Γρηγορίτσας Αντωνιάδου κ.α. ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού, Έφεση: 1/15, 8/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A161 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Έφεση: 1/15 Αναφορικά με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 Μεταξύ: Γρηγορίτσας Αντωνιάδου από την Μέσα Γειτονιά Οδυσσέα Αντωνιάδη από την Μέσα Γειτονιά Εφεσίοντες/Αιτητές Και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Εφεσιβλήτων/ Καθ'ων η Αίτηση ------------------ Ημερομηνία: 8 Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις: Εφεσείοντες/Αιτητές: Εμφανίζονται προσωπικά - Παρόντες στην εκφώνηση της Απόφασης Για τους Εφεσίβλητους/Καθ ων η Αίτηση: κ. Μαρκίδης για κ.κ. M. Ch. Michael LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι εφεσείοντες με την υπό κρίση Έφεση ζητούν Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Διαιτητική Απόφαση ημερ. 2.9.14 είναι άκυρη καθώς και Διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει τη πιο πάνω διαιτητική απόφαση. Οι λόγοι επί των οποίων στηρίζεται η Έφεση είναι οι ακόλουθοι: Δεν επεδόθη Νομότυπα και/ή καθόλου στους Εφεσείοντες-Αιτητές η Νενομισμένη ειδοποίηση για την διενέργεια της Διαιτησίας. Το ποσό των €66,738.16 πλέον τόκοι για το οποίο εξεδόθη η απόφαση είναι παντελώς αδικαιολόγητο, συμπεριλαμβάνει παράνομες, αντικανονικές, αντισυμβατικές χρεώσεις, συμπεριλαμβάνει παράνομους και αντισυμβατικούς τόκους και ανατοκισμούς. Το ανωτέρω ποσό δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική οφειλή των Εφεσείοντων-Αιτητών με βάση την υπογραφείσα συμφωνία. Δεν ετηρήθη η προβλεπόμενη από τον Νόμο διαδικασία για αναδιάρθρωση Δανείου και εξώδικο επίλυση διαφορών και ως εκ τούτου η Διαιτητική απόφαση που ελήφθη είναι Άκυρη. Ο Διαιτητής ήτο πρόσωπο αναρμόδιο και/ή δεν είχε τα προσόντα που πληρούνται από την Νομοθεσία και ως εκ τούτου οποιαδήποτε απόφαση είναι Άκυρη και/ή αντικανονική. Η έφεση στηρίζεται στο άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22(Ι)/85 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.4, Δ.48 1,2,3,8 και
- Η έφεση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση της εφεσείουσας 1, στην οποία αναφέρει, συνοπτικά τα ακόλουθα: Είναι εξουσιοδοτημένη από το σύζυγο της εφεσείοντα 2 να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Ως αναφέρει με τους εφεσίβλητους είχαν συνάψει το 2008 δάνειο για συγκεκριμένο ποσό και με συγκεκριμένο επιτόκιο. Λόγω οικονομικών δυσκολιών από τον Ιούλιο του 2012 αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στην αποπληρωμή του με αποτέλεσμα να εκδοθεί εναντίον τους η απόφαση ημερ. 2.9.14 για το ποσό των €66.738,16 πλέον τόκους 9% από 2.9.
- Η εν λόγω διαιτητική απόφαση επισυνάπτεται στην έφεση. Την έκδοση της πιο πάνω απόφασης πληροφορήθηκαν την 16.12.14 όταν τους επιδόθηκε το σχετικό πρακτικό. Η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι από τη σύναψη του δανείου έγιναν πολλές επαφές με τους αρμόδιους των καθ' ων η αίτηση και πάντοτε ήταν συνεργάσιμοι. Κατά τη διάρκεια της διαιτησίας παρέδωσαν στον διαιτητή επιστολή-γραπτή δήλωση στην οποία επαναλάμβαναν την προθυμία τους να συνεργαστούν για την εξεύρεση μιας βιώσιμης λύσης και ζητούσαν τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων τα οποία θα βοηθούσαν προς αυτή την κατεύθυνση, χωρίς όμως κατά την ίδια να υπάρχει ανταπόκριση. Στις 17.5.14 απέστειλαν διπλοσυστημένη επιστολή προς το διοικητή της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας και έδωσαν σ' αυτόν αντίγραφο της επιστολής που παραδόθηκε στο διαιτητή χωρίς μέχρι σήμερα να λάβουν οποιαδήποτε απάντηση. Κατά την ίδια το ποσό της απόφασης καθώς και τα ποσά τα οποία δημιουργήθησαν μετά από αυτή έλαβαν χώρα παράνομες χρεώσεις αντίθετες με τα συμφωνηθέντα και το νόμο. Όπως αναφέρει η εφεσίβλητη παράνομα προχώρησαν στην διαδικασία της διαιτησίας και δεν τήρησαν τις προβλεπόμενες από το νόμο διαδικασίες που αφορούν αναδιάρθρωση δανείων και εξώδικη επίλυση διαφορών υποστηρίζοντας έτσι ότι η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη. Τέλος ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής ήταν πρόσωπο αναρμόδιο και δεν διέθετε τα προσόντα που προνοεί η διαιτησία. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στην ένορκο δήλωση της Θεοδώρας Μιλτιάδους. Με την ένσταση τους οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ότι οι αιτητές δεν ανέφεραν στον διαιτητή ότι αμφισβητούν την απαίτηση και τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν, οι αιτητές δεν στερήθηκαν του συνταγματικού δικαιώματος να προβάλουν την υπεράσπιση τους, στο ποσό της απόφασης δεν υπάρχουν χρεώσεις τόκων και εξόδων που συνιστούν ποινική ρήτρα και σε καμία περίπτωση δύναται να χαρακτηριστούν υπερβολικές και/ή παράνομες. Η απόφαση του διαιτητή δεν εκδόθηκε καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση της εξουσίας του και δεν ενήργησε κατά τρόπο παραπλανητικό αφού επεξήγησε λεπτομερώς στους διαιτητές τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας, η απόφαση είναι σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και είναι πλήρως ή επαρκώς δικαιολογημένη. Τέλος προβάλλεται με την ένσταση ότι ο διαιτητής είχε όλα τα απαιτούμενα προσόντα για να προχωρήσει στην αμερόληπτη εξέταση και ολοκλήρωση της διαιτησίας και ουδέποτε ζητήθηκε από τον διαιτητή να παρουσιάσει τα προσόντα του. Η Θεοδώρα Μιλτιάδους ενόρκως δηλούσα στην ένσταση είναι υπάλληλος των καθ' ων η αίτηση γνωρίζει τα γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Επισυνάπτει ως τεκμήριο 1 και 2 το πρακτικό της διαιτησίας και της απόφασης η οποία εκδόθηκε στις 2.9.14, αναφέροντας ότι η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε στην παρουσία των αιτητών και καθ' ων η αίτηση η οποία έγινε με την συγκατάθεση των πιο πάνω και κατόπιν ακρόασης. Σύμφωνα με την ίδια σύμφωνα με τα τεκμήρια 1 και 2 οι αιτητές ειδοποιήθηκαν κανονικά να παρευρεθούν στη διαιτησία οι οποίοι αναγνώρισαν το χρέος τους και πρότειναν λίγους μήνες. Όσον αφορά το αίτημα των αιτητών το οποίο αναφέρεται στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την έφεση, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι ήταν ξεχωριστό αίτημα το οποίο υποβλήθηκε πριν τη διαδικασία της διαιτησίας και όχι κατά τη διάρκεια αυτής. Παρόλα αυτά το εν λόγω αίτημα είχε ληφθεί υπόψη κατά τη διαιτησία και γι' αυτό το λόγο συμφωνήθηκαν τα όσα περιγράφονται στα πρακτικά και απόφαση. Συμφωνεί περαιτέρω ότι οι αιτητές απέστειλαν την επιστολή 17.5.14 την οποία παρέλαβαν οι καθ' ων η αίτηση και ως ισχυρίζεται όλα εξετάστηκαν και γι' αυτό επήλθε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων και η διαιτητική απόφαση τεκμήριο 1, εξού και η απόφαση εκδόθηκε εκ συμφώνου. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το ποσό της απόφασης δεν περιλαμβάνει χρεώσεις αυθαίρετες και ούτε συμπεριλαμβάνει οτιδήποτε παράνομο αντικανονικό, υπερβολικό και/ή καταχρηστικό και/ή οτιδήποτε που δεν δικαιούνται. Προσθέτει ότι η διαδικασία εξελίχθηκε νομότυπα και σύμφωνα με τους σχετικούς νόμους και ο διαιητής διέθετε τα προσόντα που προνοεί η διαιτησία. Επαναλαμβάνει ότι η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε με την πλήρη συγκατάθεση των αιτητών και στο τεκμήριο 1 αναφέρεται πού βασίστηκε για να εκδώσει την απόφαση του και τα όσα προβάλλουν οι αιτητές δεν είναι η αλήθεια και απλώς προβάλλονται ως δικαιολογίες. Η ένσταση στηρίζεται στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, στους Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών και στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.
- Αμφότερες πλευρές στήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους σε γραπτές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της Απόφασης. Κατωτέρω, θ' αναφερθώ σ΄αυτές όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ Κύρια νομική βάση της Έφεσης αποτελεί το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 από όπου προβλέπεται η δυνατότητα υποβολής έφεσης σε απόφαση του διαιτητή και ο χρόνος μέσα στον οποίο υποβάλλεται η έφεση σύμφωνα με το άρθρο 52
(4)του Νόμου 22/
- Όπως έχει λεχθεί στην πρόσφατη υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ v. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΤΕΛΜΕΚ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολιτική Έφεση Αρ. 304/2010, 10/7/
- «Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 AAΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Άλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693).» Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Κούλλουρου ν. Σ.Π.Ε. Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987, η διαπίστωση ότι η εφεσείουσα δεν παρευρέθηκε στη διαιτητική διαδικασία και δεν υπέβαλε οποιαδήποτε θέση επί της απαίτησης της εφεσίβλητης, παρόλο ότι είχε ειδοποιηθεί, απέβη μοιραία. Κατ΄ έφεση κρίθηκε πως η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιόν του θέσεις τις οποίες δεν είχε προωθήσει ενώπιον του διαιτητή, κρίθηκε ορθή. Λέχθηκε περαιτέρω πως ούτε το πρωτόδικο Δικαστήριο ούτε το Εφετείο θα μπορούσαν να κρίνουν εξ υπαρχής θέματα, εκτός εάν από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του διαιτητή δεν εδικαιολογείτο η απόφασή του. Σημειώνεται ότι στην υπό κρίση Έφεση, οι αιτητές δεν αμφισβητούν ότι ήταν παρόντες στη Διαιτησία. Εκείνο δε που ιδιαίτερα πρέπει να προσεχθεί είναι ότι το Δικαστήριο σε έφεση κατά απόφασης διαιτητή δεν έχει εξουσία να επανεξετάσει τη διακριτική ευχέρεια του διαιτητή εφόσον ο διαιτητής ενεργεί μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών δικαιοσύνης συμπεριφερόμενος δίκαια και στα δύο μέρη χωρίς τούτο να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η εξουσία του διαιτητή είναι απεριόριστη. Σύμφωνα με την ισχύουσα Νομολογία, η κακή συμπεριφορά ή η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή ή η επίδειξη κακού χειρισμού της διαιτησίας από μέρους του διαιτητή, μπορούν να αποτελέσουν λόγους για ακύρωση της απόφασης. Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση 193/08, ημερ. 19.5.10 Νεόφυτος Σολωμού v. Laiki Cyprialife Ltd, λέχθηκε πως είναι πρόδηλο ότι η νομολογία έχει σταδιακά περιορίσει τις περιστάσεις που θα αποτελούσαν misconduct (ανάρμοστη συμπεριφορά). Αν και η πιο πάνω απόφαση αφορούσε πρόνοιες του Κεφ. 4, το οποίο δεν επικαλούνται οι αιτητές στην παρούσα, οι αρχές οι οποίες καθιερώθηκαν για την εφαρμογή του άρθρου 20 του Κεφ. 4 ισχύουν σε περιπτώσεις εξέτασης κακής συμπεριφοράς διαιτητή υπό το φως του άρθρου 52
(4)του Ν. 22/85. Στις σελίδες 10-11 της πιο πάνω απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το εδάφιο 2 του άρθρου 20: «....Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ΄όπου λήφθηκε το Κεφ.4, είναι «misconduct», και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας («...has misconducted himself or the proceedings..». Στον Russell on Arbitration 16η εκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025 για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων.» Με γνώμονα τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω τους λόγους που έχουν προβληθεί από τους αιτητές οι οποίοι υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας
- Με την γραπτή αγόρευση τους οι αιτητές εισηγούνται ότι η διαιτησία ήταν παράνομη και αντικανονική λόγω του ότι τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμος του 1997 έως το 2013 και η της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2013 ενώ η κλήση δια της οποίας καλούνταν σε Διαιτησία στάληκε στις 2.4.14 δηλαδή επτά μήνες μετά τη δημοσίευση της Οδηγίας η οποία έπρεπε να εφαρμοστεί άμεσα. Τα όσα προβάλλονται από τους αιτητές σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα δεν έχουν τεθεί με τους λόγους της έφεσης τους οποίους αναφέρουν οι αιτητές στην έφεση τους και κυρίως δεν προβάλλεται ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης η παράνομη και αντικανονική διεξαγωγή της διαιτησίας. Ούτε υποστηρίζεται κάτι τέτοιο από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την έφεση, εφόσον δεν αναφέρεται οτιδήποτε σχετικό σε αυτήν. Οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις δεν περιλαμβάνονται επίσης στη νομική βάση της Έφεσης στερόντας την δυνατότητα από τους αιτητές να εγείρουν τέτοια ζητήματα μέσω της γραπτής αγόρευσης τους. Αυτό το οποίο προκύπτει από τα πιο πάνω επιχειρήματα των αιτητών είναι ότι αποδέχονται το γεγονός ότι κληθήκαν να παρευρεθούν στη Διαιτησία με ειδοποίηση ημερ. 2.4.
- Επομένως ο πρώτος λόγος έφεσης ότι δεν επιδόθηκε στους αιτητές η ειδοποίηση για την διενέργεια της Διαιτησίας, κρίνεται αβάσιμος και απορρίπεται. Με τον πέμπτο λόγο Έφεσης οι αιτητές εισηγούνται ότι ο Διαιτητής ήταν πρόσωπο αναρμόδιο και ως εκ τούτου η απόφαση του είναι άκυρη και/ή αντικανονική. Επί του προκειμένου ζητήματος οι αιτητές αναφέρουν στην γραπτή αγόρευση τους ότι ο Διαιτητής δεν κατείχε τα προσόντα σύμφωνα με τον περί Ορισμένων Θεμάτων Διαμεσολάβησης Νόμο 159(Ι)/12 και δεν ήταν εγγεγραμμένος Δικηγόρος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο διορισμός Διαιτητή σύμφωνα με τον Νόμο Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/85, ο οποίος διέπει τα υπό κρίση ζητήματα και με βάση τον οποίο παραπέμφθηκε η διαφορά σε Διαιτησία, προνοείται από το άρθρο 52
(6)του πιο πάνω Νόμου εις τον οποίο προβλέπεται: «.....................
(6)Ο τρόπος διορισμού διαιτητού ή διαιτητών και ο τρόπος καθορισμού και είσπραξης των εξόδων αναφορικά με την επίλυση της διαφοράς και εν γένει οποιοδήποτε θέμα είναι δεκτικό καθορισμού για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, ρυθμίζεται με Θεσμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο εντός έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Συνεργατικών Εταιρειών (Τροποποιητικού) (Αρ. 2) Νόμου του 2014, εφόσον εξασφαλισθεί η σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας.......» Επομένως τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των αιτητών δεν έχουν σχέση με τα υπό εξέταση θέματα εφόσον ο διορισμός του Διαιτητή διέπεται από την πιο πάνω νομοθετική πρόνοια και όχι τη νομοθεσία η οποία διέπει θέματα διαμεσολάβησης. Ο λόγος αυτός έφεσης δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτός εφόσον δεν έχει καταδειχθεί ότι κατά τον χρόνο διεξαγωγής της Διαιτησίας οι αιτητές αμφισβήτησαν τον διορισμό του εν λόγω Διαιτητή και ως εκ τούτου δεν παρέχεται περιθώριο εξέτασης τέτοιου επιχειρήματος στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Επομένως ο πέμπτος λόγος Έφεσης κρίνεται αβάσιμος και απορρίπτεται. Με τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο Έφεσης οι αιτητές προβάλλουν ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η Απόφαση είναι αδικαιολόγητο και δεν αντιπροσωπεύει την πραγματική οφειλή και δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη από το Νόμο διαδικασία αναδιάρθρωσης, ως λεπτομερώς αναφέρεται ανωτέρω. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας δεν έχει εξουσία να επανεξετάσει θέματα τα οποία εξεταστήκαν και αποφασιστήκαν κατά τη Διαιτησία από τον Διαιτητή. Ενώπιον μου έχουν κατατεθεί τα πρακτικά της Διαιτησίας με την ένσταση των καθ ων η αίτηση, τα οποία δεν αμφισβητηθήκαν από τους αιτητές. Από τα εν λόγω πρακτικά δεν προκύπτει ότι οι αιτητές αμφισβήτησαν το εν λόγω ποσό παρά μόνο εξέφρασαν τις δυσκολίες τις οποίες αντιμετώπιζαν και ζήτησαν χρόνο για να μπορέσουν να πληρώσουν. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω δεδομένα και στην απουσία μαρτυρίας από μέρους των αιτητών η οποία να καταδυκνείει το αντίθετο το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να αμφισβητήσει την Απόφαση του Διαιτητή ως προς το ποσό το οποίο επιδίκασε. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι από τα εν λόγω πρακτικά προκύπτει ότι οι αιτητές στις 15.5.14 και 27.6.14 ζήτησαν χρόνο από τον Διαιτητή αναμένοντας απάντηση στο αίτημα τους για μείωση του επιτοκίου και επιμύκηνση του χρόνου αποπληρωμής και το αίτημα των αιτητών για παράταση χρόνου ικανοποιήθηκε από τον Διαιτητή εξού και εν τέλει η Απόφαση εκδόθηκε με αναστολή εκτέλεσης μέχρι την 30.4.
- Κρίνεται επομένως ότι ο αιτητές κατά την Διαιτησία υπέβαλαν τα αιτήματα τους όπως έκριναν οι ίδιοι ορθά υπό τις περιστάσεις, τους δόθηκαν οι αιτούμενες αναβολές και λαμβάνοντας υπόψη όλα τα όσα τέθηκαν από τους ίδιους κατά την Διαιτησία, ο Διαιτητής εξέδωσε την Απόφαση του με την σύμφωνη γνώμη των αιτητών. Τα όσα προβάλλουν οι αιτητές με την γραπτή αγόρευση τους επί του προκειμένου ζητήματος και αφορούν θέματα αναδιάρθρωσης δανείου δεν μπορούν να εξεταστούν στην παρούσα διαδικασία, ούτε τα όσα προβάλλονται με την γραπτή αγόρευση τους αναφορικά με το τι λέχθηκε στην Διαιτησία δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εφόσον αποτελούν μαρτυρία η οποία θα έπρεπε να παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου με τον ορθό τρόπο και όχι μέσω της γραπτής αγόρευσης. Επαναλαμβάνω ότι τα πρακτικά της Διαιτησίας όπως έχουν παρουσιαστεί με την ένσταση δεν αμφισβητήθηκαν από τους αιτητές. Οι αιτητές όφειλαν να εγείρουν τα θέματα τα οποία εγείρουν με την παρούσα Έφεση αναφορικά με την αναδιάρθρωση του δανείου τους κατά την Διαιτησία. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά της Διαιτησίας, οι αιτητές ανέφεραν απλά ότι ανέμεναν απάντηση στην επιστολή τους για αλλαγή των όρων του δανείου χωρίς να αναφέρουν ότι προέβηκαν σε διαδικασία αναδιάρθρωσης ούτε ανέφεραν τα όσα αναφέρουν με την παρούσα έφεση εν σχέση με τα θέματα αναδιάρθρωσης. Επομένως ο δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγος Έφεσης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. Με την γραπτή αγόρευση τους οι αιτητές εισηγούνται ότι ο Διαιτητής χειρίστηκε κακώς την υπόθεση και επέδειξε κακή συμπεριφορά. Τέτοιος λόγος δεν περιλαμβάνεται στους λόγους Έφεσης. Επομένως δεν παρέχεται στο Δικαστήριο η δυνατότητα να εξετάσει κάτι τέτοιο το οποίο δεν υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Έφεση και οι αιτητές εγείρουν για πρώτη φορά μέσω της γραπτής αγόρευσης τους. Παρ' όλα τα πιο πάνω και λόγω του ότι οι καθ ων η αίτηση με την ένσταση τους εισηγούνται ότι η διαιτησία διεξήχθη καθόλα νόμιμα και σύμφωνα με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι σύμφωνα με τα ενώπιον μου στοιχεία και μαρτυρία, δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε κακή συμπεριφορά από μέρους του Διαιτητή και διαπιστώνω από τα πρακτικά της Διαιτησίας ότι κατά την Διαιτησία είχε παρασχεθεί στους αιτητές κάθε δυνατότητα να ακουστούν και να θέσουν τις θέσεις τους οι οποίες λήφθηκαν υπόψη. Τα πιο πάνω προκύπτουν από το αποτέλεσμα της Απόφασης η οποία εκδόθηκε με αναστολή εκτέλεσης λόγω των προβαλλόμενων θέσεων από μέρους των αιτητών κατά την Διαιτησία. Ενόψη των πιο πάνω και με βάση την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 2.9.
- Ως εκ τούτου η Έφεση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ) .......................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/General/1-15setasidearbitrationaward cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο