Βέρα Κάρμιου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Κάρμιου ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Αρ. αγωγής: 5054/2014, 27/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A195 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 5054/2014 Βέρα Κάρμιου, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντα Γεώργιου Κάρμιου Ενάγουσα εναντίον ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:27/4/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα - αιτήτρια: κος Αλέξης Μελάς Για τους εναγόμενους 1 - καθ΄ ων η αίτηση: κ. Μιχάλης Μαστορούδης Για τους εναγόμενους 2 - καθ΄ων η αίτηση: κα Μαρία Φράγκου για Αλέκο Ευαγγέλου Για εναγόμενο 3 - καθ΄ ου η αίτηση: κα Γιάννα Βαλανίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση της, η αιτήτρια ζητά την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης της, με την διαγραφή ισχυρισμών και την προσθήκη άλλων, αναλόγως της περίπτωσης. Χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το ακριβές λεκτικό των ισχυρισμών που προτίθεται η ενάγουσα να εισάξει, οι ισχυρισμοί αφορούν την ιδιότητα και τον ρόλο των εναγομένων 2 και 3, τις δόλιες πράξεις της εναγόμενης 1 και της γνώσης που είχε για την οικονομική εικόνα όπως δικογραφείται και την παράβαση της σχέσης εμπιστοσύνης, παραθέτωντας λεπτομέρειες των πράξεων που καταλογίζει στην εναγόμενη 1, που έχουν ως αντικείμενο την δεινή γενικά οικονομική της κατάσταση και παρ΄ όλα αυτά με τις πράξεις της, αλλά την αποσιώπηση που της καταλογίζει, προέβαινε σε παραπλανητικές δηλώσεις προς τους ελεγκτικούς οίκους και εάν δεν έπραττε αυτά, η ενάγουσα δεν θα είχε την οικονομική ζημιά που υπέστη, ως επίσης για το ζήτημα των αξιογράφων, η εναγόμενη 1 αποσκοπούσε στην άντληση κεφαλαίων με την συμμετοχή ιδιωτών για να εξισορροπήσει την οικονομική της κατάσταση και για να αγοράσει ελληνικά ομόλογα και αποσιώπησε η εναγόμενη 1 τον κίνδυνο που ελλόχευε κα ιπου περιγράφει που αφορά την έκδοση αξιογράφων. Επίσης, η εναγόμενη 1, εμπλέκοντας τους εναγόμενους 2 και 3 που τους καταλογίζει ανοχή και βαριά αμελή εποπτεία και κακή άσκηση εξουσίας των αρχών και αξιωματούχων (όπου και τους καταλογίζει συγκεκριμένες λεπτομέρειες αμέλειας προς αυτόν τον σκοπό, ως επίσης και γνώση και ιδίως επικεντρώνοντας προς την εναγόμενη 2), επιρρίπτοντας όμως ευθύνη και στον εναγόμενο 3 για μη έγκαιρη και αποτελεσματική ενσωμάτωση ευρωπαικής νομοθεσίας και πολιτικής, με σκοπό εξαπάτησης των πιστωτών και με χειραγώγηση της αγοράς, προέβη σε πράξεις που καταγράφονται λεπτομερώς και που οδήγησαν την εναγόμενη 1 σε έκθεση κινδύνου και λήψη ριψοκίνδυνων μέτρων, ως επίσης καταλογίζονται αμελείς πράξεις, απόκρυψη ενεργειών και μη τήρηση ορθών διαδικασιών και νομοθετημάτων, με αποτέλεσμα επίσης η ενάγουσα να μην έχει την δυαντότητα να ενημερωθεί δεόντως και να προστατεύσει τα χρήματα που εμπιστεύθηκε στην εναγόμενη
- Εν κατακλείδι, επιρρίπτει ευθύνη στους εναγόμενους 2 και 3, ότι λόγω της γνώσης τους ή της υποχρέωσης τους να γνωρίζουν λόγω των πράξεων και παραλείψεων τους, ότι έθεταν σε κίνδυνο τους κατόχους αξιογράφων και τους πιθανούς επενδυτές και προσθέτει παρακλητικό στην έκθεση απαίτησης για αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων 2 και
- Νομικό υπόβαθρό της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.9 θ.2,4,5,7,10 και 11, Δ.12, Δ.39, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.2-4 και 9, Δ.63 θ.2, η πρακτική, οι γενικές και συμφυείς του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Ελπίδας Ασσιώτου. H ενόρκως δηλούσα αρχικά προβαίνει σε αναφορά ως προς την προέλευση της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα επίδικα γεγονότα. Ακολούθως, αναφέρει ότι κατά την διάρκεια του καλοκαιριού και μετά από λεπτομερή μελέτη, αξιολόγηση των γεγονότων και των νομικών θεμάτων για σκοπούς ετοιμασίας της ακρόασης και της επεξεργασίας του έγγραφου υλικού που έχει εφοδιαστεί, διαπιστώθηκε ότι η έκθεση απαίτησης χρήζει τροποποίησης για να συμπεριληφθεί όλο το φάσμα γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων και οι προσθήκες είναι σχετικές με τα επίδικα θέματα και τα ιδιάζοντα στοιχεία αυτής, διευκρινίζοντας και εξειδικεύοντας την ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας και του Κράτους για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης αξιογράφων, αλλά και αυτά που διαδραματίσθηκαν μετά τον Μάρτιο του 2013, ως επίσης είναι αναγκαίο να δικογραφηθούν και να δοθεί μαρτυρία για να αποδειχθεί ο δόλιος τρόπος και η εξαπάτηση που έγινε στον ενάγοντα και στο κοινό και να δικαιολογηθούν οι αιτούμενες αξιώσεις και να αποδοθεί πλήρης Δικαιοσύνη. Χαρακτήρισε καλόπιστη την υπό εξέταση αίτηση, η οποία έγινε πριν την ακροαματική διαδικασία για να παρουσιασθεί ορθά η υπόθεση και η άλλη πλευρά δεν θα υποστεί κάποια ζημιά η οποία δεν είναι αποτιμητή σε χρήμα, ενώ εάν δεν εγκριθεί η αίτηση, θα πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα της ενάγουσας, διότι δεν θα μπορούν να παρουσιάσουν πλήρως τις θέσεις και αξιώσεις τους και η αιτούμενη τροποποίηση είναι επιβεβλημένη, διότι έτσι θα συνάδει η απαίτηση με τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης. Η εναγόμενη 1 δεν έφερε ένσταση στην αίτηση, ζήτησε όμως τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση. Η εναγόμενη 2 καταχώρησε ένσταση και προέβαλε συνολικά 11 λόγους ένστασης, οι οποίοι άπτονται της θέσης περί παραγραφής λόγω του χρόνου που διέρευσε από τα επίδικα γεγονότα, την απουσία πλήρωσης των προυποθέσεων για να στηριχθεί η υπό εξέταση σε πραγματικό, νομικό υπόβαθρο και αιτιολογία, στην προηγούμενη γνώση της ενάγουσας πριν την καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, στην μη εφαρμογή της Δ.25 θ. 1 διότι δεν επιδιώκεται τροποποίηση, αλλά δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του εναγόμενου 2, το οποίο διαφέρει ουσιωδώς από την υφιστάμενη, στο ότι μέρος των τροποποιήσεων αφορούν πράξεις και παραλείψεις άλλης αρχής, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι με την τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς, αλλά δημιουργείται πολυπλοκότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ΄ ολοκλήρου ο χαρακτήρας της αγωγής και ότι θα υποστεί ο εναγόμενος 2 ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι όλα συνηγορούν στο να μην εγκριθεί η παρούσα αίτηση. Η ένσταση του εναγομένου 2, έχει ως νομικό έρεισμα πέραν των Δ.1,2,9,12,25 θ.1, 39, 48 θθ.1-4 6 και 9, 59, 63 και 64, την ενδεικτική και όχι περιοριστική παραπομπή σε άρθρα των νόμων περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων 66
(1)/97, περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου 138
(1)/2002, περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66
(1)/2012, ως επίσης και την σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις γενικές, συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της κας Αργυρώς Σάββα, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του εναγομένου 2 και η οποία αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και μιας δικηγόρου στο ίδιο γραφείο, ως επίσης προβαίνει σε μια καθολική άρνηση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, εκτός όπου γίνεται ρητή αποδοχή και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Ακολούθως, γίνεται αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας και περαιτέρω επεξηγεί τους λόγους που θα πρέπει η υπό εξέταση αίτηση να απορριφθεί, έχοντας υπ΄ όψη τον ουσιώδη χρόνο και κατ΄ επέκταση τίθεται ζήτημα παραγραφής με βάση την κείμενη νομοθεσία την οποία και επικαλείται. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η αιτήτρια γνώριζε τα γεγονότα τα οποία επιχειρεί την εισαγωγή τους με την υπό εξέταση αίτηση, δίνοντας παραδείγματα άλλων διαδικασιών και επιπρόσθετα αναφέρει ότι η Δ.25 θ. 1 δεν τυγχάνει εφαρμογής, διότι εδώ δεν πρόκειται για τροποποίηση δικογράφου, αλλά για εισαγωγή αγώγιμου δικαιώματος και γενικά νέας βάσης, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής και η αίτηση τροποποίησης επιδιώκει να εισάξει ισχυρισμούς άσχετους και ασύνδετους με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα τον χαρακτήρα της αγωγής και εγείροντας ζητήματα που αφορούν Αρχή η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, δημιουργόντας ταυτόχρονα πολυπλοκότητα νομικών ζητημάτων. Εν κατακλείδι, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν συντρέχουν οι προυποθέσεις για έγκριση της υπό εξέταση αίτησης και γενικά δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος, τονίζοντας ότι έχουν προβληθεί γενικοί ισχυρισμοί ως προς την αναγκαιότητα και γενικά για το δικαιολογημένο της αίτησης. Ο εναγόμενος 3 καταχώρησε ένσταση και προέβαλε 12 λόγους ένστασης, αιτώντας όμως τα έξοδα σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης, με νομικό υπόβαθρο σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό της εναγόμενης 2, με εξαίρεση την μη επίκληση της νομοθεσίας που αφορά την λειτουργία της εναγόμενης 2 και με προσθήκη στην νομική βάση και χωρίς περιορισμό, συγκεκριμένα άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως επίσης και στο άρθρο 30
(2)
(3)του Συντάγματος. Οι προβαλλόμενοι λόγοι αφορούν την μη στοιχειοθέτηση των προυποθέσεων για έγκριση της αίτησης σε νομικό και πραγματικό επίπεδο και γενικά για την αναγκαιότητα της, έτσι ώστε να διαλευκανθούν τα πραγματικά θέματα, στο ότι εισάγεται νέο αγώγιμο δικαίωμα και όχι τροποποίηση της αγωγής και που θα πρέπει να εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής, ως επίσης ότι δεν υπάρχει συνάφεια των ισχυρισμών που επιδιώκεται η εισαγωγή τους. Ακολούθως εγείρεται ζήτημα παραγραφής, λαμβάνοντας υπ΄ όψη τον ουσιώδη χρόνο που εγείρεται, ως επίσης και γνώσης της αιτήτριας των εν λόγω γεγονότων πριν την έναρξη της αγωγής και την καταχώρηση της υπό εκδίκαση αίτησης, με συνεπακόλουθη την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και στον εκτροχιασμό της διαδικασίας, ως επίσης και επιδίωξη μεταβολής του χαρακτήρα της αγωγής, εκφράζοντας επίσης την θέση ότι με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται βάση αγωγής. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, δεν θα προκληθεί ζημιά στην αιτήτρια, διότι θα μπορεί να προβάλει τις θέσεις της στα πλαίσια νέας αγωγής, ενώ σε περίπτωση έγκρισης της, θα δημιουργηθεί ανεπανόρωτη ζημιά στον εναγόμενο 3. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Κουρουσίδου, δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία αρχικώς προβαίνει σε μια αναφορά για την προέλευση της εξουσιοδότησης της και των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, ως επίσης υιοθετεί τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Η υιοθέτηση των λόγων ένστασης, γίνεται με κάποια διάνθιση, προβαίνοντας σε μια αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας, σε συνδυασμένη αναφορά με τους ισχυρισμούς που ήδη ηγέρθηκαν και με τους ισχυρισμούς που επιδιώκεται η εισαγωγή τους, για να στηριχθούν οι λόγοι ένστασης και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί, πλην όμως θα γίνεται ειδική αναφορά για σκοπούς αξιολόγησης της αίτησης και των ενστάσεων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας μελετήσει με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή την αίτηση και τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, ως επίσης και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων οι οποίες ήταν εμπεριστατωμένες, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δύναται να τύχει έγκρισης. Οι λόγοι ένστασης που έχουν εγερθεί και που αφορούν ισχυριζόμενη παραγραφή αστικών αδικημάτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα θέματα δεν δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για τροποποίηση δικογράφου ως είναι η υπό εξέταση αίτηση, αλλά είναι ένα ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προυποθέσεις της Νομολογίας. Συνεπώς, με την έγκριση της αίτησης, δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα των εναγομένων, διότι θα μπορούν να εγείρουν τα πιο πάνω θέματα σε κατοπινό στάδιο και εάν συντρέχουν οι προυποθέσεις της σχετικής Νομολογίας, να πετύχουν την απόρριψη της αγωγής και συνεπώς, το ίδιο ισχύει και εφαρμόζεται για την προβαλλόμενη θέση ότι οι καταλογιζόμενες πράξεις και παραλείψεις αφορούν Αρχή που δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Σε αντίθεση περίπτωση που δεν εγκρινόταν η αίτηση, θα προκαλείτο ανυπέρβλητο εμπόδιο στην αιτήτρια στο να προβάλει τυς ισχυρισμούς της και συνακόλουθα βλάβη στα έννομα συμφέροντα της. . Επίσης γίνεται αναφορά σε ενστάσεις και ιδίως στην ένσταση του εναγόμενου 3, ότι ο αιτητής κάνει αναφορά σε χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί εάν πράξεις και παραλείψεις έγιναν εντός ή εκτός του χρόνου παραγραφής και αυτός είναι ακόμα ένας επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου όπως το θέμα αφεθεί να αξιολογηθεί μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ή έστω στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προυποθέσεις της Νομολογίας και συνεπώς, θα προκαλείτο ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα, διότι δεν θα μπορούσε να προβάλει ισχυρισμούς που εν μέρει τουλάχιστον δεν έχουν παραγραφεί, ενώ οι εναγόμενοι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί όλες ή μέρος των ισχυριζόμενων πράξεων και παραλείψεων που τους καταλογίζονται, θα έχουν το δικαίωμα να προβάλουν και το ζήτημα της παραγραφής προς όφελος τους. Συνακόλουθα, συμπαρασύρεται και το ζήτημα των ζημιών που ηγέρθηκε από την κα Μαρία Φράγκου και κατά πόσο οι ζημιά είναι συνεχής ή όχι, σε συνδυασμό με τον ουσιώδη χρόνο που εγείρεται και κάνοντας παραπομπή σε σχετική νομολογία, ήτοι το Δικαστήριο κρίνει ότι από την μια η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και κρίνεται με τα δικά της περιστατικά και από την άλλη, το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια αίτηση τροποποίησης και θα ήταν εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να προβαίνει σε ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το βάσιμο ή νόμιμο των οποιωνδήποτε ισχυρισμών ή αξιώσεων που θα πρέπει να εξεταστούν στα πλαίσια της ουσίας της παρούσας αγωγής. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που έχουν εγερθεί και που αφορούν την γνώση της αιτήτριας ως προς τα γεγονότα που επιδιώκεται η προσθήκη τους με το επιχείρημα προηγούμενες διαδικασίες αλλά και του χρόνου που αυτά αφορούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να εξάξει οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών των θέσεων, διότι οι άλλες Δικαστικές διαδικασίες αφορούν άλλους διαδίκους και δεν δεσμεύει την ενάγουσα της παρούσας αγωγής τι ισχυρίζονται άλλοι διάδικοι σε άλλες διαδικασίες, μη λησμονόντας το Δικαστήριο ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, ασχέτως εάν ο ή οι δικηγόρου είναι οι ίδιοι με άλλη ή άλλες διαδικασίες και κατά πόσο εγείρονται τα ίδια ή παρόμοια γεγονότα ή νομικά σημεία. Το Δικαστήριο αξιολογεί την υπό εξέταση αίτηση με βάση τα δικά της δεδομένα και όχι με βάση τα δεδομένα άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν σε άλλα Δικαστήρια και οι οποίες θα εκδικαστούν από τους φυσικούς τους Δικαστές. Η πιο πάνω αξιολόγηση του Δικαστηρίου, αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τους λόγους ένστασης που έχουν συνδεθεί με αυτό το θέμα, όπως είναι οι λόγοι ένστασης για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, την κακοπιστία της και την κατάχρηση της διαδικασίας. Η υπό εξέταση αίτηση δικαιολογείται με βάση το υπόβαθρο που έχει τεθεί, ήτοι ότι κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, εννοώντας προφανώς το καλοκαίρι του 2015, αξιολογήθηκαν όλα τα επίδικα θέματα, γεγονότα και οι νομικές τους προεκτάσεις και με βάση γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση της αιτήτριας και πιο συγκεκριμένα στο γραφείο των δικηγόρων της αιτήτριας. Ναι μεν η αίτηση καταχωρήθηκε τον Νοέμβριο του 2015, εν τούτοις όμως, έχοντας υπ΄ όψη την φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης και των ομολογουμένως πρωτότυπων θεμάτων που εγείρονται, το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε καθυστέρηση που να επιδρά καταλυτικά στην τύχη της αίτησης ή στα δικαιώματα οποιουδήποτε διαδίκου και ούτε έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της εκδίκασης της διαδικασίας ή κακοπιστία ή κατάχρηση της διαδικασίας, έχοντας υπ΄ όψη και την φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης, ως επίσης και το ιστορικό του φακέλλου της διαδικασίας και του χρόνου καταχώρησης των δικογράφων και της υπό εξέταση αίτησης, που δεν είναι απαγορευτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν μη ενδεδειγμένο χρόνο για έγερση της υπό εξέταση αίτησης. Επίσης διακρίνεται μια διασύνδεση των γεγονότων που επιχειρήται η εισαγωγή τους με την υπό εξέταση αίτηση σε συνδυασμό με την έκθεση απαίτησης, διότι η ίδια η ενάγουσα με την προσθήκη των εν λόγω ισχυρισμών και το λεκτικό που καταθέτει ως αιτούμενη τροποποίηση, προβαίνει σε μια αλληλοσύνδεση και αλληλουχία των επίδικων ισχυρισμών και αξιώσεων, ιδίως ως προς το ζήτημα των αξιογράφων και το γεγονός ότι προβάλλονται οι θέσεις ως λόγοι ένστασης ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι άσχετοι με τα επίδικα γεγονότα και θέματα εν΄ όψει και του χρόνου όπου γίνεται αναδρομή, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι θέμα που θα κριθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και αυτό αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την θέση ότι τα εν λόγω γεγονότα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας ξεχωριστής αγωγής. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω κρίση, αναπόφευκτα συμπαρασύρονται και οι λόγοι ένστασης που αφορούν την έγερση νέου αγώγιμου δικαιώματος και ανατροπής και μεταβολής του χαρακτήρα της αγωγής, διότι ακόμα και να συνέβαινε αυτό, δεν είναι απαραίτητα απαγορευτικό με βάση το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο και που εν πάση περιπτώση, αυτό που καταδεικνύεται, είναι η προσθήκη ισχυρισμών και θέσεων με συνεπακόλουθη και την προσθήκη παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, το οποίο όμως διασυνδέεται από τον ίδιο τον αιτητή με την ήδη υπάρχουσα έκθεση απαίτησης. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, έχοντας βεβαίως την φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, θα επηρεάζονταν δραστικά τα δικαιώματα της αιτήτριας, διότι δεν θα μπορούσε να προβάλει την όλη φύση και έκταση της υπόθεσης της, ενώ με την έγκριση της, θα μπορεί να προβάλει τις θέσεις του και οι εναγόμενοι θα μπορούν να αποζημιωθούν με την επιδίκαση υπέρ τους των εξόδων της αίτησης και αυτών που θα προκύψουν και θα μπορούν να τοποθετηθούν εγκαίρως επί της τροποποιημένης αγωγής και που σε αρκετά θέματα έχουν ήδη τοποθετηθεί υπό την μορφή λόγων ένστασης. Επίσης, ως έχει αναφερθεί πιο πάνω, θα μπορούν οι εναγόμενοι να προβάλουν τις θέσεις τους, τόσο με την προώθηση αιτήσεων για προδικασμό νομικών σημείων ή διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, έαν και εφ΄ όσον συντρέχουν οι νομολογιακές προυποθέσεις, ή να πετύχουν την απόρριψη της αγωγής λόγω μη απόδειξης της ή λόγω παραγραφής. Έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για τους λόγους που έχουν προβληθεί από την αιτήτρια για να στηρίξει την υπό εξέταση αίτηση και που είναι εύλογοι, διότι έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης και των νέων στοιχείων που επικαλούνται και των ομολογουμένως πρωτότυπων θεμάτων, γεγονότων και νομικών σημείων, ότι καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της αγωγής. Τα όσα έχουν εγερθεί ως λόγοι ένστασης ότι οι επιδιωκόμενοι προς εισαγωγή ισχυρισμοί είναι μαρτυρία και άσχετα θέματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο παράθεσης μαρτυρίας αλλά παράθεσης γεγονότων, θέσεων και αξιώσεων και το κατά πόσο είναι άσχετα ή όχι, είναι ζήτημα που αφορά την αξιολόγηση που θα γίνει από το Δικαστήριο μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης οι λόγοι ένστασης που έχουν εγερθεί ότι οι πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται αφορούν Αρχή που δεν είναι διάδικος, επίσης είναι ένα θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προυποθέσεις της Νομολογίας. Συνεκτιμώντας λοιπόν το Δικαστήριο τα πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση πληρεί τις προυποθέσεις για την έγκριση της, διότι οι λόγοι που έχουν προβληθεί έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως εύλογους με βάση τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης και οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν για τους λόγους που εξηγήθηκαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση εγκρίνεται και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως η αίτηση, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να καταβληθεί αυθημερόν, τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης από τους εναγόμενους να καταχωρηθούν εντός 25 ημερών από την παράδοση σε αυτούς της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και απαντήσεις στις τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από την από την παράδοση των τροποποιημένων εκθέσεων υπερασπίσεων. Τα έξοδα της αίτησης, ως επίσης και αυτά που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 5/7/2016. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο