SILVER TRUST COMMERCIAL LIMITED ν. ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4837/08, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A171 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4837/08 ΜΕΤΑΞΥ: SILVER TRUST COMMERCIAL LIMITED Ενάγουσας και
- ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΣΦΑΛΕΙΕΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ
- Χ.Μ. ΘΕΟΧΑΡΙΔΗΣ ΛΤΔ Εναγομένων και
- ΧΡΙΣΤΟ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ
- C & L INSURANCE AGENCIES LTD Τριτοδιαδίκων Ημερομηνία: 15 Απριλίου, 2016 Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Σταυρινίδης για κ.κ. Δημήτρης Παναούτας & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 1: κα. Ξ. Κόκκινου για κ.κ. Χρυσαφίνης & Πολυβίου ΔΕΠΕ Για την Εναγομένη 2: κ. Π. Σπανός για κ.κ. Μάρκος Π. Σπανός & Σια Για τους Τριτοδιάδικους: κ. Δ. Καïλής για κ.κ. Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση Η Ενάγουσα, εταιρεία πώλησης ενδυμάτων και υποδημάτων, απαιτεί από τις Εναγόμενες 1 και 2, ασφαλιστική εταιρεία και ασφαλιστικό αντιπρόσωπο αντίστοιχα, αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες της θέσεις η Ενάγουσα απευθύνθηκε δια του αντιπροσώπου και/ή υπαλλήλου της Εναγομένης 2, Χρίστο Γρηγορίου[1] (Τριτοδιάδικος 1) για την ασφάλιση καταστήματος της συμπληρώνοντας τρεις προτάσεις ασφάλισης (α) θραύσης υάλων, (β) πυρασφάλειας και (γ) κλοπής. Καταβλήθηκε με επιταγή το ποσό των Λ.Κ. 100 (€171) έναντι των ασφαλίστρων στον Τριτοδιάδικο
- Η Ενάγουσα ενήργησε βασιζόμενη στη ρητή διαβεβαίωση της Εναγομένης 2 και/ή των υπαλλήλων της ότι το ποσό αυτό είχε καταβληθεί έναντι των ασφαλίστρων των συμφωνιών ασφάλισης που συμφωνήθηκαν. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στις 27/9/2005, δέχθηκε υπόδειξη για τοποθέτηση πυροσβεστήρα ενώ περί τα τέλη Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου 2005, τηλεφωνικώς, διαβεβαίωσε την Εναγομένη 1 ότι θα εγκαθιστούσαν και σύστημα συναγερμού εντός του Δεκεμβρίου
- Σύμφωνα με την Ενάγουσα, η Εναγομένη 2 δια των υπαλλήλων της, διαβεβαίωσε την Ενάγουσα ότι θα τους απέστελλαν τα ασφαλιστήρια έγγραφα και να μην ανησυχούν γιατί ήταν ασφαλισμένοι. Στις 15/12/2005, άγνωστοι διέρρηξαν το κατάστημα της Ενάγουσας και έκλεψαν προϊόντα συνολικής αξίας €43.514,63 (Λ.Κ. 25.467,98). Η Ενάγουσα αφού προέβη σε απαίτηση, ενημερώθηκε από την Εναγομένη 2 ότι καλυπτόταν μόνο από τις συμφωνίες θραύσης υάλων και πυρασφάλειας και ότι δεν υπήρχε ασφάλιση έναντι κλοπής. Της απέστειλαν μόνο τις δύο συμφωνίες. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι σκόπιμα κατακρατήθηκε η συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είχε πράγματι συνομολογηθεί έγκυρη συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής με την Εναγομένη
- Διαζευκτικά αποδίδει στις Εναγόμενες 1 και 2 αμέλεια για τη μη συμπλήρωση της διαδικασίας έκδοσης του ασφαλιστηρίου εγγράφου έναντι κλοπής και για μη επαρκή και έγκαιρη ενημέρωση της. Απαιτεί δήλωση ότι η συμφωνία είναι έγκυρη, αποζημιώσεις για το ποσό των €43.514,66 (Λ.Κ. 25.468) για παράβαση συμφωνίας ασφαλιστικής κάλυψης, Γενικές Αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη, €3.075,48 (Λ.Κ. 1.800) απολεσθέντα ενοίκια 6 μηνών γιατί το κατάστημα δεν δραστηριοποιήθηκε, νόμιμο τόκο και έξοδα. Διαζευκτικά απαιτεί τα ίδια ποσά λόγω αμέλειας των Εναγομένων 1 και
- Υπεράσπιση της Εναγομένης 1 Η Εναγομένη 1 παραδέχεται ότι είναι ασφαλιστική εταιρεία και ότι η Εναγομένη 2 ασφαλιστική αντιπρόσωπος της. Αρνείται ότι συνομολογήθηκε συμφωνία ασφαλιστικής κάλυψης έναντι κλοπής αφού η Ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με υπόδειξη για εγκατάσταση συστήματος συναγερμού. Αρνείται ότι δόθηκε οποιαδήποτε διαβεβαίωση για ύπαρξη συμφωνίας ασφάλισης έναντι κλοπής. Το καταβληθέν ασφάλιστρο ουδέποτε της παραδόθηκε. Η ευθύνη της Εναγομένης 1, ισχυρίζεται, αρχίζει με την αποδοχή της πρότασης και της καταβολής του 1ου ασφάλιστρου κάτι το οποίο δεν έγινε. Αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη και ισχυρίζεται ότι οι απαιτήσεις της Ενάγουσας είναι διογκωμένες και υπερβολικές. Υπεράσπιση της Εναγομένης 2 Η Εναγομένη 2 παραδέχεται ότι είναι ασφαλιστικός αντιπρόσωπος της Εναγομένης
- Ο Τριτοδιάδικος 1 είναι μέτοχος και διευθυντής του Τριτοδιάδικου 2, ο οποίος ενεργούσε ως ασφαλιστικός πράκτορας και συνεργαζόταν με την Εναγομένη
- Ο Τριτοδιάδικος 1 δεν εκπροσωπούσε ή δέσμευε καθ' οιονδήποτε τρόπο Εναγομένη
- Η θέση της είναι, ότι της παραδόθηκαν από τον Τριτοδιάδικο 1 ως εκπρόσωπο του Τριτοδιάδικου 2 τα έγγραφα περί τα τέλη Σεπτεμβρίου
- Τα απέστειλαν ακολούθως στην Εναγομένη
- Μετά από 15 μέρες περίπου, περί τα μέσα Οκτωβρίου 2005, η Εναγομένη 1 απέστειλε την πρόταση ασφάλισης κλοπής ζητώντας να ξανασταλεί για εξέταση αφού πρώτα τοποθετείτο σύστημα συναγερμού. Πληροφορήθηκε σχετικά και ο Τριτοδιάδικος 1 από τον οποίο ζητήθηκε η ενημέρωση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα τον ενημέρωσε ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων δεν θα προχωρούσε στην τοποθέτηση συστήματος συναγερμού και ζήτησε την έκδοση των ασφαλιστηρίων εγγράφων έναντι πυρός και θραύσης υάλων. Τα δύο συμβόλαια της αποστάληκαν κατά ή περί την 27/10/
- Το ποσό που καταβλήθηκε ως ασφάλιστρο ουδέποτε καταβλήθηκε στην Εναγομένη
- Η Ενάγουσα γνώριζε ότι η εγκατάσταση συστήματος συναγερμού ήταν προϋπόθεση ασφάλισης έναντι κλοπής. Αρνείται οποιαδήποτε ευθύνη έναντι της Ενάγουσας και τις θεραπείες που αξιώνονται. Απάντηση Με τις Απαντήσεις της η Ενάγουσα ουσιαστικά αρνείται τις θέσεις των Εναγομένων 1 και 2 και ισχυρίζεται ότι η μόνη προϋπόθεση που τέθηκε ήταν η εγκατάσταση πυροσβεστήρα με την οποία συμμορφώθηκαν. Ισχυρίζεται ότι οι θέσεις τους αφορούν εκ των υστέρων σκέψεις. Απαίτηση της Εναγομένης 2 εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 Η Εναγομένη 2 καταχώρισε απαίτηση εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και
- Αναφερόμενη στα γεγονότα της Υπεράσπισης της απαιτεί, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2 την δέσμευαν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι αυτοί ενήργησαν αμελώς γιατί δεν ενημέρωσαν την Ενάγουσα εγκαίρως οπότε και δικαιούται σε συνεισφορά και/ή αποζημίωση σε σχέση με οποιοδήποτε ποσό διαταχθεί η Εναγομένη 2 να πληρώσει. Υπεράσπιση Τριτοδιαδίκων 1 και 2 Οι Τριτοδιάδικοι παραδέχονται ότι συνεργάζοντο με την Εναγομένη 2 έναντι προμήθειας. Για τις προτάσεις ασφάλισης της Ενάγουσας δεν ενήργησαν ως ανεξάρτητοι πράκτορες και ενεργούσαν για λογαριασμό της Εναγομένης
- Ουδέποτε έδωσαν διαβεβαίωση περί ασφαλιστικής κάλυψης της Ενάγουσας σε σχέση με κλοπή. Συμφωνούν ότι η έκδοση ασφαλιστηρίου έναντι κλοπής θα εξεταζόταν εκ νέου αφού η Ενάγουσα προέβαινε σε εγκατάσταση συστήματος συναγερμού. Αρνούνται ότι ενήργησαν αμελώς και τις θεραπείες που απαιτεί η Εναγομένη
- Επίδικα Θέματα Τα επίδικα θέματα σύμφωνα με τα δικόγραφα είναι τα ακόλουθα:
- Κατά πόσο συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Σε περίπτωση που δεν συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1, κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 παριστάνοντας οι ίδιοι ή δια των Τριτοδιάδικων, ως αντιπροσώπων τους αμελώς άφησαν να νοηθεί στην Ενάγουσα ότι ήταν ασφαλισμένη έναντι κλοπής χωρίς να είναι, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Προς επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων θα πρέπει να αποφασιστεί η νομική σχέση των διαδίκων, ποιος ήταν δηλαδή αντιπρόσωπος ποιού και ποια η έκταση των εξουσιών του.
- Αποτελεί επίσης επίδικο θέμα ο υπολογισμός της ζημιάς της Ενάγουσας η οποία αμφισβητείται στην ολότητα της.
- Σε περίπτωση που κριθεί ότι η Εναγομένη 2 φέρει ευθύνη έναντι της Ενάγουσας θα πρέπει να εξεταστεί η ευθύνη των Τριτοδιαδίκων έναντι της Εναγομένης
- Η Μαρτυρία Εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσαν η κα. Στέλλα Ραφαέλλα Ευγενειάδου (ΜΕ1), ο κ. Γιώργος Μαλέκκος (ΜΕ 2), η κα. Δόμνα Αντωνιάδου (ΜΕ 3) και η κα. Ντία Στρατή (ΜΕ 4). Εκ μέρους της Εναγομένης 1 κατέθεσε ο κ. Εύρος Κυριακίδης (ΜΥ1/1). Εκ μέρους της Εναγομένης 2 κατέθεσαν η κα. Καλλισθένη Χατζηπαύλου (ΜΥ2/1) και ο κ. Κωνσταντίνος Λοïζίδης (ΜΥ2/2). Οι Τριτοδιάδικοι δεν παρουσίασαν μάρτυρες. Η Μαρτυρία της Ενάγουσας Στέλλα - Ραφαέλλα Ευγενιάδου (ΜΕ1) Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της γραπτή δήλωση ημερομηνίας 16/1/2015, Τεκμήριο Α. Στην εν λόγω δήλωση αναφέρεται ότι είναι διευθύντρια της Ενάγουσας εταιρείας η οποία συστήθηκε το Σεπτέμβριο του 2004 (Τεκμήριο 1 - πιστοποιητικό σύστασης). Ο άλλος διευθυντής είναι ο Χρίστος Αντωνιάδης (Τεκμήριο 2 - πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέα, Τεκμήριο 3 - πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου). Η Ενάγουσα ασχολείται με γενικό εμπόριο (Τεκμήριο 4 - φωτοαντίγραφο ιδρυτικού εγγράφου και καταστατικού). Η Ενάγουσα τον Ιούνιο του 2005 προέβη σε ενοικίαση καταστήματος στην οδό Βύρωνος στη Λεμεσό με σκοπό την εισαγωγή και διάθεση επωνύμων ενδυμάτων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 ενοικιαστήριο έγγραφο για την ενοικίαση του καταστήματος για την περίοδο 1/5/2005 μέχρι 30/4/2007 για Λ.Κ. 300 μηνιαίως, σύνολο Λ.Κ. 7.
- Η πρώτη εισαγωγή των εμπορευμάτων έγινε 22/9/2005 από την Ιταλία. Κλήθηκε ο Χρίστος Γρηγορίου (Τριτοδιάδικος 1), κουμπάρος της, αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 με σκοπό την ασφάλιση του χώρου και των εμπορευμάτων. Τους ανέφερε ότι η Εναγομένη 2 ήταν αντιπρόσωπος της Εναγομένης
- Ετοιμάστηκαν τρεις προτάσεις για ασφαλιστική κάλυψη: Τεκμήριο 6: Πρόταση ασφάλισης έναντι κλοπής για το ποσό των Λ.Κ. 40.900 και με πρώτο ασφάλιστρο Λ.Κ. 87.80, ημερομηνίας 22/9/
- Τεκμήριο 7: Πρόταση πυρασφάλισης για το ποσό των Λ.Κ. 40.900 και με πρώτο ασφάλιστρο Λ.Κ. 87.80, ημερομηνίας 22/9/
- Τεκμήριο 8: Πρόταση ασφάλισης έναντι θραύσεως υάλων για το ποσό των Λ.Κ. 1.500 και με πρώτο ασφάλιστρο Λ.Κ. 66,00, ημερομηνίας 22/9/
- Την ίδια μέρα κατέβαλαν το ποσό των Λ.Κ.100 έναντι και των τριών προτάσεων στον Τριτοδιάδικο
- Το υπόλοιπο ποσό των ασφαλίστρων θα καταβαλλόταν με την παραλαβή των συμβολαίων. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 απόδειξη του Τριτοδιάδικου 2, ημερομηνίας 22/9/2005 για το ποσό των Λ.Κ.
- Ο Τριτοδιάδικος 1 τους διαβεβαίωσε ότι η εφαρμογή των συμφωνιών ξεκινούσε με την πληρωμή της προκαταβολής. Ρωτήθηκαν για την ύπαρξη συστήματος συναγερμού και ανέφεραν ότι θα τοποθετείτο τον Δεκέμβριο του
- Ο Τριτοδιάδικος 1 τους ανέφερε ότι δεν αποτελούσε πρόβλημα. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2005 την πληροφόρησε ο Χρίστος Αντωνιάδης ότι ζητήθηκε από υπάλληλο της Εναγομένης 1, ο οποίος είχε επισκεφθεί το κατάστημα, η τοποθέτηση πυροσβεστήρα οπότε και συμμορφώθηκαν. Δεν έγινε οποιαδήποτε μνεία για τοποθέτηση συστήματος συναγερμού. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2005 ή αρχές Νοεμβρίου 2005 δέχθηκε τηλεφώνημα από υπάλληλο της Εναγομένης 1 ο οποίος την ρώτησε αν τοποθέτησαν σύστημα συναγερμού. Του απάντησε ότι θα τοποθετείτο το Δεκέμβριο, της είπε «εντάξει» χωρίς να αναφέρει ότι αυτό θα ήταν πρόβλημα. Η ίδια επικοινώνησε με την Εναγόμενη 2, μέσω του Τριτοδιάδικου 1, και ζήτησε τα συμβόλαια. Η απάντηση ήταν να μην ανησυχεί γιατί ήταν ασφαλισμένοι και ότι θα τα έστελναν σύντομα μέσω του Τριτοδιάδικου
- Στις 15/12/2005 έγινε διάρρηξη και κλάπηκε όλο το περιεχόμενο του καταστήματος. Ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο 1 και ακολούθως μετέβη στα γραφεία της Εναγομένης 1 για να προβεί σε απαίτηση οπότε και την πληροφόρησαν ότι δεν υπήρχε ασφαλιστήριο έγγραφο έναντι κλοπής. Ακολούθως στάληκαν από την Εναγομένη 2 τα δύο συμβόλαια, Τεκμήριο 9 - ασφάλιση έναντι θραύσης υάλων και Τεκμήριο 10 - ασφάλιση έναντι πυρός. Από το κατάστημα κλάπηκαν και τα τιμολόγια οπότε και εκδόθηκε κατάσταση από το λογισμικό του καταστήματος στο οποίο ήταν καταγεγραμμένο το στοκ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 12, αντίγραφο τιμολογίων που στάληκε από τον προμηθευτή POVEST RESOURCES INT LTD, ημερομηνίας 15/9/2005, για το ποσό των €51.954,40 και ως Τεκμήριο 13, κατάσταση εμπορευμάτων ημερομηνίας 15/9/2005 της POVEST TRADING INCORPORATED. Μέσω των τότε δικηγόρων τους έστειλαν προς τις Εναγόμενες 1 και 2 και τους Τριτοδιάδικους 1 και 2 επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 30/12/2005 (Τεκμήριο 14). Το κατάστημα έμεινε κλειστό για 6 μήνες και κατέβαλαν ενοίκια ύψους Λ.Κ. 1.800 για την εν λόγω περίοδο. Διατήρησαν το κατάστημα ανοικτό με σκοπό, αφού λάμβαναν την αποζημίωση, να φέρουν νέα προϊόντα. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 15 επιστολή ημερομηνίας 5/5/2006 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας (για ετοιμασία Αστυνομικής Έκθεσης), ως Τεκμήριο 16, υπενθύμιση ημερομηνίας 6/7/2006, ως Τεκμήριο 17.1 επιστολή ημερομηνίας 29/8/2006 του Αρχηγείου Αστυνομίας και ως Τεκμήριο 17.2, βεβαίωση της καταγγελίας διάρρηξης με επισυνημμένο κατάλογο της κλοπής της περιουσίας που εντοπίστηκε. Η Εναγομένη 1 απάντησε με επιστολές ημερομηνίας 24/1/2006, Τεκμήριο 18 και 28/3/2006, Τεκμήριο 19, με την οποία τους κάλεσε σε συνάντηση στις 5/4/
- Η συνάντηση δεν είχε οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Προφορικά ανέφερε ότι υπολόγισε το καθαρό κέρδος της Ενάγουσας, αφαιρουμένων δηλαδή τρεχόντων εξόδων, Φ.Π.Α., μισθών και κοινωνικών ασφαλίσεων, στις Λ.Κ. 3.000 μηνιαίως για την περίοδο που εργάστηκαν. Τα κλαπέντα ήταν αξίας Λ.Κ. 25.467,
- Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Εναγομένης 1 ανέφερε ότι η Ενάγουσα σήμερα δεν δραστηριοποιείται. Τερμάτισαν την ενοικίαση 6 μήνες μετά τη διάρρηξη, το κατάστημα ενοικιάστηκε σε άλλο ενοικιαστή που συνδεόταν με τον Χρίστο Αντωνιάδη. Δεν γνώριζε αν έγινε νέο ενοικιαστήριο έγγραφο ούτε είχε απόδειξη για τις Λ.Κ. 1.
- Η ίδια γνώριζε ότι το ποσό καταβλήθηκε. Δεν γνώριζε αν η ασφάλεια κάλυπτε ή όχι ενοίκια. Ανέφερε ότι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν προσωπικά από τους ίδιους στην Ιταλία και τα μετέφεραν στην Κύπρο. Δόθηκαν σε μετρητά €20.000 και ακολούθως με εμβάσματα, δεν θυμόταν πόσα εμβάσματα και για ποια ποσά. Υπήρχε εμπιστοσύνη γιατί οι προμηθευτές γνώριζαν τον Χρίστο Αντωνιάδη. Δεν την ενδιέφερε αν στα Τεκμήρια 12 και 13 δεν αναγραφόταν η ίδια ονομασία εταιρείας, αφού παραλήφθηκαν τα εμπορεύματα. Ανέφερε ότι πωλήθηκαν τα μισά περίπου προϊόντα. Διευκρίνισε ότι στην απαίτηση απαιτούνται και τα κέρδη. Το κατάστημα άνοιξε στις 23/9/
- Ο λόγος που ο τεχνικός δεν εγκατέστησε σύστημα συναγερμού τότε, ήταν λόγω φόρτου εργασίας. Θα το έπραττε τον Δεκέμβριο του
- Ο Τριτοδιάδικος 1 τη διαβεβαίωσε ότι τα συμβόλαια ήταν έτοιμα. Γνώριζε ότι ήταν ασφαλιστικός αντιπρόσωπος γιατί της το είπε. Η ίδια αντιλήφθηκε ότι τα Τεκμήρια 6, 7 και 8 επενεργούσαν ως «cover note» μέχρι την έκδοση των συμβολαίων. Κατά την τηλεφωνική επικοινωνία που είχε με την Εναγομένη 1 απλά ρωτήθηκε για την ύπαρξη συστήματος συναγερμού. Δεν της λέχθηκε ότι έπρεπε να τοποθετηθεί. Ουδέποτε της ζητήθηκε η καταβολή των υπολοίπων ασφαλίστρων. Γνώριζε ότι είχε καταβληθεί μόνο προκαταβολή. Ανέφερε μάλιστα ότι παρέμενε ενδεχόμενο να της έκαναν καλύτερη τιμή. Από τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με την Εναγομένη 2, αντιλήφθηκε ότι τα συμβόλαια ήταν έτοιμα. Δεν αναφέρθηκε όμως ποια από αυτά ήταν έτοιμα. Αρνήθηκε ότι στις 27/10/2005 η Εναγομένη 2 αφού παρέλαβε τα συμβόλαια πυρός και θραύσης υάλων την ενημέρωσε ότι θα παρέμεναν κοντά της μέχρι να τοποθετηθεί σύστημα συναγερμού. Δέχθηκε ότι στάληκε και επιστολή από το δικηγόρο της με την οποία τους ζητούσε όλα τα τιμολόγια και αποδείξεις (Τεκμήριο 20). Δέχθηκε επίσης επιστολή που στάληκε εκ μέρους της Ενάγουσας και από άλλο δικηγορικό γραφείο (Τεκμήριο 21). Κατέθεσε ως Τεκμήριο 22, κατάσταση που εκτυπώθηκε από το λογισμικό τους για την κερδοφορία της Ενάγουσας για την περίοδο 1/9/2005 μέχρι 31/12/
- Εξήγησε ότι το κέρδος υπολογιζόταν στο 45%, Λ.Κ. 2.428,97 για την περίοδο. Τις Λ.Κ. 3.000 μηνιαίως τις υπολόγισε λαμβάνοντας υπόψη τις πωλήσεις που θα έκαναν την περίοδο των Χριστουγέννων. Ανέφερε ότι απαιτεί την αξία των εμπορευμάτων, τα κέρδη και 6 μήνες ενοίκια. Ουδέποτε ενημερώθηκε ότι εκκρεμούσε η συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της Εναγομένης 2, δέχθηκε ότι το προβαλλόμενο κέρδος των Λ.Κ. 3.000 ήταν εκτίμηση επιθυμητή για το μέλλον, αφού με σειρά ερωτήσεων δέχθηκε ότι την περίοδο 22/9/2005 μέχρι 16/12/2005 που λειτούργησε το κατάστημα, το κέρδος ήταν πολύ μικρότερο, γύρω στις Λ.Κ.
- Αρνήθηκε ότι η επιχείρηση ήταν ζημιογόνα. Ανέφερε ότι την ενοικίαση ακολούθως την ανέλαβε ο Χρίστος Αντωνιάδης με άλλη εταιρεία. Το κατάστημα λειτουργούσε ο Χρίστος Αντωνιάδης, τις προτάσεις ασφάλισης υπέγραψε ο ίδιος και επικοινωνία με τον κ. Παρασκευά επίσης είχε ο ίδιος, απλά την ενημέρωνε. Δεν γνώριζε ποιο ποσό παρέμενε ως οφειλόμενο υπόλοιπο στον προμηθευτή, ούτε πως το ξόφλησε ο Χρίστος Αντωνιάδης με την οικογένεια του. Δέχθηκε ότι από το 2007 ο Χρίστος Αντωνιάδης είναι πτωχεύσας. Ήταν η πρώτη φορά που έκανε ασφάλεια μέσω του Τριτοδιάδικου
- Η ίδια γνώριζε ότι ήταν ασφαλιστής και αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2, δεν γνώριζε όμως ακριβώς τη φύση της σχέσης τους ή αν ο Τριτοδιάδικος 1 συνεργαζόταν και με άλλους πράκτορες. Δέχθηκε ότι η Εναγομένη 2 προωθούσε προτάσεις για έγκριση. Δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ποιο υπάλληλο της Εναγομένης 2 μίλησε τηλεφωνικώς. Δέχθηκε ότι επί των εγγράφων προτάσεων, Τεκμήρια 6, 7 και 8, τα ασφάλιστρα είχαν συμπληρωθεί με διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, δεν γνώριζε αν συμπληρώθηκαν κατά την υποβολή τους ή μετά. Ο Τριτοδιάδικος 1 της ανέφερε ότι θα προσπαθούσε να εξασφαλίσει καλύτερη τιμή. Επέμεινε ότι ο Τριτοδιάδικος 1 της ανέφερε ότι δεν θα είχαν πρόβλημα με την ασφάλιση. Ουδείς τους ενημέρωσε, αντίθετα, μιλώντας δύο φορές με την Εναγομένη 2 της λέχθηκε ότι θα αποστέλλονταν τα συμβόλαια στη Λεμεσό. Όσον αφορά το σύστημα συναγερμού, αρνήθηκε ότι ήταν προαπαιτούμενο για έγκριση της πρότασης, αντίθετα, ενημέρωσε την Εναγομένη 1 ότι θα τοποθετείτο τον Δεκέμβριο και της είπαν εντάξει. Δεν γνώριζε το πλήρες όνομα του προσώπου που θα τοποθετούσε το σύστημα, τον γνώριζε ως «Τσίπς». Δεν μπορούσε να παρουσιάσει αποδείξεις πληρωμής ενοικίων ή των πληρωμών στον προμηθευτή. Τα ρούχα μεταφέρθηκαν ως αποσκευές από την Ιταλία. Της υποβλήθηκε ότι στα Τεκμήρια 12 και 13 δεν αναφέρεται αριθμός οδού, ότι ο αριθμός «Telefax» είναι για κινητό τηλέφωνο και ο κωδικός του τηλεφώνου είναι της πόλης Φότζια και όχι της Πάρμα. Δήλωσε άγνοια. Αρνήθηκε ότι τα ονόματα εταιρειών που αναγράφονται στα Τεκμήρια 12 και 13 είναι ανύπαρκτα. Ανέφερε ότι ο λόγος που στα Τεκμήρια 12 και 13 τα προϊόντα περιγράφονται ως εξοφλημένα είναι η σχέση εμπιστοσύνης που είχαν με τους προμηθευτές. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο των Τριτοδιαδίκων, ανέφερε ότι γνώριζε τον Τριτοδιάδικο 1 από το 1997-
- Του είχε βαφτίσει την θυγατέρα του. Επέμεινε ότι τους είπε ότι ήταν καλυμμένοι και ότι το θέμα του συστήματος συναγερμού απλά σημειώθηκε γιατί του το ανέφεραν. Αρνήθηκε ότι οι αξίες των εμπορευμάτων συμπληρώθηκαν μετά. Αρνήθηκε υποβολή ότι το ασφαλιστήριο κλοπής δεν εκδόθηκε γιατί δεν υπήρχε σύστημα συναγερμού. Τέλος, ανέφερε ότι παρά το γεγονός ότι εντοπίστηκαν, 1½ χρόνο μετά, κάποια από τα προϊόντα στη Θεσσαλονίκη, δεν ενδιαφέρθηκε να τα πάρει. Γιώργος Μαλέκκος (ΜΕ2) Κατά την κυρίως του εξέταση ανέφερε ότι είναι Τεχνικός Πληροφορικής και Προγραμματισμού από το
- Το 2005 πώλησε στην Ενάγουσα λογισμικό πρόγραμμα διαχείρισης αποθέματος. Λόγω της σύντομης εκπαίδευσης που έκαναν οι διευθυντές της Ενάγουσας χρειάστηκαν βοήθεια στην καταχώριση του αποθέματος και εκτύπωση των barcodes. Το λογισμικό είναι τέτοιας φύσεως που απαγορεύει αλλοίωση των καταχωρίσεων. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 2005 δέχθηκε τηλεφώνημα από την ΜΕ1, η οποία ήταν πανικόβλητη. Του ανέφερε ότι έγινε κλοπή και μετέβη στο κατάστημα ώστε να τη βοηθήσει στην εκτύπωση καταστάσεων. Δεν γνώριζε που δόθηκαν, εν τέλει, οι καταστάσεις αυτές. Τον ξαναεπισκέφθηκε πρόσφατα με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ηλικίας πλέον 10 ετών, οπότε με μικροεπισκευή που δεν αφορούσε το λογισμικό, προέβη σε εκτύπωση του εγγράφου που ακολούθως αναγνώρισε ως Τεκμήριο
- Η εκτύπωση έγινε στις 26/2/
- Το λογισμικό ή το περιεχόμενο του δεν είχαν υποστεί αλλοιώσεις. Αντεξεταζόμενος από τη συνήγορο της Εναγομένης 1 εξήγησε ότι το έγγραφο Τεκμήριο 23, τιτλοφορείται «BEFORE THEFT» γιατί ετοίμασε ο ίδιος την ημέρα της κλοπής, back-up file και εκτύπωσε την κατάσταση ώστε να μην γίνει αλλοίωση. Το Τεκμήριο 22 δε θυμόταν αν το είχε εκτυπώσει ο ίδιος στις 18/3/
- Ανέφερε ότι καταχωρίστηκαν τα προϊόντα με βάση 2 μεγάλα τιμολόγια, ίσως το Τεκμήριο 13, δε θυμόταν. Είχε δει όμως τα ενδύματα. Η αμοιβή του ήταν περίπου Λ.Κ. 1.000 με Λ.Κ. 2.
- Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Εναγομένης 2, δέχθηκε ότι ήταν δυνατή η καταχώριση στο σύστημα πωλήσεων που δεν είχαν γίνει. Συμφώνησε ότι δεν φαινόταν ποιος έκανε τις πωλήσεις στο Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι το «back-up» έγινε στον υπολογιστή της Ενάγουσας. Δεν ήταν σίγουρος αν είχε και δικό του «back-up». Θα ήταν πιο εύκολο να εκτυπωθεί από το δικό τους σύστημα, όμως χρησιμοποιήθηκε ο υπολογιστής της Ενάγουσας. Δεν θυμόταν να είχε προβεί και σε εκτύπωση στις 18/3/
- Γνώριζε ότι θα συνέχιζε η Ενάγουσα δραστηριότητες γι' αυτό δημιούργησε το αρχείο. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο των Τριτοδιαδίκων εξέφρασε την άποψη ότι το Τεκμήριο 22 σίγουρα εκτυπώθηκε από τον υπολογιστή της Ενάγουσας. Δεν ήταν σίγουρος αν ο εν λόγω υπολογιστής δούλευε για τα τελευταία 10 έτη. Δόμνα Αντωνιάδου (ΜΕ3) Ανέφερε ότι είναι αδελφή του Χρίστου Αντωνιάδη. Λόγω μη καταβολής ενοικίων από την Ενάγουσα της στάληκε επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 13/9/2006, Τεκμήριο
- Κινήθηκε και αγωγή, δε θυμόταν αριθμό. Ανέλαβε εν τέλει την εξόφληση των ενοικίων η ίδια καταβάλλοντας συνολικά Λ.Κ. 3.900 (Τεκμήριο 25, η απόδειξη πληρωμής). Έκανε νέα συμφωνία με την ιδιοκτήτρια (δεν είχε έγγραφο) και η ενοικίαση έληξε στις 31/7/2014 (Τεκμήριο 2.6.1- 26.9 δέσμη αποδείξεων ενοικίων). Οικονομικά βοήθησε τον αδελφό της δίδοντας του Λ.Κ. 10.000 για να εξοφλήσει παραγγελία που έκανε για είδη ένδυσης και για την οποία μεσολάβησε κάποιος θείος τους. Η επιχείρηση η οποία ανέλαβε την ενοικίαση ήταν η «Idora Kids World Ltd». Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Εναγομένης 1 ανέφερε ότι ο θείος τους εργαζόταν στην Ιταλία σε εργοστάσιο για βάρκες και βοήθησε μεσολαβώντας στην προμήθεια των ειδών ένδυσης. Δεν γνώριζε τους προμηθευτές. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της Εναγομένης 2 ανέφερε ότι η επιχείρηση της ασχολείτο με την πώληση υποδημάτων. Ανέλαβε τη διαχείριση η μητέρα της η οποία ήταν έμπειρη πωλήτρια. Δεν θυμόταν πότε είχε ετοιμαστεί το νέο ενοικιαστήριο. Το ποσό των Λ.Κ. 10.000 το έδωσε στη μητέρα της για να πληρωθεί ο θείος τους. Ο αδελφός της δεν της επέστρεψε τα χρήματα. Δεν γνώριζε αν τα χρήματα όντως δόθηκαν στο θείο της. Δεν αντεξετάστηκε από το συνήγορο των Τριτοδιαδίκων. Ντία Στρατή (ΜΕ4) Ως υπεύθυνη της Γραμματείας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων κατέθεσε ως Τεκμήριο 29, αντίγραφο αίτησης έξωσης με αρ. Ε197/2006 με ημερομηνία καταχώρισης 18/12/2006, της Ενάγουσας, του Χρίστου Αντωνιάδη και της Δόμνας Αντωνιάδου. Μετά από επιστολή του συνηγόρου της Αιτήτριας ημερομηνίας 28/2/2007 η αίτηση απορρίφθηκε στις 7/3/
- Στο φάκελο της υπόθεσης δεν υπήρχαν καταχωρισμένες ένορκες δηλώσεις επίδοσης ή υπεράσπιση. Η Μαρτυρία της Εναγομένης 1 Εύρος Κυριακίδης (ΜΥ1/1) Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης γραπτή δήλωση, Τεκμήριο Β. Αναφέρει στη δήλωση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν υπάλληλος της Εναγομένης 1 στο Τμήμα Εμπορικών Κινδύνων. Στις 23/9/2005 παρέλαβε μέσω φαξ τρεις προτάσεις ασφάλειας για την Ενάγουσα (Τεκμήρια 6, 7 και 8). Έλεγξε τις προτάσεις και διαπίστωσε ότι το κατάστημα της Ενάγουσας δεν διέθετε σύστημα συναγερμού. Επικοινώνησε με τον κ. Ανδρέα Παρασκευά, επιθεωρητή κινδύνου της Εναγομένης 1 στη Λεμεσό, τον οποίο κάλεσε να επισκεφθεί το κατάστημα. Ο Ανδρέας Παρασκευά τον ενημέρωσε ότι, όσον αφορούσε τους κινδύνους πυρός και υάλων, ο κίνδυνος ήταν χαμηλός και σαν επιπρόσθετο μέτρο μπορούσε να τοποθετηθεί πυροσβεστήρας. Όσον αφορούσε τον κίνδυνο κλοπής, ο κίνδυνος ήταν αυξημένος λόγω των ακριβών εμπορευμάτων και της μη ύπαρξης συναγερμού. Επικοινώνησε με την κα Καλλισθένη (ΜΥ2/1), υπάλληλο της Εναγομένης 2, και της ανέφερε ότι οι προτάσεις ασφάλειας πυρός και υάλων γίνονται αποδεκτές όχι όμως αυτή της κλοπής. Της εξήγησε ότι η πρόταση θα μπορούσε να επανεξεταστεί εφόσον τοποθετείτο σύστημα συναγερμού. Στις 17/10/2005, εκδόθηκαν τα συμβόλαια ασφάλισης πυρός και υάλων και στάληκαν στην Εναγομένη
- Η Ενάγουσα μέχρι την ημερομηνία κλοπής δεν επανήλθε. Το Τεκμήριο 11 (απόδειξη ασφαλίστρου), δεν το είδε ποτέ. Αναγνώρισε τις επιστολές ημερομηνίας 30/12/2005 (Τεκμήριο 14) και 28/3/2006 (Τεκμήριο 19). Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 30.1 (χειρόγραφη) και 30.2 (δακτυλογραφημένη) δήλωση της κας Καλλισθένης (ΜΥ2/1) σε σχέση με την εμπλοκή της στο ζήτημα. Με την Εναγομένη 2, ανέφερε ότι υφίσταται συμφωνία Ασφαλιστικού Πράκτορα (Τεκμήριο 31) ημερομηνίας 22/11/
- Ο Τριτοδιάδικος 1 δεν ενεργούσε ποτέ εκ μέρους της Εναγομένης
- Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε προέβησαν σε οποιαδήποτε διαβεβαίωση στην Ενάγουσα, στην Εναγόμενη 2 ή στους Τριτοδιάδικους για ασφαλιστική κάλυψη έναντι κλοπής. Ουδέποτε υπήρξε συμφωνία μεταξύ τους, ούτε καταβλήθηκε ασφάλιστρο. Καμία επικοινωνία είχαν με διευθυντή της Ενάγουσας. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Ενάγουσας ανέφερε ότι παρέλαβε τις προτάσεις στις 23/9/
- Αρνήθηκε ότι η ημερομηνία 20/9/2005 που αναγράφεται στην τελευταία σελίδα του Τεκμηρίου 7 σχετίζεται με την ημερομηνία παραλαβής. Το έγγραφο έφερε υπογραφή ημερομηνίας 22/9/
- Ανέφερε ότι, αν υπάρχουν πρωτότυπα των προτάσεων θα βρίσκονται στην αποθήκη της Εναγομένης
- Ο ίδιος ουδέποτε παρέλαβε τα πρωτότυπα των προτάσεων. Επικοινώνησε με την κα Καλλισθένη (ΜΥ2/1) τηλεφωνικώς. Τοποθέτησε τις προτάσεις που έλαβε μέσω φαξ σε φάκελο και τα τοποθέτησε σε «tray» για να σταλούν πίσω. Αρνήθηκε ότι τις απέστειλε στις 15/10/
- Δεν γνώριζε πότε όμως τις παρέλαβαν. Αρνήθηκε ότι αφαιρέθηκε σελίδα από το Τεκμήριο
- Αναγνώρισε ότι οι προτάσεις αποτελούν έντυπα της Εναγομένης
- Δεν γνώριζε πως παραλήφθηκε η δήλωση της κας Καλλισθένης (ΜΥ2/1), Τεκμήριο 30.
- Δεν γνώριζε αν καταβλήθηκαν τα ασφάλιστρα για τα συμβόλαια πυρός και θραύσης υάλων. Τα ασφάλιστρα εισπράττονται από τον αντιπρόσωπο τους και έχουν ειδική συμφωνία μεταξύ τους. Η θέση του ήταν ότι τα συμβόλαια στάληκαν στην Εναγομένη 2 στις 17/10/
- Αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση με τον Τριτοδιάδικο 1 και εξέφρασε άγνοια για το αν έγινε κλοπή και τη ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα. Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Εναγομένης 2 δέχθηκε, με αναφορά στα Τεκμήρια προς αναγνώριση 2 και 3, ότι οι Τριτοδιάδικοι μπορεί να είχαν επαφές με την Εναγόμενη 1, δεν ήταν όμως αντιπρόσωποι τους. Ο συνήγορος των Τριτοδιαδίκων δεν προέβη σε αντεξέταση. Κατά την επανεξέταση ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν εκτελέστηκαν οι οδηγίες που περιέχονται στα Τεκμήρια 2 και 3 προς Αναγνώριση. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 32 επιστολή της Εναγόμενης 2 ημερομηνίας 23/9/2005 στο οποίο υπάρχουν χειρόγραφες σημειώσεις του (παρατίθενται αυτολεξεί): « • Σύστημα Συναγερμού απαραιτήτως κ μετά κάλυψη κλοπής. • πυροσβεστήρας» Μαρτυρία της Εναγομένης 2 Καλλισθένη Χατζηπαύλου (ΜΥ2/1) Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως της εξέτασης γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Γ). Όπως αναφέρεται στην εν λόγω δήλωση, διετέλεσε υπάλληλος της Εναγομένης 2 από το 1959 μέχρι το
- Η Εναγομένη 2 είναι εταιρεία που δραστηριοποιείται ως ασφαλιστικός πράκτορας. Τα καθήκοντα της περιλάμβαναν τη διεκπεραίωση και υποβολή στις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου των προτάσεων που τις απέστελλαν οι συνεργάτες της Εναγομένης
- Ο Τριτοδιάδικος 1 ήταν συνεργάτης της Εναγομένης 2 δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 1/1/2004, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τον τρόπο λειτουργίας τους, ο συνεργάτης συμπλήρωνε έντυπο πρότασης πελάτη του και το παρέδιδε στην Εναγομένη
- Η Εναγομένη 2 συμπλήρωσε τα στοιχεία του προτείνοντος και τοποθετούσε τη σφραγίδα της και το απέστελλαν στην Εναγομένη
- Όταν η Εναγομένη 1 ενέκρινε την πρόταση συμπλήρωνε το ασφάλιστρο και εξέδιδε το συμβόλαιο. Για να έχει ισχύ έπρεπε να εισπραχθεί και το πρώτο ασφάλιστρο, το οποίο εισέπραττε ο συνεργάτης. Στο τέλος κάθε μήνα γίνονταν διευθετήσεις μεταξύ του συνεργάτη και της Εναγομένης 2 επί του συνόλου των ασφαλίστρων που εισπράχθηκαν. Ουδείς των συνεργατών τους, ανέφερε, μπορούσε να τους δεσμεύσει καθ' οιονδήποτε τρόπο. Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου 2005 ο Τριτοδιάδικος 1 τους παρέδωσε 3 προτάσεις για ασφάλιση της Ενάγουσας. Συμπλήρωσε η ίδια τα στοιχεία του προτείνοντος και τις προώθησε στην Εναγομένη 1 για έγκριση. Μετά από 10-15 μέρες ο κ. Εύρος Κυριακίδης (ΜΥ1/1) την ενημέρωσε ότι η πρόταση κλοπής δεν έγινε δεκτή γιατί δεν υπήρχε σύστημα συναγερμού, οπότε και επιστράφηκε το έντυπο. Θα επανεξεταζόταν η πρόταση αν τοποθετείτο σύστημα συναγερμού. Πληροφόρησε τον Τριτοδιάδικο 1 και του επέστρεψε την πρόταση. Της ανέφερε ότι θα ενημέρωνε την Ενάγουσα. Από τα τέλη Οκτωβρίου, αφού την ενημέρωσε ότι θα τοποθετείτο σύστημα συναγερμού, και μετά δεν επανήλθε με την πρόταση κλοπής. Τα συμβόλαια ασφάλισης πυρός και θραύσης υάλων εκδόθηκαν περί τα τέλη Οκτωβρίου και παραδόθηκαν στον Τριτοδιάδικο
- Τα ασφάλιστρα πληρώθηκαν τον Ιούλιο του
- Ουδέποτε μίλησε η ίδια ή άλλος υπάλληλος της Εναγομένης 2 με οποιοδήποτε εκπρόσωπο της Ενάγουσας. Μετά από απαίτηση του κ. Πλουτάρχου, εκ μέρους της Εναγομένης 1, ετοίμασε το έγγραφο Τεκμήριο 30.
- Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της Ενάγουσας αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 34, τιμολόγιο ημερομηνίας 27/10/2005, για τα ασφαλιστήρια πυρός και θραύσης υάλων, το οποίο έφερε τη δική της υπογραφή. Δεν θυμόταν αν τότε η Εναγομένη 2 ήταν Γενικός Αντιπρόσωπος της Εναγομένης
- Δέχθηκε ότι ο Τριτοδιάδικος 1 παρέδωσε τις προτάσεις περί τα τέλη Σεπτεμβρίου γύρω στις 23/9/
- Ανέφερε ότι ο Εύρος Κυριακίδης (ΜΥ1/1), επικοινώνησε μαζί της λίγες μέρες μετά και όχι την ίδια μέρα σε σχέση με την απόρριψη της πρότασης. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Τριτοδιάδικος 1 να είχε συμπληρώσει το ασφάλιστρο επί του Τεκμηρίου 6 (την πρόταση ασφάλισης έναντι κλοπής). Παρέδωσε τα συμβόλαια στον Τριτοδιάδικο 1 γύρω στις 27/10/
- Αρνήθηκε ότι είχε επικοινωνία με την Ενάγουσα, και ότι έκανε λάθος για το ζήτημα ασφάλισης έναντι κλοπής. Αντεξεταζόμενη από τη συνήγορο της Εναγομένης 1 ανέφερε ότι στις 27/10/2005 παρέλαβε τα συμβόλαια από το «tray» της εταιρείας. Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να τοποθετήθηκαν στο «tray» από τις 17/10/
- Αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 32 (επιστολή ημερομηνίας 23/9/2005). Δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ο Εύρος Κυριακίδης (ΜΥ1/1) να εξέτασε τις προτάσεις την ίδια μέρα. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο των Τριτοδιαδίκων ανέφερε ότι η πρακτική που ακολουθούσαν ήταν να επιστρέφουν τις προτάσεις που δεν γίνονταν αποδεκτές. Αρνήθηκε ότι η πρόταση κλοπής παρέμεινε κοντά της. Δεν γνώριζε αν ο Τριτοδιάδικος 1 ενημέρωνε της Ενάγουσα. Μίλησε πολλές φορές μαζί του ώστε να μην μείνει η πρόταση ασφάλισης έναντι κλοπής σε εκκρεμότητα, χωρίς όμως ανταπόκριση. Κωνσταντίνος Λοϊζίδης (ΜΥ2/2) Υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως του εξέτασης γραπτή δήλωση (Τεκμήριο Δ). Όπως αναφέρει στην εν λόγω δήλωση είναι δικηγόρος στο Δικηγορικό Γραφείο Μάρκος Π. Σπανός & Σία, δικηγόρων της Εναγομένης
- Η μαρτυρία του αφορούσε την ύπαρξη ή όχι των εταιρειών που αναφέρονται στα Τεκμήρια 12 και 13, Povest Resources Int. Ltd και Povest Trading Incorporated. Κατέθεσε τα ακόλουθα έγγραφα ως Τεκμήρια, παραθέτοντας συμπληρωματικά: · Τεκμήριο 35.1 και 2: Εκτύπωση της ιστοσελίδας «PLG International Lawyers» διεθνούς Ομίλου δικηγόρων, μέλη του οποίου είναι το Δικηγορικό Γραφείο Μάρκος Π. Σπανός & Σία και το Δικηγορικό Γραφείο, Studio Legale Biamonti που εδρεύει στη Ρώμη. · Τεκμήριο 36: Επιστολή στα Αγγλικά ημερομηνίας 30/3/2015 του Studio Legale Biamonti (υπογράφεται από κάποιον Andrea Lo Gaglio) στην οποία αναφέρεται ότι από έρευνα που έκανε στο Ιταλικό Μητρώο Επιχειρηματικών Οντοτήτων (Registro delle Imprese) δεν βρέθηκε εγγεγραμμένη εταιρεία με την επωνυμία Povest Resources Int. Ltd ή Povest Resources International Ltd ή Povest Trading Incorporated ή με παρόμοιο όνομα. · Τεκμήριο 37: Μετάφραση στα Ελληνικά που ετοίμασε ο ίδιος της επιστολής Τεκμήριο
- · Τεκμήριο 38: Εκτύπωση από ιστοσελίδα στην οποία φαίνονται τα στοιχεία άλλης επιχείρησης στην οδό Vietta στην Πάρμα. Διαφαίνεται, σύμφωνα με τον ίδιο, ότι οι αναγραφόμενες διευθύνσεις στα Τεκμήρια 12 και 13 είναι ελλιπείς αφού δεν αναγράφεται ο αριθμός της οδού. · Τεκμήριο 39: Εκτύπωση από ιστοσελίδα όπου φαίνεται ο κωδικός κλήσης στην Ιταλία, 0039 και των παροχών κινητής τηλεφωνίας. Ο κωδικός 0039328 που φαίνεται στα Τεκμήρια 12 και 13 στους αριθμούς φαξ είναι κωδικός για κλήση σε κινητό τηλέφωνο. · Τεκμήριο 40: Εκτύπωση από ιστοσελίδα (Wikipedia), με την οποία φαίνεται ότι ο κωδικός +0390881 αφορά την πόλη Φότζια και όχι την Πάρμα που είναι +
- Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο της Ενάγουσας ανέφερε ότι ασκεί τη δικηγορία από το
- Δεν ήταν σε θέση να πει αν σήμερα ο συντάκτης του Τεκμηρίου 36 είναι εν ζωή αφού από τις 30/3/2015 και μετά δεν είχε επαφή μαζί του. Μετάφρασε ο ίδιος τον όρο «Enterprises» σε «Επιχειρηματικές Οντότητες». Ο όρος, σύμφωνα με τον ίδιο περιλαμβάνει εταιρείες. Αρνήθηκε υποβολή ότι το εν λόγω μητρώο είναι αντίστοιχο αυτού του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Κύπρου και ότι δεν είναι επίσημο. Ανέφερε ότι αν και δεν γνωρίζει τον Ιταλικό Νόμο στις Ιταλικές εταιρείες δεν αναγράφεται το «Ltd». Δέχθηκε ότι δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει τις καταχωρίσεις τηλεφωνικών κωδικών και οδών που εκτύπωσε. Δέχθηκε επίσης ότι η «Wikipedia» αποποιείται ευθύνη όσον αφορά καταχωρίσεις (Τεκμήρια 41 και 42). Αρνήθηκε ότι ήρθε να μαρτυρήσει καθ' υπόδειξη. Δεν αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους της Εναγόμενης 1 και των Τριτοδιαδίκων. Εισηγήσεις Συνηγόρων Ο συνήγορος της Ενάγουσας κάλεσε το Δικαστήριο να δεχθεί τη μαρτυρία των μαρτύρων της Ενάγουσας και να απορρίψει τη μαρτυρία των μαρτύρων των Εναγομένων γιατί αυτή παρουσίαζε αντιφάσεις (Μαρτυρία Εύρου Κυριακίδη, ΜΥ1/1 και Καλλισθένης Χατζηπαύλου, ΜΥ2/1) ή ήταν εξ ακοής (Μαρτυρία Κωνσταντίνου Λοϊζίδη, ΜΥ2/2). Ανέφερε επίσης ότι η έγγραφη μαρτυρία καταδεικνύει ότι ο Τριτοδιάδικος 1 δεν ήταν ασφαλιστικός πράκτορας αλλά αντιπρόσωπος της Εναγομένης
- Η παρούσα υπόθεση διαφέρει, εισηγήθηκε, από τα γεγονότα της American Home Assurance Co κ.ά. v. Παναγιώτη Α. Χρίστου
(1998)1Α ΑΑΔ 1072. Η καταβολή του πρώτου ασφαλίστρου δέσμευε την Εναγομένη 1 (βλ. Looker v. Law Union and Rock Insurance Company Ltd
(1928)1 KB 554). Διαζευκτικά η αμέλεια των Εναγομένων 1 και 2 να ενημερώσουν έγκαιρα την Ενάγουσα προκάλεσε τη ζημιά που απαιτεί. Η συνήγορος της Εναγομένης 1 επεσήμανε ότι η μαρτυρία της Στέλλας Ραφαέλλας Ευγενειάδου (ΜΕ1), παρουσίαζε αντιφάσεις οι οποίες την καθιστούν αναξιόπιστη. Συγκεκριμένα, τα Τεκμήρια 12 και 13 δεν συνάδουν με το Τεκμήριο 23 και η μαρτυρία της για καταβολή ενοικίων συγκρούεται με την μαρτυρία της Δόμνας Αντωνιάδου (ΜΕ3),. Η μαρτυρία της όσον αφορά την αγορά και πληρωμή των προϊόντων δεν βρίσκει έρεισμα στα κατατεθέντα τεκμήρια ούτε προσκομίστηκαν σχετικές αποδείξεις. Αντίθετα, φαίνεται να έγιναν πληρωμές από μη σχετιζόμενα με την Ενάγουσα πρόσωπα. Σε αντίθεση οι μάρτυρες, Εύρος Κυριακίδης (ΜΥ1/1), Καλλισθένη Χατζηπαύλου (ΜΥ2/1) και Κωνσταντίνος Λοϊζίδης (ΜΥ2/2) πρέπει να κριθούν αξιόπιστοι. Ως προς τη νομική πτυχή εισηγήθηκε τα ακόλουθα: 1. Δεν έγινε έγκυρη σύμβαση μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένης 1 αφού η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή ούτε καταβλήθηκε το πρώτο ασφάλιστρο (βλ. American Home Assurance (ανωτέρω), MacGillivray on Insurance Law 10th ed. σελ. 99, 105, 113 και Looker, ανωτέρω). 2. Η Ενάγουσα κωλύεται λόγω καταχωρίσεων σε έγγραφο (δηλαδή της υποβληθείσας πρότασης) να προωθεί τον ισχυρισμό ότι στηρίχθηκε στα λεγόμενα του Τριτοδιάδικου 1 (βλ. Green v. Kettle
(1938)A.C. 156, 171, Phipson on Evidence, 12th ed. σελ. 912). Ταυτόχρονα αποτελεί μη αποδεκτή εξωγενή μαρτυρία (Chitty on Contracts 25th ed., Vol. 1, σελ. 801, Λάουρα ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1 ΑΑΔ 168, Polycarpou v. Polycarpou
(1982)1 CLR 182, Ηρακλής Γεωργίου ν. Ερμιόνη Στυλιανού
(2009)1 ΑΑΔ 70, Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 407, ΑΤΗΚ ν. Telemedia Information Services Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 719, Χ.Π.Θ. Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας
(1999)1 ΑΑΔ 630). Πέραν των πιο πάνω οι διαβεβαιώσεις του Τριτοδιαδίκου 1 αποτελούν εξ ακοής μαρτυρία στην οποία δεν πρέπει να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα.
- Δεν έχει καταδειχθεί ότι ο Τριτοδιάδικος 1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης 1 και της Εναγομένης 2 ώστε οι οποιεσδήποτε δηλώσεις ή ενέργειες ή παραλείψεις του να δεσμεύουν την Εναγομένη 1 (βλ. Clerk & Lindsell, 13th ed. σελ. 238, 457, 467).
- Η Ενάγουσα δεν απέδειξε τη ζημιά της. Ο συνήγορος της Εναγομένης 2 αναφέρθηκε σε αντιφάσεις στη μαρτυρία που προσκόμισε η Ενάγουσα. Ανέφερε ότι σε καίρια ζητήματα η μαρτυρία ήταν εξ ακοής χωρίς να δοθεί επαρκής δικαιολογία ως προς τους λόγους απουσίας του μάρτυρα που είχε πρωτογενή γνώση (βλ. άρθρο 27 του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, Χριστοφή ν. Δημητρίου
(2009)1Α ΑΑΔ 428, Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 320 - 321). Ο Τριτοδιάδικος 1, όπως προκύπτει και από τη μαρτυρία της Στέλλας Ραφαέλλας Ευγενειάδου (ΜΕ1), καμία διαβεβαίωση έδωσε, αντίθετα, στην καλύτερη περίπτωση εξέφρασε απλά την άποψη του. Από την προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποδείχθηκε η ζημιά της Ενάγουσας ή δε επίκληση διαφυγόντος κέρδους και ενοικίων δεν αποτελεί, εν πάση περιπτώσει, επακόλουθο παράβασης σύμβασης ή αμέλειας (βλ. ΑΛΠΑΝ ν. Τρυφωνίδου
(1991)1 ΑΑΔ 679, Χαραλάμπους ν. Καψός Καφές
(1997)1 ΑΑΔ 199). Ανέφερε επίσης ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οι Τριτοδιάδικοι ήταν αντιπρόσωποι των Εναγομένων 1 και 2 (βλ. Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Vol. 1 σελ. 148, Vol. 28 σελ. 22-23). Οι Τριτοδιάδικοι 1 και 2 κατέστησαν αντιπρόσωποι της Ενάγουσας δυνάμει των ενεργειών τους (βλ. Ανδρέας Κωνσταντίνου ν. Ιωάννη Μέντζη
(2005)1 Β ΑΑΔ 124, Biggar v. Rock Life Assurance Company
(1902)1 KB 516 και Newsholme Brothers v. Road Transport and General Insurance Company Ltd
(1929)2 ΚΒ 356). Η Ενάγουσα, όπως προκύπτει, ήταν πελάτης των Τριτοδιαδίκων 1 και 2. Δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αμέλεια των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ή των Εναγομένων 1 και 2 έναντι της Ενάγουσας. Δεν καταδείχθηκε επίσης οποιαδήποτε παράβαση συμφωνίας. Ο συνήγορος των Τριτοδιαδίκων ανέφερε ότι η προσεπίκληση των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 από την Εναγόμενη 2 ισοδυναμεί με νέα αγωγή η οποία θα εξεταστεί μόνο εάν εκδοθεί απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 2 (βλ. Νικήτα Ανδρέας ν. Medcon Construction Ltd
(1997)1 ΑΑΔ 643). Η οποιαδήποτε μαρτυρία δόθηκε εναντίον των Τριτοδιαδίκων από την Εναγόμενη 2 δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη στην εξέταση της απαίτησης της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης
- Υποστήριξε τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε την συνομολόγηση συμφωνίας για ασφάλιση έναντι κλοπής (βλ. American Home Assurance, ανωτέρω). Δεν καταδείχθηκε αμέλεια η οποία να καθιστά τους Τριτοδιαδίκους υπόλογους στην Εναγομένη 2 ούτε αποδείχθηκαν οι ζημιές που απαιτούνται. H συμβατική σχέση μεταξύ της Εναγόμενης 2 και του Τριτοδιάδικου 1 είναι ανεξάρτητου ασφαλιστικού διαμεσολαβητή και όχι αντιπροσώπου. Αξιολόγηση Κοινές Θέσεις Από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία προκύπτουν οι ακόλουθες κοινές θέσεις μεταξύ των μαρτύρων οι οποίες καθίστανται και ευρήματα μου: - Η Ενάγουσα λειτουργούσε επιχείρηση πώλησης ειδών ένδυσης σε ενοικιαζόμενο κατάστημα. - Τα δύο μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας ήταν ο Χρίστος Αντωνιάδης και η Στέλλα Ραφαέλλα Ευγενειάδου, ΜΕ1 (Τεκμήριο 2). - Δεν αμφισβητήθηκε ότι η Ενάγουσα ενοικίασε το κατάστημα από κάποια Βαρβάρα Παστίδου για δύο έτη με ημερομηνία έναρξης της ενοικίασης την 1/5/2005 και ημερομηνία λήξης την 30/4/
- Το ενοίκιο συμφωνήθηκε στις Λ.Κ. 7200, Λ.Κ. 300 μηνιαίως. Εγγυητής ήταν η Δόμνα Αντωνιάδου (ΜΕ3). - Την επιχείρηση λειτουργούσε ο Χρίστος Αντωνιάδης γιατί η Ευγενειάδου (ΜΕ1) εργοδοτείτο αλλού. - Η Ενάγουσα, δια των διευθυντών της, κάλεσε τον Τριτοδιάδικο 1, κουμπάρο της Ευγενειάδου (ΜΕ1), για να συζητήσουν την ασφάλιση του καταστήματος και των εμπορευμάτων. - Ακολούθως, υπογράφτηκαν οι προτάσεις ασφάλισης Τεκμήρια 6 (πρόταση ασφάλισης έναντι κλοπής), 7 (πρόταση ασφάλισης έναντι πυρός) και 8 (πρόταση ασφάλισης έναντι θραύσης υάλων). Οι προτάσεις φέρουν ημερομηνία υπογραφής 22/9/
- Αφορούσαν προτάσεις ασφάλισης της Ενάγουσας από την Εναγομένη
- - Η Ενάγουσα κατέβαλε στον Τριτοδιάδικο 1 Λ.Κ.100 έναντι των ασφαλίστρων και ο Τριτοδιάδικος 1 εξέδωσε απόδειξη, ημερομηνίας 22/9/2005, για το ίδιο ποσό του Τριτοδιάδικου 2, Τεκμήριο
- - Σε όλες οι προτάσεις Τεκμήρια 6, 7 και 8 αναγράφεται ότι: «Η ευθύνη της Εταιρείας αρχίζει όταν η πρόταση γίνει αποδεκτή και πληρωθεί το πρώτο ασφάλιστρο.» - Σε όλες τις προτάσεις Τεκμήρια 6, 7 και 8 αναφέρεται η Ενάγουσα ως «προτείνοντας» και η Εναγομένη 2 ως «παραγωγός» - Στην πρόταση ασφάλισης έναντι κλοπής (Τεκμήριο 6) υπάρχει σημείωση ότι «υπάρχει προσφορά για σύστημα συναγερμού». - Μέχρι την 15/12/2005, ημερομηνία καταγγελίας της κλοπής, η Ενάγουσα δεν είχε τοποθετήσει σύστημα συναγερμού στο κατάστημα. - Η Εναγομένη 1 εξέδωσε συμβόλαια ασφαλιστικής κάλυψης έναντι θραύσης υάλων (Τεκμήριο 9) και πυρός (Τεκμήριο 10). Ως ημερομηνία έκδοσης σημειώνεται η 17/10/
- - Δεν αμφισβητήθηκε η «ΣΥΜΒΑΣΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΠΡΑΚΤΟΡΑ» μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2, ημερομηνίας 22/11/2004, Τεκμήριο
- Στην εν λόγω συμφωνία η Εναγομένη 2 ως «Ασφαλιστικός Πράκτορας» και η Εναγομένη 1 ως «Εταιρεία» συμφώνησαν όπως «Η Εταιρεία συμφωνεί και ο Ασφαλιστικός Πράκτορας αποδέχεται όπως την αντιπροσωπεύει για σκοπούς διεξαγωγής εργασιών ασφαλιστικής διαμεσολάβησης στον Κλάδο Γενικής Φύσεως, σύμφωνα με τους όρους της Σύμβασης αυτής». Η συμφωνία περιγράφεται ως «απεριόριστης διάρκειας». - Δεν αμφισβητήθηκε η «Συμφωνία Αντιπροσωπείας» μεταξύ της Εναγομένης 2 και του Τριτοδιάδικου 1, ημερομηνίας 1/1/2004, Τεκμήριο
- Στην εν λόγω συμφωνία η Εναγομένη 2 αναφέρεται ως «Εταιρεία» και ο Τριτοδιάδικος 1 ως «Αντιπρόσωπος». Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω βασικούς όρους της συμφωνίας: «
- H Εταιρεία συμφωνεί και ο Αντιπρόσωπος αποδέχεται όπως την αντιπροσωπεύει για σκοπούς διεξαγωγής ασφαλιστικών εργασιών Γενικού Κλάδου.
- Ο Αντιπρόσωπος εξουσιοδοτείται όπως συστήνει στην Εταιρεία προς ασφάλιση τους πιο κάτω κλάδους ασφαλειών. ... · Πυρός · Κλοπής .....
- Συμφωνείται ρητά μεταξύ των Συμβαλλόμενων ότι ο Αντιπρόσωπος θα δικαιούται να εισπράττει τις πιο πάνω προμήθειες και σε περίπτωση που η Εταιρεία διαλυθεί ή να παύσει να αντιπροσωπεύει τις Γενικές Ασφάλειες Κύπρου, εφόσον οι Ασφάλειες θα εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ.
- (α) Ο Αντιπρόσωπος θα ειδοποιεί έγκαιρα την Εταιρεία για όλες τις ζημιές ή απαιτήσεις που θα του κοινοποιούν οι πελάτες τού ή που τυχόν θα έρχονται σε γνώση του. Διευθέτηση απαιτήσεων ή ζημιών θα γίνονται απ' ευθείας από την Εταιρεία εκτός αν συμφωνηθεί διαφορετικά. (β) Εξυπακούεται και συμφωνείται ότι τα ασφάλιστρα θα εισπράττονται για λογαριασμό της Εταιρείας και θα κρατούνται ως καταπίστευμα (in trust) και θα πληρώνονται στην Εταιρεία ως ακολούθως: Στο τέλος κάθε μήνα θα αποστέλλεται στον Αντιπρόσωπο κατάσταση λογαριασμού και το καθαρό υπόλοιπο που οφείλεται προς την Εταιρεία πρέπει να εξοφλείται πριν το τέλος του επόμενου μήνα, δηλαδή το οφειλόμενο ποσά για το μήνα, δηλαδή το οφειλόμενο πόσο για το μήνα Ιανουάριο πρέπει να εξοφλείται πριν το τέλος March Ασφάλιστρα που δεν εξοφλούνται σύμφωνα με τις πρόνοιες αυτές θα επιβαρύνονται με τόκο προς 8% το χρόνο. (γ) H είσπραξη ασφαλίστρων και οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση που θα παραχωρεί ο Αντιπρόσωπος στους πελάτες του θα είναι αποκλειστικά δική του ευθύνη.
- Νοείται ότι ο Αντιπρόσωπος θα έχει το δικαίωμα να συνεργάζεται με άλλες Ασφαλιστικές Εταιρείες χωρίς οποιοδήποτε περιορισμό και χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αντιστρατεύεται τους όρους της παρούσης συμφωνίας.
- Ο Αντιπρόσωπος δεν θα θεωρείται υπάλληλος της Εταιρείας για τους σκοπούς του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου σχετικού Νόμου.
- (α) H συμφωνία αυτή γίνεται για αόριστο χρόνο και μπορεί να τερματισθεί από οιονδήποτε εκ των Συμβαλλομένων δίνοντας τουλάχιστον τριών μηνών προειδοποίηση με συστημένη επιστολή προς το άλλο μέρος.» - Δεν έτυχε αμφισβήτησης η ανταλλαγή των επιστολών Τεκμήρια 14, 18, 19, 20 και 21 ούτε η αποστολή των επιστολών Τεκμήρια 15.1 - 2 και 16.1 -2 από τον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας στον Αρχηγό Αστυνομίας ούτε η απάντηση του Αρχηγού Τεκμήριο 17.1 -
- Είναι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις επιστολές που αμφισβητούνται. - Δεν αμφισβητήθηκε επίσης η μαρτυρία της Ντίας Στρατή (ΜΕ4). Στις 18/12/2006 καταχωρίστηκε στο Δικαστηρίο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου (Τεκμήριο 29) αίτησης έξωσης με αρ. Ε197/2006 εναντίον, της Ενάγουσας, του Χρίστου Αντωνιάδη και Δόμνας Αντωνιάδη. Μετά από επιστολή του συνηγόρου της Αιτήτριας ημερομηνίας 28/2/2007 η αίτηση απορρίφθηκε στις 7/3/
- Στο φάκελο της υπόθεσης δεν υπήρχαν καταχωρισμένες ένορκες δηλώσεις επίδοσης ή υπεράσπιση. Αξιολόγηση της ΜΕ1, Στέλλας - Ραφαέλλας Ευγενειάδου Η μαρτυρία της αφορούσε τα γεγονότα που, σύμφωνα με την εκδοχή της Ενάγουσας, στοιχειοθετούν τις βάσεις αγωγής εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και τις ζημιές που απαιτούνται. Και στα δύο ζητήματα η μαρτυρία της δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω: Ως προς τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη βάση αγωγής
- Διαφάνηκε από τη μαρτυρία της ότι προέβη σε εικασία ότι οι προτάσεις ασφάλισης ήταν «κάτι σαν cover notes». Στην πραγματικότητα γνώριζε ότι δεν ήταν οι τελικές συμφωνίες.
- Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ποια πρόσωπα από τις Εναγόμενες 1 και 2 μίλησε και πότε.
- Δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τι είχε συμπληρωθεί στις προτάσεις από τον Τριτοδιάδικο 1 και πότε.
- Ενώ θεωρούσε ότι είχαν συνομολογηθεί οι συμφωνίες δέχθηκε ότι δεν της είχαν ζητηθεί τα υπόλοιπα των ασφαλίστρων. Μάλιστα αντιλήφθηκε ότι τα αναφερόμενα ποσά δεν ήταν ενδεχομένως τα τελικά.
- Η μαρτυρία της όσον αφορά την απαίτηση τοποθέτησης του πυροσβεστήρα από τον κ. Παρασκευά ήταν εξ ακοής αφού δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τι επακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ του κ. Παρασκευά και του Χρίστου Αντωνιάδη. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη, σελ. 321 - 322, το Δικαστήριο οφείλει να εξηγεί την αποδοχή εξ ακοής μαρτυρίας (βλ. Ανδρέου ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 152) αφού λάβει υπόψη του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης σύμφωνα με το άρθρο 27[1] του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Αναφέρονται στη σελ. 321 τα ακόλουθα: «Ιδιαίτερα αξιολογεί, το αν θα ήταν εύλογο και εφικτά ο διάδικος που έχει παρουσιάσει τη μαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως μάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαμε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικά διάστημα μεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται, το βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο στο οποίο έγινε η δήλωση ή τους οποιουσδήποτε σκοπούς πίσω από την αρχική δήλωση, το αν η εξ ακοής μαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση και το αν υπό τις περιστάσεις που προσάγεται φαίνεται ότι δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της ή γίνεται προσπάθεια παρεμπόδισης της ορθής αξιολόγησης της. H διεργασία επιβάλλεται να γίνεται από το Δικαστήριο, είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία (Γεωργίου ν Στυλιανού
(2009)1(Α) ΑΑΔ 70), είτε από γραπτή μαρτυρία (Μονός και Άλλης v S Xenides Trading Co Ltd και Άλλων
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1002, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν Πολυβίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 339).» Ως προς τις πρόνοιες του άρθρου 27
(3)αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελ. 322: «Σύμφωνα με το άρθρο 27
(3)του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το Δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία, λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Βλ. επίσης, Δημητρίου ν Νικολάου, ΠΕ 325/08, ημ. 7.12.12, Περικλέους ν Μιχαήλ και Άλλου, ΠΕ 268/09, ημ. 31.10.12, Κλεοβούλου ν Αστυνομίας, Ποιν. Εφ. 27/10, ημ. 26.1.12, Κολάνη, άλλως Κίκα Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108).» (βλ. επίσης Χριστοφή ν Δημητρίου
(2009)1(Α) ΑΑΔ 428). Στην προκειμένη περίπτωση δεν εξηγήθηκε ούτε προβλήθηκε οποιοσδήποτε λόγος γιατί ο Χρίστος Αντωνιάδης δεν μπορούσε να καταθέσει επί αυτού του ζητήματος αφού ήταν αυτός που συνομίλησε και εκτέλεσε τις οδηγίες του συγκεκριμένου προσώπου. Η μαρτυρία της ΜΕ1 δεν ήταν επομένως η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Ως προς τις ζημιές
- Η μαρτυρία της ως προς το τι συνιστούσε καθαρό κέρδος δεν συνάδει με το Τεκμήριο
- Οι απόψεις της για καθαρό κέρδος Λ.Κ. 3000 μηνιαίως καταρρίφθηκαν με την αντεξέταση που έγινε. Ακόμη και ο ισχυρισμός της για προβλεπόμενο κέρδος δεν βρίσκει έρεισμα πουθενά στα όσα κατέθεσε.
- Ανέφερε ότι πωλήθηκαν περίπου τα μισά εμπορεύματα κάτι που δεν συνάδει με τις καταχωρίσεις του Τεκμηρίου
- Ήταν εντελώς ασαφής ως προς τον τρόπο εξόφλησης του προμηθευτή (ή προμηθευτών). Αναφέρθηκε γενικά και αόριστα σε καταβολή μετρητών, σε bank transfers και σε εξόφληση από τον Χρίστο Αντωνιάδη χωρίς λεπτομέρειες ή διευκρινίσεις. Η μαρτυρία της ως προς την εξόφληση ήταν εξ ακοής και για τους ίδιους λόγους που ανέφερα πιο πάνω δεν ήταν η καλύτερη δυνατή υπό τις περιστάσεις (βλ. Το Δίκαιο της Απόδειξης, ανωτέρω).
- Ήταν επίσης ασαφής ως προς τους λόγους που διεκδικούνται ενοίκια. Δεν ήταν καθόλου σε θέση να δώσει διευκρινίσεις ως προς την τύχη της ενοικίασης και τι πληρωμές έγιναν, αν καθόλου, από την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου δεν δέχομαι τη μαρτυρία της. Αξιολόγηση του ΜΕ2, Γιώργου Μαλέκκου Ο εν λόγω μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση. Τον κρίνω αξιόπιστο. Από τη μαρτυρία του δέχομαι ότι προέβη στην καταχώριση των τιμών στο λογισμικό σύστημα της Ενάγουσας και ότι προέβη στην εκτύπωση των Τεκμηρίων 12 και
- Δέχομαι επίσης τα όσα ανέφερε περί του αμετάβλητου ή δυνατότητας αλλαγών στις καταχωρίσεις του λογισμικού. Δεν ήταν σε θέση όμως να επιβεβαιώσει:
(1)την ορθότητα των αξιών των εμπορευμάτων, αφού απλά βοήθησε στην καταχώριση καθ' υπόδειξη των διευθυντών της Ενάγουσας και
(2)την εγκυρότητα των καταχωρίσεων των πωλήσεων που έγιναν αφού αυτές έγιναν από άλλα πρόσωπα. Επομένως με την μαρτυρία του δεν καταδείχθηκε η ακρίβεια των καταχωρίσεων των Τεκμηρίων 12 και 13 ούτε η αξία των εμπορευμάτων και οι απώλειες της Ενάγουσας. Αξιολόγηση της ΜΕ3, Δόμνας Αντωνιάδου Η μάρτυρα μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Δέχομαι από τη μαρτυρία της ότι προέβη σε σταδιακή εξόφληση των οφειλόμενων ενοικίων (Τεκμήριο 25) και ότι ανέλαβε την ενοικίαση με τον τρόπο που ανέφερε, με εταιρεία πώλησης παιδικών ειδών. Όσον αφορά τα περί δανείου και αποπληρωμής των οφειλών της Ενάγουσας, στον θείο της, δεν δέχομαι τη μαρτυρία της. Όφειλε να προσκομίσει σχετικά αποδεικτικά περί τούτου και να παρουσιάσει συγκεκριμένα τι ακριβώς ήταν οφειλόμενο και τι αποπληρώθηκε. Η μάρτυρας βέβαια, δεν είπε ότι ήταν σε θέση να δώσει διευκρινίσεις επί αυτού του ζητήματος, που μάλλον ήταν ζήτημα στην αποκλειστική γνώση του Χρίστου Αντωνιάδη ή της μητέρας τους που δεν έδωσαν μαρτυρία. Ακόμη όμως και να δεχόμουν τη μαρτυρία της επί αυτού του ζητήματος δεν έχει συνδεθεί καθόλου η Ενάγουσα με την καταβολή του ποσού αυτού ή των ενοικίων σε οποιονδήποτε αφού η μάρτυρας ουδεμία σχέση είχε με την Ενάγουσα ούτε ανέφερε να έχει οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της. Αξιολόγηση της ΜΕ4, Ντίας Στρατή Η μάρτυρας ήταν τυπική μάρτυρας. Την κρίνω αξιόπιστη και δέχομαι τη μαρτυρία της ως προς την καταχώριση και απόσυρση της Αίτησης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η οποία όπως ανέφερα πιο πάνω, δεν αμφισβητήθηκε και αποτελεί μέρος των ευρημάτων μου. Αξιολόγηση του ΜΥ1/1, Εύρου Κυριακίδη Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι η πρόταση για ασφάλιση έναντι κλοπής δεν είχε γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με τον ίδιο η απόρριψη της πρότασης έγινε άμεσα. Δεν κρίνω ότι κατέθεσε με σκοπό να αποκρύψει την αλήθεια. Δέχομαι το μάρτυρα ως αξιόπιστο και ότι η πρόταση έναντι κλοπής επιστράφηκε στην Εναγομένη 2 χωρίς να γίνει αποδεκτή και χωρίς να ληφθεί οποιοδήποτε ασφάλιστρο. Ο λόγος μη αποδοχής της ήταν η μη ύπαρξη συστήματος συναγερμού. Εκφράζω κάποιο προβληματισμό για το χρόνο κοινοποίησης της απόρριψης, ότι δηλαδή έγινε την ίδια μέρα. Δεν κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει ότι εκδόθηκαν στις 17/10/2005 μόνο τα δύο συμβόλαια και ότι η πρόταση έναντι κλοπής απορρίφθηκε για τους λόγους που ανέφερε ο μάρτυρας. Τα τεκμήρια προς αναγνώριση 2 και 3 δεν τα έλαβα υπόψη μου αφού δεν κατατέθηκαν ως κανονικά τεκμήρια (βλ Κυπριακή Δημοκρατία ν. EPCO CYPRUS LTD
(2007)1Β ΑΑΔ 883, Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office
(1987)1 CLR 47, Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 CLR 82). Αξιολόγηση της ΜΥ2/1, Καλλισθένης Χατζηπαύλου Η εν λόγω μάρτυρας μου έκανε καλή εντύπωση και την κρίνω αξιόπιστη. Ήταν ξεκάθαρη στις θέσεις της και η αντεξέταση δεν κλόνισε την αξιοπιστία της. Δέχομαι την περιγραφή της διαδικασίας προώθησης και έγκρισης προτάσεων που περιέγραψε και το χρονικό των γεγονότων έγκρισης των δύο προτάσεων ασφάλισης και απόρριψης της πρότασης έναντι κλοπής. Δέχομαι ότι ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο 1 για την απόρριψη της πρότασης για ασφάλιση έναντι κλοπής, ότι του επέστρεψε την πρωτότυπη πρόταση και ότι αυτός δεν επανήλθε μετά τον Οκτώβριο του
- Δέχομαι επίσης ότι η ίδια δεν είχε επικοινωνία με οποιοδήποτε από τους διευθυντές της Ενάγουσας. Αξιολόγηση του ΜΥ2/2, Κωνσταντίνου Λοïζίδη Η μαρτυρία του αφορούσε την κατάθεση επιστολής από Ιταλό δικηγόρο περί της ύπαρξης των εταιρειών που αναφέρονται στα Τεκμήρια 12 και 13 και εγγράφων που καταδείκνυαν το ότι η αναγραφόμενη διεύθυνση και φαξ δεν ανταποκρίνοντο στους κωδικούς της συγκεκριμένης περιοχής στην Ιταλία. Η μαρτυρία του δεν χαρακτηριζόταν από υπερβολή, αντίθετα ανέφερε ξεκάθαρα ότι δεν είχε ίδια γνώση για τα όσα κατέθετε. Τον κρίνω αξιόπιστο μάρτυρα. Ως προς τα όσα κατέθεσε δέχομαι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 36, ότι δηλαδή από έρευνα που έγινε από τον Ιταλό Δικηγόρο Andrea Lo Gaglio στο Ιταλικό μητρώο Επιχειρηματικών Οντοτήτων δεν εντοπίστηκαν εταιρείες με τα ονόματα Povest Resources Int. Ltd ή Povest Resources International ltd ή Povest Trading Incorporated. Από τη μαρτυρία του δεν αποδέχομαι τα όσα ανέφερε περί των ταχυδρομικών διευθύνσεων των πόλεων Φότζια και Πάρμα ή των τηλεφωνικών τους κωδικών. Η μαρτυρία του στηριζόταν αποκλειστικά σε καταχωρίσεις στο διαδίκτυο από μη προσδιορισθέντα πρόσωπα και δεν είχαν επιβεβαιωθεί από τον ίδιο. Δεν αποτελούσαν καταχωρίσεις σε δημόσια μητρώα ή αποτελούσαν μέρος αρχείου επιχείρησης (βλ. άρθρο 35[2] του Κεφ. 9) οπότε δεν μπορεί να τους αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Συμπεράσματα Με την απόρριψη της μαρτυρίας της βασικού μάρτυρα των Εναγόντων, Στέλλας Ραφαέλλας Ευγενειάδου (ΜΕ1), απομένει να εξετάσω κατά πόσο με την αποδεκτή μαρτυρία που προανέφερα και τα ευρήματα μου επί της μαρτυρίας των υπολοίπων μαρτύρων αποδεικνύεται η υπόθεση της Ενάγουσας στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Εξέτασα τα επίδικα θέματα όπως τα καθόρισα στην αρχή της απόφασης μου.
- Κατά πόσο συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης
- Από την ενώπιον μαρτυρία δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής. Όπως ανέφερα πιο πάνω, σε όλες τις προτάσεις Τεκμήρια 6, 7 και 8 αναγράφεται ότι «Η ευθύνη της Εταιρείας αρχίζει όταν η πρόταση γίνει αποδεκτή και πληρωθεί το πρώτο ασφάλιστρο.».Στην Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, American Home Assurance, ανωτέρω, κρίθηκε ότι δήλωση που περιέχετο στην πρόταση ότι, δεν θα υπάρξει κάλυψη μέχρις ότου η αίτηση γίνει αποδεκτή από την ασφαλιστική εταιρεία και το ασφαλιστικό συμβόλαιο εκδοθεί και παραδοθεί κατά τη διάρκεια της καλής υγείας όλων των προτεινομένων ατόμων, αποτελούσε μέρος της πρότασης και εμπεριείχε όρους, η τήρηση των οποίων αποτελούσε προϋπόθεση για τη γένεση της σύμβασης. Στην υπόθεση εκείνη, το συμβόλαιο ήταν έτοιμο αλλά δεν είχε αποσταλεί ακόμη στον ασφαλιζόμενο. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη αφού το συμβόλαιο δεν είχε παραδοθεί στον ασφαλιζόμενο. Στην προκειμένη περίπτωση αν και είναι δεκτό ότι καταβλήθηκε κάποιο ποσό έναντι των ασφαλίστρων όλων των προτάσεων δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι καταβλήθηκε το πρώτο ασφάλιστρο για την ασφάλεια κλοπής και ότι η πρόταση έτυχε αποδοχής, ότι δηλαδή έγινε ανάληψη του κινδύνου από την Εναγομένη
- Με την καταβολή ασφαλίστρου δεν εξυπακούεται και τελείωση της συμφωνίας (βλ. Πασχάλη ν Προοδευτικής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ
(2008)1Α ΑΑΔ 69,73 και Prince v Alico American Life Insurance Company
(2005)1Α ΑΑΔ 280, 288).
- Σε περίπτωση που δεν συνομολογήθηκε έγκυρη συμφωνία ασφάλισης έναντι κλοπής μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1, κατά πόσο οι Εναγόμενοι 1 και 2 παριστάνοντας οι ίδιοι ή δια των Τριτοδιάδικων, ως αντιπροσώπων τους αμελώς άφησαν να νοηθεί στην Ενάγουσα ότι ήταν ασφαλισμένη έναντι κλοπής χωρίς να είναι με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Προς επίλυση των πιο πάνω ζητημάτων θα πρέπει να αποφασιστεί η νομική σχέση των διαδίκων, ποιος ήταν δηλαδή αντιπρόσωπος ποιού και ποια η έκταση των εξουσιών του. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας Τεκμήριο 33 που παρέθεσα πιο πάνω διαφαίνεται ότι ο Τριτοδιάδικος 1 ενεργούσε ως συνεργάτης της Εναγομένης
- Ουδείς από τους μάρτυρες που κατέθεσε ενώπιον μου παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ήταν υπάλληλος της. Επίσης η Ενάγουσα, δια των διευθυντών της, επαφή είχε μόνο με τους Τριτοδιάδικους 1 και
- Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 ή 2 προέβησαν σε οποιαδήποτε δήλωση σ' αυτούς ως προς την έκταση των αρμοδιοτήτων ή εξουσιών του. Για να εξαχθεί συμπέρασμα προφανούς ή εξυπακουόμενης εξουσιοδότησης προσώπου (apparent or ostensible authority) θα πρέπει να εξεταστούν οι ενέργειες και του αντιπροσωπευόμενου. Σχετικό είναι το άρθρο 197[3] του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, στις περιπτώσεις φαινομένης πληρεξουσιότητας όπου υπάρχει σχέση αντιπροσώπευσης και οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Φιλική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ v. Κατερίνας Δημήτρη
(1999)1 ΑΑΔ 551 και Marketventures Ltd v Καλλικάς
(2010)1Α ΑΑΔ 48 όπου δεν υπάρχει σχέση αντιπροσωπείας, αλλά πρόσωπο παριστά ή επιτρέπει να παριστάνεται ότι κάποιος ενεργεί ως αντιπρόσωπος του. Η γενική αρχή είναι ότι ο ασφαλιστικός πράκτορας (broker) ενεργεί, εκ πρώτης όψεως, ως αντιπρόσωπος του ασφαλιζόμενου και όχι του ασφαλιστή, έστω και αν σε κάποιες περιπτώσεις ενεργεί και ως αντιπρόσωπος του ασφαλιστή. Η ιδιάζουσα του θέση πολλές φορές δημιουργεί σύγκρουση συμφερόντων (βλ. Chitty on Contract , Vol. 2, 21st ed, 2012, par. 31-015, σελ. 11[4]). Στην Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Προδρόμου
(2003)1Α ΑΑΔ 600, 603, αναφέρθηκε, obiter, ότι η νομική σχέση μεταξύ ασφαλιστικής εταιρείας, πράκτορα και ασφαλιζομένου είναι θέμα όχι νομικό αλλά πραγματικό, το οποίο, θα πρέπει να εξετάζεται ανάλογα με την περίπτωση. Δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως ο πράκτορας ενεργεί οπωσδήποτε ως αντιπρόσωπος του υποβάλλοντος την πρόταση. Στην προκειμένη περίπτωση ο Τριτοδιάδικος 1 ενήργησε, συμπληρώνοντας τις προτάσεις της Ενάγουσας ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας και όχι ως αντιπρόσωπος της Εναγομένης 2 (βλ. Chitty on Contract, Vol. 2, 21st ed, 2012, par. 31-015, σελ. 10[5]) επομένως οι οποιεσδήποτε δηλώσεις ή παραλείψεις του δεν δέσμευαν την Εναγομένη
- Η Εναγομένη 2 ενήργησε και αυτή με τη σειρά της, μετά την υποβολή των προτάσεων της Ενάγουσας από τον Τριτοδιάδικο 1 ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας έναντι της Εναγομένης
- Δεν υπάρχει μαρτυρία η οποία να μεταβάλλει την νομολογιακή αρχή που προανέφερα, ότι δηλαδή ο ασφαλιστικός πράκτορας ενεργεί ως αντιπρόσωπος του ασφαλιζόμενου. Ενόψει της αποδοχής της θέσης της ΜΥ2/1, Καλλισθένης Χατζηπαύλου ότι ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο 1, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας, κρίνω ότι η Εναγομένη 2 απέσεισε την υποχρέωση ενημέρωσης της Ενάγουσας για τη μη εξασφάλιση ασφαλιστικής κάλυψης έναντι κλοπής (βλ. MacGillivray on Insurance Law, 10th ed, 2003, para. 36-34, σελ. 1060 -1061[6]) και ότι επομένως δεν ενήργησε αμελώς. Όσον αφορά την Εναγομένη 1, κρίνω ότι δεν υπείχε οποιοδήποτε καθήκον επιμέλειας έναντι της Ενάγουσας. Οι οποιεσδήποτε δηλώσεις της Εναγομένης 2 ή του Τριτοδιαδίκου 1 δεν την δέσμευαν καθ' οιονδήποτε τρόπο έναντι της Ενάγουσας.
- Η ζημιά της Ενάγουσας. Είναι πάγια νομολογημένο ότι η απόδειξη των ειδικών αποζημιώσεων κινείται μέσα σε αυστηρά πλαίσια. Εναπόκειται στον ενάγοντα σε κάθε περίπτωση να αποδείξει με κατάλληλη μαρτυρία την ειδική ζημιά (βλ. Παναγή ν Κακοψίτου
(2001)1 ΑΑΔ 839, Ηρακλέους ν. Πίτρου
(1994)1 ΑΑΔ 239, Ηρακλέους ν. Ταχύπλοου Σκάφους «Νίκη»
(1994)1 ΑΑΔ 510 και British Transport Commission v. Gourley [1956] A.C. 185). Το μέτρο αποζημίωσης στις περιπτώσεις αντιπροσώπου που αμελεί να εξασφαλίσει ασφαλιστική κάλυψη για τον πελάτη του είναι το ποσό το οποίο ο πελάτης του θα λάμβανε από τον ασφαλιστή του αν είχε γίνει συμφωνία ασφάλισης (βλ. MacGillivray on Insurance Law, 10th ed, 2003, para. 36-36,σελ. 1061[7]). Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα δεν έχει αποδείξει τη ζημιά που απαιτεί. Με την απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΕ1 δεν έχω ικανοποιηθεί ως προς την ποσότητα των προϊόντων που απωλέσθηκαν. Το Τεκμήριο 22 περιέχει καταχωρίσεις πωλήσεων για τις οποίες η ίδια δεν είχε γνώση. Ενόψει της αμφισβήτησης ύπαρξης του εκδότη των Τεκμηρίων 12 και 13 η Ενάγουσα είχε και την υποχρέωση απόδειξης της έκδοσης τους, ως επίσης και του περιεχομένου τους. Σημειώνω ότι οι λογαριασμοί εμπορευομένου δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν (βλ. A. L. Mantovani & Sons Ltd v Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1Α ΑΑΔ 156) ούτε έχει αποδειχθεί ότι καταβλήθηκε το χρηματικό αντίτιμο αγοράς των προϊόντων. Δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο ή αποδεικτικό καταβολής της αξίας τους. Η μαρτυρία της ΜΕ 1 και ΜΕ 3 επί του ζητήματος αυτού ήταν ασαφής και ανεπαρκής. Ως προς το ζήτημα των ενοικίων δεν έχει αποδειχθεί η καταβολή τους από την Ενάγουσα, αντίθετα το ποσό καταβλήθηκε, όπως φαίνεται, από την ΜΕ 3 που δεν συνδέεται με αυτήν. Επίσης με την απόρριψη της μαρτυρίας της ΜΕ1 δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία ενώπιον μου για διαφυγόντα κέρδη. Κατάληξη Αγωγής Η αγωγή ως εκ τούτου απορρίπτεται. Κατάληξη διαδικασίας Τριτοδιάδικου Ενόψει της απόρριψης της αγωγής η διαδικασία εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 καθίσταται άνευ αντικειμένου. Παρά την κατάληξη μου όμως, κρίνω ορθό να ασχοληθώ με το ζήτημα της ευθύνης των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 έναντι της Εναγομένης
- Η συμβατική σχέση τους είναι δεκτή (βλ. παρ. 3, 4 και 5 της Απαίτησης εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, και παρ. 4 και 5 της Υπεράσπισης των Τριτοδιαδίκων 1 και 2), παρά το γεγονός ότι γραπτή μαρτυρία υπάρχει μόνο για τον Τριτοδιάδικο 1 (βλ. Τεκμήριο 33). Από τη μαρτυρία της Καλλισθένης Χατζηπαύλου (ΜΥ2/1) αποδέχθηκα ότι ενημέρωσε τον Τριτοδιάδικο 1 για την απόρριψη της πρότασης ασφάλισης έναντι κλοπής, ότι του επέστρεψε την πρόταση και ότι αυτός μετά τον Οκτώβριο του 2005 δεν επανήλθε. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ανέφερε ότι δεν γνώριζε αν ο Τριτοδιάδικος ενημέρωσε ή όχι την Ενάγουσα. Δεν έχω ικανοποιηθεί από την αποδεχθείσα μαρτυρία ότι ο Τριτοδιάδικος 1 παρέλειψε να ενημερώσει την Ενάγουσα σε σχέση με την απόρριψη της ασφαλιστικής πρότασης έναντι κλοπής ή ότι ενήργησε αμελώς ή κατά παράβαση των συμφωνηθέντων έναντι της Εναγομένης
- Τούτου λεχθέντος, από τη στιγμή έκρινα ότι ο Τριτοδιάδικος 1 (και κατ' επέκταση ο Τριτοδιάδικος 2) ενήργησε ως αντιπρόσωπος της Ενάγουσας έναντι της Εναγομένης 2, δεν βλέπω πως θα μπορούσε νομικά να προκύψει καθήκον ευθύνης του (duty of care) έναντι της Εναγομένης 2 για πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκπροσώπηση της Ενάγουσας. Δεν μπορούσε επομένως, να υπέχει ευθύνη έναντι της Εναγομένης
- Έξοδα Ως προς την επιδίκαση των εξόδων της αγωγής δεν βλέπω κανένα λόγο να αποστώ από τη γενική αρχή ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως προς τα έξοδα της διαδικασίας εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, κρίνω ότι σύμφωνα με τη Δ.10, Θ.10[8] αυτά θα πρέπει επίσης να επιδικαστούν εναντίον της Ενάγουσας. Το Δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει τα έξοδα διαδικασίας τριτοδιαδίκου εναντίον του ενάγοντα όπου η συμμετοχή του στη διαδικασία κατέστη αναπόφευκτη εξαιτίας της απαίτησης του ενάγοντα (βλ. Supreme Court Practice 1997, 16/7/4, σελ.274[9], και Edgington v. Clark [1963] 3 All E.R. 468). Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι απαίτηση εναντίον των Τριτοδιαδίκων 1 και 2 ήταν άμεση απόρροια της απαίτησης της Ενάγουσας. Τα έξοδα της αγωγής και της διαδικασίας των Τριτοδιαδίκων 1 και 2, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται εναντίον της Ενάγουσας και υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και των Τριτοδιαδίκων 1 και
- (Υπ.) ............... Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final/ Insurance/ Agency Αναφορά: Αστικά/Αγωγές/Τελική/ Ασφάλιση/ Αντιπροσώπευση [1] Για σκοπούς ευκολίας θα χρησιμοποιώ σε όλη την απόφαση μου τους όρους Τριτοδιάδικος 1 και 2 αντί των ονομάτων των διαδίκων για να μην υπάρξει σύγχυση. [1] 27.—
(1)Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε εξ ακοής µαρτυρία, το ∆ικαστήριο λαµβάνει υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, από τις οποίες µπορεί εύλογα να συναχθεί συµπέρασµα αναφορικά µε την αποδεικτική αξία της εν λόγω µαρτυρίας.
(2)Ειδικότερα, και χωρίς επηρεασµό της γενικότητας του εδαφίου
(1), το ∆ικαστήριο θα λαµβάνει υπόψη τα πιο κάτω: (α) Κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό ο διάδικος, που έχει προσαγάγει τη µαρτυρία, να είχε κλητεύσει ως µάρτυρα στη διαδικασία το πρόσωπο που έκαµε την αρχική δήλωση· (β) το χρονικό διάστηµα µεταξύ της αρχικής δήλωσης και του γεγονότος στο οποίο αυτή αναφέρεται· (γ) το βαθµό της εξ ακοής µαρτυρίας, δηλαδή κατά πόσο η µαρτυρία περιλαµβάνει εξ ακοής µαρτυρία πέραν του πρώτου βαθµού· (δ) κατά πόσο οποιοδήποτε εµπλεκόµενο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει τα γεγονότα· (ε) κατά πόσο η αρχική δήλωση µεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι· (στ) το πλαίσιο µέσα στο οποίο, ή οποιοσδήποτε σκοπός για τον οποίο έγινε η αρχική δήλωση· (ζ) κατά πόσο η εξ ακοής µαρτυρία είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση· (η) κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες προσάγεται η εξ ακοής µαρτυρία, φαίνεται ότι δε διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της µαρτυρίας ή γίνεται προσπάθεια παρεµπόδισης της ορθής αξιολόγησης της βαρύτητας της µαρτυρίας.
(3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου, κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το ∆ικαστήριο σε εξ ακοής µαρτυρία, λαµβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα µπορούσε να προσκοµίσει την καλύτερη δυνατή µαρτυρία και δεν το έπραξε. [2] 35.—
(1)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί µέρος του αρχείου δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω απόδειξη.
(2)Έγγραφο, το οποίο καταδεικνύεται ότι αποτελεί µέρος του αρχείου επιχείρησης, δύναται να προσαχθεί ως αποδεικτικό στοιχείο, η αξία του οποίου αποτιµάται από το Δικαστήριο.
(3)Έγγραφο θεωρείται ότι αποτελεί µέρος του αρχείου επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, εφόσον προσάγεται στο Δικαστήριο πιστοποιητικό υπογραµµένο από αρµόδιο λειτουργό της σχετικής επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής µε το οποίο βεβαιούται το γεγονός αυτό. Για το σκοπό αυτό — (α) Πιστοποιητικό, το οποίο φέρεται να είναι πιστοποιητικό υπογραµµένο από αρµόδιο λειτουργό επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, τεκµαίρεται µαχητώς ότι έγινε και υπογράφτηκε δεόντως από τον εν λόγω λειτουργό· και (β) πιστοποιητικό θεωρείται ότι έχει υπογραφεί από πρόσωπο και στην περίπτωση που αυτό φέρει σφραγίδα της υπογραφής του.
(4)Η ανυπαρξία καταχώρισης στο αρχείο επιχείρησης ή της δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, δύναται να αποδειχθεί µε ένορκη δήλωση αρµόδιου λειτουργού της σχετικής επιχείρησης ή δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ανάλογα µε την περίπτωση.
(5)Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου— 'αρχείο' σηµαίνει αρχείο σε οποιαδήποτε µορφή· 'δηµόσια αρχή' σηµαίνει οποιαδήποτε κρατική υπηρεσία και περιλαµβάνει νοµικό πρόσωπο δηµόσιου δικαίου και αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης· 'επιχείρηση' περιλαµβάνει δραστηριότητα, που διεξάγεται συστηµατικά για κάποια ουσιαστική χρονική περίοδο, είτε µε σκοπό το κέρδος είτε όχι, από οποιοδήποτε πρόσωπο· 'αρµόδιος λειτουργός' περιλαµβάνει— (α) πρόσωπο που κατέχει υπεύθυνη θέση σε σχέση µε τις σχετικές δραστηριότητες της επιχείρησης ή της δηµόσιας ή εκκλησιαστικής αρχής, ή σε σχέση µε τα αρχεία της· (β) τον ιδιοκτήτη της επιχείρησης και οποιοδήποτε πρόσωπο που, µε βάση οποιαδήποτε άλλη σχετική νοµοθεσία, θεωρείται ότι µπορεί να εκπροσωπήσει την επιχείρηση. [3] 197. Αν ο αντιπρόσωπος, χωρίς πληρεξουσιότητα, διενέργησε πράξεις ή ανέλαβε υποχρεώσεις έναντι τρίτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ο αντιπροσωπευόμενος δεσμεύεται από τις πράξεις ή υποχρεώσεις αυτές, αν προφορικά ή με τη συμπεριφορά του εξώθησε τους τρίτους να πιστεύουν ότι οι πράξεις και υποχρεώσεις αυτές διενεργήθηκαν εντός των ορίων της πληρεξουσιότητας του αντιπροσώπου. [4] 31-015 Insurance agents and brokers. The agent of an insurance company, working on commission or as an employee, normally acts for the company, though his authority may not extend far beyond the submission of proposals. It has however been held that he may become the agent of the proposer if he assists in the completion of the proposal form. An insurance broker, on the other hand, is prima facie an agent of the; assured and not of the underwriter: though he may also act as the underwriter's agent in certain respects, e.g. the handling of claims - a situation which has been construed as giving rise to a conflict of interests. He may also act on behalf of reinsurers required by the insuring underwriter. [5] Βλ. υποσημείωση 4 και Biggar v. Rock Life Assurance Company
(1902)1 KB 516 και Newsholme Brothers v. Road Transport and G eneral Insurance Company Ltd
(1929)2 ΚΒ
- [6] 36-34 Agent's duty to keep principal informed. As has been said earlier, the agent is not accountable for failing to obtain the insurance cover requested unless the failure is due to negligence on his part. He will, however, be answerable to his principal if he allows the latter to suffer loss because he has not been informed that cover cannot be effected on the terms required. [7] 36-36 Measure of damages payable by negligent agent. When an agent has failed to effect or renew a valid insurance in accordance with his instructions and is liable to his client as a result of the principles of law set out in the preceding paragraphs, the basic measure of such damages in the event of a loss is the amount necessary to place the client in the same position as if the insurance had been made or renewed as instructed. This is the amount that the client would have been able to recover from the insurers for his loss. [8]
- The Court or Judge may decide all questions of costs as between a third party and other parties to the action, and may order any one or more of them to pay the costs of any other, or others, or give such directions as to costs as the justice of the case may require. [9] 16/7/4 Costs—See "Third and other parties," para. 62/Β/
- The plaintiff may be ordered to pay the costs of any party brought in under this procedure—e.g. a fourth party (Klawandky v. Premier Petroleum Co.
(1911)104 L.T. 567). The court may order the unsuccessful plaintiff to pay the costs of the third and fourth parties whose joinder was rendered inevitable by the plaintiffs claim (Thomas v. Times Book Co. Ltd [1966] 1 W.L.R. 911; [1966] 2 Αll Ε.R.241,applying Edgington v. Clark[1964] 1 Q.B. 367; [1963] 3 Αll E.R. 468, C.A.). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο