αποζημιώσεις ύψους €250.000 για διαφυγόντα κέρδη. Δική της ξεχωριστή Έκθεση Υπεράσπισης καταχώρισε και η Εναγόμενη 12, στην οποία αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτήν συνωμοσία ή/και αμέλεια κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της. Σε σχέση με τα γεγονότα, υποστηρίζει ότι της ανατέθηκε από τους Ενάγοντες η σύσταση της Ενάγουσας 2 εταιρείας και η παροχή νομικών υπηρεσιών σε σχέση με την αγορά ακινήτου. Αρνούμενη κατηγορηματικά ότι της ανατέθηκε οποιαδήποτε περαιτέρω υπηρεσία και ειδικότερα ο νομικός έλεγχος της Corona Arbitrage, ισχυρίζεται ότι ουδέποτε διαβεβαίωσε τους Ενάγοντες ότι το ακίνητο στη Βουλγαρία δεν εβαρύνετο με υποθήκες, ως ο ισχυρισμός τους. Αντίθετα, υποστηρίζει ότι ενημέρωσε τον διευθυντή της Ενάγουσας για την ύπαρξη υποθήκης προς όφελος της Economic & Investment Bank. Παρά τις δικές της επιφυλάξεις για την αγορά του ακινήτου, ενημερώθηκε μεταγενέστερα από τους Ενάγοντες ότι υπόγραψαν προσύμφωνα σε σχέση με την αγορά του ακινήτου, χωρίς τη δική της ανάμειξη. Όπως την ενημέρωσαν οι Ενάγοντες, διευκρινίζει, συμφώνησαν να αγοράσουν το ακίνητο μετά από διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1, ότι θα εξαλείφετο η υποθήκη προτού εξοφλήσουν ολόκληρο το τίμημα. Καταληκτικά υποστηρίζει πως ενήργησε με κάθε επαγγελματική επιμέλεια και έδωσε στους Ενάγοντες όλες τις νομικές συμβουλές που της ζητήθηκαν και ουδεμία συμμετοχή είχε στην εγγραφή της εταιρείας Corona Arbitrage ή στη μεταβίβαση των μετοχών. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν τέσσερις μάρτυρες. Ο Ενάγων 3, Ανδρέας Καραολής (Μ.Ε.1), ο Βούλγαρος δικηγόρος Julian Spassov (Μ.Ε.2) και οι υπάλληλοι της Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος Κύπρου και της Τράπεζας Κύπρου, Z. Μιχαηλίδης (Μ.Ε.3) και Α. Κωνσταντινίδης (Μ.Ε.4), αντίστοιχα. Ο Μ.Ε.1, ανέφερε πως είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγουσών 1 και 2 εταιρειών. Σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ανέφερε πως ήταν ενήμερος, παρόλο που δεν είχε προσωπική ανάμειξη στα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Βουλγαρία. Ενημερωνόταν όμως για τα τεκταινόμενα από τον πατέρα του, Χριστ. Καραολή, ο οποίος είχε τον κύριο ρόλο στις συζητήσεις που είχαν με τον Εναγόμενο 1 σε σχέση με το ενδιαφέρον της Ενάγουσας 1 να επενδύσει σε ακίνητα στη Βουλγαρία. Υποστήριξε σε γενικές γραμμές πως ο Εναγόμενος 1 έστησε ένα δόλιο σχέδιο και κατόρθωσε να εξαπατήσει τους Ενάγοντες, αποσπώντας μετρητά και ακίνητα στην Κύπρο πέραν των €16.000.000, με μια ανύπαρκτη αντιπαροχή από ακίνητα στη Βουλγαρία τα οποία, όπως διεφάνη, ήταν υποθηκευμένα και εκποιήθηκαν από τις Τράπεζες. Καταθέτοντας τα γεγονότα, όπως περιέπεσαν στη δική του αντίληψη, ανάφερε σε συντομία τα ακόλουθα: Προς υλοποίηση των σχεδίων της Ενάγουσας 1 για επενδύσεις στη Βουλγαρία, ο πατέρας του Χρ. Καραολής ταξίδεψε στη Βουλγαρία περί τις αρχές του 2008 και είδε διάφορα ακίνητα. Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο, επικοινώνησε μαζί του ο Εναγόμενος 11 και τον ενημέρωσε για ένα ακίνητο στην πόλη Obzor. Μετά από αυτή την πληροφόρηση ο πατέρας του ταξίδεψε ξανά στη Βουλγαρία και είδε το συγκεκριμένο ακίνητο, παίρνοντας σχετικές πληροφορίες από τον Εναγόμενο
  60. Όπως του ανέφερε, ο ιδιοκτήτης του ακινήτου ήταν ο Εναγόμενος 1 και ενδιαφερόταν να το ανταλλάξει με ακίνητα στην Κύπρο. Επικοινώνησε μαζί του και διευθέτησαν συνάντηση στην Κύπρο, στην οποία ο Εναγόμενος 1 του επιβεβαίωσε το ενδιαφέρον του για πώληση του ακινήτου στην πόλη Obzor, καθώς και το ενδιαφέρον του να αγοράσει ακίνητα στην Κύπρο. Συγκεκριμένα επέδειξε ενδιαφέρον για μια πολυκατοικία στην Αγία Φύλα και μια έπαυλη στον Άγιο Τύχωνα που βρίσκονταν ακόμη στο στάδιο του σχεδιασμού. Μετά από διαπραγματεύσεις, κατέληξαν σε προφορική συμφωνία για αγορά του ακινήτου στην πόλη Obzor της Βουλγαρίας από την Ενάγουσα 2 στην τιμή των €8.500.000 και στην πώληση από την Ενάγουσα 1 προς τον Εναγόμενο 1 ακινήτων στην Κύπρο συνολικής αξίας €6.460.
  61. Κατ' εκείνο το στάδιο η Ενάγουσα 1 κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 προκαταβολή ύψους €100.000 έναντι σχετικής απόδειξης Τεκμήριο
  62. Η πληρωμή της διαφοράς της αξίας του ακινήτου που θα αγόραζε η Ενάγουσα 1 στη Βουλγαρία, από τα ακίνητα που θα πωλούσε στον Εναγόμενο 1 στην Κύπρο, θα πληρωνόταν από δάνειο που θα εξασφάλιζε η Ενάγουσα 1 από τράπεζα της Βουλγαρίας. Το Μάιο του 2008 υποβλήθηκε από τον πατέρα του σχετικό αίτημα για δανειοδότηση από τράπεζα της Βουλγαρίας, η οποία εν τέλει δεν έγινε αποδεκτή. Ο Εναγόμενος 1 επισκέφθηκε ξανά την Κύπρο σε μια προσπάθεια να εξευρεθεί τρόπος υλοποίησης της προκαταρκτικής συμφωνίας τους μετά από την απόρριψη της αίτησης της Ενάγουσας 1 για δανειοδότηση από τράπεζα της Βουλγαρίας. Μετά από συζητήσεις, προτάσεις και αντιπροτάσεις εκατέρωθεν, στην παρουσία και της αδερφής του, Εναγόμενης 2, συμφώνησαν να διαφοροποιήσουν την αρχική συμφωνία τους, ώστε η Ενάγουσα 1 να αγοράσει ακόμα ένα ακίνητο στη Βουλγαρία και συγκεκριμένα μία κατοικία στην πόλη Kavarna, έναντι του ποσού των €288.000 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 να αγοράσουν από την Ενάγουσα 1 ακίνητα στην Κύπρο αξίας €10.370.
  63. Συμφωνήθηκε επίσης όπως η Ενάγουσα 1 καταβάλει στον Εναγόμενο 1 ποσό €1.000.000, πέραν του ποσού των €100.000 το οποίο του καταβλήθηκε προηγουμένως. Η διαφορά από την αξία των ακινήτων της Κύπρου και της Βουλγαρίας θα πληρωνόταν από τους Εναγόμενους 1 και 2 με δάνεια που θα εξασφάλιζαν από τράπεζες στην Κύπρο, με τη διαμεσολάβηση των Εναγόντων. Προς υλοποίηση των πιο πάνω, οι Ενάγοντες συνέστησαν την Ενάγουσα 2 Βουλγαρική εταιρεία και προχώρησαν στην υπογραφή των προσυμφώνων με τις Εναγόμενες 5 και 6 στις 16.9.2008 (Τεκμήρια 2 και 3) για την αγορά του ακινήτου στην πόλη Obzor. Οι Εναγόμενες 5 και 6 ήταν ιδιοκτήτριες του ακινήτου και ελέγχονταν από τους Εναγόμενους 1 και
  64. Την ίδια ημέρα υπεγράφη προσύμφωνο μεταξύ της Ενάγουσας 2 και της Εναγόμενης 6 για ενοικίαση του ακινήτου για το ποσό των €600.000 ετησίως (Τεκμήριο 4). Όπως επεσήμανε, η ενοικίαση του ακινήτου από τον Εναγόμενο 1 μετά από την πώληση του στην Ενάγουσα 2 ήταν ένας από τους όρους της προκαταρκτικής συμφωνίας τους. Είναι γι' αυτό το λόγο, υπόδειξε ο Μ.Ε.1, που μετά την υπογραφή των πιο πάνω προσυμφώνων, το ακίνητο παρέμεινε στην κατοχή της Εναγόμενης
  65. Στη συνέχεια, μέσα στον μήνα Οκτώβριο του 2008, ο πατέρας του μετέβη ξανά στη Βουλγαρία για την υπογραφή της τελικής συμφωνίας. Στη συνάντηση, εκτός από τους Εναγόμενους 1 και 2, παρευρέθηκε επίσης η Εναγόμενη 3, σύζυγος του Εναγόμενου 1, ο δικηγόρος τους, Εναγόμενος 14 και ο κτηματομεσίτης, Εναγόμενος
  66. Όλοι, ανάφερε, επιβεβαίωσαν στον πατέρα του ότι το ακίνητο θα μεταβιβαζόταν ελεύθερο από κάθε επιβάρυνση χωρίς καμιά υποθήκη προς όφελος τρίτων. Ο Εναγόμενος 1 εισηγήθηκε πως θα ήταν προς το συμφέρον των Εναγόντων να εσυστήνετο μία άλλη Βουλγάρικη εταιρεία στην οποία να μεταβιβάζονταν οι μετοχές των Εναγόμενων 5 και 6 και εν συνεχεία να μεταβίβαζε τις μετοχές της στην Ενάγουσα
  67. Με τον τρόπο αυτό θα πληρωνόταν λιγότερη φορολογία και θα επωφελείτο η Ενάγουσα 2 με το ποσό των €250.
  68. Ο πατέρας του, μη γνωρίζοντας τη Βουλγάρικη νομοθεσία, συμφώνησε και ακολουθήθηκε η εισήγηση του Εναγομένου 1, έχοντας και τη διαβεβαίωση του Εναγόμενου 14 ότι η νέα εταιρεία δεν θα είχε οποιεσδήποτε υποχρεώσεις και ότι με τον τρόπο αυτό η Ενάγουσα 2 θα αποκτούσε το ακίνητο στην πόλη Obzor ελεύθερο από κάθε επιβάρυνση. Αφού συστάθηκε η νέα εταιρεία με το όνομα Corona Arbitrage, ακολούθησε η υπογραφή των συμφωνιών μεταβίβασης των μετοχών από τις Εναγόμενες 5 και 6 (Τεκμήρια 5 και 6 αντίστοιχα). Υπεγράφη επίσης τελική συμφωνία ενοικίασης από τη νέα εταιρεία προς την Εναγόμενη
  69. Η συμφωνία αυτή δεν βρίσκεται στην κατοχή των Εναγόντων γιατί, όπως υποστήριξε, κρατήθηκε από την Εναγόμενη 10, προκειμένου να κατατεθεί στις αρμόδιες Βουλγαρικές αρχές. Όπως υποστήριξε, η Εναγόμενη 10 ήταν υπάλληλος του Εναγόμενου 1 και την εμπιστεύθηκε ο πατέρας του, ώστε να παραλαμβάνει και να κρατά διά λογαριασμό των Εναγόντων οποιαδήποτε έγγραφα σχετίζονταν με τις επίδικες συναλλαγές. Διεφάνη ωστόσο ότι υπήρξε και αυτή μέρος της συνομωσίας αφού, όπως υποστήριξε ο Μ.Ε.1, παρέλειψε να τους κοινοποιήσει σημαντικά έγγραφα τα οποία της είχαν παραδοθεί. Ανάμεσα σε άλλα, της επιδόθηκαν αγωγές που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι 1 και 4 εναντίον της Ενάγουσας 2, παραλείποντας να ενημερώσει σχετικά τους Ενάγοντες. Συνεχίζοντας ο μάρτυρας, ανάφερε πως με την υπογραφή των πιο πάνω συμφωνιών η Ενάγουσα 1 κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό του €1.000.000, με τραπεζική επιταγή (Τεκμήριο 8) όπως είχε συμφωνηθεί. Εν συνεχεία και αφού υπογράφηκαν όλα τα συμβόλαια που αφορούσαν την πώληση προς τους Εναγόμενους 1 και 2 των ακινήτων στην Κύπρο, όπως διαλαμβανόταν στην προφορική συμφωνία τους, άρχισαν την ανέγερση των κτιρίων για την κατασκευή των διαμερισμάτων και της έπαυλης. Όπως εξήγησε, οι συμφωνίες για τα περισσότερα ακίνητα έγιναν με την Εναγόμενη 4 εταιρεία, η οποία ελεγχόταν πλήρως από τους Εναγόμενους 1 και
  70. Κατέθεσε επί του προκειμένου αντίγραφα συμβολαίων που υπεγράφησαν μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγόμενων 1,2 και 4 για την αγορά των ακινήτων (Τεκμήρια 10(α)-10(ιδ). Περαιτέρω κατέθεσε αντίγραφα συμπληρωματικών συμφωνιών (Τεκμήρια 11 και 12) με τις οποίες η Ενάγουσα 1 ανέλαβε την υποχρέωση να εξασφαλίσει στην Εναγόμενη 4 δανειοδότηση για εξόφληση του τιμήματος πώλησης ορισμένων από τα ακίνητα που αγοράστηκαν από την Εναγόμενη
  71. Μετά από παράκληση του Εναγόμενου 1, συμφώνησαν να ακυρώσουν τα συμβόλαια σε σχέση με τρία διαμερίσματα υποκαθιστώντας την Εναγόμενη 4 με τον ίδιο και τους Εναγόμενους 15 και
  72. Κατέθεσε επί του προκειμένου τις ακυρωτικές συμφωνίες και τα νέα αγοραπωλητήρια μεταξύ της Ενάγουσας 1, του Εναγόμενου 1 και των Εναγόμενων 15 και 16, οι οποίοι, κατά τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, ήταν «αχυράνθρωποι» του Εναγόμενου 1 (Τεκμήρια 13-18). Κατέθεσε περαιτέρω συμφωνίες μεταξύ της Ενάγουσας 1, του ιδίου και του αδελφού του (Ενάγοντα 4) και μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης 2, αναφορικά με το ακίνητο του συμβολαίου Τεκμήριο 10(ιδ). Όσον αφορά το ακίνητο στην Kavarna αναφέρει ότι υπεγράφη προκαταρκτικό συμβόλαιο μεταξύ της Ενάγουσας 2 και της Εναγόμενης 5 στις 26.11.2008, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  73. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε περαιτέρω σε κάποια συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 με βάση την οποία φέρεται να διαμεσολάβησε για την αγορά από την Ενάγουσα 2 ενός κρατικού τεμαχίου το οποίο συνόρευε με τα ακίνητα στην πόλη Obzor, έναντι του ποσού των €260.000 (Τεκμήριο 21). Παρόλο που για το ζήτημα αυτό δεν εγείρεται οποιαδήποτε αξίωση με την παρούσα αγωγή, ο μάρτυρας ανέφερε τα γεγονότα για να καταδείξει τον, κατ' ισχυρισμό, δόλιο τρόπο με τον οποίο ενεργούσε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος φέρεται να εισέπραξε το ποσό των €260.000 (και επιπλέον ποσό €2.000 για τη διαμεσολάβηση του) χωρίς να φροντίσει για την εγγραφή του τεμαχίου στο όνομα της Ενάγουσας εταιρείας. Υποστήριξε, επίσης, πως μετά από έρευνες που έγιναν, διεφάνη πως το ακίνητο δεν ήταν ιδιοκτησία του δήμου, όπως τους είχε πει ο Εναγόμενος
  74. Τα προβλήματα, υποστήριξε ο Μ.Ε.1, άρχισαν να διαφαίνονται όταν ο Εναγόμενος 1 δεν συνεργαζόταν για την εκταμίευση των δανείων που διευθέτησαν οι Ενάγοντες προς την Εναγόμενη 4, ενώ οι εργασίες ανέγερσης των ακινήτων στην Κύπρο άρχισαν και συνεχίζονταν από την Ενάγουσα 1 κανονικά και με βάση τα συμφωνηθέντα χρονοδιαγράμματα. Οι υπό αναφοράν καθυστερήσεις ανησύχησαν τους Ενάγοντες, οι οποίοι απέστειλαν διάφορες επιστολές προς τους Εναγόμενους κατά την περίοδο Ιουνίου-Ιουλίου (Τεκμήρια 22-28). Οι Εναγόμενοι άρχισαν να προφασίζονται ζητήματα αδυναμίας των Εναγόντων για τιτλοποίηση των ακινήτων καθώς και δήθεν καθυστερήσεις και παραβιάσεις εκ μέρους της Ενάγουσας
  75. Αφού αντηλλάγησαν περαιτέρω επιστολές από τους διαδίκους με την εμπλοκή και των δικηγόρων τους (Τεκμήρια 28-37) οι Εναγόμενοι 1, 2, και 4 με επιστολή του τότε δικηγόρου τους ημερ. 11.2.2010 (Τεκμήριο 38), προχώρησαν σε τερματισμό της συμφωνίας για την αγορά του ακινήτου στο Green Hills Mansions, γεγονός που προκάλεσε περαιτέρω ανησυχίες στους Ενάγοντες σε σχέση με τις προθέσεις των Εναγομένων. Αποτάθηκαν τότε σε δικηγόρους στην Κύπρο οι οποίοι με την σειρά τους ζήτησαν περαιτέρω διερεύνηση, σε σχέση με τα ακίνητα στη Βουλγαρία, έργο που ανατέθηκε σε δικηγόρους στη Βουλγαρία. Μετά από σχετικές έρευνες διαφάνηκε το ενορχηστρωμένο, κατ' ισχυρισμό, σχέδιο των Εναγομένων για την εξαπάτηση τους. Οι δικηγόροι στη Βουλγαρία τους ενημέρωσαν για τις απάτες που προέβηκαν εις βάρος τους οι Εναγόμενοι, ετοιμάζοντας προς τούτο σχετική έκθεση (Τεκμήριο 40). Όπως προέκυψε μέσα από τις έρευνες του δικηγορικού οίκου της Βουλγαρίας, ανέφερε ο Μ.Ε.1, ο Εναγόμενος 1 είχε προβεί σε δάνεια εκατομμυρίων ευρώ από τράπεζες, υποθηκεύοντας το ακίνητο στο Obzor, γεγονός που δεν αποκάλυψε. Επρόκειτο, υποστήριξε για ένα καλοστημένο σχέδιο εξαπάτησης των Εναγόντων από τον Εναγόμενο 1, στο οποίο συμμετείχαν και οι Εναγόμενοι 2, 3, 4, 11,12 και 14, οι οποίοι τους είχαν διαβεβαιώσει ότι το ακίνητο δεν ήταν δεσμευμένο με υποθήκες. Προέκυψε επίσης ότι στις 27.10.2008, την ημέρα της υπογραφής των εγγράφων μεταβίβασης των μετοχών στην Corona Arbitrage, η Εναγόμενη 2, η οποία ήταν διευθύντρια της υπό αναφοράν εταιρείας, υπόγραψε εγγυήσεις εκ μέρους της εταιρείας για δήθεν γραμμάτια που εξέδωσαν οι Εναγόμενες 5 και 6 προς τον Εναγόμενο
  76. Όπως υποστήριξε, τα γραμμάτια εκδόθηκαν από τις Εναγόμενες 5 και 6 προς όφελος του Εναγομένου 1 και αυτός με τη σειρά του φρόντισε να εκχωρηθούν προς την Εναγόμενη
  77. Καταχωρήθηκαν ακολούθως αγωγές εναντίον της Ενάγουσας 2 στη Βουλγαρία, οι οποίες επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 10, υπάλληλο του Εναγόμενου 1, που ήταν εξουσιοδοτημένη να παραλαμβάνει τα έγγραφα της εταιρείας, πλην όμως παρέλειψε να ενημερώσει, ως όφειλε, τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα να εκδοθούν αποφάσεις εναντίον της Ενάγουσας 2 για αδιευκρίνιστα μέχρι την ημέρα της μαρτυρίας του ποσά, εφόσον δεν μπορούσαν να γνωρίζουν πόσες τέτοιες εγγυήσεις υπέγραψε η Εναγόμενη
  78. Κατόρθωσαν ανέφερε, να εντοπίσουν εγγυήσεις για δήθεν οφειλές ύψους €3.600.
  79. Ενημερώθηκαν, επίσης, από τους δικηγόρους στη Βουλγαρία ότι το ακίνητο στο Obzor εκποιήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό προς ικανοποίηση του χρέους του Εναγόμενου 1 προς την CIBANK και κατέληξε τελικά στην ιδιοκτησία της τράπεζας. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ότι τα ακίνητα που τους πώλησε η Ενάγουσα 1 στην Κύπρο εβαρύνοντο με υποθήκες και δεν μπορούσαν να μεταβιβαστούν σε αυτούς, εξήγησε πως υπήρχαν μεν υποθήκες αλλά δεν όφειλε η Ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό προς τις τράπεζες. Το ζήτημα υποστήριξε, ήταν θέμα διαδικασίας των τραπεζών για να διευθετούσαν την εξάλειψη των υποθηκών, εφόσον οι λογαριασμοί τους προς τις τράπεζες, σε σχέση με τις υποθήκες επί των επίδικων ακινήτων, παρουσίαζαν μηδενικά υπόλοιπα. Διευκρίνισε, επίσης, πως το συνολικό τίμημα των ακινήτων που πώλησε η Ενάγουσα 1 στους Εναγόμενους 1,2,4,15 και 16, με βάση τα συμβόλαια, Τεκμήρια 10(α)-(ιδ), ανέρχεται σε €9.432.
  80. Η πραγματική όμως αξία των ακινήτων ήταν €10.370.000 και τα ποσά των συμβολαίων περιορίστηκαν, κατόπιν σχετικών εκπτώσεων. Του υποβλήθηκε στην αντεξέταση πως τα προσύμφωνα (Τεκμήρια 2 και 3) υπεγράφησαν στις 31.7.2008, στη Λεμεσό, όπως αναφέρεται και στην απόδειξη πληρωμής της προκαταβολής του ποσού των €100.000, Τεκμήριο
  81. Ο Μ.Ε.1 δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο αυτό, αλλά δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση γιατί τα προσύμφωνα φέρουν αρχική ημερομηνία 31.7.2008 η οποία διαγράφηκε και τέθηκε η ημερ. 16.9.
  82. Του υποδείχθηκε ότι στο προσύμφωνο Τεκμήριο 3, γίνεται αναφορά σε ύπαρξη υποθήκης προς όφελος συγκεκριμένης Βουλγαρικής Τράπεζας. Απάντησε πως εκείνη η υποθήκη ήταν υπόψη τους αλλά είχαν τη διαβεβαίωση του Εναγόμενου 1 ότι θα εξαλείφετο πριν από την υπογραφή της τελικής συμφωνίας. Υπήρχαν όμως άλλες υποθήκες, πρόσθεσε, προς όφελος της CIBANK και Bulgarian American Bank οι οποίες δεν είχαν αποκαλυφθεί. Για το θέμα αυτό, ανέφερε, ενημερώθηκαν από τους δικηγόρους τους στη Βουλγαρία ότι ο Εναγόμενος 1 πλαστογράφησε έγγραφα τα οποία παρουσίασε στους Ενάγοντες κατά την ημέρα της υπογραφής της τελικής συμφωνίας. Με βάση το πλαστογραφημένο έγγραφο, υποστήριξε, παρουσιάζονταν διαγραμμένες οι υποθήκες. Απαντώντας σε ερωτήσεις σε σχέση με τις δικαστικές διαδικασίες που καταχώρισε η Ενάγουσα 2 εναντίον των Εναγομένων στη Βουλγαρία, ανέφερε πως τα στοιχεία αυτά θα κατατεθούν από το δικηγόρο που έκαμε τις έρευνες των υποθέσεων στη Βουλγαρία. Εξ όσων πληροφορήθηκε, πρόσθεσε, οι Εναγόμενοι 1 και 4 καταχώρισαν αγωγές, δυνάμει των εγγυήσεων που παραχώρησε η Εναγόμενη 2, ως διευθύντρια της Corona Arbitrage και εξασφάλισαν αποφάσεις ερήμην της Ενάγουσας 2, αφού δεν ενημερώθηκε από την Εναγόμενη 10 η οποία είχε παραλάβει τις αγωγές. Ακολούθως οι Ενάγοντες ανέθεσαν σε Βούλγαρο δικηγόρο τη λήψη νομικών μέτρων για τον παραμερισμό των αποφάσεων. Δεν ήταν όμως ενήμερος για το αποτέλεσμα όλων των δικαστικών διαβημάτων που λήφθηκαν. Εξ όσων ενημερώθηκε, είπε, κάποιες διαδικασίες απορρίφθηκαν επειδή χάθηκαν οι προθεσμίες. Όσον αφορά το ακίνητο στην πόλη Kavarna, του υποβλήθηκε πως κλήθηκαν από τους Εναγόμενους να μεταβούν στη Βουλγαρία για να τους το μεταβιβάσουν, αλλά δεν ανταποκρίθηκαν, επειδή δεν έχουν πληρώσει το τίμημα. Απάντησε πως το έχουν εξοφλήσει και ο λόγος που δεν πήγαν στη Βουλγαρία για τη μεταβίβαση ήταν επειδή διέδιδε η Εναγόμενη 2 ότι θα συλλαμβάνονταν, γιατί, δήθεν, χρωστούσαν χρήματα στους Εναγόμενους. Πρόσθεσε, περαιτέρω, πως από τις έρευνες των δικηγόρων τους στη Βουλγαρία προέκυψε ότι το ακίνητο είχε πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο, πριν από την υπογραφή της συμφωνίας με τους Ενάγοντες. Σε σχέση με τις ζημιές των Εναγόντων, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου των Εναγομένων, ανέφερε ότι έχουν χαθεί τα χρήματα της προκαταβολής ύψους €1.100.000 ενώ βρέθηκαν με εγγυήσεις ύψους €4.460.
  83. Επί πλέον, δεν μπορούν να εκμεταλλευθούν τα ακίνητα που έχουν πωλήσει στους Εναγόμενους στην Κύπρο αφού αρνούνται να αποσύρουν τα συμβόλαια από το Κτηματολόγιο. Οι Εναγόμενοι, πρόσθεσε, δεν έχουν πληρώσει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα 1, εκτός από το ποσό του €1.5 εκ., το οποίο εισπράχθηκε μέσω εμβασμάτων, από τα δάνεια που έλαβαν οι Εναγόμενοι από τις Κυπριακές Τράπεζες. Του υποβλήθηκε ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν στην Ενάγουσα 1 το συνολικό ποσό των €7.750.000 έναντι αποδείξεων, Τεκμήρια 41-
  84. Απάντησε πως τα μόνα ποσά που εισπράχθηκαν είναι τα τραπεζικά εμβάσματα. Οι άλλες αποδείξεις, ανέφερε, αποτελούσαν ανταλλαγές αποδείξεων με τους Εναγόμενους και σχετίζονταν με τη μεταβίβαση των μετοχών στην Corona Arbitrage. Ο συνήγορος της Εναγόμενης 12, του υπέβαλε πως οι υπηρεσίες που ανατέθηκαν στην Εναγόμενη 12 ήταν η σύσταση της Ενάγουσας 2 και ο έλεγχος του κτήματος στο Obzor. Τις υπηρεσίες αυτές εκτέλεσε στο ακέραιο, ενημερώνοντας τον κ. Χρ. Καραολή για την ύπαρξη της υποθήκης. Διαφωνώντας με τις υποβολές, ο Μ.Ε.1 υποστήριξε ότι η Εναγόμενη 12 έδωσε στους Ενάγοντες λανθασμένες συμβουλές, τόσο για το ακίνητο στο Obzor όσο και για εκείνο της Kavarnaς. Για το μεν πρώτο, τους είχε διαβεβαιώσει ότι η υποθήκη είχε διαγραφεί, ενώ για το δεύτερο, υπέγραψε εκ μέρους της τη συμφωνία για την αγορά του, χωρίς να προβεί σε έλεγχο και χωρίς να διαπιστώσει ότι η Εναγόμενη 5 δεν ήταν ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Του υποβλήθηκε, ακολούθως, ότι ο πατέρας του γνώριζε ότι το ακίνητο ήταν υποθηκευμένο, γεγονός που του επιβεβαίωσε και η Εναγόμενη 12 και η θέση του ήταν ότι θα εξαλειφόταν, εφόσον προχωρούσε η πράξη και πληρώνονταν τα χρήματα, έναντι του τιμήτματος. Αρνούμενος την υποβολή ο Μ.Ε.1, υποστήριξε πως ο πατέρας του δεν ενημερώθηκε για την ύπαρξη της υποθήκης. Αντίθετα, υποστήριξε, στην παρουσία της Εναγόμενης 12, ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε το πλαστογραφημένο έγγραφο για δήθεν διαγραφή της υποθήκης. Σ' ότι αφορά την Εναγόμενη 2, υποστήριξε πως είχε ενεργή ανάμειξη στην εξαπάτηση, αφού ήταν παρούσα στη συνάντηση κατά την οποία ο Εναγόμενος 1, παρουσίασε το πλαστογραφημένο έγγραφο για διαγραφή της υποθήκης. Εκτελούσε, μάλιστα, χρέη μεταφράστριας για όσο λέγονταν μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Εναγόμενης 12, γιατί γνώριζε την Ελληνική γλώσσα. Του υποβλήθηκε από το συνήγορο της Εναγόμενης 2 πως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις, κατ' ισχυρισμόν, διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1 για τη διαγραφή των υποθηκών. Απαντώντας, επανέλαβε τη θέση του πως η Εναγόμενη 2 είχε ανάμειξη, διαβεβαιώνοντας και εκείνη τον πατέρα του ότι διεγράφη η υποθήκη. Υπόδειξε επίσης πως η Εναγόμενη 2, υπόγραψε εγγυήσεις χωρίς εξουσιοδότηση των Εναγόντων, με αποτέλεσμα να κινηθούν αγωγές εναντίον της Ενάγουσας 2 για ποσά €3.600.
  85. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η Εναγόμενη 2 είχε εμπλοκή με την όλη υπόθεση, τόσο με τα ακίνητα της Κύπρου όσο και με τα ακίνητα της Βουλγαρίας, λόγω και της θέσης της ως διευθύντριας και μετόχου των Εναγομένων 5 και 6 εταιρειών, που ήταν οι ιδιοκτήτριες των ακινήτων. Ο Μ.Ε.2, είναι δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο McGregor & Partners και ασκεί το επάγγελμα του στη Βουλγαρία. Του ανατέθηκε, όπως ανέφερε, από τους Ενάγοντες την άνοιξη του 2010 να προβεί σε έρευνες σε σχέση με συγκεκριμένες πωλήσεις ακινήτων στη Βουλγαρία. Από τα στοιχεία τα οποία περισυνέλλεξε και την πληροφόρηση που έλαβε, διαπίστωσε τα ακόλουθα: α) Σε σχέση με τα ακίνητα στην πόλη Obzor προέκυψε ότι πωλήθηκαν σε δημόσιο πλειστηριασμό από τράπεζες της Βουλγαρίας. Tα ακίνητα, ανάφερε δεσμεύονταν με τρεις υποθήκες, μία προς όφελος της CIBANK και δύο προς όφελος της Bulgarian American Bank. Οι σχετικές υποθήκες εγγράφηκαν κατόπιν δανειοδότησης των Εναγομένων 5 και 6 εταιρειών που έλαβαν χώρα για μεν την CIBANK στις 15.5.2008, και για την Bulgarian American Bank στις 22.8.2006 και 14.12.2007, αντίστοιχα. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας, οι τράπεζες προχώρησαν με δικαστικές διαδικασίες εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 και άλλων προσώπων που εγγυήθηκαν τις δανειακές συμφωνίες και αφού εξασφάλισαν αποφάσεις εναντίον τους, προχώρησαν με μέτρα εκτέλεσης, ανάμεσα στα οποία και με τις εκποιήσεις των ενυπόθηκων ακινήτων. Ως αποτέλεσμα των μέτρων αυτών, τα ενυπόθηκα ακίνητα που αποτελούσαν το αντικείμενο των επίδικων συμφωνιών εκποιήθηκαν. Έτσι η Corona Arbitrage, που αγόρασε τα ακίνητα με βάση τις επίδικες συμφωνίες, απώλεσε την περιουσία αφού στις 4.4.2011 το ένα από τα δύο τεμάχια στο Obzor εκχωρήθηκε στη CIBANK λόγω απουσίας πλειοδοτών στη δημοπρασία που διεξήχθη, ενώ το δεύτερο τεμάχιο εκποιήθηκε στις 6.3.
  86. Προς επιβεβαίωση της μαρτυρίας του κατέθεσε αντίγραφο σχετικής σελίδας από τα κτηματολογικά βιβλία της αρμόδιας Βουλγαρικής αρχής, όπου παρουσιάζεται η διαγραφή του ακινήτου από την ιδιοκτησία της εταιρείας Corona Arbitrage και η εγγραφή του στους νέους ιδιοκτήτες (Τεκμήριο 53). β) Προέκυψε επίσης ότι υπήρξε μία χρονική περίοδος στην οποία δεν παρουσιάζονταν οι υποθήκες στα επίδικα ακίνητα, ήτοι μεταξύ της 18.6.2008 και της 25.5.
  87. Ο λόγος, όπως εξήγησε, είναι επειδή καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο ένα πλαστό έγγραφο, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο 57, το οποίο παρουσίαζε διαγραμμένες τις υποθήκες. Μετά από παραστάσεις της Τράπεζας η οποία καταχώρισε δύο αγωγές, το Δικαστήριο της Σόφιας, αποφάσισε ότι το έγγραφο που κατατέθηκε ήταν πλαστό και διατάχθηκε η επανεγγραφή των υποθηκών. Αντίγραφα των αποφάσεων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 58 και 59, αντίστοιχα. γ) Αναφορικά με τη δημοπρασία που διενεργήθηκε για την εκποίηση από την Τράπεζα του ακινήτου στο Obzor, ανέφερε ότι ένας από τους πλειοδότες ήταν εταιρεία που ελέγχεται από τους Εναγόμενους 1 και
  88. Ειδικότερα, ανέφερε πως πλειοδότησε κάποια εταιρεία (ΑΒ STORY) της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η Κυπριακή Εταιρεία PANEMEX INVEST LTD, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης
  89. Η προσφορά ύψους €6.125.000, φέρεται να ήταν υπογεγραμμένη από τον Εναγόμενο 1, φερόμενο διαχειριστή της Panemex. Όπως επεξηγείται, η ΑΒ STORY αποκλείστηκε από τη δημοπρασία για διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς ήταν η σύγκρουση συμφερόντων των Εναγομένων 1 και 2 λόγω αφ' ενός των συμφερόντων τους στην ακίνητη περιουσία και αφ' ετέρου της σχέσης τους με την πλειοδότρια εταιρεία. δ) Συνεχίζοντας ο μάρτυρας, ανέφερε πως προέβη σε έρευνες στο Επαρχιακό Δικαστήριο της Σόφιας και εντόπισε την ύπαρξη πέντε γραμματίων, τα οποία κατατέθηκαν στα πλαίσια διαδικαστικών διαβημάτων που κατέθεσαν οι Εναγόμενοι 1 και 4 εναντίον της Corona Arbitrage. Αντίγραφα των γραμματίων, για το συνολικό ποσό των €3.600.000, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 52

(1)-52
(5). Ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι τα πρωτότυπα είναι κατατεθειμένα στους δικαστικούς φακέλους στο Δικαστήριο της Σόφιας. Οι αγωγές, συνέχισε ο μάρτυρας, κατατέθηκαν από τον Εναγόμενο 1 τον Δεκέμβριο του έτους 2008 και το Δικαστήριο της Σόφιας εξέδωσε διατάγματα εκτέλεσης των γραμματίων. Ακολούθως ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε τις αποφάσεις που εκδόθηκαν στις αρμόδιες αρχές, εγγράφοντας επιβαρύνσεις επί της επίδικης ακίνητης περιουσίας της Corona Arbitrage. Ακολουθήθηκαν διαδικασίες για εκτέλεση των αποφάσεων από εντεταλμένους για το σκοπό αυτό επιδότες. Όπως ανέφερε ο Μ.Ε.2, τόσο οι αγωγές όσο και οι κλήσεις προς την Corona Arbitrage σε σχέση με τις διαδικασίες «καταναγκαστικής εκτέλεσης», επιδόθηκαν στην Εναγόμενη 10, η οποία παρέλειψε να ενημερώσει τον εντολέα της Χρ. Καραολή. ε) Στη διαδικασία εκτέλεσης των αποφάσεων, ανάφερε ο Μ.Ε.2, προστέθηκε και η Εναγόμενη 4, στην οποία εκχώρησε τα δικαιώματα του ο Εναγόμενος 1 για τα τρία από τα πέντε γραμμάτια, συνολικού ύψους €2.600.
  1. Για την εκχώρηση αυτή, ειδοποιήθηκε γραπτώς η Corona Arbitrage, μέσω της Εναγόμενης 10, η οποία και πάλι παρέλειψε να ενημερώσει τον εντολέα της. Αντίγραφο της συμφωνίας εκχώρησης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 54(Α) με Αγγλική μετάφραση (Τεκμήριο 54(Β)). στ) Μετά από οδηγίες από τους Ενάγοντες, το γραφείο τους καταχώρισε διαδικασίες για αναστολή των μέτρων εκτέλεσης εναντίον της Corona Arbitrage, οι οποίες απορρίφθηκαν από τα Βουλγαρικά Δικαστήρια, λόγω του ότι παρήλθαν οι προθεσμίες που προβλέπονται από τη νομοθεσία της Βουλγαρίας. Τούτο, πρόσθεσε, οφείλεται στην παράλειψη της Εναγόμενης 10, να γνωστοποιήσει στον κ. Χρ. Καραολή τις κλήσεις και τα δικαστικά έγγραφα που της είχαν επιδοθεί. ζ) Από τις έρευνες του στα Δικαστήρια της Βουλγαρίας, προέκυψε, επίσης, ότι καταχωρήθηκαν τρεις αγωγές από τις Εναγόμενες 5 και 6, εναντίον της Ενάγουσας 2 για κατ' ισχυρισμόν, μη πληρωμή της αντιπαροχής από την πώληση των μετοχών που κατείχαν στην Corona Arbitrage. Οι αγωγές αυτές, αναφέρει, απορρίφθηκαν ή τερματίστηκαν, λόγω παρατυπιών. Αντεξεταζόμενος επί της πτυχής αυτής, ανάφερε πως εκπροσώπησε την Ενάγουσα 2 στις πιο πάνω αγωγές. Στα πλαίσια της υπεράσπισης, προώθησε τη θέση πως δεν υφίστατο υποχρέωση της Ενάγουσας 2 για πληρωμή αντιπαροχής. Δέχθηκε, επίσης, ότι προβλήθηκε από την Ενάγουσα 2 η θέση για δόλο των Εναγομένων (Εναγόντων στις υποθέσεις στη Βουλγαρία). η) Όσον αφορά την κατοικία στην Kavarna, ανέφερε πως ανακάλυψε ότι 8 μήνες πριν από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας για την αγορά της κατοικίας από την Ενάγουσα 2, είχε πωληθεί από την Εναγόμενη 5 σε τρίτο πρόσωπο. Το γεγονός αυτό, εξήγησε, προκύπτει από έγγραφο του Κτηματολογίου, αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως Τεκμήριο
  2. Κατέθεσε, επίσης αντίγραφο της συμβολαιογραφικής πράξης ημερ. 17.3.2008 για την πώληση της κατοικίας, Τεκμήριο 56Α με Αγγλική μετάφραση (Τεκμήριο 56Β). θ) Ανέφερε, τέλος, ότι διερεύνησε το ζήτημα ιδιοκτησίας του ακινήτου που σχετίζεται με τη συμφωνία διαμεσολάβησης (Τεκμήριο 21) και διαπίστωσε ότι το ακίνητο δεν ήταν ιδιοκτησία του δήμου Nessebar, όπως είχε διαβεβαιώσει τον Χρ. Καραολή ο Εναγόμενος
  3. Κατέθεσε επί του προκειμένου σχετική βεβαίωση του δήμου του Nessebar, με μετάφραση στα Αγγλικά (Τεκμήρια 60(α) και 60(β), αντίστοιχα). Αντεξεταζόμενος ο Μ.Ε.2 από το συνήγορο των Εναγομένων 1,4,5, 8,13 και 16, επανέλαβε τις πιο πάνω διαπιστώσεις του. Του υποβλήθηκε, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι Ενάγοντες καταχώρισαν αγωγές εναντίον των Εναγομένων 5, 6,10 και 14 στη Βουλγαρία, επιδιώκοντας τις ίδιες αξιώσεις με την παρούσα αγωγή. Ο μάρτυρας έδειξε, αρχικά, απροθυμία να αναφερθεί σε λεπτομέρειες των δικαστικών διαβημάτων που λήφθηκαν στη Βουλγαρία, επικαλούμενος το δικηγορικό απόρρητο. Στην πορεία της μακράς μαρτυρίας του, όμως, διευκρίνισε πως δεν κινήθηκαν αγωγές εναντίον των Εναγομένων στη Βουλγαρία. Το δικηγορικό τους γραφείο, επεσήμανε, υπερασπίστηκε τις αγωγές που καταχώρισαν οι Εναγόμενες 5 και 6 εναντίον της Ενάγουσας 2 για πληρωμή της αξίας των μετοχών. Καταχώρισαν, περαιτέρω, αιτήσεις και εφέσεις για παραμερισμό των αποφάσεων που εκδόθηκαν εναντίον της Corona Arbitrage δυνάμει των γραμματίων. Δήλωσε επίσης ότι δεν καταχώρισαν αγωγές εναντίον των Εναγομένων 10,12 και
  4. Του υποβλήθηκε ότι τα έγγραφα που παρουσίασε σε σχέση με τη διαγραφή των υποθηκών δεν ήταν αυθεντικά. Η θέση του ήταν πως όλα τα έγγραφα λήφθηκαν από τους φακέλους του Δικαστηρίου και των επιδοτών και αποτελούν αντίγραφα των αυθεντικών τεκμηρίων που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο της Βουλγαρίας. Απαντώντας σε σχετική υποβολή του δικηγόρου της Εναγόμενης 2, επί του ιδίου ζητήματος, ανέφερε πως δεν έκρινε αναγκαίο να ζητήσει όπως γίνουν πιστά αντίγραφα, κάτι που θα συνεπαγόταν επί πλέον κόστος για τους Ενάγοντες. Στις επίμονες υποβολές του συνηγόρου του Εναγόμενου 1 ότι δεν διαγράφηκαν οι υποθήκες προς όφελος της Bulgarian American Bank, παρέπεμψε στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 53 και στις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Σόφιας, Τεκμήρια 58 και
  5. Του υποβλήθηκε, περαιτέρω, πως τα τεκμήρια που κατέθεσε σε σχέση με την έπαυλη στην Kavarna δεν αφορούν το επίδικο ακίνητο, αλλά άλλη κατοικία, θέση που απέρριψε κατηγορηματικά, επεξηγώντας πως τα στοιχεία που αναφέρονται στα τεκμήρια 55 και 56, συνάδουν με την περιγραφή και τα στοιχεία της κατοικίας στην Kavarna, όπως εμφαίνονται στην επίδικη συμφωνία Τεκμήριο
  6. Όσον αφορά την εμπλοκή της Εναγόμενης 12, συμφώνησε με το δικηγόρο της, ότι της είχε ανατεθεί η εγγραφή της Corona Arbitrage και ο έλεγχος των εμπραγμάτων βαρών που υπήρχαν στα ακίνητα στο Obzor. Του υποδείχθηκε, επί του προκειμένου, πως κατά το χρόνο υπογραφής των επίδικων συμφωνιών (Οκτώβριο του 2008) οι υποθήκες προς όφελος της Bulgarian American Bank δεν παρουσιάζονταν στα αρχεία του κτηματολογίου, λόγω του κατ' ισχυρισμόν πλαστού έγγραφου με το οποίο είχαν διαγραφεί από τον Ιούνιο του έτους
  7. Του υποδείχθηκε, περαιτέρω, πως για την υποθήκη επί του ενός τεμαχίου γινόταν αναφορά στο τεκμήριο 3, γεγονός που υποδηλεί ότι ήταν υπόψη των Εναγόντων. Απάντησε πως η Εναγόμενη 12, όφειλε να ελέγξει ότι είχε διαγραφεί, προτού υπογραφούν οι συμφωνίες για μεταβίβαση των μετοχών. Όφειλε, επίσης, να μην υπογράψει τη συμφωνία για την αγορά της κατοικίας στην Kavarna, ως εξουσιοδοτημένη εκπρόσωπος των Εναγόντων, εφόσον η κατοικία δεν ήταν ιδιοκτησία της Εναγόμενης 5, κατά την επίδικη ημερομηνία. Ο Μ.Ε.3 (Ζ. Μιχαηλίδης) ανέφερε ότι, μετά από αίτημα της Εναγόμενης 4 προς την Εθνική Τράπεζα, παραχωρήθηκαν προς αυτήν τραπεζικές διευκολύνσεις για το συνολικό ποσό των €2.490.000, με βάση την επιστολή προσφοράς της Τράπεζας ημερομηνίας 20.5.2009 (Τεκμήριο 65). Ως εξασφαλίσεις, παραχωρήθηκαν προσωπικές εγγυήσεις από την Ενάγουσα 1 και τους Εναγόμενους 1 και 2 καθώς και υφιστάμενες υποθήκες της Ενάγουσας
  8. Ανάφερε περαιτέρω ότι σε σχέση με το πρώτο δάνειο (ύψους €1.740.00) έγιναν δύο εκταμιεύσεις για το συνολικό ποσό των €1.300.000 οι οποίες παρουσιάζονται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 66(α). Αναφορικά με το δεύτερο δάνειο, ύψους €745.000, έγινε μία εκταμίευση για το ποσό των €250.000, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 66(β). Όλες οι πιο πάνω εκταμιεύσεις έγιναν προς όφελος της Ενάγουσας εταιρείας και χρεώθηκαν οι δύο λογαριασμοί της Εναγόμενης
  9. Όπως εξήγησε, αυτή ήταν η διευθέτηση που έγινε, ενόψει του γεγονότος ότι η Ενάγουσα εταιρεία έκτιζε τα ακίνητα που είχε αγοράσει η Εναγόμενη
  10. Ουδεμία πληρωμή έγινε από την Εναγόμενη 4, έναντι των δανείων και η Τράπεζα καταχώρισε αγωγές εναντίον της και εναντίον των εγγυητών, διεκδικώντας τα υπόλοιπα που παρουσίαζαν οι δύο λογαριασμοί (Τεκμήρια 66(α) και (β). Με τις αγωγές, διευκρίνισε, ζητείται και η εκποίηση των δύο υποθηκών, οι οποίες υπήρχαν πριν από τη σύναψη των δανείων. Αντεξεταζόμενος, δέχθηκε πως η μία υποθήκη αφορούσε το ακίνητο στο οποίο κτίστηκε το συγκρότημα Gardenia και ήταν για το ποσό των €2.560.000 και η δεύτερη, ύψους €1.093.504, για το ακίνητο στον Άγιο Τύχωνα, επί του οποίου κτίστηκε το συγκρότημα Green Hill Mansion. Ανέφερε τέλος πως οι υποθήκες εξακολουθούν να υφίστανται αλλά δεν γνωρίζει τα υπόλοιπα. Διευκρίνισε, ωστόσο, πως εάν η εναγόμενη 4 αποπλήρωνε τα δάνεια, η Τράπεζα θα απάλλασσε τα ακίνητα από τις υποθήκες και θα μπορούσαν να μεταβιβαστούν τα ακίνητα που αγόρασε η Εναγόμενη 4 από ΄την Ενάγουσα 1, με βάση τα αγοραπωλητήρια έγγραφα. Ο Μ.Ε.4 (Α. Κωνσταντινίδης) ανέφερε πως κατά τα έτη 2008-2009, εργαζόταν στο κατάστημα διεθνών δραστηριοτήτων Λεμεσού της Τράπεζας Κύπρου. Μετά από σχετικά αιτήματα που υπόβαλαν οι Εναγόμενοι 1,2,15 και 16, παραχωρήθηκαν δάνεια ως ακολούθως: α) Στον Εναγόμενο 1 δάνειο ύψους €750.000 το οποίο εκταμιεύθηκε στις 29.7.
  11. Για το συγκεκριμένο δάνειο, εξήγησε, δόθηκε ως εξασφάλιση η εκχώρηση του αγοραπωλητηρίου μεταξύ του Εναγόμενου 1 και της Ενάγουσας 1 και τριών άλλων προσώπων (οικογένεια Τρυφωνίδη), τα οποία όπως εξήγησε ήταν ιδιοκτήτες του ακινήτου. Υπήρχε επίσης υποθήκη επί του ακινήτου και δόθηκε, επί πλέον, προσωπική εγγύηση από τη σύζυγο του Εναγόμενου 1, η οποία εκχώρησε και ασφάλεια ζωής, καθώς και εταιρική εγγύηση από την Εναγόμενη
  12. Τα χρήματα, ανέφερε, μεταφέρθηκαν σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  13. β) Στην Εναγόμενη 2, δάνειο ύψους €189.000 το οποίο εκταμιεύθηκε στις 11.5.
  14. Για το υπό αναφοράν δάνειο δόθηκαν ανάλογες εξασφαλίσεις, ήτοι εκχώρηση δικαιωμάτων του αγοραπωλητήριου και ασφάλεια ζωής της Εναγόμενης 2, προσωπική εγγύηση του συζύγου της και υποθήκη επί του πωλούμενου διαμερίσματος. γ) Στον Εναγόμενο 15, δάνειο ύψους €500.000 το οποίο εκταμιεύθηκε στις 10.4.2009, με εξασφαλίσεις ανάλογες με το δάνειο που χορηγήθηκε στον Εναγόμενο
  15. Για το συγκεκριμένο δάνειο, ανάφερε, η Τράπεζα έδωσε γραπτή επιστολή με την οποία αποποιήθηκε τα δικαιώματα της επί των υποθηκών που υπήρχαν, εφόσον θα εκδίδετο χωριστός τίτλος (Τεκμήριο 67). Το ποσό των €500.000 που εκταμιεύθηκε, μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  16. δ) Στον Εναγόμενο 16, δάνειο ύψους €580.000, το οποίο εκταμιεύθηκε και μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  17. Δόθηκαν ανάλογες εξασφαλίσεις, όπως πιο πάνω, καθώς και παρόμοια βεβαίωση της Τράπεζας ότι θα απάλλασσε το διαμέρισμα από τις υφιστάμενες υποθήκες επί του ακινήτου. Αναφορικά με τα υπόλοιπα, ο μάρτυρας ανέφερε πως πληρώθηκαν μερικές μόνο δόσεις έναντι των δανείων και η Τράπεζα κινήθηκε δικαστικά εναντίον των πρωτοφειλετών και των εγγυητών για είσπραξη των υπολοίπων. Στην αντεξέταση ρωτήθηκε γιατί καταβλήθηκαν τα ποσά των δανείων στην Εναγόμενη 4, αντί στους Εναγόμενους 1, 15 και 16, που είχαν συνάψει τα δάνεια. Απάντησε πως αυτές ήταν οι οδηγίες που δόθηκαν στην Τράπεζα από τους δανειολήπτες, οι οποίοι είχαν παρουσιάσει αποδείξεις ότι είχαν εξοφλήσει τα ποσά που όφειλαν στην Ενάγουσα 1, με βάση τα αγοραπωλητήρια έγγραφα. Είναι γι' αυτό το λόγο, πρόσθεσε, που εμβάστηκαν τα ποσά των δανείων σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 4 και όχι της Ενάγουσας
  18. Όσον αφορά το δάνειο της Εναγόμενης 2, ανάφερε πως η πληρωμή έγινε προς την Εναγόμενη 4, μετά από οδηγίες της Ενάγουσας
  19. Η μαρτυρία των Εναγομένων Για τους Εναγόμενους κατέθεσαν τρεις μάρτυρες. Ο Εναγόμενος 1 (Μ.Υ.1), η Nikoleta Meteva, δικηγόρος από τη Βουλγαρία (Μ.Υ.2) και η Έλενα-Ivanova Γεωργίου (Μ.Υ.3) πρώην υπάλληλος των Εναγόντων. Η μαρτυρία τους θα μπορούσε να συνοψιστεί ως ακολούθως: Ο Μ.Υ.1 αφού επεσήμανε πως ο Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική ανάμειξη με τα επίδικα γεγονότα, ανάφερε πως ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τον Χρ. Καραολή τον Ιούλιο του έτους 2008, όταν βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές. Του τηλεφώνησε είπε, η Μ.Υ.3, υπάλληλος του Χρ. Καραολή και του ζήτησε να επισκεφθεί τον κ. Καραολή στο γραφείο του. Στη συνάντηση που ακολούθησε, του είπε ότι ενδιαφερόταν να κάνει επενδύσεις στη Βουλγαρία. Του είπε συγκεκριμένα ότι ενδιαφερόταν να αγοράσει ακίνητα και ξενοδοχείο στο Obzor, το οποίο ήταν ιδιοκτησία των Εναγομένων 5 και
  20. Όπως υποστήριξε, ο ίδιος ήταν απλά πληρεξούσιος των Εναγομένων 5 και 6 και δεν ήταν διευθυντής ή μέτοχος. Η συζήτηση τους δεν είχε θετική κατάληξη και αναχώρησε. Ανέφερε, επίσης, πως κατά την ημέρα της επίσκεψης του, ο Χρ. Καραολής του υπέδειξε κάποια ακίνητα τα οποία του παρουσίασε ότι ήταν ιδιόκτητα. Προτού αναχωρήσει για τη Βουλγαρία, ανάφερε, επικοινώνησε ξανά μαζί του η Μ.Υ.3 και του διαβίβασε την επιθυμία του Χρ. Καραολή να ταξιδέψει μαζί του στη Βουλγαρία για να επισκεφθεί το ακίνητο στο Obzor και να συνεχίσουν τις συζητήσεις. Αποδέχθηκε και αφού επισκέφθηκαν το ακίνητο συμφώνησαν να του πωλήσει το ακίνητο στο Obzor έναντι του ποσού των €8,5 και μία κατοικία στην Kavarna για το ποσό των €288.
  21. Συμφώνησαν επίσης πως στην περίπτωση που θα αγόραζε ακίνητα στην Κύπρο, θα λογιζόταν το 1/3 της αξίας τους, έναντι της αξίας των ακινήτων στη Βουλγαρία. Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, όπως πληρωθεί προκαταβολή ύψους €100.000 από τον Χρ. Καραολή εντός 7 ημερών, κάτι που δεν έπραξε. Μετά από νέα πρόσκληση του Χρ. Καραολή, μέσω της Μ.Υ.3, επισκέφθηκε ξανά την Κύπρο και υπόγραψαν τις προκαταρκτικές συμφωνίες στις 31.7.
  22. Ακολούθως, ανέφερε, διαπιστώθηκε από το δικηγόρο που συνέταξε τις συμφωνίες ότι η Ενάγουσα 2 δεν είχε εγγραφεί στη Βουλγαρία και μετά από εισήγηση του, άλλαξαν την ημερομηνία σε 16.9.2008 και έθεσαν τις μονογραφές τους. Οι προκαταρκτικές συμφωνίες, υποστήριξε, υπογράφηκαν στην Κύπρο και όχι στη Βουλγαρία όπως ανέφερε ο Μ.Ε.
  23. Αποδεχόμενος ότι συμφώνησαν να αγοράσουν από την ενάγουσα 1 ακίνητα αξίας €10.370.000 υποστήριξε ότι στην απόφαση τους αυτή οδηγήθηκαν λόγω της αδυναμίας των Εναγόντων να συμμορφωθούν με τους όρους των προκαταρκτικών συμφωνιών ημερομηνίας 31.7.
  24. Επεσήμανε, ακόμη, ότι η πραγματική αξία των ακινήτων ήταν €9.430.000 και όχι €10.370.000, όπως ισχυρίστηκαν οι Ενάγοντες. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι οι Ενάγοντες, κατά παράβαση της συμφωνίας τους, τους πώλησαν ακίνητα με υποθήκες και χωρίς τίτλους ιδιοκτησίας. Συνεχίζοντας τη μαρτυρία του, ανέφερε πως οι Εναγόμενοι συμμορφώθηκαν πλήρως με τις υποχρεώσεις τους, καταβάλλοντας στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των €7.750.
  25. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι πλήρωσαν ποσό €1.550.000, μέσω δανείων και ποσό €6.200.000 σε μετρητά. Οι Εναγόμενοι, αντίθετα, παραβίασαν τις συμφωνίες αφού τα ακίνητα που τους έχουν πωλήσει είναι βεβαρημένα με υποθήκες για ποσά πέραν των €3.650.
  26. Επίσης το ένα ακίνητο δεν ήταν ιδιοκτησία των Εναγόντων ενώ τα διαμερίσματα στο συγκρότημα Elena Court δεν έχουν άδειες οικοδομής. Υποστήριξε, επίσης, ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν παραδώσει στους Εναγόμενους τα διαμερίσματα που αγόρασαν στην πολυκατοικία Gardenia και την έπαυλη στον Άγιο Τύχωνα, το εμβαδό της οποίας είναι μικρότερο κατά 250 τ.μ. ενώ είναι και αυτή επιβαρυμένη με υποθήκες και δεν υπάρχουν άδειες οικοδομής. Καταληκτικά, για το θέμα της επένδυσης των Εναγομένων σε ακίνητα στην Κύπρο, υποστήριξε ότι οι Ενάγοντες τους έχουν ξεγελάσει, πουλώντας τους ακίνητα με υποθήκες, χωρίς τίτλους και άδειες οικοδομής, παρότι πλήρωσαν το ποσό των €7.750.
  27. Αναφορικά με τα ακίνητα στη Βουλγαρία υποστήριξε, εν πρώτοις, ότι πρόκειται για εντελώς ξεχωριστή συναλλαγή για την οποία έχουν αποκλειστική αρμοδιότητα τα Βουλγαρικά Δικαστήρια. Ανεξαρτήτως τούτου, υποστήριξε πως οι Εναγόμενοι έχουν συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους των συμφωνιών που υπέγραψαν με την Ενάγουσα
  28. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενες 5 και 6 μεταβίβασαν στην Ενάγουσα 2 όλες τις μετοχές που κατείχαν στην Corona Arbitrage και έτσι κατέστη ιδιοκτήτρια, τόσο των ακινήτων στο Obzor, όσο και της κατοικίας στην Kavarna. Η απόκτηση των ακινήτων μέσω της Corona Arbitrage ήταν επιλογή των Εναγόντων, κατόπιν συμβουλών που έλαβαν από τους Εναγόμενους 11 και 14, προκειμένου να αποφύγουν την πληρωμή φόρων και δεν είχαν ανάμειξη οι Εναγόμενοι, οι οποίοι μεταβίβασαν τις μετοχές, όπως τους είχε ζητηθεί. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως παρότι αναγράφεται στις συμφωνίες μεταβίβασης μετοχών, ότι πληρώθηκε το αντάλλαγμα, στην πραγματικότητα οι Ενάγοντες δεν κατέβαλαν στις Εναγόμενες 5 και 6 το τίμημα των μετοχών, για τούτο και καταχώρισαν αγωγές στη Βουλγαρία εναντίον της Ενάγουσας
  29. Στις υπό αναφοράν αγωγές οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι πληρώθηκε σε μετρητά η αξία των μετοχών και ότι οι διεκδικήσεις των Εναγόμενων 5 και 6 δεν είχαν σχέση με την παρούσα αγωγή. Κατέθεσε αντίγραφα της υπεράσπισης της Ενάγουσας 2 στις αναφερθείσες αγωγές, καθώς και αντίγραφα των αποφάσεων του Δικαστηρίου (Εφετείου) με τις οποίες απορρίφθηκαν οι αξιώσεις των Εναγομένων (Τεκμήρια 74-78). Όσον αφορά τις εγγυήσεις των γραμματίων που υπέγραψε η Εναγόμενη 2, διά λογαριασμό της Corona Arbitrage, υποστήριξε πως το έπραξε με οδηγίες του Χρ. Καραολή. Ο λόγος της υπογραφής των εγγυήσεων, ανέφερε, ήταν για εξασφάλιση της οφειλής των Εναγόντων προς τις Εναγόμενες 5 και 6 από την πώληση των μετοχών καθώς και για επιπλέον εξασφάλιση των Εναγομένων για την απόσυρση των υποθηκών από τους Ενάγοντες, που υπήρχαν στα Κυπριακά ακίνητα. Σε σχέση με την κατοικία στην Kavarna υποστήριξε πως δεν ευσταθεί η θέση των Εναγόντων ότι είχε πωληθεί. Η Εναγόμενη 5, είπε, ήταν ιδιοκτήτρια της κατοικίας και οι λόγοι που επικαλούνται οι Ενάγοντες δεν είναι βάσιμοι. Υπήρχαν, εξηγεί, πολλές κατοικίες γιατί έγινε μία ανάπτυξη πολλών κατοικιών και απλά άλλαξε η αρίθμηση τους. Οι Εναγόμενοι ήταν έτοιμοι να μεταβιβάσουν την κατοικία στους Ενάγοντες και τους κάλεσαν να μεταβούν στη Βουλγαρία για το σκοπό αυτό, γεγονός που το παραδέχθηκαν. Όσον αφορά, τέλος, τη συμφωνία διαμεσολάβησης, υποστήριξε ότι το πιστοποιητικό που παρουσίασαν οι Ενάγοντες είναι ψευδές και κατέθεσε νέο πιστοποιητικό του Δήμου Nessebar, Τεκμήριο 79 καθώς και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου του Burgas, Τεκμήριο 80, από τα οποία προκύπτει ότι το κτήμα ήταν ιδιοκτησία του Δήμου. Αντεξετάστηκε, όπως ήταν αναμενόμενο, επί όλων των πιο πάνω ζητημάτων. Όσον αφορά τη σχέση του με τους υπόλοιπους Εναγόμενους, υποστήριξε ότι: α) Με την Εναγόμενη 3 είχε δεσμό και απέκτησαν ένα παιδί αλλά σήμερα δεν είναι μαζί. β) Με τον Εναγόμενο 5 ήταν συμφοιτητές και είχαν κάποια εμπορική συνεργασία στο παρελθόν. γ) Με τον Εναγόμενο 16 ήταν συμμαθητές. Διατηρεί μαζί του φιλικές σχέσεις και είχαν κάποιες εμπορικές συναλλαγές. δ) Στις Εναγόμενες 5 και 6 ήταν απλά πληρεξούσιος. Δεν θυμόταν ποιοι ήταν οι ιδιοκτήτες και οι διευθυντές της. Σε υποβολή ότι ήταν μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης 6, απάντησε πως ήταν μόνο πληρεξούσιος. Δέχθηκε ωστόσο, ότι η πρώην σύντροφος του (Εναγόμενη 3) και η αδελφή του (Εναγόμενη 2) ήταν διευθύντριες των Εναγόμενων 5 και 6 κατά την επίδικη χρονική περίοδο. Όσον αφορά τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες γνώρισε τους Ενάγοντες, επανέλαβε κατ' ουσίαν τις θέσεις και τη μαρτυρία του, όπως καταγράφεται στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Γ), η οποία κατατέθηκε ως μέρος της κύριας του εξέτασης. Ότι δηλαδή, επικοινώνησαν μαζί του μέσω της Μ.Υ.3 ενώ βρισκόταν σε ξενοδοχείο της Λεμεσού για διακοπές. Αυτή, τόνισε, ήταν η πρώτη φορά που γνώρισε τον Χρ. Καραολή. Του ζητήθηκε να δώσει κάποια εξήγηση πως γνώριζαν οι Ενάγοντες το κινητό του τηλέφωνο και επικοινώνησαν μαζί του, όπως ισχυρίστηκε, και απάντησε πως δεν γνωρίζει που το βρήκαν. Επί της ουσίας, υποστήριξε ότι η προκαταρκτική συμφωνία υπεγράφη στις 31.7.2008 και τότε του καταβλήθηκε ποσό €100.
  30. Στη συμφωνία αυτή, υποστήριξε, δεν υπήρχε πρόνοια για ανταλλαγή των Κυπριακών ακινήτων με το τίμημα της αξίας των ακινήτων που συμφώνησαν να αγοράσουν οι Ενάγοντες στη Βουλγαρία. Το θέμα ανταλλαγής συζητήθηκε στην αρχική προφορική συμφωνία, η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε, λόγω της αδυναμίας των Εναγόντων να εξεύρουν χρήματα για να πληρώσουν το τίμημα των ακινήτων στη Βουλγαρία. Κατέληξαν τότε σε δύο ανεξάρτητες συμφωνίες. Η μία αφορούσε την αγορά των ακινήτων από τους Εναγόμενους στην Κύπρο, η οποία υλοποιήθηκε με την υπογραφή των αγοραπωλητηρίων εγγράφων (Τεκμήρια 10(α)-(ιδ)) και η άλλη αφορούσε την αγορά από τους Ενάγοντες των ακινήτων στο Obzor και στη Kavarna έναντι του ποσού των €8.788.000, η οποία υλοποιήθηκε με την μεταβίβαση των μετοχών της Corona Arbitrage στην Ενάγουσα 2, από τις Εναγόμενες 5 και
  31. Οι δύο συμφωνίες υποστήριξε δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση και εκτελέστηκαν ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Ο λόγος που υπογράφηκαν οι εγγυήσεις από την Corona Arbitrage ήταν για εξασφάλιση των Εναγομένων, λόγω της ύπαρξης προβλημάτων στα ακίνητα που αγόρασαν οι Εναγόμενοι στην Κύπρο. Τα γραμμάτια, συμπλήρωσε, και οι εγγυήσεις υπογράφηκαν μετά από συμβουλές των δικηγόρων τους γιατί αυτή είναι η πρακτική που ακολουθείται στη Βουλγαρία για συναλλαγές αυτού του είδους. Επί του ιδίου ζητήματος πρόσθεσε ότι μέχρις ότου οι Ενάγοντες εξοφλούσαν τις υποθήκες που υπήρχαν στα ακίνητα που πώλησαν στους Εναγόμενους (ύψους €3.650.000) οι Εναγόμενοι θα είχαν ως εγγύηση τα γραμμάτια και τις εγγυήσεις της Corona Arbitrage. Ερωτηθείς γιατί κινήθηκαν αγωγές στη Βουλγαρία για είσπραξη των γραμματίων μερικές βδομάδες μετά από τις 28.10.2008 που υπογράφηκαν οι συμφωνίες, απάντησε πως οι Ενάγοντες όφειλαν να πληρώσουν και δεν υπήρχε λόγος να περιμένουν. Όσον αφορά τέλος το γεγονός ότι αναγράφεται στα Τεκμήρια 5 και 6 ότι το αντίτιμο των μετοχών πληρώθηκε σε μετρητά, ανέφερε πως αυτή ήταν και πάλι η συμβουλή των δικηγόρων την οποία ακολούθησαν. Πρόσθεσε επί του θέματος αυτού πως οι Ενάγοντες επικαλέστηκαν αυτό το γεγονός στις αγωγές που κίνησαν οι Εναγόμενες 5 και 6 στη Βουλγαρία, υποστηρίζοντας ότι είχαν πληρώσει το αντίτιμο και για το λόγο αυτό απορρίφθηκαν οι αγωγές των Εναγομένων. Όσον αφορά τις υποθήκες επί των ακινήτων στη Βουλγαρία υποστήριξε πως υπήρχε μόνο μία υποθήκη προς όφελος της CIBANK και αυτή ήταν σε γνώση των Εναγόντων. Υποστήριξε επίσης πως δεν είχε προσωπική γνώση, ούτε για τη σύσταση αυτής της υποθήκης, ούτε και για την κατάληξη της, επειδή δεν ήταν διευθυντής ή ιδιοκτήτης της Εναγόμενης 5, αλλά μόνο πληρεξούσιος. Όσον αφορά τις υποθήκες που συστάθηκαν προς όφελος της Bulgarian American Bank ανάφερε πως δεν είναι γνώστης των γεγονότων, επαναλαμβάνοντας πως δεν ήταν ιδιοκτήτης ή διευθυντής των εταιρειών. Δεν απέκλεισε, ωστόσο, το ενδεχόμενο να προέβηκαν σε δανεισμό οι Εναγόμενες 5 και 6, σημειώνοντας πως στη Βουλγαρία είναι σύνηθες να δανείζονται οι Εταιρείες από τις τράπεζες για να προωθούν τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες. Ερωτηθείς κατά πόσο υπέγραψε ως εγγυητής στα ενυπόθηκα αυτά δάνεια, απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να απαντήσει χωρίς να δει τα έγγραφα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ρωτήθηκε κατά πόσο συμμετείχε στη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου στο Obzor για να απαντήσει πως δεν θυμάται. Όπως χαρακτηριστικά ανάφερε, είναι επιχειρηματίας και λαμβάνει μέρος σε πολλούς πλειστηριασμούς και δεν μπορεί να θυμάται την κάθε περίπτωση στην οποία πλειοδότησε. Ερωτήθηκε περαιτέρω για το Τεκμήριο 57 το οποίο, όπως του υποβλήθηκε, είναι το έγγραφο με το οποίο εξαπατήθηκαν οι Ενάγοντες. Απάντησε πως δεν έχει σχέση με το συγκεκριμένο έγγραφο και αρνήθηκε ότι το χρησιμοποίησε με οποιοδήποτε τρόπο στην υπόθεση ή ότι το υπέδειξε κατά τη συνάντηση που έλαβε χώρα την ημέρα που υπογράφηκαν τα Τεκμήρια 5 και
  32. Σε σχέση με την διεύθυνση Tzoumerna 36 στη Σόφια υποστήριξε, αρχικά, πως δεν την είχε υπόψη του και ότι δεν θυμόταν εάν σχετίζεται με τον ίδιο ή με τις εταιρείες του. Όταν στη συνέχεια του υποδείχθηκε πως επρόκειτο για τη διεύθυνση που είχε δηλώσει ο ίδιος καθώς και οι Εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες, ανάφερε πως ήταν απλά η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου των εταιρειών αλλά δεν κατοικούσε εκεί. Του υποδείχθηκε πως την ίδια διεύθυνση χρησιμοποιούσε και η Εναγόμενη 10, η οποία ήταν υπάλληλος του. Απάντησε πως η Εναγόμενη 10 είναι λογίστρια και δεν είχε οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση μαζί της. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του μάρτυρα, κατέλαβε η κατ' ισχυρισμόν θέση του πως κατέβαλε σε μετρητά και μέσω εμβασμάτων στην Ενάγουσα 1, το συνολικό ποσό των €7.650.
  33. Επανέλαβε την αρχική του θέση πως πλήρωσε τους Ενάγοντες αυτά τα ποσά, τα οποία, όπως υποστήριξε, δανείστηκε από τράπεζες και από φίλους του. Επικαλέστηκε για το σκοπό αυτό τις αποδείξεις τις οποίες εξέδωσε η Ενάγουσα 1 (Τεκμήρια 41-44). Όσον αφορά την κατοικία στην Kavarna, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης, επανέλαβε τη θέση πως η κατοικία που πωλήθηκε στην Ενάγουσα δεν έχει αποξενωθεί και ήταν πάντοτε έτοιμοι οι Εναγόμενοι να την μεταβιβάσουν στην Ενάγουσα. Η διαφοροποίηση ως προς τον αριθμό μπορεί να οφείλεται σε διάφορους λόγους τους οποίους απέδωσε σε αλλαγές στα κτηματολογικά μητρώα. Σε κάθε περίπτωση, επανέλαβε την θέση πως οι Ενάγοντες κλήθηκαν από τους Εναγόμενους να μεταβούν στη Βουλγαρία για να τους μεταβιβαστεί η κατοικία αλλά δεν προσήλθαν. Όσον αφορά τις ακυρωτικές συμφωνίες, του υποβλήθηκε πως ήταν και αυτή μια επιτήδεια ενέργεια του, προκειμένου να ξεγελάσει τους Ενάγοντες και ότι με αυτή τη μέθοδο κατόρθωσε να αποσπάσει τα χρήματα από τις τράπεζες και να τα μεταφέρει σε λογαριασμούς των εταιρειών του. Απάντησε πως όλα έγιναν νόμιμα και ακολουθήθηκε η νομοθεσία για αγοραπωλησίες στην Κύπρο με βάση την καθοδήγηση των δικηγόρων και από τις δύο πλευρές. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 15 και 16 ανάφερε πως δεν τους εκπροσωπεί και ότι οι ίδιοι εξόφλησαν την αξία των διαμερισμάτων που αγόρασαν, μέσω δανείων και ο ίδιος δεν επωφελήθηκε οποιοδήποτε ποσό. Η Μ.Υ.2 ανάφερε πως ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου στη Βουλγαρία από το έτος
  34. Της ανατέθηκε, είπε, από τον Εναγόμενο 1 να δώσει νομική γνωμάτευση για τις υποθέσεις που καταχωρίστηκαν στη Βουλγαρία και σχετίζοναι με τις διαφορές των διαδίκων. Στη γραπτή κατάθεση της (Έγγραφο Δ) κάνει αναφορά στις συμφωνίες των μερών (Τεκμήρια 2-6) παραθέτοντας την εκδοχή του Εναγόμενου
  35. Στη συνέχεια αναφέρεται στις δύο αγωγές που καταχώρισαν οι Εναγόμενες 5 και 6 εναντίον της Ενάγουσας την οποία, όπως αναφέρει, υπερασπίστηκε ο Μ.Ε.2 (Julian Slassov). Υποδεικνύει ότι στην υπεράσπιση που καταχώρισε η Ενάγουσα 2 (Τεκμήριο 78) ισχυρίστηκε πως η παρούσα αγωγή ήταν άσχετη με τα γεγονότα της υπόθεσης εκείνης και πρόβαλε ως υπεράσπιση το γεγονός ότι οι πωληθείσες περιουσίες στη Βουλγαρία ήταν δεσμευμένες με υποθήκες, γεγονός που προκάλεσε πραγματικές ζημιές στην Ενάγουσα
  36. Οι αγωγές των Εναγομένων 5 και 6 απορρίφθηκαν. Η Εναγόμενη 5 καταχώρισε έφεση ενώ η Εναγόμενη 6 οδηγήθηκε σε εκκαθάριση και δεν εφεσίβαλε την απόφαση. Στην έφεση που καταχώρισε η Εναγόμενη 5, η Ενάγουσα 2 πρόβαλε την ίδια υπεράσπιση και η έφεση τελικώς απορρίφθηκε. Οι υπό αναφοράν αποφάσεις των Βουλγαρικών Δικαστηρίων, επισημαίνει, έχουν καταστεί τελεσίδικες. Στη συνέχεια αναφέρει ότι έχει προβεί πρόσφατα σε έρευνα στο εμπορικό μητρώο του Εφόρου Εταιρειών στη Βουλγαρία για την Corona Arbitrage και διαπίστωσε ότι τα ακίνητα στο Obzor εξακολουθούν μέχρι σήμερα να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της. Αντίγραφο του πιστοποιητικού έρευνας κατατέθηκε με τη δήλωση της ως Τεκμήριο 84(α) και η Αγγλική μετάφραση ως Τεκμήριο 84(β). Από την έρευνα προέκυψε επίσης ότι ο Χρ. Καραολής είναι ακόμη διευθυντής και η Ενάγουσα 2 ο μοναδικός της μέτοχος. Όσον αφορά την περιουσία στο Δήμο Nessebar, υποστήριξε, ότι με βάση τα Τεκμήρια 79 και 80, τα ακίνητα ανήκουν στο Δήμο του Nessebar, παραπέμποντας στο Βουλγαρικό Νόμο που διέπει τα δικαιώματα των Δήμων στα ακίνητα που βρίσκονται υπό ιδιοκτησία των Δήμων. Όπως εξηγεί, το ακίνητο ανήκει στο Δήμο αλλά τα κτίρια που είναι κτισμένα επί των ακινήτων ανήκουν στις Εναγόμενες 5 και
  37. Στην αντεξέταση της υποβλήθηκε πως δεν παρουσιάζεται στο Τεκμήριο 84 (πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών) το μέρος του ακινήτου που είχε μεταβιβαστεί στην Corona Arbitrage από την Corona Tours, με βάση το Τεκμήριο
  38. Απάντησε πως δεν γνωρίζει ποια ακίνητα ήταν εγγεγραμμένα επ' ονόματι της εταιρείας πριν. Της υποβλήθηκε, περαιτέρω, πως η αρμόδια αρχή η οποία μπορεί να βεβαιώσει τους ιδιοκτήτες ακινήτων, είναι το Κτηματολόγιο και όχι το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Απάντησε πως όταν η έρευνα αφορά εταιρεία, μπορεί να γίνει στον Έφορο Εταιρειών. Εάν αφορά πρόσωπο τότε θα αποταθεί στο Κτηματολόγιο. Απαντώντας σε περαιτέρω ερωτήσεις, επί του ιδίου θέματος, ανέφερε πως οι υπηρεσίες του Εφόρου Εταιρειών και του Κτηματολογίου είναι συνδεδεμένες ηλεκτρονικά και υπάρχει αυτόματη ενημέρωση. Υποστήριξε, περαιτέρω, πως είναι πιο εύκολο να διενεργηθεί έρευνα στον Έφορο Εταιρειών, όπου παρουσιάζονται απλά οι πληροφορίες, παρά στο Κτηματολόγιο όπου η διαδικασία είναι πολύπλοκη, λόγω των πολλών πληροφοριών που περιέχονται στα σχετικά μητρώα. Της ζητήθηκε να σχολιάσει τις σχετικές καταχωρίσεις στο Τεκμήριο 53, όπου αναφέρεται ότι τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν. Απάντησε πως φαίνεται να έγινε κάποια μεταβίβαση πριν από 3 χρόνια, αλλά δεν μπορείς να γνωρίζεις τι έγινε μετά. Υπόδειξε επίσης ότι το έγγραφο δεν έχει επίσημη σφραγίδα. Όσον αφορά το ακίνητο που σχετίζεται με τη συμφωνία διαμεσολάβησης, υποστήριξε πως είναι ιδιοκτησία του Δήμου του Nessebar, όπως βεβαιώνεται στα Τεκμήρια 79 και
  39. Εξήγησε επί του προκειμένου τη διαδικασία που ακολουθείται στη Βουλγαρία για να αποκτηθεί από ιδιώτες περιουσία που ανήκει στους Δήμους και στο κράτος. Για τα συγκεκριμένα ακίνητα, δεν υπήρξε ενδιαφέρον από κάποιο ιδιώτη γι' αυτό και εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Δήμου. Σχολιάζοντας το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 60, υποστήριξε πως εκδόθηκε κατόπιν κάποιας αίτησης που υποβλήθηκε στο Δήμο και βεβαιώνει ότι δεν έγινε δημοπρασία. Δεν σημαίνει όμως, ότι το ακίνητο δεν είναι ιδιοκτησία του Δήμου. Τέλος, για τους Εναγόμενους κατέθεσε η πρώην υπάλληλος των Εναγόντων Έλενα-Ivanova Γεωργίου (Μ.Υ.3). Όπως ανάφερε κατάγεται από τη Βουλγαρία και βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 23 χρόνια. Εργάστηκε στην Ενάγουσα 1 την περίοδο 1.8.2007 μέχρι 31.7.2009 και ασκούσε καθήκοντα κλητήρα και τηλεφωνήτριας. Είχε, είπε, εμπλοκή με την παρούσα υπόθεση, ασκώντας καθήκοντα μεταφράστριας. Της είχε, επίσης, ανατεθεί από τον Χρ. Καραολή να εξεύρει παραθαλάσσια περιουσία στη Βουλγαρία για σκοπούς επένδυσης. Χρέη μεταφράστριας, ανέφερε, εκτέλεσε και κατά το Φεβρουάριο του έτους 2008, όταν είχε μεταβεί με τον κ. Χρ. Καραολή στη Βουλγαρία για σκοπούς αγοράς άλλων ακινήτων. Στα πλαίσια της ανάθεσης της από τον Χρ. Καραολή για εξεύρεση παραθαλάσσιας περιουσίας στη Βουλγαρία, εντόπισε από το διαδίκτυο τον Εναγόμενο 11 και είχαν τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, τόσο η ίδια, όσο και ο Χρ. Καραολής, μέσω αυτής. Μετά από σχετική συνεννόηση, μετέβη με τον Χρ. Καραολή στη Βουλγαρία, όπου συναντήθηκαν με τον Εναγόμενο 11 και υπέδειξε στον Χρ. Καραολή το ακίνητο στο Obzor. Τον Ιούλιο, συνέχισε, της τηλεφώνησε ο Εναγόμενος 11 και της ανέφερε ότι βρισκόταν στην Κύπρο ο Εναγόμενος 1, που ήταν ιδιοκτήτης του ακινήτου και της έδωσε το τηλέφωνο του. Μίλησε μαζί του αλλά έδειξε απροθυμία να συναντηθεί με τον Χρ. Καραολη. Πείσθηκε όμως και πήγε στο γραφείο τους, όπου είχε συνάντηση με τον Χρ. Καραολή, στην παρουσία της. Κατά τη συζήτηση, πρόσθεσε, ο Καραολής δεν αποκάλυψε στον Εναγόμενο 1 ότι είχε δει το ακίνητο και ο τελευταίος του πρότεινε, εάν ενδιαφερόταν, να μετέβαιναν στη Βουλγαρία για να δει το ακίνητο. Στη συζήτηση, ανάφερε, δεν μίλησαν για ανταλλαγή ακινήτων αλλα΄μίλησαν για πληρωμή σε μετρητά. Στη συνέχεια οδήγησαν τον Εναγόμενο 1 στον Άγιο Τύχωνα και στην Αγία Φύλα και του έδειξαν ακίνητα της εταιρείας. Μετά από 2-3 μέρες, της ζήτησε ο Καραολής να επικοινωνήσει ξανά με τον Εναγόμενο 1 και να του ζητήσει να τον συνοδεύσει στη Βουλγαρία, πράγμα που έπραξε. Πήγαν, είπε, μαζί με τον Εναγόμενο 1 στη Βουλγαρία και επισκέφθηκαν το ακίνητο. Έκαναν χειραψία και συμφώνησαν για το ποσό των €8.5 εκ. χωρίς να μιλήσουν για ανταλλαγή κτημάτων. Μετά, όμως, που αναχώρησε ο Εναγόμενος 1, της είπε ότι τα μισά θα του τα έδινε σε κτήματα στην Κύπρο. Στη συνέχεια της γραπτής δήλωσης της (Έγγραφο Ε) αναφέρει πως κατά τη συνάντηση ο Εναγόμενος 1, ζήτησε από τον Καραολή να πληρώσει €100.000 προκαταβολή μέσα σε 7 ημέρες. Ακολούθως αναφέρει, με οδηγίες του Καραολή, κάλεσε τον Εναγόμενο 1 να έρθει στην Κύπρο για να υπογράψουν προσύμφωνο και να του πληρώσει την προκαταβολή, όπως και έγινε. Οι συμφωνίες, ετοιμάστηκαν από την δικηγόρο Φ. Σωφρονίου. Τον Αύγουστο, αναφέρει εν συνεχεία, ο Εναγόμενος 1 επισκέφθηκε εκ νέου την Κύπρο συνοδευόμενος από την αδελφή του (Εναγόμενη 2) και τον σύζυγο της και υπόγραψαν αγοραπωλητήρια για τα ακίνήτα της Κύπρου. Περί το τέλος Οκτωβρίου πήγε ξανά με τον Καραολή και τον υιό του (Ενάγοντα 4) στη Βουλγαρία όπου έγινε συνάντηση στην οποία ήταν παρούσα και η δικηγόρος του κ. Καραολή Εναγόμενη
  40. Συμφωνήθηκε, είπε, να μεταβιβαστούν μετοχές για να «γλυτώσει» ο Καραολής μεταβιβαστικά. Η πρόταση έγινε από τον Καραολή και τους συμβούλους του. Θυμάται, ανάφερε, ότι η Εναγόμενη 12 είπε στον Καραολή ότι υπήρχε υποθήκη προς όφελος της CIBANK. Θυμάται, επίσης, ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούσαν εξασφαλίσεις πριν από την υπογραφή των εγγράφων και για τούτο υπογράφηκαν τα γραμμάτια πριν από την μεταβίβαση των μετοχών. Μετάφρασε τα γραμμάτια στον Καραολή και αφού συμφώνησε και έδωσε τη συγκατάθεση του, τα υπέγραψε η Εναγόμενη
  41. Την 31.7.2009, κατέληξε, πήγε στο Κτηματολόγιο με τους Εναγόμενους 1 και 2 όπου ο Εναγόμενος 1 έδωσε στον Καραολή το ποσό των €900.
  42. Όταν επέστρεψε στο γραφείο ο Καραολής της έδωσε επιστολή απόλυσης. Ρωτήθηκε στην αντεξέταση τι ακριβώς έγινε στο Κτηματολόγιο στις 31.7.2009 και ειδικότερα σε σχέση με την πληρωμή από τον Εναγόμενο 1 του ποσού των €900.000, που αναφέρει στη γραπτή της κατάθεση. Απάντησε πως δεν δόθηκε οποιοδήποτε ποσό στη παρουσία της, αλλά της είπαν οι εναγόμενοι 1 και 2 ότι θα έπρεπε να υπογράψει ο Εναγόμενος 1 για να πληρωθεί το ποσό αυτό στην Ενάγουσα από την Τράπεζα. Στη συνέχεια της αντεξέτασης, ο συνήγορος της υπόβαλε ότι στις 31.7.2009 δεν εργαζόταν στην Ενάγουσα 1, καθότι είχε απολυθεί προγενέστερα, όπως επιμαρτυρείται από σχετική επιστολή, ημερ. 30.7.2009, (Τεκμήριο 87), την οποία απέστειλε ο δικηγόρος της. Απάντησε πως δεν είχε διορίσει το συγκεκριμένο δικηγόρο (Ηρ. Δημοσθένους) για το θέμα της απόλυσης της και ότι η επιστολή αφορούσε άλλο ζήτημα. Όπως ανέφερε, είχε πληρεξούσιο από την εταιρεία του Εναγόμενου 11, να διορίσει δικηγόρο για να διεκδικήσει την αμοιβή του από την Ενάγουσα
  43. Για τα διαμειφθέντα στη Βουλγαρία, αρνήθηκε τις υποβολές των συνηγόρων των Εναγόντων, εμμένοντας στο περιεχόμενο της γραπτής της δήλωσης. ΠΑΡΑΔΕΚΤΑ - ΑΔΙΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ Από την παράθεση της μαρτυρίας, προκύπτει ότι κάποια σημαντικά γεγονότα δεν τελούν υπό αμφισβήτηση. Η παράθεση τους θα βοηθήσει τόσο την αξιολόγηση όσο και τον περιορισμό των αμφισβητούμενων θεμάτων. Έχουν ως ακολούθως: Α) Είναι παραδεκτό ότι μετά από συναντήσεις και συζητήσεις που έλαβαν χώρα σε Κύπρο και Βουλγαρία, μεταξύ του Χρ. Καραολή και των Εναγομένων 1 και 2, συμφωνήθηκε όπως: Ι) Οι Ενάγοντες αγοράσουν τα επίδικα ακίνητα στη Βουλγαρία (στις πόλεις Obzor και Kavarna) έναντι του ποσού των €8.788.
  44. Ειδικότερα, η τιμή του ακινήτου στο Obzor συμφωνήθηκε στο ποσό των €8.5εκ. και η τιμή της κατοικίας στην Kavarna €288.
  45. Ιδιοκτήτριες του ακινήτου στο Obzor ήταν οι Εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες. Προς το σκοπό απόκτησης των ακινήτων στη Βουλγαρία οι Ενάγοντες συνέστησαν την Εναγόμενη 2 εταιρεία στη Βουλγαρία. ΙΙ) Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 αγοράσουν από την Ενάγουσα 1 ακίνητα στην Κύπρο συνολικής αξίας €10.370.
  46. Β) Προς υλοποίηση του πρώτου σκέλους της πιο πάνω συμφωνίας (ΑΙ ανωτέρω) υπεγράφησαν τα Τεκμήρια 2, 3 και
  47. Με το Τεκμήριο 2, η Εναγόμενη 5 συμφώνησε να πωλήσει στην Ενάγουσα 2 το ένα μέρος του ακινήτου στο Obzor,έναντι του τιμήματος των €6 εκ., ενώ με το Τεκμήριο 3, η Εναγόμενη 6, συμφώνησε να πωλήσει στην Ενάγουσα 2, το υπόλοιπο μέρος του ακινήτου στο Obzor, έναντι του τιμήματος των €2,5 εκ. Με το Τεκμήριο 4, η Ενάγουσα 2, συμφώνησε να ενοικιάσει στην Εναγόμενη 6 το ακίνητο στο Obzor, για χρονική περίοδο 3 ετών, έναντι ετησίου ενοικίου €600.
  48. Οι πιο πάνω συμφωνίες (προσύμφωνα) υπογράφηκαν από τον Χρ. Καραολή, διευθυντή της Ενάγουσας 2, ενώ διά λογαριασμό των Εναγόμενων 5 και 6 υπόγραψε ο Εναγόμενος 1, υπό την ιδιότητα του πληρεξουσίου αντιπροσώπου τους. Οι πιο πάνω συμφωνίες φέρουν, αρχική ημερομηνία 31.7.2008 η οποία έχει διαγραφεί και αναγράφεται χειρόγραφα η ημερομηνία 16.9.
  49. Υπήρξε, φαινομενικά τουλάχιστον, διαφωνία ως προς την ακριβή ημερομηνία κατάρτισης των Τεκμηρίων 2, 3 και
  50. Για το ζήτημα αυτό το Δικαστήριο θα επανέλθει, μετά από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Γ) Για λόγους που δεν είναι παραδεκτοί, οι διάδικοι αποφάσισαν όπως τα ακίνητα στο Obzor αποκτηθούν από την Ενάγουσα 2, μέσω μιας τρίτης Βουλγάρικης εταιρείας και για το σκοπό αυτό συστάθηκε η εταιρεία Corona Arbitrage. Οι μετοχές της υπό αναφοράν εταιρείας κατέχοντο από τις Εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες και διευθυντής της διορίστηκε η Εναγόμενη
  51. Στις 27.10.2008, οι Εναγόμενες 5 και 6 μεταβίβασαν στην Ενάγουσα 2 τις μετοχές που κατείχαν στην Corona Arbitrage, με τις συμφωνίες Τεκμήρια 5 και 6, αντίστοιχα. Τα Τεκμήρια 5 και 6 υπογράφονται από την Εναγόμενη 2, εκ μέρους των Εναγομένων 5 και 6 και από τον Χρ. Καραολή, εκ μέρους της Ενάγουσας
  52. Αμέσως μετά την απόκτηση των μετοχών της Corona Arbitrage από την Ενάγουσα 2, διορίστηκε διευθυντής της (Corona-Arbitrage), ο Χρ. Καραολής, σε αντικατάσταση της Εναγόμενης
  53. Σημειώνεται ότι στα Τεκμήρια 5 και 6 αναγράφεται ότι η Ενάγουσα κατέβαλε στις Εναγόμενες 5 και 6 το συνολικό ποσό των €8,5 εκ. (σε Βουλγαρικό νόμισμα) ως την αξία των μετοχών που απέκτησαν. Είναι όμως αποδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι στην πραγματικότητα δεν πληρώθηκε το υπό αναφοράν ή οποιοδήποτε ποσό σε μετρητά από την Ενάγουσα 2 προς τις Εναγόμενες 5 και
  54. Δ) Οι Ενάγοντες κατέβαλαν στον Εναγόμενο 1, έναντι της αγοράς του ακινήτου στο Obzor, το συνολικό ποσό των €1.100.000, ήτοι ποσό €100.000 στις 31.7.2008 (βλ. Τεκμήριο 1) και ποσό €1 εκ. στις 22.10.2008, με την επιταγή Τεκμήριο
  55. Ε) Προς υλοποίηση της συμφωνίας για πώληση ακινήτων από την Ενάγουσα 1 στους Εναγόμενους 1, 2 και 4, υπογράφηκαν, κατά την περίοδο Ιουλίου-Οκτωβρίου 2008, 14 αγροαπωλητήρια έγγραφα μεταξύ της Ενάγουσας 1 και των Εναγομένων 1, 2 και 4 (Τεκμ. 10(α)-10(ιδ), με τα οποία η Ενάγουσα 1, συμφώνησε να πωλήσει στους Εναγόμενους, δεκατρία
(13)διαμερίσματα και μία κατοικία στα υπό ανέγερση συγκροτήματα "Gardenia Residence", "Creen Hills Mansions", "Elena Beach Appartments" και "Omelka Court". Το συνολικό τίμημα των ανωτέρω ακινήτων, με βάση τα Τεκμήρια 10(α)-10(ιδ) ανωτέρω, ανέρχεται στο ποσό των €9.432.
  1. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως δεν υπάρχει ουσιαστική διάσταση ως προς τη συνολική τιμή πώλησης των ακινήτων στην Κύπρο. Η αναφορά στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι η πραγματική ή η αγοραία αξία τους ήταν μεγαλύτερη (€10.370.000) δεν υποστηρίχθηκε από οποιαδήποτε μαρτυρία. Από την άλλη, το παράπονο του Μ.Υ.1 ότι αξία τους ήταν χαμηλότερη δεν τεκμηριώθηκε με μαρτυρία. Υποδεικνύεται πως τα αγοραπωλητήρια έγγραφα σε σχέση με τέσσερα διαμερίσματα (βλ. Τεκμήρια 10(ι), 10(ια), 10(ιβ) και 10(ιδ) ακυρώθηκαν και υπογράφηκαν νέα αγοραπωλητήρια μεταξύ της Ενάγουσας 1, και των Εναγόμενων 1, 2,15 και 16, με τους ίδιους όρους (βλ. Τεκμήρια 13-19). ΣΤ) Μετά από διαμεσολάβηση των Εναγόντων παραχωρήθηκαν τραπεζικές διευκολύνσεις στους Εναγόμενους 1, 2, 4, 15 και 16 ως ακολούθως: α) Από την Εθνική Τράπεζα στην Εναγόμενη 4 για το συνολικό ποσό των €2.490.000 (Τεκμήριο 65). Εξ' αυτών, εκταμιεύθηκε το συνολικό ποσό των €1.550.000, το οποίο μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Ενάγουσας 1, ως ήταν η διευθέτηση των διαδίκων. Η Εναγόμενη 4 δεν αποπλήρωσε τα δάνεια που της παραχωρήθηκαν και η Εθνική Τράπεζα κινήθηκε δικαστικά, τόσο εναντίον της Εναγόμενης 4 όσο και εναντίον της Ενάγουσας 1 και των Εναγόμενων 1 και 2, ως εγγυητών, διεκδικώντας τα οφειλόμενα υπόλοιπα. Οι αγωγές εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σημειώνεται ότι πέραν από την εταιρική της εγγύηση, η Ενάγουσα 1 παραχώρησε και ενυπόθηκες εξασφαλίσεις. β) Από την Τράπεζα Κύπρου στον Εναγόμενο 1 για το ποσό των €750.000, το οποίο εκταμιεύθηκε και μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  2. γ) Από την Τράπεζα Κύπρου στην Εναγόμενη 2 για ποσό €189.000 το οποίο επίσης εκταμιεύθηκε και μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  3. δ) Στον Εναγόμενο 15 για το ποσό των €500.000 το οποίο εκταμιεύθηκε και μεταφέρθηκε σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  4. ε) Στον Εναγόμενο 16 για το ποσό των €580.000 το οποίο επίσης κατέληξε σε λογαριασμό της Εναγόμενης
  5. Σημειώνεται πως για τα πιο πάνω δάνεια εκκρεμούν αγωγές τόσο εναντίον των Πρωτοφειλετών όσο και εναντίον της Ενάγουσας 1, ως εγγύτριας. Ζ) Τα ακίνητα, επί των οποίων έχουν αναγερθεί τα διαμερίσματα και η κατοικία, που πωλήθηκαν από την Ενάγουσα 1 στους Εναγόμενους 1, 2, 4, 15 και 16 -ως ανωτέρω-, εβαρύνοντο με υποθήκες πέραν των €3,5 εκ., προς όφελος της Εθνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Έχω εξετάσει με τη δέουσα προσοχή τη μαρτυρία, έχοντας κατά νου τη φύση της όλης συναλλαγής των διαδίκων και το περιεχόμενο των συμφωνιών που έχουν κατατεθεί ως Τεκμήρια. Αρχίζοντας από το Μ.Ε.1, θα πρέπει αρχικά να σημειωθεί ότι η μαρτυρία του επί των γεγονότων που έλαβαν χώρα στη Βουλγαρία είναι εξ' ακοής. Συνεκτιμάται, περαιτέρω, το γεγονός πως για λόγους που δεν διευκρινίστηκαν, οι Ενάγοντες επέλεξαν να στηριχθούν στη μαρτυρία του Μ.Ε.1 για τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Βουλγαρία, και δεν κάλεσαν ως μάρτυρα τον πατέρα του (Χριστόδουλο Καραολή) ο οποίος είχε προσωπική ανάμειξη και τον πρωτεύοντα ρόλο στις συζητήσεις που είχαν οι Ενάγοντες με τους Μ.Ε.1 και
  6. Παρά την πιο πάνω εγγενή αδυναμία, ο Μ.Ε.1, έδωσε την εικόνα ειλικρινούς μάρτυρα. Η μαρτυρία του όσον αφορά τα γεγονότα που περιήλθαν στη δική του αντίληψη, ελέγχεται ως ορθή και αληθινή. Ειδικότερα: α) Ως προς τη φύση και το περιεχόμενο της όλης συναλλαγής των Εναγόντων με τους Εναγόμενους 1-6, η μαρτυρία του κρίνεται απόλυτα πειστική. Υποδεικνύεται πως η όλη υπόθεση άρχισε από το ενδιαφέρον της Ενάγουσας 1 να επενδύσει σε ακίνητα στη Βουλγαρία. Το γεγονός ότι, κατά τις διαπραγματεύσεις, εκδηλώθηκε και από τον Εναγόμενο 1 ενδιαφέρον να επενδύσει σε ακίνητα στην Κύπρο, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους. Έγινε επίσης αποδεκτό από τον Εναγόμενο 1, ότι συμφωνήθηκε, σε πρώτο στάδιο τουλάχιστον, ότι μέρος από την αντιπαροχή των ακινήτων που θα αγόραζε η Ενάγουσα 1 στη Βουλγαρία, θα πληρωνόταν μέσω της αξίας των ακινήτων που θα αγόραζε ο Εναγόμενος 1 στην Κύπρο. Με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη αποτυχία της Ενάγουσας να εξασφαλίσει δάνειο από Τράπεζα της Βουλγαρίας, κρίνεται απόλυτα λογική και πειστική η μαρτυρία του, ως προς την τελική συμφωνία των διαδίκων. Ότι δηλαδή, στην ουσία, η Ενάγουσα 1 θα αποκτούσε τα ακίνητα στη Βουλγαρία, μέσω της Ενάγουσας 2 (Βουλγαρικής Εταιρείας), με ανταλλαγή ακινήτων που θα πωλούσαν στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 στην Κύπρο. Η υπό αναφοράν εκδοχή του ενισχύεται και από το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Ενάγουσα 2, δεν κατέβαλε το ποσό των €8,5 εκ. σε μετρητά, όπως αναφέρεται στις συμφωνίες μεταβίβασης μετοχών (Τεκμήρια 5 και 6). Τούτο, διότι η αξία των ακινήτων που συμφώνησε να αγοράσει η Ενάγουσα 2 από τις Εναγόμενες 5 και 6, θα εξοφλείτο από την αξία των ακινήτων που θα πωλούσε η Ενάγουσα 1 στην Κύπρο, όπως είχε συμφωνηθεί από τους διαδίκους. (β) Πειστική κρίνεται και η μαρτυρία του όσον αφορά την εκδοχή των Εναγόντων ότι ο Εναγόμενος 1 δεν πλήρωσε σε μετρητά το ποσό των €6.2 εκ., ως ο ισχυρισμός του. Αποδέχομαι, συνεπώς, τη μαρτυρία και τις εξηγήσεις που έδωσε για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν οι αποδείξεις Τεκμήρια 41, 42, 43, και
  7. Η θέση του πως επρόκειτο για «λογιστικές πράξεις» και ότι στην ουσία ανταλλάγησαν αποδείξεις, στα πλαίσια της συμφωνίας τους για «ανταλλαγή» των ακινήτων που αγόρασαν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 στην Κύπρο, με τα ακίνητα που αγόρασε η Ενάγουσα από τις Εναγόμενες 5 και 6 στη Βουλγαρία, γίνεται αποδεκτή. (γ) Αναφορικά με το ακριβές ποσό που εισέπραξε η Ενάγουσα 1 από την Εθνική Τράπεζα, μέσω των δανείων της Εναγόμενης 4, διεφάνη από τη μαρτυρία πως ήταν €1.550.000 και όχι €1.450.000, όπως υποστήριξε στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.
  8. Δεν διέκρινα, όμως, προσπάθεια του Μ.Ε.1 να παραπλανήσει με τη μαρτυρία του το Δικαστήριο ως προς το ζήτημα αυτό. Δέχθηκε πως η Ενάγουσα 1, εισέπραξε μέσω εμβασμάτων, από την Εθνική Τράπεζα διάφορα ποσά, ως ήταν η διευθέτηση των διαδίκων. Η πληρωμή, δηλαδή από τους Εναγόμενους 1, 2 και 4 της διαφοράς της αξίας των ακινήτων που πώλησαν στην Ενάγουσα 2 στη Βουλγαρία από την αξία των ακινήτων που θα αγόραζαν στην Κύπρο από την Ενάγουσα 1, πλέον το ποσό των €1.100.000 που καταβλήθηκε στον Εναγόμενο
  9. Η μαρτυρία του κρίνεται ορθή και ως προς τη πτυχή αυτή. Οι Εναγόμενοι 1 και 4, συνήψαν τα δάνεια για να καταβληθεί στην Ενάγουσα 1 το υπόλοιπο από την όλη συναλλαγή, ως ανωτέρω. Το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 εγγυήθηκε τα υπό αναφοράν δάνεια των Εναγομένων, ενισχύει την εκδοχή των Εναγόντων και την αναφερθείσα μαρτυρία του Μ.Ε.1, επί του προκειμένου ζητήματος. Σε σχέση με το ακριβές ποσό που εισπράχθηκε, σχετικά είναι τα Τεκμήρια 45-48, τα οποία κατέθεσε ο Μ.Υ.
  10. Σημειώνεται ότι ο Μ.Ε.1, αποδέχθηκε ότι τα ποσά που αναφέρονται στα υπό αναφοράν εμβάσματα κατέληξαν στην Ενάγουσα
  11. (δ) Αληθής κρίνεται και η μαρτυρία του όσον αφορά την τύχη των ακινήτων που συμφώνησαν να αγοράσουν από τον Εναγόμενο 1, μέσω των Εναγομένων 5 και 6 εταιρειών στη Βουλγαρία. Προκύπτει από το σύνολο της μαρτυρίας, ότι τα ακίνητα στο Οbzor ήταν υποθηκευμένα προς όφελος των Βουλγαρικών Τραπεζών CIBANK και Bulgarian American Credit Bank. H ύπαρξη, εξάλλου, της υποθήκης προς όφελος της CIBANK, αναφέρεται και στο προσύμφωνο Τεκμήριο
  12. Με την υποχρέωση, ασφαλώς, της Εναγόμενης 6 να εξοφλήσει το δάνειο προς τη CIBANK και να διαγράψει την υποθήκη (βλ. όρο 4
(1)του Τεκμηρίου 3). Οι υποθήκες προς όφελος της Bulgarian American Bank, δεν αποκαλύφθηκαν, όπως εύλογα συνάγεται από τα γεγονότα και τη μαρτυρία που κατατέθηκε. Υποδεικνύεται συναφώς πως δεν γίνεται αναφορά στο προσύμφωνο για την ύπαρξη των υποθηκών αυτών. Το γεγονός ότι υπήρχαν οι υποθήκες, κατά το χρόνο υπογραφής των προσυμφώνων, έχει καταδειχθεί από τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, όπως υποδεικνύεται στη συνέχεια. Όπως επίσης και το γεγονός ότι δεν έχουν εξοφληθεί τα δάνεια από τις Εναγόμενες 5 και 6, με κατάληξη την εκποίηση των επίδικων ακινήτων και την απώλεια της περιουσίας που αποκτήθηκε από την Ενάγουσα 2, στο Obzor. (ε) Όσον αφορά τις υποθήκες που υπήρχαν στα ακίνητα που πώλησε στους Εναγόμενους η Ενάγουσα 1 στην Κύπρο, ο Μ.Ε.1 έδωσε σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε εμπόδιο για την απαλλαγή των ακινήτων από τις υποθήκες, επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία των Μ.Ε.3 και
  1. (στ) Πειστική κρίνεται, τέλος, και η μαρτυρία του σε σχέση με τις καθυστερήσεις εκ μέρους των Εναγομένων στην αποπληρωμή των δανείων, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την παράλειψη τους να συμμορφωθούν με τις υποχρεώσεις τους για αποπληρωμή του υπολοίπου, ως η συμφωνία με την Ενάγουσα
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η μαρτυρία του Μ.Ε.1, ως προς τα πιο πάνω ζητήματα γίνεται αποδεκτή, με εξαίρεση ως προς το ακριβές ποσό που εισέπραξε η Ενάγουσα 1, μέσω των δανείων των Εναγομένων, όπως επεξηγήθηκε πιο πριν. Θα πρέπει ωστόσο να σημειωθεί η αδυναμία του να δώσει εξήγηση για τη διαγραφή της ημερομηνίας 31.7.2008, που αναγράφεται στις προκαταρκτικές συμφωνίες Τεκμήρια 2, 3 και
  3. Σημειώνεται ότι υποστήριξε πως οι συμφωνίες καταρτίστηκαν στη Βουλγαρία. Στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση, δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση για τη διαγραφή των ημερομηνιών και την αντικατάσταση τους με την ημερ. 16.9.
  4. Δεν απέκλεισε, ωστόσο, τη θέση που του υποβλήθηκε, ότι οι συμφωνίες έγιναν από το δικηγόρο Φ. Σωφρονίου και υπογράφηκαν στη Λεμεσό, επιμένοντας όμως ότι η ημερομηνία εκτέλεσης τους ήταν η 16.9.
  5. Η μαρτυρία του ως προς αυτή τη πτυχή δεν γίνεται αποδεκτή. Ήταν φανερό πως ο Μ.Ε.1 δεν είχε προσωπική γνώση ως προς το χρόνο και τόπο υπογραφής των Τεκμηρίων 2, 3 και
  6. Θα πρέπει, βέβαια, να υποδειχθεί ότι οι συμφωνίες Τεκμήρια 2, 3 και 4, δεν αμφισβητήθηκαν από την Υπεράσπιση. Υποστήριξαν, απλά, πως καταρτίστηκαν στην Κύπρο στις 31.7.2008 και διορθώθηκε η ημερομηνία τους σε 16.9.2008, επειδή διαπιστώθηκε ότι δεν είχε συσταθεί η Ενάγουσα 2 την ημέρα της υπογραφής της. Ο Μ.Ε.2 έδωσε γενικά θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Τα γεγονότα που παράθεσε υποστηρίζονται σε μεγάλο βαθμό από τα έγγραφα που παρουσίασε. Αρχίζοντας από τα πέντε γραμμάτια (Τεκμήρια 52
(1)-52
(5)), αποδέχομαι ότι τα παρέλαβε από τις διαδικασίες που καταχωρίστηκαν από τον Εναγόμενο 1 εναντίον της Corona Arbitrage στα Βουλγαρικά Δικαστήρια. Το γεγονός ότι δεν ζήτησε να γίνουν πιστά αντίγραφα, δεν αποδυναμώνει τη μαρτυρία του. Έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το λόγο που δεν ζήτησε να γίνουν πιστά αντίγραφα. Δεν αμφισβητήθηκε, εξάλλου, ότι ο Εναγόμενος 1 καταχώρισε αγωγές, δυνάμει των τριών από τα πέντε γραμμάτια. Η μαρτυρία του όσον αφορά την ύπαρξη των τριών υποθηκών επί του ακινήτου στο Obzor, προς όφελος της CIBANK στη Bulgarian American Credit Bank, έχει τεκμηριωθεί πλήρως. Έδωσε επαρκείς εξηγήσεις και αρκετές λεπτομέρειες για τα δάνεια που συνήψαν οι Εναγόμενες 5 και 6 από τις Τράπεζες, στη βάση των οποίων εγγράφηκαν οι υποθήκες. Ορθή κρίνεται και η μαρτυρία του σε σχέση με την κατάληξη των ακινήτων και την αποξένωση τους, όπως επιβεβαιώνεται και από τα αρχεία του Κτηματολογίου (βλ. Τεκμήριο 53). Οι εξηγήσεις που έδωσε ο Μ.Ε.2 για τις καταχωρίσεις που περιέχονται στο Τεκμήριο 53, δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας, ως προς τις ενέργειες των Τραπεζών που οδήγησαν στην εκποίηση των ακινήτων. Όπως εξήγησε και προκύπτει από σχετικές καταχωρίσεις στο Τεκμήριο 53 (τις οποίες σημείωσε με σχετική κυκλική ένδειξη -σημεία 4 και 5-) τα ακίνητα στο Obzor εκποιήθηκαν με δημόσιο πλειστηριασμό. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να αμφισβητήσει τη γνησιότητα του Τεκμηρίου 53, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Ο μάρτυρας εξήγησε με ποιο τρόπο εξασφάλισε το έγγραφο (μέσω διαδικτύου από τα επίσημα αρχεία του Κτηματολογίου) και κατέθεσε τόσο το Βουλγαρικό κείμενο όσο και μετάφραση του στα Αγγλικά. Δεν διατηρεί την παραμικρή αμφιβολία το Δικαστήριο ως προς την ακρίβεια της μαρτυρίας του Μ.Ε.2 και την ορθότητα των καταχωρίσεων που περιέχονται στο Τεκμήριο
  1. Η μαρτυρία του Μ.Ε.2 ελέγχεται ως αληθής και για το πλαστό έγγραφο που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο (Τεκμήριο 57) το οποίο παρουσίαζε ως εξοφλημένες τις υποθήκες. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι διαγράφηκαν οι υποθήκες και δεν παρουσιάζονταν στα Κτηματολογικά αρχεία κατά την περίοδο μεταξύ 18.6.2008 μέχρι 23.3.
  2. Η μαρτυρία του και ως προς αυτό το ζήτημα κρίνεται πειστική και υποστηρίζεται από τα δικαστικά διαβήματα που έλαβε η Τράπεζα για επανεγγραφή των υποθηκών, όπως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια 58 και
  3. Ορθή κρίνεται, τέλος, η μαρτυρία του σε σχέση με το ακίνητο στην Kavarna. Η μαρτυρία του συνάδει με τα Τεκμήρια 55 και 56, από τα οποία προκύπτει ότι το ακίνητο είχε πωληθεί και μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο, προτού πωληθεί από την Εναγόμενη 5 στην Ενάγουσα
  4. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να αμφισβητήσει τη μαρτυρία του, υποδεικνύοντας τυπικά αριθμητικά, δήθεν, λάθη, προσέκρουσε στις αποστομωτικές εξηγήσεις του μάρτυρα ως προς τον τρόπο γραφής των δεκαδικών αριθμών στη Βουλγαρία και δεν άφησαν αμφιβολίες ότι επρόκειτο για το ακίνητο που είχε πωληθεί στην ενάγουσα 2 (το ακίνητο στην Kavarna). Όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου που αφορά τη συμφωνία διαμεσολάβησης (Τεκμήριο 21), η μαρτυρία του περιορίστηκε στην κατάθεση της απάντησης που έλαβε από το Δήμο Nessebar (Τεκμήριο 60). Δεν κατατέθηκε, ωστόσο, αντίγραφο της επιστολής/αίτησης που αποστάληκε ώστε να γνωρίζει το Δικαστήριο τι ακριβώς ζητήθηκε από το Δήμο. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο θεωρεί αχρείαστη την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα αυτό, το οποίο δεν είναι επίδικο. Δεν προβάλλεται οποιαδήποτε αξίωση από τους Ενάγοντες για τις απώλειες ή ζημιές, λόγω του κατ' ισχυρισμόν δόλου ή άλλως πως του Εναγόμενου 1, στη βάση του Τεκμηρίου
  5. Δεν παραγνώρισα βεβαίως, την αρχική απροθυμία του Μ.Ε.2 να αναφερθεί σε λεπτομέρειες των δικαστικών διαδικασιών που χειρίστηκε ενώπιον των Βουλγαρικών Δικαστηρίων, ενεργώντας ως δικηγόρος των Εναγόντων. Επικαλέστηκε προς τούτο το προνόμιο που του παρέχεται, λόγω της εμπιστευτικότητας από τη σχέση του ως δικηγόρου των Εναγόντων-πελατών του-. Κρίνεται ατυχής η αρχική στάση του, η οποία όμως δεν επηρέασε την αξιοπιστία του. Όπως ανέφερε στη συνέχεια της μαρτυρίας του, υπερασπίστηκε την Ενάγουσα 2 στις αγωγές που κίνησαν εναντίον της οι Εναγόμενες 5 και 6, με τις οποίες διεκδίκησαν την αξία των μετοχών της Corona Arbitrage. Καταχώρισε επίσης αιτήσεις και εφέσεις εναντίον των αποφάσεων που εξασφάλισε ο Εναγόμενος 1 εναντίον της Corona Arbitrage, δυνάμει των εγγυήσεων της επί των γραμματίων. Όπως εξήγησε, οι προσπάθειες για ακύρωση των αποφάσεων απέτυχαν, λόγω παρέλευσης των προθεσμιών. Απορρίφθηκαν επίσης και οι αγωγές των Εναγομένων 5 και 6 εναντίον της ενάγουσας
  6. Για όλους του πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ως ορθή στο σύνολο της. Οι Μ.Ε.3 και 4 κρίνονται αντικειμενικοί και αμερόληπτοι μάρτυρες. Ο Μ.Ε.3 έδωσε με προθυμία όλες τις διευκρινίσεις που ζητήθηκαν από την υπεράσπιση σε σχέση με τις υποθήκες καθώς και τα υπόλοιπα των λογαριασμών. Είναι γεγονός ότι ο Μ.Ε.4 δεν ΄ήταν σε θέση να διευκρινίσει το ύψος των υποθηκών και τα ακριβή υπόλοιπα των λογαριασμών των Εναγομένων 1, 2, 15 και 16 προς την Τράπεζα Κύπρου. Έδωσε όμως με προθυμία εξηγήσεις όσον αφορά τις παραστάσεις που δόθηκαν από την εναγόμενη 4 προς την Τράπεζα, ώστε να πληρωθούν τα ποσά των δανείων στην Εναγόμενη 4 αντί στην Ενάγουσα
  7. Εξήγησε, επίσης ότι τα δάνεια στους Εναγόμενες 1,2,15 και 16 δόθηκαν με εξασφάλιση, ανάμεσα σε άλλα, των αγοραπωλητηρίων εγγράφων. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ Ο Μ.Υ.1 έδωσε την εικόνα ανθρώπου που εύκολα καταφεύγει στο ψέμα, προκειμένου να αποκομίσει όφελος. Η μαρτυρία του είναι διάτρητη από αντιφάσεις και ανακρίβειες. Έδειξε απροθυμία να αποκαλύψει τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, προφασιζόμενος ότι δεν θυμόταν. Αντίθετα, όσα γεγονότα έκρινε ότι ήταν βοηθητικά για την υπόθεση των Εναγομένων, τα θυμόταν με λεπτομέρειες. Ειδικότερα: α) Προσποιήθηκε πως δεν θυμόταν εάν υπήρξε μέτοχος ή σύμβουλος των Εναγομένων 5 και 6 εταιρειών. Ανέφερε ακόμη πως δεν γνωρίζει τους ιδιοκτήτες των υπό αναφοράν εταιρειών, υποστηρίζοντας ότι είχε απλά πληρεξούσια να τις εκπροσωπεί. Με βάση όμως τις έρευνες και τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 (βλ. Τεκμήριο 51) είναι προφανής η σχέση και διασύνδεση του με τις Εναγόμενες 5 και 6 εταιρείες, στις οποίες υπήρξε ιδιοκτήτης και διετέλεσε διευθυντής. β) Έδειξε απροθυμία να αποκαλύψει τις σχέσεις του με την εταιρεία AB Strοy, η οποία έλαβε μέρος στον πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων του Obzor. Περαιτέρω, ενώ υπέβαλε προσφορά ως πληρεξούσιος της AB Stroy, όπως προέκυψε από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.2, προσποιήθηκε πως δεν θυμόταν εάν είχε λάβει μέρος στον πλειστηριασμό, αναφέροντας πως λαμβάνει μέρος σε πολλούς πλειστηριασμούς και δεν μπορούσε να θυμηθεί όλες τις περιπτώσεις. Η συγκεκριμένη, βέβαια, δεν ήταν «οποιαδήποτε» περίπτωση που δεν θα έπρεπε να θυμάται. γ) Προσποιήθηκε πως δεν είχε υπόψη του τα ενυπόθηκα δάνεια των Εναγομένων 5 και 6 προς όφελος της Bulgarian American Bank και ότι δεν θυμάται εάν υπόγραψε ως εγγυητής. Δεν διατηρώ την παραμικρή αμφιβολία, ότι ο Εναγόμενος 1, επινόησε, και με τη συνδρομή των Εναγόμενων 1,2,3,10,15 και 16, έθεσε σε εφαρμογή το σχέδιο του, προκειμένου να εξαπατήσει τους Ενάγοντες και να προσποριστεί αθέμιτα οφέλη. Τούτο προκύπτει από τα ακόλουθα, κυρίως, γεγονότα: Ι Απέκρυψε από τoυς Ενάγοντες το γεγονός ότι τα ακίνητα στο Οbzor εβαρύνοντο με δύο υποθήκες προς όφελος της Bulgarian American Bank. II Όχι μόνο το απέκρυψε αλλά φρόντισε, όπως εύλογα συνάγεται από τα δεδομένα και τη μαρτυρία που κατατέθηκε, να κατατεθεί στο Κτηματολόγιο πλαστό έγγραφο για δήθεν εξόφληση των ενυπόθηκων χρεών (Τεκμήριο 57). Πέτυχε, έτσι, τη διαγραφή τους, ώστε να μην μπορούσαν να εντοπιστούν από τους Ενάγοντες ή τους συμβούλους τους. ΙΙΙ Για να μπορέσει να υλοποιήσει το δόλιο σχέδιο του, εισηγήθηκε στους Ενάγοντες τη χρησιμοποίηση μιας τρίτης εταιρείας στην Βουλγαρία, μέσω της οποίας θα αποκτούσαν τα ακίνητα, αφού μεταβιβάζονταν οι μετοχές της στην Ενάγουσα 2, από τις εναγόμενες 5 και
  8. Τούτο, προφανώς, θα διευκόλυνε το έργο του, αφού θα μεταβιβάζονταν μετοχές στην Ενάγουσα 2 και όχι ακίνητα, με ενδεχόμενο να αποκαλύπτονταν οι διαγραφείσες υποθήκες προς όφελος της Bulgarian American Bank αλλά και η υποθήκη προς όφελος της CIBANK, η οποία δεν είχε διαγραφεί. ΙV Προκάλεσε την υπογραφή γραμματίων προς όφελος του, από τις Εναγόμενες 5 και 6 για το ποσό των €3.600.000 και με τη συνδρομή της αδελφής του, Εναγόμενης 2, εξασφάλισε εγγυήσεις για την πληρωμή τους από την Corona Arbitrage, η οποία απόκτησε τα ακίνητα στο Οbzor. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό πως δεν κρίνονται πειστικοί οι λόγοι τους οποίους επικαλέστηκε για την υπογραφή των εγγυήσεων. Ότι, δήθεν, συμφώνησαν με τον Χρ. Καραολή να δοθούν ως εξασφάλιση για την εξάλειψη των υποθηκών από τα ακίνητα στην Κύπρο. Υποδεικνύεται πως με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία των Μ.Ε.1, 3 και 4, οι υποθήκες δεν αποτελούσαν εμπόδιο για τις μεταβιβάσεις. Ανεξαρτήτως τούτου, η πιο πάνω δικαιολογία καταρρίφθηκε από την εξέλιξη των γεγονότων, αφού ο Εναγόμενος 1, καταχώρισε αγωγές εναντίον της Corona Arbitrage, προτού παρέλθουν 2 μήνες από την ημέρα της υπογραφής των εγγυήσεων. Ποιο νόημα, επομένως, μπορούσε να είχε η, δήθεν, εξασφάλιση των Εναγομένων, στην περίπτωση που δεν διευθετείτο από την Ενάγουσα 1 η εξάλειψη των υποθηκών; Η απάντηση που έδωσε ο Εναγόμενος 1 σε σχετική ερώτηση που του υποβλήθηκε κατά την αντεξέταση, προδίδει τους σκοπούς του: «Γιατί θα έπρεπε να περιμένω;» Ο δόλιος τρόπος με τον οποίο ενήργησε ο Εναγόμενος 1, συνάγεται και από το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε τους Ενάγοντες για τις πιο πάνω ενέργειες του και ιδιαίτερα για το γεγονός ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2009 είχε εξασφαλίσει αποφάσεις εναντίον της Corona Arbitrage, δυνάμει των εγγυήσεων της επί των γραμματίων. Κρατούσε τους Ενάγοντες στο σκότος, προφανώς, επειδή επωφθαλμούσε να αποκτήσει οφέλη από τις συμφωνίες σε σχέση με τα ακίνητα στην Κύπρο. V Οι πιο πάνω ενέργειες του εντάσσονταν στο σχεδιασμό του για εξαπάτηση των Εναγόντων. Τούτο επιμαρτυρείται από τις μετέπειτα ενέργειες του. Ήτοι, την αναφερθείσα καταχώριση των αγωγών, οι οποίες φρόντισε να επιδοθούν στην Εναγόμενη 10, με την οποία προφανώς ήταν συνεννοημένος, ώστε να μην ενημερωθούν οι Ενάγοντες και αφού εξασφάλισε αποφάσεις, ερήμην της Corona Arbitrage, καταχώρισε επιβαρύνσεις επί των επίδικων ακινήτων στο Obzor. Η απληστία του είχε και συνέχεια. Έλαβε μέρος στον πλειστηριασμό των επίδικων ακινήτων, τη στιγμή που οι Εναγόμενοι τελούσαν σε πλήρη άγνοια, τόσο για την ύπαρξη των υποθηκών προς όφελος της Bulgarian American Bank, όσο και για τις διαδικασίες εκποίησης των ακινήτων από τις Τράπεζες. VI Όσον αφορά το ακίνητο στην Kavarna, κάλεσε, εκ μέρους της Εναγόμενης 5, τους Ενάγοντες για να υπογράψουν τη συμφωνία για την πώληση της κατοικίας, την οποία είχε πωλήσει προ πολλού η Εναγόμενη 5 σε τρίτο πρόσωπο. Υπεγράφη, έτσι, το Τεκμήριο 20, με το οποίο η Εναγόμενη 5, συμφώνησε να πωλήσει στην Ενάγουσα 2 την κατοικία, (που είχε ήδη πωλήσει σε τρίτο άτομο), έναντι του ποσού των €288.
  9. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1, ενεργώντας διά λογαριασμό της Εναγόμενης 5, κάλεσε τους Ενάγοντες να μεταβούν στη Βουλγαρία, δήθεν, για να μεταβιβάσει την κατοικία στην Ενάγουσα
  10. Πρόκειται, ασφαλώς, για κίνηση, αντιπερισπασμού, όταν οι Ενάγοντες αντελήφθηκαν την πλεκτάνη του Εναγόμενου 1 και των συνεργατών του. VII Αναφορικά με τα ακίνητα της Κύπρου, έχοντας κατά νου ότι θα έπρεπε να πληρωθεί η διαφορά από την αξία των ακινήτων που πώλησαν οι Εναγόμενες 5 και 6 στη Βουλγαρία, τροχιοδρόμησε περαιτέρω εξαπάτηση των Εναγόντων. Επειδή, ως φαίνεται από τα γεγονότα, δεν ήταν δυνατό να οικειοποιηθεί τα χρήματα από τα δάνεια που συνήψε ο ίδιος και η Εναγόμενη 4, με βάση τα αρχικά αγοραπωλητήρια (Τεκμήρια 10(α)-10(ιδ), ζήτησε και πέτυχε την ακύρωση των αγοραπωλητηρίων που αφορούσαν 4 διαμερίσματα (Τεκμήρια 10(ι),(ια), (ιβ), και (ιδ). Στη συνέχεια αφού ενέπλεξε την αδελφή του (Εναγόμενη 2) και τους φίλους του, Εναγόμενους 15 και 16, ζήτησε από την Ενάγουσα να υπογράψουν νέα αγροαπωλητήρια και έτσι πέτυχε την υπογραφή των Τεκμηρίων 14, 16, 18 και 19(α), που αντιστοιχούν με τα ακυρωθέντα αγοραπωλητήρια (Τεκμήρια 13, 15, 17 και 19). Με τον τρόπο αυτό, οι «νέοι αγοραστές» εξασφάλισαν δάνεια από την Τράπεζα Κύπρου, τα οποία διοχετεύθηκαν σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 4, αντί να καταβληθούν στην Ενάγουσα 1, ως ήταν η διευθέτηση των Εναγομένων 1 και 4 με την Ενάγουσα
  11. Υποδεικνύεται πως με βάση τις συμφωνίες δανείων (Τεκμήριο 66), η Εθνική Τράπεζα θα κατέβαλλε τα ποσά των διευκολύνσεων που παραχώρησε στην Εναγόμενη 4, τμηματικά και ανάλογα με την εκτέλεση των εργασιών από την κατασκευάστρια εταιρεία - Ενάγουσα 1-. Μετά όμως από την ακύρωση των πιο πάνω αγοραπωλητηρίων και την υπογραφή των νέων, ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε εκ μέρους της Εναγόμενης 4, εξοφλητικές αποδείξεις , πετυχαίνοντας έτσι την πληρωμή των δανείων σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 4, όπως επεξήγησε στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.
  12. VIIΙ Όσον αφορά τις υπό αναφοράν αποδείξεις (Τεκμήρια 41-44), τις οποίες εξέδωσε η Ενάγουσα 1 προς την Εναγόμενη 4, έχει ήδη επισημανθεί πως ήταν εικονικές και εκδόθηκαν υπό τις περιστάσεις που έχει αναφέρει στη μαρτυρία του ο Μ.Ε.
  13. Η μαρτυρία του Μ.Υ.1 επί της πτυχής αυτής κρίνεται παντελώς αναξιόπιστη. Αρχικά υποστήριξε ότι πλήρωσε σε μετρητά ενώ στη συνέχεια είπε ότι επρόκειτο για «τεχνητές» πληρωμές. Στις ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων, πού βρήκε τόσο μεγάλα χρηματικά ποσά σε μετρητά, δεν μπόρεσε να δώσει πειστικές εξηγήσεις. Σε κάποιο σημείο, ανέφερε πως πήρε δάνεια από Τράπεζες, χωρίς να μπορεί να τα προσδιορίσει. Στη συνέχεια είπε πως του τα έδωσαν φίλοι ενώ δεν παρέλειψε να ισχυριστεί ότι τα έδωσε ο ίδιος στην εταιρεία του. Απορρίπτω, χωρίς δισταγμό, τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως παντελώς αναξιόπιστη. Η Μ.Υ.2 δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο. Σε μια προφανή προσπάθεια να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα του πελάτης της -Εναγόμενου 1-, υποστήριξε πως τα ακίνητα στο Obzor εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι της Corona Arbitrage. Για να στηρίξει τη θέση αυτή, κατέθεσε αντίγραφο έρευνας την οποία διενήργησε στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 84). Υποστήριξε πως η έρευνα για ακίνητα εταιρείας μπορεί να γίνει είτε στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών είτε στο Κτηματολόγιο, επειδή οι δύο υπηρεσίες είναι συνδεδεμένες ηλεκτρονικά. Η συνήθης πρακτική, υποστήριξε, είναι να διεξάγεται έρευνα στο Κτηματολόγιο, εάν η έρευνα αφορά ακίνητα πολίτη (ιδιώτη), ενώ εάν αφορά εταιρεία, η έρευνα είναι προσφορότερο να γίνεται στον Έφορο. Τούτο, υποστήριξε, επειδή είναι πιο απλή και προσβάσιμη η έρευνα στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών, από την έρευνα στα Κτηματολογικά αρχεία, όπου υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί τις πιο πάνω εξηγήσεις της Μ.Υ.
  14. Θα αναμενόταν από μια επαγγελματία (δικηγόρο) που προσήλθε στο Δικαστήριο ενός άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να καταθέσει για ένα τόσο σημαντικό γεγονός, να προέβαινε σε έρευνα στα Κτηματολογικά αρχεία. Εφόσον, μάλιστα, η έρευνα είναι προσβάσιμη και μέσω του διαδικτύου, όπως εξήγησε ο Μ.Ε.
  15. Δεν αποδέχομαι, συνεπώς, τη μαρτυρία της ως προς αυτή την πτυχή. Έδωσε όμως σαφείς και ικανοποιητικές εξηγήσεις ως προς την πορεία των αγωγών που καταχώρισαν οι Εναγόμενες 5 και 6 εναντίον της Ενάγουσας
  16. Η μαρτυρία της ως προς τη πτυχή αυτή, υποστηρίζεται από τα Τεκμήρια 74-78 (δικόγραφα και αποφάσεις των Δικαστηρίων της Βουλγαρίας) καθώς και από το κείμενο του σχετικού Βουλγαρικού Νόμου (Τεκμήριο 85). Αποδέχομαι ως εκ τούτου τη μαρτυρία της ότι οι αποφάσεις που εκδόθηκαν από τα Βουλγαρικά Δικαστήρια στις πιο πάνω αγωγές, έχουν καταστεί τελεσίδικες. Όσον αφορά τη μαρτυρία της για το ακίνητο στο Δήμο Nessebar που αποτελούσε αντικείμενο της συμφωνίας διαμεσολάβησης, έχει ήδη επισημανθεί πως δεν αποτελεί επίδικο θέμα. Δεν υφίσταται, ως εκ τούτου, ανάγκη για περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα αυτό. Η Μ.Υ.3 έδωσε την εντύπωση ότι διάκειται εχθρικά προς τους πρώην εργοδότες της -Ενάγοντες-. Ήταν εμφανής η προσπάθεια που κατέβαλε να βοηθήσει με τη μαρτυρία της τους Εναγόμενους. Υποστήριξε, για παράδειγμα, πως από το αρχικό στάδιο των συζητήσεων του Εναγόμενου 1 με τον Χρ. Καραολή, μιλούσαν για αγορά ακινήτων στη Βουλγαρία η αξία των οποίων θα πληρώνετο από τους Ενάγοντες σε μετρητά. Υποδεικνύεται, βέβαια, πως ακόμη και ο Εναγόμενος 1, δέχθηκε στη μαρτυρία του ότι στην αρχική συμφωνία του με τον Καραολή, το 1/3 της αξίας των ακινήτων που θα αγόραζαν οι Ενάγοντες στη Βουλγαρία θα διευθετείτο μέσω της αξίας των ακινήτων που θα αγόραζε στην Κύπρο. Η προθυμία της να εξυπηρετήσει με τη μαρτυρία της τα συμφέροντα των Εναγομένων, φαίνεται και από τις αναφορές της περί, δήθεν, εισήγησης του Καραολή και των συμβούλων του για μεταβίβαση μετοχών, αντί ακινήτων. Άλλο παράδειγμα, αποτελεί η αναφορά της στη γραπτή της δήλωση (έγγραφο Ε) ότι: «Την 31.7.2009 πήγα στο Κτηματολόγιο για λογαριασμό του κ. Χριστόδουλου, με τον Angel Bahtchevanov και την Krasmira Bahtchevanova (Εναγόμενη 2) και πλήρωσε εκείνη την ημέρα τον κ. Χριστόδουλο ο Αngel το ποσό των €900.
  17. Ακολούθως επέστρεψα στο γραφείο όπου ο κ. Χριστόδουλος μου έδωσε την επιστολή της απόλυσης μου χωρίς καμία εξήγηση.» Στην αντεξέταση της, ανέφερε πως δεν δόθηκε στην παρουσία της το ποσό των €900.000 από τον Angel στον Χριστόδουλο. Πληροφορήθηκε απλά από τους Εναγόμενους 1 και 2 ότι θα πληρωνόταν το ποσό των €900.000 στην Ενάγουσα από την Τράπεζα. Πρόκειται, προφανώς, για ουσιαστική διάσταση από την αρχική της θέση. Της υποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στις 31.7.2009 δεν βρισκόταν στην υπηρεσία της Ενάγουσας 1, αφού είχε ήδη απολυθεί από τις 22 Ιουλίου, όπως φαίνεται από την επιστολή του δικηγόρου της, ημερ. 30.7.2009 (Τεκμήριο 87). Στην προσπάθεια της να δικαιολογήσει τη σχετική αναφορά της στη γραπτή δήλωση, υποστήριξε αρχικά πως δεν είχε αναθέσει την υπόθεση της απόλυσης της σε δικηγόρο ενώ στις επίμονες ερωτήσεις του συνηγόρου των Εναγόντων, ανάφερε πως του είχε αναθέσει την προώθηση αξίωσης του Εναγόμενου 11, υπό την ιδιότητα της ως πληρεξουσίου αντιπροσώπου της εταιρείας του. Καταληκτικά και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η Μ.Ε.2 κρίνεται αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, ανάλογα είναι και τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Εκτιμώ ότι θα συνιστούσε αχρείαστη επανάληψη να παρατεθούν εκ νέου όλες οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, όπως εύλογα συνάγονται από την ανωτέρω αξιολόγηση της μαρτυρίας. Θα περιοριστώ, συνεπώς, να υποδείξω τις βασικές διαπιστώσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες συναρτώνται με τα επίδικα θέματα. Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να επαναληφθούν τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία και υιοθετούνται, όπως έχουν καταγραφεί στις σελίδες 43-47 ανωτέρω. Όσον αφορά τη διάσταση στις δύο εκδοχές, σε σχέση με τη διασύνδεση των συμφωνιών για τα ακίνητα της Κύπρου και της Βουλγαρίας, καταλήγω πως επρόκειτο για μια ενιαία συναλλαγή, όπως προέκυψε από την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Αποτελεί, κατά συνέπεια, εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν επρόκειτο για δύο ανεξάρτητες συναλλαγές ως η εκδοχή των Εναγομένων. Επρόκειτο για μία συναλλαγή, με την οποία οι διάδικοι συμφώνησαν, όπως η Ενάγουσα αγοράσει από τους Εναγόμενους 1 και 2 τα επίδικα ακίνητα στη Βουλγαρία, μέσω των Εναγόμενων 5 και 6 που ήταν ιδιοκτήτριες των ακινήτων. Παράλληλα, συμφωνήθηκε όπως οι Ενάγοντες πωλήσουν στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 τα επίδικα ακίνητα στην Κύπρο. Όπως ήδη επισημάνθηκε, στην αναφερθείσα συμφωνία καθορίστηκε και ο τρόπος διευθέτησης της οικονομικής πτυχής. Ότι δηλαδή: α) Η Ενάγουσα 1 θα κατέβαλλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €1.100.000 σε μετρητά. β) Το υπόλοιπο, δηλαδή το ποσό των €7.688.000, (€8.788.000 -€1.100.000) θα λογιζόταν ότι πληρώθηκε από την αξία των ακινήτων για το συνολικό ποσό των €10.370.000 που συμφωνήθηκε να πωλήσουν στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 στην Κύπρο. γ) Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4, με τη σειρά τους, θα πλήρωναν τη διαφορά (10.370.000-€7.688.000) μέσω δανείων που θα εξασφάλιζαν από Κυπριακές Τράπεζες, με τη βοήθεια των Εναγομένων. Υποδεικνύεται, πως με βάση τη διαπίστωση του Δικαστηρίου η συνολική αξία των ακινήτων που πώλησε η ενάγουσα 1 στους Εναγόμενους 1, 2 και 4 στην Κύπρο ήταν €9.432.000 και όχι €10.370.000, όπως ήταν η συμφωνία τους. Το υπόλοιπο, επομένως, που όφειλαν να καταβάλουν οι Εναγόμενοι στην Ενάγουσα 1, ήταν €1.744.
  18. Προς υλοποίηση της ανωτέρω συμφωνίας, υπογράφηκαν: (α) Για το μέρος που αφορούσε τα ακίνητα στη Βουλγαρία, τα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 20 καθώς και τα Τεκμήρια 5 και 6, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί και προκύπτουν από την πιο πάνω αξιολόγηση και, (β) για τα ακίνητα στην Κύπρο τα Τεκμήρια 10(α)-10(ιδ). Όπως έχει επεξηγηθεί πιο πριν, με πρωτοβουλία του Εναγόμενου 1, τα Τεκμήρια 10(ι),10(ια) 10(ιβ) και 10(ιδ) ακυρώθηκαν (βλ. Τεκμήρια 13, 15, 17 και 19) και αντικαταστάθηκαν με τα νέα αγοραπωλητήρια (Τεκμήρια 14, 16, 18 και 19(α), με αγοραστές τους Εναγόμενους 1, 2, 15 και
  19. Όσον αφορά την ημερομηνία υπογραφής των προσυμφώνων (Τεκμήρια 2, 3 και 4) αποδέχομαι τη θέση των Εναγομένων ότι υπογράφηκαν στις 31.7.2008 και τροποποιήθηκαν στις 16.9.2008, μόνο όσον αφορά την ημερομηνία, επειδή στις 31.7.2008, δεν ήταν εγγεγραμμένη η Ενάγουσα
  20. Δεν απαιτείται να επαναληφθούν οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς τις δόλιες ενέργειες και την απάτη που διέπραξε ο Εναγόμενος 1, με τη συνέργεια των Εναγομένων 2, 3, 5, 6 και 10, σε σχέση με τα ακίνητα της Βουλγαρίας. Τα οποία, τελικά, εκποιήθηκαν από τις Τράπεζες, όπως λεπτομερώς αναφέρεται πιο πάνω. Υποδεικνύεται, επίσης, ότι η κατοικία στην Kavarna δεν ήταν ιδιοκτησία της Εναγόμενης 5, κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας Τεκμήριο 20, ούτε και κατά το χρόνο συνομολόγησης της αρχικής συμφωνίας των διαδίκων. Είχε πωληθεί σε τρίτο πρόσωπο από το Μάρτιο του έτους
  21. Σε σχέση με τα ακίνητα στην Κύπρο, υπήρξαν καθυστερήσεις στην εκταμίευση των δανείων, όπως επιμαρτυρείται από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε (Τεκμήρια 22-39). Παράπονα υπήρξαν και από την πλευρά των Εναγομένων, οι οποίοι μάλιστα τερμάτισαν τη συμφωνία, σε σχέση με το έργο "Green Hills Mansions" (βλ. Τεκμήριο 38). Όπως επισημάνθηκε, ο Εναγόμενος 1 μεθόδευσε τη μεταφορά των δανείων των Εναγομένων 1, 2, 15 και 16 από την Τράπεζα Κύπρου, σε λογαριασμούς της Εναγόμενης
  22. Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε ουσιώδης παράβαση των συμφωνιών που αφορούν τα Κυπριακά ακίνητα από την πλευρά της Ενάγουσας
  23. Τα παράπονα των Εναγομένων για δήθεν αδυναμία της Ενάγουσας 1 να τους μεταβιβάσει, λόγω ύπαρξης υποθηκών, ή έλλειψης τίτλων και αδειών οικοδομής, κρίνονται αβάσιμα. Πρόκειται για προφάσεις, προκειμένου να δικαιολογήσουν οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4, τη δική τους παράλειψη να ανταποκριθούν με τις οικονομικές τους υποχρεώσεις. Όσον αφορά τα ποσά που εισέπραξε η κάθε πλευρά, διαπιστώθηκε ότι : α) Η Ενάγουσα 1 εισέπραξε, μέσω εμβασμάτων από την Εθνική Τράπεζα, το συνολικό ποσό των €1.550.
  24. β) Οι Εναγόμενοι 1 και 4 εισέπραξαν το συνολικό ποσό των €3.119.000 ήτοι: Ι) Ποσό €1.100.000 καταβλήθηκε από τις Ενάγουσες 1 και 2, στον Εναγόμενο 1, σε μετρητά και ΙΙ) Το συνολικό ποσό των €2.019.000 κατέληξε σε λογαριασμούς της Εναγόμενης 4, από τους λογαριασμούς των δανείων των Εναγομένων 1, 2, 15 και 16, με την Τράπεζα Κύπρου. Όπως έχει υποδειχθεί, για τη μεταφορά των πιο πάνω ποσών στο λογαριασμό της Εναγόμενης 4 (πλην του ποσού των €189.000 που αφορούσε το δάνειο της Εναγόμενης 2 για το οποίο δόθηκε συγκατάθεση από την Ενάγουσα) παρουσιάστηκαν από τον Εναγόμενο 1 οι αναφερθείσες «εικονικές» αποδείξεις Τεκμήρια 41-
  25. Με βάση την αξιολόγηση είναι εμφανής και η εμπλοκή των Εναγομένων 2, 3,10, 15 και 16 στο δόλιο σχέδιο του Εναγόμενου 1 για την εξαπάτηση των Εναγόντων. Οι Εναγόμενες 2 και 3 ήταν στενά συγγενικά πρόσωπα (αδελφή και πρώην σύζυγος ή συμβία) του Εναγόμενου 1 και συνδέονται με τις Εναγόμενες 5 και 6 Βουλγαρικές εταιρείες (βλ. Τεκμήριο 51). Περαιτέρω η Εναγόμενη 2 είναι μέτοχος της Εναγόμενης 4 και ήταν το πρόσωπο που υπόγραψε τις εγγυήσεις της Corona Arbitrage για τα γραμμάτια που εκδόθηκαν από τις Εναγόμενες 5 και 6, προς όφελος του Εναγόμενου
  26. Συνδέεται επίσης με την AB Story, η οποία υπόβαλε προσφορά στη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου στο Obzor. Έλαβε, περαιτέρω, μέρος στις συζητήσεις για την αγορά ακινήτων στην Κύπρο από την Ενάγουσα 1 και ήταν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη στα αγοραπωλητήρια που καταρτίστηκαν, μετά από τη μεθόδευση της ακύρωσης των τεσσάρων αγοραπωλητηρίων από τον Εναγόμενο
  27. Στην Εναγόμενη 10 δεν επιδόθηκε η αγωγή. Πάρα ταύτα, προκύπτει από τη μαρτυρία ότι είχε την ίδια διεύθυνση με τον Εναγόμενο 1 και τις εταιρείες του. Με βάση τη μαρτυρία που έγινε αποδεκτή, ήταν το πρόσωπο που εξουσιοδοτήθηκε από τους Ενάγοντες να παραλαμβάνει τα έγγραφα διά λογαριασμόν τους. Σε συνεννόηση, προφανέστατα, με τον Εναγόμενο 1, παρέλειψε να ενημερώσει τους Ενάγοντες για τις αγωγές που καταχώρισε ο Εναγόμενος 1 εναντίον της Corona Arbitrage και τα σχετικά έγγραφα που τις είχαν επιδοθεί. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 15 και 16, προέκυψε από τη μαρτυρία πως ήταν φίλοι του Εναγόμενου
  28. Το Δικαστήριο βρίσκει βάσιμη τη θέση των Εναγόντων ότι τους χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος 1, προκειμένου να επωφεληθεί με τα ποσά των δανείων που εξασφαλίστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου, με βάση τα αγροαπωλητήρια, Τεκμήρια 14 και 16 αντίστοιχα. Σημειώνεται, βεβαίως, ότι στον Εναγόμενο 15 δεν έχει γίνει επίδοση. Αναφορικά με τους Εναγόμενους 11 και 12, η μαρτυρία δεν κρίνεται ικανή να στοιχειοθετήσει τη συμμετοχή τους στην απάτη. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 11, η μαρτυρία τον φέρει να μεσολάβησε στην πώληση του ακινήτου στο Obzor. Του αποδόθηκε από τον Μ.Ε.1 ότι είχε διαβεβαιώσει τον Χρ. Καραολή πως δεν υπήρχαν υποθήκες επί των ακινήτων ή/και ότι είχαν διαγραφεί. Το γεγονός όμως ότι είχαν διαγραφεί οι υποθήκες, προέκυψε, με βάση τη μαρτυρία, από τις διαβεβαιώσεις του Εναγόμενου 1 και από το πλαστό έγγραφο που παρουσίασε, κατά την ημέρα της υπογραφής των Τεκμηρίων 5 και
  29. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 11 ήταν παρών στη συνάντηση, υπό την ιδιότητα του Κτηματομεσίτη, δεν αποδεικνύει, δίχως άλλο, τη συμμετοχή του στη συνωμοσία και την απάτη. Η μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα για την εμπλοκή του είναι γενική και αόριστη και στηρίζεται σε εικασίες του Μ.Ε.
  30. Ανάλογη είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου και για το ρόλο της Εναγόμενης
  31. Της είχε ανατεθεί η εγγραφή της Ενάγουσας 2 και ο έλεγχος κατά πόσο υπήρχαν νομικά εμπόδια για τη μεταβίβαση του ακινήτου στο Obzor. Οι πιο πάνω επισημάνσεις ισχύουν και για την Εναγόμενη
  32. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνήργησε με τον Εναγόμενο 1 στην ετοιμασία του πλαστού εγγράφου, Τεκμήριο
  33. Εφόσον δε οι υποθήκες είχαν διαγραφεί, με βάση το πλαστό έγγραφο, δεν είναι δυνατό να της καταλογιστεί ευθύνη, επειδή δεν είχε διαπιστώσει την ύπαρξη των υποθηκών. Όσον αφορά την υποθήκη προς όφελος της CIBANK, που αναφερόταν στο Τεκμήριο 3, ήταν ήδη στη γνώση των Εναγόντων η ύπαρξη της. Της αποδόθηκε, επίσης, παράλειψη να εντοπίσει ότι η κατοικία στην Kavarna, είχε μεταβιβαστεί σε τρίτο πρόσωπο. Δεν προσκομίστηκε όμως μαρτυρία ότι της είχε ανατεθεί να προέβαινε σε τέτοια έρευνα. Ενόψει των ανωτέρω, καταλήγω πως οι Εναγόμενοι 11 και 12 δεν έχουν συνδεθεί με τη συνωμοσία και την απάτη, ούτε αποδείχθηκε εναντίον τους οποιαδήποτε παράλειψη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Υποδεικνύεται ότι στον Εναγόμενο 11 δεν έχει επιδοθεί η αγωγή. Ανάλογη είναι και η κατάληξη μου σε σχέση με τον Εναγόμενο 14, στον οποίο, επίσης, δεν επιδόθηκε το Κλητήριο. Υποδεικνύεται πως ο Εναγόμενος 14, ενεργούσε ως δικηγόρος των Εναγομένων και όχι των Εναγόντων. Δεν θα μπορούσε συνεπώς να του καταλογιζόταν ευθύνη για αμέλεια ή παράλειψη κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων, εισηγήθηκε ότι από την προσαχθείσα μαρτυρία τεκμηριώθηκαν όλες οι αξιώσεις τους και κάλεσε το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση εναντίον των Εναγόμενων ως η αξίωση. Ειδικότερα: Σε σχέση με τη φύση και τους όρους της επίδικης συμφωνίας, εισηγήθηκε πως επρόκειτο για συμφωνία ανταλλαγής ακινήτων, όπως επεξηγήθηκε αναλυτικά από τη μαρτυρία του Μ.Ε.
  34. Το ότι επρόκειτο για ανταλλαγή ακινήτων, επεσήμανε, συνάγεται από το γεγονός ότι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό για τη μεταβίβαση των μετοχών από την Ενάγουσα
  35. Ο λόγος, υπόδειξε, ήταν επειδή το αντάλλαγμα για τα ακίνητα στη Βουλγαρία είχε συμφωνηθεί να καταβληθεί, με την αξία των ακινήτων που πώλησε η Ενάγουσα στους Εναγόμενους 1 και 4, στην Κύπρο. Τα μόνα χρηματικά ποσά που πληρώθηκαν, ανάφερε, ήταν το ποσό των €1.100.000 από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 1 και το ποσό των €1.550.000 το οποίο εισπράχθηκε από την Ενάγουσα 1, μέσω των δανείων που συνήψαν οι Εναγόμενοι από τις Τράπεζες. Συνεχίζοντας, υπόδειξε τις δόλιες ενέργειες των Εναγομένων ως ακολούθως: α) Την απόκρυψη της ύπαρξης υποθηκών επί του ακινήτου στο Obzor, προς όφελος της Bulgarian American Credit Bank. β) Την υπογραφή των γραμματίων και ακολούθως των εγγυήσεων από την Εναγόμενη 2, δυνάμει των οποίων ο Εναγόμενος 1 εξασφάλισε αποφάσεις εναντίον της Corona Arbitrage, σε συνεργασία με την Εναγόμενη
  36. γ) Σε σχέση με την Εναγόμενη 12, διερωτήθηκε ο συνήγορος γιατί δεν ήλθε να δώσει μαρτυρία. Υπόδειξε, περαιτέρω, ότι την Εναγόμενη 12 είχε συστήσει στους Ενάγοντες τον Εναγόμενο 11, καθώς και το γεγονός ότι την ενέπλεξε με τη μαρτυρία του ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είπε ότι τον συμβούλεψε να μην υπογράψει τη συμφωνία. Με κάθε σεβασμό, για τους λόγους που έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται την εισήγηση των Εναγόντων, σε σχέση με την κατ' ισχυρισμόν εμπλοκή της Εναγόμενης
  37. δ) Όσον αφορά την Εναγόμενη 13, επεσήμανε την εμπλοκή της AB Stroy στη διαδικασία πλειστηριασμού του ακινήτου στο Obzor. H εισήγηση για εμπλοκή της Εναγόμενης 13, επειδή τυγχάνει ιδιοκτήτρια της AB Stroy, που επιχείρησε να πλειοδοτήσει, δεν ευσταθεί. Αρκεί να υποδειχθεί πως, εν τέλει, η προσφορά της AB Stroy αποκλείστηκε, για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί. Αναφορικά με τη νομική πτυχή, ο συνήγορος υπόδειξε πως, παρά την ύπαρξη όρου για δικαιοδοσία των Βουλγαρικών Δικαστηρίων στα Τεκμήρια 2 και 3, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την υπόθεση, επειδή: η) Επρόκειτο για μια ενιαία συμφωνία για ανταλλαγή ακινήτων. β) Τα Τεκμήρια 2 και 3 ήταν προσύμφωνα και δεν αποτελούσαν την τελική συμφωνία των διαδίκων. Δεν υπάρχει, κατέληξε ο συνήγορος, ξεκάθαρη συμφωνία για αποκλειστική δικαιοδοσία των Δικαστηρίων της Βουλγαρίας. γ) Οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να εγείρουν ζήτημα δικαιοδοσίας καθότι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης και καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Σε σχέση με την εισήγηση των Εναγομένων για δεδ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.