Δέσποινα Δημητρίου ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, δια του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αγωγής: 6655/07, 13/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A212 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6655/07 Μεταξύ: Δέσποινα Δημητρίου, εκ Λεμεσού Ενάγουσας - και - ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, δια του Γενικού Εισαγγελέως, εκ Λευκωσίας Εναγομένης - - - - - - - - - - - - - - - - - - Ημερομηνία: 13.5.2016 Για την ενάγουσα: κ. Νικολαϊδης Για την εναγόμενη: κα Μ. Αλεξάνδρου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον της εναγομένης: Α. Ειδικές αποζημιώσεις €609,12 και £29.050,62 (αγγλικές στερλίνες). Β. Γενικές αποζημιώσεις για πόνο και ταλαιπωρίες που υπέστη συνεπεία ιατρικής αμέλειας της εναγομένης και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων αυτών και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων αυτών. Γ. Νόμιμους τόκους, έξοδα και ΦΠΑ. Είναι κοινή θέση των δύο μερών ότι η ενάγουσα σε όλον τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν μια γυναίκα 39 χρόνων, μητέρα δύο παιδιών και εργαζόταν ως ωρομίσθια υπάλληλος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Η Κυπριακή Δημοκρατία ενάγεται δια μέσου του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και είναι η νομικά υπεύθυνη για τις πράξεις και/ή παραλείψεις των αρμοδίων αρχών και/ή υπηρετών και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων που υπάγονται σε αυτή και/ή που ενεργούν για λογαριασμό της Δημοκρατίας. Κατά ή περί τον Απρίλιο του 2005 στη Λεμεσό η ενάγουσα εντόπισε και/ή αντιλήφθηκε και/ή ανίχνευσε και/ή ψηλάφισε ένα μικρό όγκο (κουβαράκι) στο δεξί στήθος της. Η ενάγουσα άμεσα έσπευσε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και εργαζόταν, για να προβεί στις δέουσες ιατρικές εξετάσεις και/ή αναλύσει και για να εξεταστεί από τον επί καθήκοντι χειρούργο και/ή γιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Περί την 22.4.2005 η ενάγουσα αφού εξετάστηκε από τον επί καθήκοντι γιατρό και/ή χειρούργο του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού και αφού προέβη σε αναλύσεις και/ή εξετάσεις, ο επί καθήκοντι γιατρός και/ή χειρούργος, αφού είδε και/ή εξέτασε και/ή μελέτησε τις ιατρικές εξετάσεις και/ή αναλύσεις και/ή υπερηχογράφημα που προέβηκε προηγουμένως η ενάγουσα, την συμβούλευσε και/ή γνωμάτευσε και/ή της ανέφερε ότι δεν πάσχει από οποιαδήποτε μορφή καρκίνου και/ή κακοήθειας. Η εναγόμενη αρνείται ότι ο επί καθήκοντι ιατρός του Νοσοκομείου Λεμεσού της είπε ότι το αδένωμα θα διαλυόταν από μόνο του χωρίς οποιανδήποτε χειρουργική επέμβαση ή ιατροφαρμακευτική αγωγή. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι την 31.10.2006 η ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και/ή βιοψία και/ή παρακέντηση και το αποτέλεσμα αυτής της εξέτασης έδειξε ότι έπασχε από δύο διαφορετικά είδη επιθετικού καρκίνου του μαστού. (βλ. παρ. 13 της Ε/Α και παρ. 7 της Ε/Υ). Παραδέχεται επίσης ότι την 9.11.2006 η ενάγουσα μετέβηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο για λήψη περαιτέρω επιστημονικής γνωμάτευσης και θεραπείας στο Royal Marsden Hospital Chelsea and Westminster Hospital όπου στις 24.11.2006 υποβλήθηκε σε ολική μαστεκτομή του δεξιού μαστού. Είναι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας ότι οι μέρες περνούσαν και ο όγκος δεν διαλύθηκε ή εξαφανίστηκε ως ήταν οι διαβεβαιώσεις ή γνωματεύσεις του επί καθήκοντι γιατρού ή ιατρικού προσωπικού του Γεν. Νοσοκομείου Λεμεσού και περί τις 17.05.2005 επισκέφθηκε εκ νέου τον επί καθήκοντι γιατρό ή χειρούργο του Γεν. Νοσοκομείου Λεμεσού, του γνωστοποίησε την κατάσταση της, ο οποίος εκ νέου την διαβεβαίωσε ότι δεν πρέπει να ανησυχεί και ότι δεν πάσχει από οποιαδήποτε σοβαρή ασθένεια. Περί τις 3.06.2005 η ενάγουσα προέβη σε ιατρικές εξετάσεις και/ή παρακέντηση στο σημείο όπου υπήρχε ο όγκος στο στήθος της ενάγουσας. Αφού μελετήθηκαν οι εξετάσεις ο επί καθήκοντι γιατρός την συμβούλευσε ή γνωμάτευσε ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα υγείας, να μην ανησυχεί και στο μέλλον αν ήθελε μπορούσε να αφαιρέσει τον όγκο που εντοπίστηκε στο στήθος της. Περί τον Σεπτέμβριο του 2006 η ενάγουσα ζήτησε από τον θεράποντα γιατρό όπως προβεί σε αφαίρεση του όγκου που είχε στο στήθος και ο θεράπων γιατρός της ανέφερε ότι η κατάσταση της υγείας της δεν ενέχει ανησυχία, ούτε υπάρχει επείγον ζήτημα, την χειρούργησε στις 31.10.2006 και έδειξε ότι έπασχε από δύο διαφορετικά είδη επιθετικού καρκίνου του μαστού σε προχωρημένο στάδιο. Η ενάγουσα έφερε σε γνώση του θεράποντος γιατρού τη γνωμάτευση ιδιώτη γιατρού ή ογκολόγου σύμφωνα με την οποία η κατάσταση της υγείας της ήταν σοβαρή και έπρεπε να χειρουργηθεί. Ο θεράπων ιατρός της δεν έλαβε υπόψη την γνωμάτευση. Είναι η θέση της ότι η μαστεκτομή θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εάν οι θεράποντες γιατροί της στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού είχαν διαγνώσει έγκαιρα και ορθά το πρόβλημα υγείας της στο αρχικό στάδιο και θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά χωρίς να χρειαστεί να υποβληθεί σε μαστεκτομή. Μετά την μαστεκτομή η ενάγουσα λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή η οποία επηρέασε ή τερμάτισε πρόωρα την έμμηνο ρήση της. Η ενάγουσα προέβη σε χημειοθεραπείες που ολοκληρώθηκαν τον Μάϊο του 2007. Στη συνέχεια προέβηκε σε επίπονες ραδιοθεραπείες. Οι θεραπείες της δημιουργούσαν άγχος, πόνο, αγωνία για τη ζωή της, αγωνία για τα παιδιά της, ψυχική και σωματική δοκιμασία, με την αγωνία θανάτου να παρέμεινε ανεξίτηλη στη μνήμη της ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι όλα έλαβαν χώρα συνεπεία της αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων της εναγομένης ή των αντιπροσώπων της ή των γιατρών του Γεν. Νοσοκομείου Λεμεσού και παραθέτει λεπτομέρειες. Με την Υπεράσπιση της η εναγόμενη ισχυρίζεται πως τα πραγματικά γεγονότα είναι τα ακόλουθα: (α) Κατά ή περί τις 22/4/05 η ενάγουσα εξετάστηκε στα εξωτερικά ιατρεία του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού (καλουμένου από το εξής «το νοσοκομείο») κατόπιν παραπόνου της για κουβαράκι στο στήθος. Αφού οι ιατροί του Νοσοκομείου προέβηκαν σε όλες τις αναγκαίες εξετάσεις, διαγνώστηκε ότι υπήρχε ψηλαφητή μάζα δεξιού μαστού μεγέθους 2cm και 1cm. (β) Παρόλο που οι ιατροί του Νοσοκομείου έκριναν ότι επρόκειτο για ινοαδένωμα χωρίς ενδείξεις κακοήθειας, εντούτοις έδωσαν οδηγίες στην ενάγουσα όπως διευθετήσει μέσω του Ακτινολογικού Τμήματος του Νοσοκομείου εξέταση μαστογραφίας η οποία και προγραμματίστηκε για τις 11/10/05. (γ) Στις 11/10/05 έλαβαν χώρα τα ακόλουθα:
(1)Μαστογραφία σύμφωνα με το αποτέλεσμα της οποίας δεν υπήρχαν οποιεσδήποτε ενδείξεις κακοήθειας σε σχέση με τα ινοαδενώματα.
(2)Υπερηχογράφημα μαστών σύμφωνα με το οποίο διαγνώστηκε ινοαδένωμα 12ης ώρας και ινοαδένωμα 9ης ώρας δεξιού μαστού, και πάλι χωρίς οποιεσδήποτε ενδείξεις κακοήθειας. (δ) Επιπρόσθετα κατά ή περί την πιο πάνω ημερομηνία τελέστηκε βιοψία δια λεπτής βελόνης (FNA) του δεξιού μαστού με αποστολή εκκρίματος θηλής για ανάλυση, το αποτέλεσμα της ποίας ήταν και πάλι αρνητικό χωρίς οποιανδήποτε ένδειξη κακοήθειας. (ε) Παρόλο που τα αποτελέσματα όλων των πιο πάνω εξετάσεων ήταν θετικά και στερούνταν οποιασδήποτε ένδειξης κακοήθειας, εντούτοις για πιο σωστή αντιμετώπιση της όλης κατάστασης και για προληπτικούς σκοπούς συνεστήθη από τους ιατρούς του Νοσοκομείου στην ενάγουσα επανέλεγχος και προγραμματισμός χειρουργικής επέμβασης για αφαίρεση των ινοαδενωμάτων. (στ) Η ενάγουσα αγνόησε τις πιο πάνω συστάσεις των ιατρών του Νοσοκομείου και παρέλειψε να επισκεφθεί ξανά τους ιατρούς του Νοσοκομείου για χρονικό διάστημα 12 μηνών. (ζ) Η ενάγουσα επισκέφθηκε ξανά τους ιατρούς του Νοσοκομείου Λεμεσού στις 10/10/2006 όπου έλαβε χώρα επανεξέταση και προγραμματίστηκε χειρουργική επέμβαση για τις 31/10/
- (η) Η εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι οι ιατροί του Νοσοκομείου ενημέρωσαν την ενάγουσα για την κατάσταση της υγείας της και η ίδια τους πληροφόρησε ότι επιθυμούσε να λάβει 2η ιατρική γνώμη στο εξωτερικό για την περαιτέρω αντιμετώπιση του προβλήματος της. (θ) Περί το έτος 2005 τα οινοαδενώματα στο δεξιό μαστό της ενάγουσας για τα οποία οι γιατροί του Νοσοκομείου προέβηκαν σε όλες τις απαραίτητες εξετάσεις με αρνητικό αποτέλεσμα για οποιαδήποτε κακοήθεια. (ι) Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω αποτελέσματα, οι ιατροί του Νοσοκομείου σύστησαν αμέσως στην εναγόμενη όπως προγραμματισθεί χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των ινοαδενωμάτων πλην όμως η ενάγουσα αμέλησε να ακολουθήσει τις οδηγίες των ιατρών και δεν επισκέφθηκε ξανά το Νοσοκομείο Λεμεσού παρά μόνο 1 χρόνο αργότερα όπου και προγραμματίστηκε και έλαβε χώρα η χειρουργική επέμβαση. (κ) Δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί επιστημονικά ότι η μετέπειτα μαστεκτομή και οι χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν η χειρουργική επέμβαση ελάμβανε χώρα σε νωρίτερο στάδιο. (λ) Ακόμη και αν η ενάγουσα αποδείξει την πιο πάνω πιθανολόγηση, είναι ισχυρισμός της εναγομένης ότι για την μη έγκαιρη διεξαγωγή της χειρουργικής επέμβασης αποκλειστική ευθύνη φέρει μόνο η ενάγουσα ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται, και σε καμιά περίπτωση οι ιατροί του Νοσοκομείου. (μ) Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι ιατροί του Νοσοκομείου προέβησαν σε έγκαιρη και σωστή διάγνωση του ιατρικού προβλήματος της ενάγουσας ως και ότι προέβησαν σε σωστές και έγκαιρες θεραπείες, επιδεικνύοντας κάθε επιδεξιότητα και επαγγελματισμό ως θα επιδείκνυε ένας συνήθης ιατρός της ειδικότητας τους, και οποιαδήποτε μετέπειτα επιδείνωση της κατάστασης της υγείας της ήταν αναπόφευκτη και/ή δεν μπορούσε να προβλεφθεί από ένας συνήθη ιατρό και/ή οφείλεται σε αμέλεια και/ή υπαιτιότητα της ενάγουσας. Η ενάγουσα για να αποδείξει την υπόθεση της κατέθεσε η ίδια και κάλεσε άλλους τρεις μάρτυρες. Για την υπεράσπιση κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε η Δέσποινα Δημητρίου, ενάγουσα στην υπόθεση. Σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση (Τεκμ. 26) την οποία υιοθέτησε, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν 39 ετών, μητέρα δύο παιδιών και εργαζόταν ως ωρομίσθια υπάλληλος στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Κατά τον Απρίλιο του 2005 εντόπισε στο στήθος της ένα μικρού κουβάρι στη δεξιά περιοχή του μαστού. Αμέσως έσπευσε στον επί καθήκοντι ιατρό στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, όπου εργαζόταν για να προβεί στις δέουσες ιατρικές εξετάσεις και αναλύσεις και να εξεταστεί σχετικά με το συγκεκριμένο θέμα που αντιμετώπιζε, ενημερώνοντας το γιατρό για το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό της. Κατά την 27.4.2005 και αφού είχε υποβληθεί σε μαστογραφία δεξιού μαστού οι επί καθήκοντι γιατροί που την εξέτασαν και μελέτησαν τη μαστογραφία τη συμβούλευσαν και γνωμάτευσαν ότι δεν πάσχει από οποιαδήποτε μορφή καρκίνου ή κακοήθειας και ότι κατά πάσα πιθανότητα το κουβαράκι που ανιχνεύθηκε ήταν απλά ένα αδένωμα το οποίο θα διαλυόταν από μόνο του. Παρουσίασε αντίγραφο ιατρικών σημειώσεων για τη μαστογραφία (Τεκμ. 1) καθώς και ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 24.4.05 του γιατρού Πισσαρίδη με τέσσερα φίλμς μαστογραφίας Τεκμ.
- Επέμενε να υποβληθεί σε ultra sound μαστού και υποβλήθηκε κατά την 3.06.2005, μετά από μελέτη του από την επί καθήκοντι γιατρό που είδε και μελέτησε τη μαστογραφία επαναβεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε κανένας λόγος για ανησυχία καθώς ήταν απλά αδενώματα. Παρουσίασε αντίγραφο ultra sound ημερ. 3.6.2005 μαζί με σημείωση αποτελεσμάτων (Τεκμ. 3). Περί την 11.10.2005 κατά τις πρωϊνές ώρες παρατήρησε ότι είχε έκκριση αριστερής θηλής και αμέσως έσπευσε και επισκέφθηκε τον επί καθήκοντι γιατρό ο οποίος απουσίασε και αντί αυτού εξετάστηκε από τον ειδικευόμενο εν υπηρεσία γιατρό κ. Κουλουτέρη, ο οποίος προέβηκε αμέσως σε δειγματοληψία εκκρίματος αριστερής θηλής. Τον ενημέρωσε για το ιστορικό της και του έδειξε τη μάζα και αποφάσισαν από κοινού όπως διενεργήσει παρακέντηση (FNA) δεξιού μαστού και την ενημέρωσε ότι θα αποστείλουν τα δείγματα για βιοψία και άλλες εξειδικευμένες εξετάσεις. Παρουσίασε αντίγραφο ιατρικού φακέλου (Τεκμ. 4). Μετά τη διενέργεια της βιοψίας επισκέπτετο επί εβδομαδιαίας βάσης το συγκεκριμένο τμήμα απ' όπου είχαν σταλεί τα δείγματα της βιοψίας της ρωτώντας κατά πόσο είχαν το αποτέλεσμα. Τα αποτελέσματα έφθασαν λίγο πριν τα Χριστούγεννα περί την 17.12.2005, δύο μήνες μετά από την ημέρα που διενεργήθηκε η βιοψία. Αφού μελετήθηκαν από τον επί καθήκοντι ιατρό διαβεβαιώθηκε ότι όλα ήταν εντάξει και δεν υπήρχε κανένα ίχνος κακοήθειας και κανένας λόγος ανησυχίας. Κατά το καλοκαίρι του 2006 ενώ βρισκόταν στο Ηνωμένο Βασίλειο για διακοπές επισκέφθηκε μία φίλη της η οποία εργαζόταν σαν «sister» δια την Δρ Quickly η οποία εξασκεί το επάγγελμα της ογκολόγου και η οποία ήταν η θεράπουσα ιατρός της μητέρας της, μετά που την ψηλάφισε της υπέδειξε την άμεση σοβαρότητα της κατάστασης της και της τόνισε ότι πρέπει να επισκεφθεί ειδικό γιατρό για περαιτέρω εξετάσεις και να του τονίσει ότι έχει οικογενειακό ιστορικό. Με την επιστροφή της στην Κύπρο περί τον Σεπτέμβριο του 2006 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου εξετάστηκε από τον κ. Κάκα, γενικό χειρούργο και του έδειξε όλες τις προηγούμενες εξετάσεις που είχε υποβληθεί πλην του FNA το οποίο χάθηκε μέσα από το φάκελο και τον ενημέρωσε για τον πιθανό καρκίνο όπως της υπέδειξαν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Μετά από εμμονή δική της την ψηλάφισε και την καθησύχασε ότι δεν υπάρχει ίχνος κακοήθειας αλλά επρόκειτο για κυστικά αδενώματα και όχι για οποιαδήποτε μορφή καρκίνου ή κακοήθειας. Μετά από δική της επιμονή, καθώς ένοιωθε ότι κάτι δεν ήταν σωστό, ο γιατρός συμφώνησε να γίνει χειρουργική επέμβαση με ανοικτή βιοψία του όγκου και την τοποθέτησε στη λίστα αναμονής. Λόγω της μεγάλης καθυστέρησης αποφάσισε να επισκεφθεί εξωτερικό ιδιώτη γιατρό. Στις 20.10.2006 αφού πέρασε σχεδόν ένας μήνας από την προσθήκη της στη λίστα αναμονής, επισκέφθηκε τον κ. Αδάμο Αδάμου, ογκολόγο, στον οποίο προσκόμισε όλες τις προηγούμενες εξετάσεις που είχε υποβληθεί το 2005 στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εξετάστηκε από τον ίδιο, ο οποίος διαπίστωσε ογκίδιο στο άνω έξω τεταρτημόριο του δεξιού μαστού, το οποίο βρήκε ως πολύ ύποπτο για κακοήθεια καθώς τόσο η αφή του όσο και το οικογενειακό της ιστορικό το οποίο γνώριζε ο γιατρός θεωρείτο υψηλού κινδύνου και της συνέστησε άμεση βιοψία για περαιτέρω αναγνώριση και τη συμβούλευσε όπως επισκεφθεί τον διευθυντή της χειρουργικής κλινικής κ. Σταύρου για να επισπεύσει την ανοικτή βιοψία παρακάμπτοντας τη λίστα αναμονής λόγω της σοβαρότητας της κατάστασης της. Παρουσίασε ιατρική έκθεση του κ. Αδάμου Αδάμου (Τεκμ.6). Επισκέφθηκε τον κ. Σταύρου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και τον ενημέρωσε για τη διάγνωση του κ. Αδάμου. Εκείνος υποτίμησε τόσο τον ίδιο τον γιατρό όσο και τη διάγνωση του και την καθησύχασε με τη φράση «δεν έχεις τίποτε, μην ακούεις του φαρσόκκελου». Μετά από δική της επιμονή κανόνισε να χειρουργηθεί με ανοικτή βιοψία δεξιού μαστού στις 31.10.
- Παρουσίασε αντίγραφο βεβαίωσης εισαγωγής της για ανοικτή βιοψία για τις 27.11.2006 (Τεκμ. 5), αντίγραφο αρχείου χειρουργείου (Τεκμ. 7), αντίγραφο νοσηλευτικής αναφοράς ημερ. 30.10.2006 (Τεκμ.8), φίλμ υπερηχογραφήματος ημερ. 12.10.2006 (Τεκμ.9). Μετά την επέμβαση τα αποτελέσματα επιβεβαίωναν τον κ. Αδάμου όσο και τους φόβους της για ύπαρξη καρκίνου. Παρουσίασε αντίγραφο ιατρικής αναφοράς ημερ. 2.11.06 (Τεκμ. 10). Μετά από δική της πρωτοβουλία η βιοψία έγινε από τον κ. Γεώργιο Αντωνιάδη, ιδιώτη ιστοπαθολόγο, καθώς την ενημέρωσαν από το νοσοκομείο ότι αν τα δείγματα στέλλονταν στο ιστοπαθολογικό του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας θα έπαιρναν τουλάχιστον δύο μήνες να έλθουν τα αποτελέσματα της βιοψίας. Παρουσίασε αντίγραφο ιστοπαθολογικής αναφοράς στην οποία αναγνωρίζεται η ύπαρξη επιθετικού καρκινώματος (Τεκμ.11). Επικοινώνησε με τον κ. Αντωνιάδη την 1.11.2006 και ενημερώθηκε τηλεφωνικώς ότι οι υποψίες της για καρκίνο ήταν σωστές. Δεν ήταν σε θέση να της πει σε τι στάδιο βρισκόταν και της ζήτησε 24 ώρες για να το διευκρινίσει. Τη στιγμή εκείνη ένοιωσε φόβο για τη ζωή της. Ενώ βρισκόταν ακόμα στο Νοσοκομείο την επισκέφθηκαν οι κκ. Σταύρου, Κάκας, Παπαηροδότου, η κα Χατζηκώστα μαζί με κάποιους άλλους ειδικευόμενους γιατρούς και της ανακοίνωσαν κάτι το οποίο ήδη γνώριζε, χωρίς να της δώσουν καμιά σημασία. Της ανακοίνωσαν ότι πάσχει από επιθετικό καρκίνο δεξιού μαστού και ότι πιθανό να επιβάλλετο διπλή μαστεκτομή και μάλιστα άμεσα. Η ίδια τους δήλωσε ότι μαζί τους είχε τελειώσει καθώς η εμπιστοσύνη της κλονίστηκε και δεν ήθελε πλέον η υγεία της και η ζωή της να βασίζεται σε αυτούς που για τόσο καιρό αδιαφορούσαν, έτσι αποφάσισε να μεταβεί με δικά της έξοδα στο Ηνωμένο Βασίλειο. Κατά την 7.11.2006 μετέβηκε στην Αγγλία για να προβεί στις δέουσες εξετάσεις και να πάρει μια δεύτερη πιο αξιόπιστη γνώμη για την κατάσταση της. Παρουσίασε αντίγραφο εισιτηρίου (Τεκμ. 12). Μετέβηκε στην Αγγλία και επισκέφθηκε και περί την 9.11.2006 επισκέφθηκε τον Professor J. Meirion Thomas Μ.S. μετά από σύσταση της Κυπριακής Πρεσβείας στο Λονδίνο, ο οποίος επιβεβαίωσε την ύπαρξη καρκινώματος στο δεξιό στήθος και υπομασχάλια περιοχή, γεγονός προφανές από την ιστοπαθολογική εξέταση στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας όσο και από την επανεξέταση των δειγμάτων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Παρουσίασε αντίγραφο ιστοπαθολογικής αναφοράς του Δρ. John Firth (Tεκμ.13) Κατά την επίσκεψη της στον Meirion του παρουσίασε την ιατρική αναφορά του Κάκα (Τεκμ. 10), τα υπερηχογραφήματα, (Τεκμ. 3 και 9) και τη μια και μοναδική μαστογραφία (Τεκμ.2). Μετά από την ενημέρωση για ανάγκη διπλής μαστεκτομής, όπως της ανέφεραν οι γιατροί στην Κύπρο, την έστειλαν στο ραδιολόγο κ. Eleonar Moskovitz όπου υποβλήθηκε σε ultra sound αριστερού μαστού το οποίο δεν έδειξε οτιδήποτε ανησυχητικό ώστε να χρήζει της ανάγκης διπλής μαστεκτομής. Παρουσίασε αντίγραφο ραδιολογικής εξέτασης (Τεκμ.14). Ο J. Meirion αφού μελέτησε όλα τα έγγραφα συμπέρανε ότι μετά από τις εξετάσεις που προέβηκε το 2005 και το οικογενειακό ιστορικό της επιβαλλόταν άμεση ανοικτή βιοψία μαστού και όχι παρακέντηση δια βελόνας όπως έκαναν οι γιατροί στην Κύπρο. Μετά τις εξετάσεις ο Meirion της συνέστησε άμεση μαστεκτομή δεξιού μαστού, όμως δεν μπορούσε να διενεργηθεί άμεσα λόγω της μελανής η οποία προκλήθηκε από την λάθος πρακτική στο κλείσιμο της ανοικτής βιοψίας. Λόγω του πιο πάνω υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση μαστεκτομής δεξιού μαστού μετά από θεραπεία με αντιβίωση στις 24.11.
- Παρουσίασε ιατρικές βεβαιώσεις ημερ. 13.11.2006 για την επικείμενη επέμβαση της και μετεγχειρητική βεβαίωση ημερ. 7.12.2006 (Τεκμ. 16) όπως και ιατρική αναφορά του J. Meirion 7.12.2006 (Τεκμ.17). Οι πιο πάνω εξετάσεις και διαδικασίες της δημιούργησαν άγχος, πόνο, αγωνία για τη ζωή της και για το μέλλον των παιδιών της γιατί ο θάνατος ήταν ορατός εάν δεν γινόταν κάτι άμεσα. Υποστηρίζει ότι όλα όσα υπέστηκε είναι συνέπεια της αμέλειας ή παράβασης των εκ του νόμου απορρεόντων καθηκόντων των εναγομένων και των αντιπροσώπων τους, καθώς και των γιατρών και του προσωπικού του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού. Θεωρεί πως οι γιατροί και το προσωπικό του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού ήταν αμελείς γιατί: (α) Δεν εντόπισαν και δεν διέγνωσαν έγκαιρα το πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε. (β) Δεν διέγνωσαν και δεν εντόπισαν την φύση και την έκταση του προβλήματος που αντιμετώπιζε. (γ) Εντόπισαν και ερμήνευσαν διαφορετικό πρόβλημα υγείας από αυτό που αντιμετώπιζε. (δ) Δεν ερμήνευσαν και δεν διέγνωσαν και δεν εξέτασαν ορθά και πλήρως τις ιατρικές εξετάσεις και αναλύσει στις οποίες προέβηκε καθώς επίσης και τα αποτελέσματα αυτών. (ε) Δεν είχαν το αναγκαίο και απαραίτητο ιατρικό εξοπλισμό και προσωπικό για να μπορέσουν να διαγνώσουν έγκαιρα και με ακρίβεια το πρόβλημα το οποίο αντιμετώπιζε. (στ) Δεν της χορήγησαν έγκαιρα την ενδεδειγμένη και αποτελεσματική θεραπεία με αποτέλεσμα να χρειαστεί να υποβληθεί σε μαστεκτομή στο δεξιό μαστό ενώ αυτό θα ήταν αχρείαστο αν η φύση του προβλήματος της γινόταν αντιληπτή νωρίτερα και αντιμετωπιζόνταν ανάλογα. (ζ) Υποτίμησαν και δεν έλαβαν σοβαρά υπ' όψη το πρόβλημα που αντιμετώπιζε αλλά ούτε έδωσαν σημασία στο οικογενειακό ιστορικό που είχε και δεν έλαβαν σοβαρά υπ' όψη την γνωμάτευση του ειδικού ογκολόγου. (η) Τη συμβούλευσαν και τη διαβεβαίωσαν ότι δεν αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας με αποτέλεσμα το πρόβλημα να επιδεινωθεί και να επεκταθεί έτσι που να χρειάζεται ολική μαστεκτομή δεξιού μαστού, όλα αυτά τα βασανιστήρια για εκείνη θα μπορούσαν να αποφευχθούν αν οι εναγόμενοι εντόπιζαν και αντιμετώπιζαν εγκαίρως την φύση και έκταση του προβλήματος της. (θ) Γενικά οι εναγόμενοι και οι αντιπρόσωποι και οι θεράποντες ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού δεν επέδειξαν την εύλογη επιμέλεια και προσοχή που απαιτείτο και ήταν ενδεδειγμένο υπό τις περιστάσεις και γενικά δεν ενήργησαν στα πλαίσια του μέσου συνετού γιατρού και/ή επιστήμονα και/ή ειδικού εμπειρογνώμονα. Υποστηρίζει επίσης πως θα χρειαστεί τουλάχιστον δύο νέες χειρουργικές επεμβάσεις για να προστεθεί τεχνητός μαστός. Το κόστος των επεμβάσεων θα ανέρχεται στις £24.000 (αγγλικές στερλίνες). Στη συνέχεια αναφέρεται στις ειδικές ζημιές και έξοδα τα οποία υπέστη. Σύμφωνα με την ενάγουσα πλήρωσε: (α) Βιοϊατρική Λεμεσού Λτδ 02.11.2006 £35,00 (Τεκμ.18) €59,80 (β) Αεροπορικό εισιτήριο προς και από Αγγλία £321,50 (Τεκμ.12) €549,32 (γ) ι. Πρώτη επίσκεψη στο γιατρό Μr. J. Meirion Thomas στις 09.11.2006 £130,00 €222,12 ιι. Αμοιβή δια μαστεκτομή £700,00 (Τεκμ.19) €1.190,00 (δ) Μαστογραφία και υπερηχογράφημα μαστού στο HCA (the health care company) στις 08.11.2006 £264,00 (Τεκμ.20) €451,07 (ε) Συμβουλευτική επίσκεψη στον ιατρό Paul Harris (Consultant Plastic) στις 21.11.2006 £254,90 (Τεκμ.21) €435,52 (στ) Εγχείρηση ολικής μαστεκτομής στις 2.11.2006 £3.500,00 (Τεκμ.22) €5.980,11 (ζ) Αμοιβή αναισθησιολόγου Neil Soni στις 24.11.2006 £250,00 (Τεκμ. 23) €427,15 (η) Φάρμακα ημερ. 28.11.2006 £11,72 (Τεκμ.24) €20,02 (θ) Επίσκεψη στο γραφείο Mr. J. Meirion Thomas ημερ. 13.08.2007 £150,00 (Τεκμ.25) €256,29 (ι) Έξοδα δύο μελλοντικών διορθωτικών επεμβάσεων με αναμενόμενο κόστος £23.500,00 €40.152,13 (κ) Bone Scan £290,00 €495,49 Και με βάση τα πιο πάνω απαιτεί ειδικές αποζημιώσεις €609,12 και £29.050,62 (αγγλικές στερλίνες) πλέον γενικές αποζημιώσεις, νόμιμο τόκο και έξοδα. Αναφορικά με το οικογενειακό ιστορικό της υποστήριξε πως η μητέρα της πάσχει από τον ίδιο καρκίνο, ο αδελφός της έχει καρκίνο στους λεμφαδένες και ο πατέρας της πέθανε από καρκίνο στο παχύ έντερο. Ο καρκίνος στη μητέρα της εντοπίστηκε στο πρώτο στάδιο και δεν έκαμε μαστεκτομή. Επίσης από καρκίνο πέθαναν οι μισοί της θείοι. Τα πιο πάνω τα έχει πληροφορήσει στους γιατρούς που την εξέτασαν και η μόνη σημείωση που έλαβαν ήταν για τη μητέρα της. Το 2005 εργαζόταν στο πλυντήριο του νοσοκομείου και δεν είχε ιδιαίτερη μεταχείριση από τους γιατρούς. Αντεξεταζόμενη ανέφερε πως μετά την επιστροφή της στην εργασία της αποφάσισαν να της δώσουν μια πιο εύκολη δουλειά, έτσι από το 2007 εργάζεται στο τμήμα πυρηνικής ιατρικής ως γραμματέας. Είναι η θέση της ότι στις 22.4.2005 επισκέφθηκε στο νοσοκομείο την ιατρό κα Παπαηροδότου. Προς τούτο είναι σίγουρη γιατί στο φάκελο της Τεκμ.4 βλέπει την υπογραφή της. Δεν συμφώνησε ότι ο γιατρός που είδε ήταν ο Αντρέας Στυλιανού. Συμφώνησε ότι στον ιατρικό της φάκελο Τεκμ. 4 στις 22.4.2005 καταγράφηκε το ιατρικό της ιστορικό και ότι της συνεστήθη από τον γιατρό να κάμει μαστογραφία, την οποία έκαμε στις 27.4.
- Συμφώνησε επίσης ότι στο Τεκμ. 2 γράφει ότι είναι επείγον. Τα αποτελέσματα τα πήρε η ίδια και τα έδειξε στη γιατρό Παπαηροδότου στις 17.5.2005 και της σύστησε να κάμει ultra sound το οποίο έκαμε στις 3.6.
- Δεν συμφώνησε σε υποβολή ότι δεν παρουσίασε το αποτέλεσμα της εξέτασης στη γιατρό. Σε υποβολή ότι στο ultra sound Tεκμ.3 ημερ. 3.6.2005 δεν αναφέρεται οτιδήποτε για κακοήθεια των ινοαδενωμάτων, η μάρτυρας συμφώνησε. Σύμφωνα με τη μάρτυρα τα εν λόγω αποτελέσματα τα έδειξε στη γιατρό Παπαηροδότου, εξήγησε δε πως τούτο δεν είναι γραμμένο στον ιατρικό της φάκελο, επειδή της είπε ότι δεν χρειαζόταν να κάνει εγγραφή και απλώς να πάει να της τα δείξει. Αφού της τα έδειξε της είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα και όλα είναι εντάξει. Σε υποβολή ότι τόσο τα αποτελέσματα της μαστογραφίας όσο και του ultra sound δεν τα έδειξε σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την έκδοση τους σε οποιονδήποτε γιατρό του νοσοκομείου γιατί είχε εφησυχαστεί ότι δεν είχε οτιδήποτε, η μάρτυρας απάντησε πως τότε δεν θα υπήρξε λόγος για το ultra sound. Εφησυχάστηκε όταν πήρε και το ultra sound στη γιατρό και της είπε ότι είναι εντάξει. Σε υποβολή ότι αυτή η επίσκεψη στη γιατρό δεν καταγράφεται στο φάκελο, επανέλαβε ότι την επισκέφθηκε. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι για πρώτη φορά έδειξε το αποτέλεσμα της μαστογραφίας και του ultra sound σε γιατρό του νοσοκομείου στις 11.10.2005 και ο λόγος ήταν ότι είχε εκκρίσεις θηλής και έπρεπε να επισκεφθεί γιατρό. Τούτο είναι καταγεγραμμένο στο Τεκμ.
- Η μάρτυρας απάντησε ότι είχε πάει και άλλες φορές και πως έδειξε τα αποτελέσματα της μαστογραφίας και του ultra sound. Στις 11.10.2005 την είδε ειδικευόμενος γιατρός όταν στο νοσοκομείο δεν υπήρχε ειδικός γιατρός να την εξετάσει όταν φοβήθηκε για το αριστερό της στήθος που παρουσίαζε έκκριμα θηλής. Συμφώνησε δε πως εφησυχάστηκε όταν της είπαν ότι δεν έχει τίποτε, πως η μαστογραφία της ήταν χωρίς ίχνος κακοήθειας και πως το ινοαδένωμα επίσης δεν παρουσίαζε κακοήθεια. Ο γιατρός αποφάσισε να γίνει βιοψία δεξιού μαστού με βελόνα, έτσι στάληκε έκκριμα θηλής αριστερού και δεξιού μαστού για ανάλυση. Αναζήτησε τα αποτελέσματα της εξέτασης αλλά είχαν εξαφανιστεί από το φάκελο της. Η μάρτυρας δεν συμφώνησε ότι τρεις μέρες μετά την εξέταση δηλαδή στις 14.10.2005 ενημερώθηκε από τον γιατρό του νοσοκομείου Λεμεσού ότι τα αποτελέσματα ήταν αρνητικά χωρίς ένδειξη κακοήθειας. Ήταν η θέση της μάρτυρος πως αυτή η ημερομηνία γράφτηκε στο φάκελο της το
- Σε υποβολή ότι στο Τεκμ. 4 στην τελευταία καταγραφή ημερ. 14.10.2005 γράφει «FNA 1 και 2 αρνητικά, επανέλεγχος σε ένα μήνα, συνεστήθη επέμβαση» η μάρτυρας επανέλαβε ότι τα αποτελέσματα επήγαν δύο μήνες μετά και σήμερα τα αποτελέσματα της βιοψίας στο ιστοπαθολογικό παίρνουν περίπου δύο μήνες να βγουν. Σε υποβολή ότι στις 14.10.2005 ήταν την γιατρό Παπαηροδότου που επισκέφθηκε, η μάρτυρας διαφώνησε. Η μάρτυρας αμφισβήτησε έγγραφο το οποίο της υπεδείχθη το οποίο σύμφωνα με την υπεράσπιση εκδόθη στις 13.10.2005 και αφορούσε τα αποτελέσματα του FNA. To εν λόγω έγγραφο κατατέθηκε προς αναγνώριση ως Τεκμ. Α. Σε υποβολή ότι η γιατρός Παπαηροδότου στις 14.10.2005 της γνωστοποίησε τα αποτελέσματα και της σύστησε να κάνει επανέλεγχο σε ένα μήνα και να κάνει εισαγωγή για επέμβαση. Παρόλα αυτά αυτή την αγνόησε και επισκέφθηκε ξανά τους γιατρούς του νοσοκομείου ένα χρόνο αργότερα στις 10.10.
- Η μάρτυρας διαφώνησε λέγοντας ότι στις 14.10.2005 δεν είδε την Παπαηροδότου αλλά κάποιον άλλο γιατρό, ο οποίος της είπε ότι είναι μια χαρά. Στις 10.10.2006 την εξέτασε ο γιατρός Κάκας, χωρίς εγγραφή στα εξωτερικά ιατρεία. Σε υποβολή ότι στο φάκελο της φαίνεται ότι είχε εγγραφεί στις 10.10.2006 και ο γιατρός σημείωσε στο φάκελο της την επίσκεψη της, απάντησε ότι η ίδια το πήρε από το αρχείο και του τον πήγε με τα ultrasound. H μαστογραφία (Τεκμ.Α) δεν βρίσκετο στον φάκελο. Ο σχετικός φάκελος κατατέθηκε ως Τεκμ.Β για αναγνώριση. Σε υποβολή ότι όλες οι εξετάσεις (ultrasound, μαστογραφία και FNA) ήταν ενώπιον του γιατρού Κάκα και δεν έδειχναν οποιαδήποτε κακοήθεια η ενάγουσα συμφώνησε ότι την τρίτη εξέταση την πήρε η ίδια και ο γιατρός της είπε ότι δεν υπήρχε ίχνος κακοήθειας, αλλά αφού επέμενε την παρέπεμψε για βιοψία ανοικτού μαστού. Σε υποβολή ότι μεταξύ της 10.10.06 και 24.11.06 δεν υπήρχε καθυστέρηση η ενάγουσα συμφώνησε, αποδίδοντας την καθυστέρηση σε προηγούμενο χρόνο. Σε υποβολή ότι αυτό οφείλετο στην ίδια που καθυστέρησε να επισκεφθεί τους γιατρούς, δεν συμφώνησε. Σε υποβολή ότι η κακοήθεια διαφάνηκε για πρώτη φορά στο ultrasound ημερ. 12.10.2006, απάντησε ότι δεν γνωρίζει επειδή δεν είναι γιατρός. Σε ερώτηση του Δικαστηρίου αν της είπαν ότι το ultrasound έδειξε κακοήθεια, η ενάγουσα αρνήθηκε ότι της ανέφεραν οτιδήποτε. Σε υποβολή ότι η κακοήθεια καταγράφεται στο Τεκμ.2, η ενάγουσα απάντησε ότι δεν την πληροφόρησαν. Σε υποβολή ότι η πρώτη εξέταση στην οποία διαφάνηκε ότι υπήρχε κακοήθεια ήταν το ultrasound ημερ. 12.10.2006 η ενάγουσα επανέλαβε ότι δεν το γνωρίζει. Σε υποβολή ότι γνώριζε το αποτέλεσμα γιατί σύμφωνα με την ίδια την εν λόγω εξέταση την πήγε στον γιατρό Αδάμου και τούτο φαίνεται από το Τεκμ. 6, απάντησε ότι δεν θυμάται γιατί ήταν συγχυσμένη. Σε υποβολή ότι η επιλογή θεραπείας στην ιατρική δεν αναιρεί την ορθότητα άλλης μεθόδου θεραπείας, η ενάγουσα απάντησε ότι δεν το γνωρίζει. Σε υποβολή ότι μετά τις 3.6.2005 έπρεπε να πάρει τα αποτελέσματα της μαστογραφίας και του ultrasound στους χειρούργους, αλλά αμέλησε και τους επισκέφθηκε στις 11.10.2005 επειδή παρουσίασε έκκριμα στη θηλή. Η ενάγουσα συμφώνησε ότι ο λόγος ήταν γιατί το ultrasound και η μαστογραφία ήταν αρνητική. Σε υποβολή ότι στις 14.10.2015 την ενημέρωσε για το αποτέλεσμα του FNA και της σύστησε να επανέλθει σε ένα μήνα, όπως γράφει στο Τεκμήριο 4, για να προγραμματιστεί επέμβαση για τα ινοαδενώματα ώστε να μην καταλήξουν σε κακοήθεια, η ενάγουσα δεν συμφώνησε, αρνήθηκε δε ότι το Τεκμ. 4 αναγράφει κάτι τέτοιο. Σε υποβολή ότι αγνόησε τις συστάσεις που της δόθηκαν στις 14.10.2005 και επισκέφθηκε ξανά τον γιατρό Κάκα στο νοσοκομείο Λεμεσού στις 10.10.2006, η ενάγουσα δεν συμφώνησε και δήλωσε πως δεν μπορούσε να αμελήσει ένα τόσο σοβαρό ιατρικό πρόβλημα. Σε υποβολή ότι αν αφαιρούσε τον όγκο το 2005 όπως της σύστησαν οι γιατροί, ο όγκος δεν θα εξελισσόταν σε κακοήθεια, απάντησε ότι κανένας δεν της σύστησε να αφαιρέσει τον όγκο. Ως Μ.Ε.2 κατέθεσε ο γενικός χειρούργος Μιχάλης Κάκας στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Αναγνώρισε στο Τεκμ.10 έκθεση την οποία ετοίμασε, αφού έλαβε υπόψη το φάκελο της ασθενούς και την κλινική της κατάσταση. Την ετοίμασε στις 2.11.2006 όταν του ζητήθηκε από την ασθενή να της δώσει μία ιατρική έκθεση μετά τη βιοψία που είχε γίνει στις 31.10.
- Όπως του ανέφερε η ασθενής ήθελε να λάβει και δεύτερη γνώμη στο εξωτερικό για τη θεραπεία που θα ακολουθούσε. Ο μάρτυρας συνέχισε λέγοντας ότι στο υπερηχογράφημα που έγινε πριν τη βιοψία γίνεται αναφορά σε ύποπτο όγκο στο δεξιό μαστό. Δεν θυμόταν τον δείκτη υποψίας κατά τον έλεγχο του μαστογράφου και υπερήχου. Προ της βιοψίας η άρρωστη είχε κάμει υπερηχογράφημα στο οποίο περιγράφεται ξεκάθαρα η υποψία του όγκου. (βλ. Τεκμ.2). Διευκρινίζει ότι η γνωμάτευση της μαστογραφίας γίνεται από ειδικό ακτινολόγο. Στο υπερηχογράφημα διαπιστώνεται από τον ακτινολόγο μεγάλη υποψία κακοήθειας. Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε πως για την μαστογραφία δεν μπορούσε να γνωματεύσει επειδή δεν είναι ακτινολόγος. Οι μαστογραφίες αξιολογούνται με βάση κριτήρια που βάζουν δείκτες υποψίας για κακοήθεια. Είναι αποδεδειγμένο ότι και ο πλέον ειδικός ακτινολόγος είναι πιο κοντά στη σωστή διάγνωση αν ξέρει εκ των προτέρων ότι η βιοψία δείχνει κακοήθεια. Η διάγνωση σε νεαρά άτομα δεν είναι εύκολη, έστω και σε χέρια έμπειρων ακτινολόγων. Σύμφωνα με το μάρτυρα η απόφαση για ανοικτή βιοψία στο χειρουργείο συναρτάται από πολλούς παράγοντες που όλοι μαζί πρέπει να συνεκτιμηθούν για να βγει το ορθό συμπέρασμα. Γενικά ζυγίζεται το πλεονέκτημα ανοικτής εγχείρησης έναντι του μειονεκτήματος μιας αρνητικής στο αποτέλεσμα εγχείρησης. Ο μάρτυρας εξήγησε πως ο ακτινολογικός έλεγχος είναι μόνο μέρος της μεθοδολογίας στην αξιολόγηση του ασθενούς, εξίσου σημαντικό είναι το ιστορικό του αρρώστου, τα συμπτώματα και η κλινική εξέταση, αν ψηλαφούνται ύποπτα κουβαράκια η παρακέντηση με βελόνα, όλα αυτά αποτελούν τον λεγόμενο τριπλό έλεγχο. Εκεί θα κριθεί ο δείκτης υποψίας και ανάλογα θα δοθούν οδηγίες αν είναι αναγκαίο να γίνει η εγχείρηση (ανοικτή βιοψία). Το σύνηθες που γίνεται όταν ο ασθενής έχει τα αποτελέσματα είναι να επισκεφθεί τα χειρουργικά ιατρεία για επανεξέταση των αποτελεσμάτων και εξέταση του ιδίου. Αναφερόμενος στο Τεκμ. 4 ο μάρτυρας εξηγά ότι όταν τον επισκέφθηκε για πρώτη φορά της ζήτησε να κάνει μαστογραφία και στον Οκτώβριο του 2005 της συστήθηκε να κάμει εξέταση βελόνας FNA. Και τότε η ασθενής επισκέφθηκε τη γιατρό Βάσω Παπαηροδότου στις 14.10.2005 η οποία της σύστησε να κάμει επέμβαση. Η χειρούργος Παπαηροδότου εκτίμησε και έδωκε τη συμβουλή να γίνει βιοψία στο χειρουργείο γιατί αν η κλινική εκτίμηση είναι συμβατή με μια υποψία κακοήθειας παραγνωρίζεται το αρνητικό αποτέλεσμα της ακτινολογικής εκτίμησης. Όταν ο ίδιος την είδε τον επόμενο χρόνο στις 10.10.2006 της είχε εισηγηθεί χειρουργική επέμβαση παρά το ότι το δεύτερο υπερηχογράφημα είχε γίνει δύο ημέρες αργότερα της κλινικής του εκτίμησης. Με τη συνάδελφο του συμφωνεί ότι αφού ετέθηκε η υποψία όφειλε να προχωρήσει σε επέμβαση. Ο μάρτυρας συμφώνησε ότι είναι γενικά αποδεκτό ότι όσο πιο έγκαιρα αντιμετωπιστεί ένας όγκος τόσο καλύτερη είναι η πρόγνωση. Όμως, εξηγά, ότι στην προκειμένη περίπτωση επειδή διαπιστώθηκε πολυκεντρικός όγκος στο μαστό της, δηλαδή σε δύο ξεχωριστά σημεία, η ενδεικνυόμενη θεραπεία θα ήταν μαστεκτομή, ανεξάρτητα από το μέγεθος του όγκου. Για την ασθενή είναι ελπιδοφόρο ότι μετά από τόσα χρόνια δεν πάσχει από υποτροπή. Εξηγά ο μάρτυρας ότι και έγκαιρα να έκανε την επέμβαση ανοικτής βιοψίας, μαστεκτομή θα έκαμνε. Ο μάρτυρας αναγνώρισε το Τεκμ.Β ημερομηνίας 10.10.2006 ως έγγραφο το οποίο εκδόθηκε από το ιατρείο του το οποίο εξέδωσε ειδικευόμενος γιατρός. Σε αυτό αναγράφεται «προγραμματίσω για χειρουργική επέμβαση». (Τεκμ.27). Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο γιατρός ακτινολόγος Άκης Πισσαρίδης. Αναγνώρισε το Τεκμ.2, όπου αναγράφεται ότι στις 27.4.2005 έγινε μαστογραφία και υπέρηχος του μαστού έγινε στις 11.10.
- Ο ίδιος στη μαστογραφία του 2005 έγραψε «χωρίς ένδειξη κακοήθειας». Η άλλη εγγραφή στο ίδιο έγγραφο έγινε από τη γιατρό Φουσκωτού και αφορά τον υπέρηχο του μαστού. Ο μάρτυρας εξηγά ότι η ένδειξη «χωρίς κακοήθεια» εννοεί ότι δεν φαινόταν κάτι που να λέει «ότι είναι κακοήθεια». Κατά πόσο μετά τις πιο πάνω εξετάσεις ο ασθενής χρειάζετο περαιτέρω εξετάσεις, ο μάρτυρας δήλωσε πως αυτό είναι δουλειά του χειρούργου, ο οποίος παρέπεμψε τον ασθενή. Κατά την αντεξέταση του εξήγησε πως ο ασθενής οφείλει οπωσδήποτε να πάρει τα αποτελέσματα στον χειρούργο που τον παρέπεμψε. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε η γιατρός Φουσκωτού Ελένη, ακτινολόγος στο Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η μάρτυς αναγνώρισε στο Τεκμ. 2 τη γνωμάτευση της για υπέρηχο τον Οκτώβριο του 2006, όπου αναγράφει «ultrasound μαστός υπόηχες με ασαφή όρια και ακουστική σκιά εστίες ως σε CA» (cancer). Σε ερώτηση αν από την εμπειρία της μπορεί να καθορίσει πόσο καιρό υπήρχε ο καρκίνος, απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Επίσης δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο τούτο ήταν κάτι το οποίο μπορούσε να δημιουργηθεί μέσα σε περίπου ένα χρόνο. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Σάββας Χρυσάνθου, κυτταρολόγος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας από την 1.10.
- Αναγνώρισε στο Τεκμ.Α το έγγραφο το οποίο συμπλήρωσε ο ίδιος στις 13.10.2005 μετά από το υλικό που είχε σταλεί στο εργαστήριο του από το χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου Λεμεσού. Το εν λόγω έγγραφο σημειώθηκε Τεκμ.
- Αναφέρει ο μάρτυρας ότι αφορά την Δέσποινα Δημητρίου, 39 χρόνων, της οποίας είχε γίνει βιοψία δια λεπτής βελόνας στο δεξιό μαστό και πάρθηκε υλικό από τη θηλή του αριστερού μαστού της. Τα πιο πάνω του στάληκαν για κυτταρολογική εξέταση. Η δική του δουλειά ήταν να εξετάσει τα κύτταρα που βρίσκονταν στα εν λόγω υλικά και να κρίνει αν ήταν καρκινικά κύτταρα. Διαπίστωσε ότι και στα δύο υλικά δεν υπήρχαν καρκινικά κύτταρα, στο υλικό του δεξιού μαστού κρίθηκε ινοκυστική μαστοπάθεια και στον αριστερό μαστό ατελεκτασία των πόρων. Μόλις έγραψε την έκθεση Τεκμ.28 την έστειλε μέσω του ενδονοσοκομειακού ταχυδρομείου στο χειρουργικό τμήμα του Νοσοκομείου Λεμεσού με παραλήπτη τον χειρουργό που έκαμε τις εξετάσεις, δηλαδή την Βάσω Παπαηροδότου. Εξήγησε πως από τη στιγμή που ένα υλικό φθάνει στο εργαστήριο του χρειάζεται 24 ώρες για τη διεκπεραίωση και εξέταση του στο μικροσκόπιο και την επόμενη μέρα φεύγει. Η εγκυρότης της εξέτασης φθάνει στο 75%. Γι' αυτό τα πρωτόκολλα ανά το παγκόσμιο για την κακοήθεια προνοούν για τριπλή εξέταση, την ακτινολογική, την εξέταση από κυτταρολόγο ή ιστοπαθολόγο και από τον χειρουργό. Αν οποιαδήποτε από τις τρεις εξετάσεις δεν συμφωνεί με τις υπόλοιπες προτείνεται η χειρουργική αφαίρεση του όγκου ή η επανάληψη των τριών εξετάσεων σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Αντεξεταζόμενος εξήγησε τη διαδικασία λήψης του υλικού από τον ασθενή και αποστολής του στον ίδιο. Επανέλαβε πως η όλη διαδικασία από την ώρα που θα λάβει το υλικό το αποτέλεσμα φεύγει εντός 24 ωρών για τον προορισμό του. Όταν δε, είναι πολύ επείγον αποστέλλεται και με φαξ. Σε υποβολή ότι για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα υπήρξε καθυστέρηση πέραν του ενός μηνός για να πάει στο νοσοκομείο Λεμεσού, απάντησε ότι από το δικό του εργαστήριο έφυγε στις 24 ώρες και απέκλεισε το ενδεχόμενο να καθυστέρησε ένα μήνα. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε η Βάσω Παπαηροδότου, με ειδικότητα γενικού χειρούργου στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, η οποία σύμφωνα με τη γραπτή δήλωση της Τεκμ.29, στις 14.10.2005 την επισκέφθηκε ως ασθενής η ενάγουσα. Είχε ενημερωθεί από το ιστοπαθολογικό του γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας για τα αποτελέσματα ημερομηνίας 13.10.2005 της βιοψίας δια λεπτής βελόνας FNA στην οποία είχε υποβληθεί η ενάγουσα στις 11.10.2005 στο δεξιό μαστό της καθώς και για τη κυτταρολογική εξέταση του εκκρίματος από την αριστερή θηλή της, τα οποία ήταν αρνητικά για κακοήθεια. Ενημέρωσε την ενάγουσα για τα αποτελέσματα της πιο πάνω βιοψίας. Σύμφωνα με τα στοιχεία από τον ιατρικό της φάκελο αυτή είχε επισκεφθεί την κλινική μαστού στις 22.4.2005 και στην κλινική εξέταση που της έγινε από τον γιατρό Στυλιανού διαπιστώθηκε η παρουσία δύο ψηλαφητών μορφωμάτων στο δεξιό μαστό της και συστήθηκε επείγουσα μαστογραφία. Στη μαστογραφία καταγράφεται η μη ένδειξη κακοήθειας και σε υπερηχογραφικό έλεγχο που ακολούθησε η παρουσία δύο ινοαδενωμάτων στο δεξιό μαστό και πάλι χωρίς ένδειξη κακοήθειας. Έχοντας υπόψη το οικογενειακό ιστορικό της και τις πιο πάνω εξετάσεις έκρινε ότι η ενάγουσα ήταν προτιμότερο να προβεί σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των πιο πάνω μορφωμάτων. Ενημέρωσε την ενάγουσα για την αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης και της συνέστησε να γίνει επανέλεγχος σε ένα μήνα. Σκοπός του επανελέγχου ήταν για να επαναληφθεί η εξέταση με υπερήχους αφού ήδη είχαν περάσει αρκετοί μήνες για να διαπιστωθεί εάν υπήρχε οποιαδήποτε διαφοροποίηση στην υπερηχογραφική απεικόνιση των μορφωμάτων. Διαβάζοντας τον ιατρικό της φάκελο διαπίστωσε ότι ήταν η δεύτερη γιατρός μετά τον γιατρό Κουλουτέρη που είδε, στις 11.10.2005 και περιήλθαν εις γνώση της τα αποτελέσματα της μαστογραφίας και των υπερήχων. Η ίδια δεν την έχει ξαναδεί από το 2005 σε σχέση με το εν λόγω ιατρικό της πρόβλημα. Από τον ιατρικό της φάκελο πληροφορήθηκε ότι επισκέφθηκε το γιατρό Δρα Κάκα ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβρη του 2006, όπου κατέληξε στην υποβολή σε χειρουργική επέμβαση τον ίδιο μήνα. Επ' ευκαιρία της αγωγής έχει διαβάσει όλο τον ιατρικό φάκελο της ενάγουσας και είναι σε θέση λόγω της ειδικότητας της και λόγω της πολύχρονης εμπειρίας της να δηλώσει τα ακόλουθα: (α) Οι γιατροί του νοσοκομείου εντόπισαν έγκαιρα περί το έτος 2005 τα μορφώματα στο δεξιό μαστό της ενάγουσας για τα οποία προέβηκαν σε όλες τις απαραίτητες ιατρικές εξετάσεις, το αποτέλεσμα των οποίων ήταν αρνητικό για οποιαδήποτε κακοήθεια. (β) Η ίδια μόλις αντελήφθηκε την ύπαρξη των μορφωμάτων σύστησε αμέσως στην ενάγουσα όπως προγραμματιστεί χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση τους, πλην όμως η ενάγουσα αμέλησε να ακολουθήσει τις οδηγίες της. (γ) Δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί επιστημονικά ότι η μετέπειτα μαστεκτομή και η χημειοθεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε η ενάγουσα θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν η χειρουργική επέμβαση λάμβανε χώρα ένα χρόνο νωρίτερα. (δ) Έστω και αν αποδειχθεί η πιο πάνω πιθανολόγηση, ισχυρίζεται ότι για τη μη έγκαιρη διεξαγωγή της χειρουργικής επέμβασης αποκλειστική ευθύνη φέρει μόνο η ενάγουσα και σε καμιά περίπτωση οι γιατροί του νοσοκομείου. (ε) Καμιά εξέταση μαστογραφίας ή υπερηχογραφήματος είναι έγκυρη 100%. Πάντα υπάρχει ένα ποσοστό αμφιβολίας και έτσι στην περίπτωση της ενάγουσας αφού έλαβε υπόψη το οικογενειακό της ιστορικό το μέγεθος των μορφωμάτων και την ηλικία της και ανεξαρτήτως του αποτελέσματος που ήταν αρνητικό για κακοήθεια, έκρινε από το 2005 ότι αυτά έπρεπε να αφαιρεθούν χειρουργικά. (στ) Είναι η θέση της ότι και να γινόταν χειρουργική επέμβαση σε νωρίτερο στάδιο από αυτό που έγινε, η μαστεκτομή της ενάγουσας δεν ήταν δυνατό να αποφευχθεί γιατί, πρώτο τα μορφώματα βρίσκονταν σε διαφορετικό τεταρτημόριο του μαστού, δεύτερο ο μαστός ήταν μικρός, τρίτο η ενάγουσα ήταν σε νεαρή ηλικία. Η μάρτυρας δηλώνει ότι στις 22.4.2005 την ενάγουσα την εξέτασε ο γιατρός Στυλιανού, ο οποίος εκείνη την ημέρα σύμφωνα με το πρόγραμμα του Νοσοκομείου (Τεκμ.30) ήταν ο χειρούργος που εξέταζε στην κλινική μαστού. Αυτό μαρτυρείται από την υπογραφή του στο Τεκμ.
- Επίσης αναφέρει ότι στις 17.5.2005 η ενάγουσα δεν την επισκέφθηκε, ούτε είναι αυτή που της σύστησε να κάνει υπερήχους. Η πρώτη φορά που απευθύνθηκε κοντά της ήταν στις 14.10.
- Η μάρτυρας κατέθεσε και το πρόγραμμα του Νοσοκομείου ημερ. 17.5.2005 ως Τεκμ.
- Η γιατρός αρνήθηκε ότι στις 17.5.2005 είδε την ενάγουσα και της σύστησε να κάμει υπερηχογράφημα. Τούτο δεν είναι καταγεγραμμένο στο ιστορικό του φακέλου της και από το πρόγραμμα του Νοσοκομείου Τεκμ.31 φαίνεται ότι δεν εξέταζε στην κλινική μαστού εκείνη την ημέρα. Εκείνη την ημέρα ήταν στο χειρουργείο, όχι σε ιατρείο. Η γιατρός αναφέρθηκε στην Αμερικάνικη κατευθυντήρια οδηγία του καρκίνου του μαστού Τεκμ.32, του NCCN (National Comprehensive Cancer Network) που θεωρείται από τις πιο έγκυρες του Γενάρη του 2014 όπου γράφει: Αν στη φυσική εξέταση (ψηλάφηση) υπάρχουν θετικά ευρήματα (ψηλαφητή μάζα), άνω των 30 ετών, γίνεται μαστογραφία. Αν το εύρημα είναι αρνητικό και το υπερηχογραφικό εύρημα δείχνει συμπαγή μάζα, τότε συστήνεται είτε η παρακολούθηση είτε η βιοψία. Η παρακολούθηση γίνεται με υπέρηχο ή μαστογραφία κάθε έξι μήνες και αν παρατηρηθεί αύξηση της μάζας πρέπει να γίνει βιοψία. Αυτά έγιναν στην περίπτωση της ενάγουσας. Η ενάγουσα επισκέφθηκε το Νοσοκομείο στις 22.4.2005 γιατί είχε δύο ψηλαφητά μορφώματα, την είδε ο γιατρός Στυλιανού, της είπε να κάμει επείγουσα μαστογραφία την οποία έκαμε και την οποία πήρε σε γιατρό στις 6.10.2005, δηλαδή έξι μήνες μετά, όταν επισκέφθηκε το Νοσοκομείο γιατί είχε έκκριση στον αντίθετο μαστό, οπόταν την είδε ο γιατρός Κουλουτέρης, ο οποίος σημείωσε ότι δεν υπήρχε κακοήθεια στη μαστογραφία και το υπερηχογράφημα έδειξαν δύο ινοαδενώματα και απεφάσισε την δια λεπτής βελόνας βιοψία. Στις 14.10.2005 την επισκέφθηκε και την ενημέρωσε για τη βιοψία. Παρόλο που η μαστογραφία, το υπερηχογράφημα και το FNA ήταν αρνητικά, σύστησε στην ενάγουσα ότι ήταν καλύτερα να τα αφαιρέσει. Της σύστησε επίσης να επανελεγχθεί σε ένα μήνα κάμνοντας υπερηχογράφημα. Αντί τούτου, επισκέφθηκε ένα χρόνο μετά στις 10.10.2006 τον γιατρό Κάκα που την προγραμμάτισε για επέμβαση στις 31.10.
- Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι ένα ινοαδένωμα δεν εξελίσσεται σε καρκίνο, όμως φαίνεται δεν ήταν ινοαδένωμα στην περίπτωση της ενάγουσας. Φαίνεται ότι οι τρεις εξετάσεις, μαστογραφία, υπερηχογράφημα και FNA δεν ανέδειξαν την κακοήθεια. Σε νεαρές γυναίκες η μαστογραφία μπορεί να δείξει μια σκιά που δεν είναι ξεκάθαρο αν οφείλεται σε καρκίνο ή όχι. Το ίδιο μπορεί να συμβεί με το υπερηχογράφημα. Έτσι λαμβάνοντας το ιστορικό της ασθενούς έκρινε ότι αυτό θα έπρεπε να αφαιρεθεί ανεξάρτητα των εξετάσεων. Αυτό φαίνεται και από το Τεκμ.
- Σε υποβολή ότι αυτό το έχει γράψει εκ των υστέρων για να συγκαλύψει την αμέλεια της, απάντησε πως η διαχρονική παρουσία της στο Νοσοκομείο δείχνει ότι δεν θα πλαστογραφούσε ποτέ ένα έγγραφο και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε κίνητρο να συγκαλύψει οτιδήποτε και δεν θα το έκανε ποτέ. Σε υποβολή ότι δεν συνέστησε ποτέ στην ενάγουσα να κάμει περαιτέρω εξετάσεις και ο λόγος είναι ότι επαναπαύθηκε στις τρεις εξετάσεις που ήταν αρνητικές, απάντησε πως, όπως αποδεικνύεται από τα γραφόμενα στο φάκελο συνέστησε στην ενάγουσα να κάμει επέμβαση, οπωσδήποτε έπρεπε να γίνει επαναξιολόγηση σε ένα μήνα και ήταν καλύτερα να γίνει η εγχείρηση. Με τα δεδομένα που είχε δεν μπορούσε να της πει ότι οπωσδήποτε πρέπει να κάμεις την εγχείρηση παρά μόνο να της το συστήσει. Κάτι που έχει σημασία ήταν ο επανέλεγχος που θα γινόταν σε ένα μήνα. Δεν θυμάται τον ακριβή διάλογο που είχαν, η ιατρική σκέψη είναι η ίδια και σήμερα δέκα χρόνια μετά. Σε υποβολή ότι ένεκα της αμέλειας των γιατρών η ενάγουσα έμεινε με ένα στήθος, απάντησε πως δεν είχε κανένα κίνητρο να συγκαλύψει μία υπόθεση στην οποία δεν εμπλέκεται και επανέλαβε πως στην περίπτωση της ενάγουσας η μαστεκτομή δεν θα μπορούσε να αποφευχθεί, διότι όταν έχουμε δύο καρκίνους αποφασίζεται να γίνει μαστεκτομή εάν αυτοί βρίσκονται σε δύο διαφορετικά τεταρτημόρια του μαστού ή όταν το κοσμητικό αποτέλεσμα μετά την αφαίρεση τους σε καθαρά όρια δεν είναι αποδεκτό, κάτι που δεν ίσχυε στην περίπτωση της ενάγουσας που είχε μικρό μαστό. Εξήγησε η γιατρός πως δεν μπορεί να αποδείξει οποιοσδήποτε ότι η πρώτη διάγνωση ήταν λάθος. Εκ των υστέρων ουδείς μπορεί να ξέρει πότε ξεκίνησε ο καρκίνος. Εξήγησε ότι ο γιατρός Κουλουτέρης ήταν ειδικευόμενος υπό την καθοδήγηση του ειδικού γιατρού Μενελάου. Ότι η βιοψία μπορεί να γίνει με χοντρή και λεπτή βελόνα. Και στις δύο περιπτώσεις μπορεί να γίνει λάθος και να πάρεις μέρος που δεν έχει κακοήθεια. Από τα δικόγραφα, την προσαχθείσα μαρτυρία και τις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων, προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας θεμελιώνεται στον ισχυρισμό της ότι οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού δεν διέγνωσαν έγκαιρα την ασθένεια της. Συνεπώς τα επίδικα θέματα που προκύπτουν είναι: (α) Κατά πόσο οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού επέδειξαν αμέλεια στην έγκαιρη διάγνωση της πάθησης της. (β) Αν ισχύει το (α) κατά πόσο η παράβαση του καθήκοντος ήταν η αιτία της ζημιάς της ενάγουσας. Καθώς πρόκειται για αστική υπόθεση, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει σε ευρήματα πάνω στο ζυγό των πιθανοτήτων με βάση τη μαρτυρία που θα κρίνει αξιόπιστη (βλ. Αθανασίου ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Θα αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία με επίκεντρο τα επίδικα θέματα. Υποδείχθηκε στην Al Ittiham Al Watani κ.α. ν. Παπαδόπουλου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1924, 1937: «... ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιλαμβάνει κάθε πτυχή της μαρτυρίας αλλά εκείνη που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα (βλ. Σωτηρίου κ.α. ν. Stelios Stylianides (Holdings) Ltd κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 391). Ο σχολιασμός της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων δεν είναι απαραίτητος (βλ. Κυριακίδης κ.α. ν. Tiba Publishing Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1984). Δεν είναι απαραίτητο να αξιολογείται ξεχωριστά η μαρτυρία του κάθε μάρτυρα ούτε και να γίνεται αναφορά σε κάθε σημείο που αναφέρεται στη μαρτυρία (βλ. Paphos Stone Estates v. Ζαβρού κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854).» Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και είναι σε θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους. Επίσης έχει συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων συνεκτιμώντας την προφορική μαρτυρία με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν και τις θέσεις που προβάλλουν οι διάδικοι στα δικόγραφά τους. Έχοντας δε υπόψη την βασική αρχή ότι η πλευρά που καλεί ένα μάρτυρα εγγυάται την αξιοπιστία του (βλ. Θεμιστοκλέους κ.ά. ν. Κοντίδης κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ.547, 557). Εξέτασα με προσοχή την μαρτυρία της ενάγουσας, των μαρτύρων που κάλεσε και σε αντιπαράθεση με την μαρτυρία των μαρτύρων που κάλεσε η εναγόμενη. Η ενάγουσα δεν ήταν πειστική στις θέσεις της, φαίνεται ότι αυτή δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της αντικρούεται σε βασικά ζητήματα από την μαρτυρία των μαρτύρων που η ίδια κάλεσε και των μαρτύρων υπεράσπισης. Πιστεύω οι μάρτυρες της υπεράσπισης ήταν απόλυτα αξιόπιστοι και σταθεροί στις θέσεις τους. Δεν έχω οποιοδήποτε λόγο να μην δεχθώ την μαρτυρία τους και την δέχομαι ως αληθινή, δεδομένου μάλιστα ότι η μαρτυρία τους δεν αντικρούστηκε από άλλη επιστημονική μαρτυρία που θα μπορούσε να υποστηρίξει την εκδοχή της ενάγουσας. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ψευδώς αρνήθηκε ότι επισκέφθηκε την γιατρό Β. Παπαηροδότου (Μ.Υ.2) στις 14.10.05 η οποία την ενημέρωσε για το αρνητικά αποτελέσματα της κυτταρολογικής εξέτασης FNA και του εκκρίματος της θηλής και της σύστησε επανέλεγχο σε ένα μήνα και ότι θα ήταν καλύτερο να προβεί σε χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση των μορφωμάτων. Ψεύδεται η ενάγουσα λέγοντας ότι τα αποτελέσματα έφθασαν λίγο πριν τα Χριστούγεννα περί την 17.12.2005, δύο μήνες μετά τη διενέργεια της εξέτασης FNA και ότι ο επί καθήκοντι γιατρός την διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν εντάξει και δεν υπήρχε κανένας λόγος ανησυχίας. Η γιατρός Β. Παπαηροδότου δεν αντεξετάστηκε επί της θέσεως της ότι ενημέρωσε την ενάγουσα στις 14.10.05. Η ενάγουσα ψεύδεται επίσης, λέγοντας ότι ήταν κατόπιν δικής της επιμονής που ο γιατρός Κάκας (Μ.Ε.2) τον οποίο η ίδια κάλεσε σαν μάρτυρα της, συμφώνησε να γίνει χειρουργική επέμβαση ανοικτής βιοψίας. Ο γιατρός ανέφερε ότι είδε την ενάγουσα στις 10.10.2006 και της εισηγήθηκε χειρουργική επέμβαση. Συμφώνησε δε, με την γιατρό Β. Παπαηροδότου η οποία στις 14.10.2005 σύστησε στην ενάγουσα να κάμει επέμβαση. Η ενάγουσα αντεξεταζόμενη συμφώνησε ότι εφησυχάστηκε όταν της δηλώθηκε ότι τόσο το αποτέλεσμα της μαστογραφίας όσο και του υπερηχογραφήματος ήταν εντάξει. Η ενάγουσα ψεύδεται όταν αρνείται πως οι γιατροί της ανέφεραν ότι το υπερηχογράφημα ημερ. 12.10.2006 έδειξε κακοήθεια. Την εν λόγω εξέταση την πήρε η ίδια στο γιατρό Αδάμου (Τεκμ.6) στις 20.10.2006 προκειμένου να της δώσει άποψη. Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και τα παραδεκτά γεγονότα βρίσκω ότι: Η ενάγουσα περί τον Απρίλιο του 2005 εντόπισε ή ανίχνευσε ένα μικρό όγκο (κουβαράκι) στο δεξί στήθος της. Στις 22.4.2005 η ενάγουσα εξετάστηκε από τον Μ.Ε.3 γιατρό ακτινολόγο Άκη Πισσαρίδη ο οποίος την υπέβαλε σε μαστογραφία χωρίς ένδειξη κακοήθειας (Τεκμ.2). Στις 3.6.2005 υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα (Τεκμ.3). Στις 11.10.2005 μετά που παρατήρησε έκκριση αριστερής θηλής εξετάστηκε από τον ειδικευόμενο γιατρό Δρ. Κουλουντέρη, και αποφάσισαν από κοινού την διενέργεια παρακέντησης (FNA) δεξιού μαστού. Τα δείγματα της βιοψίας και του υλικού που πάρθηκε από την θηλή του αριστερού μαστού της, απεστάλησαν στις 13.10.2005 για κυτταρολογική εξέταση στο κυτταρολόγο Σάββα Χρυσάνθου (Μ.Υ.1) στο Γεν. Νοσοκομείο Λευκωσίας, ο οποίος διαπίστωσε ότι στα δύο υλικά δεν υπήρχαν καρκινικά κύτταρα (Τεκμ.28). Η έκθεση στάληκε στην χειρούργο Βάσο Παπαηροδότου που έκανε την εξέταση. Στις 14.10.2005 η ενάγουσα επισκέφθηκε την γενικό χειρούργο Βάσο Παπαηροδότου (Μ.Υ.2) στο Γεν. Νοσοκομείο Λεμεσού η οποία ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της βιοψίας (FNA) και για την κυτταρολογική εξέταση του εκκρίματος από την θηλή τα οποία ήταν αρνητικά για κακοήθεια, η οποία ενημέρωσε την ενάγουσα. Έχοντας υπόψη το οικογενειακό ιστορικό της ενάγουσας και τις εξετάσεις έκρινε ότι ήταν προτιμότερο να προβεί σε χειρουργική αφαίρεση των δύο ινοαδενωμάτων στο δεξιό μαστό και ενημέρωσε την ενάγουσα για την αναγκαιότητα της χειρουργικής επέμβασης και της συνέστησε να γίνει επανέλεγχος σε ένα μήνα και να επαναλάβει την εξέταση με υπερήχους. Η ίδια είχε ξαναδεί την ενάγουσα στις 11.10.2005 και γνώριζε για τα αποτελέσματα της μαστογραφίας και των υπερήχων. Η ενάγουσα το καλοκαίρι του 2006 μετέβηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο για διακοπές όπου επισκέφθηκε ιατρό ογκολόγο η οποία αφού την εξέτασε, της τόνισε την σοβαρότητα της κατάστασης της. Με την επιστροφή της στην Κύπρο επισκέφθηκε τον γενικό χειρούργο Μιχάλη Κάκα (Μ.Ε.2) στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού στις 10.10.2006, ο οποίος της εισηγήθηκε να γίνει χειρουργική επέμβαση. Στις 12.10.2006 υποβλήθηκε σε υπερηχογράφημα από την ακτινολόγο Ελένη Φουσκωτού (Μ.Ε.3), διαγνώσθηκε ύπαρξη υπόηχης και με ασαφή όρια και ακουστική σκιά εστίας στο άνω έξω τεταρτημόριο του δεξιού μαστού ως σε καρκίνο. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 επειδή διαπιστώθηκε πολυκεντρικός όγκος στο μαστό της ενάγουσας, δηλαδή σε δύο ξεχωριστά σημεία, η ενδεικνυόμενη θεραπεία θα ήταν μαστεκτομή, ανεξάρτητα από το μέγεθος του όγκου. Όσο έγκαιρα και να έκανε την επέμβαση ανοικτής βιοψίας η μαστεκτομή δεν θα αποφεύγετο. Η ενάγουσα στις 31.10.2006 υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση/βιοψία και το αποτέλεσμα της εξέτασης έδειξε ότι έπασχε από δύο διαφορετικά είδη επιθετικού καρκίνου του μαστού. Στις 9.11.2006 η ενάγουσα μετέβηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο όπου στις 24.11.2006 υποβλήθηκε σε ολική μαστεκτομή του δεξιού μαστού. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΘΥΝΗ: Σε σχέση με την απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού υπήρξαν ή όχι αμελείς κατά την εξέταση της ενάγουσας, το Δικαστήριο θα έχει υπόψη του το καθήκον που εμπεριέχεται αλλά και επιβάλλεται από το άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που κωδικοποιεί το κοινοδίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής έχοντ;ας υπόψη και την σχετική στο θέμα νομολογία. Στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1 Α.Α.Δ. 761 έχει υποδειχθεί ότι: «Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας, θα πρέπει να αποδείξει (
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού - ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά. Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής. Όπως έχει λεχθεί το 1838 από το Δικαστή Tindal στην υπόθεση Lanphier v. Phipos (1835-42) All E.R. Ree 421, που αφορούσε ιατρική αμέλεια, "Every person who enters into a learned profession undertakes to bring to the exercise of it a reasonable degree of care and skill. He does not undertake, if he is an attorney, that at all events you shall gain your case, nor does a surgeon undertake that he will perform a cure, nor does he undertake to use the highest possible degree of skill. There may be persons who have higher education and greater advantages than he has, but he undertakes to bring a fair, reasonable and competent degree of skill." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Κάθε πρόσωπο που καθίσταται μέλος ενός πολυμαθούς επαγγέλματος αναλαμβάνει ότι θα το εξασκεί με ένα λογικό βαθμό προσοχής και επιδεξιότητας. Δεν αναλαμβάνει, αν είναι δικηγόρος, ότι θα κερδίσει οπωσδήποτε την υπόθεσή σου, ούτε αν είναι γιατρός ότι θα επιτύχει μια θεραπεία, ούτε αναλαμβάνει ότι θα εφαρμόσει τον πιο ψηλό βαθμό επιδεξιότητας. Μπορεί να υπάρχουν πρόσωπα που έχουν καλύτερη εκπαίδευση και μεγαλύτερα πλεονεκτήματα από αυτόν, αλλά όμως αναλαμβάνει να επιδείξει ένα καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας." .............................................................. Το γεγονός ότι μια χειρουργική επέμβαση επιφέρει κάποια επιπλοκή δεν εξυπακούει ότι έχει επιδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του γιατρού ή του νοσοκομειακού προσωπικού. Όπως είχε θέσει το θέμα ο Δικαστής Denning στις οδηγίες του προς τους ενόρκους στην υπόθεση Hatcher v. Black and Others (βλ. Lord Denning, The Discipline of Law, p. 242), "But in a hospital, when a person who is ill goes in for treatment, there is always some risk, no matter what care is used. Every surgical operation involves risks. It would be wrong, and, indeed, bad law, to say that simply because a misadventure or mishap occurred, the hospital and the doctors are thereby liable. It would be disastrous to the community if it were so. It would mean that a doctor examining a patient, or a surgeon operating at a table, instead of getting on with his work, would be for ever looking over his shoulder to see if someone was coming up with a dagger - for an action for negligence against a doctor is for him like unto a dagger. His professional reputation is as dear to him as his body, perhaps more so, and an action for negligence can wound his reputation as severely as a dagger can his body. You must not, therefore, find him negligent simply because something happens to go wrong; if, for instance, one of the risks inherent in an operation actually takes place or some complication ensues which lessens or takes away the benefits that were hoped for, or if in a matter of opinion he makes an error of judgment. You should only find him guilty of negligence when he falls short of the standard of a reasonably skilful medical man, in short, when he is deserving of censure - for negligence in a medical man is deserving of censure." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Όμως στην περίπτωση ενός νοσοκομείου όταν ένας ασθενής πηγαίνει για νοσηλεία, υπάρχει πάντα ένας μικρός κίνδυνος, ανεξάρτητα από το είδος της επιμέλειας που εξασκείται, κάθε μια χειρουργική επέμβαση ενέχει κινδύνους. Θα ήταν λάθος και πραγματική κακοδικία να λεχθεί ότι επειδή συνέβηκε μια αναποδιά ή κακοτυχία, οι νοσοκομειακές αρχές και οι γιατροί είναι ένοχοι αμέλειας. Αυτό θα ήταν καταστροφικό για την κοινωνία. Θα εσήμαινε ότι ένας γιατρός που εξετάζει ένα ασθενή ή ένας χειρούργος που χειρουργεί πάνω σε ένα χειρουργικό τραπέζι αντί να αφιερώνει την προσοχή του στο καθήκον του, θα κοιτάζει πίσω από τον ώμο του για να δει αν πλησιάζει κάποιος με ένα στιλέτο, γιατί μια αγωγή εναντίον ενός γιατρού μοιάζει με επίθεση με στιλέτο. Η επαγγελματική του φήμη είναι τόσο πολύτιμη όσο και το σώμα του, ίσως και περισσότερο, και μια αγωγή για αμέλεια μπορεί να τραυματίσει τη φήμη του τόσο σοβαρά, όσο και ένα στιλέτο το σώμα του. Γι' αυτό ο γιατρός δεν πρέπει να βρίσκεται ένοχος αμέλειας απλά γιατί κάτι δεν πάει καλά, όπως π.χ. όταν ένας κίνδυνος που ελλοχεύει σε μια χειρουργική επέμβαση υλοποιείται ή επακολουθεί κάποια επιπλοκή που εξουδετερώνει τα ωφελήματα που αναμένονταν, ή σε ένα θέμα γνώμης προβαίνει σε μια λανθασμένη επιλογή. Πρέπει να τον βρείτε ένοχο αμέλειας μόνο όταν οι ενέργειές του υπολείπονται του επιπέδου ενός λογικά επιδέξιου ιατρικού λειτουργού, με λίγα λόγια όταν του αξίζει να τιμωρηθεί, αφού η ιατρική αμέλεια πρέπει να τιμωρείται." Δύο σημαντικές αποφάσεις που εκδόθηκαν τελευταία έχουν οριοθετήσει καθοριστικά τις προεκτάσεις της ιατρικής αμέλειας. Οι αποφάσεις αυτές είναι γνωστές σαν οι αποφάσεις Bolam and Bolitho. Στην υπόθεση Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118. .............................................................. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, (
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία. Η ανακούφιση που πρόσφερε η απόφαση Bolam στον ιατρικό κόσμο δεν διάρκεσε πολύ, αφού η αρχή που διατυπώθηκε διαφοροποιήθηκε λίγο αργότερα με την απόφαση Bolitho and Others v. City and Hackney Health Authority
(1993)4 Med. L. R. 381, σύμφωνα με το σκεπτικό της οποίας το ερώτημα αν ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την πρακτική που υιοθετείται από ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. .............................................................. Ο κανόνας ο οποίος προκύπτει από την απόφαση Bolitho που αποτελεί σήμερα την νομική θέση που εφαρμόζεται είναι ότι ένας γιατρός δεν μπορεί να αποφύγει την ευθύνη για ιατρική αμέλεια αν αποδείξει ότι ακολούθησε μια καθιερωμένη πρακτική που είχε υιοθετηθεί από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών. Σήμερα το ερώτημα αν ένας γιατρός είναι ένοχος αμέλειας πρέπει να απαντάται από το Δικαστήριο μέσα στα πλαίσια του συνόλου της μαρτυρίας που παρουσιάζεται. Όπως έχει τονιστεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Bolitho, "It is not enough for the defendant to call a number of doctors to say that what he had done or not was in accord with accepted clinical practice. It is necessary for the judge to consider that evidence and decide whether that clinical practice puts the patient unnecessarily at risk." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να καλέσει ένα αριθμό γιατρών για να πουν ότι αυτό που έκαμε ή αυτό που δεν έκαμε συνάδει με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει αυτή τη μαρτυρία και να αποφασίσει αν αυτή η ιατρική πρακτική θέτει τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο." .............................................................. Όπως έχει ήδη σημειωθεί σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης Bolitho, το ερώτημα αν ένας ιατρός έχει επιδείξει αμέλεια κρίνεται από το Δικαστήριο με βάση τα γεγονότα που παρουσιάζονται ενώπιον του και όχι με βάση την πρακτική που εισηγείται ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το πλαίσιο δε μέσα στο οποίο κρίνεται δικαστικά η ιατρική αμέλεια έχει καθοριστεί στην υπόθεση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority
(1983)2 All E.R. 245, 247, ως ακολούθως: "The question for consideration is whether on a balance of probabilities it has been established that a professional man has failed to exercise the care required of a man possessing and professing special skill in circumstances which require the exercise of such special skill." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας."» Στην υπόθεση Αθανασίου κ.α. v. Κουνούνη
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 614 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Γ.Μ. Πικής επικαλέστηκε την απόφαση Ashcroft v. Mersey Regional Health Authority (πιο πάνω) ως προσδιοριστική του καθήκοντος ιατρού. Αναφέρθηκε σχετικά ότι συνίσταται στη στράτευση της γνώσης και την επίδειξη της επιμέλειας που αναμένεται από πρόσωπο το οποίο κατέχει και διακηρύττει ότι κατέχει τη συγκεκριμένη δεξιότητα, καθήκον το οποίο, στην περίπτωση του γιατρού προσλαμβάνει τη μορφή της δεξιότητας που αναμένεται από γιατρό της ειδικότητας του. Στην ίδια απόφαση έγινε επίκληση και της Αγγλικής απόφασης Bolam v. Friern Hospital Management Committee (πιο πάνω) ως προσδιοριστική του επιπέδου δεξιότητας το οποίο αναμένεται από επαγγελματία ιατρό (medical practitioner) αναφέρθηκε συναφώς ότι είναι εκείνο της συνήθους δεξιότητας την οποία αναμένεται να έχει πρόσωπο το οποίο επαγγέλλεται και ασκεί τη συγκεκριμένη ειδικότητα. Παρέκκλιση από τη συνηθισμένη επαγγελματική πρακτική δεν συνιστά κατ' ανάγκη μαρτυρία αμέλειας. Για να δημιουργείται ζήτημα αμέλειας θα πρέπει να αποδειχθεί ότι: (α) υπάρχει συνήθης πρακτική η οποία εφαρμόζεται στην περίπτωση, (β) ο εναγόμενος δεν την έχει ακολουθήσει, και (γ) η διαδικασία που έχει ακολουθηθεί ήταν τέτοια που κανένας επαγγελματίας γιατρός, κανονικού επιπέδου, θα είχε ακολουθήσει αν ελάμβανε εύλογη επιμέλεια (βλ. CHARLESWORTH & PERCY ON NEGLIGENCE, 8η έκδοση, σελ. 602-603, παρ. 8 - 89). Υπό το φως των ευρημάτων μου και των πιο πάνω νομικών αρχών κρίνω ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε ότι οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού οι οποίοι την εξέτασαν επέδειξαν οποιαδήποτε αμέλεια και κατ' επέκταση ότι η εναγόμενη ήταν αμελής. Η ενάγουσα είχε το βάρος να αποδείξει τους ισχυρισμούς της ότι οι γιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού επέδειξαν αμέλεια. Ανατρέχοντας στις λεπτομέρειες αμέλειας που επικαλείται βρίσκω ότι δεν παρουσίασε αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς της. Η ιατρική μαρτυρία που πρόσφερε, δεν υποστηρίζει την εκδοχή της. Αντίθετα, υποστηρίζει την εκδοχή της εναγομένης. Κατ' ακολουθία των πιο πάνω οι ισχυρισμοί της ενάγουσας εναντίον της εναγομένης δεν ευσταθούν και θα πρέπει να απορριφθούν. Παρά την κατάληξη του Δικαστηρίου θα προχωρήσω να εξετάσω και το δεύτερο επίδικο θέμα, δηλαδή κατά πόσο η ισχυριζόμενη αμέλεια είχε ουσιαστική σημασία στην εξέλιξη της ασθένειας της ενάγουσας. Η ενάγουσα όφειλε να αποδείξει, με κριτήριο το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας. Το ζήτημα αυτό είναι πραγματικό και ως τέτοιο πρέπει να αποφασίζεται με γνώμονα τη συνηθισμένη απλή και κοινή λογική. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί, από την ενάγουσα, ότι η παράβαση του καθήκοντος ήταν η αιτία της ζημιάς. (βλ. Κτηνοτροφική Επιχείρηση Π.Σ.Μ. Πέτρου Λίμιτεδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2011)1 Α.Α.Δ.2075). Η μαρτυρία που προσφέρθηκε τεκμηριώνει ότι ήταν πιο πιθανόν παρά όχι (more probable than not) ότι η ενάγουσα θα βρισκόταν στην ίδια κατάσταση έστω και εάν η θεραπεία άρχιζε νωρίτερα. Δηλαδή ήταν πιο πιθανό παρά όχι ότι δεν θα αποφεύγετο η μαστεκτομή έστω και εάν ο καρκίνος διαγιγνώσκετο ενωρίτερα. Σύμφωνα με τους Μ.Ε.2 ο όγκος ήταν πολυκεντρικός, δηλαδή σε δύο ξεχωριστά σημεία και η ενδεικνυόμενη θεραπεία θα ήταν μαστεκτομή, ανεξάρτητα από το μέγεθος του όγκου. Έστω και αν έγκαιρα να γινόταν η επέμβαση ανοικτής βιοψίας, η μαστεκτομή θα γινόταν. Σύμφωνα με την Μ.Υ.2 δεν είναι δυνατό να αποδειχθεί επιστημονικά ότι η μετέπειτα μαστεκτομή και η χημειοθεραπεία θα μπορούσαν να αποφευχθούν εάν η χειρουργική επέμβαση λάμβανε χώρα ένα χρόνο νωρίτερα. (βλέπετε κατ' αναλογία τις υποθέσεις Ηotson v. East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All E.R. 909, Gregg v. Scott
(2005)2 A.C.176, Κυριαλλής ν. Τελεβάντου
(2007)1 Α.Α.Δ. 1299). Με βάση όλα όσα ανέφερα πιο πάνω η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτησης της σε βάρος της εναγομένης και συνεπώς η αγωγή της απορρίπτεται με έξοδα στην κλίμακα της αγωγής υπέρ της εναγομένης και σε βάρος της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Μ. Μαυρονικόλας, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil/Other Action/Final Αναφορά: Ιατρική αμέλεια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο