← Κύπρος

ΕΛΕΝΗΣ ΤΑΣΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1858/2015, 12/4/2016

ΕΛΕΝΗΣ ΤΑΣΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 1858/2015, 12/4/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A169 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1858/2015 Μεταξύ: ΕΛΕΝΗΣ ΤΑΣΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Ενάγουσας -και- ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενης ........ Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 22.5.2015 12 Απριλίου, 2016 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Σ. Α. Ναθαναήλ. Για την Εναγόμενη-Καθ' ης η αίτηση: κα Δ. Κωνσταντίνου (για Ν. Μουχταρούδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα, μονομερή αίτηση, η οποία, επιδόθηκε στην πλευρά της καθ' ης η αίτηση, χωρίς πρώτα να εκδοθεί οποιοδήποτε διάταγμα, η αιτήτρια ζητά: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου, που να απαγορεύει στην Εναγόμενη/καθ' ης η αίτηση και/ή τους υπάλληλους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες της και/ή άλλως πως, να συνεχίσει την διαδικασία διαιτησίας, στην οποία έχει παραπέμψει, την Ενάγουσα, αναφορικά και/ή σε σχέση με το δάνειο, με αρ. λογαριασμού 7205353-6/9017, ημερ. 4/2/2009, για ποσό €155.000,00, το οποίο η Εναγόμενη παραχώρησε στον Ιορδάνη Κωστέκογλου, ως Πρωτοφειλέτη, ο οποίος ήταν σύζυγος της Ενάγουσας, με εξασφάλιση την εγγραφή υποθήκης επί του ακινήτου της Ενάγουσας με αρ. εγγραφής 0/47270 που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας Πάφου, μέχρι της αποπεράτωση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. B. Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο, να διατάσσεται η Εναγομένη/καθ' ης η αίτηση, όπως διακόψει άμεσα, την διαδικασία διαιτησίας, την οποία έχει αρχίσει εναντίον της Ενάγουσας, αναφορικά και/ή σε σχέση με το πιο πάνω δάνειο ύψους €155.000,00, με αρ. λογαριασμού 7205353-6/9017, ημερ. 4/2/2009, το οποίο έχει παραχωρηθεί από την Εναγόμενη, στον Ιορδάνη Κωστέκογλου, ως Πρωτοφειλέτη, ο οποίος ήταν σύζυγος της Ενάγουσας, με εξασφάλιση την εγγραφή υποθήκης στο ακίνητο της με αρ. εγγραφής 0/47270 που βρίσκεται στο Δήμο Πέγειας Πάφου, μέχρι την αποπεράτωση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο ΚΕΦ.4, άρθρο 9

(2)και
(3), στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο ΚΕΦ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9 και στον (τροποποιητικό αρ.
(2)Νόμο του 1999, Ν.134(Ι)1999, άρθρο 4
(3)), στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ1-4 και 9, Δ.9 και Δ.63 Θ.Θ.1 και 2 και στις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες και πρακτικές του Δικαστηρίου. Από πλευράς γεγονότων πλαισιώνεται από πολυσέλιδη ένορκη δήλωση της ίδιας της αιτήτριας. Μεταξύ άλλων, η αιτήτρια ισχυρίζεται, ότι, περί τις αρχές Φεβρουαρίου 2009 υπέγραψε κάποια έγγραφα - ασυμπλήρωτα και χωρίς την παρουσία οποιοδήποτε μάρτυρα - ούτως ώστε να παραχωρήσει η καθ' ης η αίτηση, δάνειο - για άγνωστο ποσό - στον τότε σύζυγο της, Ιορδάνη Κωστέκογλου (εφεξής ο πρωτοφειλέτης). Τα εν λόγω έγγραφα, τα υπέγραψε, κατόπιν διαβεβαιώσεων αρμόδιων εκπροσώπων της καθ' ης η αίτηση, ότι, επρόκειτο για μία τυπική διαδικασία για να παραχωρηθεί το δάνειο στον πρωτοφειλέτη και πως, η ίδια, δεν θα είχε καμία απολύτως ευθύνη. Με τον τρόπο αυτό, υποθήκευσε το ακίνητο της (αντικείμενο της παρούσας αγωγής), χωρίς η ίδια, να είχε οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή όφελος από την παραχώρηση του δανείου στον πρωτοφειλέτη. Το εν λόγω δάνειο δεν εξυπηρετείται με αποτέλεσμα, η ίδια, να είναι πλέον σε δύσκολη θέση. Θα δρομολογηθεί διαδικασία εκποίησης της υποθήκης, γεγονός που θα αφήσει εκτεθειμένη την ίδια και τα παιδιά της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται, πως, δεν έτυχε καμίας ενημέρωσης για τους κινδύνους που διέτρεχε ως ενυπόθηκος οφειλέτης αλλά και ως εγγυητής του δανείου. Δεν της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις της. Δεν ειδοποιήθηκε για το δικαίωμα της να λάβει νομική συμβουλή. Δεν έγινε οποιοσδήποτε έλεγχος/έρευνα από μέρους της καθ' ης η αίτηση για να διαπιστωθεί, εάν, η από μέρους της παραχώρηση της υποθήκης, ήταν το προϊόν άσκησης αθέμιτης επιρροής επάνω της από τον πρωτοφειλέτη - τότε σύζυγο της. Δεν έγιναν οποιεσδήποτε οχλήσεις προς τον πρωτοφειλέτη, με αποτέλεσμα, απρόσκοπτα, μεταξύ των ετών 2012-2013, να προχωρήσει σε αποξένωση σημαντικής ακίνητης περιουσίας, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί προς αποπληρωμή του δανείου. Περαιτέρω η καθ' ης η αίτηση, δεν έχει εξαντλήσει όλα τα μέτρα που είχε στη διάθεση της εναντίον του πρωτοφειλέτη, παρότι, αυτός, κατέχει ακόμα επ' ονόματι του, ακίνητη περιουσία. Μάλιστα, η καθ' ης η αίτηση, στα πλαίσια της διαιτησίας, έχει στραφεί μόνο εναντίον της, με το πρόσχημα, ότι, δεν ανευρίσκει τον πρωτοφειλέτη. Τελικώς δε, η αιτήτρια αποδίδει στην καθ' ης η αίτηση, δόλο και απάτη, υποστηρίζοντας, ως εκ τούτου, ότι, θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και οι αξιώσεις της να τύχουν χειρισμού και εκδίκασης από το Δικαστήριο. Στον αντίποδα, η καθ' ης η αίτηση, καταχώρισε Ειδοποίηση περί Πρόθεσης Ένστασης (εφεξής η Ένσταση) στην οποία εγείρει τους εξής ειδικούς λόγους ένστασης:
  1. H Αίτηση δεν στηρίζεται σε ορθό και/ή σε υπάρχον νομικό υπόβαθρο και/ή η υφιστάμενη νομοθεσία που επικαλείται η Αιτήτρια δεν προνοεί και/ή προβλέπει θεραπείες όπως αυτές που αιτείται η Αιτήτρια.
  2. Η νομική βάση που επικαλείται η Αιτήτρια δεν προβλέπει αναστολή της εκκρεμούσας διαδικασίας διαιτησίας.
  3. Απουσιάζουν οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου για την έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος και/ή των διαταγμάτων που αιτείται η Αιτήτρια. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια: i. Δεν αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ' ακροατηρίου διαδικασία, ii. δεν αποδεικνύει, έστω εκ πρώτης όψεως, ότι έχει πιθανότητες επιτυχίας στην Αγωγή της και/ή ότι υφίστανται οι αιτίες αγωγής που επικαλείται και/ή ότι έχει αγώγιμα δικαιώματα εναντίον της Εναγομένης και/ή ότι δικαιούται τις θεραπείες που αιτείται, iii. δεν αποδεικνύει ότι είναι απαραίτητη και/ή αναγκαία η έκδοση των ενδιαμέσων διαταγμάτων για να καταστεί δυνατή η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
  4. Η Αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και/ή σκοπεύει στη δημιουργία πολλαπλότητας διαδικασιών, με σκοπό να αποκομίσει οφέλη η Αιτήτρια από την παρακώλυση της διαδικασίας και/ή την χρονοτριβή που επιδιώκει να προκαλέσει.
  5. Η καθυστέρηση και/ή η σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αγωγής και/ή της παρούσας Ενδιάμεσης Αίτησης αποσκοπεί και/ή πλήττει το συνταγματικό δικαίωμα της Εναγομένης σε εξασφάλιση των αστικών της δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου, όπως προβλέπεται στην συμφωνία παραπομπής της διαφοράς των διαδίκων σε διαιτησία.
  6. Η Αιτήτρια δεν λέγει την αλήθεια και/ή δεν προσέρχεται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  7. Η Αγωγή και/ή η Αίτηση δεν στρέφονται εναντίον των προσώπων στα οποία αποδίδει η Αιτήτρια δόλο και/ή απάτη αλλά μόνο ενάντια στην Εναγόμενη, με σκοπό να προκληθεί παρακώλυση της εκκρεμούσας διαιτησίας. Από νομικής πλευράς, η Ένσταση εδράζεται στο άρθρο 30.1 του Συντάγματος, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48, Θ1-3 και Θ4
(1), στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29-32, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, άρθρα 4, 5 και 7, στον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, άρθρα 9 και 20, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο του 1985, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 52, στον Περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμο του 2003 και στις γενικές αρχές και συμφυείς εξουσίες, νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Ένσταση παρατίθεται στην ένορκη δήλωση του κ. Λοίζου Κονόμου, αρμόδιου υπάλληλου της καθ' ης η αίτηση. Μεταξύ άλλων, ο κ. Κονόμου, απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί δόλου και απάτης και διατείνεται, ότι, τηρήθηκαν στο ακέραιο, όλες οι νενομισμένες διαδικασίες για την παραχώρηση του δανείου και την εξασφάλιση του με υποθήκη επί του ακινήτου της αιτήτριας. Εξηγεί μάλιστα, ότι, η αιτήτρια είχε προσωπικές σχέσεις με αξιωματούχους της ΣΠΕ και είναι αυτή που παρουσίασε τον πρωτοφειλέτη, ζητώντας εκ μέρους του πιστωτικές διευκολύνσεις, προσφέροντας ως εξασφάλιση, την υποθήκη επί του επίδικου ακινήτου. Για εγγραφή της υποθήκης - και αφού η καθ' ης η αίτηση στις 30.1.2009 ενέκρινε το δάνειο στον πρωτοφειλέτη - η αιτήτρια, στις 4.2.2009 παρουσιάστηκε στο κτηματολόγιο, υπογράφοντας όλα τα αναγκαία έγγραφα, αφού προηγουμένως ρωτήθηκε από τους λειτουργούς του κτηματολογίου αν αντιλαμβάνεται τους όρους της υποθήκης και τις νομικές συνέπειες αυτής. Την ίδια ημέρα υπεγράφη το δάνειο και παραχωρήθηκαν τα χρήματα στον πρωτοφειλέτη. Όλα, όσα, ισχυρίζεται τώρα η αιτήτρια, είναι το προϊόν εκ των υστέρων σκέψεων, που σκοπό έχουν την αποφυγή των συμβατικών της υποχρεώσεων. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός, ότι, δεν υπέβαλε κανένα παράπονο περί δόλου και απάτης, παρά τις πολλές ειδοποιήσεις που έλαβε. Την παρούσα αγωγή, την καταχώρησε πέντε ολόκληρα χρόνια μετά την παραχώρηση του δανείου και αφού εν τω μεταξύ είναι σε εξέλιξη η διαιτητική διαδικασία εναντίον της. Τούτο, καταδεικνύει και το αλλότριο κίνητρο της αιτήτριας. Για τους λόγους αυτούς - πάντα κατά τον ενόρκως δηλούντα - θα πρέπει η Αίτηση της να απορριφθεί, αφού δεν πληρούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 ούτε και του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Κατά το στάδιο της ακρόασης δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες, με αποτέλεσμα να δοθεί απευθείας ο λόγος στους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες αναπτύσσουν, πράγματι, με ενδελέχεια, τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τις αγορεύσεις αυτές, τις έχω διεξέλθει με κάθε προσοχή Ξεκινώ την εξέταση της ανακύπτουσας διαφοράς από τον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4 και δη το άρθρο 9
(2), το οποίο έχουν επικαλεστεί - κατά κόρον - αμφότερες οι πλευρές. Το άρθρο 9
(2)διαλαμβάνει ως ακολούθως: «Όταν συμφωνία μεταξύ συμβαλλομένων προβλέπει ότι τυχόν διαφορές που δυνατόν να προκύψουν μεταξύ τους στο μέλλον παραπέμπονται σε διαιτησία και σε τέτοια διαφορά που αναφύεται στη συνέχεια εγείρεται το ζήτημα κατά πόσο οποιοσδήποτε από τους συμβαλλόμενους έχει καταστεί ένοχος δόλου, το Δικαστήριο έχει εξουσία, στην έκταση που είναι αναγκαίο όπως το ζήτημα αυτό αποφασιστεί από το Δικαστήριο, να διατάξει όπως η συμφωνία παύσει να ισχύει και να παραχωρήσει άδεια για ακύρωση οποιουδήποτε συνυποσχετικού που έγινε βάσει της συμφωνίας αυτής.» Να σημειώσω, παρενθετικά, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η παραπομπή σε διαιτησία δεν έγινε κατόπιν συνυποσχετικού αλλά δυνάμει Νόμου, ήτοι, του άρθρου 52
(1)και
(2)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Ωστόσο τυγχάνουν και πάλι εφαρμογής οι διατάξεις του Κεφ. 4 (βλ. άρθρο 52
(2)(β)). Στην υπόθεση Ψηλογένη κ.α. ν. Νέα Συνεργατική Εταιρεία Πάνω Πλατρών κ.α.
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 243, το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη απόφαση εξέδωσε διατάγματα, αναφέροντας τα εξής: «Έχουμε την άποψη πως σκοπός του αρ.9
(2)του Κεφ.4 είναι η παροχή διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο να αποτρέπει ή εμποδίζει την διεξαγωγή διαιτησίας σε υποθέσεις στις οποίες εγείρονται θέματα δόλου.» Περαιτέρω παρέθεσε απόσπασμα του συγγράμματος Russel on the Law of Arbitration, (20η έκδοση) όπου στη σελ.148 γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Russell v. Russell [1880] 14 Ch.D.
  1. Εκεί αποφασίστηκε, πως: "In the case where fraud is charged, the Court will in general refuse to send the dispute to arbitration if the party charge with the fraud desires a public inquiry. But where the objection to arbitration is by the party charging the fraud, the Court will not necessarily accede to it, and will never do so unless a prima facie case of fraud is proved." Σε μετάφραση: «Σε υπόθεση όπου διατυπώνεται κατηγορία για δόλο, το Δικαστήριο γενικώς θα αρνηθεί να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία αν ο διάδικος που κατηγορείται για δόλο επιθυμεί δημόσια έρευνα. Πλην όμως όπου η ένσταση στη διαιτησία εγείρεται από το διάδικο που διατυπώνει την κατηγορία για δόλο, το δικαστήριο δεν θα δεχθεί κατ' ανάγκη την ένσταση, και δεν θα το πράξει ποτέ, εκτός αν αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση δόλου.» Η πιο πάνω απόφαση, υιοθετήθηκε από το αγγλικό εφετείο στην Cunningham-Reid and Another v. Buchanan-Jardine [1988] 2 All E.R.
  2. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Πολεμίου
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 242 αναφέρθηκαν σε σχέση με το άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, τα ακόλουθα: «Από το περιεχόμενο της πιο πάνω νομοθετικής πρόνοιας προκύπτει καθαρά ότι τα δικαστήρια δεν έχουν διακριτική ευχέρεια να αναστείλουν μια διαιτητική διαδικασία που βασίζεται στα Άρθρα 52
(1)(α),(β), 52
(2)(β) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και στο Άρθρο 9
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.4, αλλά εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ότι ένας από τους συμβαλλόμενους είναι ένοχος δόλου, έχουν την υποχρέωση να ακυρώσουν τη συμφωνία παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία. Στην παρούσα περίπτωση, έχοντας υπόψη τον ισχυρισμό του εφεσείοντος για την ύπαρξη δόλου, η διαφορά που προέκυψε θα πρέπει να εκδικαστεί από τα Δικαστήρια. Η ύπαρξη κατ' ισχυρισμού δόλου δεν παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να αναστείλει, αλλά αντίθετα υποχρέωση να ακυρώσει τη συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία και τη διαδικασία που ακολουθεί. Η αναστολή δεν θεραπεύει το πρόβλημα αλλά αντίθετα το διαιωνίζει. Τούτο φαίνεται και από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, αφού η τρίμηνη αναστολή που έχει δοθεί για τη λήψη μέτρων από οποιοδήποτε των διαδίκων έχει εκπνεύσει και η διαφορά εξακολουθεί να παραμένει. Αυτός δεν ήταν ο σκοπός του νομοθέτη.» (Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Από τα προαναφερθέντα και ιδιαιτέρως από τα όσα λέχθηκαν στη Χριστοδούλου, είναι πασιφανές, ότι, στον βαθμό που η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 9 του Κεφ.4 - και αν αναλογιστούμε τις αλλεπάλληλες αναφορές σε δόλο και απάτη, σ' αυτό στηρίζεται πρωτίστως - είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Η αιτήτρια δεν ζητά την οριστική διακοπή της διαιτητικής διαδικασίας, αλλά την προσωρινή αναστολή της, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή την έκδοση άλλης διαταγής του Δικαστηρίου. Τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί από το Δικαστήριο. Και τούτο, διότι, με την αναστολή, δεν δίνεται λύση στο πρόβλημα, αλλά αντίθετα διαιωνίζεται και παρέχεται κάλυψη για πολλαπλότητα διαδικασιών. Ακόμα όμως και αν μπορούσε να παρακαμφθεί το άρθρο 9 του Κεφ.4 και το ζήτημα - καθ' υπέρβαση των ζητουμένων θεραπειών από πλευράς αιτήτριας - να αντικριζόταν, αποκλειστικά, υπό το πρίσμα του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν 14/60, επί σκοπού έκδοσης διατάγματος για οριστική διακοπή της διαιτητικής διαδικασίας, πάλι θα αποτύγχανε. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι τρεις. Πρώτον, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία, στοιχείο που απαιτεί απλώς την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. Δεύτερον, η κατάδειξη πιθανότητας επιτυχίας. Επ' αυτού ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση - όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη - να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βεβαία να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ ενάγοντος (βλ. Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466, 474). Τρίτον, να υπάρχει αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσον είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί, με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην εδώ περίπτωση, όπως προανέφερα, η αιτήτρια, περιγραφικά, επικαλείται δόλο και απάτη από μέρους της καθ' ης η αίτηση. Στο νομικό λεξικό Words and Phrases Legally Defined (2η έκδοση) σελ. 127, ο δόλος (fraud) περιγράφεται ως εξής: «The word fraud is used not in any general sense of dishonesty, but as meaning an intentional misrepresentation (or in some cases concealment) of fact made by one party with the intention of inducing another party to act on it, and thereby inducing the other party to act on it to his detriment.» Στην υπόθεση Τσιάρτας κ.α. v. ALOCAY HOLDINGS LTD κ.α.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523, λέχθηκε, ότι, η έννοια του δόλου προσδιορίζεται ως κάτι ανέντιμο, ηθικώς ανάρμοστο, ειδικώς σε απόκτηση χρηματικού οφέλους με άδικα μέσα. Οι ενάγοντες φέρουν το βάρος να αποδείξουν αυστηρά τις λεπτομέρειες δόλου ή τουλάχιστον κάποια ή κάποιες απ' αυτές. Σχετικό είναι και το άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  1. Εδώ, έστω και αν θεωρηθεί, από απλή ανάγνωση του κλητηρίου εντάλματος (το οποίο, σημειωτέο, θα έπρεπε να ήταν γενικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2.Θ.1 και όχι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2.Θ.6), ότι, πληρείται η πρώτη προϋπόθεση, η Αίτηση σκοντάφτει στη δεύτερη προϋπόθεση. Περιγραφικά, τόσο στο δικόγραφο, όσο και στην Αίτηση, γίνεται λόγος για δόλο και απάτη. Επί της ουσίας όμως, προκύπτει, ότι, είναι αμέλεια που αποδίδει η αιτήτρια στην καθ' ης η αίτηση και παράβαση νομοθετικών καθηκόντων και της τραπεζικής πρακτικής (banking practice). Δόλος, υπό την πιο πάνω νομική έννοια, δεν φαίνεται να προκύπτει, πόσο μάλλον να καταδεικνύεται προοπτική επιτυχίας της αγωγής, στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στο πλαίσιο τούτο, χωρίς βέβαια να αξιολογώ ποσώς την μαρτυρία, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι, προκύπτουν και κάποιες σοβαρές ανακολουθίες. Για παράδειγμα, στην παρ.
  2. της Ε.Δ. που συνοδεύει την Αίτηση, γίνεται αναφορά σε υπογραφή ασυμπλήρωτων εγγραφών - χωρίς οποιαδήποτε περιγραφή ή προσδιορισμό των εγγράφων αυτών - δίδοντας, έντονα την εντύπωση, ότι, η αιτήτρια δεν είχε ιδέα τι υπέγραφε εξου και πίστεψε, ότι, επρόκειτο για κάτι εντελώς τυπικό. Στη συνέχεια όμως (παρ.8 και 9), η αιτήτρια, δείχνει να ήξερε τι υπέγραφε (υποθήκη και εγγύηση), ισχυριζόμενη όμως, ότι, δεν της εξηγήθηκαν οι κίνδυνοι, αλλά αντίθετα, της ειπώθηκε, ότι, οι αναλήψεις των υποχρεώσεων αυτών ήταν τυπικές διαδικασίες. Βέβαια, το πόσο πιστευτός, μπορεί να γίνει ισχυρισμός, ότι, η παραχώρηση υποθήκης με την υπογραφή όλων των αναγκαίων εγγράφων ενώπιον του κτηματολογίου, εκλήφθηκε ως μια τυπική διαδικασία, χωρίς συνέπειες για τον ενυπόθηκο δανειστή, είναι ζήτημα που θα κριθεί κατά τη ακρόαση. Μια άλλη θέση της αιτήτριας, η οποία αναιρεί προηγούμενους της ισχυρισμούς, είναι αυτή που αναφέρεται στην παράγραφο 20 της Ε.Δ. Εκεί, η αιτήτρια κάνει λόγο για προσπάθειες και παρακλήσεις της προς την καθ' ης η αίτηση και τον Διαιτητή για εξεύρεση κάποιας λύσης στο θέμα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά υπερβολικές χρεώσεις τόκων. Αντιστρατεύεται βάναυσα της λογικής, από τη μια, η αιτήτρια να επικαλείται δόλο και απάτη σε βάρος της και από την άλλη να διαπραγματεύεται διευθέτηση με τον «θύτη» του δόλου και της απάτης, με πρώτιστο ζήτημα στην ατζέντα, απλά κάποιες υπερχρεώσεις τόκων. Συνεπώς, βρίσκω, ότι, δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, στοιχείο που καθιστά αχρείαστη την ενασχόληση του Δικαστηρίου με την τρίτη προϋπόθεση (βλ. Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Κλείνοντας όμως, θα επισημάνω και κάτι που αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Αν στα πλαίσια της παρούσας αγωγής εκδιδόταν διάταγμα διακοπής της διαιτητικής διαδικασίας, τι θα γινόταν με τις αξιώσεις της καθ' ης η αίτηση σε σχέση με το παραχωρηθέν δάνειο; Προφανώς, θα έπρεπε είτε να καταχωρήσει ξεχωριστή αγωγή, είτε να καταχωρήσει στα πλαίσια της παρούσας, ανταπαίτηση. Θα αναγκαζόταν δηλαδή να ακολουθήσει οδό άλλη από την προβλεπόμενη, στον ειδικό, επί τούτου, Νόμο. Για όλους του πιο πάνω λόγους, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ) ................................. Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.