← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΙΧΑΛΑΚΗ κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 10/16, 27/5/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ ν. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΙΧΑΛΑΚΗ κ.α., Αρ. Γεν. Αίτησης: 10/16, 27/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A239 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Γεν. Αίτησης: 10/16 EΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ: ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ 22/85 -ΚΑΙ- EΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΟΔΟΥΣ ΛΤΔ ΑΙΤΗΤΕΣ -ΚΑΙ- ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΥΣ:

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΜΙΧΑΛΑΚΗ
  2. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
  3. ΠΕΤΡΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ Ημερομηνία: 27 Μαΐου 2016 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος Χ. Ιωάννου για κ.κ. Χ.Π. Ιωάννου Δ.Ε.Π.Ε., για ν' ακούσει Απόφαση ο κ Χ. Ιωάννου. Για τους Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3: κα Ψάλτη για κ.κ. Φοιβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., για ν' ακούσει Απόφαση η κα Αργυρού. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση Αίτηση οι Αιτητές αιτούνται: «Αδεία και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής αποφάσεως ημερ. 15/5/2001, εναντίον των Καθ ων η Αίτηση, ως εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου». Νομική βάση της αίτησης αποτελεί ο Περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4 άρθρο 21, ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος 22/85 άρθρα 52 και 53, οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί 142/87 Θεσμός 79 και οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 ΘΘ1-9, Δ.47 ΘΘ 1-
  4. Η αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Καλλή , υπαλλήλου των Αιτητών ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρεται σε αυτή, ότι η Αιτήτρια έχει προκύψει από τη συγχώνευση άλλων Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων με την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κυπερούντας Λτδ η οποία μετονομάστηκε σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Τροόδους Λτδ. Επισυνάπτει προς τούτο ως τεκμήρια Α διάταγμα ημερ. 7.2.14 και πιστοποιητικό εγγραφής του συνεργατικού ιδρύματος. Κατά ή περί την 15.5.01 εκδόθηκε εναντίον των Καθ' ων η αίτηση διαιτητική απόφαση για το ποσό των €4.092,44σεντς πλέον τόκο 8% ετησίως από 1.1.01 μέχρι εξοφλήσεως πλέον €25,62 ως έξοδα διαιτησίας. Αντίγραφο της απόφασης επισυνάπτεται ως τεκμήριο Β. Εξ' όσον γνωρίζει, οι Καθ' ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν να παραστούν στην διαιτησία αλλά ουδείς εξ αυτών εμφανίστηκε. Οι Καθ΄ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν στις 10.12.15 μέσω επιδότη για την έκδοση της απόφασης. Οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης επισυνάπτονται ως τεκμήριο Γ και ουδεμία έφεση ασκήθηκε κατά της εν λόγω απόφασης. Ο Καθ ου η Αίτηση 1 δεν εμφανίστηκε στην Αίτηση και εκδόθηκε εναντίον του το αιτούμενο Διάταγμα στις 4.4.
  5. Οι Καθ ων η Αίτηση 2 και 3 καταχώρησαν ενστάσεις οι οποίες περιέχουν πανομοιότυπους λόγους ένστασης, με τις οποίες προβάλλονται διάφορα ζητήματα ως θα καταγραφούν πιο κάτω συνοπτικά. Προβάλλεται κυρίως ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αίτησης εφόσον δεν παρέχεται από το νόμο τέτοια εξουσία στο Δικαστήριο για να καταχωρηθεί και εγγραφεί στο πρωτοκολλητείο. Προβάλλεται επίσης ότι ο Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμος είναι αντίθετος και έρχεται σε σύγκρουση με το Σύνταγμα. Η ειδοποίηση πρόσκληση του διαιτητή και η γνωστοποίηση της απόφασης δεν επιδόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 στερώντας τους το δικαίωμα να ακουστούν και τους στερήθηκε το δικαίωμα να ασκήσουν έφεση επί της διαιτητικής απόφασης. Η αιτούμενη εγγραφή διαιτητικής απόφασης στηρίζεται σε διαιτητική απόφαση με αγώγιμο δικαίωμα που έχει παραγραφεί, η όλη διαδικασία πάσχει νομικά γιατί έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης που προστατεύονται από το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Συνθήκη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τέλος προβάλλεται ότι η απόφαση στερείται δέουσας και επαρκούς δικαιολογίας. Νομική βάση των ενστάσεων αποτελεί μεταξύ άλλων το Σύνταγμα άρθρα 28,30,152 και 179, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ο περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος του 2012 Ν. 66(Ι)/12άρθρα 2,3,4,5,7,8 και
  6. Την ένσταση του καθ ου η αίτηση 2 υποστηρίζει η ένορκος δήλωση του ιδίου και την ένσταση του καθ ου η αίτηση 3 υποστηρίζει η ένορκος δήλωση του ιδίου. Με τις ένορκες δηλώσεις τους οι Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 ουσιαστικά επαναλαμβάνουν τους λόγους ένστασης χωρίς να καθίσταται αναγκαίο να επαναληφθεί το περιεχόμενο τους. Κατά την Ακρόαση της Αίτησης, ο συνήγορος των Αιτητών αγόρευσε προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας την ορθότητα και νομότυπο της Αίτησης καλώντας το Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα εναντίον των Καθ ων η αίτηση 2 και
  7. Η πλευρά των καθ ων η αίτηση 2 και 3 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου γραπτή αγόρευση υποστηρίζοντας έκαστο λόγο ένστασης τους. Ιδιαίτερη αναφορά τούτων, γίνεται κατωτέρω όπου χρειάζεται. Με τον πρώτο λόγο ένστασης οι Καθ ων η Αίτηση 2 και 3 προβάλλουν ότι η Αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και θα έπρεπε ως πρωτογενής αίτηση να στηρίζεται επί της Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Διαπιστώνω από την γραπτή αγόρευση των καθ ων η αίτηση 2 και 3 ότι ουσιαστικά η ένσταση αυτή αφορά τον τύπο με τον οποίο υποβλήθηκε η υπό κρίση Αίτηση εφόσον υποστηρίζεται ότι η παρούσα Αίτηση αποτελεί πρωτογενή αίτηση και ως τέτοια έπρεπε να στηρίζεται επί της Δ.55 και όχι επί της Δ.
  8. Εις ότι αφορά το υπόλοιπο μέρος της νομικής βάσης της Αίτησης δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε εισήγηση με την γραπτή αγόρευση των καθ ων η αίτηση 2 και
  9. Έχω εξετάσει την νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση και κρίνεται ότι η νομική βάση της Αίτησης είναι ορθή και σε αυτή περιλαμβάνονται όλα τα απαραίτητα νομοθετήματα τα οποία προσδίδουν στο Δικαστήριο την εξουσία να εξετάσει την Αίτηση. Εις ότι αφορά την εισήγηση των Καθ ων η Αίτηση 2 και 3 ότι η Αίτηση θα έπρεπε να στηρίζεται στην Δ.55 και όχι στη Δ.48 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και πάλι αποτελεί θέση με την οποία δεν μπορώ να συμφωνήσω. Η Δ.55 αναφέρεται σε Τύπο αίτησης ο οποίος πρέπει να καταχωρείται σε περιπτώσεις εγγράφου μεταβιβάσεως, διαθήκης ή άλλης γραπτής πράξης. Στην παρούσα υπόθεση οι Καθ ων η Αίτηση δεν έχουν καταδείξει ότι η υπό κρίση Αίτηση αφορά μια από τις πιο πάνω περιπτώσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία και πρακτική η οποία ακολουθείται, στην απουσία ρητής νομοθετικής και δικονομικής πρόνοιας ως προς τον τύπο με τον οποίο πρέπει να καταχωρείται Αίτηση ως η παρούσα, ως προς τον Τύπο της Αίτησης και μόνο χρησιμοποιείται ο Τύπος των ενδιάμεσων Αιτήσεων με βάση την Δ.
  10. Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ν. Dynacon Limited

(1998)1Δ Α.Α.Δ.
  1. Παρ' ότι εκεί η υπόθεση διαιτησίας διέπετο αποκλειστικά από τον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, κρίνω ότι ο λόγος της διέπει και την υπό κρίση περίπτωση και είχαν λεχθεί τα ακόλουθα στη σελίδα 1982· «.....Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  2. Η Δ.48 είναι, κατ' εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση. Γίνεται πρόνοια σ' αυτούς (τύπους) για τον προσδιορισμό της επιζητούμενης θεραπείας και των γεγονότων στα οποία βασίζεται το αίτημα. Δεν έχει διατυπωθεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ως προς το δικονομικό μέσο, το οποίο επιλέγηκε για την έγερση και τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Ο Διαδικαστικός Κανονισμός περιλαμβάνει, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, (Ν. 14/60), και τύπους δικογράφων, οι οποίοι, όπως ορίζεται στον Κ.5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, είναι δεκτικοί προσαρμογών, ανάλογα με την περίπτωση. .....Το Άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου προσδιορίζει, επίσης, τα πρόσωπα τα οποία ενέχουν την ιδιότητα του ενάγοντα και του εναγομένου σε πολιτική διαδικασία. Ενάγων είναι κάθε πρόσωπο, το οποίο αξιώνει την παροχή θεραπείας από το δικαστήριο εναντίον άλλου προσώπου, σε διαδικασία η οποία εγείρεται με κλητήριο ένταλμα, αίτηση, ή με αναφορά, ή με άλλη εναρκτήρια διαδικασία. Εναγόμενος είναι κάθε πρόσωπο, στο οποίο επιδίδεται το ένταλμα ή άλλο εναρκτήριο διαδικαστικό έγγραφο. Η Δ.48, θ. 3, επιβάλλει την επίδοση αίτησης, η οποία υποβάλλεται βάσει των προνοιών της Δ.48, σε κάθε πρόσωπο, το οποίο επηρεάζεται από τη θεραπεία η οποία επιζητείται.» Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι ο τύπος που χρησιμοποίησαν οι αιτητές, δηλαδή προσαρμογή του τύπου που προβλέπει η Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, παρέχει έρεισμα υποβολής αιτήματος ως το υπό κρίση. Επομένως ο πρώτος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προχωρώντας στην εξέταση του δεύτερου λόγου ένστασης, αυτός κρίνεται εντελώς αβάσιμος εφόσον με την Αίτηση δεν ζητείται όπως η διαιτητική απόφαση καταχωρηθεί και εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο. Αυτό που επιζητείται με την υπό κρίση αίτηση είναι το δικαίωμα που παρέχεται από το νόμο και κυρίως από το άρθρου 52
(5)του Νόμου Περί Συνεργατικών Εταιρειών 22/85 με το οποίο δίδεται η εξουσία στο Δικαστήριο να επιτρέψει την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου. Η θέση των συνηγόρων των Καθ ων η Αίτηση ως αυτή καταγράφεται στην γραπτή αγόρευση τους ότι δεν παρέχεται εξουσία για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης εφόσον δεν περιλαμβάνεται ρητά στη σχετική νομοθεσία, δεν γίνεται αποδεκτή εφόσον από τα όσα αναφέρονται στην γραπτή αγόρευση των καθ ων η αίτηση 2 και 3 προκύπτει ξεκάθαρα ότι υπάρχει σύγκλιση απόψεων στο κυριότερο ζητούμενο το οποίο εξετάζεται στην υπό κρίση Αίτηση και αυτό είναι ότι για να εκτελεστεί μια διαιτητική απόφαση απαιτείται η εξασφάλιση άδειας από το Δικαστήριο και αυτό επιχειρείται από τους Αιτητές. Η θέση των καθ ων η αίτηση 2 και 3 ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 21 του Κεφ. 4 εφόσον στην παρούσα περίπτωση δεν υπήρχε συνυποσχετικό και το γεγονός ότι ο διορισμός του διαιτητή ήταν μονομερής και πάλι δεν με βρίσκει σύμφωνη. Τέτοια ζητήματα θα μπορούσαν να εγερθούν μόνο στα πλαίσια της Διαιτησίας είτε με την καταχώρηση Έφεσης εντός 21 ημερών από την επίδοση σε αυτούς της διαιτητικής απόφασης και όχι στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης. Αν και οι Καθ ων η Αίτηση 2 και 3 αναφέρουν ότι δεν ειδοποιήθηκαν για την διαιτησία ούτε τους γνωστοποιήθηκε η απόφαση του διαιτητή, δεν αμφισβήτησαν ουσιαστικά και έμπρακτα την ένορκο δήλωση του επιδότη εις την οποία αναφέρεται ότι επιδόθηκε σε αυτούς η διαιτητική απόφαση εις την οποία μάλιστα καταγράφηκε η αναφορά του διαιτητή ότι αυτοί είχαν ειδοποιηθεί να παρευρεθούν στην Διαιτησία. Δεν ζητήθηκε επίσης η αντεξέταση του ενόρκως δηλών στην Αίτηση ο οποίος ανέφερε ότι οι Καθ ων η Αίτηση ειδοποιήθηκαν να παρευρεθούν στην διαιτησία. Οι καθ ων η αίτηση δεν προσκόμισαν επαρκή μαρτυρία με την οποία θα μπορούσε να αντικρουστεί η ήδη προσαχθείσα μαρτυρία η οποία καταδεικνύει ότι οι καθ ων η αίτηση 2 και 3 ειδοποιήθηκαν να παρευρεθούν στην διαιτησία αλλά και ότι η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε σε αυτούς στις 12.12.
  1. Σημειώνεται επίσης ότι εάν οι καθ ων η αίτηση διαφωνούσαν με την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό του διαιτητή, θα μπορούσαν δυνάμει του άρθρου 56 του Ν. 22/85 να προσβάλουν με ιεραρχική προσφυγή στον Υπουργό Εμπορίου και Βιομηχανίας, την εν λόγω απόφαση του Εφόρου για παραπομπή ή όχι σε διαιτησία ή τον διορισμό διαιτητή, και στην περίπτωση που δεν ικανοποιηθεί από την απόφαση του Υπουργού να προσφύγει στο Δικαστήριο. Κατά το στάδιο της Ακρόασης ο κος Ιωάννου αναφέρθηκε στην καταχώρηση έφεσης για προσβολή της διαιτητικής απόφασης από μέρους του Καθ ου η Αίτηση
  2. Το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να υποδηλεί κάτι τέτοιο. Ούτε οι καθ ων η αίτηση 2 και 3 αναφέρονται σε καταχώρηση έφεσης από μέρους τους και δεν έχει λεχθεί οτιδήποτε σχετικό από μέρους τους κατά την Ακρόαση της Αίτησης. Η θέση των καθ ων η αίτηση 2 και 3 ότι κανένας νόμος δεν δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει αίτηση ως η παρούσα δεν βρίσκει οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα εφόσον το άρθρο 52 του Νόμου 22/85 η εξουσία και δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι πασιφανής. Τα πιο πάνω απαντούν στους λόγους ένστασης 2,4,5,6,7 και 8, οι οποίοι αναφέρονται και στις δυο ενστάσεις και οι οποίοι κρίνονται αβάσιμοι, ατεκμηρίωτοι και κατά συνέπεια απορρίπτονται. Οι καθ ων η αίτηση 2 και 3 προβάλλουν ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματα τους και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Παρόμοια θέματα έχουν εξεταστεί στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αντρέας Χ"Γεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλατζιάς, Πολ. Έφεση 357/08 ημερ. 11.4.2012, στην οποία υποδείχθηκε ότι ο πρωτόδικος Δικαστής δεν είχε εξουσία να εξετάσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας θέμα νομιμότητας διορισμού του Διαιτητή και παραβίασης αρχών φυσικής δικαιοσύνης. Το εν λόγω θέμα ως θέμα ουσίας ενδεχομένως να μην μπορούσε καν να εξεταστεί πρωτοδίκως ακόμη και σε περίπτωση που αυτό θα εγειρόταν από τον διάδικο ως εκφεύγον του δικαιοδοτικού πλαισίου της διαδικασίας. Της ανωτέρω απόφασης προηγήθηκε η έκδοση άλλων αποφάσεων οι οποίες επίσης είχαν ως αντικείμενο την εξέταση του άρθρου
  3. (Σωτηρούλλα Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827 και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Κυριακίδη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην τελευταία απόφαση λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 719: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί» δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι' αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου ο,τιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης». Συνάγεται επομένως από την ανωτέρω τεθείσα νομολογία ότι το θέμα εγγραφής διαιτητικής απόφασης είναι τυπικό και οποιαδήποτε ένσταση προβληθεί θα πρέπει αυτή να έχει σχέση με τα επίδικα θέματα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της. Η ανωτέρω νομολογία έχει ξεκαθαρίσει πως δεν παρέχεται κανένα περιθώριο εξέτασης της ουσίας της διαφοράς η οποία παραπέμφθηκε σε διαιτησία ούτε και αναθεώρηση της απόφασης του Διαιτητή. Τούτα τα θέματα μπορούν να εξεταστούν κατά την εκδίκαση της διαφοράς ή και ενδεχομένως σε έφεση που καταχωρείται εναντίον της απόφασης. Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω τα οποία έχουν προαναφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να καταδείξει ότι η αναφορά εντός της διαιτητικής απόφασης ότι οι καθ ων η αίτηση ειδοποιήθηκαν και δεν παρουσιάστηκαν κατά την διαιτησία, δεν είναι αληθής. Δεν έχει επίσης αντικρουστεί η ενώπιον μου μαρτυρία του ιδιώτη επιδότη ότι επέδωσε στους καθ ων η αίτηση 2 και 3 την διαιτητική απόφασης προσωπικά στις 12.12.
  2. Δεν έχει επίσης προβληθεί από τους καθ ων η αίτηση ότι η διαιτητική απόφαση πάσχει ως προς το περιεχόμενο της, επομένως κρίνεται πως πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως αυτές έχουν καθιερωθεί από τη νομολογία. Οι καθ' ων η αίτηση, πέραν των ανωτέρω ζητημάτων, προβάλλουν και θέμα αντισυνταγματικότητας του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Κατ' αρχάς να σημειωθεί ότι δεν γίνεται αντιληπτή από το Δικαστήριο ποια είναι η θέση των καθ ων η αίτηση 2 και
  3. Από την μια προβάλλουν την αντισυνταγματικότητα του νόμου και από την άλλη εισηγούνται ότι: «Η βουλή δεν δικαιούται να καθιστά αυτόματα διαιτητική απόφαση ως αν δικαστική.». Συμφωνώ με την θέση των καθ ων η αίτηση 2 και 3 ότι διαιτητική απόφαση δεν καθίσταται αυτόματα ως δικαστική απόφαση, συμπληρώνω όμως ότι ακριβώς είναι το ζητούμενο με την υπό κρίση αίτηση. Καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει αίτημα των Αιτητών σύμφωνα με τις προϋποθέσεις τις οποίες έθεσε η νομολογία κατά πόσο η διαιτητική απόφαση υπέχει τα απαραίτητα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να την καταστίσουν δικαστική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης. Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων διατυπώθηκαν στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640. Σύμφωνα με αυτές, το θέμα της συνταγματικότητας κάποιου νόμου θα πρέπει να εγείρεται από τον διάδικο και τα Δικαστήρια δεν προχωρούν στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, δηλαδή δεν αποφασίζουν επί ζητήματος συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς. Στην παρούσα περίπτωση για την επίλυση της διαφοράς εξετάζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις όπως διατυπώθηκαν στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που εκτέθηκαν πιο πάνω. Καμία από τις εισηγήσεις των καθ ων η αίτηση 2 και 3 δεν μπορεί να κριθεί ως θέμα το οποίο απαιτείται να αποφασιστεί για την άσκηση τελικής κρίσης ως προς την ουσία της αίτησης. Σε κάθε περίπτωση οι εισηγήσεις των καθ ων η αίτηση 2 και 3 περί αντισυνταγματικότητας του Νόμου και παραβίασης συνταγματικών και ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους κρίνονται αβάσιμοι. Ειδικότερα οι καθ ων η αίτηση δεν έχουν στερηθεί του δικαιώματος τους για ελεύθερη πρόσβαση στο Δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνεται τόσο από το Σύνταγμα της κυπριακής Δημοκρατίας όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 52 του Ν.22/1985, οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή δύναται να υποβάλει Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης της απόφασης. Το εδάφιο
(5)ορίζει ότι αν οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου. Από τα πιο πάνω φαίνεται ότι ο νόμος δεν αποστερεί από τους ενδιαφερόμενους το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. Απλά τάσσει προθεσμία για άσκηση του δικαιώματος αυτού. Πέραν των πιο πάνω οι καθ ων η αίτηση 2 και 3 είχαν το δικαίωμα να παραστούν στη διαδικασία διαιτησίας. Δεν το έπραξαν αν και ειδοποιήθηκαν. Τους δόθηκε η ευκαιρία να προσβάλουν δυνάμει του άρθρου 56 την απόφαση του Εφόρου για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και τον διορισμό διαιτητή. Τέλος τους δόθηκε η ευκαιρία όταν τους γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση να προσβάλουν αυτή με έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Θα πρέπει περαιτέρω να τονιστεί πως η διαδικασία διαιτησίας έχει αναγνωριστεί ως εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Uno Wirtschaft A.G.
(1999)1 Α.Α.Δ. 585. Τέλος, εις ότι αφορά το παράπονο των καθ ων η αίτηση 2 και 3 ότι δεν τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν, τονίζεται ότι οι καθ ων η αίτηση θα μπορούσαν ακόμα και μετά την επίδοση σε αυτούς της υπό κρίση αίτησης να λάβουν διαβήματα για αμφισβήτηση της διαιτητικής απόφασης. Η πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται και με την πολύ πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της Μαρίας Σαββίδου, Πολιτική Αίτηση 137/15, 3.12.15, όπου αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Εάν θεωρούσε ότι θα έπρεπε να προσβάλει περαιτέρω αυτή τούτη την υπόσταση της διαιτητικής απόφασης, είχε το δικαίωμα και θα μπορούσε να την προσβάλει με έφεση εντός προθεσμίας 21 ημερών από την γνωστοποίησης προς αυτήν της απόφασης, η οποία γνωστοποίηση μπορούσε να είναι και προφορική. (Δημοσθένους
(2000)1 ΑΑΔ 1699). ............. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος της αιτήτριας δέχθηκε ότι αυτή είχε λάβει γνώση της διαιτητικής απόφασης στα πλαίσια της αίτησης της άλλης πλευράς για εγγραφή. Ήταν όμως η θέση του ότι δεν ασκήθηκε έφεση, διότι το κατά πόσο έλαβε ή όχι, προηγουμένως, γνώση της απόφασης ήταν επίδικο θέμα στα πλαίσια της αίτησης για εγγραφή. Γι΄αυτό η αιτήτρια προχώρησε με ένσταση εφόσον θεωρητικά, όπως το έθεσε ο δικηγόρος της, δεν θα μπορούσε να προχωρήσει με έφεση αφού υπήρχε μόνο ο δικός της ισχυρισμός ότι δεν έλαβε γνώση και θα έπρεπε να κριθεί από το Δικαστήριο. Δεν θεωρώ, όμως, ότι τέτοια εξήγηση δικαιολογεί τα πράγματα. Εάν η νυν αιτήτρια θεωρούσε ότι είχε καλό λόγο να προσβάλει τη διαιτητική απόφαση, μπορούσε να το πράξει επί τη βάσει της δικής της θέσης περί του χρόνου που έλαβε γνώση της απόφασης και εναπόκειτο στην άλλη πλευρά να εγείρει ζήτημα εκπροθέσμου της έφεσης, εάν αυτή θα ήταν η θέση της.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου) Επομένως οι λόγοι ένστασης 3 και 10 στις δυο ενστάσεις απορρίπτονται. Αναφορικά με τον λόγο ένστασης 9 των δυο ενστάσεων με τον οποίο προβάλλεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα των Αιτητών έχει παραγραφεί λόγω το ότι η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 15.5.01 και η εκτέλεση της ζητήθηκε 15 χρόνια αργότερα, η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Κατά πρώτο με την υπό κρίση αίτηση δεν επιδιώκεται η επίλυση της αρχικής διαφοράς την διαδίκων αναφορικά με την βάση της αξίωσης των Αιτητών. Αυτό που επιδιώκεται αποτελεί τυπικό ζήτημα για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης η οποία ήδη έκρινε την ουσία της διαφοράς των δυο πλευρών. Δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς καθ ων η αίτηση 2 και 3 οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να υποστηρίζει ότι το συγκεκριμένο διάβημα το οποίο έλαβαν οι αιτητές έχει παραγραφεί εφόσον κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από μελέτη του Νόμου Περί Παραγραφής Αγώγιμων δικαιωμάτων. Βέβαια δεν μπορώ να μην καταγράψω την διαπίστωση μου ότι όντως έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης μέχρι την επίδοση της και υποβολή της παρούσας Αίτησης. Παρ' όλα αυτά όμως οι καθ ων η αίτηση 2 και 3 δεν έχουν καταδείξει ότι η παρέλευση του χρόνου ως πραγματικό γεγονός επηρέασε με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα τους κατά τρόπο που να δικαιολογείται η μη εγγραφή της διαιτητικής απόφασης για τον λόγο αυτό και μόνο. Επομένως ο λόγος ένστασης 9 και στις δυο ενστάσεις απορρίπτεται. Τέλος με τους λόγους ένστασης 11 και 12 οι καθ ων η αίτηση 2 και 3 υποστηρίζουν ότι η απόφαση του διαιτητή δεν είναι επαρκώς αιτιολογημένη και ως εκ τούτου δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96 δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης Διαιτητικής απόφασης όπου αναφέρεται: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Με αναφορά στα πιο πάνω και παρατηρώντας παράλληλα το Τεκμήριο Β της Αίτησης, την Διαιτητική απόφαση διαπιστώνω ότι η Απόφαση είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας προς τα πρόσωπα τα οποία απευθύνεται δηλαδή τους Αιτητές και των Καθ ων η Αίτηση. Επομένως καταλήγω ότι η Απόφαση ημερ. 15.5.2001 περιλαμβάνει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Επομένως οι λόγοι ένστασης 11 και 12 απορρίπτονται. Τέλος τονίζεται ότι στην υπόθεση Στην υπόθεση ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ECLI:CY:AD:2014:A413, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου 2014, καθορίστηκαν για ακόμα μια φορά περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ. 3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» Αντλώντας καθοδήγηση απ΄ όλα τα πιο πάνω και λαμβάνοντας ως δεδομένο την επίδοση της επίδικης αίτησης στους καθ ων η αίτηση 2 και 3, ότι η διαιτητική απόφαση φέρει τα απαραίτητα στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και αυτή γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση 2 και 3 δια προσωπικής επίδοσης στις 12.12.15 σύμφωνα με το Τεκμήριο Γ της αίτησης, χωρίς αυτή να εφεσιβληθεί, κρίνεται ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης τους. Συνακόλουθα, κρίνεται πως οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε λόγο ο οποίος να επενεργεί εναντίον της έγκρισης του αιτήματος των Αιτητών. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παρ. α της Αίτησης αναφορικά με τους Καθ ων η αίτηση 2 και 3. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 και προς όφελος των Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα καταβληθούν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα μετά του Καθ ου η Αίτηση 1 εναντίον του οποίου εκδόθηκε Διάταγμα στις 4.4.16, μέχρι το στάδιο όπου η διαδικασία ήταν κοινή για όλους τους Καθ ων η αίτηση. (Υπ.) ....................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject:Civil/General/Final/10-16registrationofarbitrationaward cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.