← Κύπρος

Αίτηση από Δήμητρα Παπαδημητρίου ν. Αναφορικά με την εταιρεία TUTI - MARE TRADING LTD, Αρ.αίτησης εταιρειών: 110/2016, 22/4/2016

Αίτηση από Δήμητρα Παπαδημητρίου ν. Αναφορικά με την εταιρεία TUTI - MARE TRADING LTD, Αρ.αίτησης εταιρειών: 110/2016, 22/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A185 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ.αίτησης εταιρειών: 110/2016 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 Αναφορικά με την εταιρεία TUTI - MARE TRADING LTD Αίτηση από Δήμητρα Παπαδημητρίου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:22/4/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητές: κα Ιωάννα Νικολάου Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κα Έλενα Σκούλα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση της, η αιτήτρια ζητά (χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το ακριβές λεκτικό των αιτητικών) ενδιάμεσα Διατάγματα εναντίον των καθ΄ ων η αίτηση, όπου να τους απαγορεύεται να μεταβάλουν με οποιονδήποτε τρόπο την μετοχική δομή της αναφερόμενης εταιρείας (εν τοις εφεξοίς η εταιρεία) που να έχει ως άμεσο αποτέλεσμα την συμμετοχή της αιτήτριας στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας, ως επίσης ζητά ενδιάμεσα Διατάγματα που να απαγορεύει στους καθ΄ων η αίτηση όπως αποξενώσουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας ή να προβεί σε διευθέτηση ή διαγραφή χρεών και γενικά από του να προχωρήσουν σε οποιεσδήποτε συναλλαγές που να επιφέρουν μείωση της αξίας της εταιρείας ή που να καταστήσουν δυσχερή ή και αδύνατη την είσπραξη χρεών της εταιρείας. Επιπρόσθετα, αιτείται ενδιάμεσο Διάταγμα, με το οποίο να διατάσσονται οι καθ΄ων η αίτηση όπως επιτρέψουν στην αιτήτρια ή στους ελεγκτές της να ελέγξουν τα εταιρικά έγγραφα και γενικά τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας από το 2009 μέχρι σήμερα και να παραδώσουν σε αυτούς αντίγραφα όλων των εν λόγω εγγράφων εντός 7 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε το άρθρο 32 του Ν.14/60, το άρθρο 9 του Κεφ.

  1. η Δ,48 Θ.1-4, , τα άρθρα 202,204,209,211(στ),213,214 και 218(ζ) του Κεφ.113, οι αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκιας, η διακριτική ευχέρεια και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της αιτήτριας. H αιτήτρια αναφέρει (χωρίς βέβαια να παρατεθεί αυτολεξεί το περιεχόμενο της ένορκης της δήλωσης) στο ιστορικό ίδρυσης της εταιρείας, τους αξιωματούχους και μετόχους αυτής, τον σκοπό της εταιρείας και το εγγεγραμμένο γραφείο της. Είναι η σύζυγος του καθ΄ ου η αίτηση ο οποίος κατέχει το 90% των μετοχών της εταιρείας και η αιτήτρια το 10% και λόγω ακριβώς αυτής της σχέσης, η εταιρεία λειτουργούσε με έντονα χαρακτηριστικά συνεταιρισμού και έντονου προσωπικού χαρακτήρα με στοιχεία συναντίληψης, εμπιστοσύνης, αξιοπιστίας και συναφείς χαρακτηρισμούς που αποτελούσαν το θεμέλιο της εταιρικής σχέσης. Από τον Μάρτιο του 2013 επήλθε διάσταση στην συζυγική σχέση μετά από ισχυρό κλονισμό και έκτοτε η αιτήτρια δεν συμμετέχει στις εργασίες, όπου ο καθ΄ ου η αίτηση έχει τον αποκλειστικό έλεγχο και δεν αφήνει την αιτήτρια από του να έχει γενικά οποιαδήποτε εμπλοκή σε αυτήν. Η αιτήτρια κατά την διάρκεια λειτουργίας της εταιρείας προσέφερε υπηρεσίες με αποτέλεσμα οι εργασίες της εταιρείας να έχουν επιτυχημένη ανοδική εταιρεία, ως επίσης αυτό οφειλόταν στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ των διαδίκων. Από το 2015 διαπίστωσε κάποιες ενέργειες που έχουν γίνει και χωρίς να ενημερωθεί και σε απομόνωση όπου βρισκόταν και που εκθεμελίωναν την πιο πάνω αναφερόμενη σχέση που είχαν οι διάδικοι με αποτέλεσμα να υπάρχει ζημιά στα συμφέροντα της εταιρείας και η εταιρεία να παραμείνει σε αδράνεια, ως επίσης οι μέτοχοι αδυνατούν να λάβουν οποιαδήποτε απόφαση. Συγκεκριμένα διαπίστωσε τον Ιανουάριο του 2015 ότι οι οικονομικές καταστάσεις για τα έτη 2009 - 2014 δεν έχουν κλείσει και ολοκληρωθεί και κάλεσε τον καθ΄ ου η αίτηση τον επόμενο μήνα με σχετική επιστολή για να προβεί στα δέοντα, πράγμα που δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση. Επίσης αναφέρει ότι υπήρχαν οικονομικές ατασθαλίες με χρεώσεις, πληρωμές και πιστωτές της εταιρείας, ανακρίβειες και ειδικότερα ενώ το 2008 παρουσιαζόταν χρεωστικό υπόλοιπο, τρία χρόνια αργότερα, παρουσιάζεται πιστωτικό υπόλοιπο χωρίς αυτό να δικαιολογείται. Περαιτέρω το 2014 ο καθ΄ ου η αίτηση αυθαίρετα και αδικαιολόγητα σταμάτησε να πληρώνει τις δόσεις προς την τράπεζα για δάνεια της εταιρείας, με αποτέλεσμα το σπίτι της που προήλθε από δωρεά του πατέρα της και που είναι βεβαρυμένη με υποθήκες να βρίσκεται σε κίνδυνο. Ακολούθως η αιτήτρια προβαίνει σε μια καταγραφή ενεργειών που αποδίδει στον καθ΄ ου η αίτηση και που έχουν το στοιχείο της απομόνωσης της, τον απόλυτο έλεγχο της εταιρείας από τον καθ΄ ου η αίτηση και τον οικονομικό και εν γένει αποκλεισμό της αιτήτριας από τον ίδιο και παρέπεμψε σε σχετική αλληλογραφία που έγινε τον Δεκέμβριο του 2015, όπου και διαπιστώθηκε η ύπαρξη μιας εταιρείας με σχεδόν όμοιο όνομα με αυτό της εταιρείας και με ίδιο εγγεγραμμένο γραφείο και τομέα ενασχόλησης και που διαφαίνεται η οικιοποίηση του κύκλου εργασιών, πελατολογίου, εμπορεύματος και εξοπλισμού. Μοναδικός μέτοχος αυτής είναι ο καθ΄ ου η αίτηση και όλα αυτά καταδεικνύουν την στάση του με τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της εταιρείας και που οδήγησαν στην αδρανοποίηση της και γενικά κλόνισε την συνεταιρική βάση και εμποδίζει την αιτήτρια να διαδραματίσει τον ρόλο που την αναλογεί και σε περίπτωση που δεν εμποδιστεί από το Δικαστήριο, υπάρχει πρόθεση για καταπίεση, για αγνόηση της και να υπάρχει αυθαίρετη διαχείριση, υπόσκαψη της αιτήτριας και οικιοποίηση των εσόδων προς ιδίον όφελος του καθ΄ ου η αίτηση. Eξέφρασε την άποψη ότι με βάση την πιο πάνω αναφερόμενη κατάσταση, είναι δίκαιο όπως η εταιρεία διαλυθεί, λόγω του σημερινού καθεστώτος εκμετάλλευσης και καταπίεσης και της σκόπιμης οικονομικής ζημιάς, ως επίσης και η διαταγή για αγορά των μετοχών της αιτήτριας από τον άλλο μέτοχο της εταιρείας. Παρέθεσε ακολούθως τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας που συνίστανται σε αυτοκίνητα, ένα σκάφος, εμπορεύματα της εταιρείας και ένα ακίνητο, το οποίο μισθώνεται και το μίσθωμα καρπούται ο καθ΄ ου η αίτηση και η εν λόγω περιουσία υπερτερεί των χρεών της και περαιτέρω αναφέρει ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την πραγματική αξία των μετοχών την εταιρείας, ακριβώς λόγω του ότι δεν έχουν κλείσει οι οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας που αυτό το αποδίδει στον καθ΄ ου η αίτηση, παρά τις οχλήσεις της αιτήτριας. Εν κατακλείδι η αιτήτρια αναφέρει ότι μόνο με την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων θα προστατευθεί η ίδια και η εταιρεία από τις δόλιες ενέργειες που καταλογίζει στον καθ΄ ου η αίτηση, προβαίνοντας σε χαρακτηρισμό αυτών, ως επίσης και των συνεπειών αυτών, εκφράζοντας την άποψη ότι πληρούνται οι προυποθέσεις για έγκριση της αίτησης και ότι δεν θα υποστεί κάποια ζημιά ο καθ΄ ου η αίτηση, σε αντίθεση με ότι θα συμβεί στην αιτήτρια εάν δεν εγκριθεί η αίτηση, όπου θα είναι οι ζημιές ανεπανόρθωτες και αδύνατη η απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση, με νομικό έρεισμα το άρθρο 32 του Ν.14/60, τα άρθρα 7 και 9 του Κεφ.6, την Δ.48 θ.4, την γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 7 λόγοι ένστασης, που άπτονται (χωρίς βεβαίως να καταγράφεται αυτολεξεί το λεκτικό των λόγων ένστασης) στην μη τήρηση των προυποθέσεων για έγκριση της αίτησης, στην ανυπαρξία νομιμοποίησης της αιτήτριας αλλά και του κατεπείγοντος, στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την αιτήτρια, στο καταχρηστικό και αυθαίρετο του αιτήματος, ως επίσης και το γενικό και αόριστο αυτών και ότι τυχόν έγκριση αυτών θα επιφέρει ζημιές και οικονομική απώλεια στην εταιρεία. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση
  2. Ο ενόρκως δηλών (εν τοις εφεξοίς ο καθ΄ ου η αίτηση) αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την ιδιότητα του ως διευθυντή και μετόχου της εταιρείας, ως επίσης προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης τους και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και ακολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών της αιτήτριας οι οποίοι δεν συνάδουν με τους δικούς του ισχυρισμούς, προβαίνοντας όμως και σε ρητές παραδοχές που αφορούν την μετοχική δομή της εταιρείας, τον σκοπό της και το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και την σχέση του με την αιτήτρια ως σύζυγοι. Ακολούθως όμως (και χωρίς βεβαίως να αναφέρονται αυτολεξεί οι ισχυρισμοί του), αναφέρει ότι ο ίδιος είναι αυτός που με το οικονομικό κεφάλαιο, αλλά και την τεχνογνωσία του, ίδρυσε την εν λόγω εταιρεία και έδωσε ένα μικρό ποσοστό στην αιτήτρια, λόγω του ότι θα βοηθούσε στα καθήκοντα και υποχρεώσεις της εταιρείας και πιο συγκεκριμένα στην εποπτεία και έλεγχο των λογιστικών βιβλίων και οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας, πράγμα που τελικώς δεν έγινε, αφήνοντας όλο το βάρος στον καθ΄ ου η αίτηση για τις ευθύνες της εταιρείας και η αιτήτρια περιοριζόταν σε τυπικές και ολιγόωρες εβδομαδιαίες επισκέψεις και περιέγραψε ο καθ΄ ου η αίτηση τις εργασίες όπου προέβαινε με βάση το γνωσιολογικό του επίπεδο και που περιελάμβαναν μεταξύ άλλων υπηρεσίες πλοιάρχου, υπηρεσιών μηχανολογικών και συντήρησης, επικοινωνία με πελάτες και που είχε ως αποτέλεσμα την ανοδική πορεία της εταιρείας και η αιτήτρια είχε την ικανότητα να προβαίνει σε ετοιμασία λογιστικών βιβλίων και καταστάσεων και να τα εποπτεύει, τομέας όπου ο καθ΄ ου η αίτηση υστερούσε. Η συνεισφορά του καθ΄ου η αίτηση δεν περιοριζόταν μόνο τα πιο πάνω, αλλά επεκτεινόταν και σε οικονομική αιμοδότηση της εταιρείας και επισύναψε προς αυτόν τον σκοπό δέσμη επιταγών συνολικού ύψους €174,021,00 προς συνεργάτες και προμηθευτές για να επιβιώσει η εταιρεία, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε με την αιτήτρια, η οποία προέβαινε σε οικονομική αφαίμαξη της εταιρείας και επιφυλάχθηκε να προσκομίσει συγκεκριμένα στοιχεία, ως επίσης ενεργούσε εκ διαμέτρως αντίθετα με την αρχική συνεννόηση, στην συνέχεια αποστασιοποιείτο οικιοθελώς από τα δρώμενα της εταιρείας, απαξίωνε αυτήν και μη τηρώντας τα καθήκοντα της για τήρηση και έλεγχο των λογιστικών βιβλίων και των καταστάσεων της εταιρείας, αντικρούοντας έτσι ο καθ΄ ου η αίτηση την θέση ότι είχε ο καθ΄ ου η αίτηση τον αποκλειστικό έλεγχο και ότι απέκλεισε την αιτήτρια από τα δρώμενα της εταιρεία και ότι η αιτήτρια είχε συνεισφορά στην καρποφόρα πορεία της εταιρείας, αποτιμόντας την συνεισφορά της αιτήτριας ως ουδέποτε ισότιμη και ισάξια με την δική του συνεισφορά ως την περιέγραψε. Αυτές οι ενέργειες της αιτήτριας και η μη τήρηση των υποχρεώσεων της για τήρηση των λογιστικών βιβλίων και εποπτεία των οικονομικών καταστάσεων, οδήγησε σταθερά σε καθοδική πορεία την εταιρεία και στο τέλος στην οικονομική καταστροφή και σημαντικές υποχρεώσεις προς τράπεζες και κυβερνητικές αρχές. Περαιτέρω, ο καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει ότι είναι αυθαίρετοι οι ισχυρισμοί και τα συμπεράσματα της αιτήτριας που του αποδίδονται για πράξεις ενάντια στα συμφέροντα της εταιρείας, εν΄ όψει της μη ενασχόλησης της αιτήτριας με τα πιο πάνω καθήκοντα και αντέκρουσε ειδικά την θέση της αιτήτριας περί μη απάντησης του στην επιστολή ημερ. 20/2/2015, διότι ο ίδιος επικοινώνησε με την αιτήτρια και συμφωνήθηκε όπως η αιτήτρια προβεί στην προετοιμασία και έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων και λογιστικών βιβλίων και αυτό καταδεικνύει το αναληθές και παραπλανητικό των ισχυρισμών της αιτήτριας, αλλά και για να αποποιηθεί η αιτήτρια των ευθυνών και ότι οι πράξεις της αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρείας. Επίσης τονίζει ο ενόρκως δηλών την ανυπαρξία αποδεικτικών στοιχείων για ισχυριζόμενες ατασθαλίες και συνεπώς το ανυπόστατο αυτών και περαιτέρω αναφέρει ότι η αιτήτρια λόγω της αποστασιοποίησης της, δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει την ακριβή εικόνα της εταιρείας και συνεπής είναι ανυπόστατοι και αυθαίρετοι οι ισχυρισμοί της αιτήτριας περί ατασθαλιών και που σκοπό έχουν την υπονόμευση του ιδίου σε προσωπικό και οικονομικό επίπεδο και αντιθέτως και αντικρουστικά, ο καθ΄ ου η αίτηση με επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, αναφέρει ότι είναι η αιτήτρια που προέβηκε σε αποποιήσεις χρηματικών ποσών. Περαιτέρω αντικρούει εξειδικευμένα την θέση της αιτήτριας που αφορά οικονομική υποχρέωση προς τράπεζα, λέγοντας ότι είχε καλή θέληση και συγκατάθεση στην προτεινόμενη από την αιτήτρια διευθέτηση του θέματος, αλλά η αιτήτρια αδικαιολόγητα ανακάλεσε την πρόταση και δεν έχει υποβάλει αντιπρόταση. Επιρρίπτει την ευθύνη στην αιτήτρια εάν υπάρχουν οποιεσδήποτε ατασθαλίες στα βιβλία της εταιρείας, χαρακτηρίζοντας ως ατεκμηρίωτες και γενικές τις αποδιδόμενες σε αυτόν ατασθαλίες και πράξεις εναντίον της εταιρείας, ως επίσης αρνείται την θέση για εκμετάλλευση της θέσης του και κάρπωσης ποσών, λέγοντας ότι αυτός ήταν που πρόσφερε οικονομικά στην εταιρεία, σε αντίθεση με ότι συνέβαινε με την αιτήτρια, τονίζοντας ότι η αιτήτρια εμμέσως πλην σαφώς παραδέχεται ότι δεν έχει σαφή εικόνα της εταιρείας και συνεπώς τα ευρήματα και συμπεράσματα της είναι αυθαίρετα. Περαιτέρω, ο καθ΄ ου η αίτηση τονίζει το κακόβουλο και εκδικητικό της αίτησης, εν΄ όψει της σχετικής επιστολής που απέστειλε και που επισυνάφθηκε ως τεκμήριο, που δηλώνει την καλή του πρόθεση να συνεργαστεί και να παραχωρήσει οποιαδήποτε έγγραφα ζητηθούν νοουμένου ότι θα ακριβολογούν, ενώ παρέμεινε η εν λόγω επιστολή αναπάντητη και προχώρησαν στην προώθηση δικαστικών μέτρων. Επίσης αντικρούει την θέση του κατεπείγοντος, προυπάρχουσης επικοινωνίας από τον Απρίλη του 2015 και που επισύναψε ως τεκμήριο 4 και των προβλημάτων που ξεκίνησαν από το 2013 αλλά και των προσπαθειών που έγιναν προσπάθειες εξεύρεσης πιθανής λύσης και αποχώρησης της αιτήτριας από την εταιρεία και αποζημίωση της, κάτι που αρχικά συμφωνήθηκε αλλά μετά η αιτήτρια άλλαξε γνώμη. Λόγω της χαοτικής κατάστασης που προκλήθηκε από τις πιο πάνω αναφερόμενες ενέργειες της αιτήτριας, ο καθ΄ ου η αίτηση προέβηκε σε καταγραφή του εξοπλισμού της εταιρείας αξίας €68,407,07 και παρέμενε αποθηκευμένος και αχρησιμοποίητος, μέχρι την εξεύρεση λύσης με την αιτήτρια. Κατ΄ όπιν αδρανοποίησης της εταιρείας και για λόγους οικονομικής επιβίωσης, ο καθ΄ ου η αίτηση ίδρυσε νέα εταιρεία και η οποία αγόρασε μέρος του εξοπλισμού για το ποσό των €62,647,20 το οποίο θα καταβληθεί στην εταιρεία και συνεπώς δεν θα υπάρξει οικιοποίηση ως του αποδίδεται, αλλά νόμιμη συμφωνία και τα υπόλοιπα αντικείμενα παραμένουν αποθηκευμένα. Περαιτέρω ο καθ΄ ου η αίτηση προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τις ενέργειες της αιτήτριας επαγγελματικής φύσεως που έχουν ως απώτερο σκοπό τον αθέμιτο ανταγωνισμό αλλά και δυσφήμηση της εταιρείας εν΄ όψει των δικαστικών διελκυστίνδων. Ακολούθως, ως προς τα περιουσιακά στοιχεία που η αιτήτρια τα αποδίδει στην αιτήτρια, ο καθ΄ ου η αίτηση αναφέρει ότι το σκάφος ανήκει σε πελάτη, το ένα αυτοκίνητο αγοράστηκε από τον ίδιο, το άλλο ήταν δώρο από τους γονείς του και το τρίτο ανήκει στην εταιρεία, το δε ακίνητο εμπίπτει στα πλαίσια εκκρεμούσης διευθέτησης. Εν κατακλείδι, ο καθ΄ ου η αίτηση αποδίδει τους ισχυρισμούς της αιτήριας και τους χαρακτηρίζει ως πλασματικούς και που έχουν ως κίνητρο την προσωπική και επαγγελματική του καταστροφή και έχουν ως αιτία τον ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσης των διαδίκων, υιοθετεί τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι είναι γενικά τα αιτητικά, ότι δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε ζημιά στην αιτήτρια η μη έγκριση της αίτησης εν΄ όψει της κατάστασης που υπάρχει ήδη από το 2013, ενώ σε περίπτωση έγκρισης της, θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αναφέρει ότι καταχρηστικά και κακόπιστα η αιτήτρια προσπαθεί να αποκομίσει μέγιστο όφελος δια μέσου των δικαστικών διαδικασιών, αποκρύπτωντας επίσης ουσιώδη γεγονότα. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο σε αιτήσεις όπως η παρούσα, εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates

(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αγωγής και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση, έχοντας υπ΄ όψην του τα ενώπιον του στοιχεία όπως προκύπτουν από την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα, αλλά και μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία των καθ΄ ων η αίτηση λόγω της απουσίας απαντητικής ένορκης δήλωσης ή αιτήματος για αντεξέταση και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκρισης και προχωρεί το Δικαστήριο στην παράθεση των λόγων που οδηγούν στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου. Η πρώτη προυπόθεση στοιχειοθετείται, διότι με μια ανάγνωση της κυρίως αίτησης, αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Σίγουρα δεν τίθεται ζήτημα κατεπείγοντως, διότι το Δικαστήριο έχει δώσει οδηγίες όπως η μονομερής αίτηση επιδοθεί και που εν πάση περιπτώση, διαφαίνεται μέσα από την ίδια ακόμα την αίτηση, αλλά κυρίως μέσα από την αναντίλεκτη μαρτυρία των καθ΄ ων η αίτηση, ότι υπήρχε ήδη επικοινωνία μεταξύ των διαδίκων, γραπτή και προφορική επί των μεταξύ των διαφορών που χρονολογούνται από το 2013 και κορυφώθηκαν και εξειδικεύθηκαν το 2015, που καταδεικνύουν παντελής έλλειψη του κατεπείγοντος στοιχείου. Από το όλο πλέγμα των γεγονότων της υπό εξέταση αίτησης, διαφαίνεται ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι εφικτό να λάβει χώρα. Συγκεκριμένα, δεν έχει διαφανεί ότι επίκειται είτε ορατός, είτε άμεσος ή έστω έμμεσος κίνδυνος αλλαγής της μετοχικής δομής της εταιρείας, διότι αποτελεί αδιαμφισβήτητο και παραδεκτό γεγονός, ότι ο μεγαλομέτοχος της εταιρείας και καθ΄ ου η αίτηση 2, ο οποίος κατέχει το 90% των μετοχών της εταιρείας, δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε προπαρασκευαστική ή άλλη πράξη που να αφορά την μεταβολή στην μετοχική δομή της εταιρείας, αλλά απεναντίας, ίδρυσε μια νέα εταιρεία με την οποία δραστηριοποιείται και η επίδικη εταιρεία παραμένει αδρανής και δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει οποιαδήποτε πρόθεση ή πράξη του καθ΄ ου η αίτηση 2 στο να μεταβάλει με οποιονδήποτε τρόπο την μετοχική δομή και γενικά την συμμετοχή του ιδίου και της αιτήτριας στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας. Αναφορικά με το Διάταγμα με το οποίο ζητείται η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων και γενικά η απαγόρευση αποξένωσης τους, το Δικαστήριο διακρίνει από την μια ότι πρακτικά αυτό θα ήταν ανεφάρμοστο, εν΄ όψει της ήδη πώλησης σχεδόν ολόκληρου του εξοπλισμού της εταιρείας, αλλά και λόγω του ότι παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του καθ΄ ου η αιτηση ότι το μεν σκάφος ανήκει σε πελάτη, τα δύο αυτοκίνητα αγοράστηκαν από τους γονείς του και τον ίδιο αντίστοιχα και για το δε ακίνητο, αυτό εμπίπτει ήδη στα πλαίσια προσπάθειας διευθέτησης του και που εν πάση περιπτώση, παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία του καθ΄ ου η αίτηση ότι αυτός ήταν ο οικονομικός αιμοδότης της εταιρείας και η αιτήτρια προέβαινε σε αποποιήσεις χρηματικών ποσών και γενικά αφαίμασσε οικονομικά αυτήν. Αναφορικά με το αιτούμενο Διάταγμα που η αιτήτρια αιτείται να της επιτρέψουν να ελέγξει τα εταιρικά έγγραφα και οικονομικές καταστάσεις και συναλλαγές για τα έτη 2009 μέχρι σήμερα, το Δικαστήριο έχει εντοπίσει εγγενείς δυσκολίες εν τη γενέσει τέτοιας απαίτησης. Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο εντοπίζει εκ πρώτης όψεως εγγενή δυσκολία και αδυναμία να αιτείται η αιτήτρια τα πιο πάνω με χρονολογική έναρξη 4 χρόνια πριν την διάσταση με τον καθ΄ ου η αίτηση 2 και την μη ενασχόληση της από το 2013, δημιουργώντας ερωτηματικά και κενά για την χρονική περίοδο από το 2009 και 2013 που είναι παραδεκτό ότι η αιτήτρια συμμετείχε στην εταιρεία και συνακόλουθα θα μπορούσε να είχε γνώση και πρόσβαση στα στοιχεία που αιτείται και που παραμένει αναντίλεκτο γεγονός, ότι η αιτήτρια είχε ως ευθύνη την τήρηση των λογιστικών βιβλίων και οικονομικών καταστάσεων της εταιρείας. Εν πάση όμως περιπτώση, παρέμεινε αναντίλεκτη η αναφορά του καθ΄ ου η αίτηση 2 περί μη τήρησης από την αιτήτρια των υποχρεώσεων της για τήρηση λογιστικών βιβλίων και εποπτεία των οικονομικών καταστάσεων από την αιτήτρια, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Κυρίως όμως, αποτελεί κοινό έδαφος η αποστολή από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 η αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 22/12/2015 η οποία επισυνάφθηκε σε αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπου ο καθ΄ ου η αίτηση 2 κάνει εμφανή και ξεκάθαρη την πρόθεση του όπως δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες ή έγγραφα του ζητηθούν, νοουμένου ότι θα γίνει κάποια εξειδίκευση, ως επίσης εξέφρασε και την πρόθεση του όπως παραχωρήσει ακόμα και την διαχείριση της εταιρείας, παρέχοντας στήριξη σε αυτό και αυτό καταδεικνύει, εν΄ όψει και της αδράνειας της εταιρείας, απουσία οποιουδήποτε στοιχείου καταπίεσης, δόλου, απάτης ή πίεσης από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 που είναι ο κύριος άξονας της κυρίως υπόθεσης, με αντίστοιχες συνέπειες στην μη τήρηση της δεύτερης προυπόθεσης για ορατές πιθανότητες επιτυχίας της κυρίως αίτησης. Εν κατακλείδι και εν΄ όψει των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα είναι δυνατή η απονομή της Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο με το να μην εγκριθεί η αίτηση, διότι με τον περιορισμό του αιτήματος της κυρίως αίτησης σε αποζημιώσεις, εάν και εφ΄ όσον τελικώς η αίτηση έχει επιτυχή κατάληξη, η αιτήτρια θα δικαιούται σε αποζημιώσεις και μέσα από την μαρτυρία του καθ΄ ου η αίτηση η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, το ποσό της πώλησης του εξοπλισμού της εταιρείας θα δοθεί σε αυτήν και συνεπώς αυτό το οικονομικό δεδομένο είναι εμφανής η πορεία του και η ύπαρξη του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση δεν δύναται να τύχει έγκριση διότι δεν πληρούνται οι πιο πάνω αναφερόμενες προυποθέσεις. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.