← Κύπρος

ALM Telecom Services Limited κ.α. ν. Zemelia Enterprises Limited, Αγωγή αρ.: 3463/15, 9/5/2016

ALM Telecom Services Limited κ.α. ν. Zemelia Enterprises Limited, Αγωγή αρ.: 3463/15, 9/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A202 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 3463/15 Αίτηση ημερ.: 4/9/2015 Μεταξύ:

  1. ALM Telecom Services Limited, από τη Λεμεσό
  2. A.L. Metalchem Limited, από τη Λεμεσό Εναγόντων Και
  3. Zemelia Enterprises Limited, από την Αμμόχωστο
  4. Reformatio Limited, από την Αμμόχωστο
  5. Denis Yartsev, από την Αμμόχωστο
  6. Artak Litman, από την Αμμόχωστο
  7. Γιώργος Ζαχαρίου, από την Λάρνακα Εναγόμενων -------------------------------------------------- 9/5/2016 Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC (κα Αρμεύτη για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1, 4 & 5/Καθ' ων η Αίτηση: κ. Τριγκής για κ. Ν. Κληρίδη Για ενδιαφερόμενους USB Bank PLC: κα Μ. Ηλία για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες, με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα τους αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων αποζημιώσεις για την αξία των μετοχών της Ενάγουσας 1, η οποία απωλέστηκε λόγω της λανθασμένης και/ή αδικαιολόγητης έκδοσης του απαγορευτικού διατάγματος, ημερομηνίας 11/8/2014, στην αγωγή αρ. 3513/2014, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων και/ή λόγω της δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων. Μετά από μονομερή αίτηση τους, την οποία καταχώρησαν αυθημερόν με την αγωγή τους, εξασφάλισαν απαγορευτικό διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1, 4 και 5 εμποδίζονται από μόνοι τους και/ή μέσω των προσώπων που ενεργούν για λογαριασμό τους από του να προβούν σε οποιαδήποτε αποξένωση και/ή απόσυρση και/ή διάθεση οποιουδήποτε περιουσιακού τους στοιχείου και/ή οποιουδήποτε ποσού διατηρούν σε τραπεζικό λογαριασμό με οποιαδήποτε τράπεζα στην Κύπρο, που να έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση της καθαρής αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων και/ή των ποσών που διατηρούν σε τραπεζικό λογαριασμό πέραν των €436.000.- μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Πραγματική βάση της αίτησης τους αποτελεί η ένορκη δήλωση του Νίκου Διονυσίου, υπεύθυνου πληροφορικής των Εναγόντων 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η απαίτηση των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων στηρίζεται επί της λανθασμένης και αδικαιολόγητης έκδοσης του μονομερούς απαγορευτικού διατάγματος, ημερομηνίας 11/8/2014 (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «το διάταγμα»), υπέρ των Εναγομένων 1 - 3 και εναντίον των Εναγόντων και της κας Dusanka Λουκαϊδου, στην αγωγή αρ. 3513/2014, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Το διάταγμα εκδόθηκε στη βάση ψευδών και παραπλανητικών ισχυρισμών του Εναγόμενου 3, που περιέχονταν στην ένορκη δήλωση του, η οποία υποστήριζε τη σχετική αίτηση των Εναγομένων 1, 2 και
  8. Το άμεσο αποτέλεσμα της εξασφάλισης του διατάγματος ήταν ο τερματισμός των εργασιών των Εναγόντων 1, η απώλεια της αξίας των μετοχών τους και η απόλυση όλων των υπαλλήλων τους. Η όλη συμπεριφορά των Εναγομένων 1 - 3 δεν ήταν γνήσια αλλά δόλια και σκοπό είχε να θέσει τους Ενάγοντες εκτός αγοράς και εκτός ανταγωνισμού. Ειδικότερον, η Ενάγουσα 1 και οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο, οι οποίες αγόραζαν χρόνο ομιλίας καρτοκινητής τηλεφωνίας (vouchers και airtime), από τους παροχείς κινητής τηλεφωνίας (CYTA, MTN, PRIMETEL) και τον μεταπωλούσαν σε διάφορα σημεία, όπως περίπτερα, στους καταναλωτές. Για τη διεξαγωγή των εργασιών αυτών ήταν αναγκαία η διατήρηση της ρευστότητας των εταιρειών σε ικανοποιητικά επίπεδα, καθημερινά, έτσι ώστε να μπορούν να πληρώνουν την τιμή αγοράς του χρόνου ομιλίας στους πιο πάνω αναφερόμενους παροχείς και να προμηθεύουν τα σημεία μεταπώλησης χρόνου ομιλίας μόλις τους ζητείτο. Ο τελικός δικαιούχος των Εναγόντων, κ. Predrag (Dragan) Bulajic και ο Εναγόμενος 3, ως τελικός δικαιούχος των Εναγομένων 2, συμφώνησαν ότι οι Εναγόμενοι 2 θα αγόραζαν από τους Ενάγοντες 2 το 50% των μετοχών των Εναγόντων 1, βάσει των όρων της συμφωνίας (share purchase and subscription agreement και shareholders agreement), δυνάμει της οποίας οι Εναγόμενοι 2 θα κατέβαλλαν €100.000 για την αγορά των εν λόγω μετοχών, το οποίο ουδέποτε πλήρωσαν. Ενόψει της μη συμμετοχής τελικά των Εναγομένων 2 στο μετοχικό κεφάλαιο των Εναγόντων 1, οι Εναγόμενοι 2 παρέμειναν καθ' όλους τους ουσιώδους χρόνους πελάτες των Εναγόντων 1, δηλαδή αγόραζαν χρόνο ομιλίας από τους Ενάγοντες 1 και τον μεταπωλούσαν στις μηχανές τους ή στις μηχανές των Εναγομένων 1 που είχαν εγκατεστημένες σε διάφορα σημεία πώλησης. Με άλλα λόγια, παρά την υπογραφή συμφωνίας η οποία θα οδηγούσε στη συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, οι Εναγόμενοι παρέμειναν ανταγωνιστές των Εναγόντων, όσον αφορά την πώληση χρόνου ομιλίας στο κοινό. Η επιχείρηση των Εναγόντων 1, η οποία χρειάστηκε τέσσερα χρόνια για να φτάσει στο σημείο που ήταν τον Αύγουστο του 2014, καταστράφηκε με την έκδοση του διατάγματος, για το λόγο ότι το διάταγμα παγοποίησε τους λογαριασμούς τους και τους κατέστησε, από την επόμενη μέρα, ανήμπορους να αγοράσουν χρόνο ομιλίας που θα μεταπωλούσαν στη συνέχεια στους πελάτες τους. Τέθηκαν, έτσι, εκτός αγοράς. Ας σημειωθεί ότι οι Ενάγοντες, κατά το χρόνο έκδοσης του διατάγματος, διατηρούσαν 550 σημεία πώλησης χρόνου ομιλίας και όλα απωλέστηκαν σε διάστημα 2 - 3 εβδομάδων από την έκδοση του διατάγματος καθώς, λόγω της αδυναμίας των Εναγόντων 1 να αγοράσουν και να παρέχουν προς πώληση χρόνο ομιλίας, τα εν λόγω σημεία παραχωρήθηκαν σε ανταγωνιστές τους. Ως αποτέλεσμα, οι Ενάγοντες 1 τερμάτισαν τις εργασίες τους και απέλυσαν το προσωπικό τους. Αντίθετα, οι Εναγόμενοι 1 συνέχισαν και συνεχίζουν απρόσκοπτα τις εργασίες τους, με δυνατότητα να αποκτήσουν ως πελάτες όλους τους πρώην πελάτες των Εναγόντων
  9. Στις 16/1/2015 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε την απόφαση του στην αγωγή 3513/2014, με την οποία απέρριψε την αίτηση των Εναγομένων 1 - 3 και ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα με την αιτιολογία, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος 3 απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, τα οποία όφειλε να είχε θέσει υπόψιν του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 4, ως ο τελικός δικαιούχος των Εναγόμενων 1 και ο Εναγόμενος 5, ως ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων τους, είναι τα πρόσωπα τα οποία λάμβαναν και λαμβάνουν τις ουσιαστικές αποφάσεις για τις εργασίες των Εναγομένων 1 και, καθ' όλο τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο, ήταν συνεργάτες του Εναγόμενου
  10. Η δόλια απόφαση για την επιδίωξη και εξασφάλιση του διατάγματος, με πρόθεση οι Ενάγοντες 1 να τεθούν εκτός αγοράς, λήφθηκε από όλους τους Εναγομένους της παρούσας αγωγής. Περί τον Ιούνιο του 2015 οι Ενάγοντες αποτάθηκαν στον Ελεγκτικό και Συμβουλευτικό Οίκο LSTS Consultants Ltd, για υπολογισμό της αξίας των μετοχών των Εναγόντων 1, αξία η οποία αντανακλά και την αξία της επιχείρησης τους, η οποία καταστράφηκε. Βάσει της έκθεσης εκτίμησης που ετοιμάστηκε από τον ανωτέρω αναφερόμενο Ελεγκτικό Οίκο, η αξία των μετοχών των Εναγόντων 1 υπολογίστηκε σε €436.000 (Τεκμήριο 8 της ενόρκου δηλώσεως). Μέχρι πρόσφατα η πρόθεση των Εναγόντων ήταν να προχωρήσουν με καταχώριση αγωγής μόνο εναντίον των Εναγομένων, αξιώνοντας αποζημιώσεις. Εντούτοις, από πληροφορίες που πήραν, την προηγούμενη εβδομάδα της καταχώρισης της αίτησης, τόσο ο ίδιος, όσο και ο κ. Predrag (Dragan) Bulajic, από πρώην συνεργάτες των Εναγόντων 1 και σημερινούς συνεργάτες των Εναγομένων 1, περιλαμβανομένου του κ. Στέφανου Στεφάνου - λειτουργού στη CYTA, η συνεργασία του Εναγόμενου 3 με τους υπόλοιπους μετόχους των Εναγομένων 1 έχει τερματιστεί και οι υπόλοιποι μέτοχοι, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 4, χρησιμοποιούν πλέον άλλη εταιρεία, συγκεκριμένα την εταιρεία SOTELO LTD, για τις εργασίες τους. Πρόθεση των τελευταίων είναι να μεταφέρουν όλες τις εργασίες των Εναγομένων 1 στην ως άνω εταιρεία. Σε περίπτωση μεταφοράς των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 στην ως άνω εταιρεία, η απόφαση που δυνατόν να εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή, να μην μπορεί να ικανοποιηθεί, εκτός αν δεσμευτούν τα περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1, 4 και
  11. Εξίσου σημαντικό στοιχείο είναι το ότι, από πληροφορίες που πήρε ο κ. Predrag (Dragan) Bulajic, από τη CYTA, στις 11/8/2015, η συμβατική σχέση CYTA - Εναγομένων 1, για παροχή χρόνου ομιλίας, έχει ήδη τερματιστεί και έχει υπογραφεί νέο συμβόλαιο, για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, μεταξύ CYTA και SOTELO LTD. Επίσης, ο κίνδυνος μεταφοράς όλων των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων 1 στην SOTELO LTD ενισχύεται και από το γεγονός ότι ενώ οι Εναγόμενοι 2, των οποίων μοναδικός διοικητικός σύμβουλος είναι ο Εναγόμενος 3, είναι εκ των διοικητικών συμβούλων των Εναγομένων 1, δεν έχουν θέση διοικητικού συμβούλου στην ως άνω εταιρεία. Επιπρόσθετα, η εταιρεία RUIDOSO OVERSEAS LTD, που είναι ο πλειοψηφών μέτοχος των Εναγομένων 1, έχει ως μοναδικό μέτοχο μία εταιρεία από τον Παναμά, με το όνομα VERENO HOLDINGS CORPORATION, για την οποία είναι αδύνατο να εξασφαλιστούν οποιαδήποτε στοιχεία. Οποιαδήποτε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 στην εν λόγω εταιρεία από τον Παναμά, θα θέσει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός ελέγχου των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποία καταχώρησε, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ο κ. Διονυσίου αναφέρει τα ακόλουθα: Στις 11/8/2015 ο κ. Bulajic είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Στέφανο Στεφάνου, πρώην συνεργάτη τους και διαχειριστή της υπηρεσίας προπληρωμένης κινητής τηλεφωνίας της CΥΤΑ, κατά την οποία ο κ. Στεφάνου ενημέρωσε τον κ. Bulajic ότι οι Εναγόμενοι 1 δεν αγοράζουν πλέον υπηρεσίες από την CΥΤΑ και ότι έχει υπογραφεί νέο συμβόλαιο, για τον παροχή υπηρεσιών μεταξύ CΥΤΑ και της εταιρείας Sotelo Ltd. Μετά από επικοινωνία που είχαν με διάφορα άτομα του επαγγελματικού χώρου των Εναγομένων 1, σε μια προσπάθεια λήψης περαιτέρω πληροφοριών για τις προθέσεις των Εναγομένων 1, στις 26/8/2015 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με πρώην συνεργάτη τους στην εταιρεία ΜΤΝ, το όνομα του οποίου δεν έχει εξουσιοδότηση να αποκαλύψει, κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος τον ενημέρωσε ότι ο Εναγόμενος 5 και πιθανόν κάποια άλλα άτομα προσπαθούν να εκδιώξουν τον Εναγόμενο 3 από τους Εναγόμενους 1 και ότι προσπαθούν να μεταφέρουν τις δραστηριότητες μεταπώλησης χρόνου ομιλίας κινητής τηλεφωνίας στην εταιρεία Sotelo Ltd. Μετά από περαιτέρω δικό του έλεγχο, σε σημείο πώλησης το οποίο χρησιμοποιεί την υπηρεσία των Εναγομένων 1 «WHC», διαπίστωσε ότι η πιο πάνω πληροφορία είναι προφανώς ακριβής, διότι το εν λόγω σύστημα φαίνεται να χρησιμοποιείται πλέον από την εταιρεία Sotelo Ltd. Οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση 1, 4 και 5 εναντιώθηκαν στην οριστικοποίηση του διατάγματος. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασής τους, την οποία καταχώρισαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  12. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης ημερομηνίας 04/09/2015 και της ακύρωσης του Διατάγματος ημερομηνίας 11/09/
  13. Δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται οι βασικές προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/60, για έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  14. Δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος και/ή δεν δικαιολογείται επαρκώς από τους Ενάγοντες/Αιτητές και/ή έχει υπάρξει υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρησης εις την καταχώρηση της παρούσης Αιτήσεως.
  15. Η αίτηση καταχωρήθηκε εκδικητικά και/ή καταχρηστικά και/ή κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς.
  16. Τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση δεν είναι τέτοια που να δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  17. Το Διάταγμα έχει δυσμενείς και δυσανάλογες επιπτώσεις στη ζωή των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1, 4 και 5 και καταπατεί τα συνταγματικά τους δικαιώματα και ελευθερίες και τυχόν συνέχιση του Διατάγματος θα επιφέρει σε αυτούς ανεπανόρθωτες ζημιές.
  18. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιολογούν και/ή δεν δικαιολογούν επαρκώς γιατί επέλεξαν να κινηθούν εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 και εν πάση περιπτώσει τα όσα αναφέρονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση τους αναφορικά με την εμπλοκή των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 είναι ψευδείς και/ή παραπλανητικά.
  19. Οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν προσθέσει τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 ως Εναγόμενους στην παρούσα αγωγή και έχουν εκδώσει προσωρινό διάταγμα παγοποίησης εναντίον τους για αλλότριους σκοπούς. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν καμία βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 4 και
  20. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν καταδεικνύουν με βάση την αξίωση τους ορατές πιθανότητες επιτυχίας εναντίον των Εναγομένων 1, 4 και
  21. Η Αίτηση είναι κακόβουλη, καταχρηστική και εκδικητική και ουσιαστικά δεν αποσκοπεί στην απονομή της δικαιοσύνης.
  22. Η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι οι Ενάγοντες/Αιτητές όφειλαν να προωθήσουν την οποιαδήποτε απαίτηση τους για αποζημιώσεις προερχόμενες από την έκδοση του απαγορευτικού Διατάγματος ημερομηνίας 11/08/2014 μέσω της υποβολής Αιτήσεως στο Δικαστήριο στην εκκρεμούσα Αγωγή 3513/2014 και όχι μέσω της έγερσης νέας αγωγής.
  23. Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στα πλαίσια νέας αγωγής είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική.
  24. Η Αίτηση είναι κατά νόμο και ουσία αβάσιμη.
  25. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση περιέχει ψευδείς και/ή γενικούς και/ή παραπλανητικούς και/ή αόριστους και/ή ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς και πληροφορίες.
  26. Οι Ενάγοντες/Αιτητές έχουν αποκρύψει και/ή παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα και/ή έχουν παραπλανήσει και/ή εξαπατήσει το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης του προσωρινού Διατάγματος.
  27. Οι Ενάγοντες/Αιτητές προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο για την αξία της επιχείρησης τους και για την υποτιθέμενη ζημιά που έχουν υποστεί και το ύψος αυτής, μέσω ψευδών και/ή παραπλανητικών ισχυρισμών.
  28. Το ποσό το οποίο αιτούνται οι Ενάγοντες/Αιτητές ως αποζημιώσεις στην Αγωγή τους και αποτελεί το ποσό που έχουν ζητήσει όπως παγοποιηθεί εναντίον των Εναγομένων 1, 4 και 5, δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική αξία της επιχείρησης των Εναγόντων/Αιτητών.
  29. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν αποδείξει την συνάφεια μεταξύ της βάσης της αγωγής τους και των αιτούμενων αποζημιώσεων.
  30. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια.
  31. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε ορατές πιθανότητες επιτυχίας.
  32. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν δικαιολογούν και/ή δεν δικαιολογούν επαρκώς και δεν τεκμηριώνουν τα όσα ισχυρίζονται και τα όσα αιτούνται μέσω της παρούσης Αίτησης.
  33. Οι Ενάγοντες/Αιτητές δεν έχουν αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους τους ότι θα πρέπει να εκδοθεί το επίδικο Διάταγμα και απέτυχαν να αποδείξουν ότι η έκδοση του είναι δίκαιη και/ή θεμιτή και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από τις ενόρκους δηλώσεις των Εναγομένων 3, 4 και
  34. Ο Εναγόμενος 3 στην ένορκη δήλωση του αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες/Αιτητές διέπραξαν, μέσω των τότε διευθυντών και αντιπροσώπων τους, ποινικά αδικήματα. Κατά την 7/11/2014 προέβηκε, μέσω γραπτής του κατάθεσης, σε καταγγελία της υπόθεσης στην Αστυνομία, για την παράνομη οικειοποίηση, από τους Ενάγοντες, των χρημάτων που βρίσκονταν στις μηχανές της Εναγόμενης 1, σε χρόνο πριν την έναρξη της μεταξύ τους συνεργασίας. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 δεν είχαν οποιαδήποτε εμπλοκή και/ή ανάμιξη στην απόφαση των Εναγομένων 1, 2 και 3, να καταχωρήσουν την αγωγή 3513/14, εναντίον των Εναγόντων και τη μονομερή αίτηση, στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα. Κατά τις διαπραγματεύσεις που έγιναν μεταξύ του ιδίου και του τελικού δικαιούχου των Εναγόντων, Predrag (Dragan) Bulajic, είχε ενημερωθεί από τον τελευταίο ότι η Ενάγουσα 1 ήταν στα πρόθυρα χρεωκοπίας και είχε πολλά χρέη από παλιά. Περαιτέρω, λόγω του κουρέματος των καταθέσεων που διατηρούσε στη Λαϊκή Τράπεζα περί το Μάρτιο του 2013, το μόνο ποσό που είχε απομείνει στο λογαριασμό της ήταν καταθέσεις ύψους €100.
  35. Επίσης, εξ όσων γνωρίζει, οι Ενάγοντες οφείλουν μεγάλα χρηματικά ποσά και σε άλλους πιστωτές, μεταξύ των οποίων είναι και η CYTA. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 δεν είχαν στόχο να θέσουν τους Ενάγοντες εκτός ανταγωνισμού, για το λόγο ότι ουδέποτε τους είχαν δει ως ανταγωνιστές. Οι δύο πλευρές χρησιμοποιούσαν διαφορετική τεχνολογία για την ηλεκτρονική πώληση καρτών πίστωσης χρόνου, καθώς και άλλων ηλεκτρονικών υπηρεσιών και η τυχόν συνένωση τους θα απέβαινε προς το συμφέρον και των δύο πλευρών. Από τη μεταξύ τους συνεργασία οι Ενάγοντες κατάφεραν να συνεχίσουν τη διεξαγωγή των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων καθότι επωφελήθηκαν από την ως άνω συνεργασία, τόσο με νόμιμο όσο και με παράνομο τρόπο, όπως για παράδειγμα η οικειοποίηση χρημάτων που ανήκαν στην εταιρεία ΚRONOS WHC. Ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι το διάταγμα εξεδόθη λανθασμένα και αδικαιολόγητα εναντίον των Εναγόντων, το ποσό των αποζημιώσεων που θα νομιμοποιούνταν να ζητήσουν οι Ενάγοντες, θα ήταν αυτό της καθαρής και πραγματικής αξίας της επιχείρησης τους, απαλλαγμένης από χρέη και άλλες επιβαρύνσεις, πριν τον τερματισμό των εργασιών τους. Η αξίωση των Εναγόντων για €436.000 προωθείται κακόπιστα και για αλλότριους σκοπούς, σε μια προσπάθεια των Εναγόντων να εξεύρουν πόρους για αποπληρωμή των χρεών της επιχείρησης τους. Από πλευράς του ο Εναγόμενος 4, στη δική του ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Γνωρίστηκε με τον Εναγόμενο 3 μεταξύ των ετών 2010 και
  36. Μετά από πρόταση του Εναγόμενου 3, ο οποίος τότε ήταν ήδη μέτοχος στην Εναγόμενη 1, την οποία αποδέχτηκε, αφού θεώρησε ότι οι επιχειρηματικές δραστηριότητες του Εναγόμενου 3 θα ήταν κερδοφόρες, επένδυσε στην Εναγόμενη 1 και έγινε ένας εκ των μετόχων της. Είχε εμπιστευτεί την κρίση του Εναγόμενου 3, καθότι ο ίδιος δεν είχε τις απαιτούμενες εξειδικευμένες τεχνολογικές γνώσεις που να του επιτρέπουν να λαμβάνει αποφάσεις στον τομέα της ηλεκτρονικής πώλησης καρτών πίστωσης χρόνου και ομιλίας. Ως εκ τούτου, στηριζόταν στην επαγγελματική γνώση και γνώμη του Εναγόμενου 3 ο οποίος, ως επαγγελματίας, φαινόταν να γνωρίζει καλά το πεδίο των συγκεκριμένων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Παρά το ότι ήταν ένας εκ των μετόχων της Εναγόμενης 1, εντούτοις δεν γνώριζε οτιδήποτε σε σχέση με τη συνεργασία των Εναγομένων 1, 2 και 3, με τις Ενάγουσες, καθώς και την υπογραφή των μεταξύ τους συμφωνιών. Ουδέποτε έλαβε μέρος στη λήψη της απόφασης όπως οι ως άνω εταιρείες συνεργαστούν και/ή συγχωνευτούν μεταξύ τους. Ενημερώθηκε για την ως άνω συνεργασία από τον Εναγόμενο 3, μετά την έναρξη της. Όσον αφορά την αγωγή υπ' αρ. 3513/14, που καταχώρισαν οι Εναγόμενοι εναντίον των Εναγόντων της παρούσας αγωγής, ενημερώθηκε για την καταχώριση της περί τα τέλη Αυγούστου 2014 από τον Εναγόμενο 5, ο οποίος είχε ενημερωθεί από τον Εναγόμενο
  37. Ο Εναγόμενος 5, στη δική του ένορκη δήλωση, ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η μόνη εμπλοκή που είχε με την αγωγή 3513/2014 και τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 7/8/2014, ήταν η καταχώριση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του Νίκου Διονυσίου). Ειδικότερον, μεταγενέστερα της έκδοσης του διατάγματος, οι δικηγόροι του Εναγόμενου 3 (Ενάγοντα 3 στην αγωγή 3513/2014) του ζήτησαν όπως διευθετήσουν συνάντηση στο γραφείο τους, κατόπιν παρότρυνσης τους από τον Εναγόμενο 3, για να συζητήσουν κάποιους ισχυρισμούς, οι οποίοι ηγέρθησαν στην ένσταση των Εναγόντων (Εναγομένων στην αγωγή 3513/2014), όπου γινόταν αναφορά στον ίδιο, στα καθήκοντα του και σε θέματα για τα οποία ήταν υπεύθυνος κατά τη διάρκεια της απασχόλησης του στους Ενάγοντες 1 (Εναγόμενους 1 στην αγωγή 3513/2014). Ως εκ τούτου, έδωσε στους δικηγόρους των Εναγομένων όλες τις πληροφορίες που γνώριζε, οι οποίες αναφέρονται στην ως άνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση του. Οι πληροφορίες αυτές αφορούν μόνο τα καθήκοντα του ως υπαλλήλου και διευκρινίζουν κάποιους ισχυρισμούς που αφορούν το πρόσωπο του και τον τρόπο λειτουργίας της επιχείρησης κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Μέχρι την ημερομηνία της συνάντησης του με τους δικηγόρους των Εναγομένων 1, 2 και 3, δεν γνώριζε ότι αυτοί είχαν εξασφαλίσει το διάταγμα. Για πρώτη φορά ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό από τους δικηγόρους των Εναγομένων 1, 2 και 3, στα πλαίσια της ως άνω συνάντησης. Καθ' όλη την περίοδο της συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, ο ίδιος ήταν υπάλληλος των Εναγόντων 1, βάσει των όρων των συμφωνιών που υπεγράφησαν μεταξύ τους. Ως υπάλληλος γνώριζε ότι υπήρχαν διάφορα προβλήματα στην μεταξύ τους συνεργασία, καθώς και οικονομικές διαφορές, όμως ποτέ δεν πήρε οποιαδήποτε απόφαση, ούτε πήρε μέρος στη λήψη οποιασδήποτε απόφασης όπως οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 κινηθούν νομικά εναντίον των Εναγόντων. Οι αποφάσεις που λάμβανε αφορούσαν καθαρά τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος της επιχείρησης και σε καμιά περίπτωση δεν λάμβανε αποφάσεις διοικητικής φύσεως. Μετά τον τερματισμό της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, εργοδοτήθηκε ξανά από την Εναγόμενη 1, μέχρι την 5/9/2014, οπόταν έγινε διευθυντής της Εναγόμενης
  38. Επίσης, δεν είχε οποιαδήποτε εμπλοκή στην απόφαση των Εναγομένων 1, 2 και 3, να συνεργαστούν με τους Ενάγοντες και ούτε γνώριζε τι ακριβώς συμφωνήθηκε μεταξύ τους. H παρούσα αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 άρθρο 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ.Θ. 1-13, 42Α, Δ.43 Θ.Θ. 1-3, στον περί Παρεμποδίσεως Δολίων Μεταβιβάσεων Νόμο Κεφ. 62, άρθρα 2, 3, 4 και 5, στην βάση των νομικών αρχών που καθιερώθηκαν από το κοινοδίκαιο και/ή από την Κυπριακή νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)

(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης του είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Οι Καθ' ων η Αίτηση στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν την, κατά τη θέση τους, αποτυχία των Αιτητών να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατεπείγοντος. Έχοντας κατά νουν τη νομολογιακή αρχή ότι το επείγον για την παροχή θεραπείας μονομερώς αποτελεί δικαιοδοτικό όρο, θεωρώ επιβεβλημένο όπως το στοιχείο αυτό εξεταστεί πρωτίστως, πριν την εξέταση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604). Οι Αιτητές, στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου, υποστηρίζουν ότι τις πληροφορίες για τον τερματισμό της συνεργασίας του Εναγόμενου 3 με τους υπόλοιπους μετόχους της Εναγόμενης 1 και τη χρησιμοποίηση άλλης εταιρείας, στην οποία μεταφέρθηκαν οι εργασίες της Εναγόμενης 1, τις πήραν την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης. Επίσης, οι πληροφορίες για τον τερματισμό της συμβατικής σχέσης μεταξύ CYTA και Εναγομένης 1 και την υπογραφή νέου συμβολαίου μεταξύ CYTA και SOTELO LTD, λήφθηκαν κατά την 11/8/2015. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Ι) Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G.
(2)Commerzbank Aktiengesellschaft και Adeona Holdings Limited, Πολιτική Έφεση αρ. Ε6/2014, ημερομηνίας 27/2/2015, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο θέμα του κατεπείγοντος. Όπου εκδίδεται μονομερώς ένα διάταγμα και στη συνέχεια, αφού ακουστεί και ο εναγόμενος, τεθεί θέμα ότι το διάταγμα δεν θα έπρεπε να είχε εκδοθεί μονομερώς, το δικαστήριο θα πρέπει με φειδώ να προχωρεί σε ακύρωση του παρεμπίπτοντος διατάγματος, ιδιαίτερα όταν ο ενάγων δεν συνέβαλε και ούτε απέκρυψε οποιαδήποτε στοιχεία ώστε να θεωρηθεί ότι παραπλάνησε το δικαστήριο για να δεχθεί να εξετάσει την αίτηση στην απουσία της άλλης πλευράς. Όπως νομολογήθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Κούππα ν. Πουλλά Τσαδιώτη Λίμιτεδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, ημερ. 17.7.2014, όταν εγερθεί θέμα κατεπείγοντος μετά που ακουστεί ο εναγόμενος, το θέμα δεν «θα πρέπει να αφήνεται να καταστρατηγεί το ζητούμενο .. και να αποπροσανατολίζει από τον στόχο, αλλά να εκλαμβάνεται εξ αρχής ως καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάζει με προσοχή το υλικό που τίθεται ενώπιον του ..». Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Κασπαρή ν. Ανδρέου
(2004)1Β ΑΑΔ 784 και Αποστόλου ν. Ιωάννου
(2012)1Α ΑΑΔ 604, στις οποίες εκφράστηκαν επιφυλάξεις ως προς την προηγούμενη νομολογία επί του θέματος.» Είμαι της άποψης ότι ο χρόνος που παρήλθε από της λήψης των ως άνω αναφερομένων πληροφοριών από τους Αιτητές, μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της υπό εξέταση αίτησης, κάθε άλλο παρά μεγάλος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είμαι ικανοποιημένος ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε ολιγωρία από πλευράς Αιτητών στην καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης. Δεν θα μπορούσα ακόμα να μην λάβω υπόψη μου το διάστημα που χρειάστηκε για την ετοιμασία, από τους δικηγόρους των Αιτητών, της αιτήσεως με την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση και το μεγάλο αριθμό Τεκμηρίων που επισυνάπτονται σ' αυτήν. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι οι Αιτητές, μετά την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης, καταχώρισαν, κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς περαιτέρω υποστήριξη του στοιχείου του κατ' επείγοντος. Κατά τη συγγραφή της απόφασης το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η υπό αναφορά συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση, μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα, όπως επιτάσσουν οι πρόνοιες της Δ.48, Θ.13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Κατόπιν της ως άνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο ζήτησε να ακούσει τις απόψεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων, σε σχέση με την παράλειψη επίδοσης της υπό αναφορά συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση υποστήριξε ότι η μη επίδοση της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως κατέστησε, κατά την άποψη της, άκυρη ολόκληρη τη διαδικασία και κάλεσε το Δικαστήριο να ακυρώσει αμέσως το προσωρινό διάταγμα. Από την πλευρά του ο ευπαίδευτος συνήγορος των Αιτητών υποστήριξε ότι πρόκειται για παρατυπία, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να πλήξει την εγκυρότητα της δικαστικής διαδικασίας. Κατόπιν μελέτης των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τις εκατέρωθεν πλευρές, κατέληξα ότι η μη επίδοση της υπό αναφορά συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στους Καθ' ων η Αίτηση αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία δεν θα μπορούσε να πλήξει την εγκυρότητα είτε της δικαστικής διαδικασίας, είτε του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος (Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.α.
(2013)1Γ Α.Α.Δ. 1935). Θα πρέπει να επισημάνω ότι η υπό αναφορά συμπληρωματική ένορκη δήλωση περιήλθε τελικά σε γνώση των συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση κατά την αμέσως προηγούμενη μέρα που κλήθηκαν από το Δικαστήριο για να εκφέρουν τις απόψεις τους, πλην όμως δεν ζητήθηκε από αυτούς άδεια για να καταχωρήσουν οποιαδήποτε επιπρόσθετη ή/και συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προς απάντηση των ισχυρισμών της υπό αναφορά συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η οποιαδήποτε παρατυπία θεραπεύτηκε με την κοινοποίηση της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως στους συνηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση. Θα ήθελα επίσης να υπογραμμίσω ότι τα στοιχεία τα οποία περιέχονται στην αρχική δήλωση του κ. Διονυσίου είναι από μόνα τους επαρκή, ώστε να ικανοποιήσουν το στοιχείο του κατ' επείγοντος. Συνεπώς, ακόμα και στην περίπτωση που δεν καταχωρείτο η υπό αναφορά συμπληρωματική ένορκη δήλωση, το αιτούμενο διάταγμα θα μπορούσε να εκδοθεί στη βάση των όσων περιγράφονται στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου. Θα ήθελα ακόμα να αναφέρω ότι, μετά από μελέτη της υπό αναφορά συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως, έχω παρατηρήσει ότι τα όσα αναφέρονται σ' αυτήν, αποτελούν, κατά μεγάλο μέρος, επανάληψη των ισχυρισμών που περιέχονται στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου. Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι ο λόγος ένστασης που αφορά το στοιχείο του κατ' επείγοντος, δεν μπορεί να πετύχει. Προβάλλεται, επίσης, από τους Καθ' ων η Αίτηση, ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Όπως είναι νομολογημένο, όταν ένας διάδικος επιζητεί την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Η υποχρέωση αυτή καθίσταται πιο επιτακτική σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) αφού το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασιστεί στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του Αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Τσιερκέζου ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 734). Κατόπιν μελέτης της επιχειρηματολογίας που τέθηκε ενώπιον μου, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι οι Αιτητές απέκρυψαν οποιοδήποτε ουσιαστικό γεγονός, με σκοπό να παραπλανήσουν το Δικαστήριο. Το ζήτημα, όπως τίθεται από τους Καθ' ων η Αίτηση στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, αφορά την απόκρυψη από τους Αιτητές της πραγματικής αξίας της επιχείρησης τους και της οικονομικής τους κατάστασης καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, με αποτέλεσμα να παραπλανούν το Δικαστήριο, αξιώνοντας το υπερβολικό ποσό των €436.
  1. Όμως, όπως θα αναφερθεί και σε μεταγενέστερο στάδιο της απόφασης μου, οι Αιτητές, στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου, παρουσιάζουν επαρκείς λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο υπολόγισαν τη ζημιά την οποία υπέστη η επιχείρηση τους από την έκδοση του διατάγματος. Συνεπώς, και αυτός ο λόγος ένστασης θα πρέπει να απορριφθεί. Θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου
  2. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα, με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Μετά από μελέτη του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό περιέχει αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα, όπως η αξίωση για αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστησαν οι Ενάγοντες λόγω της ισχυριζόμενης λανθασμένης έκδοσης του διατάγματος υπέρ των Εναγομένων, την οποία αποδίδουν στη δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων. Θεωρώ κατάλληλο το σημείο αυτό για να προβώ στο σχολιασμό του λόγου ένστασης των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες/Αιτητές όφειλαν να προωθήσουν την οποιαδήποτε απαίτηση τους για αποζημιώσεις, τις οποίες υπέστησαν συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος, μέσω της υποβολής αιτήσεως στα πλαίσια της εκκρεμούσας αγωγής 3513/14 και όχι μέσω της έγερσης νέας αγωγής. Είμαι της άποψης ότι το στάδιο αυτό είναι πρόωρο και δεν προσφέρεται για να αποφασιστεί κατά πόσο οι Αιτητές επέλεξαν λανθασμένο δικονομικό μέτρο για να προωθήσουν την αξίωση τους. Αναμφίβολα το ζήτημα αυτό μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο της αγωγής. Συνεπώς, ο υπό αναφορά λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. Αναφορικά με την ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Αιτητές αξιώνουν αποζημιώσεις συνεπεία της εναντίον τους λανθασμένης ή/και αδικαιολόγητης έκδοσης του διατάγματος στην αγωγή 3513/14 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Εν πρώτοις, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου, η οποία υποστηρίζει την αίτηση τους, παρέχουν επαρκείς λεπτομέρειες του τρόπου με τον οποίο προέκυψε η ζημιά στην επιχείρηση τους συνεπεία της έκδοσης του διατάγματος. Όπως ειδικότερον υποστηρίζεται από τον κ. Διονυσίου, η δια του διατάγματος παγοποίηση των λογαριασμών τους, κατέστησε τους Αιτητές ανήμπορους να αγοράζουν πλέον χρόνο ομιλίας καθότι δεν είχαν την απαιτούμενη ρευστότητα ώστε να πληρώνουν την τιμή αγοράς του, με αποτέλεσμα να απωλέσουν όλα τα σημεία πώλησης χρόνου ομιλίας που διατηρούσαν και κατ' αυτό τον τρόπο να τεθούν εκτός αγοράς. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές παραθέτουν, σε ικανοποιητικό βαθμό, λεπτομέρειες του τρόπου υπολογισμού της ζημιάς την οποία υπέστησαν στηριζόμενοι στην έκθεση εκτίμησης του οίκου LSTS, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου (Τεκμήριο 8). Όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Καθ' ων η Αίτηση στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο, αποκρύπτοντας την πραγματική αξία της επιχείρησης τους και την οικονομική τους κατάσταση καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, παρουσιάζοντας ταυτόχρονα την επιχείρηση τους ως φερέγγυα και κερδοφόρα. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 γίνεται επίσης αναφορά σε ισχυριζόμενα χρέη των Αιτητών, όπως το χρέος τους προς τη Λαϊκή Τράπεζα, ύψους €700.000, στο οποίο γίνεται αναφορά και σε επιστολή του δικηγόρου Βαρνάβα Playbell, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 (Τεκμήριο 1). Είναι δε η θέση τους ότι ο υπολογισμός των αποζημιώσεων, που τυχόν δικαιούνται, θα πρέπει να γίνει με γνώμονα την καθαρή και πραγματική αξία της επιχείρησης τους που ισχυρίζονται ότι απώλεσαν. Αυτό το οποίο θα ήθελα να υπενθυμίσω, σε απάντηση των ισχυρισμών που αντιπαραβάλλουν οι Καθ' ων η Αίτηση, με τους οποίους αμφισβητούν το ύψος της ζημιάς των Αιτητών, είναι ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα προβεί σε εις βάθος εξέταση της ορθότητας του τρόπου υπολογισμού της ζημιάς των Αιτητών, ούτε και σε αξιολόγηση των αντικρουόμενων ισχυρισμών ώστε να καταλήξει σε τελικά ευρήματα (Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Limited, Πολ. Έφεση αρ. 145/2011, ημερομηνίας 13/6/2013, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Είναι αρκετό, κατά την άποψη μου, για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, το ότι οι Αιτητές, στο στάδιο αυτό, παραθέτουν, σε ικανοποιητικό βαθμό, λεπτομέρειες του τρόπου υπολογισμού της ζημιάς τους. Όσον αφορά το ακυρωθέν, διά της αποφάσεως του Δικαστηρίου διάταγμα, όπως έχει ήδη αναφερθεί, οι Αιτητές στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου υποστηρίζουν ότι αυτό εξεδόθη στη βάση ψευδών και παραπλανητικών ισχυρισμών που εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, η οποία υποστηρίζει την αίτηση για την έκδοση του διατάγματος, με μοναδικό σκοπό να τεθούν οι Αιτητές εκτός αγοράς. Κατά τον κ. Διονυσίου, εάν ο Εναγόμενος 3 στην ένορκη δήλωση του αποκάλυπτε τα αληθή γεγονότα, κατά πάσα πιθανότητα το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε το διάταγμα. Τα αμέσως πιο πάνω αναφερθέντα συνιστούν, κατά την άποψη μου, τη βάση του ισχυρισμού των Αιτητών ότι η έκδοση του διατάγματος ήταν λανθασμένη και/ή αδικαιολόγητη. Ο κ. Διονυσίου στην ένορκη δήλωση του παραθέτει επαρκείς, κατά τις άποψη μου, λεπτομέρειες της οικονομικής σχέσης Αιτητών - Καθ' ων η Αίτηση, κάμνοντας ιδιαίτερη αναφορά στη μεταξύ των μερών συναφθείσα συμφωνία, η οποία περιγράφεται ως "share purchase and subscription agreement" και "shareholders agreement", η οποία παραβιάστηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση, όπως ισχυρίζεται ο κ. Διονυσίου. Οι ψευδείς και παραπλανητικοί ισχυρισμοί του Εναγόμενου 3 εμφαίνονται, κατά τους Αιτητές, τόσο στην ένορκη δήλωση της Dusanka Loukaidou, η οποία υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Αιτητών στην αίτηση των Καθ' ων η Αίτηση, στη βάση της οποίας εξεδόθη το διάταγμα, ιδιαίτερα όμως στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, η οποία ακύρωσε το διάταγμα. Μετά από μελέτη της υπό αναφορά απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 16/1/2015, στην αγωγή υπ' αρ. 3513/14, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου, έχω παρατηρήσει ότι σ' αυτήν καταγράφονται λεπτομερώς τα γεγονότα τα οποία δεν αποκαλύφθηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση, με αποτέλεσμα να παραπλανηθεί το Δικαστήριο και να εκδώσει το διάταγμα. Θεωρώ ορθό όπως μεταφέρω, αμέσως πιο κάτω, αυτούσιες τις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου, οι οποίες εμπεριέχονται στις σελίδες 12, 13 και 14 της απόφασης του: «Τα παράπονα των Εναγομένων για παραπλάνηση του Δικαστηρίου από τους ενάγοντες κρίνονται βάσιμα. Ο εναγόμενος 3, απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης τα οποία όφειλε να έχει θέσει υπόψη του Δικαστηρίου. Ειδικότερα: (α)Παρέλειψε να αναφερθεί στα παράπονα και στις αξιώσεις των συνεταίρων του στην εταιρεία Kronos WHC για οικειοποίηση ποσού €550.000 καθώς και την αξίωση του για ποσό €1.000.
  1. Παρέλειψε προς τούτο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε και ειδικότερα τα Τεκμήρια 6, 7 και
  2. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι όφειλαν να αποδώσουν το ποσό των €369.167 το οποίο, κατ' ισχυρισμόν, υπήρχε εντός των μηχανών, όταν παραδόθηκαν στην εναγόμενη 1, κρίνεται παραπλανητική, δεδομένης της πιο πάνω αλληλογραφίας. Οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν τα πιο πάνω γεγονότα και για ένα επιπρόσθετο λόγο. Με βάση την επιστολή του δικηγόρου των πρώην συνεταίρων της ZΕMELIA Τεκμήριο 6, είχε διαπιστωθεί ότι οι ενάγοντες οικειοποιήθηκαν ποσό πέραν των €60.000 προτού ακόμη «παραδοθούν» οι μηχανές στην εναγόμενη
  3. Όπως αναφέρεται στην υπό αναφοράν επιστολή, ο ενάγων 3 είχε οικειοποιηθεί παράνομα ποσό ύψους €62.187,68 τον Αύγουστο του έτους 2013, ενώ αρχές Ιανουαρίου 2014 διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη 1, οικειοποιήθηκε περαιτέρω ποσό ύψους €350.
  4. Αξίζει να αναφερθεί ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι παρέδωσαν τις μηχανές στην εναγόμενη 1 στις 2.1.
  5. (β)Απέκρυψε το γεγονός ότι ο λόγος που δεν υλοποιήθηκε η συμφωνία για συμμετοχή της ενάγουσας 2 στο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 1, ήταν η παράλειψη των εναγόντων να καταβάλουν το ποσό των €100.000 για την αγορά 50.000 μετοχών της εναγόμενης
  6. Απέκρυψε επίσης, την επιστολή του ημερομηνίας 23.6.2014 (Τεκμήριο 16 στην ένσταση) με την οποία επιβεβαιώνεται η συμφωνία για παράταση του χρόνου πληρωμής των €100.
  7. Το ζήτημα αυτό αποτελεί την ουσιαστικότερη ίσως, πτυχή της υπόθεσης, εφόσον οι εναγόμενοι διατείνονται πως, ενόψει της μη καταβολής του ποσού των €100.000, η ενάγουσα 2 δεν απέκτησε τις μετοχές των Εναγομένων 2 και δεν εδικαιούτο κατά συνέπεια να έχει λόγο στη διαχείριση της εναγόμενης
  8. Με απλά λόγια δεν υλοποιήθηκαν οι συμφωνίες τους και η συνεργασία περιορίστηκε στην πώληση από την εναγόμενη 1 στην ενάγουσα 2, χρόνου ομιλίας, με προπληρωμές, κατά τα διαλαμβανόμενα στη συμφωνία Τεκμήριο 15 στην ένσταση, ήτοι τη συμφωνία για προπληρωμένες υπηρεσίες (agreement on prepaid services). ............................................................................................................ (γ) Δεν αποκάλυψε το γεγονός ότι κατά τον χρόνο της διακοπής της συνεργασίας τους (24.6.2014), η εναγόμενη 1, απαιτούσε από την ενάγουσα 2, την καταβολή ποσών για κάλυψη των αγορών χρόνου ομιλίας. Απέκρυψε προς τούτο τα τηλεμηνύματα της εναγόμενης 2 ημερομηνίας 23 και 24.6.2014, Τεκμήρια 19 και 20, αντίστοιχα.» Ένα από τα επιχειρήματα της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση, είναι ότι το Δικαστήριο στην υπό αναφορά απόφαση του δεν αξιολόγησε τη μαρτυρία, ούτε προέβηκε σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο κ. Κληρίδης, η υπό εξέταση αίτηση, αλλά και η αγωγή, θα πρέπει να απορριφθούν ως πρόωρες και καταχρηστικές. Εν πρώτοις, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η θέση του κ. Κληρίδη ότι το Δικαστήριο στην απόφαση του δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα επί του πραγματικού και νομικού υπόβαθρου της υπόθεσης. Δεν θα συμφωνούσα όμως με τη θέση του ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι πρόωρη. Θα πρέπει να επισημάνω ότι η ακρογωνιαία λίθος της υπό εξέταση αγωγής είναι το ακυρωθέν, διά της αποφάσεως του Δικαστηρίου, διάταγμα, η έκδοση του οποίου προκάλεσε τις ισχυριζόμενες από τους Αιτητές ζημιές. Συνεπώς, τα όσα καταγράφονται στην απόφαση του Δικαστηρίου, η οποία ακύρωσε το διάταγμα, είναι επαρκή, κατά την άποψη μου, για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  9. Όσον αφορά τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, προβάλλεται από αυτούς ότι καμιά εμπλοκή και/ή ανάμειξη είχαν στην απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση να λάβουν νομικά μέτρα εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών και συγκεκριμένα στην απόφαση τους να καταχωρήσουν την αγωγή 3513/2014 και την μονομερή αίτηση στα πλαίσια της οποίας εξεδόθηκε το διάταγμα. Εν πρώτοις, αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι η αγωγή υπ' αρ. 3513/14 ηγέρθη εναντίον των Εναγόντων 1 και 2 και της Dusanka Loukaidou, από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 της παρούσας αγωγής. Οι Εναγόμενοι 4 και 5 δεν περιλαμβάνονταν στα πρόσωπα που ήγειραν την ως άνω περιγραφόμενη αγωγή. Οι Αιτητές, στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου, υποστηρίζουν ότι ο Εναγόμενος 4, ως ο τελικός δικαιούχος των Εναγομένων 1 και ο Εναγόμενος 5, ένας εκ των δύο διοικητικών συμβούλων τους, είναι τα πρόσωπα που λάμβαναν και λαμβάνουν τις ουσιαστικές αποφάσεις για τις εργασίες των Εναγομένων 1 καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους. Κατά τον κ. Διονυσίου, όπως εύλογα προκύπτει από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 5 (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου), καθώς και από τα αποτελέσματα έρευνας του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου), η δόλια απόφαση για επιδίωξη και εξασφάλιση του διατάγματος, ήταν απόφαση όλων των Εναγομένων της παρούσας αγωγής. Η αμέσως πιο πάνω θέση των Αιτητών δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ούτε η ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 5, ημερομηνίας 24/11/14 (Τεκμήριο 5), την οποία έχω μελετήσει με προσοχή, ούτε και τα αποτελέσματα έρευνας του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 9) υποστηρίζουν τη θέση των Αιτητών ότι οι Εναγόμενοι 4 και 5 ενεπλάκησαν στη λήψη της απόφασης, τόσο για την καταχώριση της αγωγής 3513/14 εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όσο και της αίτησης για την έκδοση του διατάγματος. Εν πρώτοις, αυτό το οποίο προκύπτει από το Τεκμήριο 9, είναι ότι ο Εναγόμενος 5 διορίστηκε διευθυντής της Εναγόμενης 1 κατά την 5/9/14, σε ημερομηνία δηλαδή μεταγενέστερη της καταχώρισης της αγωγής 3513/14 και της μονομερούς αιτήσεως, δυνάμει της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα. Όσον αφορά την ένορκη δήλωση του κ. Ζαχαρίου (Τεκμήριο 5), σ' αυτήν γίνεται αναφορά στα καθήκοντα και στις ευθύνες που είχε ως υπάλληλος της Ενάγουσας 1, κατά το χρόνο της συνεργασίας των διαδίκων. Δεν με βρίσκει σύμφωνο η γενικόλογη θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγόντων/Αιτητών, ότι από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 5 (Τεκμήριο 5), προκύπτει η ενεργή εμπλοκή του σε όλες τις αποφάσεις της Εναγόμενης
  10. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι οι Αιτητές παραλείπουν να προσδιορίσουν λεπτομερώς τα συγκεκριμένα σημεία της ενόρκου δηλώσεως του Εναγόμενου 5, από τα οποία προκύπτει η ενεργή εμπλοκή του. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 4, αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι η κοινά αποδεκτή ιδιότητα του ως μετόχου της Εναγόμενης 1 δεν είναι επαρκές στοιχείο ώστε να διαφανεί, εκ πρώτης όψεως, ότι συμμετείχε είτε ενεργά είτε άλλως πως στη λήψη της απόφασης για την καταχώριση της αγωγής 3513/14, καθώς και της μονομερούς αιτήσεως, στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα. Υποστηρίζεται, ακόμα, στη γραπτή αγόρευση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών, ότι η εμπλοκή των Εναγομένων 4 και 5 σε όλες τις αποφάσεις της Εναγόμενης 1, επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα έρευνας στον Έφορο Εταιρειών (Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου), από όπου προκύπτει ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4 είναι διοικητικοί σύμβουλοι της Εναγόμενης 1, καθώς και από το γεγονός ότι τόσο ο Εναγόμενος 4, όσο και ο Εναγόμενος 5 είναι διοικητικοί σύμβουλοι στην εταιρεία SOTELO LTD, στην οποία η Εναγόμενη 1 φαίνεται να έχει μεταφέρει την επιχείρησή της. Αυτό το οποίο αξίζει να αναφέρω, προς απάντηση της ως άνω επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων συνηγόρων των Αιτητών, είναι ότι από το Τεκμήριο 9 προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 4 είναι μέτοχος της Εναγόμενης 1 και όχι διευθυντής της. Επισημαίνω ακόμα ότι ο Εναγόμενος 5 διορίστηκε διευθυντής της Εναγόμενης 1, στις 5/9/14, δηλαδή σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της αγωγής 3513/14 και της μονομερούς αιτήσεως. Το σημαντικότερο, όμως, που θα πρέπει να υπογραμμιστεί, είναι ότι η μεταφορά της επιχείρησης της Εναγόμενης 1 στην εταιρεία SOTELO LTD, στην οποία οι Εναγόμενοι 4 και 5 παρουσιάζονται μεταξύ των διευθυντών της, φαίνεται να έχει πραγματοποιηθεί σε χρόνο πολύ μεταγενέστερο της καταχώρισης της αγωγής 3513/14 και της μονομερούς αιτήσεως, στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε το διάταγμα, όπως τουλάχιστον προκύπτει από τους ισχυρισμούς της πλευράς των ιδίων των Αιτητών, οι οποίοι εμπεριέχονται στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου. Συνεπώς, τα όσα προβάλλονται πιο πάνω, από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των Αιτητών, κάθε άλλο παρά επιβεβαιώνουν την εμπλοκή των Εναγομένων 4 και 5 στις αποφάσεις της Εναγόμενης 1, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση χρόνο. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής τους εναντίον της Εναγόμενης 1, απέτυχαν όμως να το ικανοποιήσουν εναντίον των Εναγομένων 4 και
  11. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  12. Όπως είναι νομολογημένο, δεν απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας για πρόθεση του Εναγόμενου να αποξενώσει ή να επιβαρύνει οποιοδήποτε περιουσιακό του στοιχείο. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνει, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785). Ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί εναντίος της Εναγόμενης 1 στηρίζεται, κατά τους Αιτητές, σε πληροφορίες που πήραν από κατονομαζόμενο στην ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου πρόσωπο, ότι υπάρχει πρόθεση μεταφοράς όλων των εργασιών της Εναγόμενης 1 σε άλλη εταιρεία, συγκεκριμένα στην εταιρεία SOTELO LTD, η οποία έχει ήδη υπογράψει νέο συμβόλαιο με τη CYTA για παροχή χρόνου ομιλίας, σε αντικατάσταση του συμβολαίου που υπήρχε μεταξύ CYTA - Εναγόμενης 1, το οποίο έχει ήδη τερματιστεί. Επιπρόσθετα, κατά τον κ. Διονυσίου, ο κίνδυνος μεταφοράς των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 στην ως άνω αναφερόμενη εταιρεία ενισχύεται και από το ότι ο πλειοψηφών μέτοχος της Εναγόμενης 1, που είναι η εταιρεία Ruidoso Overseas Ltd, έχει ως μοναδικό μέτοχο μια εταιρεία από τον Παναμά, για την οποία είναι αδύνατο να εξασφαλιστούν οποιαδήποτε στοιχεία, οποιαδήποτε δε μεταφορά περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 στην εταιρεία αυτή στον Παναμά, θα θέσει τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία εκτός ελέγχου των Κυπριακών Δικαστηρίων. Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθιστούν, κατά την άποψη μου, ορατό τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον της Εναγόμενης
  1. Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι οι Εναγόμενοι/Καθ' ων η Αίτηση δεν φαίνεται να αρνούνται τα όσα ως άνω τους καταλογίζουν οι Ενάγοντες/Αιτητές. Ο Εναγόμενος 3 σχολιάζοντας, επιδερμικά θα έλεγα, τον ισχυρισμό για μεταφορά των εργασιών της Εναγόμενης 1, αναφέρει μόνο στην παράγραφο 38 της ενόρκου δηλώσεως του ότι το γεγονός της μεταφοράς των εργασιών της Εναγόμενης 1 δεν έχει οποιαδήποτε λογική συνάφεια με την αξίωση των Εναγόντων και ούτε στηρίζει τον ισχυρισμό τους για παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης
  2. Σχετικοί με το ζήτημα της ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 είναι και κάποιοι ισχυρισμοί της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Διονυσίου, ημερομηνίας 10/9/15, στην οποία αναφέρθηκα σε προγενέστερο σημείο της απόφασης μου. Είμαι της άποψης ότι τα όσα αναφέρονται στην αρχική ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου, η οποία συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση, όπως περιγράφονται πιο πάνω, καθιστούν από μόνα τους ορατό τον κίνδυνο μη ικανοποίησης της απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών. Συνεπώς, θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τα όσα αναφέρονται και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Διονυσίου. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι έχει ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, σε σχέση με την Εναγόμενη
  3. Όσον αφορά τους Εναγόμενους 4 και 5, ενόψει της αποτυχίας των Αιτητών να ικανοποιήσουν τη συνδρομή της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 εναντίον τους, θεωρώ αχρείαστο να ασχοληθώ με τη συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)2 Α.Α.Δ.,1980). Αυτό όμως το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά από τους Αιτητές στην οικονομική κατάσταση των Εναγομένων 4 και 5, ειδικά δε σε τυχόν αφερεγγυότητα τους ή αδυναμία τους να ικανοποιήσουν την απόφαση η οποία δυνατόν να εκδοθεί εναντίον τους. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, έχω να αναφέρω ότι και αυτό γέρνει προς την πλευρά των Εναγόντων/Αιτητών. Είμαι της άποψης ότι η αδικία που θα προκληθεί σ' αυτούς από τη μη οριστικοποίηση του διατάγματος, θα είναι δυσανάλογα μεγαλύτερη από οποιαδήποτε ζημιά που δυνατόν να υποστεί η Εναγόμενη 1 από την οριστικοποίηση του. Όπως έχω ήδη αναφέρει, ελλοχεύει ο κίνδυνος μεταφοράς των εργασιών και γενικότερα των περιουσιακών στοιχείων της Εναγόμενης 1 σε άλλη εταιρεία και της μεταφοράς τους εκτός ελέγχου των Κυπριακών Δικαστηρίων, με αποτέλεσμα η τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ των Εναγόντων να παραμείνει ανικανοποίητη. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφέρω ότι στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3 δεν υπάρχει ισχυρισμός για πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στην Εναγόμενη 1, από την οριστικοποίηση του διατάγματος. Τελική κατάληξη μου είναι ότι το διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 1 θα πρέπει να οριστικοποιηθεί. Εν σχέσει με τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και το εναντίον τους εκδοθέν διάταγμα να ακυρωθεί, για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11/9/2015, εναντίον της Εναγόμενης 1, οριστικοποιείται, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων/Αιτητών και εναντίον της Εναγόμενης 1/Καθ' ης η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η αίτηση εναντίον των Εναγόμενων/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 απορρίπτεται, με έξοδα προς όφελος τους και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Συνακόλουθα, το εναντίον τους εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται. Όλα τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.