← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Omenco Ltd, Αγωγή Αρ. 705/14, 20/4/2016

Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Omenco Ltd, Αγωγή Αρ. 705/14, 20/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A177 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 705/14 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγόντων -και-

  1. Omenco Ltd, (A.E.234725), εκ Λεμεσού
  2. Ανδρέας Μιχαηλίδης (Α.Τ.570910) εκ Λεμεσού Εναγομένων ---------------------------- Αίτηση ημερ. 22.12.2015 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και για διόρθωση λάθους σε απόφαση Ημερομηνία: 20 Απριλίου, 2016 Εμφανίσεις Για ενάγοντες-αιτητές: κα Χ. Αγαπίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα Τράπεζα εξαιτείται τα εξής: «Α. Άδεια και/ή διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ως ακολούθως:
  3. Δια της αντικατάστασης των υποπαραγράφων υπό (β) και (γ) της παραγράφου 1 του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης (β) €79.202,68 πλέον τόκος προς 9,95% επί του ποσού των €79.202,68 από 01/07/2013 και προς 9,20% από 25/11/2013 μέχρι πλήρους και τελείας αποπληρωμής με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. (γ) €32.182,94 πλέον τόκος προς 15,25% επί του ποσού των €32.182,94 από 01/07/2013 και προς 14,00% από 25/11/2013 μέχρι πλήρους και τελείας αποπληρωμής με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους.
  4. Οι υποπαράγραφοι υπό (α) και (δ) της παραγράφου 1 του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης να παραμείνουν ως έχουν. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την τροποποίηση και/ή διόρθωση της απόφασης του Δικαστηρίου που εκδόθηκε την 23/04/2015, παραγράφους

(2)και
(3)αυτής, ως ανωτέρω. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως τα έξοδα που θα προκύψουν από την τροποποίηση να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της δίκης. Δ. Οποιαδήποτε άλλη διαταγή και/ή θεραπεία που το Δικαστήριο θα θεωρήσει ότι είναι ορθή και/ή λογική υπό τις περιστάσεις.» Η νομική βάση της αίτησης είναι η Δ.25, Δ.48 θ.θ.1-3 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, η συμφυής εξουσία, η πρακτική του Δικαστηρίου και η νομολογία. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Γιανούλλας Λεωνίδου ημερ. 22.12.2015, δικηγορικής υπαλλήλου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπούν την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Στην ένορκη της δήλωση η Λεωνίδου αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης ιδιαίτερα σ' όσον αφορά την εναγόμενη
  1. Αναφέρει ότι η Εναγόμενη 1 δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης, οπότε στις 12.3.2015 η ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση αίτησης για έκδοση απόφασης εναντίον της. Η αίτηση ορίστηκε γι' απόδειξη από το Δικαστήριο στις 23.4.2015, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 ως το παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης. Αντίθετα ο εναγόμενος 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης και στη συνέχεια την Υπεράσπιση του στις 24.9.
  2. Είναι ισχυρισμός της Λεωνίδου ότι κατά τη σύνταξη του Ειδικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος (o.2 r.1) λόγω καλόπιστου λάθους και/ή εκ παραδρομής στη δακτυλογράφηση του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης ο αξιούμενος τόκος δεν διατυπώθηκε σωστά. Συγκεκριμένα αν και στην παράγραφο 21 της Έκθεσης Απαίτησης όπου περιγράφονται τα χρεωστικά υπόλοιπα των λογαριασμών της εναγόμενης 1, ο αξιούμενος τόκος στα ποσά αυτά αναγράφεται σωστά δηλαδή το ποσοστό του τόκου που ισχύει για κάθε λογαριασμό και ότι ο τόκος υπερημερίας περιορίζεται σε 1,75% ετησίως από τις 25.11.2013 και εφεξής, εντούτοις στο παρακλητικό σε δυο από τα χρεωστικά υπόλοιπα αντί ο αξιούμενος τόκος υπερημερίας να περιοριστεί για την περίοδο από 25.11.2013 σε 1,75% και εφεξής επιπροσθέτως του συμβατικού επιτοκίου, ο τόκος διατυπώθηκε λανθασμένα και ελλιπώς κατά τρόπο που ολόκληρο το χρεωστικό επιτόκιο στα δύο εκ των τριών χρεωστικών υπολοίπων να περιορίζεται στο ποσοστό επιτοκίου εκ 1,75%. Τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν από την ενάγουσα και τους δικηγόρους της λίγες μέρες μετά την καταχώριση στις 7.12.2015 αίτησης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για εκποίηση της υποθήκης Υ9512/
  3. Καταλήγοντας η Λεωνίδου εισηγείται ότι η απαιτούμενη διόρθωση τόσο της Έκθεσης Απαίτησης όσο και της απόφασης εναντίον της εναγόμενης 1 είναι αναγκαία ώστε η απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 και οι αιτούμενες θεραπείες εναντίον του εναγόμενου 2 να συνάδουν τόσο με τις πραγματικές απαιτήσεις της ενάγουσας όσο και με τη μαρτυρία που προσάχθηκε για απόδειξη της υπόθεσης. Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας της αίτησης κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως διαφαίνεται από το φάκελο. Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε σε Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο (o.2 r.6) στις 14.2.2014 εναντίον και των δύο εναγομένων. Στις 5.3.2014 η Αγωγή επιδόθηκε στην εναγόμενη 1 η οποία δεν καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης μέσα στην καθοριζόμενη από τους θεσμούς προθεσμία, οπότε στις 12.3.2015 η Ενάγουσα Τράπεζα προχώρησε στην καταχώριση αίτησης για απόφαση εναντίον της. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος 2 καταχώρισε σημείωμα εμφάνισης στις 21.3.2014 μέσω δικηγόρου και η διαδικασία εναντίον του εξακολουθεί να εκκρεμεί. Στις 23.4.2015 εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1 στην αίτηση ημερομηνίας 12.3.2015 στη βάση της ένορκης δήλωσης ημερομηνίας 12.3.2015 του Μιχάλη Κυριακίδη, υπαλλήλου της Ενάγουσας Τράπεζας, στην οποία είχε επισυνάψει όλα τα σχετικά έγγραφα για υποστήριξη της απαίτησης. Στην παράγραφο 2 της ένορκης δήλωσης του ο Κυριακίδης αναφέρει ότι διάβασε την Έκθεση Απαίτησης και συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της το οποίο υιοθετεί για σκοπούς διαδικασίας της αίτησης και στην τελευταία παράγραφο αναφέρει τα εξής: «
  4. Αιτούμαι απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένα με τον Εναγόμενο 2 ως ακολούθως: (α) €1.643.853,77 πλέον τόκος προς Euribor 3 μηνών πλέον προσαύξηση 6,8% ετησίως πλέον τόκοι υπερημερίας προς 2,5% ετησίως επί του ποσού των €1.643.853,77 από 01/07/2013 και προς 1,75% από 25/11/2013 μέχρι πλήρους και τελείας αποπληρωμής με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. (β) €79.202,68 πλέον τόκος προς 9,95% επί του ποσού των €79.202,68 από 01/07/2013 και προς 1,75% από 25/11/2013 μέχρι πλήρους και τελείας αποπληρωμής με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. (γ) €32.182,94 πλέον τόκος προς 15,25% επί του ποσού των €32.182,94 από 01/07/2013 και προς 1,75% από 25/11/2013 μέχρι πλήρους και τελείας αποπληρωμής με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/6 και 31/12 εκάστου έτους. (δ) €1.751,00 έξοδα αγωγής, πλέον Φ.Π.Α. και €11,00 έξοδα επίδοσης και (ε) διατάγματα και δηλώσεις εναντίον των Εναγομένων 1 ως η παράγραφος 2 Α-Η του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης.» Στις 22.12.2015 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση στην οποία στις 2.3.2016 ο εναγόμενος 2 δέχθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης που τον αφορούσε, αλλά το Δικαστήριο ζήτησε από την δικηγόρο της ενάγουσας όπως αγορεύσει για υποστήριξη της αίτησης σ' όσον αφορά την εναγόμενη 1, εναντίον της οποίας είχεν ήδη εκδοθεί απόφαση. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα-αιτήτρια επέδωσε την υπό κρίση αίτηση και στην εναγόμενη 1 η οποία όμως δεν εμφανίστηκε στις 2.3.2016, ημερομηνία ορισμού της. Στη γραπτή αγόρευση της προς υποστήριξη της αίτησης η δικηγόρος της αιτήτριας ζήτησε από το Δικαστήριο να δεχθεί την αντικατάσταση των παραγράφων 1(β) και (γ) του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης με δύο νέες παραγράφους, όπου διορθώνεται το ποσοστό του τόκου και κάλεσε το Δικαστήριο να θεωρήσει περαιτέρω ως γραμματικό λάθος την εσφαλμένη αναφορά στο ποσοστό του τόκου στην απόφαση του και σε τυχαία αβλεψία και να προβεί στη σχετική διόρθωση. Παρέπεμψε δε το Δικαστήριο σε νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων αλλά και των Αγγλικών. Σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση της δικηγόρου της Ενάγουσας η αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.25 θ.6 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών η οποία προνοεί τα εξής: "Clerical mistakes in judgments or orders or errors arising therein from any accidental slip or omission, may at any time be corrected by the Court or a Judge on application without an appeal." Είναι φανερό από το λεκτικό της πιο πάνω Διαταγής ότι αυτή εφαρμόζεται στη περίπτωση που υπάρχει γραμματικό λάθος ή λάθος που προκύπτει από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη. Στην υπόθεση Ν. Μονιάτη & Υιοί Λτδ ν. Νεοφύτου
(2009)1 Α.Α.Δ. 557 τονίστηκε ότι σύμφωνα με την πιο πάνω δικονομική πρόνοια αλλά και τη σχετική συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου είναι επιτρεπτή η προσαρμογή ενός ατελούς κειμένου απόφασης στην έκδηλη, κατά τα άλλα, πρόθεση του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Ε.G. Falekkos Ltd v. Reana Manufacturers Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 443 της οποίας αντικείμενο εξέτασης ήταν η Δ.25 θ.6, αναφέρθηκαν τα εξής στις σελ. 448 και 449: «Είναι προφανές ότι η επιδιωκόμενη διόρθωση στην προκειμένη περίπτωση δεν αφορά σε γραμματικό λάθος (clerical mistake) στην απόφαση ή λάθος προκύπτον στην απόφαση από τυχαία διολίσθηση ή παράλειψη. Πρόθεση του δικαστηρίου ήταν πάντοτε η έκδοση απόφασης εναντίον της εμφανιζομένης επί του κλητηρίου και των δικογράφων ως εναγομένης Reana Manufacturers Ltd και κανένα λάθος δεν υπήρξε ως προς αυτό. Επισημαίνουμε ότι τα λάθη ή παραλείψεις που καλύπτονται στη Δ.25 θ.6 έχουν αναφορά όχι στην ουσία αλλά στη διατύπωση της απόφασης και οι προβλεπόμενες διορθώσεις επιδιώκουν να την εναρμονίσουν με την πραγματική πρόθεση της. Όπως υπεδείχθη από το Δικαστή Πική (ως ήτο τότε) στην υπόθεση Koumi v. Republic
(1987)3 C.L.R. 1519 στη σελ. 1522, μετά από αναφορά και στην αντίστοιχη αγγλική νομολογία: "A clerical error in this context is one arising from failure on the part of the framer to give effect by the employment of the appropriate word or phrase to his objectively manifest intention." Kαι στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance
(1989)1 A.A.Δ. (Ε) 664 στη σελ. 668: "Γραμματικό είναι το λάθος το οποίο ανάγεται αποκλειστικά στην διατύπωση σε αντίθεση με την διαμόρφωση των θέσεων του διαδίκου και αποβλέπει στον εναρμονισμό του λόγου με την έκδηλη πρόθεση." Η άποψη αυτή βεβαιώνεται και στην υπόθεση Sofocli v. Leonidou
(1989)1 C.L.R. 581, στο επίπεδο Εφετείου, στην οποία ο Δικαστής Πικής, δίδοντας την απόφαση του Δικαστηρίου, παρατήρησε τα ακόλουθα στη σελ. 587, αφού ανασκόπησε εκτενώς την αγγλική και την κυπριακή νομολογία: "... the caselaw is consistent in stressing that the powers of the Court under r.6 of Ord. 25 are confined to the correction of clerical mistakes and errors arising from accidental slips or omissions. The inherent power of the Court to correct errors or omissions is again limited to errors owing to failure to give expression in the order or judgment to the manifest intention of the Court." Περαιτέρω αναφορά γίνεται και στην υπόθεση Σιβιτανίδης ν. Χαραλάμπους
(1993)1 Α.Α.Δ. 179 όπου και πάλι ο Δικαστής Πικής, δίδοντας την απόφαση του Εφετείου, είπε τα ακόλουθα στη σελ. 184: "Η εξουσία για διόρθωση απόφασης από το ίδιο το δικαστήριο που την εξέδωσε, περιορίζεται σε γραμματικά λάθη και παραλείψεις και έχει ως αντικείμενο την προσαρμογή ατελούς κειμένου στην έκδηλη κατά τα άλλα πρόθεση του δικαστηρίου." Στην πρόσφατη υπόθεση Λαζάρου ν. Νέμεσις, Εργοληπτική Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1101 αναφέρθηκαν τα εξής στη σελ. 1107 σε σχέση με τη Δ.25 θ.6: «...όπως έχει ερμηνευθεί η Δ.25 θ.6, η διόρθωση σε απόφαση ή διάταγμα Δικαστηρίου αφορά είτε λανθασμένη αναγραφή ή τυπογραφικό λάθος («clerical mistakes»), είτε σε λάθη που προέρχονται από τυχαία παράλειψη. Η Δ.25 θ.6, εμπεριέχει τον κανόνα της απλής παράλειψης ή λάθους («slip rule») και έχει διεξοδικά αναλυθεί, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Katarina Shipping v. Ship "Poly"
(1978)1 C.L.R. 486, καθώς και στην υπόθεση Ορφανίδης ν. Μιχαηλίδη
(1968)1 C.L.R. 295. Η εφαρμογή του «slip rule» σημαίνει τη δυνατότητα διόρθωσης παραλείψεων ή λαθών άνευ ουσιαστικής σημασίας αναγόμενα στην εκ παραδρομής τυπογραφική παράλειψη διατύπωσης γεγονότος κατά τη σύνταξη της απόφασης ή του διατάγματος, που φανερά δεν μεταφέρουν ορθά είτε το λεκτικό το οποίο αποτέλεσε το σκεπτικό του Δικαστηρίου, είτε τη σημασία του. Το τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων, περιλαμβανομένων και αυτών στο επίπεδο του Εφετείου, δεν αφήνει περιθώρια για διόρθωση αποφάσεων με τη συμπερίληψη διαταγών που αφορούν ουσιαστικές ρυθμίσεις και οι οποίες δεν μπορούν να ταξινομηθούν ως λάθη, (Ντάγκλας ν. Ντάγκλας
(2008)1 Α.Α.Δ. 744). Το αντίστοιχο O.28 r.11 των τότε ισχυόντων Αγγλικών Θεσμών, έχει ερμηνευθεί κατά αυτό τον τρόπο και όπως εξηγείται στο Annual Practice 1958 σελ. 633-644, το λάθος ή η παράλειψη πρέπει να αφορά σε λάθος στην έκφραση της πρόδηλης πρόθεσης του Δικαστηρίου. Εάν η απόφαση ή διάταγμα συνταχθεί στη βάση της απόφασης, όπως αυτή έχει εκφραστεί και διατυπωθεί, δεν μπορεί να γίνει διόρθωση εφόσον δεν θεωρείται ότι υπήρχε απλή γραμματική ή λανθασμένη αναγραφή, λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης ή του διατάγματος. Στην Oxley & others v. Link [1914] 2 K.B. 734, λέχθηκε ότι για να έχει εφαρμογή το «slip rule», πρέπει να διαπιστωθεί ότι ορισμένα μέλη της απόφασης είναι ορθά και ορισμένα λάθος που χρήζουν διόρθωσης. Εάν η απόφαση είναι ορθή, τότε είναι δυνατή η διόρθωση με την προσθήκη κάποιου δεδομένου εάν το λάθος οφείλεται σε παράλειψη το οποίο χρειάζεται τροποποίηση ή διόρθωση κάποιου είδους. Από αυτή την άποψη το λεκτικό της καταληκτικής απόφασης του Εφετείου είναι σαφέστατο και δεν αφήνει περιθώρια εφαρμογής της Δ.25 θ. 6.» Ερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από την Ένορκη Δήλωση της Λεωνίδου και το περιεχόμενο του φακέλου προκύπτει ότι ο Δικαστής που επιλήφθηκε της αίτησης γι' απόφαση και τελικά εξέδωσε την απόφαση υπέρ της Ενάγουσας ενήργησε στη βάση των δεδομένων που του παρουσίασε η ίδια η Ενάγουσα Τράπεζα. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η Ενάγουσα κατάθεσε γι΄ απόδειξη της υπόθεσης της την Ένορκη Δήλωση του Κυριακίδη ημερ. 12.3.15 στην οποία επισύναψε όλα τα σχετικά έγγραφα επί των οποίων βασίζει την υπόθεση της. Στην Ένορκη Δήλωση του ο Κυριακίδης αφού αρχικά υιοθετεί το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης καταλήγει σε αίτημα για απόφαση για τα συγκεκριμένα ποσά και τόκο που συμπίπτουν με τις αξιώσεις της Ενάγουσας στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης. Στη βάση αυτής της Ένορκης Δήλωσης και των εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην Ένορκη Δήλωση, ο Δικαστής, όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό, αποφάσισε ότι η Ενάγουσα απέδειξε την απαίτηση της και εξέδωσε απόφαση εναντίον της Εναγομένης 1 σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση και την Έκθεση Απαίτησης. Ουσιαστικά με την υπό κρίση αίτηση καλείται το Δικαστήριο να αξιολογήσει εκ νέου όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τότε και να αποφασίσει κατά πόσο η Ενάγουσα Τράπεζα δικαιούται στον αυξημένο τόκο που προτίθεται να εισαχθεί με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και να προβεί σε διόρθωση της απόφασης. Δηλαδή αποσκοπείται η αναδόμηση της απόφασης με την διαφοροποίηση του ποσοστού του τόκου που επιβαρύνονται τα ποσά των €79.202,68 και €32.182,94 της απόφασης, που δεν είναι αυτός ο σκοπός της Δ.25 θ.6. Σίγουρα με τα πιο πάνω δεδομένα η παρούσα δεν αποτελεί περίπτωση τυχαίου λάθους στη διατύπωση της απόφασης, με αποτέλεσμα να χρειάζεται η διόρθωση της ώστε να εναρμονιστεί το κείμενο με την καταφανή πρόθεση του Δικαστηρίου που εξέδωσε την απόφαση. Το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης του ενήργησε στη βάση του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης και της Ένορκης Δήλωσης που κατατέθηκε για απόδειξη της υπόθεσης. Μάλιστα στην Ένορκη Δήλωση αναφέρονται οι συγκεκριμένες αξιώσεις για τις οποίες ζητείται απόφαση που είναι οι ίδιες του παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Τα λάθη ή παραλείψεις που αναφέρεται η Λεωνίδου στην Ένορκη Δήλωση της που συνοδεύει την αίτηση, αναφέρονται στην ουσία της απόφασης. Για να επιτύχει η αίτηση θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η πρόθεση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση της απόφασης ήταν να περιλάβει και άλλους τόκους που δεν ζητούντο στην Έκθεση Απαίτησης και ούτε ζητήθηκαν κατά την απόδειξη της υπόθεσης είτε από τη δικηγόρο που εμφανίστηκε για την ενάγουσα είτε από τον ενόρκως δηλούντα για την απόδειξη της υπόθεσης. Παρόλο που το παρόν Δικαστήριο δεν είναι εκείνο που επιλήφθηκε της απόδειξης και εξέδωσε την απόφαση εναντίον της εναγόμενης 1, εντούτοις η πρόθεση του Δικαστή εξάγεται από την Έκθεση Απαίτησης και την Ένορκη Δήλωση στην βάση των οποίων ενήργησε αλλά και από το σχετικό πρακτικό του. Δεν τέθηκε εξάλλου κανένα στοιχείο ότι πρόθεση του ήταν άλλη. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι δεν είναι δυνατή η χορήγηση θεραπείας που δεν διεκδικείται (βλ. Cybarco Ltd v. Kovascik
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2013). Ενόψει όλων των πιο πάνω είναι κατάληξη μου ότι δεν διαπιστώνεται γραφικό λάθος ή παράλειψη στη διατύπωση της απόφασης του Δικαστηρίου για να δικαιολογείται η διόρθωση της με τον τρόπο που εισηγείται η δικηγόρος της αιτήτριας στην αγόρευση της, που σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί η υπό κρίση αίτηση σε σχέση με την Εναγόμενη 1. Το Δικαστήριο κατά την έκδοση της απόφασης χορήγησε εκείνα ακριβώς που η ενάγουσα ζητούσε με την Αγωγή της και ζήτησε κατά τη διαδικασία έκδοσης της απόφασης. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται σ' όσον αφορά την Εναγόμενη 1 χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και διόρθωση λάθους cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.