← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚO ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. BUILDING CREATIONS BY K.P. (ΗΕ 185407) κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης : 612/2014, 31/5/2016

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚO ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ ν. BUILDING CREATIONS BY K.P. (ΗΕ 185407) κ.α., Αρ. Γενικής Αίτησης : 612/2014, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A246 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Γενικής Αίτησης : 612/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΩΝ ΚΕΦ. 4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΩΝ 22/85 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ 68/81, 8/92, 22 (Ι) 92, 140(Ι)99, 140 (Ι)/2000 και 171 (Ι)2000, ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ

  1. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚO ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΑΙ 1.BUILDING CREATIONS BY K.P. (ΗΕ 185407) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ 2.ΜΑΡΛΕΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ (Α.Δ.Τ. 533637), ΕΞ ΕΡΗΜΗΣ 3.ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ (Α.Δ.Τ. 766446) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΚΑΘ' ΩΝ ΑΙΤΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 12-01-2015 Εν τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω Λεμεσού Αρ. Γενικής Αίτησης: 612/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΝΟΜΟ 22/85 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΝΟΜΟΥΣ 68/81, 8/92, 22(Ι) 92, 140(Ι) 99, 140 (Ι) 2000, ΚΑΙ 171 (Ι) 2000, ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ 79 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΙΤΗΤΕΣ ΚΑΙ
  2. BUILDING CREATIONS BY K.P. LIMITED (HE 185407) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ
  3. ΜΑΡΛΕΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ ( Α.Δ.Τ. 533637) ΕΚ ΕΡΗΜΗΣ
  4. ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ ( Α.Δ.Τ. 766446 ) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΚΑΘ' ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΩΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 12/11/2015 ΕΠΑΡΧΙΑΚΩ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΩ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ. Γενικής Αίτησης: 612/2014 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΝΟΜΩΝ ΚΕΦ. 4 ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΩΝ 22/85 ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ, ΑΡΘΡΑ 52 ΚΑΙ 53 ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΘΕΣΜΟΥΣ 142/87 ΘΕΣΜΟΣ
  5. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤO: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚO ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ, ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΑΙΤΗΤΩΝ ΚΑΙ 1.BUILDING CREATIONS BY K.P. (ΗΕ 185407) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ 2.ΜΑΡΛΕΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ (Α.Δ.Τ. 533637), ΕΞ ΕΡΗΜΗΣ 3.ΚΑΤΕΡΙΝΑΣ ΧΡΙΣΤΟΥ ΠΑΠΑΦΙΛΙΠΠΟΥ (Α.Δ.Τ. 766446) ΕΚ ΛΕΜΕΣΟΥ ΚΑΘ' ΩΝ ΑΙΤΗΣΗ ---------------------------------------------------------------------- Αίτηση για να επιτραπεί η εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 10.01.2013 αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 Ημερομηνία: 31 Μαΐου
  6. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές: κ. Α.Νικολάου για Γιώργος Χαραλαμπίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3: κ. Γεωργίου για Αγαθοκλέους - Νεοφύτου Co LLC (για να ακούσει απόφαση κα Δ.Αριστείδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η H ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση τους, όπως τροποποιήθηκε, οι Αιτητές ζητούν όπως: Η Διαιτητική Απόφαση ημερομηνίας 10-01-2013 εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, και 3 εγγραφεί στο Πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και εκτελεσθεί ως απόφαση Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, άρθρα 2

(1), 3, 9
(2), 20
(1)και
(2), και 21, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 52 και 53, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς 142/87, Θεσμός 79, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.47, Δ.48 Θ.Θ.1-3, και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Δημητρίου, υπαλλήλου των αιτητών, ημερ.20/10/
  1. Αναφέρει δε σε αυτήν (παρατίθεται αυτούσια): «
  2. Είμαι στην υπηρεσία των Αιτητών, γνωρίζω πολύ καλά τα γεγονότα που έχουν σχέση με την παρούσα Γενική Αίτηση και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκη Δήλωση.
  3. Το αιτούμενο διάταγμα αφορά απόφαση του Διαιτητή ημερομηνίας 10/01/
  4. Κατά ή περί την 10/01/2013 σύμφωνα με προς πρόνοιες του Περί Διαιτησίας και Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων, σε διαιτησία, η οποία έλαβε χώραν στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, εξεδόθη απόφαση εναντίον των Καθ' ών η αίτηση 1, 2, και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως για το ποσό των €70.701,98-, πλέον τόκους προς 9.% ετησίως από 10/01/2013 μέχρι πλήρους εξόφλησης, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους, πλέον €150,00- έξοδα διαιτησίας και περαιτέρω η αιτήτρια εταιρεία δικαιούται στην λήψη μέτρων εκποίησης της υποθήκης υπ' αριθμόν Υ1555/2007, και Διατάσσετε η εκποίηση της εν λόγω υποθήκης. (Απόφαση του Διαιτητή επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α')
  5. Γνωστοποίηση της έκδοσης της ως άνω διαιτητικής απόφασης έχει επιδοθεί στον Καθ' ών η αίτηση 1, 2, ΚΑΙ 3 την 03.09.
  6. (Σχετικές Ένορκες Δηλώσεις επίδοσης επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Α' για καθ' ών η αίτηση 1, ΤΕΚΜΗΡΙΟ Β' , για Καθ' ής η αίτησης 2, και ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Γ' για Καθ' ής η Αίτηση
  7. Επίσης απ' όσα καλά γνωρίζω, η Απόφαση του Διαιτητή είναι καθ' όλα νόμιμη, έγκυρη και δεσμευτική. Καμία Έφεση και/ή ένσταση ασκήθηκε στην εν λόγω απόφαση και ως εκ τούτου η απόφαση είναι τελική.
  8. Για όλους τους πιο πάνω λόγους με την αίτηση αυτή, οι Αιτητές ζητούν την εγγραφή της εν λόγω Διαιτητικής Απόφασης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον των Καθ' ών η Αίτηση 1, 2 και 3 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως ώστε να μπορέσουν να ασκήσουν τα δέοντα μέτρα εκτέλεσης για την είσπραξη της απαίτησης τους. » Παρεμβάλλω εδώ ότι το ίδιο πρόσωπο πιο πάνω υπέγραψε και την ένορκη δήλωση ημερ.02/02/15 που συνοδεύει την τροποποιημένη αίτηση δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 12/01/15, και με την οποία ουσιαστικά υιοθετεί το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης που αναφέρεται πιο πάνω. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1, 2 ΚΑΙ 3 Οι καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 (στο εξής οι καθ' ων η αίτηση) αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην Αίτηση. Η ένσταση βασίζεται στον Περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ.4, άρθρα 3, 4, 19, 20, 21 και 26, στον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο Ν.22/85άρθρο 52, στο άρθρο 18 του Ν.68/87, στο άρθρο 37
(1)και
(2)του Ν.14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.1, Δ.40, Δ.41, Δ.47 και Δ.48, στο θ.70 των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών, στα άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος, το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στους Κανόνες Φυσικής Δικαιοσύνης, στην Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι :
  1. Δεν πληρούνται σε καμία περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος όπως αυτές έχουν καθοριστεί από τον Νόμο και στην σχετική νομολογία επί του θέματος.
  2. Η επίδικη διαφορά δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις που μπορούν να παραπεμφθούν σε διαιτησία σύμφωνα με τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, άρθρο 52
(1).
  1. Η απόφαση του διαιτητή είναι άκυρη και/ή αντικανονική αφού δεν υπήρξε συνυποσχετικό μεταξύ των Αιτητών και των Καθ'ων η Αίτηση και παραβιάστηκαν οι προϋποθέσεις παραπομπής σε διαιτησία.
  2. Η αίτηση και όσα την υποστηρίζουν και την συνοδεύουν είναι αβάσιμα, παράτυπα και καταχρηστικά.
  3. Η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση και όσα την συνοδεύουν είναι ελλιπής, αναληθή, παραπλανητική και δεν αναφέρει γεγονότα που να στοιχειοθετούν την αίτηση των Αιτητών στους Καθ'ων η Αίτηση
  4. Η διαιτητική απόφαση δεν έχει γνωστοποιηθεί στους καθ'ων η αίτηση προσωπικά και/ή νομότυπα και η παράλειψη αυτή συνιστά παραβίαση των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης.
  5. Υπό τις περιστάσεις δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν δικαιολογείται και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως εγκριθεί το αίτημα των Αιτητών.
  6. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, ελλιπής και/ή οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν εις την αιτούμενη θεραπεία και/ή δεν προσδίδουν εις το Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση.
  7. Η αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τρόπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη.
  8. Η υπαγωγή των Καθ'ών η Αίτηση στην δικαιοσύνη και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή, παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμά τους για πρόσβαση σε ανεξάρτητο , αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο Διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους Αιτητές χωρίς δικαίωμα του Καθ'ου η Αίτηση να ακουστεί και/ή να έχει λόγο επί του θέματος, το ύψος της πληρωμής του Διαιτητή καθορίζεται σε συνεννόηση μεταξύ του Διαιτητή και των Αιτητών ενώ η διαιτητική διαδικασία διεξάγεται στις εγκαταστάσεις των Αιτητών.
  9. Η υπαγωγή των Καθ'ων η Αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή παραβιάζει το Σύνταγμα, και τον Περί Διαιτησίας Νόμο. Το δικαίωμα τους για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης τους παραβιάζεται κατάφορα.
  10. Ο όρος της συμφωνίας περί παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ των Καθ'ων η Αίτηση και των Αιτητών σε διαιτησία είναι ετεροβαρής, ιδιαίτερα επαχθής, καταχρηστικός, παράνομος και αντίκειται στους κανόνες επιείκειας και των συναλλακτικών ηθών και στους κανόνες που διέπουν τις τραπεζικές σχέσεις των Αιτητών με τους πελάτες τους τις σχέσεις προμηθευτή - καταναλωτή και παραβαίνει κατάφορα το σύνταγμα, το δικαίωμα τους στην ισότητα, στην δίκαιη δίκη και την δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, θέτοντας τους σε δυσμενέστερη θέση από το αν η υπόθεση παραπεμπόταν σε αρμόδιο Δικαστήριο.
  11. Η διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδεις στοιχεία και/ή πληροφορίες οι οποίες θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στους Καθ'ων η Αίτηση για τα δικαιώματά του.
  12. Η διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας συνεπώς είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη.
  13. Ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, ενεργώντας μεροληπτικά υπέρ των Αιτητών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη και/ή να αξιολογεί τα όσα του αναφέρθηκαν κατά την διαιτητική απόφαση.
  14. Η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα και/ή διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα.
  15. Οι Αιτητές επέδειξαν κακοπιστία και ως εκ τούτου αρμόδιο για την διαφορά είναι το Δικαστήριο και όχι ο Διαιτητής.
  16. Η διαιτητική απόφαση και/ή η δοθείσα θεραπεία αντίκειται στον Νόμο και/ή στην Δημόσια Πολιτική. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ' ης η αίτηση 3, εις την οποία αναφέρει τα ακόλουθα (παρατίθενται αυτούσια): «
  17. Είμαι η Καθ' ης η Αίτηση 3 στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αίτηση, γνωρίζω πλήρως και προσωπικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ'ών η Αίτηση 1,2 να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση.
  18. Τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται στην παρούσα εκτός για εκείνα για τα οποία ορίζεται άλλη πηγή γνώσης, εμπίπτουν στην προσωπική μου γνώμη. Όσα γεγονότα δεν βρίσκονται σε προσωπική μου γνώμη είναι αληθή εξ' όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω, πληροφορούμαι και συμβουλεύομαι. Για τα νομικά θέματα έχω την συμβουλή του Δικηγόρου μου.
  19. Έχω διαβάσει την ένορκη δήλωση του Χρίστου Δημητρίου η οποία συνοδεύει την αίτηση με το περιεχόμενο της οποίας διαφωνώ.
  20. Εξ' όσων με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου δεν πληρούνται οι νόμιμες και δικονομικές προϋποθέσεις που ορίζουν ο Νόμος, οι θεσμοί και η σχετική επί του θέματος νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  21. Στην διαιτησία δεν μας έδωσαν τον λόγο και/ή τον χρόνο να υποβάλουμε γραπτώς και/ή προφορικώς την υπεράσπισή μας. Δια το ως άνω δάνειο υπάρχει υποθήκη Υ 1555/2007 η οποία υπερκαλύπτει το δάνειο, ως επίσης εγγύηση για το οφειλόμενο ποσό δανείου.
  22. Η σύμβαση δανείου είναι ανυπόγραπτη και/ή παράτυπη υπεγράφη υπό άλλο πρόσωπο αντί της πρωτοφειλέτιδας.
  23. Ευσεβάστως αναφέρω ότι δεν έγινε γνωστοποίηση της επίδικής απόφασης. Οι καθ'ων η αίτηση με την παράλειψη της γνωστοποίησης όχι μόνο δεν μας έδωσαν την ευκαιρία να την εφεσιβάλουμε μέσα στη προθεσμία που προβλέπει η σχετική νομοθεσία , αλλά και ουσιαστικά δεν έχει ποτέ αρχίσει η περίοδος προθεσμίας για άσκηση έφεσης και επομένως ουδέποτε επήλθε τελεσιδικία στην επίδικη απόφαση κατά τον χρόνο της καταχώρησης της αίτησης με συνέπεια να μην μπορεί να εγγραφεί προς εκτέλεση η ως απόφαση δικαστηρίου.
  24. Όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος το γεγονός αυτό δημιουργεί κενά γεγονός που καταδεικνύει την μη τήρηση των νομίμων προϋποθέσεων για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος
  25. Ευσεβώς θα ήθελα να αναφέρω πως εγώ δεν έχω υπογράψει συνυποσχετικό για παραπομπή σε διαιτησία οποιασδήποτε διαφοράς που μπορεί να προέκυπτε μεταξύ μου και των Αιτητών. Συνεπώς το όλο ζήτημα παράτυπα παραπέμφθηκε σε διαιτησία χωρίς να τηρηθούν οι σχετικές προϋποθέσεις που τίθενται από τον Νόμο και την νομολογία και χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο για διορισμό διαιτητή
  26. Όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου η εν λόγω διαιτητική διαδικασία στερείται υπόστασης αφού δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία παραβιάζοντας τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και τις αρχές της δίκαιης δίκης. Με βάση την ίδια νομική συμβουλή τα αναφερόμενα νομικά ελαττώματα πλήττουν το κύρος και την νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω η υπαγωγή μας σε μη ανεξάρτητο Διαιτητή που διορίζεται μονομερώς από το άλλο διάδικο μέρος, παραβιάζει και μας στερεί το δικαίωμα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο το οποίο έχει την δικαιοδοσία να εξετάσει όλο το φάσμα των επίδικων θεμάτων που περιβάλλουν την διαφορά των διαδίκων προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης, πράγμα που, όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου δεν θα μπορούσε να γίνει από τον διορισθέντα Διαιτητή.
  27. Με βάση τη νομική συμβουλή που έχω πάρει από τον Δικηγόρο μου και με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, πιστεύω ότι η όλη διαδικασία, δηλαδή από το διορισμό του Διαιτητή μέχρι την έκδοση της διαιτητικής απόφασης, πάσχει νομικά γιατί έρχεται σε αντίθεση με θεμελιώδεις αρχές φυσικής δικαιοσύνης που προστατεύονται από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας καθώς και την δίκαιη δίκη.
  28. Όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου ο όρος της συμφωνίας περί παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς μεταξύ του Καθ'ου η Αίτηση και των Αιτητών σε διαιτησία είναι ετεροβαρής, ιδιαίτερα επαχθής, καταχρηστικός, παράνομος και αντίκειται στους κανόνες επιείκειας και των συναλλακτικών ηθών και στους κανόνες που διέπουν τις τραπεζικές σχέσεις των Αιτητών με τους πελάτες τους τις σχέσεις προμηθευτή- καταναλωτή και παραβαίνει κατάφορα το σύνταγμα, το δικαίωμα τους στην ισότητα, στην δίκαιη δίκη και την δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, θέτοντάς τους σε δυσμενέστερη θέση από το αν η υπόθεση παραπεμπόταν σε αρμόδιο Δικαστήριο. Στην ουσία ο όρος αυτός αποσκοπεί στο να επιβάλλει σε εμάς οποιαδήποτε τυχόν απόφαση του Διαιτητή ως την τελική θεραπεία. Ο εν λόγω όρος δεν επεξηγεί πλήρως και ξεκάθαρα την διαιτητική διαδικασία και τις συνέπειες αυτής και εμπεριέχει κρυφές παγίδες. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας δεν έχει δοθεί η απαραίτητη έμφαση και δεν έχει ξεκάθαρα τεθεί υπόψη μας το γεγονός ότι λειτουργεί μειονεκτικά εναντίον μας. Εάν είχε έρθει στην προσοχή μας, θα μας προκαλούσε τεράστια αίσθηση το γεγονός πως σε περίπτωση διαφοράς μας με τους Αιτητές δεν θα μπορούσαμε να απευθυνθούμε σε ανεξάρτητο Δικαστήριο ή το γεγονός ότι εάν χάναμε την προθεσμία των 21 ημερών, ενώ σε πολιτικά δικαστήρια υπάρχουν πιο ευέλικτοι δικονομικοί κανονισμοί, όπως με πληροφορεί ο Δικηγόρος μου. Ως εκ των ανωτέρω ο ως άνω όρος δεν έχει εφαρμογή και η παραπομπή μας σε διαιτησία είναι άκυρη.
  29. Όπως με συμβουλεύει ο Δικηγόρος μου ο Διαιτητής υπέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, ενεργώντας μεροληπτικά υπέρ των Αιτητών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη και/ή να αξιολογεί τα όσα του αναφέρθηκαν κατά την διαιτητική απόφαση.
  30. Ο Διαιτητής προχώρησε παράτυπα στη έκδοσή της εν λόγω διαιτητικής απόφασης χωρίς να έχει ενώπιον του τα απαραίτητα στοιχεία. Ο Διαιτητής ενεργώντας μεροληπτικά υπέρ των Αιτητών αντέστρεψε το βάρος απόδειξης, θεωρώντας ως δεδομένη την ύπαρξη της ισχυριζόμενης οφειλής και/ή την ύπαρξη του ισχυριζόμενου υπολοίπου και του αιτούμενου επιτοκίου και/ή την ορθότητα του τερματισμού της συμφωνίας. Οι Αιτητές δεν παρουσίασαν αναλυτική κατάσταση λογαριασμών που να αποδεικνύει το ακριβές ύψος του ισχυριζόμενου οφειλόμενου ποσού ούτε απέδειξαν το εύλογο και/ή νόμιμο του τερματισμού της συμφωνίας και/ή την πραγματική ζημιά τους που να δικαιολογεί την επιβολή αυξημένου επιτοκίου.
  31. Κατά την διάρκεια της διαιτησίας δεν τηρούνταν πρακτικά απο ανεξάρτητο άτομο, ούτως ώστε να μπορούν να επαληθευτούν, να ελέχθη το τι ειπώθηκε και να επιβεβαιωθεί το εύλογο και/ή το ορθό της διαιτητικής απόφασης. Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν πρακτικά αποτελεί παρατυπία και πλήττει το δικαίωμα μας στην δίκαιη δίκη.
  32. Η θεραπεία την οποία επιδίκασε ο Διαιτητής υπέρ των Αιτητών συμπεριλαμβάνει επιπρόσθετο του συμφωνηθέν τόκου σε αντίθεση με το συμφωνηθέν επιτόκιο το οποίο αποτελεί ποινική ρήτρα η οποία αντίκειται στον νόμο και την δημόσια πολιτική.
  33. Για όλους τους πιο πάνω λόγους πιστεύω είναι ορθό και δίκαιο όπως η παρούσα αίτηση απορριφθεί με έξοδα υπέρ των Καθ'ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. » Η ΑΚΡΟΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Η Ακρόαση της αίτησης έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν από τις δύο πλευρές. ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται αναφέρω στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, οι οποίες σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα αναφερθώ σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αυτών κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με το άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/85), όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ Συνεργατικής Εταιρείας και μελών, καταθετών, οφειλετών ή των εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Τα εδάφια
(2)&
(4)δε του ίδιου άρθρου προνοούν τα ακόλουθα: «
(2)Ο Έφορος δύναται, με τη λήψη της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή (β) να παραπέμπει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία η οποία διεξάγεται σύμφωνα με τις διατάξεις των Θεσμών που εκδίδονται δυνάμει του εδαφίου
(6)ή, μέχρι την έκδοση τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου και τις διατάξεις των Θεσμών 78 και 79 των Περί Συνεργατικών εταιρειών Θεσμών του 1987 έως 2012 .» «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει Έφεση στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από την ημερομηνία γνωστοποίησης προς αυτόν της απόφασης.» Σε περίπτωση δε που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί, σύμφωνα με το εδάφιο 5 του άρθρου 52 πιο πάνω καθίσταται τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως οι αποφάσεις του πολιτικού δικαστηρίου. Εδώ θα πρέπει επίσης να γίνει αναφορά στο άρθρο 21 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, που είναι απόλυτα σχετικό και προνοεί τα εξής: « 21. Διαιτητική απόφαση που εκδίδεται με βάση συνυποσχετικό δύναται, με άδεια του Δικαστηρίου, να εκτελεστεί κατά τον ίδιο τρόπο όπως δικαστική απόφαση ή διάταγμα με την ίδια ισχύ και σε τέτοια περίπτωση δύναται να καταχωρηθεί δικαστική απόφαση με περιεχόμενο εκείνο της διαιτητικής απόφασης. » Σύμφωνα με τη Νομολογία οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση Διατάγματος ως το αίτημα στην παρούσα Αίτηση, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Στην Πολιτική Έφεση 188/06 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Νάπας ν. Άντη Κυριακίδη κ.α.,
(2008)1 ΑΑΔ 716 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφαση Δικαστηρίου είναι, κατά την άποψη μας, ζήτημα τύπου. Για να εκτελεστεί οποιαδήποτε απόφαση Δικαστηρίου χρειάζεται η εμπλοκή του ιδίου, που αφενός την διατάσσει και ταυτόχρονα την εποπτεύει. Επομένως, η διαιτητική απόφαση πρέπει κατά κάποιο τρόπο να καταχωριστεί, να «εγγραφεί" δηλαδή στα αρχεία του πρωτοκολλητείου ως απόφαση Δικαστηρίου, για να προχωρήσει η εκτέλεση της. Γι΄αυτό το σκοπό υπεβλήθη η υπό συζήτηση αίτηση, και μάλιστα επιδόθηκε στους εφεσίβλητους για να προβάλουν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ήθελαν, με αναφορά ασφαλώς μόνο στο επίδικο θέμα, της προώθησης δηλαδή της εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης.» Περαιτέρω στην υπόθεση αναφορικά με την αίτηση της Σωτηρούλας Κωνσταντινίδου
(1995)1 Α.Α.Δ. 827, το Δικαστήριο ανέφερε ότι: «. Δεν είναι αντικείμενο αυτής της διαδικασίας η απόφαση του Διαιτητή και, εν πάση περιπτώσει, επισημαίνω πως το άρθρο 52
(4)του Ν. 22/85 παρέχει σε όποιον θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του Διαιτητή δικαίωμα έφεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο που πρέπει να ασκείται μέσα στην προθεσμία που τάσσει. Δεν έχει ασκηθεί έφεση εναντίον της απόφασης του Διαιτητή, η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη και δεν έχει εξηγηθεί πώς θα μπορούσε να εκδηλωθεί τώρα, στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας που, επαναλαμβάνω, αναφέρεται μόνο στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου που ακολούθησε, τέτοιο παράπονο. ..» Στην Ανδρέας Χατζηγεωργίου-Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς Πολιτική Έφεση 357/08, ημερομηνίας 11/4/2012, αποφασίστηκε ότι: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται». Τέλος, στην ΜΑΝΩΛΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΑΤΣΙΩΝ , ECLI:CY:AD:2014:A413, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 87/11, 20 Ιουνίου 2014, καθορίστηκαν περιοριστικά ποια ζητήματα εξετάζει το Δικαστήριο κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, επιτάσσοντας μάλιστα ότι η εξέταση οποιονδήποτε άλλων παραμέτρων δεν αρμόζει σε τέτοιες περιπτώσεις ως η παρούσα. Συγκεκριμένα αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο κατά την εξέταση της αίτησης ημερ.3/12/2007, γι' εγγραφή της διαιτητικής απόφασης, όφειλε μόνο να διαπιστώσει κατά πόσο αυτή επιδόθηκε, ότι η απόφαση έφερε τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον εφεσείοντα.» ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Το Δικαστήριο εξ' αρχής αναφέρει ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Έχοντας υπόψη την Νομολογία πιο πάνω είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση πληρούνται όλα τα στοιχεία που πρέπει να συντρέχουν για την έγκριση της αίτησης. Πιο συγκεκριμένα αναφέρεται κατ' αρχήν ότι είναι προφανές πως η διαιτητική απόφαση ημερ.10/01/2013 (επισυνάπτεται στις ένορκες δηλώσεις επίδοσης στην αίτηση) φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης. Η απόφαση είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφέστατο τρόπο, χωρίς να αφήνει κενά ερμηνείας ή αβεβαιότητας αναφορικά με οτιδήποτε ή για τα πρόσωπα στα οποία απευθύνεται δηλαδή τους Αιτητές και τους καθ' ων η Αίτηση. Ας σημειωθεί εδώ ότι δεν απαιτείται η διαιτητική απόφαση να είναι διατυπωμένη με κάποιο συγκεκριμένο τρόπο. Αρκεί να είναι διατυπωμένη με ξεκάθαρο και σαφή τρόπο. Αυτό προκύπτει και από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96, όπου δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης. Αναφέρεται ότι: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Σε ότι αφορά το κατά πόσο γνωστοποιήθηκε η διαιτητική απόφαση στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ ότι με βάση τις ένορκες δηλώσεις επίδοσης που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, του ιδιώτη επιδότη Χρίστου Χ''Κωνσταντή, η εν λόγω διαιτητική απόφαση επιδόθηκε κανονικά στους καθ' ων η αίτηση στις 3/9/13. Ο εν λόγω επιδότης επέδωσε συγκεκριμένα ειδοποίηση του διαιτητή για την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και για το δικαίωμα που υπήρχε για καταχώρηση έφεσης, μαζί και την διαιτητική απόφαση, στον Γιώργο Κυριάκου, ο οποίος είναι όπως αναφέρει διευθυντής των καθ'ων η αίτηση 1, γαμπρός και συγκάτοικος της καθ'ης η αίτηση 2 και σύζυγος και συγκάτοικος της καθ'ης η αίτηση 3. Οι επιδόσεις βέβαια με τον τρόπο αυτό, έχοντας υπόψη τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που σαφώς και τυγχάνουν εφαρμογής, θεωρούνται κανονικές και νομότυπες. Ερχόμενος τώρα στο θέμα του κατά πόσο η επίδικη αίτηση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση, παρατηρώ ότι στον φάκελο της διαδικασίας υπάρχουν οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης της αίτησης στους καθ' ων η αίτηση που έγιναν την 21/10/14. Παρεμβάλλω ότι τα τεκμήρια στην αίτηση δηλαδή ουσιαστικά οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης πιο πάνω επιδόθηκαν στους καθ' ων η αίτηση μεταγενέστερα και συγκεκριμένα στις 24/11/15, κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου στα πλαίσια σχετικής αίτησης των αιτητών εις την οποία σημειώνω οι συνήγοροι των καθ'ων η αίτηση συγκατατέθηκαν. Όμως η επίδοση της αίτησης σημειώνεται δεν αμφισβητείται, και δεν θα μπορούσε εξάλλου με δεδομένο ότι οι καθ' ων η αίτηση εμφανίστηκαν εξ' αρχής στη διαδικασία μέσω των δικηγόρων τους κάτι που δείχνει σαφώς τη γνώση τους περί της διαδικασίας, και συνεπώς το θέμα αυτό δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Με αυτά υπόψη και έχοντας πάντα κατά νου την Νομολογία πιο πάνω το Δικαστήριο έχει εξετάσει όλα τα στοιχεία που όφειλε να εξετάσει και που πρέπει να συντρέχουν για να αποφανθεί αν θα εγκρίνει ή όχι την επίδικη αίτηση. Εξετάζοντας τώρα τους λόγους ένστασης διαπιστώνω τα εξής: 1. Λόγοι ένστασης αρ. 1, 2, 4, 5, 6, 7, 13, 14 - Θεωρώ πως οι λόγοι αυτοί έχουν απαντηθεί μέσα από όσα αναφέρονται ανωτέρω, κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται. 2. Λόγοι ένστασης αρ. 3, 10, 11, 12, 15, 16 και 18 - Τα θέματα που εγείρουν με τους συγκεκριμένους λόγους οι καθ' ων η αίτηση, αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση ή σχετικά με τη διαδικασία διαιτησίας αυτή καθ' αυτή και το χειρισμό του διαιτητή, όφειλαν να τα εγείρουν ενώπιον του διαιτητή στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας όπου με βάση τη διαιτητική απόφαση προκύπτει ότι ειδοποιήθηκαν να παρευρεθούν και πράγματι παρουσιάστηκαν, ή στα πλαίσια έφεσης που είχαν δικαίωμα να υποβάλουν ενώπιον του αρμόδιου Επαρχιακού Δικαστηρίου εντός 21 ημερών από την γνωστοποίηση σε αυτούς της διαιτητικής απόφασης, ως προνοεί το άρθρο 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, κάτι που δεν έπραξαν. Παρεμβάλλω εδώ ότι η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση δεν αναφέρει πουθενά ότι ήγειραν ενώπιον του διαιτητή οποιοδήποτε θέμα για εξέταση. Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω θα ήθελα εδώ πολύ επιγραμματικά να σημειώσω τα εξής. Εν σχέση με τον λόγο ένστασης 3 αναφέρεται ότι η υπογραφή συνυποσχετικού με όρο για παραπομπή οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία είναι παραδεκτή από τους καθ' ων η αίτηση στην παράγραφο 12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Οπότε αποδέχτηκαν την υπαγωγή τους στην διαδικασία διαιτησίας. Επίσης γενικότερα θεωρώ ότι η αναφορά στη διαιτητική απόφαση ότι οι καθ' ων η αίτηση παρουσιάστηκαν στην διαιτησία και παραδέχτηκαν το χρέος τους και η μη άρνηση του γεγονότος τούτου, σε συνδυασμό με τις γενικές και αόριστες θέσεις της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση, συνηγορούν στο ότι οι καθ' ων η αίτηση κωλύονται τώρα να προβάλλουν αυτά τα πράγματα. Προσθέτω δε με δεδομένη την αποδοχή του χρέους από πλευράς τους ως ανωτέρω αναφέρεται ότι όσα προβάλλουν εδώ οι καθ' ων η αίτηση, επαναλαμβάνω γενικά και αόριστα, κρίνονται εν πάση περιπτώσει εκ των υστέρων σκέψεις. Εν κατακλείδι όλοι οι αναφερόμενοι λόγοι ένστασης απορρίπτονται. 3. Λόγος ένσταση αρ. 8 - Ο λόγος είναι αβάσιμος καθ' ότι παρατηρώ ότι η νομική βάση είναι πλήρης και παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της αίτησης και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. 4. Λόγος ένσταση αρ. 9 - Ούτε οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί του 1987 όπως έχουν τροποποιηθεί μέχρι σήμερα αλλά ούτε και οι Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί που εξακολουθούν να ισχύουν με βάση το άρθρο 59
(2)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 (22/85) εφόσον δεν αντίκεινται στις διατάξεις του Νόμου, προνοούν συγκεκριμένο τύπο αίτησης για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. Με δεδομένο λοιπόν αυτό, καταλήγω ότι μπορούσε να γίνει χρήση του τύπου της δια κλήσεως αίτησης με βάση τη Δ.48 ως εναρκτήριου μέσου. Στην αίτηση 473/11, Αναφορικά με την Εταιρεία G. Paraskevaides
(1966)Ltd, ημερ.03/03/2015, ο έντιμος Πρόεδρος του Ε.Δ.Λευκωσίας κ.Πογιατζής, ανέφερε τα εξής με τα οποία συμφωνώ: « Δύναται η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο; Η δική μου απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα, είναι καταφατική. Όπου ένας νόμος ή κανονισμός προβλέπει για κάποιου είδους διαδικασία προς επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού και δεν κάνει ρητή πρόνοια για τη διαδικασία που θα πρέπει να ακολουθηθεί, θεωρώ ότι ορθή πορεία είναι η καταχώριση αίτησης με βάση τη Δ.48 η οποία να αποτελεί εναρκτήρια διαδικασία. Κάτι τέτοιο, πρέπει να πω, γίνεται ήδη στην πράξη και για την εν λόγω διαδικασία έχει επικρατήσει η χρήση του όρου «γενική αίτηση» ακόμη «πρωτογενής αίτηση». Οι δικηγόροι που έχουν να καταχωρίσουν διαδικασία προς συγκεκριμένο στόχο και δεν έχουν ρητή νομοθετική πρόνοια για χρήση συγκεκριμένου δικονομικού μέσου, βρίσκονται σε δίλημμα ως προς τη φύση της διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Ορθά, κατά τη γνώμη μου, πολλές φορές χρησιμοποιούν τον Τύπο της Δ.48 ως εναρκτήρια κλήση. Παραθέτω πιο κάτω τις απόψεις που υποστηρίζουν και την άποψη αυτή, αλλά και την αντίθετη. Παλαιότερα υπήρχε η άποψη ότι η Δ.48 μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μόνο σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην HjiChambis v. Attorney General of the Republic and others
(1986)1 C.L.R. 386, 390-391, που αφορούσε σε αίτηση Εκλογοδικείου, ο Λοϊζου Δ., αφού αντιπαρέβαλε τον ορισμό του όρου «action» (αγωγή) που περιέχεται στη Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με αυτόν που απαντάται στο Άρθρο 2 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, προχώρησε να αναφέρει ότι αίτηση με βάση τη Δ.48 πρέπει να είναι παρεμπίπτουσα («incidental») του σκοπού για τον οποίο ενυπάρχει ήδη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το εν λόγω απόσπασμα υιοθετήθηκε στην υπόθεση In re Fileleftheros Ltd
(1988)1 C.L.R. 344, 347. Περαιτέρω στην Χαραλαμπίδης ν. (Μελωδία) Χαραλαμπίδου
(1997)1(Β) Α.Α.Δ.724, με αίτηση δυνάμει της Δ.48 επιδιώχθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο η έκδοση διατάγματος για διακοπή της διαδικασίας που είχε αρχίσει στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και είχε διαταχθεί επανεκδίκασή της λόγω διορισμού του ενός δικαστή που αποτελούσε το Πλήρες Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στο Ανώτατο Δικαστήριο. Λέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι η Δ.48 διέπει την υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Η επίδικη αίτηση συνιστούσε εναρκτήρια πρωτογενή αίτηση, γι΄ αυτό και το Ανώτατο Δικαστήριο διατηρούσε επιφυλάξεις για το παραδεκτό της αίτησης ενόψει του μέσου με το οποίο είχε υποβληθεί. Βλ. επίσης Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc
(1999)1(A) A.A.Δ. 124, 131-132. Προσωπικά, διατηρώ αντίθετη άποψη και θεωρώ ότι πρόσφατες εξελίξεις και νομολογία υποστηρίζουν ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Κατ΄ αρχήν στο ίδιο το λεκτικό της Δ.48 δεν φαίνεται περιορισμός των προνοιών της σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Αυτό, παρά το γεγονός ότι γίνεται ρητή αναφορά σε μεγάλο αριθμό ενδιάμεσων αιτήσεων που μπορούν να καταχωριστούν είτε μονομερώς, είτε διά κλήσεως, είτε με ένορκη δήλωση, είτε χωρίς ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, στη Δ.63 η οποία τιτλοφορείται « Title of Proceedings, File of Proceedings, and Record of Appeal», γίνεται ρητή αναφορά σε «writ of summons», «originating summons», «application» και «petition», εννοώντας ότι αυτά αποτελούν εναρκτήρια δικονομικά μέσα και γίνεται πρόνοια ως προς τον τίτλο της κάθε διαδικασίας. Η διαδικασία στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1978, αφορούσε σε απομάκρυνση διαιτητή με βάση τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο θεώρησε ότι η Δ.48 μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο εφόσον το ίδιο το Κεφ.4 προνοεί για υποβολή «αίτησης». Λέχθηκαν σχετικά (Πικής, Δ. στη Σελ. 1982), (η υπογράμμιση είναι δική μου): «Εφόσον δεν εκδοθεί Διαδικαστικός Κανονισμός, ρυθμιστικός των διαβημάτων που μπορεί να ληφθούν βάσει του Νόμου, το Άρθρο 30 του Νόμου καθιστά, τηρουμένων των αναλογιών, τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εφαρμοστέους για την υποβολή και εκδίκαση αιτημάτων, θεμελιωμένων στις πρόνοιές του. Η υποβολή αίτησης, βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, διέπεται από τη Δ.
  2. Η Δ.48 είναι, κατ΄ εξοχήν, προσαρμοσμένη στην υποβολή ενδιάμεσων αιτήσεων. Όπως προκύπτει από τους τύπους, οι οποίοι θεσμοθετούνται (Τύπος 45, Τύπος 46), η αίτηση υποβάλλεται στο πλαίσιο υφιστάμενης δικαιοδοσίας. Παρέχεται, όμως, η δυνατότητα προσαρμογής της σε εναρκτήρια αίτηση.» Υπάρχουν και περιπτώσεις όπου η ίδια η νομολογία φαίνεται να καθορίζει τη Δ.48 ως το εναρκτήριο δικονομικό μέσο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος, 121 (Ι)/
  3. Το Άρθρο 5, το οποίο για την ακολουθητέα διαδικασία, αναφέρει ότι «η διαδικασία αρχίζει με καταχώριση στο δικαστήριο αίτησης δια κλήσεως που συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, σύμφωνα με τις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.» Θεωρώ ότι προκύπτει σαφώς από το πιο πάνω λεκτικό ότι η ακολουθητέα διαδικασία θα πρέπει να είναι δυνάμει της Δ.
  4. Βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Gratio Holdings Ltd, Πολιτική ECLI:CY:AD:2014:D304, Αίτηση 32/2014, ημερομηνίας 9.5.2014, Μιχαηλίδου, Δ. Έχουν αναφερθεί πιο πάνω οι επιδράσεις που επήλθαν στο νομικό μας σύστημα και διαδικασία από την ένταξη μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί η διαδικασία που προνοείτο από τον Κανονισμό (Ε.Κ.) 44/2001 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία αναφορικά με την κήρυξη εκτελεστότητας Απόφασης Δικαστηρίου που εκδόθηκε σε ένα κράτος μέλος, στο άλλο κράτος μέλος (Άρθρα 38-52). Ο εν λόγω Κανονισμός προνοούσε για καταχώριση αίτησης η οποία μπορεί να υποβληθεί μονομερώς κατά το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης (Άρθρο 40). Ελλείψει ειδικών δικονομικών κανόνων, ορθά κατά τη γνώμη μου, επικράτησε η χρήση μονομερώς αίτησης στον τύπο της Δ.
  5. Το ίδιο συμβαίνει και όταν επιχειρείται η ακύρωση της κήρυξης εκτελεστότητας. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρίζεται αίτηση δια κλήσεως και αναλόγως και ένστασης και πάλι με βάση τις πρόνοιες της Δ.
  6. Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι από τις 10.1.2015, ο Ε.Κ.44/2001 έχει καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον Κανονισμό (ΕΕ) 1215/2012, ο οποίος πλέον προνοεί για κήρυξη εκτελεστότητας αυτόματα χωρίς οποιαδήποτε διαδικασία (Άρθρο 39). Οι πιο πάνω πρόνοιες φαίνεται να αναιρούν την άποψη που είχε εκφραστεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση την Cyllenius Holding Ltd κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 136, ότι οι μονομερείς γενικές αιτήσεις είναι άγνωστες στο δικονομικό μας σύστημα. Συγκεκριμένα, αναφέρθηκε ότι η «γενική αίτηση» είναι τρόπος έναρξης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου και πρέπει να επιδίδεται στον αντίδικο για να έχει την ευκαιρία να ακουσθεί. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι η διαδικασία στην υπόθεση αυτή, αφορούσε σε καθορισμό εξωδικαστηριακής δικηγορικής αμοιβής. Κατά συνέπεια η διαδικασία με βάση τον Κανονισμό ΕΚ 44/2001, αποτελούσε ένα ακόμη παράδειγμα όπου η Δ.48 δύναται να χρησιμοποιηθεί ως εναρκτήριο δικονομικό μέσο. » Ως εκ των ανωτέρω δεν θα συμφωνήσω με τους συνηγόρους των καθ' ων η αίτηση αφού κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση συντάχθηκε με τον ορθό τύπο. 5. Λόγος ένστασης 17 - Πρόκειται θεωρώ για γενικό και αόριστο λόγο ένστασης, ο οποίος δεν υποστηρίζεται από οιανδήποτε μαρτυρία. Γενικότερα όμως αναφέρεται εδώ ότι το Δικαστήριο μελετώντας τους λόγους ένστασης και την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, όπως επίσης την γραπτή αγόρευση των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση δεν εντοπίζει οτιδήποτε το οποίο με βάση τη Νομολογία θα μπορούσε να εμποδίσει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Πέραν των ανωτέρω επαναλαμβάνω εδώ ακόμη μια φορά ότι με βάση όσα λέχθηκαν στην υπόθεση ΣΠΕ Αγίας Νάπας ν Άντυ Κυριακίδη ανωτέρω η διαδικασία που οδηγεί στην εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ως απόφασης Δικαστηρίου είναι ζήτημα τύπου. Ως εκ τούτου η διαιτητική απόφαση ελλείψει έφεσης ως ανωτέρω αναφέρεται κατέστη τελική και εφόσον πληρούνται όλα τα απαιτούμενα στοιχεία δύναται να εγγραφεί και να εκτελεστεί σαν να ήταν απόφαση πολιτικού Δικαστηρίου (βλ. άρθρο 52
(5)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και άρθρο 21 του Περί Διαιτησίας Νόμου). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ως εκ των ανωτέρω η αίτηση εγκρίνεται και εκδίδεται Διάταγμα αναφορικά με τους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 ως η αιτούμενη θεραπεία της Αίτησης. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Αιτητών και εις βάρος των Καθ΄ ων η Αίτηση 1, 2 και 3, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.