Κωνσταντίνος Χ΄Αντωνίου κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2534/13, 17/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A216 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2534/13 Μεταξύ:
- Κωνσταντίνος Χ΄Αντωνίου
- Αναστασία Μουσμουλά Και
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Κεντρική Τράπεζα Κύπρου
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ------------ Ημερομηνία: 17/5/2016 Για Ενάγοντες - αιτητές: κα Ελπίδα Ασσιώτη Για εναγόμενους 1: κος Μιχάλης Μαστορούδης Για εναγόμενους 2: κος Αυγερινός Χαρτσιώτης Για εναγόμενους 3: κα Ιάση Τσιντίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση τους οι Ενάγοντες ζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης με την αντικατάσταση ορισμένων παραγράφων και την προσθήκη άλλων. Οι τροποποιήσεις αφορούν την ιδιότητα της εναγομένης 2 και του εναγομένου 3 στο ότι οι ενάγοντες δεν θα λάμβαναν ρίσκο εάν εγνώριζαν τους κινδύνους του σχεδίου που παρουσίαζαν οι υπαλλήλοι της εναγομένης 1 στην οποία καταλογίζουν πρόθεση εξαπάτησης και καταδολίευσης λόγω του ότι γνώριζαν το αναληθές της εικόνας που παρουσίαζαν, ενεργώντας κατά παράβαση των υποχρεώσεων και τις σχέσεις εμπιστοσύνης μαζί με τους συναφείς χαρακτηρισμούς. Υπάρχει επίσης καταλογισμός γνώσης ως προς την οικονομική κρίση, τα προβλήματα ρευστότητας και γενικά την οικονομική κατάσταση της τράπεζας, επιχειρώντας να εισάξει λεπτομερείς δικογραφημένους ισχυρισμούς που αφορούν την εναγόμενη 1 που έχουν ως επίκεντρο την γνώση της εναγόμενης 1 αναφορικά με την δυσμενή οικονομική κατάσταση της και παρόλα αυτά με σκοπό παραπλάνησης επενδυτικού κοινού, οίκους αξιολόγησης, ελεγκτικούς οίκους και εποπτικές αρχές αποκρύπτοντας ουσιώδη στοιχεία και πληροφορίες αλλά προβαίνοντας σε παραπλανητικές και ψευδείς δηλώσεις με αποτέλεσμα οι ελεγκτικοί οίκοι να μην μπορούσαν να προειδοποιήσουν το κοινό για τους σχετικούς κινδύνους και επιπρόσθετα η εναγόμενη 1 αντλούσε κεφάλαια με την έκδοση αξιόγραφων που είχε ως σκοπό να καλύψει τις ζημιές και την κλονισμένη κεφαλαιακή της επάρκεια και που αποσκοπούσαν στην αγορά ελληνικών ομολόγων, μη ενημερώνοντας το κοινό για την ακριβής φύση των αξιογράφων και την μειωμένη εξασφάλιση τους. Ακολούθως επιχειρείται εισαγωγή ισχυρισμών με την μορφή λεπτομερειών που αφορούν πράξεις αλλά και παραλείψεις της εναγόμενης 1 που της καταλογίζουν σκόπιμη απόκρυψη πληροφοριών, μη χρησιμοποίηση χρημάτων για τον σκοπό που ελήφθηκαν, ανάληψη τεραστίων κινδύνων με παράνομες πράξεις και παραλείψεις μαζί με συναφείς χαρακτηρισμούς, μη συμμόρφωση της με διαδικασίες που αναγράφονται λεπτομερώς ως επίσης και μη επαρκή εσωτερική διαρρύθμιση της εναγόμενης 1 έτσι ώστε να είναι ικανά τα αρμόδια πρόσωπα για την διαχείριση της κατάστασης, ως επίσης καταλογίζει στην εναγόμενη 1 παραλείψεις που αφορούν μέτρα πρόληψης και προστασίας ως αυτά αναγράφονται λεπτομερώς και που δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούν αυτολεξεί. Περαιτέρω επιχειρείται εισαγωγή ισχυρισμών στην οποία καταλογίζουν στην εναγόμενη 2 παράλειψη εφαρμογής προληπτικών και εποπτικών μέτρων, πρόσληψη εξειδικευμένου προσωπικού, αποτυχία της να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα και να προβεί στα έγκαιρα και αποτελεσματικά μέτρα προς αντιμετώπιση της διαμορφωθείσας κατάστασης που αφορούσε την οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 λόγω της έκθεσης της στα ελληνικά ομόλογα, την γνώση ή την υποχρέωση της να γνωρίζει αναφορικά με την δυσμενή οικονομική κατάσταση της εναγομένης 1 σε συνδυασμό με την έκδοση αξιογράφων από την εναγόμενη 1 όπου και γνώριζαν για τον δόλιο σχεδιασμό της εναγόμενης 1 αναφορικά με το ζήτημα των αξιόγραφων. Καταλογίζουν επίσης στην εναγόμενη 2 αλλά και στην εναγόμενη 3 παράλειψη εφαρμογής μεθόδων που θα ελέγχουν τις μεθόδους προώθησης και διάθεσης των αξιογράφων, την θετική τους γνώση αναφορικά με την προώθηση των αξιογράφων και την συγκάλυψη τους στις δόλιες μεθοδεύσεις της εναγόμενης 1, την παράλειψη τους να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα αλλά και να συμμορφωθούν με σχετικές νομοθεσίες επιδεικνύοντας ταυτόχρονα αδιαφορία στις δόλιες μεθοδεύσεις των εναγομένων 1 να ενεργούν ως σύμβουλοι και πωλητές επενδυτικών προϊόντων και να τους εξαπατούν. Καταλογίζουν επίσης στους εναγόμενους 2 και 3 θετική γνώση ή υποχρέωση τους να γνωρίζουν για τα οικονομικά προβλήματα της εναγόμενης 1, δεν έλαβαν οποιοδήποτε μέτρο παρά την μη απάντηση της εναγόμενης 1 αναφορικά με την έκθεση της στα ελληνικά ομόλογα και παρόλο που η εναγόμενη γνώριζε για τον εν λόγω κίνδυνο, εν τούτοις δεν έπραξε τα ενδεικνυόμενα μέτρα και παραχώρησε βοήθεια έκτακτης ρευστότητας όπως επιχειρήται να δικογραφηθεί, παρ΄ όλο που δεν μπορούσε η εναγόμενη 1 να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις της, ακόμα και με την υπογραφή δανειακής σύμβασης και δεν ανακάλεσε την άδεια της ενώ θα έπρεπε. Επίσης καταλογίζεται στην εναγόμενη 2 μεροληπτική στάση έναντι του εναγόμενου 3 ο οποίος είχε εξαγοράσει την Λαική Τράπεζα και έχει καταστεί ομεγαλύτερος μέτοχος της. Εν κατακλείδι, καταλογίζουν στην εναγόμενη 1 απάτη, στην εναγόμενη 2 βαριά αμέλεια και στον εναγόμενο 3 μη έγκαιρη, ορθή, αποτελεσματική ενσωμάτωση και εφαρμογή ευρωπαικής νομοθεσίας, πρακτικής και πολιτικής, γνώση ή υποχρέωση να γνωρίζουν τους κινδύνους που διέτρεχαν οι επενδυτές και οι κάτοχοι αξιογράφων συμπεριλαμβανομένων των εναγομένων με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να υποστούν ζημιά από τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων 2 και 3, διεκδικώντας αποζημιώσεις από τους εναγόμενους 2 και 3 λόγω δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, αμέλειας και παράβασης νομίμων καθηκόντων και συναφών χαρακτηρισμών, ως επίσης και αποτυχίας ενσωμάτωσης του ορθού νομοθετικού πλαισίου και κακής άσκησης δημόσιας εξουσίας. Νομικό έρεισμα της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.9 θ.2,4,5,7,10 και 11, Δ.12, Δ.39, Δ.25 .1-5, Δ.48 θ.2-4 και 9, Δ.63 θ.2, η πρακτική, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Λώριας Χατζηξενοφώντος. Η ενόρκως δηλούσα αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ακολούθως, αναφέρει ότι κατά την διάρκεια του καλοκαιριού στα πλαίσια ετοιμασίας της ακρόασης και επεξεργασίας όλου του έγγραφου υλικού που έχει εφοδιαστεί μέχρι στιγμής το γραφείο, διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης για να εισαχθεί το πλήρες φάσμα των ισχυρισμών, πραγματικών γεγονότων και αξιώσεων, οι προσθήκες είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο και το πρωτότυπο γενικά της υπόθεσης, ως προς την ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τα όσα προηγήθηκαν της πώλησης των επίδικων αξιογράφων και τα όσα έλαβαν χώρα από τον Μάρτιο του
- Επιδιώκεται επίσης να δικογραφηθεί αναλυτικά όλο το πλαίσιο των πράξεων και παραλείψεων της εναγόμενης 1 και να καταδειχθεί ο δόλιος σχεδιασμός και εξαπάτηση των εναγόντων και του κοινού και να στοιχειοθετηθούν οι αξιώσεις. Εν κατακλείδι, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η αίτηση γίνεται καλόπιστα και πριν την ακρόαση και η πλευρά των εναγομένων μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα με την επιδίκαση εξόδων, ενώ οι ενάγοντες αν δεν εγκριθεί η αίτηση θα πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα τους, διότι δεν θα μπορούν να προωθήσουν τις θέσεις και αξιώσεις τους εναντίον όλων των υπευθύνων για τις ζημιές που υπέστησαν και τέλος, η αίτηση είναι απαραίτητη για να συνάδει η απαίτηση με τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης και τον συσχετισμό των γεγονότων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν . Οι εναγόμενοι 1 δεν έφεραν ένσταση στην αίτηση, ζήτησαν όμως τα έξοδα της αίτησης και αυτά που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση. Η εναγόμενη 2 έφερε ένσταση στην αίτηση, με νομικό έρεισμα την Δ.1,2,9,12,25 θ.1, 39, 48 θθ.1-4 6 και 9, Δ.59, Δ.63 καιΔ. 64, την ενδεικτική και όχι περιοριστική παραπομπή σε άρθρα των νόμων περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων 66
(1)/97, περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου 138
(1)/2002, περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66
(1)/2012, ως επίσης και την σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις γενικές, συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 12 λόγοι ένστασης, οι οποίοι άπτονται της θέσης περί παραγραφής αστικών αδικημάτων, λόγω του χρόνου που διέρευσε από τα επίδικα γεγονότα, την απουσία πλήρωσης των προυποθέσεων για να στηριχθεί η υπό εξέταση αίτηση σε πραγματικό, νομικό υπόβαθρο και αιτιολογία, στην προηγούμενη γνώση των αιτητών και των δικηγόρων τους πριν την καταχώρηση της αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης, στην μη εφαρμογή της Δ.25 θ. 1 διότι δεν επιδιώκεται τροποποίηση, αλλά δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγόμενης 2, το οποίο διαφέρει ουσιωδώς από την υφιστάμενη, στο ότι μέρος των τροποποιήσεων αφορούν πράξεις και παραλείψεις άλλης αρχής, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Επίσης προβάλλεται η θέση ότι υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης με αποτέλεσμα να επιδρά στα δικαιώματα της εναγόμενης 2 λόγω του εκτροχιασμού της διαδικασίας, με την τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς, αλλά δημιουργείται πολυπλοκότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ΄ ολοκλήρου ο χαρακτήρας της αγωγής και ότι θα υποστεί η εναγόμενη 2 ανεπανόρθωτη ζημιά και ότι όλα συνηγορούν στο να μην εγκριθεί η παρούσα αίτηση. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης της εναγόμενης 2, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Μάρκου McDonald, ο οποίος αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως υιοθετεί τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές και παραθέτει το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω εξειδικεύει σε ποιες παραγράφους επιχειρήται η εισαγωγή θεμάτων τα οποία δεν μπορούν να εξεταστούν διότι έχουν παραγραφεί με βάση το νομοθετικό πλαίσιο στο οποίο παραπέμπει, ως επίσης αναφέρει ότι τα γεγονότα τα οποία επιχειρήται η εισαγωγή τους με την υπό εξέταση αίτηση, ήταν εις γνώση των αιτητών και των δικηγόρων τους, παραθέτοντας συγκεκριμένες υποθέσεις ενώπιον άλλων Δικαστηρίων. Επίσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι με βάση και τον δικαστηριακό φάκελο, υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης, η οποία επιδρά στα δικαιώματα της εναγόμενης 2, λόγω του εκτροχιασμού της υπόθεσης με την αναγκαιότητα νέων δικογράφων και ενόρκων δηλώσεων ως προς τα έγγραφα και η νέα αγωγή θα διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν που προετοιμαζόταν η εναγόμενη 2 μέχρι σήμερα και επιπρόσθετα αυτού δεν πληρούνται οι προυποθέσεις της Δ.25 θ.1 λόγω της εισαγωγής νέας βάσης αγωγής. Επιπρόσθετα ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι με την υφιστάμενη έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής, έχοντας υπ΄ όψη το νομοθετικό πλαίσιο που παραπέμπει, διότι αφορούν πράξεις ή παραλείψεις άλλης αρχής και δεν επιδιώκεται η προσθήκη νέου διαδίκου και με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρήται η εισαγωγή και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος, ενώ αυτό δεν υφίστατο με την αρχική έκθεση απαίτησης. Ως προς τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, προβαίνει σε άρνηση, λέγοντας ότι δεν είναι σχετικές οι προσθήκες με τα επίδικα θέματα λόγω της διαφορετικότητας τους και του ουσιώδη χρόνου που επιχειρήται να εισαχθεί και που προηγείται της έκδοσης αξιογράφων. Εν κατακλείδι, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι με την επιδιοκόμενη τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς, αλλά αντίθετα δημιουργείται πολυπλοκότητα νομικών ζητημάτων και είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως τα προβαλλόμενα θέματα εν΄ όψει και της διαφορετικότητας τους να εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής, ως επίσης αναφέρει ότι δεν γίνεται συγκεκριμενοποίηση των λόγων που οδηγούν στην προβαλλόμενη θέση ότι χωρίς την τροποποίηση δεν θα είναι δυνατή η προώθηση των θέσεων των αιτητών. Ο εναγόμενος 3 καταχώρησε επίσης ένσταση, με νομικό έρεισμα σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό της εναγόμενης 2, με εξαίρεση την μη επίκληση της νομοθεσίας που αφορά την λειτουργία της εναγόμενης 2 και με προσθήκη στην νομική βάση και χωρίς περιορισμό, συγκεκριμένα άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως επίσης και στο άρθρο 30
(2)
(3)του Συντάγματος. Προβλήθηκαν συνολικά 13 λόγοι ένστασης, αν και ο 13ος λόγος ένστασης ουσιαστικά αφορά το ζήτημα των εξόδων που απαιτούνται, λόγω της καλόπιστης έγερσης ένστασης. Οι λόγοι ένστασης άπτονται στο ότι εισάγεται νέο αγώγιμο δικαίωμα και όχι τροποποίηση της αγωγής και που θα πρέπει να εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής και δεν θα υποστούν οι ενάγοντες ζημιά από την μη έγκριση της αίτησης, ότι δεν υπάρχει συνάφεια των ισχυρισμών που επιδιώκεται η εισαγωγή τους και υπάρχει ουσιαστική διαφοροποίηση της αγωγής, εγείρεται ζήτημα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων για αστικά αδικήματα, λαμβάνοντας υπ΄ όψη τον ουσιώδη χρόνο που εγείρεται, εγείρεται επίσης ζήτημα γνώσης από πλευράς αιτητών για τα γεγονότα που επιχειρήται η εισαγωγή τους πριν την έγερση της αγωγής, ότι επιχειρήται η ανασκευή των γεγονότων και ισχυρισμών μεταβάλλοντας τον χαρακτήρα της αγωγής, ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης με αποτέλεσμα να υπάρχει αργοπορία και καταλυτική επίδραση στα δικαιώματα του εναγόμενου 3 λόγω του εκτροχιασμού της διαδικασίας, την μη στοιχειοθέτηση των προυποθέσεων για έγκριση της αίτησης σε νομικό και πραγματικό επίπεδο και γενικά για την αναγκαιότητα της, έτσι ώστε να διαλευκανθούν τα πραγματικά θέματα. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Κουρουσίδου, δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, η οποία αρχικώς προβαίνει σε μια αναφορά για την προέλευση της εξουσιοδότησης της και των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, ως επίσης υιοθετεί τους λόγους ένστασης και απορρίπτει τους ισχυρισμούς που υποστηρίζουν την υπό εξέταση αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές. Η υιοθέτηση των λόγων ένστασης, γίνεται με κάποια διάνθιση, προβαίνοντας σε μια αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας, σε συνδυασμένη αναφορά με τους ισχυρισμούς που ήδη ηγέρθηκαν και με τους ισχυρισμούς που επιδιώκεται η εισαγωγή τους, για να στηριχθούν οι λόγοι ένστασης και δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί, πλην όμως θα γίνεται ειδική αναφορά για σκοπούς αξιολόγησης της αίτησης και των ενστάσεων. Γίνεται επίσης έμφαση στο ότι με την υφιστάμενη αγωγή δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής και επιδιώκεται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων, ως επίσης δίνεται έμφαση στο ζήτημα της παραγραφής και που σκοπίμως οι ενάγοντες δεν προσδιορίζουν επακριβώς το χρονικό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση υπόθεση με ακρίβεια. Γίνεται επίκληση γνώσης των γεγονότων από τους ενάγοντες και τους δικηγόρους τους εν΄ όψει και άλλων αγωγών, ως επίσης εγείρεται το θέμα της καθυστέρησης, λόγω της αναγκαιότητας σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης να γίνουν νέα δικόγραφα και ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης εγγράφων και η ακροαμαική διαδικασία θα διαφέρει ουσιωδώς από αυτήν που προετοιμάστηκε ο εναγόμενος 3. Εν κατακλείδι, προβάλλεται η θέση ότι έχουν προβληθεί γενικοί και αόριστοι λόγοι και γενικά όχι καλοί λόγοι έτσι ώστε να δικαιολογηθεί η υπό εξέταση αίτηση. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: ΄΄ Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.">> Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: << Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας μελετήσει με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή την αίτηση και τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, ως επίσης και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων οι οποίες ήταν εμπεριστατωμένες, ασκεί την διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δύναται να τύχει έγκρισης. Οι λόγοι ένστασης που έχουν εγερθεί και που αφορούν ισχυριζόμενη παραγραφή αστικών αδικημάτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα θέματα δεν δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για τροποποίηση δικογράφου ως είναι η υπό εξέταση αίτηση, αλλά είναι ένα ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προυποθέσεις της Νομολογίας. Συνεπώς, με την έγκριση της αίτησης, δεν παραβλάπτονται τα δικαιώματα των εναγομένων, διότι θα μπορούν να εγείρουν τα πιο πάνω θέματα σε κατοπινό στάδιο και εάν συντρέχουν οι προυποθέσεις της σχετικής Νομολογίας, να πετύχουν την απόρριψη της αγωγής και συνεπώς, το ίδιο ισχύει και εφαρμόζεται για την προβαλλόμενη θέση ότι οι καταλογιζόμενες πράξεις και παραλείψεις αφορούν Αρχή που δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Σε αντίθεση περίπτωση που δεν εγκρινόταν η αίτηση, θα προκαλείτο ανυπέρβλητο εμπόδιο στην αιτήτρια στο να προβάλει τους ισχυρισμούς της και συνακόλουθα βλάβη στα έννομα συμφέροντα της, έχοντας υπ΄ όψη την διασύνδεση που γίνεται χρονικά, αλλά και σε γεγονότα τα οποία διασυνδέονται μεταξύ τους με βάση την επιδιωκόμενη τροποποίηση και τις επιδιωκόμενες για εισαγωγή αξιώσεις με την υπό εξέταση αίτηση. Γίνεται δηλαδή αναφορά και διασύνδεση μεταξύ πράξεων και παραλείψεων των εναγομένων και που σχετίζονται με την έκδοση αξιογράφων και τι οδήγησε στην έκδοση τους και αγορά τους από τους ενάγοντες, κάνοντας αναφορά για γεγονότα πριν και μετά την έκδοση των αξιογράφων και το κατά πόσο αυτό είναι βάσιμο ή όχι, αυτό δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια της υπό εξέταση αίτησης, αλλά θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας. Ούτε βεβαίως δύναται να γίνει αποδεκτή η θέση που προβλήθηκε ότι δεν έχουν προβληθεί ικανοποιητικοί λόγοι και ότι οι λόγοι είναι γενικοί και αόριστοι και ότι δεν έχουν εκτεθεί λεπτομερώς εκείνα τα στοιχεία που δικαιολογούν και αιτιολογούν την καταχώρηση της αίτησης, διότι δεν παρατίθεται σε αυτό το στάδιο στην υπό εξέταση αίτηση λεπτομερώς το μαρτυρικό υλικό που σχετίζεται με τους επιδιωκόμενους για εισαγωγή ισχυρισμούς, αλλά τίθεται εκείνο το δικαιολογητικό υπόβαθρο, όπως και έγινε στην προκειμένη περίπτωση, όπως είναι η διαπίστωση της αναγκαιότητας όταν γινόταν η προετοιμασία της ακρόασης και της επεξεργασίας του μαρτυρικού υλικού που έχει συλλεχθεί, κάνοντας αναφορά και διασύνδεση στον επηρεασμό των εναγόντων από τις πράξεις και παραλείψεις που καταλογίζονται στους εναγόμενους και που έχουν ως επίκεντρο την αγορά των αξιογράφων και τι οδήγησε στην έκδοση της και την αγορά τους από τους ενάγοντες. . Επίσης γίνεται αναφορά σε ενστάσεις και ιδίως στην ένσταση του εναγόμενου 3, ότι ο αιτητής κάνει αναφορά σε χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί εάν πράξεις και παραλείψεις έγιναν εντός ή εκτός του χρόνου παραγραφής και αυτός είναι ακόμα ένας επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου όπως το θέμα αφεθεί να αξιολογηθεί μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ή έστω στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προυποθέσεις της Νομολογίας και συνεπώς, θα προκαλείτο ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες, διότι δεν θα μπορούσαν να προβάλουν ισχυρισμούς που εν μέρει τουλάχιστον δεν έχουν παραγραφεί, ενώ οι εναγόμενοι σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί όλες ή μέρος των ισχυριζόμενων πράξεων και παραλείψεων που τους καταλογίζονται, θα έχουν το δικαίωμα να προβάλουν και το ζήτημα της παραγραφής προς όφελος τους. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που έχουν εγερθεί και που αφορούν την γνώση των αιτητών ως προς τα γεγονότα που επιδιώκεται η προσθήκη τους με το επιχείρημα προηγούμενες διαδικασίες αλλά και του χρόνου που αυτά αφορούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να εξάξει οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών των θέσεων, διότι οι άλλες Δικαστικές διαδικασίες αφορούν άλλους διαδίκους και δεν δεσμεύουν τους ενάγοντες της παρούσας αγωγής τι ισχυρίζονται άλλοι διάδικοι σε άλλες διαδικασίες, μη λησμονόντας το Δικαστήριο ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, ασχέτως εάν ο ή οι δικηγόρου είναι οι ίδιοι με άλλη ή άλλες διαδικασίες και κατά πόσο εγείρονται τα ίδια ή παρόμοια γεγονότα ή νομικά σημεία. Το Δικαστήριο αξιολογεί την υπό εξέταση αίτηση με βάση τα δικά της δεδομένα και όχι με βάση τα δεδομένα άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν σε άλλα Δικαστήρια και οι οποίες θα εκδικαστούν από τους φυσικούς τους Δικαστές. Η πιο πάνω αξιολόγηση του Δικαστηρίου, αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τους λόγους ένστασης που έχουν συνδεθεί με αυτό το θέμα, όπως είναι οι λόγοι ένστασης για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, την κακοπιστία της και την κατάχρηση της διαδικασίας. Η υπό εξέταση αίτηση δικαιολογείται με βάση το υπόβαθρο που έχει τεθεί, ήτοι ότι κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, εννοώντας προφανώς το καλοκαίρι του 2015, αξιολογήθηκαν όλα τα επίδικα θέματα, γεγονότα και οι νομικές τους προεκτάσεις και με βάση γεγονότα που περιήλθαν στην γνώση της αιτήτριας και πιο συγκεκριμένα στο γραφείο των δικηγόρων της αιτήτριας. Ναι μεν η αίτηση καταχωρήθηκε τον Δεκέμβριο του 2015, εν τούτοις όμως, έχοντας υπ΄ όψη την φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης και των ομολογουμένως πρωτότυπων θεμάτων που εγείρονται, το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε καθυστέρηση που να επιδρά καταλυτικά στην τύχη της αίτησης ή στα δικαιώματα οποιουδήποτε διαδίκου και ούτε έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της εκδίκασης της διαδικασίας ή κακοπιστία ή κατάχρηση της διαδικασίας, έχοντας υπ΄ όψη και την φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης, ως επίσης και το ιστορικό του φακέλλου της διαδικασίας και του χρόνου καταχώρησης των δικογράφων και της υπό εξέταση αίτησης, που δεν είναι απαγορευτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν μη ενδεδειγμένο χρόνο για έγερση της υπό εξέταση αίτησης. Επίσης διακρίνεται μια διασύνδεση των γεγονότων που επιχειρήται η εισαγωγή τους με την υπό εξέταση αίτηση σε συνδυασμό με την έκθεση απαίτησης, διότι οι ενάγοντες με την προσθήκη των εν λόγω ισχυρισμών και το λεκτικό που καταθέτουν ως αιτούμενη τροποποίηση, προβαίνουν σε μια αλληλοσύνδεση και αλληλουχία των επίδικων ισχυρισμών και αξιώσεων, ιδίως ως προς το ζήτημα των αξιογράφων και το γεγονός ότι προβάλλονται οι θέσεις ως λόγοι ένστασης ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι άσχετοι με τα επίδικα γεγονότα και θέματα εν΄ όψει και του χρόνου όπου γίνεται αναδρομή, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι θέμα που θα κριθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και αυτό αναπόφευκτα συμπαρασύρει και την θέση ότι τα εν λόγω γεγονότα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας ξεχωριστής αγωγής. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω κρίση, αναπόφευκτα συμπαρασύρονται και οι λόγοι ένστασης που αφορούν την έγερση νέου αγώγιμου δικαιώματος και ανατροπής και μεταβολής του χαρακτήρα της αγωγής, διότι ακόμα και να συνέβαινε αυτό, δεν είναι απαραίτητα απαγορευτικό με βάση το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο και που εν πάση περιπτώση, αυτό που καταδεικνύεται, είναι η προσθήκη ισχυρισμών και θέσεων με συνεπακόλουθη και την προσθήκη παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, το οποίο όμως διασυνδέεται από τους ίδιους τους αιτητές με την ήδη υπάρχουσα έκθεση απαίτησης. Έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για τους λόγους που έχουν προβληθεί από τους αιτητές για να στηρίξει την υπό εξέταση αίτηση και που είναι εύλογοι, διότι έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης και των νέων στοιχείων που επικαλούνται και των ομολογουμένως πρωτότυπων θεμάτων, γεγονότων και νομικών σημείων, ότι καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της αγωγής. Επίσης οι λόγοι ένστασης που έχουν εγερθεί ότι οι πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται αφορούν Αρχή που δεν είναι διάδικος, επίσης είναι ένα θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προυποθέσεις της Νομολογίας. Επίσης τα όσα έχουν αναφερθεί περί συνεπακόλουθης τροποποίησης των δικογράφων σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης και περαιτέρω συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης αποκάλυψης εγγράφων, δεν δύναται να στοιχειοθετήσει βάσιμο λόγο ένστασης, διότι η συνεπακόλουθη τροποποίηση είναι αποτέλεσμα της έγκρισης της αίτησης και όσον αφορά την αποκάλυψη εγγράφων είναι ένα θέμα ξεχωριστό με την υπό εξέταση αίτηση. Συνεκτιμώντας λοιπόν το Δικαστήριο τα πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση πληρεί τις προυποθέσεις για την έγκριση της, διότι οι λόγοι που έχουν προβληθεί έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως εύλογους με βάση τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης και οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν για τους λόγους που εξηγήθηκαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση εγκρίνεται και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως η αίτηση, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να καταβληθεί αυθημερόν, τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης από τους εναγόμενους να καταχωρηθούν εντός 25 ημερών από την παράδοση σε αυτούς της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και απαντήσεις στις τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από την από την παράδοση των τροποποιημένων εκθέσεων υπερασπίσεων. Τα έξοδα της αίτησης, ως επίσης και αυτά που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγ'οντων, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 12/9/2016. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ενδιάμεση/Τροποποίηση Subject: Interim/tropopoisi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο