ΒΑΝΚ OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED ν. Μ & Μ Αρμεύτης Σησαμοεμπορική Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5614/10, 15/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A172 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5614/10 Mεταξύ: ΒΑΝΚ OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED, από τη Λευκωσία Εναγόντων/Αιτητών και Μ & Μ Αρμεύτης Σησαμοεμπορική Λτδ
- Ματθαίου Αρμεύτη
- Μαρίνου Αρμεύτη
- Ερμή Αρμεύτη
- Άντρης Αρμεύτη Εναγομένων/Καθ'ων η αίτηση ------------------ Αίτηση ημερ. 10.2.16 ------------------- 15.4.16 Για τους αιτητές: κα Χ"Χαραλάμπους για Α. Μ. Σοφοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τους καθ'ων η αίτηση 1: κα Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν: Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και συγκεκριμένα μετά την παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης την προσθήκη νέας παραγράφου ως 10Α στην οποία θα αναφέρονται τα ακόλουθα: "10Α. «Κατά/ή περί την 18/02/2008 μετά από αίτηση και/ή παράκληση των Εναγομένων 1 οι Ενάγοντες συμφώνησαν και επανέκριναν το όριο του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού. Ο τρεχούμενος λογαριασμός θα εχρεώνετο με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor, προσαυξημένο κατά 2,250 εκατοστιαίες μονάδες. Με βάση τα παραπάνω κατά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 18/02/2008 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 το επιτόκιο ανερχόταν σε Euribor 4,363% ετησίως προσαύξηση 2,250% = Σύνολο 6,613%). Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε 6 μήνες στις 30/06 και 31/12 κάθε έτους. Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και συγκεκριμένα μετά τη νέα παράγραφο 10 Α της Έκθεσης Απαίτησης την προσθήκη νέας παραγράφου ως 10 Β στην οποία θα αναφέρονται τα ακόλουθα: 10 B. "Κατά/ή περί την 19/02/2008 μετά από αίτηση και/ή παράκληση των Εναγομένων 1 οι Ενάγοντες συμφώνησαν και αύξησαν προσωρινά και συγκεκριμένα μέχρι τις 30/06/2008 το όριο του πιο πάνω τρεχούμενου λογαριασμού από €136.688,00 σε €197.000,
- Ο τρεχούμενος λογαριασμός θα εχρεώνετο με τόκο προς ποσοστό επιτοκίου 6 μηνών Euribor προσαυξημένο κατά 4.25%. Με βάση τα παραπάνω κατά την υπογραφή της συμφωνίας ημερομηνίας 19/02/2008 μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων 1 το επιτόκιο ανερχόταν σε Euribor 4.395% ετησίως προσαύξηση 4.250% = Σύνολο 8.645%%). Ο τόκος θα κεφαλαιοποιείτο κάθε 6 μήνες στις 30/06 και 31/12 κάθε έτους.»
- Άδεια για συνέχιση της διαδικασίας.
- Οποιαδήποτε άλλη διαταγή το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαια.» Η αίτηση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 θ.1 και 5, Δ.48 θθ1-2 και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Δαμιανού Τσαγγάρη ο οποίος αναφέρει πως είναι υπάλληλος στους ενάγοντες και εργάζεται στην υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών των εναγόντων. Γνωρίζει τα γεγονότα από το φάκελο της υπόθεσης αλλά είναι και ένας από τους λειτουργούς που χειρίζεται τους λογαριασμούς των εναγομένων. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών η ακροαματική διαδικασία έχει ξεκινήσει και έχει καταθέσει ο ίδιος ως πρώτος μάρτυρας για τους ενάγοντες, όμως δεν έχει ακόμη αρχίσει η αντεξέταση του από τους δικηγόρους των εναγομένων. Κατά την εκ νέου μελέτη της υπόθεσης και του φακέλου που τηρούν οι ενάγοντες, διαπίστωσε ότι στις καταστάσεις χρέους και συγκεκριμένα για την ημερομηνία 19.2.08 που κατατέθηκε ως Τεκ.24, αναφέρεται αλλαγή επιτοκίου για το οποίο όμως δεν εντόπισε σχετική δημοσίευση στον Τύπο. Μετά από ενδελεχή έλεγχο του φακέλου διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι 1 ζήτησαν στις 18.2.08 επανέγκριση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και υπογράφηκε σχετική συμφωνία στις 18.2.08 η οποία καθόριζε μεταξύ άλλων συγκεκριμένο ποσοστό επιτοκίου. Επίσης οι εναγόμενοι 1 ζήτησαν προσωρινή αύξηση του ορίου του τρεχούμενου λογαριασμού και σχετική συμφωνία υπογράφηκε στις 19.2.08 η οποία καθόριζε μεταξύ άλλων και συγκεκριμένο ποσοστό επιτοκίου. Από τις συμφωνίες αυτές διαπίστωσε ότι ο τόκος που φέρουν οι καταστάσεις χρέους στις 19.2.08 συνάδει με τις πιο πάνω συμφωνίες. Κατά την καταχώριση της αγωγής οι ενάγοντες θεώρησαν ότι δεν χρειαζόταν να συμπεριληφθούν αυτές οι δύο συμφωνίες στην αγωγή για το λόγο ότι έπαυσε να υφίσταται η προσωρινή αύξηση του ορίου και η το όριο επανήλθε στο ποσό που έφερε πριν την προσωρινή αύξηση. Οι συμφωνίες δεν δικογραφούνται και περαιτέρω δεν θα μπορούσαν να κατατεθούν ως τεκμήρια αφού ούτε αποκαλύφθηκαν στους δικηγόρους των εναγομένων. Η ζητούμενη τροποποίηση όπως αναφέρει είναι αναγκαία για τη προώθηση της υπόθεσης των εναγόντων, δεν εκτροχιάζει την πορεία της αγωγής και ούτε εισάγει νέα θέματα. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε πολυπλοκότητα στη διαδικασία αλλά αντίθετα ενδεχομένως να τη διευκολύνει. Στην αίτηση των αιτητών καταχώρισαν ένσταση οι καθ'ων η αίτηση προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: «Α. Η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Β. Τα όσα επιχειρούν οι ενάγοντες να εισάγουν, ήταν εις γνώσιν τους πριν το χρόνο καταχώρησης της αγωγής και αλλάζουν την γραμμή της αγωγής, στην οποία στηρίζεται η υπεράσπιση. Γ. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και επιδρά αρνητικά στα δικαιώματα των εναγομένων. Δ. Η παρούσα αίτηση γίνεται κακόπιστα και παραβλάπτει τα δικαιώματα των καθ'ων η αίτηση λόγω του εκτροχιασμού της δικαστικής διαδικασίας. Ε. Οι ενάγοντες-αιτητές δεν επικαλούνται οποιοδήποτε επαρκή και/ή ικανοποιητικό λόγο και/ή εξήγηση γιατί η αιτούμενη τροποποίηση δεν υποβλήθηκε νωρίτερα. Στ. Τυχόν αποδοχή του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει βλάβη και ζημιά στους Εναγόμενους, που δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Ζ. Για όλους τους λόγους που αναφέρονται και/ή εξυπακούονται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση.» Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση των καθ'ων η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του Ερμή Αρμεύτη, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ο εναγόμενος 4 στην αγωγή, γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα και είναι εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση. Όπως ισχυρίζεται στην ένορκη του δήλωση η αίτηση υποβάλλεται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και τα περιστατικά που επικαλούνται οι αιτητές όπως και οι ίδιοι παραδέχονται, ήταν γνωστά σε αυτούς ακόμη και πριν την καταχώρηση της αγωγής. Οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, δεν είναι, όπως αναφέρει περαιτέρω, ικανοποιητικοί αφού η αιτούμενη τροποποίηση αφορά γεγονότα που ήταν γνωστά στους αιτητές. Εάν επιτραπεί η τροποποίηση η διαδικασία της ακρόασης θα εκτροχιαστεί αφού θα πρέπει να γίνει περαιτέρω και αίτηση για συμπληρωματική αποκάλυψη εγγράφων. Ως εκ τούτου σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εγκρίνει το αίτημα. Το αίτημα για τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στηρίζεται στη Δ.25 θ.1 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία επιτρέπει την τροποποίηση δικογράφων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Το θέμα επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με τέτοιο τρόπο και υπό τέτοιους όρους που θα θεωρείτο δίκαιο. Οι αρχές που διέπουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αναφέρθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επαναλήφθηκαν από το Δικαστή Πική όπως ήταν τότε στην Αγωγή Ναυτοδικείου Φοινιώτης ν. Greenmare Navigation Ltd
(1989)1(Ε) A.A.Δ. 33. Στις σελίδες 36-37 της πιο πάνω απόφασης αναφέρει ο Δικαστής Πικής: "Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου μπορεί να συνοψιστούν ως εξής: α. Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. β. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται σε κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. γ. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη δικαιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα αυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση. δ. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρθηκε ότι η σύγχρονη τάση είναι όπως τα Δικαστήρια επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις έστω και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης. Η αρχή αυτή περιορίστηκε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 όπου τονίστηκε πως το ζήτημα εξακολουθεί να βρίσκεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου που πρέπει να ασκείται έχοντας πάντα υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης. Αναφορικά με το χρόνο στον οποίο υποβάλλεται αίτηση για τροποποίηση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ 223 υιοθετήθηκε η αρχή που είχε τεθεί από τη νομολογία πως όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Αναφέρθηκε επίσης ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και αποφασιστικής σημασίας. Εξαιρέσεις σε τροποποίηση δικογράφου αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα και εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (βλ. Άννα Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Σύμφωνα επίσης με τη νομολογία το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί (βλ. SABA & CO. T.M.P. v. T.M.P. Agent
(1994)1 A.A.Δ. 426). Το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει την τροποποίηση εκεί που η τροποποίηση θα άλλαζε την αγωγή σε μια τελείως διαφορετικού χαρακτήρα η οποία και θα ήταν πολύ εύκολο να συμπεριλαμβανόταν σε μια νέα αγωγή. Το ουσιαστικό είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν για να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. (βλ. Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 105). Οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Είναι γεγονός ότι η παρούσα υπόθεση είναι πολύ παλιά. Καταχωρήθηκε στις 18.11.10 και έχει ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στις 6.11.15. Κατέθεσε ο πρώτος μάρτυρας για τους ενάγοντες και παραμένει η αντεξέταση του. Η μεγάλη καθυστέρηση που επίσης παρατηρείται σε σχέση με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού οφείλεται στο γεγονός ότι ζητήθηκε αναβολή πολλές φορές από τους δικηγόρους των διαδίκων με σκοπό τη διευθέτηση της υπόθεσης. Οι προσπάθειες φαίνεται ότι δεν έχουν καταλήξει με αποτέλεσμα η υπόθεση να οριστεί για συνέχιση της ακρόασης στις 10.2.16 και στο μεταξύ οι ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αίτηση. Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της αίτησης η προσθήκη την οποία ζητούν οι ενάγοντες αφορά ισχυριζόμενη συμφωνία με τους εναγομένους κατά ή περί τις 18.2.08 και 19.2.08 για επανέγκριση του ορίου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού και συμφωνία προσωρινής αύξησης του τρεχούμενου λογαριασμού με ανάλογες συμφωνίες για το επιτόκιο. Είναι ο ισχυρισμός του Δαμιανού Τσαγγάρη, η ένορκη δήλωση του οποίου συνοδεύει την αίτηση, ότι κατά τη καταχώριση της αγωγής οι ενάγοντες θεώρησαν ότι δεν χρειαζόταν να συμπεριληφθούν οι δύο συμφωνίες ημερομηνίας 18.2.08 και 19.2.08 για το λόγο ότι έπαυσε να υφίσταται η προσωρινή αύξηση του ορίου και το όριο επανήλθε στο ποσό που έφερε πριν την προσωρινή αύξηση. Περαιτέρω οι συμφωνίες αυτές δεν μπορούν να κατατεθούν γιατί εκτός από το γεγονός ότι δεν δικογραφούνται, δεν έχουν αποκαλυφθεί στους δικηγόρους των εναγομένων με την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Η ζητούμενη τροποποίηση γίνεται σε αργοπορημένο στάδιο πέντε και πλέον χρόνια από την καταχώρηση της αγωγής και αφού όπως ανέφερα έχει ήδη ολοκληρωθεί η κυρία εξέταση του πρώτου μάρτυρα των εναγόντων. Οι ενάγοντες έχουν μεγαλύτερο βάρος να αποδείξουν ότι το αίτημα τους είναι δικαιολογημένο και ότι η τροποποίηση δεν θα επιφέρει βλάβη στον αντίδικο και ούτε θα εκτροχιάσει τη διαδικασία. Με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα το γεγονός ότι οι συμφωνίες που οι ενάγοντες ζητούν να προσθέσουν στην Έκθεση Απαίτησης, ήταν σε γνώση τους και όπως αναφέρουν στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση θεώρησαν ότι δεν ήταν αναγκαία η συμπερίληψη τους κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Ο μάρτυρας των εναγόντων ετοίμασε γραπτή δήλωση στην οποία καμιά αναφορά κάνει για το θέμα αυτό και ούτε στο στάδιο εκείνο, δηλαδή της ετοιμασίας της δήλωσης του δεν θεωρήθηκε αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Φαίνεται περαιτέρω από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι απαραίτητο να γίνει νέο αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων. Το γεγονός ότι η ζητούμενη τροποποίηση αφορά γεγονότα που ήταν σε γνώση των εναγόντων πριν ακόμη την καταχώρηση της αγωγής και για το οποίο γεγονός οι ενάγοντες αποφάσισαν ότι δεν ήταν αναγκαίο να το αναφέρουν στην Έκθεση Απαίτησης, θεωρώ ότι δεν αποτελεί ικανοποιητικό λόγο για την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και θεωρώ ότι οι ενάγοντες δεν έχουν δώσει τέτοια στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι δικαιολογημένα δεν συμπεριλήφθηκαν οι ισχυρισμοί αυτοί στα δικόγραφα. Ως εκ τούτου θα συμφωνήσω με τη θέση των εναγομένων ότι τα έξι σχεδόν χρόνια που έχουν μεσολαβήσει από την καταχώρηση της αγωγής, οι πολλές εμφανίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου, η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και η προετοιμασία του μάρτυρα όπως αυτός δηλώνει στην ένορκη του δήλωση, ήταν αρκετά για να αντιληφθούν οι ενάγοντες την ανάγκη τροποποίησης ενωρίτερα. Το γεγονός επίσης ότι σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος θα πρέπει να ακολουθήσει νέα αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων με αβέβαια αποτέλεσμα, οδηγεί κατά την κρίση μου σε εκτροχιασμό της διαδικασίας και ως εκ τούτου θεωρώ ότι το αίτημα δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο