ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. YIANNOS HADJIMITSIS MOTORS LIMITED κ.α., Γεν. Αίτηση αρ.: 639/14, 18/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A223 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση αρ.: 639/14 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Αιτητών και YIANNOS HADJIMITSIS MOTORS LIMITED, από τη Λεμεσό ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Χ»ΜΙΤΣΗ, από τη Λεμεσό ΜΑΡΙΑΣ ΓΙΑΝΝΑΚΗ Χ»ΜΙΤΣΗ, από τη Λεμεσό Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------------------- 18/5/2016 Για τους Αιτητές: κα Κ. Μιχαηλιδου για Σπύρος Ξ. Μιχαηλίδης & Σία Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κα Κωνσταντινίδου για κ. Παναγιώτη Π. Κλεοβούλου (κα Σωκράτους για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές, με την υπό εξέταση αίτηση τους, επιδιώκουν την παραχώρηση άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, η οποία εξεδόθη εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. Στην ένορκη δήλωση του Χριστάκη Δημητρίου, υπαλλήλου των Αιτητών, που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι στις 28/5/2012 εξεδόθη διαιτητική απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €394.918,47 πλέον τόκων προς 9% ετησίως από 28/5/2012, μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενοι δύο φορές το χρόνο ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον €150,00 έξοδα διαιτητικής απόφασης, πλέον εκποίηση της υποθήκης με αριθμό Υ8913/
- Η ρηθείσα διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 στις 4/1/
- Κατά την 25/1/2013 οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 καταχώρησαν την αίτηση - έφεση με αρ. 50/2013 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, με την οποία αιτούνταν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Η υπό αναφορά έφεση απορρίφθηκε στις 12/5/2014 λόγω μη προώθησης της. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους τους. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρισαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η μη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος για να δικαιούνται οι Αιτητές την έκδοση των αιτούμενων.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
- Η λεγόμενη απόφαση ουδεμία νομική ισχύ έχει καθ' ότι εξεδόθη από πρόσωπο αναρμόδιο.
- Ο διορισμός του εν λόγω προσώπου έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς χωρίς την συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση.
- Ο εν λόγω διορισμός παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96, και συγκεκριμένα του άρθρου 5
(1)
(2)
(3)
(4)και του Παραρτήματος, παράγραφος 1 (ιζ) κατά τις οποίες απαγορεύεται η κατάργηση της προσφυγής στο Δικαστήριο και της άσκησης των ενδίκων μέσων και της υποχρέωσης του δανειολήπτη να αποδέχεται διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις και άλλους περιορισμούς, οι οποίοι απαριθμούνται στο Νόμο. 6. Η διαδικασία από την οποία εκπορεύθηκε η λεγόμενη απόφαση ήταν παράτυπη καθ' ότι δεν τηρήθηκαν τα δικονομικά θέσμια και παρεβιάσθη κάθε έννοια φυσικής δικαιοσύνης, ήτοι: (
- i)Δεν εδόθη στους Καθ' ων δικογραφημένη απαίτηση της Αιτήτριας. (
- ii)Δεν εδόθη στους Καθ' ων η ευκαιρία να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους. (iii) Δεν διεξήχθη καμία δίκη ούτε εδόθη καμία μαρτυρία, ούτε εδόθη στους Καθ' ων δικαίωμα να αντεξετάσουν κανένα μάρτυρα. (
- iv)Ουσιαστικά δεν ετέθη στους Καθ' ων κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός και καμία μαρτυρία δεν υποστήριξε κανένα ισχυρισμό. (
- v)Δεν ετηρήθησαν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. (
- vi)Δεν ετηρήθησαν πρακτικά. (vii) Ο λεγόμενος διαιτητής διορίσθηκε μονομερώς από την Αιτήτρια, υπήρξε συνεργάτης και/ή υπάλληλος του Συνεργατισμού και δεν εδόθη το δικαίωμα στους Καθ' ων να αποδεχθούν τέτοιο διορισμό. (viii) Η λεγόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. 7. Στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό περιέχονται παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις, οι εν λόγω καταχρηστικές χρεώσεις επεκτείνονται σε παράνομες κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς τούτων, σε παράνομες χρεώσεις υπερημερίας και στη συνέχεια σε κεφαλαιοποιήσεις των και ανατοκισμού των, σε χρεώσεις καταχρηστικές και/ή αδικαιολόγητες, όπως χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και/ή άλλες παρεμφερείς χρεώσεις, οι οποίες στη συνέχεια τοκίζονται, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται με ρυθμό αλματώδη και παράλογα απαράδεκτο. 8. Η δανειακή σύμβαση εβασίσθη επί του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (εφ' εξής καλουμένου «ο Νόμος 160(Ι)/99») ο οποίος Νόμος, αφού κατήργησε τον προϋπάρχοντα περί Τόκου Νόμο 2/77, που προστάτευε αρκούντως τον δανειολήπτη από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών και από τις καταχρηστικές τους χρεώσεις, παρέχει, πλέον, την απόλυτη ελευθερία στις τράπεζες να χρεώνουν παρανόμως, με απαράδεκτα ποσά τον δανειολήπτη και να επιβάλλουν στο λογαριασμό του δανειολήπτη μονομερώς και αυθαίρετα, οποιοδήποτε επιτόκιο και να κεφαλαιοποιούν τον παράνομο τόκο και να τον ανατοκίζουν δύο φορές τον χρόνο. 9. Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 είναι αντισυνταγματικός στο σύνολό του και/ή εν μέρει ως ακολούθως: Λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας: (α) Οι πρόνοιές του δεν εναρμονίζονται με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει, ότι ο Νόμος πρέπει να προβλέπει την πρόληψη εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν και με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. (β) Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99,αφήνει ελεύθερο πεδίο στις τράπεζες να μεταχειρίζονται απάνθρωπα και ταπεινωτικά τους δανειολήπτες, δεν αφήνει περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε και την διαβίωσή τους υπό συνθήκες κοινωνικής ασφάλειας και κυρίως δεν τους προστατεύει, ως η επιταγή του άρθρου 26 του Συντάγματος προβλέπει, από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών αλλά, τουναντίον, παραδίδει αυτούς έρμαιο στην απόλυτη αυθαιρεσία των τραπεζών, οι οποίες, μονομερώς και κατά το δοκούν, προβαίνουν σε καταχρηστικές χρεώσεις και επιβάλλουν καταχρηστικά επιτόκια στους λογαριασμούς των δανειοληπτών, τοκίζουν τις επιβληθείσες καταχρηστικές χρεώσεις με καταχρηστικά επιτόκια, κεφαλαιοποιούν τους παραγόμενους, κατά τον ως άνω αυθαίρετο και παράνομο τρόπο, τόκους και ανατοκίζουν τα παραγόμενα ποσά μέχρι δύο φορές τον χρόνο, όπως ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 τους επιτρέπει, με αποτέλεσμα να διογκούται το χρέος κατά τρόπο εξωφρενικά παράλογο και ο δανειολήπτης και οι κληρονόμοι της περιουσίας του να καθίστανται δανείου υποτελείς στις Τράπεζες και να αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος του και συνεπεία τούτου τα ατομικά του δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες του δανειολήπτη και των κληρονόμων της περιουσίας του να περιορίζονται, να τίθενται υπό δοκιμασία και να περιστέλλονται. (γ) Ο Νόμος 160(Ι)/99, όπως προαναφέρεται, κατήργησε το προϋπάρχοντα περί τόκου Νόμο 2/77, εφ' εξής «ο Νόμος 2/77», ο οποίος προστάτευε αρκούντως τους δανειολήπτες, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ο Νόμος 2/77: i. Απαγόρευε επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από το Νόμο και/ή του αρμοδίου Υπουργού, ii. Απαγόρευε την κεφαλαιοποίηση του τόκου και/ή τον ανατοκισμό. iii. Απαγόρευε οιανδήποτε χρέωση πέραν του καθορισμένου ως άνω επιτοκίου. iv. Απαγόρευε την είσπραξη τόκου, ο οποίος στο σύνολο του, μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. (δ) Ο Νόμος 160(Ι)/99 κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος κατάργησε τον Νόμο που απαγόρευε την τοκογλυφία των τραπεζών και θέσπισε ένα απόλυτα τοκογλυφικό νόμο που επιτρέπει στις τράπεζες να κατακλέβουν τους δανειολήπτες, αφού: i. Ελευθεροποιεί το επιτόκιο και αφήνει τις τράπεζες απεριόριστες να επιβάλλουν αυθαίρετα, μονομερώς και άδικα επιτόκιο και πέραν του εν λόγω επιτοκίου να χρεώνουν τους λογαριασμούς των δανειοληπτών με οποιαδήποτε χρέωση αποφασίσουν αυθαίρετα οι τράπεζες και το παραγόμενο ποσό να το κεφαλαιοποιούν μέχρι και δύο φορές το χρόνο και να το τοκίζουν ξανά και τον παραγόμενο τόκο να τον κεφαλαιοποιούν ξανά και να τον επανατοκίζουν. ii. Αφήνει τις τράπεζες ελεύθερες να κηρύσσουν τους δανειολήπτες ως υπερήμερους και αφού τους κηρύξουν ως τέτοιους να τους χρεώνουν με τιμωρητικό τόκο, λεγόμενο τόκο υπερημερίας, και τον τόκο που παράγεται να τον κεφαλαιοποιούν και να τον επανατοκίζουν μέχρι και δύο φορές τον χρόνο. iii. Με τις ως άνω καταχρηστικές χρεώσεις των δανειοληπτών, τις οποίες ο Νόμος 160(Ι)/99 επιτρέπει στις τράπεζες, να επιβάλλουν τα δάνεια των δανειοληπτών πολλαπλασιάζονται με τρόπο παράνομο και με αλματώδη ρυθμό οι τράπεζες να κερδοσκοπούν και πλουτίζουν αθέμιτα εις βάρος των δανειοληπτών και ενώ με τον προϋπάρχοντα Νόμο 2/77 το κεφάλαιο με τους προστιθέμενους τόκους μπορούσε να διπλασιασθεί, στη χειρότερη για το δανειολήπτη περίπτωση, σε δεκατρία χρόνια, με το Νόμο 160(Ι)/99 το αρχικό ποσό χρέους, προστιθεμένων των καταχρηστικών χρεώσεων και των παράνομων τοκισμών μπορεί να διπλασιασθεί σε πέντε χρόνια, σε δέκα χρόνια το εν λόγω διπλασιαζόμενο χρέος να ξανά διπλασιαστεί και ούτω καθ' εξής το χρέος να συνεχίσει να πολλαπλασιάζεται χωρίς τέρμα, χωρίς όριο και χωρίς περιορισμό. 10. Διαζευκτικά ο εν λόγω Νόμος δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες εξεδόθησαν κατά καιρούς ως ακολούθως: Λεπτομέρειες δυσαρμονίας των προνοιών του Ν. 160(Ι)/99 με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς και/ή νομοθεσία (α) Επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι δύο φορές, ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιτρέπουν κεφαλαιοποίηση του τόκου μόνο μία φορά κατά το τέλος του έτους. (β) Επιτρέπει τον ετήσιο υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 360 μέρες το έτος ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιβάλλουν τον υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 365 μέρες του έτους. (γ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα ειλικρινή και διαφανή χειρισμό των λογαριασμών του δανειολήπτη με αποτέλεσμα η Τράπεζα να ενεργεί εις βάρος του δανειολήπτη ανεξέλεγκτα. (δ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα να ενημερώνει τον δανειολήπτη με σαφή και ειλικρινή τρόπο για τους όρους της δανειακής του σύμβασης πριν από την υπογραφή της σύμβασης, με αποτέλεσμα η Τράπεζα, κάνοντας χρήση της δεσπόζουσας θέσης της στη σύναψη της δανειακής σύμβασης να εξαναγκάζει τον δανειολήπτη να υπογράφει την σύμβαση χωρίς να έχει την ευκαιρία να την μελετήσει και ο δανειολήπτης έχοντας πλήρη άγνοια των όρων της άγεται και φέρεται από την τράπεζα χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης και χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, ως το αδύνατο μέρος της Σύμβασης, χωρίς δυνατότητα αμφισβήτησης των αυθαιρεσιών της τράπεζας στον λογαριασμό του, και χωρίς δυνατότητα να αμφισβητήσει τις καταχρηστικές χρεώσεις, τους παράνομους τοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς. (ε) Επιτρέπει στις τράπεζες να καταστρατηγούν τους κανόνες ελεύθερους ανταγωνισμού και να νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο οποίος εάν αφήνετο ελεύθερος θα δημιουργούσε συνθήκες, που θα επενεργούσαν υπέρ του δανειολήπτη, αφού αφήνει τις τράπεζες ελεύθερες χωρίς προληπτική και/ή κατασταλτική εποπτεία και χωρίς να τους επιβάλλει αποτρεπτικούς, περιορισμούς να εφαρμόζουν εναρμονισμένη και συντονισμένη μεταξύ τους πρακτική η οποία νοθεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και καταστρατηγεί τους όρους λειτουργίας του με αποτέλεσμα οι τράπεζες να εφαρμόζουν εναρμονισμένη μεταξύ τους πολιτική και πρακτική όσον αφορά τα δικαιώματα των τραπεζών αλλά έτι περαιτέρω και τις αυθαιρεσίες, καταχρήσεις και παρανομίες εις βάρος των δανειοληπτών. (στ) Εν γένει ο Νόμος αυτός, κατά πνεύμα και γράμμα, λειτουργεί και εφαρμόζεται από τις τράπεζες κατά παράβαση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και/ή Ευρωπαϊκών οδηγιών, ευλογεί τις αυθαιρεσίες και παρανομίες των τραπεζών και καταπατεί τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες των δανειοληπτών αφού τους καθιστά δανείου υποτελείς στις Τράπεζες. 11. Διαζευκτικά η εν θέματι δανειακή σύμβαση είναι πλήρης καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις, Νόμου 93(Ι)/96, ως ακολούθως: (α) Οι ρήτρες της εν λόγω Σύμβασης περί τοκισμού και χρεώσεων διατυπώνονται κατά τρόπο ασαφή και/ή δυσερμηνευόμενο και/ή μη κατανοητό. (β) Η εν λόγω Σύμβαση και οι ρήτρες της, στο σύνολο τους και/ή συγκεκριμένα οι περί τοκισμού και χρεώσεων, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων σε στερεότυπα έντυπα της Αιτήτριας και εκ των πραγμάτων οι Καθ' ων δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της. (β) Η εν λόγω Σύμβαση και οι ρήτρες της, στο σύνολο τους και/ή συγκεκριμένα οι περί τοκισμού και χρεώσεων, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων σε στερεότυπα έντυπα της Αιτήτριας και εκ των πραγμάτων οι Καθ' ων δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της. (γ) Η εν λόγω Δανειακή Σύμβαση και/ή διαλαμβανόμενες σε αυτή ρήτρες και/ή συγκεκριμένα οι ρήτρες περί χρεώσεων και/ή τοκισμού του λογαριασμού των Καθ' ων δημιουργούν εις βάρος των Καθ' ων ανισότητα υπέρ των δικαιωμάτων της Αιτήτριας αφ' ενός και εις βάρος των υποχρεώσεων των Καθ' ων αφ' ετέρου. (δ) Η διαπραγματευτική αδυναμία των Καθ' ων κατά την υπογραφή της εν λόγω Δανειακής Σύμβασης αφ' ενός και ο τρόπος και ο βαθμός του καταχρηστικού και άδικου χειρισμού του λογαριασμού των Καθ' ων παραβιάζει την απαίτηση της καλής πίστης, την οποία η Αιτήτρια όφειλε να επιδείξει στην εν λόγω Δανειακή Σύμβαση. (ε) Επιτρέπουν στην Αιτήτρια μονομερώς και αυθαίρετα να επιβάλλει τόκους υπερημερίας, να καθορίζει το επιτόκιο, να προβαίνει σε χρεώσεις ανεξέλεγκτα να προβαίνει σε επίσχεση κεφαλαίων των Καθ' ων. 12. Η εν θέματι Δανειακή Σύμβαση, ως πλήρης καταχρηστικών ρητρών, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στο σύνολό της ως καταχρηστική και/ή ως βασισμένη σε νομοθεσία αντισυνταγματική, και/ή μη εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς. 13. Εις ην περίπτωσιν κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η εν λόγω Δανειακή Σύμβαση δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, οι ρήτρες περί αυθαιρέτων και μονομερών χρεώσεων του λογαριασμού των Καθ' ων και περί μονομερούς επιβολής επιτοκίου και τόκων και παράνομων κεφαλαιοποιήσεων και ανατοκισμών είναι ανίσχυροι όροι και δεν επιφέρουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. 14. Η Αιτήτρια μονομερώς, παρανόμως, αυθαίρετα και καταχρηστικά επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με αδικαιολόγητες και/ή παράνομες χρεώσεις, επέβαλαν επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα και/ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κεφαλαιοποίησε τις παράνομες χρεώσεις και/ή τους παραγόμενους παράνομους τόκους επέβαλε μονομερώς και παράνομα τιμωρητικές και/ή ποινικές ρήτρες στο λογαριασμό, τις οποίες ονόμασε τόκους υπερημερίας και όλα αυτά τα ποσά δια της κεφαλαιοποίησης τα ενσωμάτωσε στο ληφθέν δάνειο, τα τόκισε τα κεφαλαιοποίησε επαναλαμβανόμενες φορές, δύο και/ή περισσότερες φορές το χρόνο, τόκισε και ανατόκισε τα εν λόγω ποσά και συνεχίζει μέχρι σήμερα την εν λόγω παράνομη πρακτική. 15. Η ως άνω περιγραφόμενη πρακτική της Αιτήτριας υπερφόρτωσε το λογαριασμό μου με καταχρηστικές χρεώσεις και τόκους με ρυθμό αλματώδη, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο ως οφειλόμενο να πολλαπλασιάζεται από περίοδο σε περίοδο, δηλαδή περίπου ανά πενταετία διπλασιάζεται. 16. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ανατοκίζουν τον τόκο κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου. 17. Η εν λόγω πρακτική της Αιτήτριας πλήττει τα δικαιώματα των Καθ' ων. Προκαλεί κατάφορη αδικία μη συνάδουσα με ευνομούμενη πολιτεία και η πολιτεία ενώ οφείλει να ασκεί εποπτεία προληπτική και/ή κατασταλτική στην αυθαιρεσία της Αιτήτριας, εντούτοις παραμένει αμέτοχη και/ή συνεργός στην εν λόγω τεκταινόμενη, χωρίς έλεος, παρανομία.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 2, στην οποία επαναλαμβάνονται κατ' ουσία οι λόγοι ένστασης. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι παρέλαβε την επίδικη διαιτητική απόφαση μέσω του πρώην δικηγόρου του, με την αίτηση υπ' αρ. 50/13, αλλά η αίτηση απερρίφθη, χωρίς ο ίδιος να λάβει γνώση της απόρριψης και οι δικηγόροι της Αιτήτριας αρνήθηκαν να ενημερώσουν τους δικηγόρους του για την απόρριψή της, μολονότι αυτοί ζήτησαν και γραπτώς ενημέρωση, αντί απαντήσεως όμως προώθησαν την παρούσα διαδικασία. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου, η οποία κατεχωρήθη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, απορρίπτεται ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι παρέλαβε τη διαιτητική απόφαση μέσω του πρώην δικηγόρου του. Απορρίπτεται, επίσης, ο ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση 2 ότι η αίτηση/έφεση 50/13 απερρίφθη, χωρίς ο ίδιος να λάβει γνώση της απόρριψής της. Επισυνάπτονται, ως Τεκμήρια, τα πρακτικά του Δικαστηρίου στην αναφερόμενη αίτηση/έφεση, ημερομηνίας 26/2/14, 15/4/14 και 12/5/14. Επισυνάπτονται, επίσης, οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης προς τους Καθ' ων η Αίτηση, του ιδιώτη επιδότη Παύλου Παπακώστα, ημερομηνίας 8/4/13 (Τεκμήριο Α). Νομική πτυχή: Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρα 3, 4, 52
(1)(β) και 52
(2)(β),στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρο 21, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47 και Δ.48 Θ.1-3, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 37
(1)
(2)και στη γενική πρακτική και εξουσίες του Δικαστηρίου. Το άρθρο 52
(1)του Νόμου 22/85, στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ρητά ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ μέλους, χρεώστη ή πελάτη και Συνεργατικής Εταιρείας, η οποία αφορά τις εργασίες της Συνεργατικής Εταιρείας, θα παραπέμπεται από τη Συνεργατική Εταιρεία στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος έχει την εξουσία να την παραπέμψει προς επίλυση σε διαιτησία. Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω απαντούν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση, στο λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο διορισμός του διαιτητή έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς, χωρίς τη συγκατάθεση τους. Όσον αφορά το λόγο ένστασης τους, ότι η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση εξεδόθη από αναρμόδιο πρόσωπο, έχω να αναφέρω ότι παρέμεινε γενικός και αόριστος, αφού δεν επεξηγείται γιατί το πρόσωπο αυτό ήταν αναρμόδιο. Το άρθρο 52
(4)και
(5), του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, αρ. 22/85, προνοεί τα ακόλουθα: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών προκύπτει ως αδιαμφισβήτητο γεγονός η έκδοση της διαιτητικής απόφασης εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 κατά την 28/5/2012, για τα ποσά τα οποία αναφέρονται σ' αυτήν καθώς και για εκποίηση της υποθήκης Υ8913/2010. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 A.A.Δ. 707, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδες 714 και 715: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολ. Έφεση αρ. 87/2011, ημερομηνίας 20/6/2014. Από το ως άνω αναφερόμενο απόσπασμα καθίσταται φανερό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπησέλθει στον έλεγχο της ορθότητας της ρηθείσας διαιτητικής απόφασης, ειδικά δε του αξιούμενου με αυτήν ποσού ή του αξιούμενου επιτοκίου. Τα μοναδικά στοιχεία τα οποία μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η ρηθείσα απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή όλα όσα εγείρονται από τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3. Οι Καθ' ων η Αίτηση στους λόγους ένστασής τους προβάλλουν ότι οι Αιτητές παραβίασαν τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96. Εγείρουν επίσης ζήτημα συνταγματικότητας του περί Φιλελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160
(1)/99, στον οποίο στηρίζονται οι χρεώσεις, οι οποίες εμπεριέχονται στο ποσό, για το οποίο εξεδόθη η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση για το λόγο ότι, ως ισχυρίζονται, προσκρούει σε συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος, καθώς και σε Ευρωπαϊκές οδηγίες ή/και κανονισμούς ή/και νομοθεσία. Εγείρουν, ακόμα, ζήτημα παρατυπίας της διαδικασίας, κατά την οποία εξεδόθη η υπό αναφορά απόφαση. Τα ζητήματα όμως αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όλα τα ως άνω εγειρόμενα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια έφεσης την οποία είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν. Όπως δε υπήρξε αδιαμφισβήτητο, οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν την έφεση υπ' αρ. 50/13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, εναντίον της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης, η οποία όμως απερρίφθη, για τους λόγους που παρατίθενται πιο κάτω. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Καθ' ου η Αίτηση στην ένορκη δήλωση του η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, προβάλλει ότι παρέλαβε την διαιτητική απόφαση μέσω του πρώην δικηγόρου του, με την αίτηση υπ' αρ. 50/13, η οποία απερρίφθη, χωρίς να λάβει γνώση της απόρριψής της και χωρίς οι δικηγόροι της Αιτήτριας να ενημερώσουν τους δικηγόρους του για την απόρριψή της. Οι αμέσως πιο πάνω αναφερόμενοι ισχυρισμοί του Καθ' ου η Αίτηση 2 καταρρίπτονται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Χριστάκη Δημητρίου η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατεχωρήθη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Παύλου Παπακώστα, οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου, ειδοποίηση της έκδοσης της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε προσωπικά προς τον Καθ' ου η Αίτηση 1, καθώς και ως διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση 1 και συζύγου και συγκάτοικου της Καθ' ης η Αίτηση 3, κατά την 4/1/
- Όπως επίσης προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των πρακτικών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που επίσης επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου, στις 26/2/2014 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού παραχώρησε άδεια στο συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση, κ. Πούγιουρο, στην παρουσία του Καθ' ου η Αίτηση 2, να αποσυρθεί από την εκπροσώπηση των Καθ' ων η Αίτηση, στην αίτηση/έφεση την οποία κατεχώρισαν εναντίον της παρούσας διαιτητικής απόφασης. Κατόπιν αιτήματος του Καθ' ου η Αίτηση 2, δόθηκε χρόνος για διορισμό άλλου δικηγόρου και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 15/4/2014, η ώρα 9.30 π.μ. Κατ' εκείνη την ημερομηνία το Δικαστήριο, στην απουσία του Καθ' ου η Αίτηση 2, όρισε την υπόθεση για ακρόαση την 12/5/14, ώρα 9.30 π.μ. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, λόγω της απουσίας των Καθ' ων η Αίτηση, η υπό αναφορά αίτηση/έφεση απερρίφθη, λόγω μη προώθησής της. Από τα όσα έχουν αναφερθεί αμέσως πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι οι Καθ' ων η Αίτηση παρέλειψαν να προωθήσουν την υπό αναφορά αίτηση/έφεση τους, με αποτέλεσμα αυτή να απορριφθεί. Είμαι της άποψης ότι οι Αιτητές δεν είχαν οποιαδήποτε νομική υποχρέωση να ενημερώσουν είτε τους ίδιους τους Καθ' ων η Αίτηση είτε το δικηγόρο τους, για την απόρριψη της υπό αναφορά αίτησης/έφεσης τους. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα μοναδικά στοιχεία τα οποία μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι το κατά πόσο η ρηθείσα απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Στην υπό εξέταση υπόθεση, έχοντας κατά νουν το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, είμαι της άποψης ότι ικανοποιούνται και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση, ότι η παρούσα διαιτητική απόφαση είναι αναιτιολόγητη, παρά το ότι το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν επιτρέπει την εξέταση του, έχω να αναφέρω ότι αυτός αντικρούεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της ίδιας της διαιτητικής απόφασης, στην οποία ο διαιτητής, ο οποίος την εξέδωσε, κάνει αναφορά στα έγγραφα, τα οποία έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην απόφαση του. Θα πρέπει ακόμα να επισημάνω ότι, σύμφωνα με την ίδια απόφαση, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 ήταν παρών στη διαδικασία, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Καθ' ης η Αίτηση 1 αλλά και ως εγγυητής και παραδέχτηκε το χρέος του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφέρω ακόμα ότι, όπως έχω παρατηρήσει, στο σώμα της υπό εξέταση αίτησης αναφέρεται, ως ημερομηνία έκδοσης της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης, η 1/6/
- Όμως, τόσο από την ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Δημητρίου, όσο και από την ίδια τη διαιτητική απόφαση, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Δημητρίου, προκύπτει ότι αυτή εξεδόθη κατά την 28/5/
- Είναι φανερό ότι η λανθασμένη ημερομηνία που αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, οφείλεται σε τυπογραφικό λάθος, το οποίο δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει σύγχυση ή παραπλάνηση στους Καθ' ων η Αίτηση. Εξάλλου, θα πρέπει να επισημάνω ότι όχι μόνο δεν έχει εγερθεί τέτοιο ζήτημα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, αλλά ούτε καν γίνεται αναφορά στην λανθασμένη ημερομηνία που αναφέρεται στο σώμα της αίτησης. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 28/5/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Χριστάκη Δημητρίου, η οποία λήφθηκε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3, με τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και
- (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / General Application / Final Αναφορά: Εγγραφή διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο