← Κύπρος

GEOMA GROWERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4997/14, 25/5/2016

GEOMA GROWERS LIMITED ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 4997/14, 25/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A231 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4997/14 Μεταξύ: GEOMA GROWERS LIMITED, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗMΕΡ. 25/6/2015 Αρ. Αγωγής: 4997/14 Μεταξύ: GEOMA GROWERS LIMITED, από την Λάρνακα Εναγόντων και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΕΣΕΛ-ΣΠΟΛΠ ΛΤΔ, από την Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 25/11/2015 Ημερομηνία: 25/5/2016 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές : κα Α. Μαλακουνίδου Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση: κα Ε.Χαραλάμπους για Αργεντούλλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Επίδικη Αίτηση Μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης των εναγομένων ακολούθησε η καταχώρηση της επίδικης αίτησης, με την οποία οι ενάγοντες ζητούν : « 1. Την διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης των Εναγομένων εις την ολότητα της επειδή δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε πραγματική υπεράσπιση και/ή αποτελεί ψευδή υπεράσπιση (sham defence) και/ή έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή η εν λόγω Υπεράσπιση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) και/ή η εν λόγω Υπεράσπιση είναι μηδαμινή και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious). 2. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω: Την διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης των Εναγομένων εις την ολότητα της αφού δεν αποκαλύπτει ικανοποιητική και/ή εύλογη υπεράσπιση σε εκκαθαρισμένη απαίτηση χρημάτων (liquidated demand in money) και/ή αποτελείται από γενικές και αόριστες αρνήσεις και/ή πρόκειται περί αντινομικού δικογράφου που αντίκειται στις διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα τις διατάξεις που αφορούν την σύνταξη δικογράφων 3. Διαζευκτικά και άνευ βλάβης των πιο πάνω: Α) Την διαγραφή και/ή απόρριψη της πρώτης προδικαστικής ένστασης (α) για τον λόγον ότι οι Εναγόμενοι κωλύονται και/ή εμποδίζονται από το να ισχυριστούν την ύπαρξη συνεργασίας και/ή την ύπαρξη συμφωνίας συνεργασίας μετά των Εναγόντων για σκοπούς προδικαστικής ένστασης, αφού αυτό αντιφάσκει με το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης, στην οποία οι Εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη συνεργασίας μετά των Εναγόντων, και/ή (β) ως νομικά αβάσιμης και/ή παραπλανητικής και/ή (γ) για τον λόγον ότι ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών δεν έχει καμία δικαιοδοσία να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς στην παρούσα περίπτωση και/ή να παραπέμψει την διαφορά σε διαιτησία αφού η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή αφού δεν είναι διαφορά συνεργατικής εταιρείας με πελάτη της αλλά αντιθέτως οι Εναγόμενοι είναι πελάτες των Εναγόντων, και/ή για τον λόγον ότι τίποτε δεν εμποδίζει εν πάση περιπτώσει οποιονδήποτε από το να καταχωρήσει αγωγή στο Δικαστήριο εναντίον οποιασδήποτε συνεργατικής εταιρείας για απλήρωτα τιμολόγια και/ή (δ) για τον λόγον ότι ο μοναδικός λόγος υποβολής της εν λόγω προδικαστικής ένστασης είναι η περιπλοκή και/ή καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή (ε) διαζευκτικά την διαγραφή της παραγράφου 4 της Υπεράσπισης, αφού στην πρώτη προδικαστική ένσταση υπάρχει παραδοχή της συνεργασίας και/ή της συμφωνίας συνεργασίας. Β) Την διαγραφή και/ή απόρριψη της δεύτερης προδικαστικής ένστασης (α)ως νομικά αβάσιμης και/ή παραπλανητικής αφού με μιαν απλή ανάγνωση του αναφερομένου εις την προδικαστική ένσταση άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου είναι ξεκάθαρο ότι το άρθρο τούτο δεν εφαρμόζεται σε αυτή την περίπτωση και/ή το αναφερόμενο άρθρο 52 δεν εχει εφαρμογήν επι ιδιωτικών, ως η Ενάγουσα, εταιρειών και/ή για τον λόγον ότι ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών δεν έχει καμία δικαιοδοσία να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς στην παρούσα περίπτωση και/ή να παραπέμψει την διαφορά σε διαιτησία αφού η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και/ή αφού δεν είναι διαφορά συνεργατικής εταιρείας με πελάτη της αλλά αντιθέτως οι Εναγόμενοι είναι πελάτες των Εναγόντων, και/ή για τον λόγον ότι τίποτε δεν εμποδίζει εν πάση περιπτώσει οποιονδήποτε από το να καταχωρήσει αγωγή στο Δικαστήριο εναντίον οποιασδήποτε συνεργατικής εταιρείας για απλήρωτα τιμολόγια και/ή (β) για τον λόγον ότι ο μοναδικός λόγος υποβολής της εν λόγω προδικαστικής ένστασης είναι η περιπλοκή και/ή καθυστέρηση της διαδικασίας. Γ) Την διαγραφή της παραγράφου 5 της Υπεράσπισης για τον λόγον ότι αποτελείται από γενικές και αόριστες αρνήσεις και/ή αποτελείται από αντιφατικές δηλώσεις οι οποίες αναιρούν η μια την άλλη και/ή προκαλούν αμηχανία και/ή σύγχυση και/ή θέτουν τους Ενάγοντες-Αιτητές σε δυσμενή και/ή μειονεκτική θέση, αφού τους εμποδίζουν από το να κατανοήσουν επακριβώς την θέση των Εναγομένων ώστε να είναι εις θέση να απαντήσουν και/ή να καταχωρήσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση. Δ) Την διαγραφή οποιουδήποτε άλλου σημείου και/ή οποιασδήποτε άλλης παραγράφου της Υπεράσπισης το οποίο και/ή της οποίας το περιεχόμενο θα κριθεί εύλογα και δίκαια από το Δικαστήριο ότι πρέπει, υπό τις περιστάσεις, να διαγραφεί. » Η Αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.19 Θ. 4, 11, 15, 16 και 26, Δ.27 Θ. 1, 2, 3, Δ.21 Θ. 2, και Δ.48 Θ. 1, 2, 3, 8 και 9(
  2. j)και (ο), και στην Γενική και Σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση, όπως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης και στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Μαλακουνίδη, διευθυντή των εναγόντων. Αναφέρει δε ο ενόρκως δηλών τα εξής: « 1. Είμαι ένας εκ των δύο μετόχων και ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων των Εναγόντων-Αιτητών και εκ της ιδιότητας μου αυτής γνωρίζω τα γεγονότα που εκτίθενται πιο κάτω. Τυχόν αναφορά μου σε νομικά θέματα γίνεται μετά από συμβουλή των δικηγόρων μου. 2. Κατά ή περί τις αρχές του Μαρτίου του 2014, προτού δηλαδή καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή, επισκέφθηκα τα γραφεία των Εναγομένων και είχα κατ' ιδίαν συνάντηση με τον Εμπορικό Διευθυντή των Εναγομένων, κύριο Κώστα Κωνσταντίνου στην προσπάθεια μου να εισπράξω το ποσό των Ευρώ 20.336 πλέον τόκους που χρωστούν οι Εναγομένοι στους Ενάγοντες, όπως περιγράφεται με λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης στην παρούσα Αγωγή. 3. Κατά την εν λόγω συνάντηση, η οποία έγινε σε καλό και φιλικό κλίμα, ο κύριος Κώστας Κωνσταντίνου, παραδεχόμενος τις οφειλές προς τους Ενάγοντες με διαβεβαίωσε ότι το ποσό το οποίο οφειλόταν θα πληρωνόταν, με κάποια όμως καθυστέρηση επειδή οι Εναγόμενοι αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες. 4. Μετά από την πιο πάνω αναφερομένη συνάντηση, κατά ή περί τις 24/3/2014, έλαβα μέσω φάξ που εστάλη στα γραφεία των Εναγόντων, επιστολή υπογραμμένη από τον Διευθυντή Παύλο Αριστείδου εκ μέρους των Εναγομένων, στην οποία επιστολή οι Εναγόμενοι μεταξύ άλλων, παραδέχονται και γραπτώς τις οφειλές προς τους Ενάγοντες και διαβεβαιώνουν ότι το οφειλόμενο προς αυτούς ποσό θα πληρωθεί και μάλιστα ότι οι Εναγόμενοι ετοίμαζαν πρόγραμμα πληρωμών και ότι θα ξεκινούσε η αποπληρωμή των οφειλομένων στους Ενάγοντες ποσών μέσα στον Νοέμβριο του 2014. Στην επιστολή οι Εναγόμενοι παρακαλούν θερμά για συμπαράσταση και υπομονή από τους Ενάγοντες. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α. 5. Στις 9/4/2014 στείλαμε στους Εναγομένους απαντητική επιστολή μέσω των δικηγόρων μας κάνοντας τους αντιπρόταση να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό προς την Ενάγουσα εταιρεία σε 4 μηνιαίες δόσεις μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2014. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β. Δυστυχώς δεν πήραμε κάποιαν απάντηση, και γι αυτό οι δικηγόροι μας έστειλαν την τελευταία ειδοποίηση στους Εναγομένους στις 5/5/2014 ενημερώνοντας τους ότι θα προχωρούσαμε δικαστικώς για την είσπραξη του οφειλομένου ποσού. Αντίγραφο της εν λόγω επιστολής επισυνάπτω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ. Παρόλο ότι εστάλησαν οι ως άνω επιστολές, και λαμβάνοντας υπόψη αφ' ενός μεν το κόστος χρόνου και χρήματος μιας δικαστικής διαδικασίας και αφ' ετέρου δε την οικονομική κρίση που περνά ο τόπος μας, πήραμε τελικά την απόφαση, ως εταιρεία, να δώσουμε την ευκαιρία στους Εναγομένους να τηρήσουν αυτά που διαβεβαίωσαν στην επιστολή τους προς εμάς, δηλαδή, να ξεκινήσουν την αποπληρωμή του οφειλομένου ποσού προς τους Ενάγοντες τον Νοέμβριο 2014, και δεν προχωρήσαμε άμεσα στην καταχώρηση αγωγής. 6. Όμως δυστυχώς έφθασε ο Νοέμβρης του 2014, και οι Εναγόμενοι δεν έκαναν οποιανδήποτε κίνηση για να ξεκινήσει η αποπληρωμή των οφειλομένων ποσών προς τους Ενάγοντες όπως είχαν υποσχεθεί γραπτώς, και γι' αυτό λήφθηκε η απόφαση από τους Ενάγοντες να κινηθεί η παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων. 7. Κατά ή περί την 23/9/2015 οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την τροποποιημένη Υπεράσπιση τους στην παρούσα υπόθεση, η οποία κοινοποιήθηκε στα γραφεία των Εναγόντων από τους Δικηγόρους τους. Όταν την διάβασα, έμεινα έκπληκτος από τους ισχυρισμούς και αρνήσεις των Εναγομένων. Ολόκληρο το περιεχόμενο του δικογράφου αυτού, δεν έχει καμίαν σχέση με την πραγματικότητα. Για μένα η Υπεράσπιση δεν περιέχει ίχνος αλήθειας, ουδόλως ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και είναι μια κατασκευασμένη υπεράσπιση που έχει καταχωρηθεί με μη ειλικρινείς προθέσεις και κακή τη πίστη. Αυτό αποκαλύπτεται και αποδεικνύεται από την επιστολή που περιγράφεται πιο πάνω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α, η οποία είναι γραμμένη σε επιστολόχαρτο των Εναγομένων και υπογεγραμμένη εκ μέρους των Εναγομένων υπό του Διευθυντού αυτών, και στην οποία οι Εναγόμενοι παραδέχονται γραπτώς γεγονότα τα οποία οι ίδιοι μεταγενέστερα αρνούνται στην Υπεράσπιση τους, και ειδικότερα: (α) από το περιεχόμενο του ΤΕΚΜΗΡΙΟΥ Α είναι φανερό ότι οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν την συνεργασία μετά των Εναγόντων, κάτι το οποίο όμως μετά αρνούνται στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης τους, (β) στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α οι Εναγόμενοι παραδέχονται ρητά ότι οι Ενάγοντες κατατάσσονται στους εμπορικούς πιστωτές των Εναγομένων, ενώ στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι οι Ενάγοντες προμήθευαν εμπορεύματα σε αυτούς και αρνούνται την ύπαρξη οποιωνδήποτε τιμολογίων ή λογαριασμών, (γ) στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α οι Εναγόμενοι παραδέχονται την ύπαρξη οφειλομένου ποσού προς τους Ενάγοντες, και ότι το ποσό αυτό είναι καθυστερημένο, όμως στις παραγράφους 4 και 5 της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνται την ύπαρξη οποιουδήποτε υπολοίπου και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν κανένα ποσό, (δ) το ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α δεν περιέχει καμίαν διαμαρτυρία για το ποσό του υπόλοιπου του λογαριασμού των Εναγομένων, αντιθέτως περιέχει ευχαριστίες των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες για την υπομονή και κατανόηση τους αναφορικά με την καθυστέρηση των πληρωμών. Στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι όμως ισχυρίζονται ότι είχαν διαμαρτυρηθεί για αδικαιολόγητη χρέωση και/ή ότι απέρριψαν και/ή δεν αποδέχθηκαν αυτή και/ή ότι ή χρέωση ήταν υπερβολική, και (ε) στο ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α οι Εναγόμενοι μπαίνουν σε λεπτομέρεια στα μέτρα που θα πάρουν για να μπορέσουν να είναι σε θέση να αποπληρώσουν της υποχρεώσεις τους προς τους Ενάγοντες, παρουσιάζοντας στους Ενάγοντες, με τα δικά τους λόγια, μια θετική προοπτική είσπραξης των οφειλών των Εναγομένων, λόγια τα οποία δεν έχουν καμία σχέση με τα λόγια, το ύφος και το πνεύμα της Υπεράσπισης. 8. Αντιλήφθηκα ότι πρέπει να καταχωρήθηκε η εν λόγω Υπεράσπιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας, γι' αυτό αποφάσισα να επισκεφτώ ξανά τα γραφεία των Εναγομένων για να μιλήσω με τους υπεύθυνους εκεί με σκοπό να τους παρακαλέσω να μην καθυστερήσουν την διαδικασία με αυτό τον τρόπο και να εξετάσω το κατά πόσο υπήρχε περιθώριο να κάνουμε κάποιαν συμφωνία για να δεχθούν άμεσα απόφαση στην παρούσα αγωγή. 9. Στην εν λόγω καινούργια συνάντηση κατά ή περί τα μέσα Οκτωβρίου του 2015 που είχα στο γραφείο του εσωτερικού λογιστή των Εναγομένων κυρίου Ευγένιου Παύλου, μιλήσαμε για την παρούσα αγωγή, και πάλιν σε καλό και φιλικό κλίμα. Ο κύριος Ευγένιος παραδέχτηκε σε μένα ότι η Υπεράσπιση των Εναγομένων καταχωρήθηκε με σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας αφού δεν είχαν οι Εναγομένοι ρευστό αυτή την στιγμή να πληρώσουν το οφειλόμενο προς τους Ενάγοντες ποσό. Του πρότεινα να τους προσφέρω κάποιαν έκπτωση στο οφειλόμενο ποσό με αντάλλαγμα την άμεση πληρωμή, επειδή ήταν άδικο για την εταιρεία μας να υποβληθεί χωρίς πραγματικό λόγο σε μια μακρόχρονη δικαστική διαδικασία την στιγμή που όλοι, Ενάγοντες και Εναγόμενοι, γνωρίζαμε ακριβώς το ποσό που οφειλόταν από τους Εναγόμενους στους Ενάγοντες, και η απάντηση που έλαβα ήταν ότι ακόμα και με έκπτωση δεν ήταν εις θέση οι Εναγόμενοι να πληρώσουν οποιονδήποτε ποσό στην δεδομένη χρονική στιγμή. 10. Θα ήταν εντελώς άδικο για τους Ενάγοντες να αποδεχθεί το Σεβαστό Δικαστήριο την Υπεράσπιση των Εναγομένων, αφού είναι φανερά μια ψεύτικη και κατασκευασμένη υπεράσπιση που έχει καταχωρηθεί κακή τη πίστη με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την παρούσα διαδικασία και καθώς με πληροφορούν οι δικηγόροι μου και ειλικρινά πιστεύω, αυτό αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας. Παρακαλώ το Σεβαστό Δικαστήριο όπως μην επιτρέψει την χρήση των μέσων του δικαίου για τον αλλότριο σκοπό της καθυστέρησης ή αποφυγής πληρωμής οφειλών. Δια ταύτα αιτούμεθα εκ μέρους των Εναγόντων όπως διαγραφεί πλήρως και/ή παραμεριστεί ολόκληρη η Υπεράσπιση των Εναγομένων, ώστε να δυνηθούμε δίκαια να προχωρήσουμε άμεσα με αίτηση για απόφαση. 11. Είμαι έτοιμος, εκ μέρους των Εναγόντων, να αποδείξω με κάθε λεπτομέρεια το ποσό που απαιτείται στην Έκθεση Απαίτησης, παρουσιάζοντας τα υπογεγραμμένα από τους Εναγόμενους τιμολόγια καθώς και λεπτομερείς καταστάσεις λογαριασμού. 12. Οι Εναγόμενοι ουδεμίαν πραγματική υπεράσπιση έχουν στην παρούσα αγωγή. 13. Εξ όσων ειλικρινά γνωρίζω και πιστεύω είναι ορθό και δίκαιο όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα διαγραφής και/ή παραμερισμού της Υπεράσπισης των Εναγομένων για την περαιτέρω ομαλή και/ή σωστή εξέλιξη και/ή συνέχιση της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. 14. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και/ή με βάση τα πιο πάνω, ζητώ εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών, διάταγμα πλήρους διαγραφής και/ή παραμερισμού της Υπεράσπισης των Εναγομένων. » Η Ένσταση των Εναγομένων Οι εναγόμενοι αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης σημειώνεται επαναλαμβάνονται αυτούσιοι στην ένορκη δήλωση της Σταυρίνας Καρακατσάνη που παρατίθεται πιο κάτω και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν και εδώ [βλ. παράγραφο 5 (α) - (η)]. Η ένσταση, ως αναφέρεται στο σώμα της ένστασης, βασίζεται στην ίδια νομική βάση με αυτήν που βασίζεται η υπό κρίση Αίτηση και στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.19 Θ4 και Θ26, Δ.25, Δ.27 Θ.1-3, Δ.48 Θ.1-9, Δ.26 καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και της εν γένει πρακτικής των Δικαστηρίων. Η ένσταση δε όπως ήδη αναφέρθηκε συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Σταυρίνας Καρακατσάνη, εις την οποία αναφέρει τα εξής: «. 1. Είμαι απόφοιτος νομικής και υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο των Δικηγόρων των Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση στην, με τον ως άνω τίτλο και αριθμό, Αγωγή και ορκίζομαι την παρούσα υπό την εν λόγω ιδιότητά μου και εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι και ως με συμβουλεύει ο κύριος Σάββας Βασιλείου, δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση. 2. Είμαι εξουσιοδοτημένη τους Εναγόμενους να προβώ στην παρούσα και γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της ως άνω υπόθεσης, αφού έχω μελετήσει το φάκελο της υπόθεσης στο γραφείο που εργάζομαι. Προβαίνω εγώ, αντί εκπροσώπου των Καθ΄ων η Αίτηση, στην παρούσα ένορκη δήλωση, καθ' ότι τα άτομα που αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση δεν εργάζονται πλέον στους Καθ' ων η Αίτηση, ενώ ο κύριος Αριστείδου (γραμματέας των Καθ' ων η Αίτηση) είναι προσωρινά αδύνατον να μεταβεί στο Δικαστήριο για υπογραφή ένορκης δήλωσης (λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει). Παρ' όλα αυτά συνομίλησα τηλεφωνικώς με τον κύριο Αριστείδου και είχα τις απόψεις και θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση επί του περιεχομένου της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. 3. Προβαίνω στην παρούσα ένορκη δήλωση εξ όσων προσωπικά γνωρίζω, πιστεύω, συμβουλεύομαι και πληροφορούμαι. Όσα γεγονότα δεν γνωρίζω προσωπικά αναφέρω αυτά δηλώνοντας την πηγή πληροφόρησης μου. Όπου αναφέρομαι σε καθαρώς νομικά ζητήματα, τα αναφέρω εξ όσων με συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Εναγόμενης, και συγκεκριμένα ο κύριος Σάββας Βασιλείου. 4. Οι Ενάγοντες - Αιτητές, με την παρούσα Αίτηση αιτούνται την διαγραφή της Έκθεσης Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους, κατ' ισχυρισμό τους, δεν αποκαλύπτει καλό και/ή εύλογο δικαίωμα Υπεράσπισης και/ή είναι ψευδής Υπεράσπιση και/ή η Υπεράσπιση είναι «μηδαμινή και/ή ενοχλητική». Επίσης ζητούν όπως διαγραφούν οι προδικαστικές ενστάσεις που εγείρουν οι Εναγόμενοι με την Υπεράσπιση ή η παράγραφος 5 της προαναφερόμενης Υπεράσπισης τους και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία την οποία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις. 5. Ως με ενημερώνει ο δικηγόρος που χειρίζεται την υπόθεση (και συγκεκριμένα ο κος Σάββας Βασιλείου) η υπό κρίση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθ' ότι: (α) Η Υπεράσπιση των Εναγομένων αποκαλύπτει συζητήσιμη και/ή καλή Υπεράσπιση. (β) Η υπό κρίση αίτηση είναι γενική και αόριστη και/ή ενοχλητική και/ή σκανδαλώδης και/ή καταχρηστική και/ή τείνει να καθυστερήσει τη σύντομη εκδίκαση της υπόθεσης. (γ) Η Έκθεση Υπεράσπισης είναι συνταγμένη σύμφωνα με τους θεσμούς και/ή την ισχύουσα πρακτική και/ή νομολογία. (δ) Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή πραγματικά αστήρικτη και/ή δεν είναι σύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και διαδικαστικούς κανονισμούς και/ή έχει Λανθασμένη Νομική Βάση και/ή στερείται νομικής βάσης και/ή της αναγκαίας νομικής βάσης και/ή δεν συνάδει με τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και/ή άλλως πως. (ε) Δεν πληρούνται οι τεθείσες από τον νόμο και/ή τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης και/ή για επιτυχία της υπό κρίση Αίτησης (στ) Η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη για διαγραφή δικογράφου. (ζ) Η αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και δεν αποσκοπεί στο συμφέρον της δικαιοσύνης. (η) Με την υπό κρίση Αίτηση στην ουσία οι Αιτητές ζητούν να αποφασίσει προδικαστικά το σεβαστό Δικαστήριο επί των προδικαστικών ενστάσεων των Καθ' ων η Αίτηση (ήτοι επί νομικού σημείου), χωρίς οι Αιτητές να εξασφαλίσουν εκ των προτέρων σχετική άδεια του Δικαστηρίου 6. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, οι οποίοι θα ανατηχθούν στην Αγόρευση των δικηγόρων των Εναγομένων κατά την Ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης, η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. 7. Σε σχέση με το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, αυτονόητα αυτό δεν είναι αποδεκτό. Η παραπομπή στο Τεκμήριο Α της προαναφερόμενης Ένορκης Δήλωσης δεν βοηθά τους Αιτητές, καθ' ότι πουθενά σε αυτό το έγγραφο δεν παρουσιάζεται αναγνώριση χρέους. Επίσης, ως με ενημερώνει ο κύριος Παύλος Αριστείδου, γραμματέας των Καθ' ων η Αίτηση, έχει διερευνήσει τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση του κου Μαλακουνίδη, παρ' όλα αυτά το μόνο που επιβεβαιώνεται είναι η συνάντηση του κου Μαλακουπίδη με τον κο Κωνσταντίνου. Σε καμία περίπτωση οποιοσδήποτε εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση δεν αναγνώρισε είτε προφορικά είτε άλλως πως το χρέος που αξιώνουν οι Αιτητές, ούτε ανέφερε με οποιοδήποτε τρόπο σε εκπρόσωπο των Αιτητών ότι η Υπεράσπιση των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε για να υπάρξει καθυστέρηση στην διαδικασία. 8. Ως με ενημερώνει ο κύριος Βασιλείου, οι Αιτητές αντιμετωπίζουν την υπό κρίση Αίτηση ωσάν να ήταν αίτηση για συνοπτική απόφαση, κάτι το οποίο φυσικά δεν ισχύει. 9. Εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω τα ανωτέρω είναι ορθά και αληθή. 10. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ευσεβαστώς εισηγούμαι και αιτούμαι όπως απορριφθεί η παρούσα Αίτηση με έξοδα εναντίων των Αιτητών. » Η Ακρόαση της αίτησης Η ακρόαση της αίτησης έγινε βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Οι θέσεις της πλευράς των εναγόντων περιλαμβάνονται σημειώνω στην γραπτή αγόρευση που ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους. Δεν κρίνω σκόπιμο σημειώνω να παραθέσω εδώ όσα οι συνήγοροι αναφέρουν στην εν λόγω αγόρευση τους και θα αρκεστώ να αναφέρω ότι η αγόρευση έχει τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένα σημεία της αγόρευσης κατωτέρω. Σημειώνω εδώ ότι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγόμενων δεν παρέδωσαν στο Δικαστήριο οιανδήποτε αγόρευση, ούτε ζήτησαν να αγορεύσουν προφορικά. Ανέφερε μόνον η κα Χαραλάμπους ότι για σκοπούς αγόρευσης υιοθετεί το περιεχόμενο της ένστασης τους και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και υποβάλλει ότι δεν τηρούνται οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Το αιτούμενο διάταγμα 1 «Την διαγραφή και/ή παραμερισμό της Υπεράσπισης των Εναγομένων εις την ολότητα της επειδή δεν αποκαλύπτει οποιανδήποτε πραγματική υπεράσπιση και/ή αποτελεί ψευδή υπεράσπιση (sham defence) και/ή έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της διαδικασίας και/ή η εν λόγω Υπεράσπιση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) και/ή η εν λόγω Υπεράσπιση είναι μηδαμινή και/ή ενοχλητική (frivolous and/or vexatious).» Όπως προκύπτει και από την γραπτή αγόρευση της δικηγόρου των εναγόντων το αίτημα βασίζεται στην Διάταξη 27 Θεσμός 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στην Γενική και Σύμφυτη Εξουσία του Δικαστηρίου. H Δ.27 Θ.3 προνοεί τα ακόλουθα: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Οι αρχές της νομολογίας αναφορικά με την πιο πάνω διάταξη συνοψίζονται ως ακολούθως: 1. Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου (Βλ. In re Pelmako Development Ltd

(1991)1 C.L.R. 246, 258 και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, 1121-1122).
  1. Η απόφαση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (Βλ. In re Pelmako Development Ltd και Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη ανωτέρω).
  2. Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (Βλ. In re Pelmako Development Ltd ανωτέρω, Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη ανωτέρω, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 CLR 176, Michael Papamichael v. Clitos Chaholiades
(1970)1 CLR 305). 4. Η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για τη διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Τα γεγονότα, άλλωστε, τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, και αποκλειστική πηγή αναζήτησής τους είναι η έκθεση απαιτήσεως (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1991)1 ΑΑΔ 225 στην σελ 229 και Sevegep Ltd. v. United Sea Transport Ltd. and others
(1989)1 Α.Α.Δ. (E) 729). Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής εν σχέση με αίτηση για διαγραφή αίτησης διάλυσης εταιρείας, στη βάση της Δ.27 Θ.3 : " Η επιχειρηματολογία των εφεσειόντων παραγνωρίζει σε μεγάλο βαθμό το σκοπό του μέτρου της διαγραφής δικογράφου και τα κριτήρια βάσει των οποίων αποφασίζεται η βιωσιμότητα δικονομικού μέτρου. Στις εισηγήσεις των εφεσειόντων εξομειώνονται σε μεγάλο βαθμό η εκδίκαση της αίτησης για διαγραφή με την εκδίκαση της αίτησης για διάλυση. Ενώ η νομική υπόσταση του Υπομνήματος κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του (Re Newman and Howard, Ltd. [1961] 2 All E.R. 495 και Re Fildes Bros Ltd) [1970] 1 All E.R.
  1. Κατά την εισήγηση των εφεσειόντων, τα γεγονότα τα οποία έχουν προκύψει μετά την υποβολή της αίτησης για διάλυση, προδικάζουν και την απόρριψή της, οπόταν είναι θεμιτό όπως αυτά ληφθούν υπόψη στο στάδιο εξέτασης του αιτήματος για διαγραφή του Υπομνήματος ενόψει των συνεπειών που θα έχει η προώθηση του διαβήματος, και ιδιαίτερα, η δημοσίευση του Υπομνήματος, που θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά τόσο στην εταιρεία όσο και στα συμφέροντα των μετόχων. Όπως έχουμε αναφέρει, η εγκυρότητα αίτησης για διάλυση, εξετάζεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό της και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτή. Η διαγραφή δικογράφου, και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Συντάγματος, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Όπως υποδεικνύεται στην απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, ούτε η καταβολή των λογαριασμών ούτε η έγκρισή τους, κατά πλειοψηφία, δεν έχουν άρει τη διαφορά μεταξύ των μερών, ούτε τις αμφισβητήσεις για τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Οι αιτητές διατηρούν τις ενστάσεις τους και επιμένουν στον ισχυρισμό ότι η πλειοψηφία ασκεί τις εξουσίες της με τρόπο καταπιεστικό για τη μειοψηφία, σε βαθμό και έκταση που να δικαιολογείται η επίκληση των θεραπειών που παρέχει το άρθρο 202 του Κεφ.
  2. Το βασικό ερώτημα είναι, και σε αυτό το πλαίσιο περιορίζονται τα επίδικα θέματα της έφεσης, αν το Υπόμνημα για διάλυση αποκαλύπτει γεγονότα τα οποία δικαιολογούν την υποβολή της αίτησης για διάλυση της εταιρείας. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4th ed., Vol. 7, p.602). " Στην υπόθεση Λοίζος Λουκά & Υιοι Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 ΑΑΔ 1316 αναφέρθηκαν δε τα εξής: "Προκύπτει από την εξέταση της νομολογίας ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, για το λόγο που προβλήθηκε, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα." Και πιο κάτω αναφέρονται τα εξής: «Η κρινόμενη δε συνιστά περίπτωση τόσο φανερή που θα δικαιολογούσε τερματισμό της διαδικασίας στο ξεκίνημα της. Η πρωτόδικη απόφαση έχει προσδιορίσει τα ερείσματα της αγωγής και δεν υπάρχει λόγος να τα επαναλάβουμε. Στην έκθεση απαίτησης μνημονεύονται αρκετά γεγονότα που θα στήριζαν τη βάση αγωγής που καθόρισε η πρωτόδικη απόφαση. Πέραν τούτου, υπάρχει σοβαρή δυνατότητα για τροποποίηση στη βάση απευθείας συμφωνίας των διαδίκων, όπως προεκτέθηκε. Για τη δυνατότητα και τις θετικές διορθωτικές επιπτώσεις ενδεχομένων τροποποιήσεων βλέπε Rep. of Peru, ανωτέρω, και Dadswell v. Jacobs 34 Ch. D. 278. Με τα δεδομένα, όπως εξετέθησαν, δεν είναι νοητή η απόρριψη της αγωγής. Μια τέτοια ενέργεια θα υπερσκέλιζε το συνταγματικό δικαίωμα προσφυγής στο δικαστήριο για παροχή θεραπείας." Η επιλογή των προνοιών της πιο πάνω διάταξης είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές, προφανείς και ξεκάθαρες. Όπου η διάγνωση του ζητήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη ή λήψη μαρτυρίας, δεν εφαρμόζονται. (Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1 ΑΑΔ 704). Όπως αναφέρθηκε οι αιτητές στηρίζουν την αίτηση τους περαιτέρω στην γενική και σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Αναφέρεται δε εδώ ότι ακριβώς η επίδικη αίτηση θα εξεταστεί και στο πλαίσιο της σύμφυτης εξουσίας που έχει το Δικαστήριο να διαγράψει ή να παραμερίσει ένα δικόγραφο εξ ολοκλήρου ή να αναστείλει μια διαδικασία, εφόσον κρίνει ότι η έναρξη ή/και συνέχισή της είναι καταχρηστική. Η ύπαρξη τέτοιας σύμφυτης εξουσίας έχει αναγνωρισθεί νομολογιακά. Ενδεικτικά αναφέρομαι : (α) Στην υπόθεση In Re Pelmako ανωτέρω, όπου αναφέρθηκαν τα εξής : «Σημειώνεται επίσης ότι η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου· δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. (β) Στην υπόθεση Γίγας ν. Ουστά
(1994)1 Α.Α.Δ. 1109 όπου αποφασίστηκε ότι: «σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξης της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου». (γ) Στην Αγγλική υπόθεση Re Martin Coulter Enterprises Ltd [1988] ΒCLC 12, 19 όπου αποφασίστηκε ότι: «The power to strike out proceedings on the ground that it is in abuse of the process of the court is founded on the principle that parties are not to be harassed by frivolous, vexatious or hopeless litigation» (δ) Στην υπόθεση Re A Company [1894] 2 Ch. 349, 350 που λέχθηκε ότι: «But the Court has an inherent jurisdiction to stay proceedings where they amount to an abuse of its process» (ε) Στην υπόθεση Alecos Constantinides v. 1.Ekdotiti Eteria Vima Ltd, κ.α.
(1983)1A C.L.R. 348, 349, όπου το Ανώτατο έκρινε τα εξής: «This Court [.] has inherent power not only to restrain abuse of process, but also to secure obedience to the law; that associated with the power to restrain abuse is the undoubted power of the Court to control proceedings before it; that not only conduct diminishing the authority and constitutional role of the Courts may be stopped in the exercise of the inherent powers of the Court, but the exercise of rights given by law as well, whenever fraught with an ulterior motive; that the jurisdiction to restrain abuse of process is the only power available to the court to stop a party from subverting the course of justice» (στ) Τέλος, στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, 222, εις την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής: «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του. Γι' αυτό η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Στην υπόθεση Remmington v. Scoles
(1897)2 CH 1, το Δικαστήριο απασχόλησε αίτηση για διαγραφή υπεράσπισης στη βάση του ότι ήταν επιπόλαιη και ενοχλητική (frivolous and vexatious). Συγκεκριμένα ο εναγόμενος στην Υπεράσπιση του δεν αποδέχτηκε καμία εκ των τεσσάρων πρώτων παραγράφων της έκθεσης απαίτησης, ενώ περαιτέρω αρνήθηκε τους ισχυρισμούς των παραγράφων 5, 6 και 7. Γενικότερα η Υπεράσπιση δεν περιείχε τίποτε περισσότερο από αρνήσεις και μη παραδοχές, ενώ δεν περιείχε κάποιο ουσιαστικό ισχυρισμό. Οι ενάγοντες κινήθηκαν με αίτηση διαγραφής ως ανωτέρω αναφέρθηκε και έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ενόρκως αποδεικτικά στοιχεία με τα οποία έδειξαν ότι αφενός οι ισχυρισμοί στις τρείς πρώτες παραγράφους της απαίτησης είχαν γίνει παραδεκτές από τον εναγόμενο σε άλλη προηγούμενη διαδικασία, ενώ οι ισχυρισμοί των παραγράφων 5, 6 και 7 της απαίτησης είχαν τεθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας σε ένορκη δήλωση των εναγόντων και δεν έτυχαν άρνησης από τον εναγόμενο. Η αίτηση εγκρίθηκε και διατάχθηκε διαγραφή της Υπεράσπισης, η οποία κρίθηκε εικονική/ψεύτικη (sham defence). Αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στην εν λόγω υπόθεση ότι: (α) το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να διαγράψει οποιοδήποτε δικόγραφο, έκθεση απαίτησης ή υπεράσπιση, το οποίο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. (β) δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο, στη βάση αίτησης για διαγραφή, αν οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην Υπεράσπιση είναι αληθείς ή όχι, και να εκδικάσει έτσι την υπόθεση πριν την ώρα της. Αλλά θα επιτρέψει την ένορκη κατάθεση αποδεικτικών στοιχείων για να φανεί ότι η Υπεράσπιση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Επίσης, στην υπόθεση Critchell v. London and South Western Railway
(1907)1 K.B. 860, όπου σε αγωγή για αμέλεια οι εναγόμενοι παρέδωσαν μαζί με την υπεράσπιση τους, εις την οποία σημειωτέον αρνούνταν την ευθύνη τους, και μια επιστολή όπου παραδέχονταν την ευθύνη και εξηγούσαν ότι η άρνηση που γίνεται στην Υπεράσπιση ήταν για κάποιους τεχνικούς λόγους, αποφασίστηκε με αναφορά και στην υπόθεση Remmington v. Scoles ανωτέρω ότι η Υπεράσπιση για το θέμα της ευθύνης ήταν εικονική/ψεύτικη και συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Ερχόμενος τώρα στην προκειμένη περίπτωση και έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά την επίδικη αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, την ένσταση και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει αυτή, όπως επίσης και τα δικόγραφα που καταχώρησαν οι δύο πλευρές, αναφέρω τα εξής. (α) Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση (Καρακατσάνη) Όπως εμφαίνεται ανωτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ορκίζεται η Σταυρίνα Καρακατσάνη, δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων. Λέει δε η ενόρκως δηλούσα στην παράγραφο 2 ότι προβαίνει η ίδια αντί εκπροσώπου των εναγομένων στην ένορκη δήλωση διότι ο γραμματέας των εναγομένων είναι προσωρινά αδύνατον να μεταβεί στο Δικαστήριο για υπογραφή ένορκης δήλωσης (λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει). Αναφορικά με το θέμα της υπογραφής ενόρκων δηλώσεων από δικηγόρους αναφέρεται εδώ ότι από τη νομολογία καθίστανται σαφή τα ακόλουθα (βλ. Investylia Public Company Ltd, v. Τζοζεφίν Γαβριηλίδου, Πολιτική Έφεση Αρ. 236/2010, 13 Ιουνίου 2013): (α) Η ένορκη δήλωση από δικηγόρο δεν απαγορεύεται, αγνοείται ή απορρίπτεται αλλά είναι ανεπιθύμητη πρακτική. Δεν υπάρχει αρχή, με την οποία εάν ο ομνύων είναι δικηγόρος και δεν επεξηγεί με επάρκεια γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση και όχι ο πελάτης του, ότι η ένορκη δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί (βλ. Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 ΑΑΔ 82). (β) Η απαγόρευση αφορά την όμνυση ένορκης δήλωσης από δικηγόρο, ο οποίος είναι ή στη συνέχεια της διαδικασίας καθίσταται, μάρτυρας γεγονότων οπότε και θεωρείται ασυμβίβαστος ο περαιτέρω εκ μέρους του χειρισμός της υπόθεσης (βλ. Nikitin Alexander v. Grigorey Alexander, Πολ. Έφ. 66/2011, ημερ. 28/5/2013, Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 ΑΑΔ 743, In re Efthymiou
(1987)1 CLR 319 και Thanos Hotels Ltd ν. Ιωάννου
(1991)1 ΑΑΔ 1036). Έχοντας υπόψη την Νομολογία πιο πάνω, κρίνω ότι η ένορκη δήλωση της Καρακατσάνη στην προκειμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Κατ' αρχήν η ενόρκως δηλούσα στην προκειμένη περίπτωση παρατηρώ ότι μετατρέπεται κατά τρόπο ανεπίτρεπτο από δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, σε μάρτυρα γεγονότων και ακολούθως πάλιν σε δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση χωρίς να δίνεται καμία εξήγηση για τούτο. Πιο συγκεκριμένα η Καρακατσάνη στις 04/02/16 εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκπροσωπώντας τους εναγόμενους και ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης σε ότι αφορά την επίδικη αίτηση, ακολούθως στις 09/02/16 ορκίζεται ως μάρτυρας γεγονότων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ως αναφέρεται πιο πάνω, και στις 26/02/16 εμφανίζεται και πάλιν εκπροσωπώντας τους εναγόμενους ζητώντας τον ορισμό της αίτησης για Ακρόαση. Πέραν όμως των ανωτέρω η Καρακατσάνη δεν δίνει ούτε κάποια ικανοποιητική εξήγηση γιατί στην ένορκη δήλωση δεν προβαίνει εκπρόσωπος των εναγομένων. Η γενική και αόριστη αναφορά της σημειώνω περί προσωρινής αδυναμίας του αναφερόμενου γραμματέα να μεταβεί στο Δικαστήριο, δεν ικανοποιεί το Δικαστήριο. Περαιτέρω όμως να σημειωθεί ότι δεν αναφέρει ούτε αν ο ρηθείς γραμματέας είναι ο μόνος υπάλληλος των εναγομένων που θα μπορούσε να ορκιστεί εκ μέρους τους, αλλά ούτε και δίνεται κάποια εξήγηση γιατί δεν προβαίνει στην ένορκη δήλωση άλλος δικηγόρος ή υπάλληλος του γραφείου τους. Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη καταλήγω ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση πάσχει και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' επέκταση η ένσταση παραμένει παντελώς αστήριχτη και δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να μην ληφθεί υπόψη. (β) Ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση (Μαλακουνίδης) Ανεξάρτητα των ανωτέρω όμως αναφέρεται εδώ ότι ακόμη και σε περίπτωση που η ένορκη δήλωση Καρακατσάνη γινόταν αποδεκτή, διαπιστώνω για όποια σημασία αυτό έχει ότι αυτή δεν θα ήταν ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση όσα αναφέρει ο Μαλακουνίδης στη δική του ένορκη δήλωση. Η επιλογή των εναγομένων να ορκιστεί στην ένορκη δήλωση μία δικηγόρος του δικηγορικού γραφείου που τους εκπροσωπεί χωρίς ιδίαν γνώση των γεγονότων και με μια γενική αναφορά στην παράγραφο 7 περί ενημέρωσης από τον Παύλο Αριστείδου, γραμματέα των εναγομένων, που έχει διερευνήσει αναφέρει τους ισχυρισμούς Μαλακουνίδη, χωρίς να παραθέτει τίποτε συγκεκριμένο ή να λέει τι ακριβώς διερεύνησε ο ρηθείς Αριστείδου, αν μίλησε με τα αναφερόμενα από τον Μαλακουνίδη πρόσωπα και τι του ανέφεραν, οδηγεί το Δικαστήριο σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Μαλακουνίδης δεν αντεξετάστηκε ότι όλοι οι ισχυρισμοί του είναι εκεί χωρίς καμία ουσιαστική αμφισβήτηση. Εν συνεχεία όμως των ανωτέρω θα ήθελα πολύ επιγραμματικά να σχολιάσω το εξής. Προφανώς διέφυγε στην ενόρκως δηλούσα στην ένσταση αλλά και στον Αριστείδου, ότι την επιστολή ημερ.24/03/14, τεκμήριο Α στην αίτηση, την υπόγραψε ο ίδιος ο Αριστείδου. Και τους διέφυγε επίσης ότι εις αυτήν ο Αριστείδου αναφέρεται στην επίσκεψη Μαλακουνίδη στα γραφεία τους (αρχές Μαρτίου του 2014 σύμφωνα με Μαλακουνίδη) και στις προσπάθειες να αποπληρωθεί το οφειλόμενο υπόλοιπο στους ενάγοντες. Πως είναι δυνατόν τώρα να λέει ότι ουδείς αναγνώρισε το χρέος, όταν μάλιστα η θέση Μαλακουνίδη που δεν αμφισβητήθηκε είναι ότι η συνάντηση έγινε ακριβώς για να συζητηθεί το χρέος των εναγόντων που αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης. Σε ποιο οφειλόμενο ποσό αναφερόταν στην επιστολή του (ο Αριστείδου) δεν αναφέρει αλλά ούτε και δίνει κάποια εξήγηση για την επιστολή αυτή ή ακόμη γιατί έγινε η αναφερόμενη συνάντηση. Με βάση αυτά δε είναι σαφές εις το Δικαστήριο ότι οι εναγόμενοι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με ειλικρίνεια και καθαρές θέσεις. (γ) Εξέταση του αιτήματος αρ.1 Με δεδομένο πλέον ενόψει των όσων αναφέρθηκαν πιο πάνω ότι στην ουσία ένσταση δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, προχωρώ να εξετάσω την αίτηση. Μεγάλη σημασία για την εξέταση του αιτήματος αναφέρω έχει, όπως θα διαφανεί πιο κάτω, η επιστολή τεκμήριο Α στην αίτηση. Οι εναγόμενοι με την Υπεράσπιση τους εγείρουν κατ' αρχήν δύο προδικαστικές ενστάσεις και ισχυρίζονται αφενός ότι η αγωγή είναι πρόωρη διότι οι ενάγοντες πριν καταχωρήσουν την αγωγή θα έπρεπε να παραπέμψουν την ισχυριζόμενη διαφορά στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, και αφετέρου ότι η οποιαδήποτε ισχυριζόμενη διαφορά και απαίτηση των εναγόντων θα έπρεπε πριν καταλήξει στο Δικαστήριο να ακολουθήσει τη διαδικασία διαιτησίας του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Νόμου. Σε ότι αφορά τις προδικαστικές ενστάσεις σημειώνω θα επανέλθω πιο κάτω. Περαιτέρω οι εναγόμενοι :
  1. Αρνούνται την παράγραφο 1 της έκθεσης απαίτησης, ότι δηλαδή οι ενάγοντες είναι εγγεγραμμένη εταιρεία με έδρα τη Λάρνακα και ασχολούνται με παραγωγή και ή εμπορία μανιταριών (βλ. παράγρ.2 της υπεράσπισης).
  2. Αρνούνται γενικά τις παραγράφους 3 και 4 της έκθεσης απαίτησης και πιο συγκεκριμένα την προμήθεια προιόντων από τους ενάγοντες την περίοδο από 21/05/12 μέχρι 29/06/13 τα οποία παραλάμβαναν χωρίς διαμαρτυρία και τα αποδέχονταν, ως επίσης την ύπαρξη οιωνδήποτε τιμολογίων και ή κατάστασης λογαριασμού. Επίσης αρνούνται την ύπαρξη οιουδήποτε οφειλόμενου υπολοίπου προς τους ενάγοντες (βλ. παράγρ. 4 της υπεράσπισης).
  3. Αρνούνται γενικά τις παραγράφους 5-10 της έκθεσης απαίτησης και πιο συγκεκριμένα τις ισχυριζόμενες από τους ενάγοντες χρεώσεις, ως επίσης την ύπαρξη οιουδήποτε λογαριασμού με το αναφερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο. Ισχυρίζονται περαιτέρω ότι το αναφερόμενο υπόλοιπο αφορούσε πληρωμένα εμπορεύματα και διαμαρτυρήθηκαν σχετικά για την αδικαιολόγητη χρέωση και ή ουδέποτε την αποδέχτηκαν και ή έχουν εξοφλήσει τους ενάγοντες και ουδέν ποσό οφείλεται και ή τα ποσά που αξιώνονται είναι υπερβολικά (βλ. παράγρ.5 της Υπεράσπισης).
  4. Αρνούνται γενικά όλες τις υπόλοιπες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης. Έχοντας υπόψη τις θέσεις των εναγομένων στην Υπεράσπιση τους πιο πάνω, παρατηρώ τα εξής λαμβάνοντας υπόψη την επιστολή των εναγομένων ημερ.24/03/14 προς τους ενάγοντες, τεκμ.Α στην αίτηση.
  5. Οι εναγόμενοι εν αντιθέσει με την άρνηση τους στην Υπεράσπιση ότι οι ενάγοντες είναι εταιρεία, απευθύνονται με την ρηθείσα επιστολή προς τους ενάγοντες και αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο της επιστολής για το οφειλόμενο υπόλοιπο «προς την εταιρεία σας» και στην προ τελευταία παράγραφο ότι η προοπτική πληρωμής δεν είναι η καλύτερη «για την εταιρεία σας».
  6. Οι εναγόμενοι εν αντιθέσει με την άρνηση τους στην Υπεράσπιση για ύπαρξη συνεργασίας με τους ενάγοντες, για προμήθεια προιόντων και ύπαρξη οφειλόμενου υπολοίπου, στην εν λόγω επιστολή τους μεταξύ άλλων αναφέρονται σε προσπάθειες για μείωση του οφειλόμενου υπολοίπου των εναγόντων, τους οποίους χαρακτηρίζουν ως εμπορικούς πιστωτές τους.
  7. Οι εναγόμενοι με την επιστολή τους ευχαριστούν τους ενάγοντες για την υπομονή και την κατανόηση τους, χωρίς να διαμαρτύρονται για οτιδήποτε. Εν αντιθέσει βέβαια με τους ισχυρισμούς των εναγομένων στην Υπεράσπιση περί αδικαιολόγητων και υπερβολικών χρεώσεων κλπ.
  8. Τέλος αναφέρεται πως γενικότερα το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής ουδεμία σχέση έχει με όσα αναφέρονται στην Υπεράσπιση των εναγομένων. Ερχόμενος τώρα στις προδικαστικές ενστάσεις των εναγομένων αναφέρεται ότι αυτές βέβαια ευρίσκονται σε πλήρη αντίφαση με την υπεράσπιση τους που ακολουθεί. Εδώ μιλούν για «ρητό όρο της συμφωνίας συνεργασίας τους» για παραπομπή στον Έφορο Εταιρειών οποιασδήποτε διαφοράς προκύπτει μεταξύ τους, ενώ όσα υποστηρίζουν στην υπεράσπιση τους έχουν σημειωθεί ανωτέρω. Αυτό βέβαια είναι ένα επιπλέον στοιχείο που ολοκληρώνει θα μπορούσε να λεχθεί την εικόνα που έχει σχηματίσει το Δικαστήριο για τις προθέσεις των εναγομένων όταν καταχώρησαν την υπεράσπιση. Όμως εδώ θα ήθελα να σημειώσω και τα εξής. Πρώτον, ακόμη και σε περίπτωση που θα μπορούσε να παραπεμφθεί η διαφορά στον Έφορο Συνεργατικών οι εναγόμενοι δεν ζήτησαν ποτέ προφανώς τέτοια παραπομπή. Δεύτερον, οι εναγόμενοι στην επιστολή τους ημερ. 24/03/14 δεν έκαναν αναφορά σε τέτοιο θέμα. Και τρίτον, οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα σε κάθε περίπτωση να προσφύγουν σε αρμόδιο Δικαστήριο (βλ. 1η επιφύλαξη άρθρου 52
(1)του Περί Συνεργατικών Νόμου αρ.22/1985 : Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου σε καμιά περίπτωση δεν κωλύουν εγγεγραμμένη εταιρεία ή οποιοδήποτε πρόσωπο να προσφύγει σε αρμόδιο δικαστήριο στη Δημοκρατία ή σε άλλο κράτος εναντίον οποιουδήποτε). Με βάση όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και έχοντας περαιτέρω υπόψη τα γεγονότα που αναφέρει ο Μαλακουνίδης στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και κυρίως τις παραδοχές των εναγομένων (τόσο για το οφειλόμενο ποσό όσο και για τον σκοπό της Υπεράσπισης τους), αλλά και τη Νομολογία που αναφέρθηκε με ιδιαίτερη έμφαση στις υποθέσεις Remmington v. Scoles και Critchell v. London and South Western Railway, έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Υπεράσπιση των εναγομένων είναι εικονική/ψεύτικη (sham defence), και καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την διαδικασία. Ως τέτοια δε αναμφίβολα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και θα πρέπει να διαγραφεί. Ενόψει της διαπίστωσης δε του Δικαστηρίου ανωτέρω, δεν κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τα αιτήματα υπό 2 και 3 της αίτησης. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω η Υπεράσπιση των εναγομένων διαγράφεται. Θα δώσω όμως την ευκαιρία στους εναγόμενους να καταχωρήσουν μια πραγματική/αληθινή υπεράσπιση (βλ. υπόθεση Remmington v. Scoles ανωτέρω). Αυτό βέβαια θα γίνει υπό την προϋπόθεση μόνον ότι οι εναγόμενοι θα μπορέσουν να εντοπίσουν στοιχεία που συνιστούν τέτοια υπεράσπιση, κάτι που φαίνεται πως μέχρι στιγμής δεν συμβαίνει. Για να το πράξουν τους δίδεται χρόνος 14 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων-Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων-καθ'ών η αίτηση. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για διαγραφή και ή παραμερισμό υπεράσπισης επειδή είναι ψευδής (sham defence) και ή επειδή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ή επειδή είναι μηδαμινή και ή ενοχλητική. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.