Ειρήνης Σιηπηλλή ν. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, Αγωγή αρ.: 842/14, 21/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A181 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 842/14 Μεταξύ: Ειρήνης Σιηπηλλή, εκ Λεμεσού Εφεσείουσας/Αιτήτριας και Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ, εκ Λεμεσού Εφεσιβλήτων/Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------------------- 21/4/2016 Για την Εφεσείουσα/Αιτήτρια: κα Φρ. Χριστοδουλίδου για ΑΝΤΡΕΑΣ ΓΙΩΡΚΑΤΖΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εφεσίβλητους/Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε. Κουδουνάρη Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Εφεσείουσα/Αιτήτρια, με την υπό εξέταση αίτηση/έφεση της, επιδιώκει την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η απόφαση του Διαιτητού Στέλιου Παπαλεξάνδρου ημερομηνίας 13/05/2014 η οποία εκδόθηκε εναντίον της Εφεσείουσας/Αιτήτριας και προς όφελος του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ η οποία αφορά το Δάνειο Τακτής Προθεσμίας Αποπληρωμής με αριθμό 7337137-5 για το ποσό των €367.705,58 πλέον τόκο προς 9% ετησίως από 13/05/2014 και την Υποθήκη με αριθμό Υ5387/2011 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, λόγω παρανομίας και/ή ακυρότητας της διαδικασίας και/ή ως ληφθείσα κατά παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή της Δίκαιης Δίκης και/ή των αρχών της επιείκειας. Β. Διαζευκτικά προς το Α. ανωτέρω, Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύττεται ως άκυρη και στερημένη οποιασδήποτε νομικής ισχύος η διαιτητική απόφαση του Στέλιου Παπαλεξάνδρου ημερομηνίας 13/05/2014 όπως αυτή περιγράφεται στην παράγραφο Α. ανωτέρω.» Οι λόγοι έφεσης τους οποίους προβάλλει, είναι οι ακόλουθοι: «
- Η απόφαση του Διαιτητού εξεδόθη κάτω από πλάνη περί τον νόμο και τα πραγματικά γεγονότα.
- Η διαδικασία της Διαιτησίας που ακολουθήθηκε ήταν παράνομη και/ή αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο και/ή αντίθετη με το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.
- Η απόφαση του Διαιτητού εκδόθηκε κατά παράβαση των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών και κατά παράβαση των προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.
- Η απόφαση του Διαιτητού είναι παράτυπη και δεν πληροί τις προϋποθέσεις που τάσσει η Νομολογία.
- Τα ποσά που απαιτούν οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση περιλαμβάνουν παράνομο τοκισμό και ανατοκισμό και παράνομες χρεώσεις.
- Η απόφαση του Διαιτητού δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή ουδέν αναφέρει για τους παράγοντες που έλαβε υπόψη.
- Ο εν λόγω Διαιτητής άσκησε τα καθήκοντά του κατά τρόπο πλημμελή και μη αρμόζον σε πρόσωπο το οποίο ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία.
- Το οφειλόμενο ποσό δεν ανήρχετο σε €367.705,58 κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης την 13/05/
- Η επιβολή επιτοκίου 9% επί όλου του οφειλόμενου υπόλοιπου είναι αυθαίρετη, παράνομη και αντισυμβατική. Συγκεκριμένα ενώ το Δάνειο έπρεπε να χρεώνεται με επιτόκιο το οποίο χρεώνονταν στεγαστικά δάνεια εκ λάθους του συστήματος των Εφεσίβλητων/Καθ' ων η Αίτηση χρεωνόταν επιτόκιο υψηλότερο του κανονικού.
- Η διαιτησία διεξήχθη παράτυπα κατά παράβαση του άρθρου 4 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4.» Πραγματική βάση της υπό εξέταση αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση αφορά τον λογαριασμό στεγαστικού δανείου, υπ' αρ. 7337137-5, που αφορά αγορά οικίας προς ιδιοκατοίκηση και είχε συναφθεί από κοινού στο όνομα της ιδίας και του πρώην συζύγου της. Μετά τη διάσταση με το σύζυγο της, στα πλαίσια επίλυσης των περιουσιακών τους διαφορών, συμφωνήθηκε όπως της μεταβιβαστεί το μερίδιο επί της συζυγικής οικίας που ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι του συζύγου της, με την από μέρους της ανάληψη της αποπληρωμής ολόκληρου του ως άνω αναφερόμενου στεγαστικού δανείου. Μετά την επ' ονόματι της μεταβίβαση του ως άνω μεριδίου του συζύγου της, υπογράφηκε με τους Εφεσίβλητους νέο στεγαστικό δάνειο, το οποίο, όπως την διαβεβαίωναν οι εφεσίβλητοι, διέπετο από τους ίδιους όρους του δανείου, με τους οποίους διέπετο και το δάνειο που είχε συνάψει αρχικά με τον πρώην σύζυγο της. Μετά την υπογραφή της νέας συμφωνίας δανείου, αντιλήφθηκε ότι το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός της, υπ' αρ. 7337137-5, ήταν διαφορετικό από αυτό που είχε συμφωνηθεί με τους Εφεσίβλητους αρχικά, ήτοι το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν όλα τα στεγαστικά δάνεια. Κατόπιν αυτού επικοινώνησε με διάφορους λειτουργούς των Εφεσιβλήτων, μεταξύ των οποίων η κα Κίκα Αυγουστή και ο Μάριος Θεοδούλου, οι οποίοι της επιβεβαίωσαν ότι το επιτόκιο ήταν λανθασμένο και αυτό οφειλόταν σε λάθος του συστήματος τους. Συγκεκριμένα, της ανέφεραν ότι, εκ λάθους, το δάνειο δεν καταχωρήθηκε ως στεγαστικό, με αποτέλεσμα το επιτόκιο, με το οποίο χρεωνόταν, να μην ανταποκρίνετο στο επιτόκιο με το οποίο οι Εφεσίβλητοι χρέωναν τα στεγαστικά δάνεια. Σε επανειλημμένες συναντήσεις που είχε με εκπροσώπους των Εφεσιβλήτων, για αναδιάρθρωση/διακανονισμό του δανείου της, το οποίο παρουσίαζε καθυστερήσεις, καθότι η επιχείρηση που διατηρούσε είχε κλείσει λόγω της οικονομικής κρίσης, ζήτησε από αυτούς κάποιο χρονικό περιθώριο μέχρι να της καταβαλλόταν το ταμείο προνοίας της, το οποίο είχε υποστεί απομείωση λόγω των μέτρων εξυγίανσης που επιβλήθηκαν στα τραπεζιτικά ιδρύματα της Κύπρου. Στα πλαίσια των προσπαθειών της που κατέβαλλε για αναδιάρθρωση του στεγαστικού δανείου, την 7/5/2014 απέστειλε επιστολή με την οποία γνωστοποιούσε και γραπτώς στους Εφεσίβλητους το πρόβλημα που παρουσίαζε ο λογαριασμός, αναφορικά με την επιβολή λανθασμένου επιτοκίου. Περαιτέρω, υπέβαλε και πρόταση για αναδιάρθρωση του δανείου της. Σε συνάντηση που είχε με την κα Αυγουστή, κατά την 7/3/2014, η τελευταία της ανέφερε ότι λόγω του λανθασμένου επιτοκίου, ο λογαριασμός της χρεώθηκε με ποσό €7.500, το οποίο έπρεπε να αφαιρεθεί, κάτι το οποίο όμως ουδέποτε έπραξαν οι Εφεσίβλητοι. Πριν τη λήψη οποιασδήποτε επίσημης απάντησης από τους Εφεσίβλητους στην επιστολή της ημερομηνίας 7/5/2014 και, ενώ ανεπίσημα λειτουργοί των Εφεσίβλητων την διαβεβαίωναν ότι θα προχωρούσαν σε αναδιάρθρωση του δανείου, παρέλαβε κλήση από τους εφεσίβλητους, με την οποία την καλούσαν να παραστεί σε διαιτησία. Με τη λήψη της ως άνω ειδοποίησης επικοινώνησε με τους Εφεσίβλητους, για να ενημερωθεί κατά πόσο παρίστατο ανάγκη να εμφανιστεί στη διαιτησία. Οι Εφεσίβλητοι την διαβεβαίωσαν ότι δεν χρειαζόταν να παρουσιαστεί στη διαιτησία και ότι επρόκειτο για μια τυπική διαδικασία, περαιτέρω δε της ανέφεραν ότι θα λάμβανε απάντηση και στο αίτημα της για αναδιάρθρωση του δανείου. Την 11/7/2014, μετά από προσπάθειες της να επικοινωνήσει με λειτουργούς των Εφεσιβλήτων, για να μάθει για την τύχη του αιτήματος της για αναδιάρθρωση του δανείου έλαβε, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, απάντηση από την κα Κίκα Αυγουστή, με την οποία της γνωστοποιείτο, μεταξύ άλλων, ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της και ότι το αίτημα της για διαγραφή των παράνομα επιβληθέντων τόκων θα εξεταζόταν μετά την τυχόν αναδιάρθρωση του δανείου της. Από το ως άνω ηλεκτρονικό μήνυμα προκύπτει αβίαστα ότι οι Εφεσίβλητοι, ακόμα και μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, δεν προέβηκαν, ως όφειλαν, σε έλεγχο των ισχυρισμών της περί επιβολής αυξημένου επιτοκίου. Η οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση, εκδόθηκε εναντίον της με τη χρήση παραπλανητικής, εκ μέρους των Εφεσιβλήτων, συμπεριφοράς, ενώ είναι ξεκάθαρο ότι ο διαιτητής παρέκκλινε, προφανώς, από τους όρους εντολής του, αφού είχε υποχρέωση να εξετάσει, τουλάχιστον, κατά πόσο οι επιβληθέντες τόκοι ήταν αυτοί που συμφωνήθηκαν ή όχι ή αν πράγματι υπήρξε λάθος στο σύστημα, γεγονότα που ήταν γνωστά στους εφεσίβλητους. Περαιτέρω, ενώ συνέχισε τις προσπάθειες της για αναδιάρθρωση του στεγαστικού της δανείου, με παρότρυνση των ιδίων των Εφεσιβλήτων, οι τελευταίοι προχώρησαν κακοπροαίρετα σε έκδοση απόφασης εναντίον της, με αποτέλεσμα να την φέρουν προ τετελεσμένων γεγονότων, ώστε να αναγκαστεί να προβεί σε σύναψη νέου δανείου, με επαυξημένους τόκους, καθώς και σε πληρωμή άλλων εξόδων για αύξηση και επανεγγραφή της υποθήκης. Οι Εφεσίβλητοι/Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης. «
- Η καταχωρηθείσα Αίτηση/Έφεση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή φέρει και/ή αναφέρεται και/ή στηρίζεται πάνω σε ελλιπή νομική βάση καθ' όλα σχετική και αναγκαία υπό τις περιστάσεις ως εκ τούτου είναι καθ' όλα εξ υπαρχής άκυρη και ως τέτοια δεν δύναται να προχωρήσει και/ή εκδικαστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο.
- Η Εφεσείουσα/Αιτήτρια, παρόλο που κλητεύθηκε και/ή ειδοποιήθηκε δεόντως και/ή νομότυπα και/ή έγκαιρα και/ή έγκυρα να παρουσιαστεί στη διαιτησία, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την παρούσα Έφεση διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 13/05/2014 (εν τοις εφεξής καλουμένης ως η «Διαιτητική Απόφαση»), δεν παρευρέθηκε και/ή δεν παρουσιάστηκε κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας, η δε δικαιολογία και/ή προβαλλόμενη ως αιτιολογία για την μη παρουσία της στη διαιτησία είναι παράλογη και/ή δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου εμποδίζεται και/ή κωλύεται ως εκ της συμπεριφοράς και/ή λόγω εγγράφων (ESTOPPEL BY DEED) και/ή των λόγω πράξεων της να προβάλλει και/ή εγείρει, εκ των υστέρων, οποιουσδήποτε λόγους για την ακύρωση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης, λόγους τους οποίους όφειλε να προβάλλει και/ή εγείρει και/ή δικογραφήσει κατά τον χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας.
- Η Εφεσείουσα δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη θεραπεία και/ή η έφεση της είναι αβάσιμη και ανυπόστατη και χωρίς οποιοδήποτε νομικό ή πραγματικό έρεισμα.
- Η διαδικασία διαιτησίας και η συνεπακόλουθη έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης ήταν καθόλα νόμιμη και/ή έγκυρη και κατά την διεξαγωγή της τηρήθηκαν και/ή ακολουθήθηκαν όλες οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, της δίκαιης δίκης, του Περί Διαιτησίας Νόμου και/ή του Συντάγματος και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της Εφεσείουσας είναι ανυπόστατοι και δεν αντικατοπτρίζουν σε καμία περίπτωση την πραγματικότητα και/ή ότι έλαβε χώρα κατά τη διεξαγωγή της διαιτησίας, τα οποία η Εφεσείουσα δεν είναι και σε θέση να γνωρίζει αφού η ίδια δεν παρουσιάστηκε κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας Διαιτησίας.
- Η απόφαση του Διαιτητή είναι από όλες τις απόψεις νόμιμη και έγκυρη και είναι σε πλήρη συνάρτηση και συμφωνία με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και Θεσμούς ως και τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας.
- Η Διαιτητική Απόφαση δεν είναι παράτυπη και πληροί όλες τις προϋποθέσεις που θέτει η Νομολογία.
- Ο Διαιτητής έλαβε υπόψη του όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, γραπτή και/ή προφορική και, αφού ικανοποιήθηκε ότι αποδείχθηκε η απαίτηση των Εφεσιβλήτων, προχώρησε επί τη βάση αυτής στην εξαγωγή των ανάλογων ευρημάτων, που ήταν ορθά. Ως εκ τούτου καμία πλάνη περί το νόμο και/ή τα πραγματικά γεγονότα υπήρξε κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας σε βάρος της Εφεσείουσας/Αιτήτριας και ως εκ τούτου η Διαιτητική Απόφαση είναι από όλες τις απόψεις ορθή και βασισμένη στα πραγματικά, αληθή και αναντίλεκτα γεγονότα που είχε ενώπιον του ο Διαιτητής επί τη βάση των οποίων στηρίχθηκε για να εκδώσει τη Διαιτητική Απόφαση.
- Η Διαιτητική Απόφαση, η οποία εφεσιβάλλεται, είναι πλήρως και/ή ορθώς και/ή επαρκώς αιτιολογημένη και σε καμία περίπτωση δεν απαιτείτο περαιτέρω αιτιολόγηση από το Διαιτητή καθότι η απόφαση δεν ήταν καν αποτέλεσμα ακροαματικής διαδικασίας αφού τούτη εκδικάστηκε στην απουσία της Εφεσείουσας χωρίς καμία αντικρουστική θέση και/ή μαρτυρία από πλευράς της.
- Ο Διαιτητής κ. Στέλιος Παπαλεξάνδρου άσκησε τα καθήκοντα του επιμελώς και υπεύθυνα και συμμορφούμενος πλήρως με τους δικονομικούς και νομικούς κανονισμούς και θέσμια, τα οποία απαιτεί και προστάζει το καθήκον και το αξίωμα του διαιτητή. Περαιτέρω οποιαδήποτε τυχόν ένσταση της Εφεσείουσας/Αιτήτριας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και/ή της άσκησης των καθηκόντων του Διαιτητή θα έπρεπε να εγερθεί κατά τον χρόνο και/ή κατά τη διάρκεια διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας και όχι σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο στάδιο και/ή στο στάδιο της Έφεσης.
- Ο Διαιτητής αξιολόγησε ορθά όλην την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, η οποία ουδέποτε αντικρούστηκε από την Εφεσείουσα/Αιτήτρια αφού η ίδια δεν εμφανίστηκε, παρόλο που κλητεύθηκε έγκαιρα και/ή έγκυρα να το πράξει, κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας εναντίον της, ενήργησε περαιτέρω μέσα στα πλαίσια των εξουσιών του και των αρχών της δικαιοσύνης και/ή της φυσικής δικαιοσύνης και προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής Απόφασης.
- Περαιτέρω η Διαιτητική Απόφαση ήταν και/ή είναι το αποτέλεσμα ορθής και/ή δέουσας καθοδήγησης του Διαιτητή αναφορικά με όλα τα επίδικα και/ή πραγματικά θέματα, έχει πλήρη νομική ισχύ καθώς εκδόθηκε με πλήρη νομιμότητα από το νόμιμα διορισμένο προς εκδίκαση της διαφοράς διαιτητή Στέλιος Παπαλεξάνδρου και ως εκ τούτου είναι απόλυτα ορθή.
- Η Διαιτητική Απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και/ή κανονική και/ή ορθή και δεν υπήρξε προϊόν παρανόμου τοκισμού και/ή ανατοκισμού και/ή παράνομων χρεώσεων, εν πάση δε περιπτώσει το στάδιο αυτό δεν είναι το πρέπον ούτε και το κατάλληλο όπως επίσης δεν είναι αρμόδιο το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο θέμα αυτό, το οποίο θα έπρεπε να εγερθεί στο στάδιο της διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας και να εξεταστεί από το Διαιτητή.
- Η επιβολή επιτοκίου 9% ήταν η συμβατική χρέωση δυνάμει της σχετικής συμφωνίας δανείου την οποία υπέγραψε η Εφεσείουσα/Αιτήτρια ως εκ τούτου η Εφεσείουσα/Αιτήτρια κωλύεται λόγω εγγράφων και/ή λόγω συμπεριφοράς να εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς και/ή εν πάση περιπτώσει το στάδιο αυτό δεν είναι το πρέπον ούτε και το κατάλληλο όπως επίσης δεν είναι αρμόδιο το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει τέτοιο θέμα αυτό, το οποίο θα έπρεπε να εγερθεί στο στάδιο της διεξαγωγής της διαδικασίας διαιτησίας και να εξεταστεί από το Διαιτητή.
- Το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση ημερομ. 13/5/2014 ήταν το ορθό, τα σχετικά παρουσιασθέντα έγγραφα και/ή καταστάσεις των Εφεσιβλήτων, οι οποίες παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Διαιτητή, ήτοι ορθές και/ή αποδείκνυαν πλήρως το σχετικό οφειλόμενο ποσό και ως εκ τούτου εξεδόθη η Διαιτητική Απόφαση· η δε Εφεσίουσα/Αιτήτρια ενώ είχε την ευκαιρία να παρουσιασθεί ενώπιον του Διαιτητή και να εγείρει οτιδήποτε ισχυρισμούς και/ή ενστάσεις και/ή θέματα που κατ' ισχυρισμό αφορούσαν το δάνειο και/ή τη σύμβαση δανείου της δεν το έπραξε αφού παρέλειψε αδικαιολόγητα και/ή αναιτιολόγητα να εμφανιστεί ενώπιον του Διαιτητή και ως εκ τούτου κωλύεται λόγω συμπεριφοράς και/ή εγγράφων και/ή παραστάσεων να εγείρει τέτοια θέματα στο παρόν στάδιο. Περαιτέρω το θέμα αυτό είναι κάτι που έπρεπε να εγερθεί στο στάδιο της διαδικασίας διαιτησίας και όχι ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Δεν συντρέχουν νομικοί δυνάμει του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και/ή πραγματικοί λόγοι που να συνηγορούν στην έγκριση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Γενικής Έφεσης ημερομηνίας 22/12/2014 και/ή στην έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου η Διαιτητική Απόφαση του Διαιτητή Στέλιου Παπαλεξάνδρου να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και περαιτέρω δεν πληρείται και/ή ούτε απεδείχθη ότι πληρείται οποιαδήποτε εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4για παραμερισμό της Διαιτητικής Απόφασης.
- Η Εφεσείουσα/Αιτήτρια δεν αποκάλυψε την αλήθεια στο Δικαστήριο, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα, τα οποία δεν αναφέρει στην ένορκη δήλωση της και δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ενώ βασίζεται και στην επιείκεια για να παραμερίσει τη Διαιτητική Απόφαση.
- Η Εφεσείουσα/Αιτήτρια με την παρούσα Έφεση αποσκοπεί αποκλειστικά στην καθυστέρηση πληρωμής και/ή αποφυγή πληρωμής των υπ' αυτής οφειλομένων ποσών και/ή την παρεμπόδιση απονομής της δικαιοσύνης.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Κίκας Αυγουστή Κωνσταντίνου, υπαλλήλου των Εφεσιβλήτων, αποσπασμένης στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ (Κεντρικός Φορέας Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων), για την περιφέρεια Λεμεσού και τώρα κατέχουσας τη θέση του Τμηματάρχη Γ. Παραθέτω τα βασικά σημεία της ενόρκου δηλώσεώς της. Μετά την επ' ονόματι της Εφεσείουσας εγγραφή του μεριδίου του πρώην συζύγου της επί της συζυγικής κατοικίας, μετά από παράκληση της Εφεσείουσας, συνήφθη νέα σύμβαση δανείου με τους Εφεσίβλητους, η οποία πήρε τον αριθμό λογαριασμού δανείου 7337137-
- Εξ όσων πληροφορείται από το Λειτουργό Εξυπηρέτησης, Σταύρο Αντωνίου, ο οποίος ετοίμασε την αίτηση μέλους της Εφεσείουσας για τη χορήγηση δανείου, ο τελευταίος ουδέποτε διαβεβαίωσε την Εφεσείουσα ότι το νέο στεγαστικό δάνειο διέπετο από τους ίδιους όρους με τους οποίους διέπετο το δάνειο που είχε συναφθεί αρχικά από την Εφεσείουσα και τον πρώην σύζυγο της. Το κείμενο της νέας συμφωνίας δανείου είχε δοθεί, πριν την υπογραφή του, στην Εφεσείουσα, η οποία είχε το χρόνο να τη μελετήσει, πριν την υπογράψει, ενόψει δε του ότι η ίδια εργάζεται σε Τράπεζα, ως εκ της εργασίας της, γνωρίζει τα περί συμβάσεων δανείου. Κανένας εκ των Εφεσιβλήτων επιβεβαίωσαν στην Εφεσείουσα ότι το επιτόκιο, με το οποίο χρεώνετο η νέα σύμβαση δανείου της, ήταν λανθασμένο, όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεώς της. Για πρώτη φορά η Εφεσείουσα ήγειρε ζήτημα περί δήθεν λανθασμένου επιτοκίου, στα πλαίσια της συνάντησης ημερομηνίας 7/3/2014, που είχε με την Εφεσείουσα. Ζήτησε από την Εφεσείουσα να της στείλει σχετική επιστολή, αναφορικά με το ζήτημα αυτό, επειδή δεν ήταν θέμα το οποίο θα εξέταζε και θα αποφάσιζε από μόνη της, ενόψει και του ότι στο μεταξύ οι Εφεσίβλητοι είχαν ήδη τερματίσει τη συμφωνία δανείου στις 12/3/
- Περαιτέρω, σε μια προσπάθεια των Εφεσιβλήτων να βοηθήσουν την Εφεσείουσα, της ανέφερε ότι θα ήταν έτοιμοι, παρόλο που το δάνειο της προχώρησε σε διαιτησία και νοουμένου ότι θα κατέθετε εφάπαξ ποσό €15.000 στο δάνειο της, να δώσουν σχετική οδηγία στη Μονάδα Αναδιαρθρώσεων για να αξιολογηθεί αίτηση της για ανανέωση του δανείου και, εάν με βάση την αξιολόγηση το δάνειο ήταν βιώσιμο, να εξέταζαν το θέμα πιθανής διαγραφής ποσού €7.500, νοουμένου βέβαια ότι θα λάμβαναν την έγκριση της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας. Η διαγραφή του ως άνω ποσού θα γινόταν με την ανανέωση του δανείου της και νοουμένου ότι θα διαπιστώνετο οποιαδήποτε λανθασμένη χρέωση τόκων. Η Εφεσείουσα όμως αρνήθηκε τέτοια πρόταση γιατί δεν ήθελε να ανανεωθεί η υποθήκη της στο κτηματολόγιο. Στις 12/3/2013 οι Εφεσίβλητοι απέστειλαν στην Εφεσείουσα επιστολή τερματισμού της συμφωνίας δανείου της. Στις 30/4/2014 επιδόθηκε στην Εφεσείουσα η ειδοποίηση του Διαιτητή κ. Στέλιου Παπαλεξάνδρου, ημερομηνίας 2/4/2014, με την οποία καλείτο να παρευρεθεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Στις 7/5/2014, επτά δηλαδή ημέρες μετά την παραλαβή της ειδοποίησης για τη διαδικασία της διαιτησίας, η Εφεσείουσα απέστειλε στους Εφεσίβλητους την επιστολή της ημερομηνίας 7/5/2014, η οποία δεν είχε πλέον σημασία για τους εφεσίβλητους, καθότι το δάνειο της είχε τερματιστεί και δεν τίθετο θέμα για δήθεν ομαλοποίηση του λογαριασμού δανείου της και για μείωση της δόσης της, όπως αναφέρεται στην υπό αναφορά επιστολή. Ο σκοπός της Εφεσείουσας με την αποστολή της ως άνω αναφερομένης επιστολής ήταν να «κατασκευάσει» υπόθεση εναντίον των Εφεσιβλήτων, με μοναδικό σκοπό την καταχώριση και προώθηση της παρούσας έφεσής της. Όσον αφορά τον ισχυρισμό της Εφεσείουσας ότι οι Εφεσίβλητοι την διαβεβαίωσαν ότι η παρουσία της στη διαδικασία διαιτησίας δεν ήταν απαραίτητη και ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία, κανένας εκ των Λειτουργών του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών της Εφεσίβλητης, περιλαμβανομένης και της ίδιας, διαβεβαίωσαν την Εφεσείουσα ότι δεν χρειαζόταν να παραστεί στη διαδικασία διαιτησίας και ότι πρόκειτο για τυπική διαδικασία. Ειδικότερον, η ίδια η Εφεσείουσα είναι υπάλληλος σε Τράπεζα και πρέπει να γνωρίζει τι γίνεται σε μια διαδικασία διαιτησίας. Η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, όχι μόνο δεν εκδόθηκε με τη χρήση παραπλανητικής συμπεριφοράς εκ μέρους των λειτουργών των Εφεσιβλήτων, όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα, αλλά η ίδια δεν είναι καν σε θέση να εγείρει τέτοιους ισχυρισμούς, αφού ήταν απούσα από τη διαδικασία της διαιτησίας και ως εκ τούτου δεν γνωρίζει τη συμπεριφορά των λειτουργών των Εφεσιβλήτων καθώς και του ιδίου του Διαιτητή. Εξ όσων πληροφορείται από τις λειτουργούς των Εφεσιβλήτων, Δώρα Μιλτιάδους και Σοφία Αβραάμ, οι οποίες ήταν παρούσες στη διαδικασία της διαιτησίας και κατέθεσαν όλα τα σχετικά έγγραφα, ο διαιτητής έλαβε υπόψη του όλη την ενώπιον του τεθείσα μαρτυρία, βασίστηκε στα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν εκ μέρους των Εφεσιβλήτων και, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας περί του αντιθέτου, προχώρησε στην έκδοση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης. Η Εφεσείουσα είχε κάθε δικαίωμα αλλά και υποχρέωση, εάν ήθελε, να παρουσιαστεί στη διαιτησία και να εγείρει όποιους ισχυρισμούς θεωρούσε ότι έπρεπε να εγείρει, ακόμα και τον ισχυρισμό περί δήθεν λανθασμένης επιβολής επιτοκίου. Κανένας από τους αρμόδιους Λειτουργούς του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών της Εφεσίβλητης, περιλαμβανομένης και της ίδιας, παρότρυνε την Εφεσείουσα να προβεί σε αναδιάρθρωση του δανείου της. Η ίδια προσωπικά ενημέρωσε την Εφεσείουσα ότι τέτοια αναδιάρθρωση του δανείου της ήταν η μόνη λύση, αφ' ης στιγμής τερματίστηκε η συμφωνία δανείου της. Η Εφεσείουσα όμως αρνήθηκε να προχωρήσει με τον τρόπο αυτό γιατί δεν επιθυμούσε, ως της ανέφερε, να εγγράψει νέα υποθήκη επί του ήδη ενυπόθηκου ακινήτου της και να επωμιστεί τα σχετικά έξοδα. Παρά τις προσπάθειες της ίδιας να βοηθήσει όσο μπορούσε την Εφεσείουσα με την επιλογή αναδιάρθρωσης του δανείου της, η τελευταία απέστειλε καταγγελία στην Κεντρική Τράπεζα, εναντίον της Εφεσίβλητης. Νομική Πτυχή: Η υπό εξέταση Αίτηση/Έφεση στηρίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 1, 2, 52 και 53, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 άρθρα 2, 20 και 24, στον Ν. 14/60 άρθρα 29-32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.40, Δ.48 και Δ.49, στον περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμο του 1999, άρθρο 3, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και τις εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» Όσον αφορά τη φύση της υπό εξέταση αίτησης, αναμφίβολα συνιστά πρωτογενή διαδικασία, εκδικάζεται δε ως εναρκτήρια και όχι ως ενδιάμεση αίτηση με βάση τα περιορισμένα πλαίσια της Δ.48, θ.4
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, παρά το ότι έχει καταχωρηθεί υπό μορφή δια κλήσεως αίτησης. Συνεπώς, η Αιτήτρια έχει το βάρος απόδειξης όλων των αμφισβητούμενων ισχυρισμών της. Στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, προσδιορίζονται τα πλαίσια ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται: «Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Ο όρος «κακή συμπεριφορά» (misconduct), έχει επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ. 687, ο όρος αυτός έχει τεθεί ως ακολούθως: «Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι "misconduct", και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (". has misconducted himself or the proceedings ..". Στο Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του "misconduct", έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd (
(2010)1 Α.Α.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα ... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο).» Στην πρόσφατη υπόθεση Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολ. Έφεση αρ. 416/2012, ημερ.15/4/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο Διαιτητής ασκεί οιωνεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacoy Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). «Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού (βλ. Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου.» (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006, 2010). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος. Σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του διαιτητή, η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης» Ακόμα και αν η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του Διαιτητή γίνεται καλή τη πίστει, όλοι οι ισχυρισμοί για την πλημμέλεια του συνιστούν αθέτηση του καθήκοντος του (Thomas Borthwich (Glasgow) Ltd v. Faure Fairclough
(1968)1 Lloyd's Rep. 16). Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, προκύπτει ως κοινός τόπος η έκδοση της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης στις 13/5/2014, εναντίον της Αιτήριας/Εφεσείουσας, από τον διαιτητή Στέλιο Παπαλεξάνδρου, για το ποσό των €367.705,58, με τόκο προς 9% επί του ως άνω ποσού, από 13/5/2014 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων την 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον €150 έξοδα διαιτησίας. Αποτέλεσε επίσης κοινό τόπο ότι η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση εξεδόθη στην απουσία της Αιτήτριας/Εφεσείουσας. Με τον δεύτερο κατά σειρά λόγο έφεσης της η Αιτήτρια διατείνεται ότι η διαδικασία της διαιτησίας ήταν παράνομη και/ή αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο και/ή αντίθετη με το σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης περιλαμβάνεται το αναφαίρετο δικαίωμα της Αιτήτριας να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας, κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση. Γι' αυτό, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει κατά προτεραιότητα κατά πόσο έχει διασφαλιστεί από τους Καθ' ων η Αίτηση το υπό αναφορά δικαίωμα της Αιτήτριας. Εν πρώτοις, η Αιτήτρια στην ένορκο δήλωση της που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, παραδέχεται ότι παρέλαβε τη σχετική ειδοποίηση (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), με την οποία καλείται να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας, η οποία είχε οριστεί κατά την 13/5/2014 και ώρα 12.00 μ. Ως δικαιολογία για τη μη παρουσίασή της στην ως άνω διαδικασία, προβάλλει το ότι οι Καθ' ων η Αίτηση/εφεσίβλητοι, με τους οποίους επικοινώνησε για να την ενημερώσουν αν παρίστατο ανάγκη να παρουσιαστεί κατά την ως άνω διαδικασία, τη διαβεβαίωσαν ότι δεν χρειαζόταν να παρουσιαστεί καθότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία, όπως της είπαν, περαιτέρω δε της ανέφεραν ότι θα λάμβανε απάντηση στο αίτημα για αναδιάρθρωση του δανείου της. Από πλευράς τους οι Καθ' ων η Αίτηση, στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου, αρνούνται ότι οποιοσδήποτε από τους Λειτουργούς του Τμήματος Ανάκτησης Χρεών διαβεβαίωσε την Αιτήτρια ότι δεν χρειαζόταν να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Από τη στιγμή λοιπόν που υπήρξε άρνηση του υπό αναφορά ισχυρισμού της, η Αιτήτρια είχε το βάρος να τον αποδείξει. Καμιά όμως περαιτέρω μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση παρουσίασε περιοριζόμενη, κατ' ουσία, και βασιζόμενη αποκλειστικά στους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεώς της, που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση. Όμως, οι υπό αναφορά ισχυρισμοί της ενόρκου δηλώσεως της κάθε άλλο παρά σαφείς και ακριβείς μπορούν να κριθούν. Αντίθετα, διαπνέονται από ασάφεια και αοριστία. Καμιά αναφορά γίνεται από την Αιτήτρια στο όνομα του λειτουργού των Καθ' ων η Αίτηση ο οποίος τη διαβεβαίωσε, κατά τον ισχυρισμό της, για τη μη αναγκαιότητα παρουσίασης της στη διαδικασία της διαιτησίας. Είναι πράγματι άξιο απορίας γιατί, ενώ σε όλες σχεδόν τις άλλες καταχωρήσεις του καταλόγου που ετοίμασε με τις επαφές που είχε με αντιπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεώς της), κάνει αναφορά στο όνομα του Λειτουργού, με τον οποίο είχε επαφή, για τη συγκεκριμένη επαφή αναφέρει απλά και μονολιθικά ότι «τηλεφωνικά ρώτησα κατά πόσο πρέπει να παρευρεθώ αφού ήδη ανέμενα απάντηση στην ολοκληρωμένη πρόταση μου, είπαν όχι ....». Ούτε οποιαδήποτε επεξήγηση έχει δώσει για το λόγο της παράλειψης της να αποκαλύψει το όνομα του Λειτουργού, με τον οποίο είχε έλθει σε επαφή για ένα τόσο ουσιώδες ζήτημα. Η ίδια ασάφεια και αοριστία διαπνέει και τους ισχυρισμούς της αναφορικά με την ημερομηνία κατά την οποία επικοινώνησε με τους Καθ' ων η Αίτηση, για να ενημερωθεί αν παρίστατο ανάγκη να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Αυτό το οποίο προκύπτει αβίαστα από την ένορκη δήλωσή της, είναι ότι η ως άνω ισχυριζόμενη επικοινωνία έλαβε χώρα μετά την 7/5/2014, ημερομηνία κατά την οποία υπέβαλε το κατ' ισχυρισμό αίτημα της για αναδιάρθρωση του δανείου της. Στην ένορκη δήλωσή της επισυνάπτει αντίγραφο της επιστολής της, η οποία εμπεριέχει το κατ' ισχυρισμό αίτημα της για αναδιάρθρωση (Τεκμήριο 3). Όπως όμως εξάγεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Χρίστου Χατζηκωνσταντή (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), η κλήση για να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας της επιδόθηκε την 30/4/2014, επτά δηλαδή ημέρες πριν την επιστολή της ημερομηνίας 7/5/
- Από την άλλη, στην παράγραφο 13 της ενόρκου δηλώσεως της ισχυρίζεται ότι πριν τη λήψη επίσημης απάντησης στο αίτημα για αναδιάρθρωση του δανείου της, ενώ οι λειτουργοί των Καθ' ων η Αίτηση την διαβεβαίωναν ανεπίσημα ότι το αίτημα της θα εγκρίνετο, πήρε την κλήση για να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Διερωτώμαι, πως μπορεί να ανταποκρίνεται στη λογική ο ισχυρισμός της ότι παρέλαβε την κλήση για να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας, μετά την 7/5/2014, από τη στιγμή που, με βάση το ενώπιον μου αδιαμφισβήτητο υλικό, η ως άνω κλήση της επιδόθηκε επτά ημέρες προηγουμένως, συγκεκριμένα κατά την 30/4/
- Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι, ούτε από τον κατάλογο με τις επαφές που είχε με αντιπροσώπους των Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως της), διαφαίνεται η ημερομηνία κατά την οποία είχε επικοινωνία με Λειτουργούς των Καθ' ων η Αίτηση, σε σχέση με τη διαδικασία της διαιτησίας. Θεωρώ ορθό να μεταφέρω αυτούσια την καταχώριση, η οποία φέρει ημερομηνία 13/5/2014: «13/05/2014 - με καλούν για διαιτησία ενώ ήδη περίμενα απάντηση και είχα ήδη συνάντηση μαζί τους. Τηλεφωνικά ρώτησα κατά πόσον πρέπει να παρευρεθώ αφού ήδη ανέμενα απάντηση στη ολοκληρωμένη πρόταση μου, είπαν όχι και βγήκε απόφαση ερήμην μου και τερματίστηκε το δάνειο.» Πέραν των πιο πάνω θα πρέπει να επισημάνω ακόμα ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 κάθε άλλο παρά ως αίτημα για αναδιάρθρωση θα μπορούσε να χαρακτηριστεί, αφού σ' αυτό γίνεται αναφορά σε προσπάθειες της Αιτήτριας για «ομαλοποίηση του λογαριασμού του υφιστάμενου δανείου της». Για όλους τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, απορρίπτω τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι είχε διαβεβαιώσεις από Λειτουργούς των Καθ' ων η Αίτηση, ότι δεν χρειαζόταν να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας. Το ενώπιον μου υλικό δεν αφήνει περιθώρια αμφισβήτησης της πλήρους διασφάλισης από τους Καθ' ων η Αίτηση του δικαιώματος της Αιτήτριας να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας κατά την οποία εξεδόθη η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση. Όπως έχει διαφανεί δε, η μη παρουσία της τελικά στην ως άνω διαδικασία ήταν δική της επιλογή, για καθαρά δικούς της λόγους. Δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ ούτε τη θέση της ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε από το διαιτητή ήταν αντίθετη με τον περί Διαιτησίας Νόμο. Όσον αφορά το λόγο έφεσης ότι η ακολουθητέα διαδικασία ήταν αντίθετη με το Σύνταγμα, αυτό το οποίο έχω να αναφέρω είναι ότι δεν έχουν προσδιοριστεί από την Αιτήτρια τα συγκεκριμένα άρθρα του Συντάγματος, τα οποία παραβιάστηκαν κατά τον ισχυρισμό της, με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να μην μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Συναφής με τον υπό εξέταση λόγο είναι και ο λόγος έφεσης αρ. 3, με τον οποίο η Αιτήτρια παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και Θεσμών καθώς και των προνοιών των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Ούτε σ' αυτή την περίπτωση έχει προσδιοριστεί από την Αιτήτρια ποια συγκεκριμένα άρθρα ή συγκεκριμένοι κανονισμοί παραβιάστηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον λόγο έφεσης αρ. 8, η Αιτήτρια αμφισβητεί ότι το οφειλόμενο ποσό ανερχόταν σε €367.705,98, για το οποίο εξεδόθη η διαιτητική απόφαση. Όπως ο λόγος αυτός αναπτύσσεται στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της, οι όροι εντολής του διαιτητή ήταν να εξετάσει κατά πόσο η Αιτήτρια όφειλε στους Καθ' ων η Αίτηση το ποσό των €359.082,61 το οποίο αναφέρεται και στην ειδοποίηση, με την οποία η Αιτήτρια καλείτο να παρουσιαστεί στη διαδικασία της διαιτησίας (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου). Το συγκεκριμένο έγγραφο, κατά την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας, είναι καθοριστικής σημασίας καθότι είναι το μοναδικό έγγραφο που περιγράφει το αντικείμενο της διαιτησίας και κατ' επέκταση τους όρους εντολής του διαιτητή. Καμιά επεξήγηση δίνεται, όπως υποστηρίζουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας, για το πως ο διαιτητής κατέληξε ότι τη μέρα έκδοσης της διαιτητικής απόφασης το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €367.705,58, πλέον τόκοι. Τα όσα προβάλλονται προς υποστήριξη του υπό αναφορά λόγου αντικρούονται από το ίδιο το πρακτικό της διαιτητικής διαδικασίας (Τεκμήριο Ε1 στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου). Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο του Τεκμηρίου Ε1, ο διαιτητής κατέληξε στην απόφαση του ότι το οφειλόμενο ποσό ανέρχετο σε €367.705,58, αφού έλαβε υπόψη του τα κατατεθέντα έγγραφα, μεταξύ των οποίων ήταν και η κατάσταση με το υπόλοιπο του λογαριασμού της Αιτήτριας κατά την ως άνω ημερομηνία. Όπως διαφαίνεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου (Τεκμήριο Ε3), πέραν του ποσού των €359.082,61, που ήταν το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την 31/12/2013, υπήρχαν οι συσσωρευθέντες τόκοι από 31/12/2013 μέχρι την 13/5/2014, ημερομηνία έκδοσης της διαιτητικής απόφασης, που ανέρχονται σε €8.622,
- Με μια απλή μαθηματική πράξη προκύπτει ότι το άθροισμα των δύο ποσών ανέρχεται στο ποσό των €367.705,58, για το οποίο εξεδόθη η διαιτητική απόφαση. Εν όψει των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο διαιτητής, πέραν του ποσού των €359.082,61 έλαβε υπόψη και τους συσσωρευθέντες τόκους μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Υποστηρίζεται, ακόμα, στη γραπτή αγόρευση των συνηγόρων της Αιτήτριας ότι ενώ, όπως προκύπτει από τα Τεκμήρια Ε1 και Ε2 της ενόρκου δηλώσεως της κας Κωνσταντίνου, τα κατατεθέντα έγγραφα και αποδεικτικά στοιχεία μονογράφονται από τον διαιτητή, η κατάσταση λογαριασμού, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε3 στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου, καμία τέτοια μονογραφή φέρει, ώστε να συναχθεί με ασφάλεια ότι ο διαιτητής βασίστηκε πράγματι επί του συγκεκριμένου εγγράφου, για να καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι πράγματι, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μονογραφή επί του Τεκμηρίου Ε
- Όμως, στην ένορκη δήλωση της η κα Κωνσταντίνου (παράγραφος 22(ΣΤ)), ρητά αναφέρεται ότι το υπόλοιπο που καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο Ε3), ήταν αυτό για το οποίο παρουσιάστηκε αναντίλεκτη μαρτυρία από πλευράς Αιτητών, για το οποίο εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω, τα οποία παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, προκύπτει με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο ότι το ποσό που λήφθηκε υπόψιν από τον διαιτητή, για την έκδοση της απόφασής του, είναι αυτό που καταγράφεται στο Τεκμήριο Ε
- Θεωρώ κατάλληλο το σημείο αυτό για να σχολιάσω το λόγο έφεσης αρ. 6, με τον οποίο η Αιτήτρια παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας και/ή ουδέν αναφέρει για τους παράγοντες που έλαβε υπόψη. Δεν θα συμφωνούσα με τα όσα προβάλλονται από την Αιτήτρια. Στο κείμενο των Τεκμηρίων Ε1 και Ε2 της ενόρκου δηλώσεως της κας Κωνσταντίνου, αποκαλύπτεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο η αιτιολογία με βάση την οποία ο διαιτητής έχει καταλήξει στην απόφασή του. Ειδικότερον, περιγράφεται το αποδεικτικό υλικό στο οποίο βάσισε την ετυμηγορία του. Συνεπώς και αυτός ο λόγος έφεσης είναι καταδικασμένος σε αποτυχία. Με το λόγο έφεσης αρ. 9, η Αιτήτρια διατείνεται ότι η επιβολή επιτοκίου 9% επί του οφειλόμενου υπολοίπου είναι αυθαίρετη, παράνομη και αντισυμβατική. Κατά την Αιτήτρια, ενώ το δάνειο έπρεπε να χρεώνεται με το επιτόκιο, με το οποίο χρεώνονταν τα στεγαστικά δάνεια, εκ λάθους του συστήματος των Καθ' ων η Αίτηση χρεωνόταν με επιτόκιο υψηλότερο. Στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεώς της, ισχυρίζεται ότι μετά την υπογραφή της νέας συμφωνίας αντιλήφθηκε ότι το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός της ήταν διαφορετικό από αυτό που είχαν συμφωνήσει με τους Καθ' ων η Αίτηση αρχικά, ήτοι το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν όλα τα στεγαστικά δάνεια. Επικοινώνησε με διάφορους λειτουργούς των Καθ' ων η Αίτηση, μεταξύ των οποίων η κα Κωνσταντίνου και ο Μάριος Θεοδούλου, οι οποίοι της επιβεβαίωσαν ότι, πράγματι, το επιτόκιο ήταν λανθασμένο και αυτό οφειλόταν σε λάθος του συστήματος. Από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση, αμφισβητούνται οι ως άνω ισχυρισμοί της Αιτήτριας. Στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, προβάλλεται ότι ούτε η ίδια προσωπικά αλλά ούτε και οι συνάδελφοι της, Σταύρος Αντωνίου και Μάριος Θεοδούλου, επιβεβαίωσαν στην Αιτήτρια ότι το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν η σύμβαση δανείου της ήταν λανθασμένο. Ισχυρίζεται περαιτέρω η κα Κωνσταντίνου ότι η Αιτήτρια για πρώτη φορά ήγειρε θέμα λανθασμένου επιτοκίου την 7/3/2014, στα πλαίσια σχετικής συνάντησης που είχε με την Αιτήτρια. Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημάνω ότι η Αιτήτρια καμιά περαιτέρω μαρτυρία παρουσίασε στο Δικαστήριο, προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παραδέχτηκαν, μέσω των κατονομαζομένων από αυτήν λειτουργών της, για λανθασμένη χρέωση επιτοκίου. Από τη στιγμή που ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητείτο από τους Καθ' ων η Αίτηση, είχε το βάρος απόδειξης του. Από μια προσεκτική μελέτη της σύμβασης δανείου ημερομηνίας 14/7/2011, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου (Τεκμήριο Α), παρατηρώ ότι το ύψος του επιτοκίου καθορίστηκε συνολικά σε 6% ετησίως. Παρατηρώ επίσης ότι η Αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει ποιο ήταν το ακριβές, κατά τη θέση της, ποσοστό επιτοκίου, με το οποίο θα έπρεπε να χρεωθεί το δάνειο της, ισχυριζόμενη αόριστα ότι έπρεπε να ήταν το επιτόκιο με το οποίο χρεώνονταν τα στεγαστικά δάνεια. Παραλείπει, επίσης, να δώσει οποιαδήποτε επεξήγηση, όσον αφορά το λόγο για τον οποίο προχώρησε στην υπογραφή της επίδικης συμφωνίας δανείου, από τη στιγμή που δεν συμφωνούσε με το καθορισθέν ποσοστό επιτοκίου. Όπως είναι νομολογημένο, όταν μια συμφωνία έχει διατυπωθεί εγγράφως, εξωγενής μαρτυρία δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για να αντικρούσει, τροποποιήσει, αφαιρέσει ή να προσθέσει στο περιεχόμενο των όρων του εγγράφου (Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου κ.σ.
(2006)1 Α.Α.Δ. 1042 και Γιαννάκης Παπαπέτρου ν. Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, ECLI:CY:AD:2015:A121, Πολιτική Έφεση αρ. 180/2010, ημερ. 20/2/2015). Από τη στιγμή λοιπόν που η Αιτήτρια δεν επικαλείται ακυρότητα της επίδικης σύμβασης δανείου, ούτε φαίνεται να προέβηκε σε οποιοδήποτε διάβημα για ακύρωση της, εμποδίζεται, κατά την άποψη μου, να ισχυρίζεται ότι το ποσοστό του επιτοκίου, το οποίο περιγράφεται στην επίδικη σύμβαση, δεν ήταν το συμφωνηθέν. Πέραν των πιο πάνω, έχω να αναφέρω ότι η Αιτήτρια παραλείπει να αναφέρει στην ένορκη δήλωση της πότε ακριβώς αντιλήφθηκε ότι το επιτόκιο με το οποίο χρεωνόταν ο λογαριασμός της ήταν διαφορετικό από το αρχικά συμφωνηθέν. Αναφέρει, απλά, ότι το αντιλήφθηκε μετά την υπογραφή της νέας συμφωνίας. Στον επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση κατάλογο με τις επαφές της με τους Καθ' ων η Αίτηση (Τεκμήριο 2), η πρώτη ημερομηνία κατά την οποία ήγειρε ζήτημα λανθασμένου επιτοκίου στον κ. Μάριο Θεοδούλου, ήταν η 30/7/
- Από πλευράς της η κα Κωνσταντίνου, στην ένορκη δήλωσή της, ισχυρίζεται ότι για πρώτη φορά η Αιτήτρια ήγειρε θέμα λανθασμένου επιτοκίου κατά την 7/3/
- Ακόμα και στην περίπτωση που αποδεχόμουν ότι η πρώτη ημερομηνία που ηγέρθη από την Αιτήτρια το ζήτημα του λανθασμένου επιτοκίου είναι αυτή που αναφέρεται στον ως άνω κατάλογό της, καθίσταται φανερό ότι η ημερομηνία αυτή είναι μεταγενέστερη της ημερομηνίας ειδοποίησης τερματισμού, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου (Τεκμήριο Γ). Επισημαίνω ότι η υπό αναφορά ειδοποίηση τερματισμού φέρει ημερομηνία 12/3/
- Συνεπώς, το ζήτημα αυτό ηγέρθη εκ των υστέρων από την Αιτήτρια, με αποτέλεσμα, κάθε άλλο παρά ως γνήσιο να μπορούσε να κριθεί. Η Αιτήτρια, στην παράγραφο 17 της ενόρκου δηλώσεως της, διατείνεται ότι ο διαιτητής παρέκκλινε από τους όρους εντολής του, αφού είχε υποχρέωση, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα, να εξετάσει κατά πόσο οι επιβληθέντες τόκοι ήταν αυτοί που συμφωνήθηκαν ή όχι ή αν πράγματι υπήρξε λάθος στο σύστημα. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της υποστηρίζεται ότι ο διαιτητής αποφάσισε, χωρίς να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση, ότι το επιτόκιο ήταν 9%. Με δεδομένο το ότι στην ειδοποίηση με την οποία η Αιτήτρια καλείτο να παρουσιαστεί στη διαιτητική διαδικασία (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), δεν γίνεται αναφορά σε οποιοδήποτε επιτόκιο, είναι ασαφές, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της Αιτήτριας, ότι το επιδικασθέν επιτόκιο ήταν εντός των όρων εντολής του διαιτητή. Το ως άνω επιχείρημα δεν με βρίσκει σύμφωνο. Αφού εξέτασα με προσοχή το περιεχόμενο τόσο της προσβαλλόμενης απόφασης (Τεκμήριο Ε2 στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), όσο και της επίδικης συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο Α στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), έχω ικανοποιηθεί ότι ο διαιτητής κατέληξε στην επιδίκαση του ως άνω επιτοκίου, βασιζόμενος στους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου. Επισημαίνω ότι βάσει του όρου 4 της συμφωνίας, σε περίπτωση καθυστέρησης πέραν του ενός μηνός καταβολής οποιασδήποτε δόσης, το καθυστερημένο ποσό θα φέρει επιπλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημερομηνία της καθυστερήσεως μέχρι την εξόφλησή του. Στον ίδιο όρο έχει καθοριστεί ότι ο τόκος υπερημερίας θα είναι μεγαλύτερος κατά 3% από το συνολικό επιτόκιο του λογαριασμού το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, βάσει του όρου 3 της συμφωνίας, καθορίστηκε σε 6% ετησίως. Το γεγονός ότι στην ειδοποίηση με την οποία η Αιτήτρια καλείτο να παρουσιαστεί στην διαδικασία της διαιτησίας (Τεκμήριο Δ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), δεν καθορίζεται το ποσοστό του επιτοκίου, το οποίο απαιτείται από τους Καθ' ων η Αίτηση, δεν μπορεί να επηρεάσει καθ' οιονδήποτε τρόπο την προσβαλλόμενη απόφαση. Ούτε το γεγονός ότι στην ειδοποίηση τερματισμού της επίδικης συμφωνίας (Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), την οποία επικαλούνται οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Αιτήτριας, γίνεται αναφορά σε ποσοστό επιτοκίου 8%, αντί σε 9%, θα μπορούσε να επηρεάσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το επιδικασθέν από τον διαιτητή ποσοστό επιτοκίου προβλεπόταν από την επίδικη συμφωνία δανείου. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η επιδίκαση τόκου 9%, από το διαιτητή, ήταν εντός των όρων της εξουσίας που είχε. Συναφής με το ζήτημα του τόκου είναι και ο λόγος έφεσης αρ. 5, με τον οποίο η Αιτήτρια διατείνεται ότι τα ποσά που απαιτούν οι Καθ' ων η Αίτηση περιλαμβάνουν παράνομο τοκισμό, ανατοκισμό και παράνομες χρεώσεις. Πέραν του παραπόνου της Αιτήτριας ότι η επιβολή ποσοστού επιτοκίου 9% είναι παράνομη και αντισυμβατική, το οποίο έχει απορρίψει το Δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται ποιες είναι οι κατ' ισχυρισμό άλλες παράνομες χρεώσεις στις οποίες προέβησαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Είναι φανερό ότι πρόκειται για αόριστο και ασαφή ισχυρισμό, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το εγερθέν ζήτημα του ανατοκισμού, θα πρέπει να επισημάνω ότι στον όρο 3 της επίδικης συμφωνίας δανείου ρητά προβλέπεται ότι οι Καθ' ων η Αίτηση θα έχουν το δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές το χρόνο. Υποστηρίζεται στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας ότι ο διαιτητής, ως πρόσωπο που ασκεί οιονεί δικαστικό έργο, όφειλε να εξακριβώσει το κατά πόσο το επίδικο δάνειο είχε τερματιστεί, πριν προχωρήσει στην έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, κάτι το οποίο δεν έπραξε, ως εμφαίνεται και από τα συνημμένα πρακτικά στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου. Κατά την εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων της Αιτήτριας, η παράλειψη αυτή συνιστά ξεκάθαρη παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, επιπλέον δε εντάσσεται στον ευρύ όρο «ανάρμοστη/κακή συμπεριφορά», για το λόγο ότι όφειλε να εξετάσει κατά πόσο συνέτρεχαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Από το κείμενο του πρακτικού και της απόφασης του διαιτητή (Τεκμήρια Ε1 και Ε2 στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), δεν φαίνεται ότι η ειδοποίηση τερματισμού της επίδικης συμφωνίας δανείου (Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), ήταν μεταξύ των εγγράφων που παρουσιάστηκαν ενώπιον του διαιτητή από τις λειτουργούς των Καθ ων η Αίτηση. Όμως, έχω παρατηρήσει είναι ότι το ζήτημα αυτό δεν εγείρεται στους λόγους έφεσης της Αιτήτριας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Δεν θα συμφωνούσα με τη θέση των ευπαίδευτων συνηγόρων της ότι η ως άνω παράλειψη του διαιτητή εμπίπτει στον όρο της ανάρμοστης ή/και κακής συμπεριφοράς. Πέραν όμως των πιο πάνω, αυτό το οποίο θα ήθελα να τονίσω είναι ότι η Αιτήτρια δεν φαίνεται να αμφισβητεί ότι το δάνειο της είχε τερματιστεί με σχετική ειδοποίηση τερματισμού, ημερομηνίας 12/3/
- Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι η ίδια η Αιτήτρια στον κατάλογο με τις επαφές της, ο οποίος επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωσή της (Τεκμήριο 2), καταγράφει ότι κατά την 7/2/2013 της δόθηκε τηλεφωνικά προειδοποίηση τερματισμού. Από τη στιγμή λοιπόν που ο τερματισμός του επίδικου δανείου της Αιτήτριας δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, η παράλειψη παρουσίασης του εγγράφου αυτού ενώπιον του διαιτητή δεν μπορεί να έχει καταλυτικές συνέπειες για την προσβαλλόμενη απόφαση. Με τον λόγο έφεσης αρ. 7, προβάλλεται από την Αιτήτρια ότι ο διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του κατά τρόπο πλημμελή. Αναπτύσσοντας τον λόγο αυτό στην γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων της, η Αιτήτρια υποστηρίζει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να επιδώσουν στην Αιτήτρια, πριν από την ειδοποίηση τερματισμού, έγγραφο ειδοποίηση συμμόρφωσης 30 ημερών, κατά παράβαση του όρου 4 της επίδικης συμφωνίας δανείου η οποία αποτελεί, κατά την Αιτήτρια, προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος τερματισμού του επίδικου δανείου. Ο διαιτητής όφειλε, κατά την Αιτήτρια, να ζητήσει την ενώπιον του παρουσίαση της υπό αναφορά προειδοποίησης, ώστε να αποφανθεί για το κρίσιμο αυτό ζήτημα, κάτι το οποίο όμως δεν έπραξε. Στον όρο 4 της επίδικης συμφωνίας δανείου, πράγματι προβλέπεται ότι καθυστέρηση καταβολής τριών δόσεων δίδει το δικαίωμα στους Καθ' ων η Αίτηση, αφού δώσουν προς τον χρεώστη (Αιτήτρια), 30 μέρες έγγραφο προειδοποίηση για συμμόρφωση, να τερματίσουν τη συμφωνία και ολόκληρο το ποσό του δανείου να καταστεί άμεσα απαιτητό. Σύμφωνα με το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της ειδοποίησης τερματισμού (Τεκμήριο Γ στην ένορκη δήλωση της κας Κωνσταντίνου), πριν την ειδοποίηση τερματισμού είχε προηγηθεί προειδοποιητική επιστολή προς την Αιτήτρια, ημερομηνίας 7/2/2013, ενόψει δε της μη συμμόρφωσής της με το περιεχόμενο της ως άνω προειδοποιητικής επιστολής οι Καθ' ων η Αίτηση προχώρησαν στον τερματισμό του επίδικου δανείου. Από τη στιγμή που η Αιτήτρια δεν αμφισβητεί το περιεχόμενο της ως άνω ειδοποίησης τερματισμού, δεν μπορεί να αμφισβητεί ότι προηγήθηκε η αποστολή της προειδοποιητικής επιστολής, η οποία περιγράφεται στην υπό αναφορά ειδοποίηση τερματισμού, με την οποία δεν συμμορφώθηκε. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε από τον διαιτητή ήταν πλήρως εναρμονισμένη με τις νομοθετικές και νομολογιακές αρχές που καθορίζουν τα της διαδικασίας έκδοσης διαιτητικής απόφασης. Συνεπώς, οι λόγοι έφεσης αρ. 4 και 10, με τους οποίους η Αιτήτρια παραπονείται ότι τόσο η προσβαλλόμενη απόφαση όσο και η διαδικασία που ακολουθήθηκε ήταν παράτυπες, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί. Ενόψει δε των όσων αναφέρονται λεπτομερώς πιο πάνω, ούτε και ο λόγος έφεσης αρ. 1 με τον οποίο η Αιτήτρια παραπονείται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξεδόθη κάτω από πλάνη περί τον νόμο και τα πραγματικά γεγονότα μπορεί να γίνει αποδεκτός. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν έχει περιθώρια επιτυχίας και γι' αυτό θα πρέπει να απορριφθεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων και εναντίον της Αιτήτριας/Εφεσείουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / General Applications / Final Αναφορά: Έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο