← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΡΕΣΤΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΚΕΔΟΝΑ, Αγωγή Αρ.: 1557/09, 28/4/2016

ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΡΕΣΤΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΚΕΔΟΝΑ, Αγωγή Αρ.: 1557/09, 28/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A198 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 1557/09 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΡΕΣΤΗ, εκ Λεμεσού Ενάγοντος -και- ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΚΕΔΟΝΑ, εκ Λεμεσού Εναγομένου ------------------------- Ημερομηνία: 28.4.2016 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κ. Ε. Αναστασίου Για τον εναγόμενο: κ. Γ. Χριστοδούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή και απαιτεί, αφού περιόρισε κατά τις τελικές αγορεύσεις τις θεραπείες που ζητά, αποζημιώσεις για παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 3.9.

  1. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγων περί τις 3.9.1991 αγόρασε παρά του εναγομένου δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου το τεμάχιο με αρ.36, το οποίο αποτελούσε μέρος κτήματος το οποίο βρίσκεται στο χωριό Σούνι Ζανατζιά στην τοποθεσία Άσπρη Μούττη, Φ/Σχ. LIII/
  2. H τιμή πώλησης του συμφωνήθηκε σε £8.000,00 (€13.668,81) πληρωτέα από τον ενάγοντα προς τον εναγόμενο ως ακολούθως: Α) Ποσό £3.000,00 (€5.125,80) ως προκαταβολή με την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Β) Ποσό £5.000,00 (€8.543,01) την 7.9.
  3. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι την 13.9.1991 κατόπιν δανειοδότησης του από την Τράπεζα Κύπρου δυνάμει δανείου με αρ. 391-13-00760 πλήρωσε το υπόλοιπο ποσό των £5.000,00 προς τον εναγόμενο και εξόφλησε ολόκληρο το τίμημα του αναφερομένου τεμαχίου. Κατά την πιο πάνω ημερομηνία δυνάμει συμπληρωματικής συμφωνίας μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου και της Τράπεζας Κύπρου Λτδ εκχώρησε πλήρως τα δικαιώματα του επί του πωλητηρίου εγγράφου προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ προς περαιτέρω εξασφάλιση του ρηθέντος δανείου. Ήτο ρητός όρος του πωλητηρίου εγγράφου ότι ο πωλητής υποχρεούτο να προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις για έκδοση ξεχωριστού τίτλου του ακινήτου και μεταβιβάσει τούτο στον αγοραστή ή σε οποιοδήποτε της επιλογής του μετά την τελική εξόφληση κάθε οφειλομένου ποσού. Κατά παράβαση των όρων του πωλητηρίου εγγράφου ο εναγόμενος καθυστέρησε το διαχωρισμό του όλου κτήματος με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η έκδοση ξεχωριστού τίτλου του τεμαχίου και η μεταβίβαση του επ' ονόματι του. Περί το 2000 ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι ο εναγόμενος διαχώρισε το κτήμα σε τεμάχια και επικοινώνησε μετά του εναγομένου και ζήτησε πληροφορίες ως προς το χρόνο έκδοσης ξεχωριστού τίτλου. Ο εναγόμενος διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι το αργότερο μέχρι το 2001 θα έκδιδε ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας. Αρχές του 2002 ο ενάγων επικοινώνησε μετά του εναγομένου και τον κάλεσε να συμμορφωθεί με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ο εναγόμενος αρνείτο και/ή αμελούσε να συμμορφωθεί. Ο ενάγων περί τον Σεπτέμβριο του 2002 πληροφορήθηκε ότι εντός του τεμαχίου του ο εναγόμενος ανήγειρε κατοικία. Επικοινώνησε μετά του εναγομένου και ζήτησε εξηγήσεις και ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι ο πελάτης του ήθελε το συγκεκριμένο τεμάχιο και γι' αυτό θα του παραχωρούσε άλλο ισάξιο τεμάχιο ή θα τον αποζημίωνε. Μεταξύ των ετών 2002 - 2006 ο εναγόμενος αθετούσε συνεχώς τις υποσχέσεις του και παρέπεμπε τη διευθέτηση της διαφοράς σε μελλοντικό χρόνο, δίδοντας πάντα τη διαβεβαίωση ότι θα παραχωρούσε άλλο τεμάχιο ή θα αποζημίωνε. Ο ενάγων το 2006 επέστρεψε μόνιμα στην Κύπρο και ζήτησε από τον εναγόμενο να συμμορφωθεί με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, όμως ο εναγόμενος του κατέστησε σαφές ότι αδυνατεί να γράψει επ' ονόματι του το Τεμάχιο με αρ. 36 ή οποιοδήποτε άλλο τεμάχιο και ότι θα τον αποζημίωνε. Μέχρι σήμερα ο εναγόμενος αρνείται ή αμελεί να κάμει προς τον ενάγοντα οποιαδήποτε προσφορά για αποζημίωση του. Είναι η θέση του ενάγοντος ότι η αξία του αναφερομένου τεμαχίου είναι €220.000,00 και λόγω των ενεργειών του εναγομένου έχει υποστεί ζημιές και/ή απώλειες ύψους €220.000,
  4. Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του πλην του ότι υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 3.9.1991 αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντος και ισχυρίζεται: (α) Ότι η συμφωνία πώλησης ήταν εικονική και εγένετο προς το σκοπό εξασφάλισης δανείου από τον ενάγοντα, από την Τράπεζα Κύπρου και την παραχώρηση του ποσού του εξασφαλισμένου δανείου στον εναγόμενο, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και κατά συνέπεια είναι εξ υπαρχής άκυρη και/ή ανύπαρκτη. (β) Ότι ουδέποτε υπήρξε εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του αναφερομένου τεμαχίου, ότι δεν υπάρχει τέτοιο τεμάχιο, ούτε αναφέρεται στο αγοραπωλητήριο έγγραφο και ο αριθμός εγγραφής που αναφέρεται στην αγωγή δεν σχετίζεται με τέτοιο τεμάχιο. (γ) Εν όψει των πιο πάνω το αγοραπωλητήριο έγγραφο ουδεμία νομική ισχύ είχε, ούτε μπορεί να παράξει οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα ή να προβάλλεται οποιαδήποτε αξίωση επί τη βάσει των όρων του. Ο εναγόμενος αρνείται ότι είσπραξε οποιοδήποτε ποσό ως προκαταβολή γιατί το συμβόλαιο ήταν εικονικό και η συμφωνία των διαδίκων ήταν να υπογραφεί και να χρησιμοποιηθεί για το σκοπό που έχει αναφερθεί πιο πάνω. Ο εναγόμενος συμφωνεί ότι ο ενάγων εξασφάλισε το αναφερόμενο δάνειο και παρέδωσε το ποσό του στον εναγόμενο για σκοπούς υποβοήθησης του. Επίσης συμφωνεί ότι υπογράφηκε συμφωνία εκχώρησης προς την Τράπεζα Κύπρου. Το εν λόγω ποσό πληρώθηκε από τον εναγόμενο απευθείας στον ενάγοντα διά δόσεων και τα ποσά των δόσεων χρησιμοποιήθηκαν από τον ενάγοντα διά την εξόφληση του δανείου το οποίο εξοφλήθηκε στις 31.12.
  5. Είναι η θέση του ότι ο ενάγων μετέβη στην Αμερική μετά που κηρύχθηκε σε πτώχευση ένεκα οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Στην Απάντηση του ο ενάγων αρνείται τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι ο τελευταίος αποπλήρωσε το ποσό του δανείου με μηνιαίες δόσεις. Ο ενάγων για να αποδείξει την υπόθεση του κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε άλλους δυο μάρτυρες, ενώ ο εναγόμενος προς υπεράσπιση του κατέθεσε ο ίδιος και κάλεσε άλλους τρεις μάρτυρες. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο Ανδρέας Αρέστη, ενάγων στην αγωγή, ο οποίος σύμφωνα με γραπτή δήλωση του (Τεκμ.6) επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης του ότι στις 3.9.1991 αγόρασε από τον εναγόμενο δυνάμει αγοραπωλητηρίου εγγράφου το τεμάχιο με αρ. 36 το οποίο αποτελούσε μέρος του κτήματος το οποίο βρίσκεται στο χωριό Σούνι Ζανατζιά, στην τοποθεσία Άσπρη Μούττη, καλυπτόμενο από το Φ/Σχ. LIII/37 για το ποσό των £8.000,00 το οποίο πλήρωσε στον εναγόμενο ως προκαταβολή στις 3.9.1991 £3.000,00 και το υπόλοιπο των £5.000,00 στις 13.9.1991, το οποίο δανειοδοτήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου Λτδ και προς εξασφάλιση του δανείου εκχώρησε δυνάμει εγγράφου συμφωνίας ιδίας ημερομηνίας πλήρως τα δικαιώματα του επί του πωλητηρίου εγγράφου στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ. Σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο ο εναγόμενος ήταν υπόχρεος όπως προβεί στις αναγκαίες διευθετήσεις προς έκδοση ξεχωριστού τίτλου και εγγραφής του επ' ονόματι του ή επ' ονόματι οποιουδήποτε άλλου προσώπου θα του υπεδείκνυε. Σύμφωνα με το έγγραφο ο εναγόμενος υποχρεούτο να του παραδώσει το ακίνητο μεταξύ της χρονικής περιόδου Μαρτίου του 1993 - Δεκέμβριο του
  6. Ο χρόνος παράδοσης παρήλθε και δεν του παραδόθηκε το ακίνητο, ούτε είχε αρχίσει ο διαχωρισμός του όλου κτήματος. Περί το 1998 ήταν άνεργος και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και μετανάστευσε στην Αμερική για να εργαστεί. Περί το 2000, ενώ βρισκόταν στην Αμερική η σύζυγος του τον πληροφόρησε ότι ο εναγόμενος είχε προβεί σε διαχωρισμό του κτήματος σε τεμάχια ως γινόταν πρόνοια στο αρχικό σχέδιο. Όταν παρήλθε το 2001 και ο εναγόμενος δεν έκδωσε τίτλο ιδιοκτησίας του τεμαχίου 36 επ' ονόματι του επικοινώνησε μαζί του και τον κάλεσε όπως συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Κατά τον Σεπτέμβριο του 2002 του τηλεφώνησε η σύζυγος του στην Αμερική και τον πληροφόρησε ότι μετά από επιτόπια επίσκεψη της διαπίστωσε ότι εντός του τεμαχίου με αρ. 36 υπήρχε ανεγειρόμενη κατοικία. Αμέσως επικοινώνησε με τον εναγόμενο και ζήτησε εξηγήσεις. Ο εναγόμενος του είπε ότι το συγκεκριμένο τεμάχιο το ήθελε κάποιος καλός πελάτης του και να μην ανησυχεί και θα του παραχωρήσει σε ανταλλαγή αυτού άλλο ισάξιο τεμάχιο ή θα τον αποζημίωνε με τις τρέχουσες τιμές. Αγόρασε το εν λόγω τεμάχιο με σκοπό να το παραχωρήσει δωρεά στη θυγατέρα του. Η σύζυγος του, ενώ αυτός βρισκόταν στην Αμερική, επισκεπτόταν τακτικά τον εναγόμενο και του ζητούσε να προβεί στην αλλαγή του τεμαχίου με αρ. 36 με άλλο τεμάχιο πλην όμως ο εναγόμενος της έδιδε υποσχέσεις τις οποίες αθετούσε. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο το 2006 επισκέφθηκε τον εναγόμενο και του ζήτησε όπως συμμορφωθεί με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 3.9.1991, όμως ο εναγόμενος τον πληροφόρησε ότι αδυνατούσε να εγγράψει επ' ονόματι του το επίδικο τεμάχιο ή οποιοδήποτε άλλο και τον διαβεβαίωσε ότι θα τον αποζημίωνε με το ποσό της τρέχουσας αξίας του κατά το έτος
  7. Η αξία του επιδίκου τεμαχίου από προσωπική έρευνα που έκαμε κατά το 2006 υπολογίζετο στις €220.000,
  8. Περαιτέρω από εκτίμηση που έχουν κάμει για λογαριασμό του οι εγκεκριμένοι εκτιμητές ακινήτων Νικολαΐδης, Ταλαττίνης και Χριστοδούλου η αγοραία αξία του αναφερομένου ακινήτου περί τις 24.3.2009 ημερομηνία καταχώρισης της παρούσης αγωγής ήταν €190.000,
  9. Ο εναγόμενος παρά τις διαβεβαιώσεις του δεν τον έχει αποζημιώσει και τον κάλεσε με επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 27.2.2009 όπως του πληρώσει την εκτιμημένη αξία του επιδίκου ακινήτου όπως θα την καθόριζαν δυο ανεξάρτητοι εκτιμητές. Με τον εναγόμενο επειδή τον συνδέει πολύχρονη φιλία και είναι νονός της θυγατέρας του για εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του να αποδεχθεί το ποσό των €150.000,00 προς πλήρη και τελεία διευθέτηση της διαφοράς τους. Προς τούτο ο δικηγόρος του απέστειλε στις 10.3.2009 νέα επιστολή στη δικηγόρο του εναγομένου χωρίς αποτέλεσμα. Στη συνέχεια ο ενάγων κατέθεσε ως Τεκμήρια τα ακόλουθα έγγραφα: - Πωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 3.9.1991, Τεκμ.
  10. - Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 13.9.1991, Τεκμ.
  11. - Συμφωνία Εκχώρησης Δικαιωμάτων προς την Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ημερομηνίας 13.9.1991, Τεκμ.
  12. - Τηλεομοιότυπο ημερομηνίας 27.2.2009 με απόδειξη παραλαβής, Τεκμ.
  13. - Εκτίμηση των εγκεκριμένων εκτιμητών, Νικολαΐδη, Ταλαττίνη, Χριστοδούλου, Τεκμ.
  14. Περαιτέρω ο μάρτυρας δήλωσε πως μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό έναντι της αξίας του ακινήτου, ούτε του έχει μεταβιβάσει το επίδικο ακίνητο. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι σήμερα είναι 62 χρονών και κατά το 1991 οι σχέσεις του με τον εναγόμενο ήταν πολύ φιλικές, ήταν κουμπάροι και εργάζετουν στην εταιρεία του. Για πρώτη φορά εργάστηκε κοντά του το 1978 μέχρι το
  15. Στη συνέχεια εργάστηκε κοντά του από το 1986 μέχρι το
  16. Κατά το 1991 γνωρίζει, επειδή ήταν το δεξί χέρι του εναγόμενου, ότι είχε οικονομικά προβλήματα. Αναφερόμενος στο αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 3.9.1991, επανέλαβε ότι το τίμημα αγοράς το πλήρωσε σε δυο δόσεις. Τις £3.000 τις πλήρωσε απευθείας στον εναγόμενο και τις υπόλοιπες £5.000 δανειοδοτήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου και την τραπεζική επιταγή την έδωσε στον εναγόμενο. Δεν έχει σχετικές αποδείξεις. Σε υποβολή ότι ουδέποτε πλήρωσε τα πιο πάνω ποσά απάντησε πως τις £3.000 τις έδωσε σε μετρητά και οι £5.000 πήγαν απευθείας από την Τράπεζα Κύπρου στον εναγόμενο. Σε υποβολή ότι το πιο πάνω έγγραφο έγινε για να εξυπηρετήσει τον εναγόμενο, διαφώνησε. Συμφώνησε πως το δάνειο έγινε από τον ίδιο και τα λεφτά από το δάνειο τα έδωσε αμέσως στον εναγόμενο, διευκρινίζοντας όμως πως τα έδωσε για το συγκεκριμένο σκοπό της αγοράς του επιδίκου κτήματος. Τότε ο μισθός του ήταν £600 το μήνα και δεν είχε άλλα δάνεια. Είχε ένα τρεχούμενο στην Τράπεζα Κύπρου. Συμφώνησε πως η Τράπεζα Κύπρου όσο και η Ελληνική Τράπεζα του κίνησαν αγωγές περί το τέλος του 1993 γιατί όταν έφυγε από τον εναγόμενο άνοιξε δουλειά δική του, η οποία δεν πήγε καλά. Σε υποβολή ότι η Τράπεζα Κύπρου του ήγειρε την αγωγή 2873/93 για το οφειλόμενο υπόλοιπο ποσό των £8.453,13, ο μάρτυρας διερωτήθηκε μήπως η συγκεκριμένη αγωγή αφορούσε το χρέος του προς την Τράπεζα που δημιούργησε για την αγορά του επιδίκου κτήματος το οποίο δεν ξόφλησε. Συμφώνησε ότι η Τράπεζα Κύπρου στις 5.11.08, πληροφόρησε τους δικηγόρους του ότι το υπόλοιπο της αγωγής 2873/93, ήταν £8.453,
  17. Επειδή είχε και άλλα χρέη ύψους £200.000 στην Ελληνική Τράπεζα, το 1997 κηρύχτηκε σε πτώχευση και τον κάλεσε ο Επίσημος Παραλήπτης να δώσει κατάθεση. Προφορικά δήλωσε στον Επίσημο Παραλήπτη ποιοι ήταν οι χρεώστες του και ποιοι οι πιστωτές του. Του είπε για το επίδικο ακίνητο αλλά επειδή δεν είχε τίτλο έμεινε μέχρι εκεί. Σε υποβολή ότι δεν το δήλωσε επειδή γνώριζε ότι η πράξη ήταν εικονική, ο μάρτυρας δεν συμφώνησε. Αναφορικά με την προκαταβολή των £3.000, δήλωσε πως τότε είχε αρκετά χρήματα επειδή είχε πωλήσει ένα οικόπεδο που του άφησε ο πατέρας του. Το 1998 μετέβηκε στην Αμερική και επέστρεψε τέλος του
  18. Ο ενάγων αρνήθηκε υποβολή ότι ο εναγόμενος το 1991 είχε οικονομικά προβλήματα για να εξασφαλίσει δάνειο και για να τον βοηθήσει, έκαμαν το συμβόλαιο, Τεκμήριο 1, ώστε ο ενάγων να εξασφαλίσει το δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου, με βάση το πιο πάνω έγγραφο και τα λεφτά του οποίου έδωσε στον εναγόμενο. Ο μάρτυρας διαφώνησε επίσης σε υποβολές ότι δεν κατέβαλε την προκαταβολή των £3.000 και πως το δάνειο εξοφλήθηκε από τον εναγόμενο με δόσεις στις 31.12.1993 και δήλωσε πως το συγκεκριμένο δάνειο εξοφλήθηκε το 2008 ή αρχές του 2009, όταν εξόφλησε όλα τα χρέη του προς την Τράπεζα Κύπρου. Το εν λόγω δάνειο σταμάτησε να το πληρώνει δυο χρόνια μετά τη σύναψη του ένεκα οικονομικών προβλημάτων που είχε. Από το 1994 μέχρι το 1998 δεν έκανε καμία πληρωμή. Σε υποβολή ότι γι' αυτό το δάνειο η Τράπεζα δεν του ήγειρε αγωγή επειδή εξοφλήθηκε το 1993 από τον ίδιο με λεφτά του εναγομένου, ο μάρτυρας διαφώνησε. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι δεν ενόχλησε τον εναγόμενο μέχρι το
  19. Σε υποβολή ότι τούτο έγινε γιατί η πράξη ήταν εικονική, ο μάρτυρας διαφώνησε. Συμφώνησε ότι ενώ ο εναγόμενος, σύμφωνα με το πωλητήριο, είχε υποχρέωση να παραδώσει το ακίνητο μεταξύ Μαρτίου 1993 και Δεκεμβρίου 1993 και ενώ δεν του το παρέδωσε, δεν διαμαρτυρήθηκε. Τον Σεπτέμβριο του 2002, πληροφορήθηκε από την σύζυγο του ότι ο εναγόμενος κτίζει μέσα στο κτήμα του οπότε επικοινώνησε με τον Νέαρχο Βρυωνίδη, ο οποίος του επιβεβαίωσε πως ο εναγόμενος άρχισε να κτίζει σπίτια εντός του χωραφιού του. Ο μάρτυρας διευκρίνισε πως ο εναγόμενος άλλαξε το διαχωρισμό και το τεμάχιο 36 που αγόρασε «χάθηκε». Σε υποβολή ότι το σχέδιο το οποίο επισυνάπτεται στο αγοραπωλητήριο ήταν εικονικό και γνώριζε, ο μάρτυρας διαφώνησε. Ο μάρτυρας διαφώνησε σε υποβολή ότι ουδέποτε επικοινώνησε με τον εναγόμενο από την Αμερική, λέγοντας πως επικοινώνησε μαζί του έξι-επτά φορές και του έλεγε ότι είναι απασχολημένος ή πως θα τα κανόνιζε. Στην Κύπρο επέστρεψε στις 30.11.05 και επικοινώνησε με τον εναγόμενο αρχές του 2006, τηλεφωνικώς και στις σπάνιες φορές που μίλησαν του έλεγε πως ήταν απασχολημένος και πάντα ανέβαλλε τη συζήτηση επί του θέματος. Ο μάρτυρας δήλωσε άγνοια ότι κατατέθηκε αίτηση διαχωρισμού του κτήματος και πότε εγκρίθηκε. Επίσης δεν γνώριζε πότε άρχισε να κτίζεται το σπίτι εντός του τεμαχίου που αποκαλεί δικό του. Επανεξεταζόμενος, δήλωσε πώς είχε αποκατασταθεί το 2009 και σήμερα δεν βρίσκεται σε κατάσταση πτώχευσης. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Γεώργιος Κωνσταντίνου, ο οποίος σύμφωνα με γραπτή δήλωση του Τεκμ.8, αυτός ασκεί το επάγγελμα του ταπετσιέρη αυτοκινήτων. Με τον Αντρέα Μακεδόνα (εναγόμενο) είχε επαγγελματική συνεργασία από το
  20. Ο εναγόμενος ήταν ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Vintage Motors Enterprises Ltd και του απέστελλε αυτοκίνητα για αλλαγή ταπετσαριών και προς τούτο διατηρούσε μαζί του τρεχούμενο λογαριασμό. Το 1992 ο εναγόμενος του όφειλε από την εκτελεσθείσα εργασία £3.000 και του ζήτησε να τον εξοφλήσει. Περί τον Μάρτιο του 1992 είχε συνάντηση μαζί του για να διευθετήσουν το ως άνω ποσό. Κατά τη συνάντηση ο εναγόμενος εισηγήθηκε όπως του πωλήσει τεμάχιο υπό διαχωρισμό στο Σούνι σε πολύ καλή τιμή και όπως τον διαβεβαίωσε θα ήταν μια καλή επένδυση. Του πρότεινε όπως το ποσό των £3.000 το οποίο του όφειλε να θεωρηθεί ως προκαταβολή για την αγορά του τεμαχίου. Για να τον πείσει να εκδηλώσει ενδιαφέρον τον διαβεβαίωσε ότι τεμάχιο αγόρασε και ο Ανδρέας Αρέστη, ενάγων, τον οποίο γνωρίζει πολύ καλά. Αποδέχτηκε την προσφορά του και στις 16.9.1992 αγόρασε από τον εναγόμενο δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου το τεμάχιο με αριθμό 36 το οποίο ευρίσκεται στην τοποθεσία «Άσπρη Μούττη» στο χωριό Σούνι, αντί του ποσού των £8.
  21. Σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο (Τεκμ.7) οι £3.000 τις οποίες του όφειλε, θα θεωρούντο η προκαταβολή και για το υπόλοιπο ποσό των €5.000 δεν ήταν καθορισμένη η ημερομηνία αποπληρωμής για το λόγο ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο όπως και το υπόλοιπο ποσό πληρωθεί από εκτελεσθείσα εργασία από τον ίδιο, για λογαριασμό του. Μετά από 5 μήνες περίπου από την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου εκτέλεσε για λογαριασμό του εναγομένου επιπλέον εργασία £2.000 ποσό για το οποίο συμφώνησε, όπως θεωρηθεί ως έναντι του τιμήματος αγοράς του τεμαχίου. Για το ποσό αυτό δεν έχει οποιαδήποτε απόδειξη καθότι, ένεκα της στενής συνεργασίας που είχαν το ποσό αυτό ήταν μόνο σημειωμένο σε δική του κατάσταση, ως επίσης σε κατάσταση της εταιρείας του εναγομένου. Στη συνέχεια ο εναγόμενος για λόγους που δεν γνωρίζει σταμάτησε να του αποστέλλει εργασία, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να καλύψει το υπόλοιπο της αξίας του τεμαχίου, όπως είχαν συμφωνήσει. Περί τον Μάρτιο του 1993 επισκέφθηκε τον εναγόμενο και του ανέφερε ότι είναι έτοιμος να του πληρώσει το υπόλοιπο της αξίας του τιμήματος του τεμαχίου και να του καθορίσει ημερομηνία μεταβίβασης του. Ο εναγόμενος του είπε ότι αντιμετώπιζε πολεοδομικά και άλλα προβλήματα και δεν ήταν έτοιμος να προβεί στη μεταβίβαση του τεμαχίου και τον παρέπεμψε σε μεταγενέστερο χρόνο. Στη συνέχεια είχε πολλές προσωπικές και τηλεφωνικές επικοινωνίες με τον εναγόμενο, από τον οποίο ζητούσε εξηγήσεις ως προς την καθυστέρηση μεταβίβασης, πλην όμως αυτός τον διαβεβαίωνε ότι αυτό θα γίνει σύντομα και να μην ανησυχεί. Ένεκα της επαγγελματικής και φιλικής σχέσης που είχε με τον εναγόμενο δεν ήθελε να λάβει οποιαδήποτε δικαστικά μέτρα εναντίον του και έδιδε πίστη σε αυτό ότι θα του το μεταβίβαζε. Μετά από έρευνα που είχε κάμει στο κτηματολόγιο πληροφορήθηκε ότι τέτοιος διαχωρισμός δεν είχε κατατεθεί στο κτηματολόγιο και ζήτησε από τον εναγόμενο όπως του επιστρέψει τα χρήματα τα οποία του πλήρωσε και αυτός τον διαβεβαίωσε ότι θα τον ικανοποιήσει. Το 2012 συναντήθηκε για τελευταία φορά με τον εναγόμενο και του ζήτησε την επιστροφή των χρημάτων που του πλήρωσε και αυτός του αντιπρότεινε να του επιστρέψει €2.000, πρόταση την οποία δεν αποδέχτηκε. Εξήγησε ο μάρτυρας πως ο εναγόμενος του είχε εισηγηθεί όπως το υπόλοιπο των £5.000 να γίνει «finance» στην τράπεζα. Του απάντησε ότι δεν μπορούσε να το πληρώνει και έτσι συμφώνησαν όπως το εξοφλήσει με εργασία του. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι τον ενάγοντα τον γνωρίζει εδώ και 20-25 χρόνια και μαζί συνεργάστηκαν όταν είχαν εταιρεία και πουλούσαν αυτοκίνητα μαζί. Την εν λόγω εταιρεία την διατηρούσαν γύρω στο 1992-1994 όταν ο ενάγων εργαζόταν στον εναγόμενο. Σε υποβολή ότι, ο εναγόμενος επειδή ο ενάγων τον ανταγωνιζόταν μέσω της εταιρείας τους τον απέλυσε το 1993, ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Η συνεργασία του ιδίου με τον εναγόμενο επίσης διήρκησε μέχρι το 1993 περίπου. Συνέπεσε δηλαδή με την απόλυση του ενάγοντος. Για την οφειλή του εναγομένου έχει κάπου σημειώσεις. Εξήγησε, επειδή ήταν φίλοι με τον εναγόμενο και είχαν εμπιστοσύνη ο ένας προς τον άλλο, όταν του ζήτησε τις £3.000 ο εναγόμενος του πρότεινε την αγορά του χωραφιού. Στη συνέχεια από εργασία που πρόσφερε στον εναγόμενο δημιουργήθηκε άλλο υπόλοιπο £2.000 το οποίο συμφώνησαν όπως λογιστεί έναντι του τιμήματος αγοράς του τεμαχίου. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι η συνεργασία του με τον εναγόμενο σταμάτησε όταν ο τελευταίος ανακάλυψε ότι τον ανταγωνίζοντο με την εταιρεία που έκαμαν με τον ενάγοντα. Γνώριζε ότι ο ενάγων αγόρασε από τον εναγόμενο. Όταν διαπίστωσαν ότι στα αγοραπωλητήρια έγγραφα και των δύο το πωλούμενο τεμάχιο ήταν το 36, το ανέφεραν στον εναγόμενο ο οποίος τους είπε να μην έχουν έγνοια. Ο Αντρέας θα πάρει το 36 και ο ίδιος το
  22. Σε υποβολή ότι το πωλητήριο έγγραφο που παρουσίασε στο Δικαστήριο ήταν εικονικό και το έκαμε με τον εναγόμενο για να εξασφαλίσει δάνειο από την τράπεζα, το οποίο θα του το έδιδε λόγω οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπιζε, ο μάρτυρας διαφώνησε. Σε υποβολή ότι το θέμα έληξε όταν αρνήθηκε να εξασφαλίσει δάνειο για το υπόλοιπο, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας πως τα πράγματα είναι εντελώς διαφορετικά. Η συμφωνία έγινε για €3.000 προκαταβολή και τα υπόλοιπα ο εναγόμενος ήθελε να τα βάλει στην τράπεζα και να πάρει τα χρήματα. Όταν του ανέφερε ότι δεν μπορούσε να πληρώνει το "finance" του απάντησε «άστο θα το κανονίσουμε με εργασία». Όταν του εξήγησε ότι δεν μπορούσε να πληρώνει συνάλλαγμα, ο εναγόμενος του είπε «εντάξει, θα το εξοφλήσεις με δουλειά». Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος του ζήτησε να κάμει δάνειο από την τράπεζα, να πάρει τις £5.000 τις οποίες θα του τις έδιδε για να τον βοηθήσει και ο εναγόμενος θα πλήρωνε τις δόσεις, ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι έγινε τέτοια εισήγηση. Η εισήγηση του, όπως εξηγά ο μάρτυρας ήταν ο ίδιος να πληρώνει το συνάλλαγμα, αλλά αρνήθηκε επειδή δεν είχε την οικονομική δυνατότητα. Συμφώνησε ο μάρτυρας πως η εν λόγω συμφωνία δεν υλοποιήθηκε αφού δεν πλήρωσε πέραν των £5.
  23. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο εγγεγραμμένος εκτιμητής ακινήτων Φίλιππος Χριστοδούλου του οποίου η εμπειρογνωμοσύνη δεν αμφισβητήθηκε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμ.5 την έκθεση υπολογισμού της αγοραίας αξίας ακινήτου, η οποία του ζητήθηκε από τον ενάγοντα για το ακίνητο στο χωριό Σούνι Ζανατζιά, Επαρχίας Λεμεσού, Τεμ. Αρ. 36, εμβαδού 1.000 τ.μ. το οποίο θα αποτελούσε τμήμα διαχωρισμού μεγαλύτερου τεμαχίου στο Φ/Σχ. 53/37, όπως φαίνεται με κόκκινο χρώμα στο συνημμένο σχέδιο διαχωρισμού και κατά προσέγγιση στο συνημμένο κτηματικό σχέδιο
  24. Σύμφωνα με τους όρους εντολής η εκτίμηση έγινε σε τιμές 24.3.2009 με την υπόθεση ότι αποτελεί χωριστή οικοπεδική μονάδα. Αρχικά του δόθηκε εντολή για να εκτιμηθεί η αξία του εν λόγω ακινήτου σε τιμές 24.3.2009 και εκ των υστέρων του ζητήθηκε πρόσθετη εκτίμηση για υπολογισμό του ιδίου ακινήτου σε τιμές Μαρτίου 2006 και ετοίμασε την έκθεση Τεκμ.
  25. Εξήγησε πως την εκτίμηση του ακινήτου την ετοίμασε με βάση συγκριτικές πωλήσεις που φαίνονται στο παράρτημα Α της εν λόγω εκτίμησης. Υιοθέτησε ως αγοραία αξία του εν λόγω ακινήτου υπό μορφή οικοπεδικής μονάδας σε τιμές 24.3.2009 στη τιμή των €190 το τ.μ. που ισοδυναμεί με €190.000 αγοραία αξία του όλου. Στην εκτίμηση Τεκμ.9 για το ίδιο ακίνητο έλαβε συγκριτικές πωλήσεις που φαίνονται στο Τεκμ.Β της έκθεσης του και υιοθέτησε ως αγοραία αξία σε τιμές Μαρτίου του 2006 το ποσό των €105 το τ.μ. ήτοι συνολικό ποσό €105.
  26. Αντεξεταζόμενος εξήγησε ότι για σκοπούς εκτίμησης του δόθηκε από τον ενάγοντα το αγοραπωλητήριο έγγραφο Τεκμ.1, με επισυνημμένο το σχέδιο διαχωρισμού. Η αναφορά του σε τεμάχιο αρ. 36 γίνεται αφού στο σχέδιο διαχωρισμού του υπεδείχθη το εν λόγω τεμάχιο ότι αποτελεί ξεχωριστή οικοπεδική μονάδα. Εξήγησε ο μάρτυρας με βάση τη σημερινή κατάσταση του εν λόγω διαχωρισμού το τεμάχιο 36 είναι διαφοροποιημένο. Συμφώνησε δε πως το εν λόγω σχέδιο έχει κάποιες αποκλίσεις από το σημερινό διαχωρισμό που έγινε στο κτήμα. Αναφέρεται στο τεμάχιο 36 ως οικόπεδο με την υπόθεση ότι το τεμάχιο 36 όπως φαίνεται στο σχέδιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου αποτελεί ξεχωριστή οικοπεδική μονάδα. Αυτοί ήταν οι όροι εντολής του. Επί τόπου δεν ήταν οικόπεδο συμπληρωμένο. Στην παράγραφο 14 του αγοραπωλητηρίου εγγράφου αναφέρεται ακριβώς τι πωλήθηκε, άρα θεώρησε ότι ήταν ένα οικόπεδο. Στη συνέχεια ο μάρτυρας εξήγησε τη διαφορά ενός χωραφιού από ένα οικόπεδο. Το χωράφι για να διαχωριστεί σε οικόπεδο πρέπει να ληφθεί υπόψη η έκταση που παραχωρείται που μπορεί να φθάσει μέχρι σε ποσοστό 35%. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι στους πίνακες συγκριτικών πωλήσεων και για τις δύο εκτιμήσεις χρησιμοποίησε ως συγκριτικά οικόπεδα. Σε υποβολή ότι η εν λόγω επιλογή του είναι λανθασμένη, ο μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι σύμφωνα με την εντολή που έλαβε, η εκτίμηση έγινε για καθορισμό αγοραίας αξίας οικοπέδου, ανεξάρτητα εάν υπήρχε ή όχι η άδεια και ο ίδιος είχε υποχρέωση να συγκρίνει το τεμάχιο 36 ως οικόπεδο με πωλήσεις οικοπέδων. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Αντρέας Μακεδόνας, εναγόμενος στην υπόθεση, ο οποίος σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση του Τεκμ.13, ο ενάγων μεταξύ των ετών 1984 και 1993 ήταν υπάλληλος στην εταιρεία του την Vintage Motor Enterprises Ltd και τώρα Silver Land Constructions and Developments Ltd. Ο ενάγων είναι επίσης κουμπάρος του και συγγενής του. Ο παππούς του ήταν αδελφός της μητέρας του, ο δε πατέρας του ήταν υπάλληλος του από το 1984 μέχρι το
  27. Παραδέχεται ότι στις 3.9.1991 υπέγραψε με τον ενάγοντα το αγοραπωλητήριο έγγραφο Τεκμ.1 καθώς και ότι υπέγραψε ως εγγυητής στη συμφωνία δανείου μεταξύ ενάγοντα και Τράπεζας Κύπρου Λτδ., Τεκμ.2 και τη συμφωνία εκχώρησης που είναι το Τεκμ.3, όμως δηλώνει ότι το πωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε με σκοπό την παρουσίαση του από τον ενάγοντα στην Τράπεζα Κύπρου για την εξασφάλιση δανείου και στη συνέχεια παραχώρηση του ποσού του δανείου από τον ενάγοντα στον ίδιο και τούτο γιατί κατά τη συγκεκριμένη περίοδο αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ιδιαίτερα προβλήματα ρευστότητας, αφού αντιμετώπιζε προβλήματα περαιτέρω δανεισμού. Η συμφωνία πώλησης ήταν στην πραγματικότητα εικονική και έγινε για τον πιο πάνω σκοπό και είναι γι' αυτό το λόγο που ο ενάγων όχι μόνο δεν του πλήρωσε το ποσό που αναφέρεται στο πωλητήριο έγγραφο ως προκαταβολή ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ως προκαταβολή ή έναντι. Εκείνο που έγινε ήταν αυτό που συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα. Δηλαδή του παρέδωσε το ποσό του δανείου εκ £5.000 και ο ίδιος στη συνέχεια του έδιδε κάθε μήνα το ποσό της δόσης, δηλαδή £130 το οποίο πλήρωνε έναντι του δανείου. Και ενώ το δάνειο θα εξοφλείτο σε πέντε χρόνια περίπου, αυτό εξοφλήθηκε με δικά του χρήματα στις 31.12.1993 περίοδο που συνέπεσε με την αποχώρηση του ενάγοντα από την εταιρεία του γιατί δεν επιθυμούσε να παραμείνει εκκρεμότητα μεταξύ τους μετά την αποχώρηση του. Κατά το χρόνο υπογραφής του πωλητηρίου εγγράφου δεν υπήρχε επίσημος διαχωρισμός του κτήματος. Η σχετική αίτηση διαχωρισμού κατατέθηκε το 1999 και εγκρίθηκε στις 30.9.2004 και ο διαχωρισμός που εγκρίθηκε δεν είναι αυτός που φαίνεται στο σχέδιο που είχε επισυναφθεί στο αγοραπωλητήριο έγγραφο γιατί εκείνο το σχέδιο απλά έγινε για να βοηθήσει στη λήψη του δανείου. Η άδεια διαχωρισμού ημερ. 30.9.2004 κατατέθηκε ως Τεκμ.10 και η άδεια οικοδομής εκδόθηκε στις 12.9.2006, Τεκμ.11 και η ανέγερση οικίας άρχισε μεταγενέστερα. Λόγω των οικονομικών αναγκών του και των δυσκολιών που αντιμετώπιζε για εξασφάλιση δανείων, χρησιμοποίησε και σε άλλες περιπτώσεις τα εικονικά πωλητήρια. Τέτοιο πωλητήριο υπέγραψε και με τον Γιώργο Κωνσταντίνου, (Μ.Ε.2) αλλά το θέμα δεν προχώρησε γιατί άλλαξε γνώμη. Γνωρίζει ότι ο ενάγων μετέβη κατά το 1998 στην Αμερική. Εκεί πήγε για να αποφύγει τους πιστωτές του λόγω των χρεών που είχε δημιουργήσει και για τα οποία κηρύχθηκε τον ίδιο χρόνο σε πτώχευση. Δηλώνει ότι ουδέποτε είτε πριν την αναχώρηση του για την Αμερική ή κατά την παραμονή του στην Αμερική ή μετά την άφιξη του στην Κύπρο επικοινώνησε ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο εκ μέρους μαζί του και να του ζητήσει οτιδήποτε. Για πρώτη φορά και προς μεγάλη του έκπληξη πληροφορήθηκε για τις απαιτήσεις του ενάγοντος στις 27.2.2009 από ένα φαξ των δικηγόρων του και λόγω γνωριμίας του με το δικηγόρο του ενάγοντος, αυτός του τηλεφώνησε και του εξήγησε πως είχε η κατάσταση. Δεν αμφισβητεί ότι ο ενάγων έχει αποκατασταθεί. Εκείνο το οποίο αμφισβητεί έντονα είναι ότι η τράπεζα του καταχώρισε αγωγή για το δάνειο που εξασφάλισε, το ποσό του οποίου του το είχε δώσει και το οποίο εγγυήθηκε. Το εν λόγω δάνειο εξοφλήθηκε πριν τη λήξη του και ο ίδιος ως εγγυητής του δεν έλαβε αγωγή. Προς απόδειξη του γεγονότος ότι το δάνειο είχε εξοφληθεί από το 1993 παρουσιάζει έκθεση κατάστασης που πήρε από τον επίσημο παραλήπτη (Τεκμ.12). Όπως προκύπτει από αυτή την έκθεση ο ενάγοντας δεν είχε δηλώσει την ύπαρξη του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ως μέρους του ενεργητικού της περιουσίας του, ούτε την ύπαρξη οποιουδήποτε χρέους προς την Τράπεζα Κύπρου σε σχέση με την ισχυριζόμενη αγορά του τεμαχίου. Τέλος επαναλαμβάνει ότι το πωλητήριο έγγραφο υπογράφηκε με σκοπό τη διευκόλυνση του, γεγονός με το οποίο συμφώνησε και ο ενάγων και το γνώριζε και η τράπεζα και συνεπώς δεν μπορεί ο ενάγων να προβάλλει μετά από 18 χρόνια οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον του και ζητά την απόρριψη της αγωγής. Σε ερώτηση αν την ίδια μέθοδο ακολούθησε και με άλλα πρόσωπα, ο μάρτυρας ανάφερε κάποια Ρούλα Κυρίλλου, η οποία σήμερα βρίσκεται στο εξωτερικό, τον Κυριάκο Χριστοδούλου ο οποίος πέθανε και τη μητέρα του Μιχάλη Κυριακίδη. Δήλωσε πως μετά που 20 χρόνια δεν έχει οποιαδήποτε έγγραφα. Αναφερόμενος στον Γιώργο Κωνσταντίνου, Μ.Ε.2, επανέλαβε πως η τράπεζα δεν τον ενέκρινε, έτσι η πράξη δεν προχώρησε. Ο ίδιος δεν θυμάται αν την εν λόγω εποχή του χρωστούσε οποιαδήποτε ποσά. Μέχρι σήμερα δεν του έστειλε οποιαδήποτε ειδοποίηση για να του πληρώσει χρέος και δεν του κίνησε οποιαδήποτε αγωγή. Εξήγησε πως μετά το φαξ που έλαβε από το δικηγόρο του ενάγοντος απέστειλε επιστολή προς την τράπεζα στις 13.3.2009, Τεκμ.14 και πήρε προφορική απάντηση ότι το εν λόγω δάνειο εξοφλήθηκε το
  28. Με email του προς την τράπεζα στις 21.3.2014, Τεκμ.15, πήρε απάντηση στις 7.4.2014 (Τεκμ.16) όπου αναφέρεται πως το δάνειο ξοφλήθηκε το 1993 και δεν μπορεί να εκτυπωθεί εκ νέου αναλυτική κατάσταση από το σύστημα της τράπεζας. Στην απάντηση αναφέρεται επίσης ότι κατόπιν έρευνας που διενεργήθηκε στα κεντρικά αρχεία της τράπεζας δεν ήταν κατορθωτή ούτε η ανεύρεση αντιγράφου τη κατάστασης λογαριασμού εφόσον πρόκειται για δάνειο το οποίο εξοφλήθηκε το
  29. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας δέχτηκε ότι η τράπεζα γνώριζε για την εικονικότητα του δανείου και είχε πολύ καλές σχέσεις μαζί τους γιατί παρά το πρόβλημα ρευστότητας του ήταν φερέγγυος πελάτης. Σε υποβολή ότι η τράπεζα δεν μπορούσε να συμμετέχει στην εικονική πράξη απάντησε πως η φερεγγυότητα του ήταν πολύ μεγάλη, ενώ είχε πρόβλημα ρευστότητας. Κατά τον ουσιώδη χρόνο είχε μεγάλη περιουσία. Σε υποβολή ότι έχοντας το κτήμα μπορούσε να πάρει δάνειο, απάντησε ότι αυτή τη μέθοδο επέλεξε εκείνη τη στιγμή αφού η περιουσία ήταν δεσμευμένη ένεκα του διαζυγίου του και η πρώην σύζυγος του δεν θα συναινούσε. Είχε χωρίσει το
  30. Εξήγησε ότι η πράξη με τον Μ.Ε.2 δεν προχώρησε γιατί η τράπεζα δεν τον αποδέχτηκε. Σε υποβολή ότι το τεμάχιο 36 το πώλησε σε δύο άτομα, ο μάρτυρας διαφώνησε πως τα συμβόλαια ήταν εικονικά. Ο μάρτυρας αφού του δόθηκε το Τεκμ.7 αναγνώρισε ότι το τεμάχιο στο οποίο αναφέρεται είναι το 36 διευκρίνισε όμως ότι τούτο είναι σβησμένο, πράγμα που δείχνει τη σοβαρότητα της όλης υπόθεσης. Εξήγησε πως το δάνειο του ενάγοντος προς την τράπεζα το εξόφλησε ο ίδιος, υπογράφοντας επιταγές των £130 και ο ενάγων σαν υπάλληλος στην εταιρεία του πήγαινε στην τράπεζα και μαζί με τις άλλες δουλειές κατέθετε και την επιταγή που πήρε. Η επιταγή που έδιδε ήταν της εταιρείας του. Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι μετά από 18 χρόνια η εταιρεία του δεν διατηρεί τους λογαριασμούς. Ο νόμος του φόρου εισοδήματος λέει μέχρι επτά χρόνια. Κανείς δεν διατηρεί τις οικονομικές καταστάσεις πάνω από 7 χρόνια. Δεν συμφώνησε επίσης πως οι λογιστές της εταιρείας μπορεί να έχουν τις καταστάσεις λογαριασμών της, ειδικά όταν αυτή άλλαξε δραστηριότητες και δεν υπήρχε λόγος να διατηρούνται 23 χρόνια μετά. Σε υποβολή ότι δεν λέγει την αλήθεια και ότι οι λογαριασμοί της εταιρείας του, εάν πράγματι είχε πληρώσει, θα ήταν καταγεγραμμένο στα βιβλία της, επανέλαβε πως δεν υπάρχουν. Εξήγησε πως όταν ο ενάγων πλήρωνε τη δόση η τράπεζα του έδιδε απόδειξη την οποία κρατούσε σε φάϊλ για να ξέρει το υπόλοιπο, το αντίγραφο έπαιρνε και ο ενάγων για να έχει στο δικό του φάϊλ. Τις εν λόγω αποδείξεις δυστυχώς δεν τις έχει στην κατοχή του. Εξήγησε πως η σχέση του με τον ενάγοντα και τον Μ.Ε.2 διαταράχθηκε όταν αυτοί δημιούργησαν εταιρεία η οποία δραστηριοποιείτο στις αγοραπωλησίες αυτοκινήτων. Όταν το ανακάλυψε τούτο και πως πήραν και πελάτες δικούς του, φώναξε τον ενάγοντα και τερμάτισε τις υπηρεσίες του προς την εταιρεία του. Αφού η σχέση τους είχε διακοπεί θεώρησε πως έπρεπε να εξοφλήσει και το δάνειο, το οποίο είχε κάποιο υπόλοιπο και στις 31/12 το εξόφλησε γι' αυτό ποτέ δεν του ήγειρε αγωγή η τράπεζα σαν εγγυητή. Γνωρίζοντας ότι ο ενάγων κρατούσε ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο έκανε έγγραφο ακύρωσης του, το οποίο τοποθέτησε στο φάϊλ του γραφείου του και ο ενάγων το πήρε χωρίς την άδεια του και το πήρε μαζί του. Αναφορικά με το αγοραπωλητήριο του Μ.Ε.2 δεν ασχολήθηκε μετά που η τράπεζα αρνήθηκε τη χρηματοδότηση του. Εξήγησε πως εκχωρητήριο στην περίπτωση του Μ.Ε.2 δεν δόθηκε από την τράπεζα γιατί η πράξη δεν προχώρησε. Επανέλαβε ότι το έγγραφο Τεκμ. 7 ήταν μια προχειρότης, όμως αναγνώρισε στη σελίδα 4 την υπογραφή του, η οποία κατά τον εναγόμενο και αυτή τέθηκε πρόχειρα. Επειδή όμως το εν λόγω έγγραφο θα πήγαινε στην τράπεζα έφερε και δύο υπογραφές μαρτύρων. Σε υποβολή ότι δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο ο μάρτυρας διαφώνησε. Επίσης διαφώνησε σε υποβολή ότι ο ενάγων νομότυπα αγόρασε και εξόφλησε προς τον ίδιο το επίδικο τεμάχιο. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο εκτιμητής ακινήτων από το 2005 Ιωάννης Μιχαλάκη. Σύμφωνα με το μάρτυρα στις 7.2.2013 του ανατέθηκε από τον εναγόμενο ο υπολογισμός της αγοραίας αξίας ενός ακινήτου στην κοινότητα Σούνι Ζανατζιά της Επαρχίας Λεμεσού με κτηματολογικά δεδομένα Φ/Σχ. 53/37, Τεμάχιο 36, εμβαδό γης 1.000 τ.μ. Η έκθεση του κατατέθηκε ως Τεκμ.
  31. Η έκθεση έγινε με την παραδοχή ότι το Τεμάχιο αρ. 36 κατά την 3.9.1991 αποτελείτο από χωράφι στη θέση που σήμερα βρίσκεται το Τεμάχιο 162 και την πληροφορία που έλαβε ότι το εμβαδόν του Τεμαχίου 36 ήταν 1.000 τ.μ. Η σχετική αίτηση διαχωρισμού του κτήματος υποβλήθηκε 8 χρόνια μεταγενέστερα της συμφωνίας αγοράς ημερ. 3.9.1991, Τεκμ.1 και έτυχε έγκρισης τον Σεπτέμβριο του
  32. Όπως εξήγησε ο μάρτυρας το Τεμάχιο 36 σήμερα δεν υφίσταται και στη θέση του βρίσκεται το Τεμάχιο
  33. Η εκτίμηση του έγινε λαμβάνοντας υπόψη ότι τα 1.000 τ.μ. αν οικοπεδοποιούντο θα απέμεναν 700-800 τ.μ. κατά την οικοπεδοποίηση, θα αφαιρείτο δηλαδή 20% για δρόμους και 15% περίπου για πράσινο. Η ουσιώδης ημερομηνία της εκτίμησης του είναι η 1.9.
  34. Αν το επίδικο ακίνητο το εκτιμούσε σαν οικόπεδο 700-800 τ.μ. λαμβάνοντας υπόψη τις επισυνημμένες στην έκθεση του συγκριτικές πωλήσεις η τιμή ανά τ.μ. δεν θα υπερέβαινε τα €
  35. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας διευκρίνισε ότι η εκτίμηση του έγινε με βάση τους όρους εντολής του. Αναφερόμενος στο Τεκμ.1 και στο επισυνημμένο σχέδιο δήλωσε πως το εν λόγω χωροταξικό σχέδιο είναι χωρίς έγκριση από την αρμόδια αρχή και δεν φαίνεται κατά πόσο αφορά οικόπεδο ή χωράφι. Σε υποβολή ότι το τεμάχιο 36 δεν είναι χωράφι αλλά οικόπεδο και βάσει του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ο ενάγων είναι οικόπεδο που αγόρασε, ο μάρτυρας διαφώνησε. Σε υποβολή ότι τα συγκριτικά που χρησιμοποίησε δεν είναι συγκρίσιμα με το επίδικο ο μάρτυρας διαφώνησε. Εξήγησε δε πως το χωροταξικό σχέδιο στο Τεκμ.1 δεν υλοποιήθηκε και δεν ταυτίζεται με το χωροταξικό σχέδιο του Τεκμ.17 που δεικνύει στη θέση του τεμαχίου 36 το τεμάχιο 162 περίπου. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο Μιχάλης Κυριακίδης, ο οποίος σήμερα εργάζεται στο Aphrodide Hills σαν διευθυντής εργασιών. Προηγουμένως είχε εργαστεί σε διάφορες τράπεζες και κατά τη χρονική περίοδο 1978 - 1994 εργαζόταν στην Ελληνική Τράπεζα. Με τον εναγόμενο είναι κουμπάρος και παιδικοί φίλοι. Κατά το 1991 του ζήτησε να τον βοηθήσει για να πάρει δάνειο. Εκείνη την περίοδο αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητος και του πρότεινε να κάμουν ένα συμβόλαιο ότι αγόραζε ένα τεμάχιο γης με το οποίο θα εξασφάλιζε δάνειο, τα λεφτά του οποίου θα του τα έδιδε. Αυτό θα γίνετο από την Τράπεζα Κύπρου. Ήταν όμως σε άλλη τράπεζα και δεν μπορούσε να πάρει δάνειο από την Τράπεζα Κύπρου, έτσι του πρότεινε να πάρει η μητέρα του. Έγινε ένα συμβόλαιο από τον εναγόμενο, το οποίο πήραν στην Τράπεζα Κύπρου και εξασφαλίστηκε δάνειο £5.000 που δόθηκε στον εναγόμενο. Το δάνειο το αποπλήρωνε ο εναγόμενος, το οποίο και εξόφλησε. Μετά από τόσα χρόνια διευκρίνισε ότι δεν έχει αντίγραφο του και δήλωσε πως το κτήμα βρισκόταν στο Σούνι Ζανατζιάς. Εξήγησε πως η εν λόγω πράξη έγινε για διευκόλυνση του εναγομένου και όχι για απόκτηση του κτήματος. Αντεξεταζόμενος, εξήγησε πως ο εναγόμενος είχε κάποιο δανεισμό στην Ελληνική Τράπεζα και δεν μπορούσε να του δοθεί επιπρόσθετος. Το συγκεκριμένο δάνειο έγινε στην Τράπεζα Κύπρου αφού εκχωρήθηκε το αγοραπωλητήριο και ο εναγόμενος με την γυναίκα του εγγυήθηκαν την αποπληρωμή του. Ο εναγόμενος του είπε ότι θα έκαμνε παρόμοια πράξη και με άλλους στενούς του φίλους και συνεργάτες. Η συγκεκριμένη αγορά αφορούσε κτήμα για το ποσό των £8.000 για το οποίο δόθηκε προκαταβολή £3.000 και ζητήθηκε δάνειο £5.
  36. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος μπορούσε να τύχει δανεισμού γιατί είχε ακίνητη περιουσία ο μάρτυρας απάντησε ότι ο εναγόμενος είχε προβλήματα ρευστότητος. Επίσης ο μάρτυρας απέκλεισε το δάνειο να είχε συναφθεί με την Ελληνική Τράπεζα γιατί ο εναγόμενος είχε ήδη διευθετήσει όπως το δάνειο γίνει με την Τράπεζα Κύπρου. Χαρακτήρισε το δάνειο διευκολυντικό με την τράπεζα να έχει επαρκείς εξασφαλίσεις και εγγυήσεις. Σε υποβολή ότι η μαρτυρία του δόθηκε για να βοηθήσει τον εναγόμενο και δεν είναι αλήθεια τα όσα είπε, ο μάρτυρας διαφώνησε. Ως Μ.Υ.4 κατέθεσε η Μάρω Ναθαναήλ, η οποία υιοθέτησε γραπτή δήλωση της Τεκμ.18 σύμφωνα με την οποία από το 1980 μέχρι το 2007 ήταν υπάλληλος της εταιρείας Vintage Motor Enterprises Ltd που αργότερα μετονομάστηκε σε Silver Land Constructions and Developments Ltd με καθήκοντα γραμματέα - λογίστριας. Ο εναγόμενος ήταν ο διευθυντής της εταιρείας και ο ενάγων υπάλληλος της από το 1984 μέχρι το
  37. Κατά το 1991 ο εναγόμενος αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και της παραπονείτο ότι αυτό οφείλετο στο ότι οι τράπεζες δεν του έδιναν άλλα δάνεια. Για να λύσει αυτό το πρόβλημα ζήτησε το 1991 από τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν κουμπάρος και συγγενής του να υπογράψουν μαζί ένα εικονικό αγοραπωλητήριο έγγραφο στο οποίο θα φαίνετο ότι αγόραζε από τον εναγόμενο ένα τεμάχιο γης στο Σούνι Ζανατζιά για να το παρουσιάσει στην Τράπεζα Κύπρου, να το εκχωρήσει και να πάρει ένα δάνειο, το ποσό του οποίου θα έδινε στον εναγόμενο. Θυμάται πως ο εναγόμενος υπέγραψε και ως εγγυητής και ο ενάγων το παρουσίασε στην Τράπεζα, πήρε £5.000 δάνειο και το έδωσε στον εναγόμενο. Αυτό το ποσό άρχισε να εξοφλείται με μηνιαίες δόσεις, αλλά πριν τη λήξη του και συγκεκριμένα μέσα στο Δεκέμβριο του 1993 επειδή ο ενάγοντας απολύθηκε από τον εναγόμενο για να μην έχει εκκρεμότητες μαζί του, το εξόφλησε. Απ' ότι θυμάται πέρασαν μερικά χρόνια από την υπογραφή του αγοραπωλητηρίου για να κάνει ο εναγόμενος αίτηση για το διαχωρισμό του ακινήτου σε οικόπεδα. Την ίδια διευκόλυνση ο εναγόμενος ζήτησε και από τους Αγγέλα Κυριακίδου, Κυριάκο Χριστοδούλου, Ρούλλα Κυρίλλου και Μαρία Φιλίππου. Ήταν και άλλοι που δεν θυμάται τα ονόματα τους γιατί έχουν περάσει 23 χρόνια. Με τον Γιώργο Κωνσταντίνου η υπόθεση δεν προχώρησε γιατί δεν το ενέκρινε η τράπεζα. Η μάρτυς αναγνώρισε την υπογραφή της στη σελ. 4 του Τεκμ.1, την οποία έθεσε σαν μάρτυρας. Δηλώνει πως το ποσό των £3.000 το οποίο αναφέρεται στην παράγραφο 2 του εγγράφου δεν πληρώθηκε στον εναγόμενο. Το εν λόγω έγγραφο μετά την υπογραφή του κατατέθηκε στην Τράπεζα και το δάνειο που δόθηκε των €5.000 το πήρε ο εναγόμενος. Κάθε μήνα ένα ποσό £130 δίδετο επιταγή στον ενάγοντα για να εξοφληθεί το δάνειο το οποίο εξοφλήθηκε το
  38. Ο εναγόμενος απέλυσε τον ενάγοντα όταν ανακάλυψε ότι ταυτόχρονα εργάζετο σε δική του εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου. Τότε και η δική τους εταιρεία ασχολείτο με πωλήσεις αυτοκινήτων. Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι το ποσό των £130 το πλήρωνε η εταιρεία στον ενάγοντα. Το δάνειο ξοφλήθηκε το 1993 ώστε μετά την απόλυση του ενάγοντος να μην υπάρχουν εκκρεμότητες μεταξύ τους. Σαν λογίστρια λάμβανε τις αποδείξεις και τις έβαζε σε φάϊλ. Όταν τα χρόνια πέρασαν τα φάϊλς πετάχτηκαν. Η εταιρεία διατηρούσε και λογιστικά βιβλία και όταν έγινε το δάνειο των £5.000 αυτό κατατέθηκε σε λογαριασμό της εταιρείας και από την εταιρεία πληρώνοντο οι δόσεις. Η ίδια πράξη έγινε κατά τον ίδιο τρόπο και με τους άλλους που ανέφερε πιο πάνω. Σήμερα, 23 χρόνια μετά, οι αποδείξεις δεν υπάρχουν. Γνωρίζει ότι με τη μητέρα του Μιχάλη Κυριακίδη ο εναγόμενος έκαμε την ίδια πράξη. Στην παρουσία της η Αγγέλα Κυριακίδου όταν έγινε η πράξη έδωσε στον εναγόμενο £5.
  39. Τότε ο εναγόμενος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και δεν μπορούσε να δανειοδοτηθεί. Είχε ακίνητη περιουσία η οποία ήταν υποθηκευμένη. Η ίδια δεν γνωρίζει αν η τράπεζα γνώριζε για την εικονικότητα των δανείων. Διευκρίνισε πως η ίδια δεν μπορούσε να κάμει δάνειο γιατί ήδη είχε ένα στο όνομα της. Δήλωσε επίσης πως μετά που ο ενάγων έφυγε για την Αμερική, η γυναίκα του δεν επισκέφθηκε το γραφείο, ούτε ζήτησε να τιτλοποιηθεί το κτήμα. Επανέλαβε πως τα διάφορα έγγραφα τα κρατούσαν σε φάϊλ για το λογιστήριο, σήμερα όμως μετά από τόσα χρόνια δεν υπάρχουν. Η μάρτυρας δήλωσε πως δεν γνωρίζει αν το ίδιο τεμάχιο πωλήθηκε στον ενάγοντα και τον Κωνσταντίνου. Ούτε αν ο εναγόμενος ανέλαβε να δώσει άλλο τεμάχιο στον ενάγοντα. Μετά την απόλυση του ενάγοντος δεν γνωρίζει αν ο εναγόμενος του ζήτησε το έγγραφο. Σε υποβολή ότι όσα είπε είναι ψέματα για να βοηθήσει τον εναγόμενο, η μάρτυρας το αρνήθηκε. Το κύριο επίδικο θέμα είναι η πραγματική φύση της συναλλαγής. Κατά πόσο ήταν γνήσια αγοραπωλησία ακίνητης περιουσίας ή ήταν εικονική η σύμβαση ώστε να έχουμε συγκαλυμμένο δάνειο προς τον εναγόμενο. Το ζήτημα είναι θέμα αποδοχής ή απόρριψης της μιας ή της άλλης εκδοχής δίδοντας πειστικούς λόγους. Εδώ δεν αναζητούμε τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου (Τεκμ1) αλλά κατά πόσο το περιεχόμενο του συμβιβάζεται με την πρόθεση των μερών. Κατά πόσο ο σκοπός της υπογραφής του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ήταν να χρησιμοποιηθεί τούτο στη τράπεζα για να εξασφαλίσει χρηματοδότηση ο εναγόμενος. Ο ισχυρισμός της εικονικότητος εγειρόμενος από τον εναγόμενο, θέτει σ' αυτόν και το ανάλογο βάρος να τον αποδείξει. Καθώς πρόκειται για αστική υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε ευρήματα πάνω στο ζυγό των πιθανοτήτων με βάση τη μαρτυρία που θα κρίνει αξιόπιστη (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη

(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Θα αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία με επίκεντρο τα επίδικα θέματα. Υποδείχθηκε στην Al Ittiham Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1924, 1937: «... ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας αλλά εκείνη που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (βλ. Σωτηρίου κ.α. ν. Stelios Stylianides (Holdings) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 391). Ο σχολιασμός της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων δεν είναι απαραίτητος (βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Tiba Publishing Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1984). Δεν είναι απαραίτητο να αξιολογείται ξεχωριστά η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ούτε και να γίνεται αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία (βλ. Paphos Stone Estates v. Ζαβρού κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854).» Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είναι σε θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους. Επίσης έχει συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων συνεκτιμώντας την προφορική μαρτυρία με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και τις θέσεις που προβάλλουν οι διάδικοι στα δικόγραφά τους. Εξέτασα με προσοχή τη μαρτυρία του ενάγοντος σε αντιπαράθεση με τη μαρτυρία του εναγόμενου και πιστεύω ο εναγόμενος είναι o αξιόπιστος. Ήταν σταθερός στις θέσεις του, η δε εκδοχή του υποστηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από τους Μ.Υ.3 και Μ.Υ.4, τους οποίους κρίνω ως αξιόπιστους μάρτυρες και από τα Τεκμήρια 10, 11, 12, 14, 15 και
  1. Αντίθετα τόσο ο ενάγων όσο και ο Μ.Ε.2 δεν μου έδωσαν την εντύπωση ανθρώπων που έλεγαν την αλήθεια και δεν μπορώ να βασιστώ στην μαρτυρία τους. Πιο συγκεκριμένα: Η θέση του εναγομένου ότι oι δόσεις του επίδικου δανείου αρ. 391-13-00760 πληρώνοντο με δικά του χρήματα και ότι με την απόλυση του ενάγοντος το 1993 από την εταιρεία του το δάνειο εξοφλήθηκε επιβεβαιώνεται από την τράπεζα Κύπρου και το ηλεκτρονικό μήνυμα (email) της ημερ. 7.4.2004, Τεκμήριο
  2. Ο ενάγων ψεύδεται όταν αντεξεταζόμενος ισχυρίζεται ότι το εν λόγω δάνειο πληρώνετο από τον ίδιο και σταμάτησε να το πληρώνει δύο χρόνια μετά τη σύναψη του, ένεκα οικονομικών προβλημάτων που είχε και πως εξοφλήθηκε το 2008 ή αρχές του
  3. Ο ενάγων, δεν παρουσίασε καμιά απόδειξη για πληρωμή της προκαταβολής, ενώ γνώριζε την θέση του εναγομένου ότι τέτοια προκαταβολή δεν πληρώθηκε γιατί το αγοραπωλητήριο ήταν εικονικό, έγινε δε για σκοπούς εξασφάλισης χρηματοδότησης από τον εναγόμενο. Δεν συνάδουν με την κοινή λογική και ανθρώπινη εμπειρία, οι ισχυρισμοί του ενάγοντος ότι αυτός εξόφλησε τον εναγόμενο στις 13.9.91 και ενώ ο εναγόμενος καθυστερούσε τον διαχωρισμό του κτήματος, δεν λαμβάνει κατοχή του ακινήτου, όπως προνοεί ο όρος 7 του αγοραπωλητηρίου, ούτε καταθέτει το αγοραπωλητήριο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης όπως προνοεί η συμφωνία τους, όρος
  4. Ενώ δε πληροφορείται το 2000 ότι ο εναγόμενος διαχώρισε το κτήμα και το 2002 πληροφορείται ότι εντός του επίδικου τεμαχίου ανεγείρεται κατοικία και ο εναγόμενος αθετούσε τις ισχυριζόμενες υποσχέσεις του προς τον ίδιο να μην λαμβάνει οποιαδήποτε μέτρα για να διεκδικήσει τα δικαιώματα του. Ιδιαίτερα όταν το τέλος του 1993 αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Άφησε τα πράγματα μέχρι το 2009 για να λάβει μέτρα, δηλαδή 18 χρόνια μετά για να καταχωρίσει αγωγή. Για πρώτη φορά ζητά αποζημιώσεις με επιστολή του δικηγόρου του ημερ. 27.2.2009 και χωρίς να τερματίσει την επίδικη σύμβαση εγείρει την επίδικη αγωγή στις 24.3.2009 και αξιώνει αποζημιώσεις που συμβιβάζονται μόνο με τον τερματισμό της σύμβασης. Η όλη συμπεριφορά του ενάγοντος δικαιολογείται μόνο επειδή το αγοραπωλητήριο ήταν εικονικό. Περαιτέρω, αν η εκδοχή του ενάγοντος ήταν η αληθινή, θα δήλωνε στη κατάθεση του στον Επίσημο Παραλήπτη (Τεκμ.12) τον εναγόμενο ως χρεώστη του ή το δικαίωμα του επί του επίδικου τεμαχίου, πράγμα που δεν έπραξε. Τέλος, χωρίς εξήγηση παρέλειψε να καλέσει την σύζυγο του να δώσει μαρτυρία και να επιβεβαιώσει την εκδοχή του, προφανώς γνωρίζοντας ότι δεν θα επιβεβαίωνε την ψεύτικη εκδοχή του. Προσήχθηκε μαρτυρία χωρίς ένσταση και από τις δύο πλευρές για το τι έχει πράξει ο εναγόμενος σε άλλες σχετικές ή παρόμοιες περιπτώσεις. Δεν έχει διευκρινιστεί ο σκοπός που κατέθεσαν οι Μ.Ε.2 και Μ.Υ.
  5. Προφανώς κατέθεσαν για να ενισχύσουν τη θέση του διαδίκου που τους κλήτευσε. Εξέτασα τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 και τον κρίνω εντελώς αναξιόπιστο. Αυτός κατέθεσε για να βοηθήσει τον ενάγοντα ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν συνεργάτης του. Όταν το 1993 ο εναγόμενος διαπίστωσε ότι ο ενάγων και ο Μ.Ε.2 τον ανταγωνίζοντο, αφού δημιούργησαν δική τους εταιρεία πώλησης αυτοκινήτων, ο εναγόμενος απόλυσε τον ενάγοντα. Φαίνεται τότε οι σχέσεις του εναγόμενου και του Μ.Ε.2 είχαν διασαλευτεί και διέκοψαν κάθε συνεργασία. Έκτοτε έχουν περάσει 20 χρόνια και ο Μ.Ε.2 δεν διεκδίκησε μέχρι σήμερα επιστροφή των χρημάτων που ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος τον πίστωσε στο αγοραπωλητήριο έγγραφο Τεκμ.
  6. Αυτό προφανώς γιατί το έγγραφο Τεκμ.7 είναι εικονικό. Το γεγονός ότι είναι εικονικό και πρόχειρο έγγραφο φαίνεται και από το γεγονός ότι τόσο στο Τεκμ.1 όσο και στο Τεκμ.7 αναγράφεται το τεμάχιο 36 ως το πωλούμενο κτήμα. Εν πάση περιπτώσει αναμένετο αν το Τεκμ.7 δεν ήτο εικονικό ο Μ.Ε.2 να διεκδικούσε τα δικαιώματα του εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος, ενώ μέχρι σήμερα δεν το έχει πράξει. Η μαρτυρία του Μ.Υ.3 και της Μ.Υ.4 σε κανένα σημείο της δεν κλονίστηκε από την αντεξέταση, κρίνω πως και οι δύο ήτανε ειλικρινείς και είπαν την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω να παρέλκει η εξέταση του ζητήματος των αποζημιώσεων. Καθώς η προσκομισθείσα μαρτυρία που κρίθηκε αξιόπιστη είναι εκείνη του εναγομένου, γίνεται αποδεκτή η εκδοχή του. Η εκδοχή της σύμβασης αγοραπωλησίας ακίνητης περιουσίας έχει καταρρεύσει λόγω αναξιοπιστίας της εκδοχής του ενάγοντος. Συναφώς, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγόμενου και εναντίον του ενάγοντος, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Εικονικό Αγοραπωλητήριο Έγγραφο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.