ΑΝΤΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ν. VUVEK MITTAL κ.α., Αρ. αγωγής: 1577/2010, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A237 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1577/2010 ΑΝΤΡΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Ενάγουσα εναντίον VUVEK MITTAL ΜΙΝΕΡΒΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:27/5/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση: κα Χριστιάνα Συμεού Για εναγόμενους 2 - αιτητές: κα Κωνσταντία Αρκάδη ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους, οι εναγόμενοι 2 αιτούνται την τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης τους, με την προσθήκη προδικαστικής ένστασης, η οποία επικεντρώνεται στο ζήτημα της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, με νομικό έρεισμα την Δ.25 θ.1-6, Δ.9 θ.2 και 10, Δ.12 θ.4, Δ.48 θ.1-9 και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Ευαγγελίας Δημοσθένους. Η ενόρκως δηλούσα προβαίνει σε αναφοορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης. Ακολούθως αναφέρει στο πως διαπίστωσε ότι η επίδικη αξίωση έχει παραγραφεί, έχοντας υπ΄ όψη τον ουσιώδη χρόνο της αγωγής και το πότε αυτή έχει καταχωρηθεί. Αναφέρθηκε στην καταχώρηση της πανομοιότυπης αίτησης σε προηγούμενο στάδιο, όπου το Δικαστήριο (με προηγούμενη σύνθεση, ήτοι άλλος φυσικός Δικαστής) εισηγήθηκε ότι δεν είναι απαραίτητη η τροποποίηση, διότι αν ισχύει η παραγραφή δεν είναι απαραίτητο να δικογραφηθεί, με αποτέλεσμα οι αιτητές να οδηγηθούν στην απόσυρση της αίτησης άνευ βλάβης. Αναφέρει η ενόρκως δηλούσα ότι από το πιο πάνω γεγονός, η συνέχιση της διαδικασίας, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, είναι καταχρηστική (χρησιμοποιώντας και άλλους συναφείς χαρακτηρισμούς) διότι οι εναγόμενοι 2 δεν είναι υπόχρεοι να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό και από την τροποποίηση, δεν θα προκληθεί βλάβη στην ενάγουσα, διότι θα μπορεί να διεκδικήσει οποιαδήποτε δικαιώματα της από τον εναγόμενο 1. Η ενάγουσα καταχώρησε ένσταση, με νομικό έρεισμα την Δ.9 θ.2 και 10, Δ.12 θ.4, Δ.25 θ.1-6, Δ.48 θ.1-9, Δ.64, το άρθρο 30 του Συντάγματος, οι κανονισμοί περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων του 2002 άρθρα 16,21 και 22, η διακριτική ευχέρεια, η πρακτική και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 20 λόγοι ένστασης, οι οποίοι άπτονται και πραγματεύονται στο νόμω και ουσία βάσιμο της αίτησης, στην πλήρωση των νομοθετικών και νομολογιακών κανόνων, στην μη προβολή επαρκών λόγων που δικαιολογούν την τροποποίηση του δικογράφου, στο ιστορικό της διαδικασίας που προηγήθηκε και με την καταχώρηση άλλης πανομοιότυπης αίτησης και που δεν δικαιολογούν την έγκριση της αίτησης εν΄ όψει και της στάσης των αιτητών, στο αργοπορημένο της καταχώρησης της αίτησης, το ότι τα γεγονότα ήταν εις γνώση των αιτητών σε προηγούμενο στάδιο, στην κατάχρηση και κακοπιστία που παρατηρείται, στο μη δεοντολογικό της ενέργειας των αιτητών επειδή θίγονται τα δικαιώματα του εναγόμενου 1, στην πρόκληση βλάβης και αδικίας στα συμφέροντα της ενάγουσας που δεν θα μπορούν να αποκατασταθούν με έξοδα, στην καθυστέρηση που παρατηρείται στην εκδίκαση της υπόθεσης λόγω της υπό εξέταση αίτησης, ως επίσης και στην περιπλοκότητα που θα δημιουργηθεί και στο μη αναγκαίο της τροποποίησης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Αιμιλίας Αιμιλίου, η οποία επίσης προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπό εξέταση αίτησης, υιοθετεί και διανθίζει με περισσότερα γεγονότα τους λόγους ένστασης και προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι είναι αχρείαστη η αιτούμενη τροποποίηση εν΄ όψει της υποχρέωσης των αιτητών να καλύψουν ασφαλιστικά τον εναγόμενο 1, ότι θα έπρεπε το ζήτημα της παραγραφής να απασχολήσει τους αιτητές και τους δικηγόρους τους στο χρονικό σημείο που προσδιορίζει και που είχαν την δυνατότητα να το πράξουν, παρατηρώντας υπέρμετρη καθυστέρηση εν΄ όψει και του ιστορικού της διαδικασίας το οποίο και παρέθεσε. Αναφέρθηκε ότι ενώπιον του προηγούμενου φυσικού Δικαστή συζητήθηκαν όλα τα επίδικα θέματα σε μαι προσπάθεια συμβιβασμού, η οποιαδήποτε εισήγηση του προηγούμενου Δικαστή δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία για τον χειρισμό της υπόθεσης και που εν πάση περιπτώση δεν προβλήθηκε ικανοποιητικός λόγος που να δικαιολογεί την υπό εξέταση αίτηση και ότι υπήρξε προβληματισμός από το Δικαστήριο κατά πόσο μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως το ζήτημα της παραγραφής. Εγείρει επίσης η ενόρκως δηλούσα βλάβη στα συμφέροντα της ενάγουσας εν΄ όψει του ότι προβάλλεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα παραγραφής και ότι ενδεχομένως να ενεργούσε διαφορετικά εάν τίθετο αυτό το ζήτημα ενωρίτερα, ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στην υπό εξέταση αίτηση, κρίσιμο ερώτημα αποτελεί το κατά πόσο είναι απαραίτητη η δικογράφηση της θέσης ότι μια αξίωση έχει παραγραφεί. Επί αυτού του θέματος, έχει διατρίψει εκτενώς ο έντιμος Δικαστής του ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Στ. Ναθαναήλ, όπου και το Δικαστήριο αντλεί διαφώτιση και καθοδήγηση από ομιλία που εκπόνησε στις 31/3/2006 σε διάλεξη στον δικηγορικό σύλλογο Λευκωσίας, ομιλία η οποία είναι ανηρτημένη στην ιστοσελίδα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, από όπου και το πιο κάτω απόσπασμα: ΄΄ Οποτεδήποτε τίθεται θέµα παραγραφής, το ζήτηµα πρέπει να εγείρεται εξειδικευµένα στην υπεράσπιση σύµφωνα και µε τη ∆.19 θ.13, η οποία επιβάλλει την υποχρέωση στον διάδικο να εγείρει στη δικογραφία του όλα τα θέµατα τα οποία δείχνουν ότι η αγωγή ή ανταπαίτηση δεν ευσταθεί µεταξύ των οποίων και οποιαδήποτε περίοδος παραγραφής. Σύµφωνα µε τον Odgers´on Pleadings & Practice, 21η Έκδ., σελ. 180, η ένσταση ότι η αγωγή έχει εγερθεί πολύ καθυστερηµένα πρέπει να εγείρεται µε ειδική αναφορά, έστω και αν η ηµεροµηνία καταχώρισης της αγωγής φαίνεται στο κλητήριο ένταλµα ή την Έκθεση Απαίτησης. Στην Φεσά ν. Κασάπη - πιο πάνω - το Εφετείο είπε ότι το ζήτηµα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από τον διάδικο που επιθυµεί να εγείρει το θέµα. Στην Χ"Στυλλή ν. Papadema
(2000)1 Α.Α.∆. 551, απόφαση του ∆ευτεροβάθµιου Οικογενειακού ∆ικαστηρίου, αποφασίστηκε ότι το θέµα της παραγραφής, εφόσον τίθεται στη δικογραφία, είναι καταλυτικό διότι άπτεται της ίδιας της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του ∆ικαστηρίου να επιληφθεί µιας υπόθεσης και το ∆ικαστήριο πρέπει πρώτα να αποφασίσει επί τούτου. Ως χρόνος έναρξης µιας αγωγής θεωρείται η ηµεροµηνία έκδοσης και καταχώρισης του κλητήριου εντάλµατος και όχι η ηµεροµηνία επίδοσης. Τα ίδια αναφέρονται και στον Bullen & Leake: Precedents on Pleadings, 12η Έκδ., σελ. 638. Γενικά, κάτω από το Limitation Act 1939 της Αγγλίας και κατ΄ αναλογία κάτω από το δικό µας Κεφ. 15, η παραγραφή θεωρείται ότι αφαιρεί µόνο τη θεραπεία του αγώγιµου δικαιώµατος και όχι το ίδιο το δικαίωµα. Με άλλα λόγια, το καθ΄ αυτό δικαίωµα παραµένει αναλλοίωτο και έτσι αν ένας πιστωτής ο οποίος έχει εισπρακτέο χρέος το οποίο έχει κατά τον Νόµο παραγραφεί, έχει άλλο τρόπο να εφαρµόσει την αξίωση του εκτός µε αγωγή ή συµψηφισµό, ο νόµος δεν του απαγορεύει να ανακτήσει το χρέος µε αυτούς τους άλλους τρόπους. Για παράδειγµα, στην Carter v. 18 White
(1883)25 Ch.D. 666, ένας πιστωτής δικαιωµατικά κρίθηκε ότι µπορούσε να κατακρατήσει τις εγγυήσεις που ανήκαν σε ένα εγγυητή, παρά το γεγονός ότι το δικαίωµα του εναντίον του πρωτοφειλέτη είχε χρονικά παραγραφεί. Κατά τον ίδιο τρόπο στην Allen v. Waters & Co
(1935)1 K.B. 200, πρόσωπο το οποίο όφειλε χρέος που δηµιουργήθηκε λόγω της αστικής ευθύνης του εναγοµένου, αλλά το οποίο είχε νοµοθετικά παραγραφεί, µπορούσε να ανακτήσει το ποσό του χρέους ως αποζηµιώσεις σε αγωγή επί του αστικού αδικήµατος. Να σηµειωθεί επίσης ότι αν η παραγραφή θεωρηθεί ότι καλύπτει το αγώγιµο δικαίωµα ή τη θεραπεία, τότε, όπως υπέδειξε και η Φεσσά ν. Κασάπη - πιο πάνω -, το ορθό διατακτικό από το εκδικάζον την υπόθεση ∆ικαστήριο είναι η αναστολή της περαιτέρω διαδικασίας στην υπόθεση και όχι η απόρριψη της αγωγής. Ενδιαφέρον είναι να σηµειωθεί εδώ ότι στην εξέλιξη της διαφοράς των διαδίκων αυτών, στην Κασάπη ν. Φεσσά
(1998)1 Α.Α.∆. 341, λέχθηκε obiter στη σελ. 345, ότι δεν απασχόλησε τον ενδιαφερόµενο διάδικο κατά πόσο µπορούσε να προωθήσει δικονοµικό διάβηµα για άρση της αναστολής αντί να προχωρήσει να καταχωρίσει ταυτόσηµη νέα αγωγή΄΄. Δεν διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο προηγούμενος φυσικός Δικαστής, εξέφρασε τις ερωτήσεις του και τις ανησυχίες του κατά πόσο είναι απαραίτητη η τροποποίηση του δικογράφου για να εισαχθεί το ζήτημα της παραγραφής επειδή είναι δημοσίας τάξης, ως επίσης και το κατά πόσο δεν έχει γίνει αίτηση για προδικασμό νομικού σημείου. Βεβαίως το παρόν Δικαστήριο δεν θα ειπησέλθει σε όσα έχουν διατυπωθεί στα πλαίσια ακρόασης άλλης πανομοιότυπης ένστασης, η οποία τελικώς αποσύρθηκε άνευ βλάβης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο χειρισμός της υπόθεσης από πλευράς αιτητών ως προς αυτό το σκέλος, ήτοι την προώθηση αίτησης τροποποίησης με την προσθήκη ισχυρισμών περί παραγραφής δεν ήταν σταθερός και έγκαιρος, ζήτημα που λαμβάνεται βεβαίως υπ΄ όψη, εν΄ όψει του χρόνου που εγείρεται. Όμως από την στιγμή που η υπόθεση δεν άρχισε με την εκδίκαση της, έστω και την υστάτη, το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι έστω και σε αυτό το στάδιο, εν΄ όψει και της αναγκαιότητας δικογράφησης του ζητήματος της παραγραφής και που έχει ως αποτέλεσμα το δικαιολογημένο της αίτησης. Συνακόλουθα, οι σχετικοί λόγοι ένστασης που σχετίζονται με το ζήτημα του χρόνου έγερσης της υπό εξέταση αίτησης, οι οποίοι συνδέουν και ζητήματα κακοπιστίας, κατάχρησης και γενικά μη δικαιολογημένου της αίτησης δεν γίνονται αποδεκτοί. Βεβαίως, έχει απασχολήσει το Δικαστήριο πάρα πολύ σοβαρά το ζήτημα της επίπτωσης στα έννομα συμφέροντα της ενάγουσας, πλην όμως το ζήτημα της παραγραφής είναι κεφαλαιώδους σημασίας και θα πρέπει να απασχολεί πρωτίστως όλους τους παράγοντες της Δικαιοσύνης, διότι άπτεται της αναγκαιότητας της έγερσης και συνακόλουθα της εκδίκασης μιας υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου και που εν πάση περιπτώση, η ενάγουσα θα αποζημιωθεί στο παρόν στάδιο με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα της δεοντολογίας, τουλάχιστον στο παρόν στάδιο, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αντιδεοντολογική συμπεριφορά, διότι ναι μεν η αίτηση έγινε από τους εναγόμενους 2, πλην όμως η υπεράσπιση είναι κοινή και των δύο από τον ίδιο δικηγόρο και συνεπώς θα δοθούν και οι ανάλογες οδηγίες για τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης των εναγομένων που εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση κρίνεται ως δικαιολογημένη και αναγκαία και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως το Α της αίτησης, τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης να καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να πληρωθεί σήμερα, απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης, τα έξοδα της αίτησης, ως επίσης και αυτά που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση επιδικάζονται υπέρ ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας και η αγωγή ορίζεται για οδηγίες για σκοπούς συμπλήρωσης δικογράφων στις 24/6/2016. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο