← Κύπρος

Evelyn Bates ν. Μ. ΜΟΝΙΑΤΙΣ & SONS LIMITED (HE20626), Αρ. Αγωγής: 5828/10, 27/5/2016

Evelyn Bates ν. Μ. ΜΟΝΙΑΤΙΣ & SONS LIMITED (HE20626), Αρ. Αγωγής: 5828/10, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A238 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5828/10 Μεταξύ: Evelyn Bates, από το Ηνωμένο Βασίλειο Ενάγουσα και Μ. ΜΟΝΙΑΤΙΣ & SONS LIMITED (HE20626), Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 19.11.15 για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ------------------- Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2016 Για την Αιτήτρια-Εναγόμενη: κα Ισκάντα για κ.κ. Μαριο Γαβριηλίδη Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Ισκάντα) Για την Καθ'ης η Αίτηση-Ενάγουσα: κα Γιαννακού για κ.κ. Ανδρέας Κουκούνης & Σια Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση η κα Γιαννακού) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η αιτήτρια-εναγόμενη ζητά: A. Αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι εκδικάσεως της έφεσης στην πιο πάνω αγωγή. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.35 Θ.18 και Δ.48 Θ.8 και στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Μονιάτη, διευθυντή της εναγομένης, στην οποία αναφέρει ότι στις 26.1.15 εκδόθηκε απόφαση και στις 28.4.15 οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση εναντίον της πιο πάνω απόφασης. Όπως συμβουλεύει τους εναγόμενους ο δικηγόρος τους, έχουν καλή υπόθεση για επιτυχία. Κατά τον ίδιο είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το διάταγμα διότι αν εκτελεστεί η απόφαση δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη έστω και αν οι εναγόμενοι κερδίσουν την έφεση. Κατά τον ίδιο η ενάγουσα είναι μόνιμη κάτοικος Ηνωμένου Βασιλείου και αν οι εναγόμενοι καταβάλουν τα εξ αποφάσεως οφειλόμενα ποσά ενέχεται ο κίνδυνος να μην είναι δυνατή η επιστροφή των εν λόγω ποσών στους εναγόμενους σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Τέλος αναφέρει ότι στις 15.10.15 επιδόθηκε στους εναγόμενους επιστολή απαίτησης με την οποία η ενάγουσα τους γνωστοποίησε την πρόθεση της να προχωρήσει με μέτρα για την εκκαθάριση της εναγόμενης εταιρείας. Αποτελεί θέση του επίσης ότι η εναγόμενη εταιρεία αποτελεί μία εν πλήρη λειτουργία ξενοδοχειακή μονάδα με ικανοποιητικό ετήσιο κύκλο εργασιών και ύψος εσόδων. Στην αίτηση της αιτήτριας καταχώρισε ένσταση η καθ'ης η αίτηση-ενάγουσα προβάλλοντας 14 λόγους ένστασης. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση καταγράφονται στην ένορκο δήλωση της Ευριδίκης Γιαννακού, δικηγόρο στο γραφείο επίδοσης των δικηγόρων της ενάγουσας στη Λεμεσό. Η ενόρκως δηλούσα επαναλαμβάνει και υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναφέρει ουσιαστικά ότι οι αιτητές δεν έχουν καταδείξει και παραθέσει οποιοδήποτε πειστικό στοιχείο το οποίο να δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος τονίζοντας ότι η έφεση δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας εφόσον αυτή είναι εκπρόθεσμη. Τονίζει δε ότι στην αίτηση δεν επισυνάπτεται η εν λόγω έφεση και το δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του όλα τα απαραίτητα στοιχεία. Κατά την Ακρόαση της Αίτησης οι συνήγοροι κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο και στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Μέρος της νομικής βάσης της αίτησης αποτελεί η Δ.35 θ.18 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία αναφέρει ότι μια έφεση δεν θα ενεργεί σαν αναστολή εκτέλεσης στην απόφαση που εφεσιβάλλεται εκτός κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου και καμιά ενδιάμεση πράξη ή διαδικασία θα παύει να ισχύει εκτός κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου. Προτού εκδοθεί διάταγμα που να αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης, το πρόσωπο που θα ζητήσει το διάταγμα θα πρέπει να παράσχει τέτοια εγγύηση που θα διαταχθεί. Από τα πιο πάνω είναι σαφές ότι οι αρχές που διέπουν την αναστολή και πηγάζουν και από τη νομολογία μπορεί να συνοψιστούν ως ακολούθως: α. Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Δ.35 θ.18 και σε συνάρτηση με τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. β. Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. γ. Το πρόσωπο που λαμβάνει το διάταγμα αναστολής πρέπει να παρέχει ασφάλεια. Στην Πολιτική Έφεση 286/10 ημερ. 13.7.2011 P & MA RESTAURANT LIMITED κ.ά. ν. ERIC JOHN WAKEHAM αναφέρθηκαν τα εξής: «Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης.» Όπως περαιτέρω αναφέρθηκε στην πιο πάνω απόφαση αλλά και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου

(1991)1 Α.Α.Δ. 1147, την οποία επικαλούνται αμφότερες πλευρές, το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες ήτοι τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της πρωτόδικης απόφασης από την άλλη. Εφ' όσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή εκτέλεσης, το Δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή τέτοιων όρων που να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (βλ. Χαραλάμπους ν. Α. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 1978). Όπως αναφέρθηκε επίσης στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Ανδρέα Κιταλίδη και άλλων (Αρ. 1)
(1994)1 Α.Α.Δ. 287 οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας θετικός αλλά οριακής σημασίας. Η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι ο δεσπόζων και αποφασιστικός παράγων στην επίλυση τέτοιου ζητήματος. Μόνο η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατόν να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. DozamiMarine Ltd κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 172). Η διαδικασία της αίτησης στηρίζεται στη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και το Δικαστήριο στηρίζεται στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τόσο την αίτηση, όσο και την ένσταση. Αναφορικά με τον πρώτο λόγο ένστασης με τον οποίο η ενάγουσα προβάλλει ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον λόγο ότι δεν περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης το άρθρο 47 του Νόμου Περί Δικαστηρίων, θεωρώ ότι από την στιγμή όπου στη νομική βάση της Αίτησης αναφέρεται ο Νόμος Περί Δικαστηρίων, έστω και με γενικότητα, και η Δ.35 Θ.18 η οποία αποτελεί το ουσιαστικό δικονομικό πλαίσιο για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου, η παράλειψη ρητής αναφοράς του άρθρου 47 δεν καθιστά τη νομική βάση της Αίτησης ελλιπή ή αόριστη. Υπό τις περιστάσεις κρίνεται ότι η απουσία του άρθρου 47 από τη νομική βάση ενώ ο Νόμος Περί Δικαστηρίων αναφέρεται, δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει την Αίτηση σε απόρριψη ή να καταστήσει αυτή παράτυπη. Επομένως ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Έχω εξετάσει με προσοχή τα όσα αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις και στις γραπτές αγορεύσεις. Είμαι της άποψης ότι το αίτημα της εναγομένης δεν μπορεί να επιτύχει και δεν έχει καταδείξει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο το Δικαστήριο θα μπορούσε να αναστείλει την απόφαση εκκρεμούσης της έφεσης, για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται κατωτέρω. Κατά πρώτο, ο ενόρκως δηλών πέραν του ότι είναι διευθυντής της εναγόμενης δεν αναφέρει την πηγή των γνώσεων του και δεν αναφέρει κατά πόσο έχει εξουσιοδοτηθεί να προβεί στην ένορκο δήλωση. Η αναφορά στην γραπτή αγόρευση περί του ότι ο ενόρκως δηλών έχει εξουσιοδοτηθεί και είναι σε θέση να ορκιστεί για τα όσα αναφέρει στην ένορκο δήλωση του εκ της θέσεως του δεν μπορεί να αναπληρώσει το παρατηρούμενο κενό εφόσον η γραπτή αγόρευση δεν υπέχει θέση μαρτυρίας. Κατά δεύτερο, η ένορκος δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν περιέχει ουσιώδη γεγονότα και μαρτυρία τα οποία θα μπορούσαν να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο εξετάζοντας το αίτημα της εναγομένης. Πέραν της εξ ακοής αναφορά ότι οι εναγόμενοι έλαβαν συμβουλή από το δικηγόρο τους ότι έχουν καλή υπόθεση για επιτυχία της έφεσης, δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε λόγος που θα μπορούσε να υποστηρίξει τέτοια πεποίθηση. Επομένως η θέση αυτή της εναγόμενης παρέμεινε μετέωρη και ατεκμηρίωτη. Να σημειωθεί ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο να αφορά την έφεση. Επομένως παραμένει άγνωστο προς το Δικαστήριο ο αριθμός της έφεσης και οι λόγοι αυτής. Κατά τρίτο, εις ότι αφορά την έφεση από την ενώπιον μου μαρτυρία η οποία παρασχέθηκε από μέρους των εναγομένων, προκύπτει ότι η έφεση καταχωρήθηκε στις 28.4.15. Η ενάγουσα χωρίς να αρνείται την ημερομηνία της έφεσης αναφέρει ότι αυτή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας εφόσον καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα. Η πλευρά των εναγομένων με την γραπτή αγόρευση τους υποστηρίζουν ότι εκ παραδρομής και/ή εκ λάθους στην Αίτηση καταγράφηκε η ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης η 28.4.15 αντί η ημερ. 5.3.15 η οποία είναι η ορθή ημερομηνία καταχώρησης. Υποστηρίζει επίσης τη θέση αυτή με αναφορά στην ένορκο δήλωση επίδοσης της έφεσης. Τα πιο πάνω όμως τα οποία παρουσιάζει η εναγόμενη με την γραπτή αγόρευση της δεν μπορούν να αποτελέσουν μαρτυρία, η οποία μάλιστα να μπορεί να διορθώσει κατ' αυτό τον τρόπο την ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία δόθηκε μέσω της ενόρκου δηλώσεως η οποία υποστηρίζει την Αίτηση. Δεν πρόκειται περί λάθους επί της Αιτήσεως ως υποστηρίζει η εναγόμενη. Πρόκειται περί μαρτυρίας αναφορικά με την ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης η οποία παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο μέσω του ενόρκως δηλούντος στην Αίτηση. Πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του κανένα στοιχείο ή έγγραφο αναφορικά με την έφεση. Παραμένει άγνωστος ο αριθμός της, οι λόγοι έφεσης αλλά και η ημερομηνία καταχώρησης της. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του την ένορκο δήλωση επίδοσης της έφεσης και τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση της εναγόμενης δεν μπορούν, επαναλαμβάνω, να αποτελέσουν μαρτυρία. Κατά τέταρτο λόγο, η απλή, γενική και αόριστη αναφορά του ενόρκως δηλών στην Αίτηση ότι η ενάγουσα είναι μόνιμη κάτοικος εξωτερικού και ως εκ τούτου εάν καταβληθούν τα εξ αποφάσεως ποσά, υπάρχει ο κίνδυνος να μην είναι δυνατή η επιστροφή τους, δεν κρίνεται ικανή να καταδείξει πειστικό και επαρκή λόγο για τον οποίο θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης. Κρίνεται και πάλι ότι οι αναφορές στην γραπτή αγόρευση της εναγόμενης, ότι είναι άγνωστα τα στοιχεία της ενάγουσας σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η ενάγουσα ήγειρε απαίτηση εναντίον της εναγόμενης δυνάμει του άρθρου 212 του Νόμου Περί Εταιρειών αλλά και τον κίνδυνο η Μεγάλη Βρετανία να βγει από την Ευρωπαική Ένωση λόγω του επικείμενου δημοψηφίσματος, δεν αποτελούν πειστικούς λόγους για έγκριση της Αίτησης αλλά ούτε και τέτοιες εισηγήσεις έχουν τεθεί με μαρτυρία ικανή να υποστηρίξει ότι υπάρχει ο κίνδυνος η εναγόμενη να μην μπορεί να λάβει τα ποσά τα οποία κατέβαλε στην ενάγουσα. Σύμφωνα με τη νομολογία το γεγονός και μόνο ότι ένας διάδικος είναι κάτοικος εξωτερικού δεν εξυπακούεται ότι αίτημα ως το υπό κρίση πρέπει να δίδεται. Απαιτείται και η προσκόμιση τέτοιων στοιχείων και μαρτυρίας η οποία να τείνει να υποστηρίξει την πρόκληση δυσχέρειας και μελλοντικής αδικίας στον αιτητή. Η εναγόμενη δεν έχει καταδείξει κάτι τέτοιο. Τέλος, η αναφορά του ενόρκως δηλών στην αίτηση ότι η εναγόμενη αποτελεί εν λειτουργία ξενοδοχειακή μονάδα με έσοδα και πάλι κρίνεται γενική και αόριστη εφόσον δεν προσκομίζεται οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Η αναφορά στην γραπτή αγόρευση της εναγόμενης ότι ο Μιχάλης Μονιάτης γνωρίζει την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης και τα έσοδα της δεν αρκεί εφόσον θα μπορούσε ο ενόρκως δηλών να αναφέρει αυτά τα στοιχεία στην ένορκο δήλωση του. Αντιθέτως ο ίδιος του αρκέστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές οι οποίες παρέμειναν ατεκμηρίωτες. Το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια στηριζόμενο σε δύο αρχές. Ότι ο διάδικος ο οποίος επιτυγχάνει δεν πρέπει να στερείται χωρίς ουσιαστικό λόγο των καρπών της επιτυχίας του αλλά ταυτόχρονα και το ένδικο μέσο της έφεσης δεν μπορεί να στερείται της αποτελεσματικότητας του. Όπως φαίνεται από τα μηδαμινά στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου, δεν έχει καταδεχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος για τον οποίο στην περίπτωση που επιτύχει η έφεση θα στερηθεί των δικαιωμάτων της η εναγόμενη-αιτήτρια. Το γεγονός ότι η ενάγουσα βρίσκεται στο εξωτερικό δεν σημαίνει ότι δεν θα μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω θεωρώ ότι η αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει βάσιμο λόγο που να υποστηρίζει και τεκμηριώνει το αίτημα της και απέτυχε να αποδείξει την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η εναγόμενη-αιτήτρια δεν θα πρέπει αν αποστερείται της αποτελεσματικότητας της έφεσης, όμως αυτός δεν είναι ο αποφασιστικός παράγοντας και δεν έχει διαφανεί λόγος για τον οποίο το δικαίωμα της εναγόμενης θα πρέπει να διασφαλιστεί έναντι των δικαιωμάτων της ενάγουσας. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της ενάγουσας - καθ'ης η αίτηση και εναντίον της εναγομένης - αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other/Interim/5828-10stayofproceedingspendingappeal cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.