NORECOM LTD ν. ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΚΑΡΑΚΗΣ, Αγωγή αρ.: 5216/15, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A245 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5216/15 Αίτηση ημερ.: 28/12/2015 Μεταξύ: NORECOM LTD, εκ Λεμεσού Εναγόντων και ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ ΚΟΚΑΡΑΚΗΣ, εκ Λεμεσού Εναγόμενου -------------------------------------------------- 31/5/2016 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Π. Παυλίδης για Karapatakis Pavlides LLC (κ. Πάτσαλος για ν' ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κα Λαμάρη για Κυριακίδου, Λαμάρη ΔΕΠΕ (κα Κυριακίδου για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμά τους αξιώνουν, μεταξύ άλλων θεραπειών, αποζημιώσεις για διάρρηξη γραπτής συμφωνίας, για παράβαση καθήκοντος εμπιστευτικότητας ή/και καθήκοντος πίστης (duty of fidelity) και για παράνομη χρήση ή/και εκμετάλλευση πληροφοριών ή/και στοιχείων εμπιστευτικής φύσεως. Με την υπό εξέταση αίτησή τους, την οποία καταχώρισαν μονομερώς, αξιώνουν: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει ή και να εμποδίζει τον Καθ' ου η Αίτηση, είτε προσωπικά είτε μέσω οποιουδήποτε άλλου προσώπου, από του να χρησιμοποιεί με οποιοδήποτε τρόπο ή για οποιοδήποτε σκοπό ή και εκμεταλλεύεται ή και δημοσιοποιεί ή και αποκαλύπτει σε οποιοδήποτε πρόσωπο οποιαδήποτε πληροφορία ή και στοιχείο εμπιστευτικής φύσεως (confidential information), το οποίο περιήλθε στη γνώση ή και στην κατοχή του κατά την διάρκεια της εργοδότησης ή και απασχόλησης του από τους Ενάγοντες, συμπεριλαμβανομένων πληροφοριών σε σχέση με το αρχείο πελατών (clients database) και/ή προμηθευτών ή και εκπροσώπων ή και υπηρετών ή και αξιωματούχων ή και λειτουργών των πελατών και/ή προμηθευτών των Εναγόντων ή και πληροφοριών αναφορικά με τις επαγγελματικές δραστηριότητες και/ή συναλλαγές των Εναγόντων και/ή των τραπεζικών λογαριασμών των Εναγόντων και/ή των ελεγχόμενων και/ή συνδεδεμένων και/ή θυγατρικών εταιρειών αυτών και/ή των μετόχων και/ή τελικών δικαιούχων μετόχων των Εναγόντων και/ή των ελεγχόμενων και/ή συνδεδεμένων και/ή θυγατρικών εταιρειών αυτών μέχρι το τέλος της ως άνω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου.» Το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν δικαιολογείτο η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος μονομερώς. Κατόπιν αυτού, οι Αιτητές ζήτησαν χρόνο για επίδοση της αίτησης στον Εναγόμενο, ο οποίος εμφανίστηκε στη διαδικασία και εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία. Ας σημειωθεί ότι με την ίδια αίτηση ζητείτο και η έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και της αίτησης, θεραπεία την οποία παραχώρησε το Δικαστήριο. Η αίτηση τους υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Άρη Παπαδόπουλου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι Αιτητές από το 1999 ασχολούνται με την εμπορία σιδήρου και διάφορων παραγώγων σιδηρομεταλλευμάτων ανά το παγκόσμιο. Οι εργασίες τους αφορούν, μεταξύ άλλων, αγορές προϊόντων απευθείας από τους παραγωγούς, τους οποίους εντοπίζουν σε διάφορες αγορές και, στη συνέχεια, πωλούν τα προϊόντα σε διάφορους αγοραστές. Οι Αιτητές έχουν δημιουργήσει ένα τεράστιο πελατολόγιο παγκοσμίως, έχουν προβεί στη σύναψη πολλών συμφωνιών και προσφορών, διατηρούν μεγάλο όγκο και κύκλο πληροφοριών και πολλά στοιχεία αναφορικά με τους προμηθευτές των εν λόγω προϊόντων, τους παραγωγούς τους, τους αγοραστές, τις τιμές αγοράς/πώλησης, εταιρειών επιθεώρησης, εταιρειών ελέγχου, διαμεταφορών και των συνθηκών αγοράς αναφορικά με την ανωτέρω εμπορική αγορά (trade market), τα οποία έχουν αποθηκευμένα, σε ηλεκτρονική μορφή, στους διακομιστές τους (servers). Κατά την 22/9/2004 οι Αιτητές εργοδότησαν τον Εναγόμενο ως οικονομικό διευθυντή τους (financial manager), δυνάμει γραπτής συμφωνίας, για περίοδο ενός έτους, με αυτόματη ανανέωση κάθε έτος (Τεκμήριο 4). Στη συνέχεια, ο τίτλος του Εναγόμενου τροποποιήθηκε σε επικεφαλής οικονομικών διευθυντή (chief financial officer). Ήταν ρητός όρος της ως άνω συμφωνίας εργοδότησης ότι όλες οι πληροφορίες που θα λάμβανε ο Εναγόμενος κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του στους Αιτητές, θα ήταν εμπιστευτικές και ότι δεν θα τις αποκάλυπτε σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Περαιτέρω, με τον τερματισμό της εργοδότησης του, ο Εναγόμενος είχε την υποχρέωση να παραδώσει στους Αιτητές όλες τις πληροφορίες και/ή έγγραφα που είχε στην κατοχή του και περιήλθαν στη γνώση ή/και στην κατοχή του, κατά τη διάρκεια της εργοδότησής του. Στη διάρκεια της εργοδότησης του Εναγόμενου αναπτύχθηκε μια πολύ καλή φιλική σχέση μεταξύ του Εναγόμενου και του τελικού δικαιούχου των μετοχών των Αιτητών κ. Mahmoud Kaikhosrovi. Κατά το έτος 2009 ο Εναγόμενος ενημέρωσε τους Αιτητές ότι επιθυμούσε να παύσει να εργοδοτείται από αυτούς και ότι θα συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος, αποκλειστικά προς τους Αιτητές, κάτι το οποίο έγινε αποδεκτό. Από το ως άνω έτος και μεταγενέστερα, ο Εναγόμενος πρόσφερε τις υπηρεσίες του στους Αιτητές ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος και όλες ή οι πλείστες από τις πληρωμές στον Εναγόμενο, γίνονταν από τους Αιτητές, μετά από δικές του οδηγίες, είτε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας Minoan International Group Ltd, η οποία είναι εγγεγραμμένη στις Σεϋχέλλες, είτε σε τραπεζικούς λογαριασμούς τρίτων προσώπων. Παρά το ότι ο Εναγόμενος αποφάσισε ότι θα προσέφερε τις υπηρεσίες του στους Αιτητές ως αυτοτελώς εργοδοτούμενος, εντούτοις εξακολουθούσε, ουσιαστικά και de facto, να είναι εργοδοτούμενος των Αιτητών και λάμβανε σταθερό και προκαθορισμένο μισθό για τις υπηρεσίες που πρόσφερε. Ο Εναγόμενος συνέχισε να εργάζεται για λογαριασμό των Αιτητών μέχρι και το 2011 οπόταν, μετά από δική του επιθυμία, τερμάτισε την εργοδότηση ή/και συνεργασία του με τους Αιτητές. Λόγω της πολύ φιλικής σχέσης και της σχέσης εμπιστοσύνης που αναπτύχθηκε μεταξύ του Εναγόμενου και του κ. Kaikhosrovi, ο τελευταίος τοποθέτησε τον Εναγόμενο ως εγγεγραμμένο μέτοχο ή/και διευθυντή σε διάφορες εταιρείες, στις οποίες τελικός δικαιούχος είναι ο κ. Kaikhosrovi, περιλαμβανομένης της εταιρείας M.M.K. Candiac Properties Ltd, η οποία είναι ιδιοκτήτρια ακινήτου στη Λεμεσό, εντός του οποίου ανεγείρεται κατοικία, δυνάμει εγγράφου συμφωνίας. Όλα τα χρήματα, για την αγορά του ως άνω ακινήτου και της ανεγειρόμενης σ' αυτό κατοικίας, έχουν καταβληθεί από τον κ. Kaikhosrovi και/ή από εταιρείες που ελέγχονται άμεσα ή/και έμμεσα από αυτόν. Σε κάποιο στάδιο ο κ. Kaikhosrovi ζήτησε από τον Εναγόμενο να του μεταβιβάσει τις μετοχές της ως άνω αναφερόμενης εταιρείας, όμως ο Εναγόμενος αρνήθηκε να το πράξει. Ως εκ τούτου, ο κ. Kaikhosrovi καταχώρισε εναντίον του Εναγόμενου την αγωγή 4275/15 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, η οποία αφορά διαφορετικό ζήτημα από αυτό της παρούσας αγωγής. Ο Εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα της εργοδότησης του στους Αιτητές, ως επικεφαλής οικονομικός διευθυντής, είχε πλήρη πρόσβαση σε όλα τα αρχεία των Αιτητών, τα οποία βρίσκονταν στους διακομιστές (servers), μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, ο οποίος του είχε παραχωρηθεί στα πλαίσια της εργοδότησης του. Περαιτέρω, είχε γνώση όλων των συμφωνιών, όλων των συναλλαγών και στοιχείων που ήταν αποθηκευμένα στους ως άνω διακομιστές. Όπως διαφάνηκε εκ των υστέρων ο Εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησής του, κατά τη διάρκεια ή/και κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του προέβηκε σε αντιγραφή όλων των ως άνω περιγραφομένων στοιχείων, μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή ο οποίος του είχε παραχωρηθεί, σε προσωπικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή ή/και σε USB ή/και σε άλλο μέσο αποθήκευσης ηλεκτρονικών πληροφοριών και τα μετέφερε εκτός του χώρου διεξαγωγής των εργασιών των Αιτητών. Επίσης, οι Αιτητές ενημερώθηκαν από εξωτερικούς τους συνεργάτες, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την συντήρηση και εύρυθμη λειτουργία των συστημάτων πληροφορικής τους, ότι ο Εναγόμενος, εκτός της αντιγραφής όλων των αρχείων, τα οποία υπήρχαν στους διακομιστές, προέβηκε σε πλήρη διαγραφή (format) όλων των ηλεκτρονικών αρχείων, περιλαμβανομένου του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του (email), από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, ο οποίος του είχε παραχωρηθεί από τους Ενάγοντες. Πέραν των πιο πάνω, ο Εναγόμενος παράνομα και αντισυμβατικά πήρε μαζί του και τα πρωτότυπα νομικά έγγραφα εταιρειών, οι οποίες ελέγχονται ή και συνδέονται με τον τελικό δικαιούχο των Αιτητών. Ο Εναγόμενος επιβεβαίωσε προσωπικά στον κ. Kaikhosrovi την αντιγραφή από αυτόν όλων των ως άνω αναφερομένων στοιχείων, σε συνάντηση που είχαν μεταξύ τους κατά την 12/10/2015, στη Λεμεσό, εκβιάζοντας τον ταυτόχρονα ότι εάν οι Αιτητές δεν του κατέβαλλαν το ποσό των €500.000, το οποίο απαιτούσε ως φιλοδώρημα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε σ' αυτούς, αυτός θα προχωρούσε στη δημοσιοποίηση και/ή αποκάλυψη κάποιων από τις ως άνω πληροφορίες, οι οποίες θα προκαλέσουν ζημιά τόσο στους Αιτητές, όσο και στον κ. Kaikhosrovi ή και στην οικογένειά του. Αρχικά, έγινε πρόταση από τον κ. Kaikhosrovi για καταβολή ποσού €100.000, την οποία ο Εναγόμενος απέρριψε. Ακολούθως, έγινε πρόταση για €150.000, την οποία ο Εναγόμενος επίσης απέρριψε. Περί το τέλος του 2012, με αρχές του 2013, έγινε νέα πρόταση για καταβολή €200.000, την οποία ο Εναγόμενος αποδέχτηκε. Κατά την 12/10/2015 διευθετήθηκε συνάντηση στη Λεμεσό, μεταξύ του Εναγόμενου και του κ. Kaikhosrovi. Στη συνάντηση εκείνη ο Εναγόμενος υπαναχώρησε από τη συμφωνία που είχε επιτευχθεί το 2013 και παρουσίασε τη θέση ότι οι μετοχές στην εταιρεία M.M.K. Candiac Properties Ltd είναι δικές του και κατ' επέκταση η κατοικία που ανήκει στην ως άνω εταιρεία είναι επίσης δική του. Ανέφερε επίσης ότι δεν είχε υποχρέωση να μεταβιβάσει τις ως άνω μετοχές, εκτός εάν εισέπραττε το ποσό του €1.000.
- Στη διάρκεια της συνάντησης ο Εναγόμενος μείωσε το ποσό που απαιτούσε σε €500.000, το οποίο επίσης δεν έγινε αποδεκτό από τον κ. Kaikhosrovi. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος, στην ως άνω συνάντηση εκβίασε και απείλησε τον κ. Kaikhosrovi ότι έχει στην κατοχή του διάφορα έγγραφα και πληροφορίες, τις οποίες πήρε από τους Αιτητές, πριν την αποχώρηση του, οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν ζημιά τόσο στον κ. Kaikhosrovi και στην οικογένεια του, όσο και στους Αιτητές, αφήνοντας ξεκάθαρα να νοηθεί ότι αν δεν του καταβαλλόταν το ποσό των €500.000, θα χρησιμοποιούσε τα εν λόγω έγγραφα ή/και πληροφορίες, με σκοπό να πλήξει τον κ. Kaikhosrovi και τους Αιτητές. Ο λόγος για τον οποίο ο Εναγόμενος προέβηκε στην αντιγραφή των αρχείων των Αιτητών αφορούσε την ισχυριζόμενη και αδικαιολόγητη απαίτησή του για την καταβολή προς αυτόν φιλοδωρήματος ύψους €1.000.000, για τις υπηρεσίες που προσέφερε στους Αιτητές. Το ίδιο ισχύει και για τη μη μεταβίβαση των μετοχών της εταιρείας M.M.K. Candiac Properties Ltd. Παρά το ότι η αντιγραφή των ως άνω αρχείων περιήλθε στη γνώση των Αιτητών από το 2011, εντούτοις, λόγω των πολύ καλών σχέσεων που διατηρούσε ο Εναγόμενος με τον κ. Kaikhosrovi, ακόμα και μετά που ο Εναγόμενος εγκατέλειψε την εργασία του, οι Αιτητές δεν πίστευαν ότι τα αρχεία και/ή οι πληροφορίες τους διέτρεχαν οποιοδήποτε κίνδυνο, ούτε και πίστευαν ότι ο Εναγόμενος θα τα χρησιμοποιούσε για αλλότριους σκοπούς ή για να τους εκβιάσει, με σκοπό να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Για το λόγο αυτό οι Αιτητές δεν προχώρησαν ενωρίτερα σε διαβήματα, αναφορικά με την παράνομη και/ή αντισυμβατική αντιγραφή των ως άνω αρχείων τους. Εν όψει όμως της απειλής στην οποία προέβηκε ο Εναγόμενος, κατά τη συνάντηση της 12/10/15, οι Ενάγοντες συνειδητοποίησαν πλέον ότι ο Εναγόμενος έχει πρόθεση να εκμεταλλευτεί τα ως άνω αρχεία τους, με σκοπό να αποκομίσει οικονομικό όφελος μέσω εκβιασμών, είτε από τους Αιτητές, είτε να τα πωλήσει σε ανταγωνιστές τους, με αποτέλεσμα να επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά στους Αιτητές, εφόσον πραγματοποιήσει την απειλή του. Η ζημιά την οποία θα υποστούν οι Αιτητές στην περίπτωση αυτή θα είναι τεράστια, καθότι θα πληγεί ανεπανόρθωτα ο κύκλος των εργασιών τους και ενδεχόμενα να οδηγηθούν ακόμα και σε αναστολή ή και κλείσιμο των εργασιών τους, καθότι θα αποκαλυφθούν οι προμηθευτές τους, οι τιμές στις οποίες αγοράζουν και πωλούν τα προϊόντα με τα οποία εμπορεύονται, το κέρδος που έχουν από κάθε συναλλαγή, οι συνεργάτες τους σε διάφορες χώρες ανά το παγκόσμιο και γενικότερα ο τρόπος και η τεχνογνωσία τους αναφορικά με το πώς διεξάγουν τις εργασίες τους. Υπάρχει, δε, σοβαρός κίνδυνος ο Εναγόμενος να υλοποιήσει την ως άνω απειλή του, λόγω και της καταχώρισης της αγωγής 4275/
- Ο Εναγόμενος με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του, την οποία καταχώρησε, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η αίτηση ημερομηνίας 28/12/2015 είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη και χωρίς πραγματικό νομικό έρεισμα.
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ημερομηνίας 28/12/2015 είναι παράτυπη και αντικανονική σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Χωρίς επηρεασμό της παρούσας ένστασης, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρεται και/ή δεν συγκεκριμενοποιείται η πηγή γνώσης του ενόρκως δηλούντα με αποτέλεσμα να είναι παράτυπη.
- Η αίτηση των Εναγόντων υποβλήθηκε πολύ καθυστερημένα και ουδείς λόγος και/ή ουδείς βάσιμος λόγος προβλήθηκε από τους Ενάγοντες που να δικαιολογεί την υπέρμετρη καθυστέρηση εννέα ολόκληρων ετών.
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η αίτηση των Εναγόντων δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης του.
- Η πραγματική πρόθεση των Εναγόντων έγκειται στην χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή οι Ενάγοντες προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή η αίτηση των Εναγόντων είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides).
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Οι προϋποθέσεις που απαιτούνται από τα Άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται.
- Οι Ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους τους και/ή απέτυχαν να αποδείξουν ότι είναι δίκαιο και/ή θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι θεραπείες τις οποίες επιζητούν με την αίτηση τους ποσώς δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ιδιαίτερα μετά την πάροδο 9 ετών από την αποχώρηση του Καθ' ου η Αίτηση.
- Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει επαρκώς την εμπλοκή του Εναγόμενου τόσο στην κατοχή όσο και στην επεξεργασία τέτοιων πληροφοριών κατά τρόπο που να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Οι Ενάγοντες με την μαρτυρία που προσκόμισαν απέτυχαν να καταδείξουν ισχυρή και/ή έστω απλή αιτία αγωγής έτσι ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
- Δεν αποκαλύπτεται πιθανότητα ανεπανόρθωτης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, ούτε αποκαλύπτεται ή/και πιθανολογείται βασίμως οιαδήποτε πιθανότητα πραγματικής δυσκολίας ή/και αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
- Η μαρτυρία υπέρ των Εναγόντων είναι πρόδηλα αστήριχτη ώστε κανένα λογικό Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί σε αυτή προς τον σκοπό έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και/ή βασικά συστατικά στοιχεία έκδοσης αυτού απουσιάζουν ώστε η αίτηση των Εναγόντων δέον να απορριφθεί.
- Δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη πιθανότητας οι Ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία ή ότι έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως αγωγή.
- Οι Ενάγοντες απέτυχαν να καταδείξουν την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς στην περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν και εν πάση περιπτώσει η απαίτηση τους ως παρουσιάζεται δεν συνιστά μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση που να δικαιολογεί την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων.
- Το αιτούμενο διάταγμα είναι σε τέτοιο βαθμό αόριστο και γενικό κατά τρόπο που συνιστούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court).
- Δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
- Η έκταση και η γενικότητα του αιτούμενου διατάγματος είναι αντισυνταγματική αφού περιορίζει ανεπίτρεπτα την συνταγματική επιταγή του ελεύθερου επαγγέλματος και εμπορίου ιδιαίτερα μετά την πάροδο 9 ετών από την εργοδότηση του Καθ' ου η Αίτηση από τους Ενάγοντες.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρει τα ακόλουθα: Ανήκε στο εργατικό δυναμικό των Αιτητών από 18/10/2004 μέχρι 31/7/
- Οι Αιτητές εσκεμμένα ισχυρίζονται ότι η εργοδότηση του τερματίστηκε δύο χρόνια μετά, συγκεκριμένα κατά το 2009, χωρίς καν να αναφέρουν την ακριβή ημερομηνία, με σκοπό να τον αποκλείσουν από τη διεκδίκηση των οφειλομένων σε αυτόν ποσών. Από 1/8/2007 έπαυσε να είναι εργοδοτούμενος των Αιτητών, αλλά εργαζόταν βάσει μηνιαίας αμοιβής (retainer fee), επιπλέον δε εργαζόταν και αλλού, γεγονός το οποίο ήταν σε γνώση των Αιτητών και του κ. Kaikhosrovi. Κατά το Μάρτιο του 2011 διέκοψε τη συνεργασία του με τους Αιτητές. Στον ισχυρισμό των Αιτητών ότι ως επικεφαλής οικονομικός διευθυντής είχε πλήρη πρόσβαση σε όλα τα αρχεία τους, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ο οποίος του είχε παραχωρηθεί, αντιπαραβάλλει ότι όλα τα αρχεία των Αιτητών ήταν ανοιχτά και προσβάσιμα σε όλους τους υπαλλήλους και συνεργάτες του ομίλου. Αρνείται ότι κατά τη διάρκεια ή και κατά τον τερματισμό της εργοδότησης του προέβηκε σε αντιγραφή οποιωνδήποτε πληροφοριών από τους διακομιστές των Αιτητών. Παραδέχεται ότι κατά την 12/10/15 συναντήθηκε με τον κ. Kaikhosrovi, αρνείται όμως ότι του επιβεβαίωσε ότι αντέγραψε τις πιο πάνω πληροφορίες από τους διακομιστές των Αιτητών κατά το χρόνο της αποχώρησης του από αυτούς, όπως επίσης και το ότι τον εκβίασε ότι εάν οι Αιτητές δεν του κατέβαλλαν το ποσό των €500.000, θα προχωρούσε στη δημοσιοποίηση και/ή αποκάλυψη των ως άνω πληροφοριών. Διερωτάται δε τι πληροφορίες ήταν αυτές ώστε να αξίζουν, σύμφωνα με τον ισχυρισμό των Αιτητών, €1.000.000 ή €500.
- Περαιτέρω, οι ως άνω πληροφορίες καμιά πλέον εμπορική αξία έχουν, μετά την πάροδο τόσων χρόνων. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι με τον τερματισμό της εργοδότησης του παρέδωσε στους Αιτητές ό,τι εμπιστευτικό έγγραφο είχε στην κατοχή του, συμφώνως των εσωτερικών κανονισμών των Αιτητών και της συμβατικής του υποχρέωσης. Οι Αιτητές, με παραπλανητικό αλλά και δόλιο τρόπο προσπαθούν να αποφύγουν την υποχρέωση τους για την καταβολή της συμφωνηθείσας προς αυτόν αμοιβής. Παραδέχεται ότι πήρε το ποσό των U.S.$80.000, από τον κ. Kaikhosrovi, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό ήταν μέρος της συμφωνηθείσας αμοιβής, όπως και η ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής 4275/
- Ουδέποτε τέθηκε ζήτημα μεταβίβασης των μετοχών του που κατέχει στην εταιρεία M.M.K. Candiac Properties Ltd, προς τον κ. Kaikhosrovi. Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 2, 4, 5 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32,στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2 Θ.2, Δ.5 Θ.1, 9, 10, Δ.5Α, Δ.48, Θ.1, 2, 3, 4, 7, 8
(1), (a1), (
- e)και (
- f)και 9, στην σχετική με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων νομολογία, επί των αρχών του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και των συμφυών εξουσιών, διακριτικής ευχέρειας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης του είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Ένα από τα ζητήματα που εγείρει ο Εναγόμενος στους λόγους ένστασης του είναι ότι η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Προβάλλει, ακόμα, ότι δεν αναφέρεται σ' αυτήν ή/και δεν συγκεκριμενοποιείται η πηγή γνώσης του ενόρκως δηλούντα, με αποτέλεσμα να είναι παράτυπη. Εν πρώτοις, θα πρέπει να επισημάνω ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος (In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319). Όμως, προβάλλει ως αρχή της νομολογίας μας ότι απαιτείται η παροχή κάποιας επεξήγησης ως προς το γιατί ο ομνύων είναι δικηγόρος και όχι διάδικος ή άλλο πρόσωπο, εκεί όπου δεν προκύπτει, υπό τις περιστάσεις, ένας εμφανής, καλός λόγος, όπως η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες, οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. (Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82). Στην υπό εξέταση υπόθεση είμαι ικανοποιημένος ότι αναφέρεται με επάρκεια ο λόγος για τον οποίο η ένορκη δήλωση γίνεται από τον κ. Παπαδόπουλο και όχι από τον τελικό δικαιούχο των Αιτητών. Όπως ειδικότερον αναφέρεται, ο λόγος είναι η απουσία του κ. Kaikhosrovi στο εξωτερικό. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο κ. Παπαδόπουλος στην παράγραφο 1 της ενόρκου δηλώσεως του αποκαλύπτει την πηγή των πληροφοριών του. Όπως ειδικώτερα αναφέρει, γνωρίζει τα γεγονότα από πληροφορίες που πήρε από τον τελικό δικαιούχο των Αιτητών, τον εγκεκριμένο ελεγκτή των Αιτητών Γιώργο Παπαχριστοφόρου, καθώς και από τα διάφορα έγγραφα τα οποία τους παρέδωσαν οι Αιτητές ή/και οι αντιπρόσωποι τους. Συνεπώς, είμαι της άποψης ότι υπάρχει πλήρης συμμόρφωση του ενόρκως δηλούντα με την Δ.39
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Εν όψει των όσων αναφέρω αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο υπό σχολιασμό λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. Θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα, με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Μετά από μελέτη του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό περιέχει αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα, όπως η αξίωση για αποζημιώσεις λόγω διάρρηξης γραπτής συμφωνίας, για παράβαση καθήκοντος εμπιστευτικότητας ή/και καθήκοντος πίστης (duty of fidelity) ή/και για παράνομη χρήση και εκμετάλλευση πληροφοριών και επαγγελματικών μυστικών των Εναγόντων καθώς και για δόλο ή/και ιδιοποίηση ή/και παράνομη κατακράτηση. Αναφορικά με την ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. Παπαδόπουλου, ότι ο Εναγόμενος, κατά παράβαση της συμφωνίας εργοδότησης του, προέβηκε σε αντιγραφή των πληροφοριών και στοιχείων, τα οποία περιγράφονται στην ως άνω ένορκη δήλωση, από τους διακομιστές (servers) των Αιτητών, μέσω του ηλεκτρονικού υπολογιστή ο οποίος του είχε παραχωρηθεί για σκοπούς της εργασίας του. Εν πρώτοις, θα πρέπει να αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου επισυνάπτεται η συμφωνία εργοδότησης του Εναγόμενου, ημερομηνίας 22/9/2004 (Τεκμήριο 4). Βάσει του όρου 6[1] της υπό αναφορά συμφωνίας, ο Εναγόμενος δεσμεύεται ότι δεν θα αποκαλύψει ή επιτρέψει όπως αποκαλυφθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο, οποιαδήποτε πληροφορία σχετιζόμενη με την τεχνολογία της Ενάγουσας, την τεχνογνωσία της, τις επιχειρηματικές της δραστηριότητες, τα οικονομικά της ή σχετιζόμενη με θυγατρικές της εταιρείες, προμηθευτές, ή πελάτες της. Ο Εναγόμενος, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ισχυρίζεται ότι δεν διευκρινίζεται στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου το είδος, η έκταση ή/και η φύση των πληροφοριών που αντέγραψε, με αποτέλεσμα να γίνονται εικασίες για την ταυτότητα τους. Δεν θα συμφωνούσα με τον ως άνω ισχυρισμό. Είμαι της άποψης ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου προσδιορίζεται με ικανοποιητική επάρκεια και σαφήνεια το είδος των πληροφοριών και των στοιχείων τα οποία φέρεται να αντίγραψε ο Εναγόμενος. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην παράγραφο 29 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Παπαδόπουλου, ο Εναγόμενος προέβηκε σε αντιγραφή όλων των εμπιστευτικών και απόρρητων αρχείων και πληροφοριών των Αιτητών, οι οποίες αφορούν όλους τους πελάτες, όλους τους προμηθευτές, όλες τις πηγές, όλους τους συνεργάτες, όλα τα δεδομένα που αφορούν ανταγωνιστικές εταιρείες, επικοινωνίες με τράπεζες, καθώς και λοιπές πληροφορίες που σχετίζονται με τον τρόπο εργασίας και/ή τεχνογνωσίας των Αιτητών, στα οποία περιλαμβάνονται συμφωνίες, αρχεία συναλλαγών, παραγγελιών, έργων, λογιστικών πληροφοριών, προσωπικών πληροφοριών του τελικού μετόχου των Αιτητών, καθώς και των θυγατρικών και/ή μητρικών και/ή συνδεδεμένων εταιρειών. Επιπρόσθετα, αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος, αποχωρώντας από τη θέση του, πήρε μαζί του και τα πρωτότυπα νομικά έγγραφα εταιρειών, οι οποίες ελέγχονται και/ή συνδέονται με τον τελικό δικαιούχο των Αιτητών, οι οποίες συμμετέχουν σε έργο στην Κύπρο, που αποτελούν, μεταξύ άλλων, το αντικείμενο της διαφοράς στην αγωγή με αρ. 7245/15, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Αναμφίβολα δε, όλες οι ως άνω περιγραφόμενες πληροφορίες εμπίπτουν στις πληροφορίες για τις οποίες υπάρχει η απαγόρευση αποκάλυψης τους, βάσει του όρου 6 της σύμβασης εργοδότησης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εναγόμενου στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι ενώ οι Ενάγοντες στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους αξιώνουν αποζημιώσεις για δόλο και απάτη, εντούτοις σε κανένα σημείο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση γίνεται αναφορά σε δόλο ή απάτη. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο. Υπογραμμίζω ότι στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου υπάρχει ισχυρισμός ότι ο σκοπός για τον οποίο ο Εναγόμενος προέβη στην αντιγραφή των ως άνω αρχείων ήταν για να είναι σε θέση να εκβιάσει τους Αιτητές, ώστε να λάβει τα χρήματα που απαιτούσε. Αναμφίβολα, από τον αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο ισχυρισμό διαφαίνεται ο ισχυριζόμενος δόλος του Εναγόμενου. Όσον αφορά τη θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εναγόμενου ότι οι Αιτητές δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν ζήτημα παράβασης σύμβασης στο κλητήριο ένταλμα, εννιά χρόνια μετά που η σύμβαση τερματίστηκε, θα πρέπει να επισημάνω ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλώσεως του κ. Παπαδόπουλου, ο Εναγόμενος αποχώρησε από τη θέση του το 2011. Επιπλέον, σύμφωνα με τον όρο 6 της συμφωνίας εργοδότησης του Εναγόμενου, η υποχρέωση για μη αποκάλυψη από τον Εναγόμενο των αναφερόμενων στον όρο αυτό πληροφοριών επεκτείνεται και σε χρονικό διάστημα μετά τη λήψη της συμφωνίας. Υποστηρίζεται, ακόμα, στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εναγόμενου ότι, ακόμα και στην περίπτωση που υπήρξε παράβαση της σύμβασης εργοδότησης από πλευράς Εναγόμενου, δεν έχει παρουσιαστεί ίχνος μαρτυρίας ότι οι Αιτητές έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της ως άνω παράβασης. Είναι ορθό ότι οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου παραδέχονται ότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζουν κατά πόσο ο Εναγόμενος έχει ήδη χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε πληροφορία ή άλλο στοιχείο που αντέγραψε και σε ποιο μέγεθος το έχει πράξει. Γι' αυτό άλλωστε μια από τις αξιώσεις του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος είναι η έκδοση διατάγματος για αποκάλυψη από τον Εναγόμενο λογαριασμού με όλα τα εισοδήματα που εισέπραξε ως αποτέλεσμα της εκμετάλλευσης των ληφθεισών από αυτόν πληροφοριών. Πιστεύω όμως ότι η αποτίμηση οποιασδήποτε ζημιάς, την οποία τυχόν έχουν υποστεί οι Αιτητές είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί σε τελικό στάδιο και όχι στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο Εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση αρνείται όλα όσα του καταλογίζονται από τους Αιτητές. Όμως, θα πρέπει να επισημάνω ότι το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν θα προβεί σε εις βάθος εξέταση και αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών, ώστε να καταλήξει σε τελικά ευρήματα (Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολ. Έφεση αρ. 145/2011, ημερομηνίας 13/6/2013). Είναι αρκετό, κατά την άποψη μου, για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, το ότι οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει επαρκές και ικανοποιητικό μαρτυρικό υλικό, το οποίο καταδεικνύει την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους, εναντίον του Εναγόμενου. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32. Όπως είναι νομολογημένο, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & Ch Mitsingas Tr. Ltd. κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Στις περιπτώσεις που η φύση της ζημιάς είναι τέτοια που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, ή δεν τίθεται ζήτημα δυσκολίας η αδυναμίας στον τελικό υπολογισμό της, το αιτούμενο διάταγμα δεν πρέπει να εκδίδεται (ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255). Ο κ. Παπαδόπουλος στην ένορκη του δήλωση υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που ο Εναγόμενος προβεί στη δημοσιοποίηση των ως άνω παρανόμως ληφθεισών πληροφοριών, οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά, για το λόγο ότι θα πληγεί ο κύκλος των εργασιών τους και ενδεχόμενα να οδηγηθούν ακόμα και σε αναστολή ή/και κλείσιμο των εργασιών τους, για τον λόγο ότι θα αποκαλυφθούν οι προμηθευτές τους, οι τιμές στις οποίες αγοράζουν και πωλούν τα προϊόντα με τα οποία εμπορεύονται, το κέρδος που υλοποιούν από κάθε συναλλαγή, τα ονόματα των συνεργατών τους σε διάφορες χώρες παγκοσμίως και γενικότερα ο τρόπος και η τεχνογνωσία τους αναφορικά με το πώς διεξάγουν τις εργασίες τους. Από τα όσα αναφέρονται, αμέσως πιο πάνω, προκύπτει ξεκάθαρα ότι θα είναι δύσκολος ο τελικός υπολογισμός της ζημιάς που θα υποστούν οι Ενάγοντες, σε περίπτωση που ο Εναγόμενος πραγματοποιήσει τις απειλές του. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, ειδικά δε τον κίνδυνο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στους Αιτητές, ο υπολογισμός της οποίας θα είναι δύσκολος σε τελικό στάδιο, καταλήγω ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Οι Καθ' ων η Αίτηση στους λόγους ένστασης τους υποστηρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Ltd. a.o.
(2002)1 A.A.Δ.(Γ) 2015, επαναλαμβάνονται οι αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία αναφορικά με τον παράγοντα καθυστέρηση. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες. Αναμφίβολα, ο παράγοντας χρόνος είναι συνειφασμένος με το κατεπείγον του αιτήματος καθώς και τη διατήρηση του status quo ante. Η νομολογία μας καταδεικνύει ότι μια μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση προσφυγής στη δικαιοσύνη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υπόθεση του Ενάγοντα (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788). Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην υπό εξέταση υπόθεση το αιτούμενο διάταγμα δεν παραχωρήθηκε μονομερώς, με αποτέλεσμα η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, χωρίς να μειώνεται ο ρόλος που διαδραματίζει, να μην έχει τις ίδιες επιπτώσεις όπως στις περιπτώσεις παραχώρησης της αιτούμενης θεραπείας μονομερώς. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση του κ. Παπαδόπουλου παραδέχονται ότι είχαν ενημερωθεί από το 2011, συγκεκριμένα μετά την αποχώρηση του Εναγόμενου, για την αντιγραφή των ως άνω αναφερθεισών πληροφοριών. Όμως δικαιολογούν επαρκώς, κατά την άποψη μου, την καθυστέρηση τους στη λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του Εναγόμενου. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην παράγραφο 45 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Παπαδόπουλου, λόγω των πολύ καλών σχέσεων που ο Εναγόμενος διατηρούσε με τον τελικό δικαιούχο των Εναγόντων, ακόμα και μετά που εγκατέλειψε την εργασία του, μέχρι και τον Οκτώβριο του 2015, οι Αιτητές δεν πίστευαν ότι τα αρχεία τους και οι πληροφορίες που λήφθηκαν από τον Εναγόμενο διέτρεχαν οποιοδήποτε κίνδυνο, ούτε πίστευαν ότι ο Εναγόμενος θα τις χρησιμοποιούσε για να τους πλήξει ή για να τους εκβιάσει, με σκοπό να αποκομίσει οικονομικό όφελος. Συνειδητοποίησαν ότι ο Εναγόμενος είχε πρόθεση να εκμεταλλευτεί τα ως άνω ληφθέντα αρχεία κατά την συνάντηση του Εναγόμενου με τον τελικό δικαιούχο των Αιτητών, η οποία πραγματοποιήθηκε τις 12/10/2015, κατά την οποία ο Εναγόμενος απείλησε ότι είχε πρόθεση να εκμεταλλευτεί τα αρχεία των Εναγόντων, σε περίπτωση που οι Αιτητές δεν ικανοποιούσαν την απαίτηση του για παραχώρηση φιλοδωρήματος ύψους €500.000. Επιπρόσθετα, παρέχεται επαρκής επεξήγηση από τους Ενάγοντες για τον διαρρεύσαντα χρόνο από της ως άνω συνάντησης μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην παράγραφο 50 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Παπαδόπουλου, οι Αιτητές προσπαθούσαν να εντοπίσουν όλα τα σχετικά έγγραφα και στοιχεία, αναφορικά με τον Εναγόμενο και τις συνδεδεμένες με αυτόν εταιρείες του, με σκοπό την καταχώριση της αγωγής 4275/15 και της καταχώρισης της αίτησης για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, στα πλαίσια της ως άνω υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει, αυτό το οποίο θα ήθελα να αναφέρω είναι ότι οι 2 ½ περίπου μήνες που διέρρευσαν από την ως άνω συνάντηση μέχρι την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης δεν μπορούν να θεωρηθούν ως μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να επιδράσουν αρνητικά στην παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Εν όψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, δεν θα μπορούσα να αποδεχθώ τον λόγο ένστασης του Εναγόμενου, ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, έχω να αναφέρω ότι και αυτό γέρνει προς την πλευρά των Αιτητών. Είμαι της άποψης ότι η αδικία που θα προκληθεί σ' αυτούς από τη μη έκδοση του διατάγματος θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ζημιά που δυνατόν να υποστεί ο Εναγόμενος από την έκδοση του. Στο σημείο αυτό αξίζει να επισημάνω ότι δεν υπάρχει ισχυρισμός από πλευράς Εναγομένου ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Επιπρόσθετα, αξίζει να επισημάνω τον ισχυρισμό της παραγράφου 40 της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου ότι οι πληροφορίες που επικαλούνται οι Αιτητές καμιά εμπορική αξία δεν έχουν πλέον, μετά από πάροδο τόσων χρόνων. Συνεπώς, από τη στιγμή που δεν έχουν οποιαδήποτε αξία, όπως ισχυρίζεται, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πρόκειται να έχει οποιοδήποτε οικονομικό κόστος σ' αυτόν. Φυσικά, δεν θα μπορούσε να μείνει ασχολίαστος ο λόγος ένστασης του Εναγόμενου ότι η έκταση και η γενικότητα του αιτούμενου διατάγματος είναι αντισυνταγματική, αφού περιορίζει, ανεπίτρεπτα, την συνταγματική επιταγή του ελεύθερου επαγγέλματος και εμπορίου, ιδιαίτερα μετά την πάροδο τόσων χρόνων από την εργοδότηση του από τους Ενάγοντες. Πρόκειται, κατά την άποψη μου, για εντελώς αβάσιμη θέση. Δεν έχει επεξηγηθεί, από τον Εναγόμενο, πως η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα τον επηρεάσει στην άσκηση οποιουδήποτε ελεύθερου επαγγέλματος. Εγείρεται επίσης από τον Εναγόμενο, στους λόγους ένστασής του, ζήτημα αοριστίας και γενικότητας του αιτούμενου διατάγματος. Στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων του Εναγόμενου υποστηρίζεται ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι γενικό και αόριστο, ώστε ο Εναγόμενος να μην γνωρίζει τι οφείλει να πράξει (R.K.B. Leathergoods Limited v. Βιργινίας Ευαγγέλου Αγγελίδη
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1071). Η υπό σχολιασμό θέση του Εναγόμενου δεν με βρίσκει σύμφωνο. Παρά το ότι το αιτούμενο διάταγμα αναφέρεται σε οποιαδήποτε πληροφορία ή/και στοιχείο εμπιστευτικής φύσεως, το οποίο περιήλθε στη γνώση ή/και στην κατοχή του Εναγόμενου κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, εντούτοις στη συνέχεια εξειδικεύονται με επάρκεια και σαφήνεια ποιες πληροφορίες είναι εμπιστευτικές, ώστε να αίρεται οποιαδήποτε αμφιβολία ή/και σύγχυση όσον αφορά το είδος και την έκταση των πληροφοριών, των οποίων ζητείται η απαγόρευση δημοσιοποίησης ή/και αποκάλυψης τους σε οποιοδήποτε πρόσωπο. Θα πρέπει ακόμα να αναφερθεί ότι ο Εναγόμενος εγείρει ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Όμως, αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι δεν προσδιορίζεται από τον Εναγόμενο σε τι έγκειται η κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Συνεπώς, δεν παρέχονται στο Δικαστήριο τα περιθώρια για εξέταση του ζητήματος αυτού. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι Αιτητές, στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους αξιώνουν την έκδοση πανομοιότυπου διατάγματος, με αυτό της υπό εξέταση αίτησης. Όμως, όπως είναι νομολογημένο, «δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές» (Avila Management Services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403 και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (ανωτέρω). Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος 1 της αίτησης. Κατ' εφαρμογή της απόφασης Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317, θα ζητήσω από τους Αιτητές όπως καταθέσουν στο Δικαστήριο τραπεζική εγγύηση από οποιοδήποτε Τραπεζικό ή Συνεργατικό Ίδρυμα που διεξάγει τραπεζικές εργασίες στη Δημοκρατία, για το ποσό των €50.000, προς κάλυψη οιωνδήποτε ζημιών οι οποίες ήθελαν προκληθεί στον Εναγόμενο από την έκδοση του διατάγματος. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα [1] "The Financial Manager agrees during the course of his employment and thereafter to treat as secret and confidential and not at any time for any reason to disclose or permit to be disclosed to any person or otherwise make use of or permit to be made use of any information relating to the Company's technology, technical processes, business affairs, or finances or any such information relating to a subsidiary, supplier, customer or client of the company where knowledge or details of the information was received during the period of this Agreement. And upon termination of this Agreement for whatever reason the Financial Manager will deliver up to the Company all working papers, correspondence, marketing material, or any other material and copies provided to his pursuant to this Agreement." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο