← Κύπρος

A & C REVENGERS GARAGE LTD ν. A.I.D.A. RENTALS LIMITED, Αρ. αγωγής :1248/2015, 11/4/2016

A & C REVENGERS GARAGE LTD ν. A.I.D.A. RENTALS LIMITED, Αρ. αγωγής :1248/2015, 11/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A165 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής :1248/2015 A & C REVENGERS GARAGE LTD Ενάγοντες εναντίον A.I.D.A. RENTALS LIMITED Εναγόμενοι ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:11/4/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους εναγόμενους αιτητές: κος Πογιατζής Για τους ενάγοντες καθ΄ ων η αίτηση: κα Μακεδόνα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι εναγόμενοι αιτούνται Διάταγμα παραμερισμού της απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 5/10/2015 που εκδόθηκε εναντίον τους, με νομικό έρεισμα το άρθρο 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.17 θ.10, Δ.40 θ.7,11,16 και 17, Δ.41, Δ.48 θ.2,3,4,5,6,7,9(h), το άρθρο 30 του Συντάγματος, την πρακτική, τις γενικές εξουσίες και την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Δράκου. Ο ενόρκως δηλών αρχικώς προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως κάνει αναφορά στο πως περιήλθε στην αντίληψη του η ύπαρξη της απόφασης και πιο συγκεκριμένα από την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης κινητής περιουσίας και την κατάσχεση όλων των αυτοκινήτων της εταιρείας, η αξία των οποίων είναι πολλαπλάσια του εξ΄ αποφάσεως χρέους και την αναφορά από τον επιφορτισμένο δικαστικό λειτουργό, ότι το ένταλμα αυτό θα συνεχίσει να υφίσταται, εάν δεν γίνει η σχετική πληρωμή και αυτό λέχθηκε και την επόμενη μέρα στον δικηγόρο τους, εκτός εάν εξασφαλισθεί διάταγμα αναστολής του εντάλματος. Ακολούθως και μετά από ερωτήσεις που έγιναν σε όλο το προσωπικό της εταιρείας, διαφάνηκε ότι ουδείς έλαβε οποιοδήποτε έγγραφο αυτής και ότι ουδείς γνώριζε για την υπόθεση. Επίσης αναφέρει ότι η επίδοση της αγωγής ήταν κακή, διότι δεν έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και η επίδοση έγινε σε άτομο το οποίο ήταν υπεύθυνος μόνο για την στάθμευση των αυτοκινήτων κατά την παράδοση και παραλαβή των αυτοκινήτων ενοικίασης και ο οποίος τον διαβεβαίωσε, ότι ουδέποτε του επιδόθηκε και συνακόλουθα ποτέ δεν υπόγραψε ότι παρέλαβε την παρούσα αγωγή και περαιτέρω, το εν λόγω άτομο, δεν είναι αξιωματούχος της εταιρείας, διότι αξιωματούχοι της εταιρείας είναι αυτός και η σύζυγος του. Ως προς το ζήτημα της υπεράσπισης, ανέφερε ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων, η οποία διακόπηκε λόγω του ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν ευχαριστημένοι από την ποιότητα εργασιών και τις χρεώσεις των εναγόντων και συνακόλουθα συνεργάστηκαν με άλλη εταιρεία. Η συνεργασία σε όλο το διάστημα που αυτή διαρκούσε, ήταν αρμονική, δεν καθοριζόταν ρητό χρονοδιάγραμμα για την αποπληρωμή των τιμολογίων και ότι διατηρείτο λογαριασμός χρεωπίστωσης, όπου καταβάλλονταν κατά καιρούς διάφορα ποσά. Προβαίνει σε μια άρνηση όσον αφορά την παραλαβή των τιμολογίων που γίνεται αναφορά στην παρούσα αγωγή, λέγοντας ότι παρέλαβαν μόνο ένα μέρος αυτών για τα οποία έγινε προφορική αμφισβήτηση προς τους ενάγοντες και ως προς τα υπόλοιπα, έλαβε γνώση με την έρευνα που έλαβε χώρα στον φάκελλο της διαδικασίας από τους δικηγόρους τους. Ακολούθως, αναφέρει ότι υπάρχει βάσιμη άρνηση των χρεώσεων που περιλαμβάνονται στα επτά τιμολόγια που εξέδωσαν οι ενάγοντες, λόγω απαράδεκτων και μη δικαιολογημένων υπερχρεώσεων στα εργατικά και ανταλλακτικά και παρά τις οχλήσεις για προσκόμιση των σχετικών αποδείξεων, αυτό δεν έγινε και αυτό δικαιολογεί την μη υπογραφή επί των τιμολογίων και σε ένα από αυτά επιχειρήθηκε πλαστογραφία υπογραφής εκπροσώπων της εναγόμενης, διότι ο ενόρκως δηλών έχει στην κατοχή του το τιμολόγιο ανυπόγραφο ενώ το ίδιο τιμολόγιο επισυνάφθηκε στην αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης υπογραμμένο και περαιτέρω υπάρχει διπλή χρέωση για το ίδιο αυτοκίνητο που αναφέρει, όπως προκύπτει από τα τεκμήρια που υποστήριξαν την αίτηση για απόφαση, χωρίς αυτό να δικαιολογείται. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι δεν οφείλεται στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό που να είναι τεκμηριωμένο, ξεκάθαρο και δικαιολογημένο, δεν υπήρξε προειδοποιητική επιστολή, εκφράζει την απορία του για το γεγονός ότι η απαίτηση αφορά τιμολόγια του 2008, ενώ πληρωνόταν κανονικά η ενάγουσα εταιρεία για τιμολόγια μέχρι και το 2013 και ουδεμία ενημέρωση έλαβαν οι εναγόμενοι για την ύπαρξη της απόφασης, αλλά ενήργησαν βάση σχεδίου και εκβιαστικά προχώρησαν στην έκδοση εντάλματος κατάσχεσης των αυτοκινήτων. Εν κατακλείδι, αναφέρει ότι η κακή επίδοση και η πλαστογραφία καταδεικνύουν τον τρόπο όπου ενήργησαν οι ενάγοντες για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο και να πετύχουν την έκδοση απόφασης και σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, θα επεξηγηθεί κατά την ακροαματική διαδικασία, το πλήρες φάσμα των γεγονότων που αφορά την επαγγελματική συνεργασία των διαδίκων και γιατί οι ενάγοντες εμποδίζονται από του να ισχυρίζονται και να αξιώνουν αυτά με την παρούσα διαδικασία. Η αίτηση αντίκρυσε την ένσταση των εναγόντων, με νομικό έρεισμα την Δ.5, Δ.17 θ.2,5,10,11,13, Δ.26 θ.14,15, Δ,33 θ.2,3,5, Δ.40 θ.7,11,16 και 17, Δ.41, Δ.48 .1-4,9(h), τον νόμο 14/60 άρθρα 29-32, 41 και 43, το άρθρο 30 του Συντάγματος, την πρακτική και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 13 λόγοι ένστασης και πιο συγκεκριμένα στο ότι η επίδοση της αγωγής έγινε νομότυπα και η εναγόμενη παρέλειψε να εμφανιστεί, η αίτηση της εναγόμενης είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη και στερείται νομικής βάσης, ότι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση προβάλλει αναληθείς ισχυρισμούς, ανακρίβειες και αντιφάσεις, ότι δεν προβάλλεται καλή και/ή δεν αποκαλύπτει σοβαρή και/ή καθόλου υπεράσπιση, ότι ο ενόρκως δηλών δεν αποκάλυψε, ως είχε υποχρέωση, ουσιώδη στοιχεία τα οποία να δικαιολογούν και/ή αιτιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί η αίτηση να ακουστεί στην ουσία της, ότι η απόφαση είναι νομότυπη και/ή σύμφωνη με τους σχετικούς διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή την εν γένει εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, ότι δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες υπό του νόμου και/ή της νομολογίας προυποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος και/ή δεν έχουν καταδειχθεί ουδόλως και/ή επαρκώς λόγοι που να στηρίζουν και/ή δικαιολογούν το αίτημα για ακύρωση και/ή παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης, ότι η αίτηση έχει σκοπό την αποξένωση της περιουσίας, ώστε οι ενάγοντες να μην μπορούν να ικανοποιηθούν σε μεταγενέστερο χρόνο και να μην μπορεί να απονεμηθεί Δικαιοσύνη, ότι οι ισχυρισμοί της εναγόμενης δεν συνάδουν και/ή αντιμάχονται την αρχή της τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων, ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή αντιμάχεται τον σκοπό της διαδικασίας και/ή των σχετικών δικονομικών και/ή διαδικαστικών θεσμών, ότι η αίτηση είναι γενική και/ή αόριστη και/ή υστερόβουλη, ότι το επανάνοιγμα της υπόθεσης θα αποτελούσε μέτρο υπονόμευσης της απονομής της Δικαιοσύνης και της ανάγκης για ταχεία διεκπεραίωση των Δικαστικών υποθέσεων και θα παραβίαζε το συνταγματικό δικαίωμα των εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης τους και τέλος, ότι υπό τις περιστάσεις θα πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσαν οι ένορκες δηλώσεις των Αντώνη Αποστόλου, Νίκου Νικολάου και Νίκης Αποστόλου. Ο ενόρκως δηλών κ. Αντώνης Αποστόλου, αναφέρει ότι είναι διευθύνων σύμβουλος των εναγόντων, γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος όπως προβεί στην ένορκη του δήλωση και ακολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, τους οποίος χαρακτηρίζει ως ψευδείς και κατασκευασμένους με σκοπό τον παραμερισμό της απόφασης. Ακολούθως κάνει αναφορά στην προσπάθεια να γίνει επίδοση της αγωγής στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, η οποία απέβη άκαρπη, διότι εκεί δεν ανευρίσκεται η εναγόμενη εταιρεία αλλά μέχρι πρότινος βρισκόταν ένα λογιστικό γραφείο και υπήρξε επικοινωνία μεταξύ του επιδότη και του ενόρκως δηλούντα για να δοθούν περισσότερα στοιχεία, όπου και ο ενόρκως δηλών ενημέρωσε τον επιδότη ότι, μέσα από την συνεργασία των διαδίκων και την ιστοσελίδα των εναγομένων, τον τηλεφωνικό κατάλογο και τις επαγγελματικές τους κάρτες, διαφαίνεται ότι η εναγόμενη εταιρεία διεξάγει εργασίες σε συγκεκριμένη διεύθυνση και όπως γνωρίζει αυτό ισχύει από το 1999, όπου και έγινε η επίδοση της αγωγής σε εκείνη την διεύθυνση. Επίσης αναφέρει ότι η εναγόμενη εταιρεία ουσιαστικά κωλύεται από του να προβάλει την θέση περί κακής επίδοσης λόγω του ανέφικτου της επίδοσης στο εγγεγραμμένο γραφείο, ως επίσης η εναγόμενη εταιρεία όφειλε με βάση την νομοθεσία να προβούν στις δέουσες ενέργειες για την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου, με ταυτόχρονη αναφορά ότι υπάρχει προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Ως προς το πρόσωπο όπου έγινε η επίδοση, αναφέρει ότι από προσωπική του γνώση ήταν το πρόσωπο όπου ήταν υπεύθυνος στο κατάστημα των εναγομένων, μετέφερνε τα αυτοκίνητα στο συνεργείο των εναγόντων προς επιδιόρθωση, παραλάμβανε τα τιμολόγια και έφερνε τις επιταγές για πληρωμή, είναι αδελφότεκνος του ενόρκως δηλούντα κ. Γιώργου Δράκου και ο ίδιος παρουσιάστηκε στον επιδότη ως υπεύθυνος του καταστήματος και τον υπέδειξε η υπάλληλος του καταστήματος και σίγουρα έφερε εις γνώση της εναγόμενης την παρούσα αγωγή. Αναφορικά με τον υιό του ενόρκως δηλούντα στην αίτηση, ήτοι τον κ. Μάριο Δράκου, αναφέρει ότι δραστηριοποιείται και αυτός στην εταιρεία του πατέρα του και είναι υπεύθυνος του καταστήματος, πλην όμως δεν είχαν οποιανδήποτε άμεση επαγγελματική σχέση, διότι το πρόσωπο που συνεργάζονταν ήταν το πρόσωπο όπου έγινε η επίδοση. Επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι υπάρχουν αντιφατικοί ισχυρισμοί αναφορικά με το ζήτημα της επίδοσης και ότι η επίδοση έγινε νομότυπα, οι εναγόμενοι είχαν χρόνο να αντιδράσουν, πράγμα που έπραξαν μόνο όταν αντιλήφθηκαν τις συνέπειες της απόφασης με την δέσμευση των αυτοκινήτων. Αναφορικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι πράγματι η συνεργασία των διαδίκων ξεκίνησε από το 2008, πλην όμως αρνείται τις θέσεις περί κακής ποιότητας των εργασιών λόγω απουσίας οποιουδήποτε παραπόνου τόσο για τις εργασίες, όσο και για τις χρεώσεις, ως επίσης αρνείται την προβληθείσα θέση ότι τα τιμολόγια εξοφλούνταν, διότι υπήρχε πάντοτε υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και συμφώνησε ότι δεν υπήρχε συμφωνημένος χρόνος εξόφλησης των τιμολογίων, πλην όμως αυτός ήταν ο εύλογος με βάση τα συναλλακτικά ήθη και πρακτική, χωρίς όμως να επεκτείνεται στα 8 έτη και παράλληλα ανέφερε ότι δεν διατηρείτο λογαριασμός χρεωπίστωσης. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών στην υπό εξέταση αίτηση, τηλεφώνησε στην σύζυγο του και της ανέφερε ότι δεν έπρεπε να φτάσουν στο σημείο να γίνεται προσφυγή στα Δικαστήρια και ότι επιθυμεί να διευθετήσει τα οφειλόμενα ποσά. Επίσης αναφέρει ότι όλα τα τιμολόγια τα παρέλαβε το πρόσωπο όπου επιδόθηκε η παρούσα αγωγή και ουδέποτε αμφισβητήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο και κάθε τιμολόγιο παραδόθηκε με κάθε αυτοκίνητο που αφορούσε και ουδέποτε ζητήθηκαν αποδείξεις και οι ενάγοντες να μην το πράξουν και περαιτέρω τα τιμολόγια είναι αναλυτικά για το τι αναγράφουν και δεν υπάρχουν υπερχρεώσεις. Απορρίπτει την θέση ότι τα τιμολόγια είναι ανυπόγραφα επειδή αυτά δεν ήταν αποδεκτά και ότι το συγκεκριμένο αυτοκίνητο που κάνει αναφορά ο ενόρκως δηλών στην αίτηση χρεώθηκε δύο φορές, λέγοντας ότι υπάρχει κάρτα αυτοκινήτου για κάθε αυτοκίνητο όπου γίνεται αναφορά για τις εργασίες που γίνονται σε κάθε αυτοκίνητο, ως επίσης φωτογραφία του αυτοκινήτου πριν την επιδιόρθωση και υπάρχει η δυνατότητα επιθεώρησης της κάρτας και επιπλέον το ίδιο το εν λόγω αυτοκίνητο ενεπλάκη σε δεύτερο τροχαίο ατύχημα το οποίο και περιέγραψε και έγιναν οι αναγκαίες επιδιορθώσεις και εκδόθηκε το σχετικό τιμολόγιο και φαίνονται στα επισυναπτόμενα τεκμήρια, το διαφορετικό των ζημιών και χρεώσεων σε κάθε περίπτωση, λέγοντας ταυτόχρονα ότι οι εναγόμενοι αυτά τα γνώριζαν και προσπαθούν να πείσουν και παραπλανήσουν το Δικαστήριο με την αναφορά τους περί διπλοχρέωσης. Επίσης αναφέρει ο ενόρκως δηλών ότι τα τιμολόγια που έχουν εκδοθεί, έχουν παραδοθεί και έχουν εκδοθεί επίσης και οι ανάλογες κάρτες αυτοκινήτου, απορρίπτει την θέση ότι δεν υπήρχε όχληση των εναγόντων, λέγοντας ότι απευθύνθηκε πολλές φορές στον ενόρκως δηλούντα της υπό εξέταση αίτησης, όσο και στο πρόσωπο όπου έγινε η επίδοση της αγωγής και η απάντηση που έλαβε ήταν ότι θα εξοφλούνταν σιγά σιγά λόγω του ύψους τους. Ανέφερε επίσης ότι η εναγόμενη εξέδιδε κατά καιρούς επιταγές για συγκεκριμένα τιμολόγια κάθε φορά τα οποία ήταν μεταγενέστερα των επιδίκων και αυτό δικαιολογεί την ύπαρξη προηγούμενων οφειλόμενων τιμολογίων και επίσης ανέφερε ότι δεν μπορούσαν οι ενάγοντες κάθε φορά που έπαιρναν επιταγή να αποκόπτουν ποσά από προηγούμενα τιμολόγια διότι κάθε επιταγή αφορούσε συγκεκριμένη οφειλή. Ως προς την θέση περί απόπειρας πλαστογραφίας συγκεκριμένου τιμολογίου, αναφέρει ότι πράγματι κανένα τιμολόγιο εκ μέρους της εναγομένης δεν υπεγράφηκε σε όλη την διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε ένεκα και της εργοδότησης της συζύγου του επί 18 έτη στους εναγόμενους, αναγνωρίζοντας το κακό της τακτικής αυτής που δεν ζητούσαν από το πρόσωπο που παρέλαβε την αγωγή να υπογράφει τα τιμολόγια. Η υπογραφή που υπάρχει στο συγκεκριμένο τιμολόγιο, προέρχεται από τον δικηγόρο των εναγόντων, ο οποίος κατά την διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης στο γραφείο του για να κινηθεί η αγωγή, τοποθέτησε την υπογραφή του για να δείξει στον ενόρκως δηλούντα την αναγκαιότητα υπογραφής των τιμολογίων από τους πελάτες των εναγόντων και ποια μορφή πρέπει να έχουν τα τιμολόγια. Ακολούθως όμως, ο δικηγόρος έδωσε τα αντίγραφα των τιμολογίων συμπεριλαμβανομένου και του πιο πάνω υπογραμμένου σε δικηγόρο του γραφείου για να ετοιμάσει την αγωγή, χωρίς να την ενημερώσει ότι τέθηκε η πιο πάνω υπογραφή από τον ίδιο, διότι θεώρησε ότι είναι αντίγραφα και δεν θα χρησιμοποιούνταν στην διαδικασία και όταν καταχωρήθηκε η αίτηση για απόφαση λόγω μη εμφάνισης, επισυνάφθηκαν τα αντίγραφα αντί να ζητηθούν τα αυθεντικά και η δικηγόρος που προέβηκε στις πιο πάνω ενέργειες δεν ήταν ενήμερη για το τι έχει προηγηθεί και όλα τα πιο πάνω διαπιστώθηκαν κατά την συνάντηση που είχε ο ενόρκως δηλών με τους δικηγόρους και απέδωσε το όλο θέμα σε απροσεξία και λάθος συνεννόηση των δικηγόρων, χωρίς να υπάρχει κάτι το εσκεμμένο και πρόθεση παραπλάνησης και αυτό προκύπτει στο ότι στο αυθεντικό τιμολόγιο δεν υπάρχει υπογραφή. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών της υπό εξέταση αίτησης, παραδέχθηκε την οφειλή του ποσού και ζήτησε να γίνει διευθέτηση του ποσού και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την αίτηση, λέγοντας ότι αυτοί δεν δύνανται να στοιχειοθετήσουν παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης και ότι αυτοί είναι υστερόβουλοι ισχυρισμοί και έχουν ως γνώμονα την αποφυγή των έννομων συνεπειών. Ο ενόρκως δηλών κ. Νίκος Νικολάου, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς που αφορούν την αποτυχημένη προσπάθεια επίδοσης της αγωγής στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης και την επίδοση που τελικά έγινε και σε ποιο πρόσωπο και τι έχει γίνει και λεχθεί κατά την επίδοση της αγωγής. Η ενόρκως δηλούσα κα Νίκη Αποστόλου, ουσιαστικά επαναλαμβάνει και επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς που αφορούν το εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας και τον τόπο διεξαγωγής των εργασιών, τον υπεύθυνο του καταστήματος της εναγόμενης, τον ρόλο που διαδραμάτιζε και την σχέση συγγένειας με τον διευθύνοντα σύμβουλο των εναγομένων, την επαφή που υπήρξε για να διευθετηθεί το οφειλόμενο ποσό, στο ότι δεν υπήρχαν υπερχρεώσεις ή παράπονα στις προσφερθείσες υπηρεσίες, στην μη πιστή τήρηση των πληρωμών από την εναγόμενη και την ύπαρξη πάντοτε υπολοίπου, στον τρόπο όπου γίνονταν οι πληρωμές και τι αυτές αφορούσαν και επιβεβαίωσε την ύπαρξη του οφειλόμενου ποσού. NOMIKH ΠΤΥΧΗ Πολύ διαφωτιστική είναι η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου NSM DEMOCARS LTD κ.α. - ν - ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2015:A677, Πολιτική Έφεση 121/2010 ημερ. 14/10/2015, όπου η Έντιμη Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κα Τάσια Ψαρά - Μιλτιάδου, ανέφερε τα ακόλουθα, όπου και τα σχετικά αποσπάσματα τα οποία μιλούν από μόνα τους: ΄΄Πριν την εξέταση τους, να προβούμε σε μια συνοπτική περιγραφή της νομολογιακής αντίκρυσης της Δ.17 θ.10 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αποτέλεσε βέβαια τον πυρήνα της αίτησης, της ένστασης και της απόφασης. Όπως έχει διαχρονικά τεθεί από τη νομολογία, η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, απόφασης ληφθείσας ερήμην, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δυνάμει της Δ.17 θ.10 (βλ. Phylactou v. Michael

(1982)1 C.L.R. 204, Bίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.ά. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 28, Πίττας ν. UnigoodsTrading Co.Ltd
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1761, Κωνσταντινίδη ν. Hissin
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 1774). Εφόσον δε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με αναφορά στους παράγοντες που, κατά φυσιολογική συνέπεια, επενεργούν στην άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, το Εφετείο δεν επεμβαίνει υποκαθιστώντας την πρωτόδικη κρίση (βλ. Μilouca v. Κούρτη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 941). Επιδίωξη του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η εξισορρόπηση αφενός του δικαιώματος του διαδίκου να ακουσθεί στην υπόθεση του και αφετέρου, η ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών υποθέσεων με την διασφάλιση της τελεσιδικίας. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί στην υπόθεση του, νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις, το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. ΄Οπου η διαγωγή του διαδίκου, ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται, ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Ορθά λοιπόν το πρωτόδικο Δικαστήριο, έστρεψε πρώτα την προσοχή του στο αν είχε καταδειχθεί καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση............................... Είναι ορθό βέβαια αυτό που λέχθηκε στη νομολογία ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο σε απόφανση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση αλλά επιβάλλεται η παράθεση θετικών γεγονότων με τρόπο πειστικό. Στην Πατούρης ν. Hellenic Bank
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, αναφέρονται τα εξής στη σελ.2123 και 2124: «Στην απόφασή του το πρωτόδικο Δικαστήριο χαρακτηρίζει την προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος ως «αοριστολογίες»· υποδηλώνοντας την απουσία στέρεου βάθρου θεμελιωτικού οποιασδήποτε από τις προβληθείσες υπερασπίσεις. Η προβολή διαζευκτικών εκδοχών αναφορικά με γεγονότα που έπρεπε να γνωρίζει ο ομνύων κλονίζει αφ' εαυτής το θεμέλιο της υπεράσπισής του. Στο σημείο αυτό το πρωτόδικο Δικαστήριο παραπέμπει στην El Fath Co v. E.D.T. Shipping και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ. 1255 (υπόθεση ναυτοδικείου - σύλληψη πλοίου), για να υπογραμμίσει όσα αναφέρονται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση εκείνη: «Τα γεγονότα μπορούν να επιδέχονται διαζευκτικούς νομικούς χαρακτηρισμούς ή να υπάγονται σε διαζευκτικές νομικές έννοιες. Διαζεύξεις όμως ως προς το τί ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα όπως η περιεχόμενη στην παρούσα ένορκη δήλωση, δεν χωρούν. Είτε οι εναγόμενοι 1 είναι οι ιδιοκτήτες του πλοίου είτε δεν είναι και είναι κάτι άλλο.» (Απόφαση (Εφετείου) από Κωνσταντινίδη, Δ.) Όντως το ακροσφαλές του βάθρου της υπεράσπισης του εφεσείοντος την καθιστά τρωτή σε βαθμό που να αναιρεί την υπόστασή της. Στην ένσταση της εφεσίβλητης επισυνάπτεται τόσο η εγγυητική όσο και το δείγμα υπογραφής του εφεσείοντος, γεγονότα που δεν τέθηκαν υπό αμφισβήτηση από τον εφεσείοντα, είτε με ένορκη δήλωση, που θα ήταν δυνατό να προσαγάγει, ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο, όπως υποδεικνύει το δικάσαν δικαστήριο. Η καλοπιστία του εφεσείοντος τέθηκε, όπως διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο υπό σοβαρή δοκιμασία, ενόψει της αποκάλυψης των σχέσεων του με τους ιθύνοντες της εταιρείας και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος 2, και συνεγγυητής του ήταν αδελφός του· γεγονός αποκαλυπτικό της συνάφειας του εφεσείοντος τόσο με τον ίδιο όσο και με την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία. Ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες επιφυλάξεις, εξ αντικειμένου η προβληθείσα υπεράσπιση του εφεσείοντος στερείται αξιοπιστίας. Κειμένεται η υπεράσπισή του μεταξύ πιθανολογούμενης άγνοιας ή αδυναμίας γνώσης των γεγονότων αφενός, και απουσίας συνεπειών από τις πράξεις του σε περίπτωση που ήθελε φανεί ότι εγγυήθηκε την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, αφετέρου. Κανένα θετικό γεγονός δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση του εφεσείοντος που να στοιχειοθετεί υπεράσπιση. Τούτο σε συνδυασμό με την απουσία ουσιαστικής αμφισβήτησης του προσαχθέντος εγγράφου που φέρει την υπογραφή του, απογυμνώνει την υπεράσπιση του νομιμοποιητικού ερείσματος. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας· υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Eπισημαίνεται ανωτέρω η ανάγκη προβολής θετικών θέσεων στη στηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση, χωρίς διαζεύξεις και «αοριστολογίες». Χαρακτηρίζεται δε «συζητήσιμη» μια υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη΄΄. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ- ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και το ενώπιον του μαρτυρικό υπόβαθρο που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δεν πληρεί τις προυποθέσεις για να εγκριθεί. Συγκεκριμένα, ως προς το εγερθέν ζήτημα της επίδοσης, διαφάνηκε ξεκάθαρα μέσα από τα επισυναπτόμενα τεκμήρια που υποστηρίζουν την ένσταση, ως επίσης και τα όσα έχουν λεχθεί από τους ενόρκως δηλούντες που υποστηρίζουν την ένσταση και οι οποίοι δεν αντεξετάσθησαν και ούτε έχει ζητηθεί η καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης με αποτέλεσμα το εν λόγω μαρτυρικό υπόβαθρο να παραμείνει αναντίλεκτο , ότι η επίδοση δεν θα μπορούσε να γίνει στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης εταιρείας, διότι η εναγόμενη εταιρεία, με στοιχεία και τεκμήρια που προκύπτουν από την ίδια την εναγόμενη όπως π.χ. ανάρτηση στην ιστοσελίδα της, ότι διεξάγονται εταιρείες στην διεύθυνση όπου έγινε τελικώς η επίδοση. Το γεγονός ότι η εναγόμενη εταιρεία δεν έχει προβεί στις δέουσες ενέργειες για να ενημερωθεί ο Έφορος Εταιρειών για την εν λόγω αλλαγή, όχι μόνο παραβιάζει σχετική νομοθετική πρόνοια του περί Εταιρειών νόμου Κεφ. 113 που προνοεί την υποχρέωση ενημέρωσης σε περίπτωση αλλαγής, αλλά σίγουρα δεν θα μπορούσαν οι εναγόμενοι να επικαλούνται και να προσπαθούν να επωφεληθούν από αυτήν τους την παράλειψη και που εν πάση περιπτώση, παρέμεινε αναντίλεκτη η αναφορά ότι το πρόσωπο στο οποίο έγινε η επίδοση, είναι υπεύθυνος στον τόπο διεξαγωγής της εργασίας της εναγόμενης, ότι ως τέτοιος υποδείχθηκε και παρουσιάστηκε στον επιδότη και γενικά ο ρόλος του και η σχέση του με την εναγόμενη εταιρεία, τον τόπο διεξαγωγής της εργασίας, τα καθήκοντα του και την σχέση του με τον διευθύνοντα σύμβουλο της εναγόμενης και ότι οι εναγόμενοι σίγουρα έλαβαν γνώση της αγωγής. Ως προς την εγερθείσα υπεράσπιση, διαφαίνεται επίσης ξεκάθαρα μέσα από τα επισυναπτόμενα τεκμήρια που υποστηρίζουν την ένσταση, ως επίσης και τα όσα έχουν λεχθεί από τους ενόρκως δηλούντες που υποστηρίζουν την ένσταση και οι οποίοι δεν αντεξετάσθησαν και ούτε έχει ζητηθεί η καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης με αποτέλεσμα το εν λόγω μαρτυρικό υπόβαθρο να παραμείνει αναντίλεκτο , ότι δεν έχει καταδειχθεί υπεράσπιση στο μέτρο που αντιστοιχεί στην υπό εξέταση αίτηση με βάση το πιο πάνω νομοθετικό και νομολογιακό πλαίσιο. Συγκεκριμένα παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία και θέση ότι για το αυτοκίνητο όπου έγινε αναφορά για διπλή χρέωση, αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, διότι διαφάνηκε με την κατάθεση των σχετικών τεκμηρίων τα οποία δεν έχουν αντικρουστεί, ότι έχει εμπλακεί το ίδιο αυτοκίνητο σε δύο διαφορετικά ατυχήματα με διαφορετικές ζημιές οι οποίες είναι εμφανείς με γυμνό μάτι μέσα από τις σχετικές φωτογραφίες που έχουν επισυναφθεί και συνακόλουθα υπήρχε και διαφορετικής φύσεως εργασία για αποκατάσταση των ζημιών, άρα και ποσών επιδιόρθωσης, τα οποία επισυνάφθησαν επίσης ως τεκμήρια τα οποία δεν έχουν αντικρουστεί. Ως προς το ζήτημα της πλαστογραφίας του ενός τιμολογίου ως αυτό έχει προβληθεί, διαφαίνεται επίσης ξεκάθαρα από την αναντίλεκτη μαρτυρία, οι συνθήκες και οι λόγοι κάτω από τις οποίες έχει τεθεί η υπογραφή του δικηγόρου σε αντίγραφο του τιμολογίου. Αν και αυτή η πράξη του δικηγόρου θα μπορούσε να αποφευχθεί διότι δεν αρμόζει στην άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος και επαγγέλματος η υπογραφή επί τεκμηρίων, έστω και για σκοπούς επεξήγησης στον πελάτη τους για το πως θα πρέπει τα τιμολόγια να είναι, εν τούτοις θα μπορούσε ο δικηγόρος κάλλιστα και επαρκώς να επικεντρωθεί στην προφορική επεξήγηση για το πως αυτά μπορούσαν να είναι, χωρίς να προχωρήσει στην υπογραφή ενός τιμολογίου και ακολούθως να παραδώσει και το εν λόγω τεκμήριο σε δικηγόρο του γραφείου του για να κινηθεί αγωγή, επιδεικνύοντας αναμφίβολα αμέλεια για την μη ενημέρωση της δικηγόρου ότι αυτό έχει υπογραφεί από τον ίδιο και την πεποίθηση ότι αυτά δεν θα χρησιμοποιούνταν σε διαδικασία. Εν πάση όμως περιπτώση υπάρχει αιτιολογία για την αναγραφή υπογραφής σε αυτό και δεν καταδεικνύεται οποιαδήποτε πρόθεση και που εν πάση περιπτώση παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη η θέση ότι όλα τα τεκμήρια ήταν ανυπόγραφα σε όλην την διάρκεια της μεταξύ των διαδίκων συνεργασία, λόγω της εμπιστοσύνης που υπήρχε. Αναφορικά με την θέση που προβλήθηκε ότι οι ενάγοντες προέβαιναν σε κακής ποιότητας εργασίες και υπερχρεώσεις, αυτός ο ισχυρισμός όχι μόνο παρέμεινε γενικός, ασαφής και αόριστος, αλλά αντικρούστηκε από την μαρτυρία των εναγόντων η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη, διότι δεν ζητήθηκε η αντεξέταση ή η καταχώρηση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Γενική, ασαφής και αόριστη παρέμεινε επίσης και η αναφορά των εναγομένων για τό ότι θα δώσουν μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία για την φύση της μεταξύ των διαδίκων συνεργασία, διότι όφειλαν να το πράξουν με την υπό εξέταση αίτηση και που εν πάση περιπτώση, παρέμεινε αναντίλεκτη η μαρτυρία των εναγόντων για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκε πιο πάνω, ότι δεν διατηρείτο ο λογαριασμός που αναφέρουν οι εναγόμενοι, ως επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη η θέση των εναγόντων που αφορούν την ύπαρξη υπολοίπου, του τρόπου που πλήρωναν οι εναγόμενοι και τι αυτό αντιστοιχούσε και που αιτιολογεί την ύπαρξη των επίδικων τιμολογίων και την πληρωμή και εξόφληση άλλων μεταγενέστερων. Για τους ίδιους λόγους παρέμεινε αναντίλεκτη και η μαρτυρία των εναγόντων που αντικρούουν την θέση των εναγομένων περί μη αποστολής όλων των τιμολογίων και περί αμφισβήτησης αυτών, παραμένοντας έτσι αναντίλεκτο γεγονός ότι όλα απεστάλησαν, έγιναν αποδεκτά και ζητήθηκε χρόνος για διευθέτηση αυτών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση δεν πληρεί τις προυποθέσεις για έγκριση της, διότι δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος περί μη ενημέρωσης τους, ως επίσης δεν έχει καταδειχθεί υπεράσπιση και συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον των εναγομένων - αιτητών, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.