← Κύπρος

Γιαννάκη Βαλανίδη ν. Περιφερειακής Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ, Αίτηση/Έφεση αρ.: 309/14, 31/5/2016

Γιαννάκη Βαλανίδη ν. Περιφερειακής Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ, Αίτηση/Έφεση αρ.: 309/14, 31/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αίτηση/Έφεση αρ.: 309/14 Μεταξύ: Γιαννάκη Βαλανίδη, από τη Λεμεσό Αιτητή/Εφεσείων και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου Λτδ, εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων Και ως ετροποποιήθη Γιαννάκη Βαλανίδη, από τη Λεμεσό Αιτητή/Εφεσείων και Περιφερειακής Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ, εκ Λεμεσού Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων -------------------------------------------------- 31/5/2016 Για τον Αιτητή/Εφεσείοντα: κ. Α. Σοφοκλέους Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητους: κ. Ν. Μουχταρούδης (κ. Παλαόντας για ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής/Εφεσείων, με την υπό εξέταση αίτηση/έφεση του, προσβάλλει την απόφαση του Διαιτητή, ημερομηνίας 28/4/2014, η οποία εξεδόθη προς όφελος των Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσιβλήτων. Οι λόγοι έφεσης τους οποίους προβάλλει, έχουν ως ακολούθως: «Πρώτος Λόγος Έφεσης Ο Αιτητής/Εφεσείων ουδέποτε κλήθηκε και/ή ειδοποιήθηκε από τον/τους Πιστωτή/τες δηλαδή την Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου Λτδ και/ή δεν ενημερώθηκε έγκαιρα και νόμιμα ως ο Νόμος ορίζει για τις παραλείψεις (πληρωμής των δόσεων) και/ή για κάθε υπερημερία του/των πρωτοφειλέτη/πρωτοφειλετών του δανείου που τυγχάνει εγγυητής. Αιτιολογία του Πρώτου Λόγου Έφεσης Ο Αιτητής/Εφεσείων έλαβεν γνώση για τις παραλείψεις και/ή αδυναμίες και/ή καθυστερήσεις και/ή για υπερημερία και/ή άλλως πως πληρωμής των δόσεων και/ή των υποχρεώσεων των Πρωτοφειλετών του δανείου υπ' αρ. 7205340-7 ως αντικαταστάθηκε με το δάνειο υπ' αρ. 7254020-3 κατά/ή περί την 18/3/2014 όταν οι Πιστωτές παρέπεμψαν την υπόθεση για το ως άνω δάνειο ενώπιον Διαιτητού και κλήθηκε να παραστεί, ενώ είχαν υποχρέωση οι Πιστωτές βάσει του Νόμου άρθρο 12

(1)του Ν. 197
(1)του 2003 ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4(α) του Ν. 7
(1)/06 να ειδοποιήσουν και να ενημερώσουν γραπτώς τον Αιτητή - Εγγυητή και χωρίς καθυστέρηση για κάθε υπερημερία και/ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη / τους πρωτοφειλέτες και ακόμα και για κάθε τυχόν επιβάρυνση του/των πρωτοφειλέτη / των σύμφωνα με την συμφωνία και τους όρους του δανείου και για τους σκοπούς της συμφωνίας του δανείου και της συμφωνίας εγγύησης. Πράγμα που οι Πιστωτές δεν έπραξαν και/ή δεν ενέργησαν και/ή δεν εφάρμοσαν τον Νόμο και/ή εν πάση περιπτώσει η εν λόγω παράβαση είναι ουσιώδης σύμφωνα με τον Νόμο (άρθρο 12
(3)(α)(β) του Ν. 197
(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4(α) Ν. 7
(1)/06 και είχαν υποχρέωση οι Πιστωτές λόγω αυτής της παράλειψης τους να απαλλάξουν τον Αιτητή - Εγγυητή από τις υποχρεώσεις του που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης σύμφωνα με τον Νόμο. Δεύτερος Λόγος Έφεσης Ο Αιτητής/Εφεσείων ουδέποτε έλαβε γνώση ούτε του δόθηκε το δικαίωμα να έχει λόγο στο θέμα διορισμού του διαιτητή, ο οποίος διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Η διαιτητική διαδικασία είναι κατά παράβαση του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 και του άρθρου 35 και επόμενα του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960και κατά παράβαση του άρθρου 30, παράγραφος 2 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., νομικά ελαττωματική και ως εκ τούτου στερείται υπόστασης αφού δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία και/ή παραβιάζει το δικαίωμα πρόσβασης του Αιτητή/Εφεσείοντα σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο για διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης του. Αιτιολογία Δεύτερου Λόγου Έφεσης Οι Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητοι με επιστολή ημερ. 5/3/2014 κάλεσαν τον Αιτητή/Εφεσείοντα να παρουσιαστεί στη διαδικασία διαιτησίας για επίλυση των ισχυριζόμενων διαφορών του με τους Καθ' ων η Αίτηση. Ο Αιτητής/Εφεσείων κλήθηκε να παρουσιαστεί σε διαιτητική διαδικασία και δεν του δόθηκε το δικαίωμα να έχει λόγο στον διορισμό διαιτητή. Ο διαιτητής ήταν και είναι πρόσωπο στην ουσία συνδεδεμένο με τους Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητους (το άλλο συμβαλλόμενο μέρος), διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση ή άλλο πρόσωπο χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία που προβλέπεται με βάση τον περί Διαιτησίας Νόμο περί διορισμού διαιτητή και το άρθρο 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960. Ως εκ τούτου η εν λόγω διαιτητική διαδικασία στερείται υπόστασης αφού δεν αποτελεί δίκαιη και αμερόληπτη διαδικασία παραβιάζοντας και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Τα αναφερόμενα νομικά ελαττώματα το κύρος και την ορθότητα της διαιτητικής διαδικασίας και κατ' επέκταση την ορθότητα και την νομιμότητα της διαιτητικής απόφασης. Περαιτέρω η υποταγή του Αιτητή/Εφεσείοντα σε μη ανεξάρτητο δικαστή, ο οποίος μονομερώς από το άλλο μέρος διάδικο παραβιάζει και/ή στερεί το δικαίωμα του για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο, όπως προνοείται από το άρθρο 30
(2)του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. αλλά και το άρθρο 36 παράγραφος 2 του Ν.14/1960, το οποίο έχει δικαιοδοσία να εξετάσει όλο το φάσμα των επιδίκων θεμάτων που περιβάλλουν τη διαφορά των διαδίκων προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης πράγμα που δεν θα μπορούσε να γίνει από Διαιτητή. Τρίτος Λόγος Έφεσης Η απόφαση του Διαιτητού είναι εσφαλμένη, παράνομη, παράτυπη και αντισυνταγματική καθ' ότι δεν έλαβε υπόψη του τον Νόμο και/ή οι Πιστωτές δεν απέδειξαν την υπόθεση τους σύμφωνα με το Νόμο και ο Αιτητής/Εφεσείων έπρεπε υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής να απαλλαγεί βάση των προνοιών της ισχύουσας Νομοθεσίας και/ή διαιτητική απόφαση είναι άδικη, ατεκμηρίωτη και αναιτιολόγητη και ενάντια στον περί Αποδείξεων Νόμο και δεν απαγγέλθηκε ποτέ εν δημόσια συνεδριάσει σύμφωνα με το άρθρο 30 παράγραφος 2 του Συντάγματος. Αιτιολογία Τρίτου Λόγου Έφεσης Ο Διαιτητής καθηκόντως όφειλε να εξετάσει και να λάβει υπόψη του τις θέσεις του Αιτητή/Εφεσείοντα αφού αποδεδειγμένα δεν έλαβε ειδοποίηση/σεις για κάθε υπερημερία για τις παραλείψεις του/των Πρωτοφειλέτη/των πράγμα που οι Πιστωτές αμέλησαν και/ή αδιαφόρησαν να πράξουν. Η Διαιτητική απόφαση ημερ. 28/4/2014 στερείται παντελώς αιτιολογίας και/ή υπάρχει εκ μέρους του διαιτητή άρνηση του να εφαρμόσει τον Νόμο. Ακόμα πρέπει να σημειωθεί ότι την 22/4/2014 ο Διαιτητής δεν εξέδωσε απόφαση αλλά επεφύλαξε την απόφαση του και ποτέ δεν τους κάλεσε αργότερα για να την απαγγείλει εν δημοσία συνεδριάσει. Η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογίας και ποτέ δεν απαγγέλθηκε εν δημοσία συνεδριάσει ως προνοεί το άρθρο 30, παράγραφος 2 του Συντάγματος και δεν έκαμε και/ή δεν έχει κανένα εύρημα. Τέταρτος Λόγος Έφεσης Η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 28/4/2014 και/ή όλη διαδικασία πάσχει και/ή είναι παράνομη και άκυρη καθώς δεν υπήρχε διαφορά με την έννοια του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου και του Θεσμού 79 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών ώστε να παραπεμφθεί σε Διαιτησία και/ή ο Αιτητής - Εγγυητής βάσει και των προνοιών των άρθρων 12
(1)
(2)(α)(Β) του Ν.197
(1)/2003 το οποίο τροποποιήθηκε από το άρθρο 4(α) του Ν.7
(1)/2006, να απαλλαγεί κάθε υποχρέωσης λόγω παραλείψεων των Πιστωτών να ειδοποιήσουν για κάθε υπερημερία τον Αιτητή που τυγχάνει εγγυητής του δανείου. Αιτιολογία Τέταρτου Λόγου Έφεσης Η Διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 28/4/2014 και/η όλη διαδικασία πάσχει και/ή είναι παράνομη και/ή άκυρη καθώς δεν υπήρξε διαφορά με την έννοια του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών θεσμών ώστε να παραπεμφθεί σε Διαιτησία και βάσει των προνοιών των άρθρων 12
(1)
(2)(α)(β) του Ν. 197
(1)/2003 όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4(α) του Ν. 7
(1)/2006 ο Αιτητής/Εφεσείων υπό την ιδιότητα του εγγυητή έπρεπε να απαλλαγεί κάθε υποχρέωσης λόγω των παραλείψεων των Πιστωτών, θέματα που ο Αιτητής/Εφεσείων δια του Δικηγόρου του έθεσε ενώπιον του Διαιτητή την 28/4/2014 και ο Διαιτητής τα αγνόησε και/ή δεν τα έλαβε καθόλου υπόψη του. Είναι η θέση του Αιτητή/Εφεσείοντος ότι τόσο οι Πιστωτές όσο και ο Διαιτητής αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τον Νόμο, Ν.197
(1)/2013 και δη το άρθρο 12
(1)
(2)(α)(β) ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4
(1)Ν.7
(1)/2006. Πέμπτος Λόγος Έφεσης Είναι η θέση του Αιτητή/Εφεσείοντος ότι τόσο οι Πιστωτές όσο και ο Διαιτητής αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τον Νόμο, Ν.197
(1)/2003 και δη το άρθρο 12
(1)
(2)(α)(β) ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4
(1)του Ν. 7
(1)/2006. Αιτιολογία Πέμπτου Λόγου Έφεσης Ο Αιτητής-Εφεσείων υπό την ιδιότητα του Εγγυητού κατά/ή περί την 28/4/2014 κατόπιν της σχετικής ειδοποίησης παρευρέθηκε μετά του Δικηγόρου του ενώπιον του Διαιτητού και πρόβαλε την Υπεράσπιση του σύμφωνα με τον Νόμο και ζήτησε να παρουσιάσουν οι Πιστωτές τις ειδοποιήσεις που του απέστειλαν σύμφωνα με τον Νόμο, πράγμα που οι Πιστωτές έδειξαν πλήρη αδυναμία αφού δεν υπήρχαν ειδοποιήσεις και/ή δεν είχαν αποστείλει ειδοποιήσεις για κάθε υπερημερία ή για κάθε υπερημερία των Πρωτοφειλετών ή για αθέτηση της υποχρέωσης του/των Πρωτοφειλέτη / των δυνάμει των συμφωνιών δανείου και εγγύησης που προνοεί το άρθρο 12
(1)
(2)του Ν. 197
(1)/2003 ως τροποποιήθηκε από το άρθρο 4
(1)(α) του Ν.7
(1)/2006 και του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου και/ή γεγονότα τόσο νομικά όσο και πραγματικά που ο Διαιτητής δεν έλαβε καθόλου υπόψη του στην έκδοση της απόφασης του και/ή ο Διαιτητής δεν έλαβε υπόψη του το Νόμο και/ή δεν εφάρμοσε τον Νόμο δηλαδή το άρθρο 12
(1)
(2)(α)(β) του Ν. 197
(1)/2003 ως ετροποποιήθηκε από το άρθρο 4(α) του Ν. 7
(1)/2006 και το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου και/ή απόφαση του διαιτητή είναι αντίθετη προς τον Νόμο / τους Νόμους και την ενώπιον του προσαχθείσα μαρτυρία και/ή όφειλε να απαλλάξει τον Εφεσείοντα - Αιτητή υπό την ιδιότητα του Εγγυητή.» Πραγματική βάση της υπό εξέταση αίτησης/έφεσης αποτελεί η ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η Αίτηση, με επιστολή τους ημερομηνίας 5/3/2014, τον καλούσαν, υπό την ιδιότητα του εγγυητή, να παρουσιαστεί στα κεντρικά γραφεία της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου Λτδ, στη Λεμεσό, κατά την 28/4/2014 και ώρα 12:00, σε διαδικασία διαιτησίας, για το προβληματικό δάνειο με αρ. λογαριασμού 7205340-7, η αποπληρωμή του οποίου καθυστερείτο από τον πρωτοφειλέτη. Παρευρέθηκε στην ως άνω διαδικασία με τον δικηγόρο του, Ανδρέα Σοφοκλέους. Ο δικηγόρος του ανέπτυξε στον διαιτητή, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, θέμα αντισυνταγματικού και παράνομου διορισμού του ως διαιτητή, καθώς επίσης και το θέμα της παράλειψης των πιστωτών να τον ενημερώσουν έγκαιρα, όπως ο νόμος ορίζει, για τις παραλείψεις πληρωμής των δόσεων του πρωτοφειλέτη. Ο διαιτητής επιχείρησε έντεχνα να επιβάλει, τόσο στον ίδιο, όσο και στους άλλους εγγυητές, ότι αναγνωρίζουν το χρέος τους και έντεχνα να το περάσει και εγγράψει στα πρακτικά. Ο δικηγόρος του αντέδρασε και δήλωσε ότι δεν παρουσιάστηκαν στη διαδικασία για να αναγνωρίσουν το χρέος, αλλά για να αξιώσουν την απαλλαγή του από το χρέος, με βάση το Νόμο περί προστασίας ορισμένης κατηγορίας εγγυητών, αρ. 197
(1)/
  1. Ο διαιτητής επιφυλάχθηκε να απαντήσει στα εγειρόμενα από το δικηγόρο του θέματα. Κατά την 28/5/2014 του επιδόθηκε η απόφαση του Διαιτητή. Όπως συμβουλεύεται από το δικηγόρο του, η απόφαση του Διαιτητή έπρεπε να είναι αιτιολογημένη, σύμφωνα με το Σύνταγμα, και να απαγγέλλετο σε δημόσια συνεδρίαση, στην οποία θα έπρεπε να κληθεί να παρουσιαστεί. Οι Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
  2. Η Αίτηση/Έφεση στηρίζεται, όπως αναγράφεται στην πρώτη γραμμή του τίτλου της, σε ανύπαρκτη νομική βάση και/ή ανύπαρκτο κανονισμό, που αναφέρεται ως ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 101
(2)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών («οι Θεσμοί»), που δεν υπάρχει, αφού οι Θεσμοί αριθμούνται μέχρι το 96 και/ή ο τίτλος της Αίτησης/Έφεσης είναι λανθασμένος για τον ίδιο λόγο.
  1. Ο τύπος με τον οποίο καταχωρήθηκε η Αίτηση/Έφεση είναι λανθασμένος και/ή βασίζεται σε κάποιους από τους Θεσμούς που έχουν διαγραφεί και/ή αντικατασταθεί και/ή τροποποιηθεί, αφού προηγουμένως υπήρχε παράρτημα με τέτοιο Τύπο στους εν λόγω κανονισμούς, ενώ τώρα δεν υπάρχει.
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, όπως αυτές περιλαμβάνονται περιοριστικά στο άρθρο 20 του περί Διαιτησίας Νόμου. Συγκεκριμένα: i. Ο Διαιτητής δεν έδειξε κακή συμπεριφορά κατά την άσκηση της διαιτησίας. ii. Ο Διαιτητής χειρίστηκε σωστά και καλά την υπόθεση κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας. iii. Δεν υπήρξε οποιαδήποτε παρατυπία στην διεξαγωγή της διαιτησίας. Η διαδικασία έγινε καθόλα νόμιμα και ορθά και τηρούνταν πρακτικά, όπως προβλέπουν οι κανονισμοί και/ή η νομοθεσία, στα οποία φαίνεται η νομιμότητα της διαδικασίας. iv. Η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε καθόλα νόμιμα και ορθά, χωρίς οποιαδήποτε παρατυπία και/ή με την δέουσα και/ή αναγκαία αιτιολογία, που επιτρέπει τον δικαστικό της έλεγχο.
  3. Δεν υπήρξε οποιοδήποτε σφάλμα κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας ή την έκδοση της απόφασης.
  4. Η διαιτησία έγινε σύμφωνα με τους Θεσμούς και σύμφωνα με τους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης και η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε σύμφωνα με την νομοθεσία και/ή ήταν καθόλα νόμιμη και/ή τεκμηριωμένη και/ή αιτιολογημένη.
  5. Η Αίτηση/Έφεση είναι εκπρόθεσμη, επειδή η προθεσμία των 21 ημερών για άσκησή της ξεκινά από την ημέρα που έλαβε γνώση ο Αιτητής/Εφεσείοντας και όχι από την ημερομηνία που του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση. Ο Αιτητής ήταν παρών στην διαδικασία και ήταν ενήμερος για την έκδοση εναντίον του απόφασης από τον Διαιτητή, μόλις αυτή εκδόθηκε, οπότε η προθεσμία άσκησης της παρούσας Αίτησης/Έφεσης.
  6. Ο Διαιτητής πληρούσε καθόλα τα κριτήρια για να προβεί στην διαιτησία στην οποία προέβηκε και για να εκδώσει την προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση.
  7. Ο διορισμός του Διαιτητή έγινε σύμφωνα με την Συμφωνία που υπέγραψαν τα μέρη και σύμφωνα με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο και τους Θεσμούς, από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και όχι μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Ο Έφορος Συνεργατικών Εταιρειών είναι ανεξάρτητος από τα μέρη και έχει τεκμήριο αμεροληψίας.
  8. Ο Αιτητής/Εφεσείων προσπαθεί να θέσει στο Δικαστήριο θέματα ουσίας και/ή υπεράσπιση που θα έπρεπε να είχαν τεθεί στον Διαιτητή, κατά την διάρκεια της διαιτησίας, κάτι που δεν έπραξε.
  9. Το Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά την άσκηση δικαιοδοσίας εξέτασης Αίτησης/Έφεσης εναντίον διαιτητικής απόφασης, δεν έχει δικαιοδοσία και/ή εξουσία να εξετάζει θέματα ουσίας και/ή θέματα υπεράσπισης επί της ουσίας από την πλευρά του Αιτητή/Εφεσείοντα, που θα έπρεπε να είχαν τεθεί και αξιολογηθεί στο πλαίσιο της διαιτησίας, εφόσον αυτά δεν τέθηκαν στην διαιτησία.
  10. Τα θέματα ουσίας που θέτει ο Αιτητής, ότι δηλαδή ως εγγυητής δεν έλαβε γνώση των καθυστερήσεων στις πληρωμές του πρωτοφειλέτη, ουδέποτε τα έθεσε και/ή τα έθεσε δεόντως στα πλαίσια της διαιτησίας και/ή δεν τα τεκμηρίωσε και/ή εν πάση περιπτώσει οι ισχυρισμοί του δεν είναι αληθείς, αφού, αντίθετα με τους ισχυρισμούς του, είχε λάβει γνώση των καθυστερήσεων στις πληρωμές από τον πρωτοφειλέτη.
  11. Η Αίτηση/Έφεση δεν επιδόθηκε στον Διαιτητή, όπως θα έπρεπε, αφού με αυτή αποδίδονται στον Διαιτητή κακός χειρισμός και/ή κακοδικία και/ή παράβαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και συνεπώς θα έπρεπε να κλητευθεί και ο Διαιτητής στην παρούσα Αίτηση/Έφεση.
  12. Ο Αιτητής/Εφεσείων ισχυρίζεται ότι δεν υπήρξε διαφορά με την έννοια του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου άρθρο 52, πλην όμως υπήρξε διαφορά στην βάση μη αποπληρωμής του δανείου, με αποτέλεσμα να υπάρχει διαφορά μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και μέλους τους, δηλαδή του Αιτητή και των άλλων οφειλετών. Η επιτροπή των Καθ' ων η Αίτηση φρόντισε να παραπέμψει την υπόθεση σε διαιτησία, ως όφειλε, σύμφωνα με το Άρθρο 65 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών.
  13. Ο Αιτητής δεν έρχεται στο δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή χρησιμοποιεί την διαδικασία αυτή καταχρηστικά, με σκοπό να καθυστερήσει την εκπλήρωση των συμβατικών και/ή νομικών του υποχρεώσεων απέναντι στους Καθ' ων η Αίτηση» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου των Καθ' ων η Αίτηση, Λοϊζου Κονόμου, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν συγχωνευθεί με άλλα Συνεργατικά Πιστωτικά Ιδρύματα και αποτελούν σήμερα την περιφερειακή ΣΠΕ Λεμεσού Λτδ. Όσον αφορά τον πρώτο λόγο έφεσης, ο Αιτητής θα έπρεπε να τον είχε προβάλει δεόντως και επαρκώς κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, πράγμα το οποίο παρέλειψε να πράξει. Κάποια θέματα που πράγματι έθεσε ο Αιτητής, αποφασίστηκαν από τον Διαιτητή, αφού άκουσε τις απόψεις και των δύο πλευρών. Όσον αφορά την ουσία του ισχυρισμού του Αιτητή ότι δεν είχε ενημερωθεί για τις καθυστερήσεις των πληρωμών του πρωτοφειλέτη, αυτός δεν ευσταθεί, για το λόγο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν στείλει επιστολές στους εγγυητές, με ημερομηνίες 9/9/2009, 16/11/2009, 26/1/2010, 20/7/2010, 5/11/2010, 19/1/2011, 21/11/2011, 13/1/2012, 16/3/2012, 11/5/2012, 17/9/2012, 14/11/2012, 6/2/2013, 16/5/2013, με τις οποίες τους ενημέρωναν για τα οφειλόμενα ποσά και τις καθυστερήσεις. Αναφορικά με τον δεύτερο λόγο έφεσης, η θέση του είναι ότι ο διορισμός του Διαιτητή έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία. Σε απάντηση του λόγου έφεσης ότι η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση δεν είναι αιτιολογημένη, προβάλλει ότι αυτή είναι αρκούντος τεκμηριωμένη και αιτιολογημένη και εκδόθηκε σύμφωνα με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης, αφού δόθηκε στον Αιτητή κάθε εύλογο δικαίωμα να αναπτύξει την υπεράσπισή του. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή που ο Αιτητής αποδίδει στο Διαιτητή κακοδικία, κατ' ουσία, όφειλε να τον καλέσει στο Δικαστήριο, επιδίδοντας του την παρούσα αίτηση, κάτι το οποίο δεν έπραξε. Όσον αφορά τον τέταρτο λόγο έφεσης, αντιπαραβάλλει ότι υπήρξε διαφορά, εν τη εννοία του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, αφού προέκυψε μη πληρωμή από τον πρωτοφειλέτη και τον εγγυητή, των οφειλών τους προς τους Καθ' ων η Αίτηση. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής κωλύεται να προβάλλει ότι δεν υπήρξε διαφορά εν τη εννοία του ως άνω Νόμου, για το λόγο ότι εξάντλησε το δικαίωμα του να αναπτύξει τον ισχυρισμό αυτό κατά την διεξαγωγή της διαιτησίας. Όσον αφορά τους υπόλοιπους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, αντιπαραβάλλει τα ακόλουθα: Οι εγγυητές του πρωτοφειλέτη, μεταξύ των οποίων και ο Αιτητής, λίγες μέρες πριν τη διεξαγωγή της διαδικασίας της διαιτησίας, εμφανίστηκαν στα γραφεία των Καθ' ων η Αίτηση και ζήτησαν να συζητήσουν για τις οφειλές τους. Κατά τη συζήτηση οι εγγυητές έθεσαν το θέμα του παράνομου διορισμού του Διαιτητή. Τους υπέδειξαν ότι έχουν λάθος, για το λόγο ότι ο διορισμός του Διαιτητή δεν έγινε από τους ίδιους αλλά από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία του. Κατά τη διαδικασία της διαιτησίας ο Αιτητής, μέσω του δικηγόρου του, ανέπτυξε τις νομικές του θέσεις, που καταγράφηκαν στα πρακτικά, επί των οποίων αποφάσισε ο Διαιτητής, αφού άκουσε και τις δύο πλευρές, σεβόμενος τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Ο Διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του την ίδια μέρα, δηλαδή την 28/4/2014, την οποία αιτιολόγησε δεόντως και επαρκώς και την ανέγνωσε ενώπιον του Αιτητή. Στις 28/5/2014 επιδόθηκε στον Αιτητή η γνωστοποίηση της απόφασης. Ο Αιτητής δεν αποστερήθηκε οποιοδήποτε δικαίωμα του, αφού μέσα από τη διαδικασία της διαιτησίας εξετάστηκαν όλα τα θέματα τα οποία έπρεπε να εξεταστούν, ενώ άσκησε το δικαίωμα του να ακουστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό του με δικηγόρο, χωρίς όμως να καταφέρει να αποδείξει τη θέση του. Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται να προβάλλει ισχυρισμούς στην παρούσα διαδικασία, που σχετίζονται με την ουσία της υπόθεσης, για το λόγο ότι αυτό θα έπρεπε να το είχε πράξει στα πλαίσια της διαιτησίας. Το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν εξετάζει πρωτογενώς θέματα ουσίας που ο Αιτητής αμέλησε ή παρέλειψε να θέσει στα πλαίσια της διαιτησίας. Κατά την ακρόαση της υπό εξέταση αίτησης δεν παρουσιάστηκε προφορική μαρτυρία από τους διαδίκους. Αντεξετάστηκε όμως, κατόπιν αιτήματος του Αιτητή, ο κ. Λοϊζος Κονόμου, επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση. Σύμφωνα με όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, στην οποία ήταν παρών, προβλήθηκαν κάποια ζητήματα από το δικηγόρο ο οποίος εκπροσωπούσε τον Αιτητή, όπως το ότι: (α) Δεν στάληκαν ειδοποιήσεις από τους Καθ' ων η Αίτηση στον Αιτητή για όλες τις καθυστερήσεις των πληρωμών των πρωτοφειλετών, όπως ορίζει ο νόμος, αλλά για κάποιες μόνο από τις καθυστερήσεις. (β) Ο διορισμός του διαιτητή δεν ήταν νόμιμος και (γ) Οι Καθ' ων η Αίτηση θα έπρεπε να στραφούν πρώτα εναντίον των πρωτοφειλετών και μετά εναντίον των εγγυητών. Ο διαιτητής ρώτησε τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές, που ήταν παρόντες, κατά πόσο αποδέχονταν το χρέος τους και αν συμφωνούσαν με το υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο παρουσιαζόταν στην κατάσταση λογαριασμού. Τόσο οι πρωτοφειλέτες όσο και οι εγγυητές ανέφεραν ότι αποδέχονται το χρέος. Τότε ο δικηγόρος του Αιτητή ανέφερε ότι δεν ήταν παρόντες στη διαδικασία για να αποδεχτούν οποιοδήποτε χρέος. Η θέση του μάρτυρα ήταν ότι στάληκαν στον Αιτητή ειδοποιήσεις για όλες τις παραλείψεις πληρωμής των πρωτοφειλετών. Διευκρίνισε ότι κατά τη διαδικασία της διαιτησίας δεν παρουσιάστηκαν οι ειδοποιήσεις που στάληκαν στον Αιτητή. Απέρριψε τη θέση που του υπεβλήθη από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή ότι ο διαιτητής επιφύλαξε την απόφαση του για να την απαγγείλει σε άλλη ημερομηνία. Από τα πρακτικά του διαιτητή, τα οποία διάβασε, η απόφαση δεν επιφυλάχθηκε αλλά απαγγέλθηκε την ίδια μέρα. Η απόφαση του διαιτητή, την οποία είδε, είναι αυτή που επισυνάπτεται από τον Αιτητή στην υπό εξέταση έφεση του. Παρακολούθησα με την επιβαλλόμενη προσοχή τον κ. Κονόμου ενώ αντεξετάζετο από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή. Αυτό το οποίο έχω παρατηρήσει είναι ότι απάντησε σε οτιδήποτε ρωτήθηκε με ευθύτητα, αυθορμητισμό, χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις. Είμαι πεπεισμένος ότι μετέφερε στο Δικαστήριο τα όσα διαδραματίστηκαν κατά τη διαδικασία της διαιτησίας χωρίς καμιά προσπάθεια παραποίησης τους για να δώσει προβάδισμα στις θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση. Κρίνεται ως ειλικρινής και αξιόπιστος. Νομική ανάλυση: Από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών προκύπτουν ως αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα ακόλουθα: Ο Αιτητής/Εφεσείων ήταν ένας εκ των εγγυητών του δανείου υπ' αρ. 7205340-7, το οποίο συνήφθη από τους Ανδρέα και Θεμούλλα Πέτρου, πρωτοφειλέτες, με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου Λτδ. Το υπό αναφορά δάνειο παραπέμφθηκε σε διαδικασία διαιτησίας η οποία διεξήχθη κατά την 28/4/
  14. Ο Αιτητής παρέλαβε ειδοποίηση με ημερομηνία 5/3/2014, για να παρευρεθεί στη διαδικασία διεξαγωγής της διαιτησίας. Κατά την 12/3/2014 η Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου Λτδ συγχωνεύθηκε με τη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μέσα Γειτονιάς Λτδ (αποδεχόμενη εταιρεία), η οποία μετονομάστηκε σε Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λεμεσού Λτδ. Ο Αιτητής παρουσιάστηκε μαζί με τον δικηγόρο του κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, η οποία διεξήχθη κατά 28/4/
  15. Ο διαιτητής, σε ημερομηνία η οποία τέθηκε υπό αμφισβήτηση, εξέδωσε την απόφαση του εναντίον του Αιτητή, βάσει της οποίας διατάσσετο όπως πληρώσει αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου Λτδ, το ποσό των €106.877,91 πλέον τόκο προς 9,5%, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους, από 28/4/2014 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €80 έξοδα. Γνωστοποίηση της έκδοσης της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης επιδόθηκε στον Αιτητή κατά την 28/5/
  16. Η σχετική γνωστοποίηση επισυνάπτεται ως «Παράρτημα Α» στην υπό εξέταση αίτηση. Όλα τα ως άνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα αποτελούν και ανάλογα ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο Αιτητής, μετά την καταχώριση της υπό εξέταση αίτησης/έφεσης, κατόπιν αίτησης του, εξασφάλισε διάταγμα ημερομηνίας 30/10/2014, για τροποποίηση του τίτλου της, συγκεκριμένα για αντικατάσταση της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Μόρφου Λτδ με την Περιφερειακή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λεμεσού Λτδ. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν καταχώρισαν νέα ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην τροποποιημένη αίτηση/έφεση, προφανώς επειδή η τροποποίηση αφορούσε μόνο την αντικατάσταση του ονόματος των Καθ' ων η Αίτηση με την Περιφερειακή Σ.Π.Ε. Λεμεσού Λτδ, μετά τη συγχώνευση που επήλθε, η οποία ήταν παραδεχτή από πλευράς τους, καθώς και την αλλαγή του εγγεγραμμένου τους γραφείου, η οποία επίσης ήταν παραδεχτή. Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι από τη στιγμή που δεν ηγέρθησαν νέα θέματα με την τροποποιημένη αίτηση/έφεση, δεν ήταν απαραίτητο να καταχωρήσουν νέα ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, ώστε να απαντήσουν σ' αυτά. Μια από τις θέσεις τις οποίες προβάλλει ο Αιτητής είναι ότι δεν κλήθηκε από τον διαιτητή, ώστε να ήταν παρών κατά την απαγγελία της απόφασης του. Για πρώτη φορά έλαβε γνώση της έκδοσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης κατά την ημερομηνία που του επιδόθηκε η ειδοποίηση έκδοσης της. Οι Καθ' ων η Αίτηση, από πλευράς τους, προβάλλουν ότι η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση απαγγέλθηκε από τον διαιτητή, στην παρουσία του Αιτητή, κατά την 28/4/2014, την ίδια μέρα δηλαδή που διεξήχθη η διαδικασία της διαιτησίας. Τα όσα έχουν αναφερθεί στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, έχουν άμεση σχέση με το λόγο ένστασης υπ' αρ. 6 των Καθ' ων η Αίτηση, σύμφωνα με τον οποίο η υπό εξέταση αίτηση/έφεση είναι εκπρόθεσμη επειδή η προθεσμία των 21 ημερών για άσκηση της ξεκινά από τη μέρα που ο Αιτητής έλαβε γνώση της και όχι από την ημερομηνία που του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/1985, προνοεί τα ακόλουθα: «Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής δεν εξέδωσε την απόφαση του κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, αλλά επιφυλάχθηκε να την εκδώσει σε μεταγενέστερο χρόνο, ισχυρισμό στον οποίο αντιτίθενται οι Καθ' ων η Αίτηση. Έχοντας να επιλέξω μεταξύ των διιστάμενων εκδοχών προτιμώ, χωρίς δισταγμό, αυτή των Καθ' ων η Αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από την καθ' όλα αποδεκτή μαρτυρία του κ. Κονόμου. Επιπρόσθετα, θα ήθελα να επισημάνω ότι, όπως προκύπτει από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της γνωστοποίησης της απόφασης του διαιτητή, η οποία επισυνάπτεται στην υπό εξέταση αίτηση/έφεση, αυτή εξεδόθη κατά την 28/4/2014. Συνεπώς, δεν θα μπορούσα να αποδεχτώ τη θέση του Αιτητή ότι κατά την ημερομηνία που διεξήχθη η διαδικασία της διαιτησίας είχε επιφυλαχθεί από τον διαιτητή. Από την άλλη όμως θα πρέπει να επισημάνω ότι στο τέλος της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, η οποία όπως υπήρξε αδιαμφισβήτητο επιδόθηκε στον Αιτητή κατά την 28/5/2014, υπάρχει η ακόλουθη πρόνοια την οποία μεταφέρω αυτούσια αμέσως πιο κάτω: «Αν έχετε ένσταση κατά της απόφασης, μπορείτε μέσα σε 21 μέρες από την επίδοση της παρούσας γνωστοποίησης να υποβάλετε έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως προνοεί το άρθρο 52
(4)του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Νόμοι 1985 μέχρι 2014).» Από τη στιγμή που η ίδια η γνωστοποίηση προνοεί ρητά ότι η προθεσμία για την άσκηση έφεσης εκ μέρους του Αιτητή θα ξεκινά από την επίδοση της γνωστοποίησης, θεωρώ ότι η πρόνοια αυτή θα πρέπει να λειτουργήσει υπέρ του Αιτητή, ανεξαρτήτως του κατά πόσο είχε λάβει γνώση της έκδοσης της εναντίον του απόφασης πριν την ημερομηνία της προς αυτόν επίδοσης της γνωστοποίησης. Είμαι της άποψης ότι οι Καθ' ων η Αίτηση δεν μπορούν να προβάλλουν ότι η αίτηση/έφεση είναι εκπρόθεσμη, από τη στιγμή που στη γνωστοποίηση του διαιτητή καθορίστηκε ότι η επίδοση της απόφασης θα συνιστά, κατ' ουσία, και τη γνωστοποίηση της έκδοσης της απόφασης στον Αιτητή. Ενόψει των όσων αναφέρω αμέσως πιο πάνω, καταλήγω ότι ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει. Οι Καθ' ων η Αίτηση με τους λόγους ένστασης 1 και 2 προσβάλλουν τον τύπο με τον οποίο καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση/έφεση. Όπως συγκεκριμένα διατείνονται, ο τύπος με τον οποίο καταχωρίστηκε είναι λανθασμένος και/ή βασίζεται σε κάποιους από τους θεσμούς που έχουν αντικατασταθεί και/ή τροποποιηθεί. Προβάλλουν ακόμα ότι ο Κανονισμός 101
(2), των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών, ο οποίος αναγράφεται στον τίτλο της υπό εξέταση αίτησης/έφεσης, δεν υφίσταται, με αποτέλεσμα αυτή να στηρίζεται σε ανύπαρκτη νομική βάση και/ή σε ανύπαρκτο κανονισμό. Αυτό το οποίο έχω διαπιστώσει, εξετάζοντας με προσοχή το σώμα της υπό εξέταση αίτησης, είναι ότι αυτή έχει συνταχθεί σύμφωνα με τον τύπο του δεύτερου παραρτήματος των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών του 1953, οι οποίοι εξεδόθησαν με βάση τον παλιό περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο (The Co-Operative Societies Law), Κεφ. 198. Ο Κανονισμός 101
(2)προνοεί ότι η έφεση εναντίον της απόφασης του διαιτητή θα συντάσσεται με βάση τον ως άνω τύπο. Το παλιό Κεφ. 198 αντικαταστάθηκε με το Κεφ. 114 (co-operative societies). Το άρθρο 60
(2)του Κεφ. 114 προνοούσε, επί λέξει, τα ακόλουθα: «All Rules made under any of the Laws hereby repealed and in force at the time of the commencement of this Law, shall, in so far as they are not inconsistent with the provisions of this Law, be deemed to have been made under this Law and shall continue in force until altered, substituted or revoked by Rules made under this Law.» Από τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι οι Κανονισμοί του 1953, ενόψει του ότι δεν ήταν ασυμβίβαστοι με τις πρόνοιες του Κεφ. 114, εξακολούθησαν να ισχύουν, θεωρούμενοι ότι θεσπίστηκαν με βάση το Κεφ. 114, παρά την κατάργηση του παλιού Κεφ. 198, δυνάμει του οποίου θεσπίστηκαν. Το Κεφ. 114 αντικαταστάθηκε με τον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85. Το άρθρο 59
(2)του Νόμου αυτού προνοεί τα ακόλουθα: «Άπαντες οι Θεσμοί οίτινες εξεδόθησαν δυνάμει των υπό του παρόντος Νόμου καταργουμένων Νόμων και οι οποίοι ισχύουν κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος λογίζονται, εφόσον δεν αντίκεινται προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως εκδοθέντες δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξακολουθούν να ισχύωσι μέχρις ότου τροποποιηθώσι, αντικατασταθώσι ή ακυρωθώσι υπό Θεσμών εκδιδομένων δυνάμει του παρόντος Νόμου..». Οι πρόνοιες του ως άνω αναφερόμενου άρθρου δεν αφήνουν περιθώριο αμφιβολίας ότι οι περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί του 1953 συνέχισαν να βρίσκονται σε ισχύ και κατά την εφαρμογή του Νόμου 22/85, εφόσον δεν αντίκειντο προς τις διατάξεις του. Κατά την 15/5/1987 θεσπίστηκαν, δυνάμει του άρθρου 53 του Νόμου 22/85, οι νέοι περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμοί με την Κ.Δ.Π. 142/87. Μετά από μελέτη των Κανονισμών του 1987 αλλά και όλων των τροποποιητικών Κανονισμών που εκδόθηκαν στο μεταξύ, έχω διαπιστώσει ότι σ' αυτούς δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια η οποία ρυθμίζει τα της καταχώρισης έφεσης εναντίον απόφασης του διαιτητή, περιλαμβανομένου του τύπου της έφεσης. Από τη στιγμή λοιπόν που στους Κανονισμούς του 1987 δεν διαλαμβάνεται οποιαδήποτε πρόνοια, σε σχέση με την καταχώριση έφεσης, θεωρώ ότι οι Κανονισμοί του 1953, τουλάχιστον αυτοί που ρυθμίζουν το ζήτημα της καταχώρισης έφεσης εναντίον απόφασης διαιτητή και τον τύπο της, εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Έχοντας κατά νουν τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι ο τύπος υπό τον οποίο καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση/έφεση, όπως αυτός προβλέπεται στο Κανονισμό 101
(2)των Κανονισμών του 1953, είναι ο δικονομικά ορθός τύπος. Συνεπώς, οι λόγοι ένστασης 1 και 2 που προσβάλλουν τον τύπο υπό τον οποίο καταχωρίστηκε η υπό εξέταση αίτηση/έφεση, δεν μπορούν να πετύχουν. Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση των λόγων έφεσης που προβάλλει ο Αιτητής. Στο άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, προσδιορίζονται τα πλαίσια ακύρωσης μιας διαιτητικής απόφασης. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται: «Όταν ο διαιτητής ή ο επιδιαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση ή όταν η διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα ή η διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα, το Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει τη διαιτητική απόφαση.» Ο όρος «κακή συμπεριφορά» (misconduct), έχει επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1Α Α.Α.Δ. 687, ο όρος αυτός έχει τεθεί ως ακολούθως: «Στο πρωτότυπο Αγγλικό κείμενο, ο όρος που χρησιμοποιείται στο άρθρο 23
(1)του Arbitration Act 1950 απ' όπου λήφθηκε το Κεφ. 4, είναι "misconduct", και έχει πλειστάκις ερμηνευτεί να περιλαμβάνει διάφορες κατηγορίες που δυνατόν να αφορούν στη συμπεριφορά του ιδίου του διαιτητή ή τον τρόπο διεξαγωγής της διαιτησίας (". has misconducted himself or the proceedings ..". Στο Russell on Arbitration 16η έκδ. σελ. 307, θεωρείται λανθασμένη συμπεριφορά η εκ μέρους του διαιτητή ακρόαση μαρτύρων ή εξέταση εγγράφων στην απουσία των διαδίκων, η απόδοση στον εαυτόν του ενός συνολικού ποσού για τα έξοδα του, ώστε να αποκλείει τους διαδίκους από του να ενστούν στις χρεώσεις του, (δέστε την απόφαση K/S Norjarl A/S v. Hyundai Heavy Industries Co. Ltd
(1991)3 W.L.R. 1025, για κατεύθυνση ως προς τον τρόπο χρέωσης αμοιβής από ένα διαιτητή), η εκ μέρους του παράλειψη να εξασκήσει όλες τις εξουσίες του ή η λανθασμένη άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Στη δε σελ. 309, αναφέρεται σε σχέση με τη διεξαγωγή της διαιτησίας, ότι οι κύριοι άξονες επί των οποίων μπορεί να υποβληθεί επιτυχώς αίτηση για παραμερισμό, είναι η εκ μέρους του διαιτητή διεξαγωγή της διαιτησίας ex parte χωρίς ουσιώδη λόγο, ο αποκλεισμός ατόμων που έχουν δικαίωμα να είναι παρόντα, η λανθασμένη απόρριψη ή αποδοχή μαρτυρίας και η λανθασμένη μετακύλιση καθηκόντων. Η κλασσική αντιμετώπιση της έννοιας του "misconduct", έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή στην ύπαρξη εκ μέρους του μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Επεκτείνεται όμως και σε θέματα πέραν αυτών, ώστε ακόμη και στην απουσία ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστης συμπεριφοράς, να ελέγχονται και οι περιπτώσεις λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου, (Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, τις εκεί αναφερόμενες υποθέσεις, καθώς και την πρόσφατη απόφαση στη ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd (
(2010)1 Α.Α.Δ. 223, ή, η έκδοση απόφασης επί παρανόμου συμφωνίας (David Taylor & Son v. Barnett
(1953)1 W.L.R. 562). Όπως έχει αποφασιστεί και στην A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2006), (που αφορούσε περίπτωση παραπομπής τεχνικών θεμάτων σε διαιτησία, εν μέσω δικαστικής αγωγής), «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού του πορίσματος» ενώ «... παράβαση βασικού δικονομικού κανόνα ... κλονίζει το θεμέλιο της όλης διαδικασίας» (εκεί ο διαιτητής είχε λανθασμένα υιοθετήσει, έξω από τους όρους εντολής του, τη μαρτυρία που είχε προηγηθεί στο Δικαστήριο). ..........................................................................................................Όπως δε εξηγείται και στη μεταγενέστερη 23η έκδοση του Russel on Arbitration
(2007), σελ. 375 παρ. 7-056, τα Δικαστήρια ήταν πάντοτε απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου η νομοθεσία παρείχε ειδικά τέτοια δυνατότητα, οι δε αποφάσεις των διαιτητών γενικώς δεν ήταν δεκτικές αναθεώρησης από το Δικαστήριο, εκτός στο βαθμό που ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο πασιφανή εναντίον των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης.» Στην πρόσφατη υπόθεση Μελανής Γεναγρίτη ν. Εργολάβοι Οικοδομών Κώστας Παναγή (Λυσιώτης) Λτδ, ECLI:CY:AD:2016:A204, Πολ. Έφεση αρ. 416/2012, ημερ.15/4/2016, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Ο Διαιτητής ασκεί οιωνεί δικαστικό καθήκον (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 717). «Ο Διαιτητής θα πρέπει να είναι προσηλωμένος και να συμμορφώνεται αυστηρά με τους όρους του διορισμού (βλ. Winter v. White
(1819)1 B & B 350, 357). Ως λειτουργός του Δικαστηρίου είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες. Διαφορετικά θα προέκυπτε κίνδυνος δημιουργίας ενός συστήματος διαιτητικού δικαίου, ανεξάρτητου και ίσως διαφορετικού από το νόμο και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται στα δικαστήρια της χώρας, με απρόβλεπτες συνέπειες, μια και ο κάθε διαιτητής θα μπορούσε να εφαρμόζει κανόνες, τόσο του ουσιαστικού, όσο και του δικονομικού δικαίου, που κατά τη δική του κρίση τυγχάνουν εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα να παραβιάζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου.» (βλ. Α.Ν. Stasis Estates Co Ltd v. G.M.P Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006, 2010). Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι «Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματος. Σε περίπτωση πλημμελούς εκτέλεσης των καθηκόντων του διαιτητή, η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης» Ακόμα και αν η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του Διαιτητή γίνεται καλή τη πίστει, όλοι οι ισχυρισμοί για την πλημμέλεια του συνιστούν αθέτηση του καθήκοντος του (Thomas Borthwich (Glasgow) Ltd v. Faure Fairclough
(1968)1 Lloyd's Rep. 16). Ο Αιτητής με τον πρώτο, τρίτο και πέμπτο λόγο έφεσης του υποστηρίζει ότι οι Καθ' ων η Αίτηση ενήργησαν κατά παράβαση των προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου αρ. 197
(1)/2003 και τροποποιητικών αυτού νόμων, ειδικά δε κατά παράβαση του άρθρου 12[1]. Όπως συγκεκριμένα υποστηρίζει στον πρώτο λόγο έφεσης, οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν υποχρέωση να τον ειδοποιούν γραπτώς για την κάθε υπερημερία και/ή αθέτηση των υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, κάτι το οποίο δεν έπραξαν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με αποτέλεσμα, ως εγγυητής, να απαλλάσσεται των υποχρεώσεων του που απορρέουν από τη σύμβαση εγγύησης. Στον τρίτο λόγο έφεσης προβάλλεται, επιπρόσθετα, από τον Αιτητή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παντελώς ατεκμηρίωτη και αναιτιολόγητη. Στην αιτιολογία του πέμπτου λόγου έφεσης προβάλλεται ότι κατά τη διαδικασία της διαιτησίας είχε ζητήσει όπως παρουσιαστούν από τους Καθ' ων η Αίτηση οι ειδοποιήσεις που απέστειλαν στους εγγυητές, όμως έδειξαν πλήρη αδυναμία να τις παρουσιάσουν, αφού αυτές δεν υπήρχαν. Από πλευράς τους οι Καθ' ων η Αίτηση απορρίπτουν τα όσα τους καταλογίζει ο Αιτητής. Όπως ισχυρίζεται ο κ. Κονόμου, στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης, ο Αιτητής είχε ειδοποιηθεί επανειλημμένα για τις καθυστερήσεις πληρωμών από τον πρωτοφειλέτη με επιστολές που είχαν στείλει προς τους εγγυητές ημερομηνίας 9/9/2009, 16/11/2009, 26/1/2010, 20/7/2010, 5/11/2010, 19/1/2011, 21/11/2011, 13/1/2012, 16/3/2012, 11/5/2012, 17/9/2012, 14/11/2012, 6/2/2013, 16/5/2013, με τις οποίες τους ενημέρωναν για τα οφειλόμενα ποσά αλλά και τις καθυστερήσεις και υπερημερίες του πρωτοφειλέτη. Κατά την αντεξέταση του ο κ. Κονόμου διαφώνησε με την υποβολή του ευπαίδευτου συνηγόρου του Αιτητή ότι είχαν σταλεί ειδοποιήσεις στους εγγυητές, από τους Καθ' ων η Αίτηση, για κάποιες μόνο από τις καθυστερήσεις του πρωτοφειλέτη και όχι για όλες, όπως επιτάσσει το άρθρο 12 του νόμου. Δέχθηκε όμως ότι ο Αιτητής, κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, είχε εγείρει ενώπιον του διαιτητή το ζήτημα της μη αποστολής ειδοποιήσεων για όλες τις καθυστερήσεις του πρωτοφειλέτη. Δέχθηκε ακόμα ότι κατά την ως άνω διαδικασία δεν παρουσιάστηκαν οι ειδοποιήσεις που στάληκαν στον Αιτητή. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι δεν έχει παρουσιαστεί από τους Καθ' ων η Αίτηση η αιτιολογημένη απόφαση του διαιτητή ή οποιαδήποτε πρακτικά της διαδικασίας της διαιτησίας, ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο ο διαιτητής αποφάσισε το συγκεκριμένο ζήτημα. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο κ. Κονόμου στην ένορκη δήλωση του, σχολιάζοντας τον πρώτο λόγο έφεσης, ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής ικανοποιήθηκε ότι υπήρξε δέουσα ενημέρωση των εγγυητών για τις καθυστερήσεις, αφού άκουσε και τις θέσεις που ανέπτυξαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Δεν θεωρώ όμως ότι η ως άνω μαρτυρία του κ. Κονόμου θα μπορούσε να υποκαταστήσει την αιτιολογημένη απόφαση του διαιτητή. Θα πρέπει να επισημάνω ότι ο κ. Κονόμου, σε κάποιο σημείο της αντεξέτασής του, ανέφερε ότι η απόφαση του διαιτητή, την οποία είδε, είναι αυτή η οποία επισυνάπτεται ως Παράρτημα Α στην αίτηση/έφεση, η γνωστοποίηση δηλαδή της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης. Επισημαίνω ότι το μόνο που αναφέρεται από τον διαιτητή στην υπό αναφορά γνωστοποίηση είναι ότι: «Λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία και έγγραφα που έχουν κατατεθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία, τα οποία έχουν μονογραφηθεί, η υπόθεση εκδικάστηκε στην παρουσία σας και εκδόθηκε απόφαση εναντίον σας, ως η απαίτηση της ενάγουσας εταιρείας, με ημερομηνία 28/4/2014, όπως: (α) Πληρώσετε αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Μόρφου Λτδ το ποσό των €106,877,91 πλέον τόκο προς 9,5% με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των δεδουλευμένων τόκων δύο φορές το χρόνο την 30ην Ιουνίου και την 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους από 28/4/2014 μέχρι πλήρους εξόφλησης, πλέον έξοδα €80.» Αναμφίβολα, από το ως άνω παρατεθέν απόσπασμα δεν προκύπτει ότι ο διαιτητής εξέτασε το ως άνω εγερθέν ζήτημα και το απέρριψε για τους λόγους τους οποίους θα ανέμενα ότι θα κατέγραφε στην απόφαση του. Αναφέρθηκε επίσης από τον κ. Κονόμου ότι ο Αιτητής, κατά τη διαδικασία της διαιτησίας, είχε αναγνωρίσει το χρέος του. Όμως, όπως καθίσταται φανερό, ούτε επ' αυτού του ζητήματος γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στην ως άνω γνωστοποίηση. Ο κ. Κονόμου στην παρ. 7(iv) της ενόρκου δηλώσεως του ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής εξέδωσε την απόφαση του κατά την 28/4/2014, την οποία αιτιολόγησε δεόντως και επαρκώς. Όπως όμως έχω ήδη αναφέρει, δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου το κείμενο της αιτιολογημένης απόφασης, ώστε να διαφανεί ποια ήταν η αιτιολογία του διαιτητή. Στο σύγγραμμα "Russel on Arbitration" 23η έκδοση, σελ. 284, παρ. 6-029, αναφέρεται ότι: "Parties to an arbitration, and particularly the losing party, are entitled to know the reasons for the tribunal's decision by which they are bound, unless they have specifically agreed in writing to dispense with reasons. Further, reasons are effectively a prerequisite for any appeal against the tribunal's decision, because in practice it will only be possible to argue that there has been an error of law if the tribunal has explained the basis of its findings by giving reasons." Επίσης, στη σελ. 285, παρ. 6-032, του ιδίου συγγράμματος, αναφέρεται: "When giving a reasoned award the tribunal need only set out what, on its view of the evidence, did or did not happen, and explain succinctly why, in the light of what happened, the tribunal has reached its decision, and state what that decision is." Πέραν των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, θα πρέπει να προσθέσω ότι το Δικαστήριο, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το ως άνω εγερθέν από τον Αιτητή ζήτημα ή ακόμα να υποκαταστήσει την κρίση του διαιτητή με τη δική του για το λόγο ότι, όπως υποδεικνύει η νομολογία μας, το μόνο που μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο είναι η ορθότητα της απόφασης του διαιτητή (Κούλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου
(2005)1Β Α.Α.Δ. 987). Με τον δεύτερο λόγο έφεσης του ο Αιτητής προβάλλει ότι δεν του δόθηκε το δικαίωμα να έχει λόγο στο διορισμό του διαιτητή, ο οποίος διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ' ων η Αίτηση. Στην αιτιολογία του υπό εξέταση λόγου ο Αιτητής προβάλλει ότι ο διαιτητής ήταν και είναι πρόσωπο συνδεδεμένο με τους Καθ' ων η Αίτηση και διορίστηκε χωρίς να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4 και στο άρθρο 35 του περί Δικαστηρίων Νόμου, αρ. 14/60 διαδικασία. Όπως έχει διαφανεί μέσα από την αντεξέταση του κ. Κονόμου, ο Αιτητής ήγειρε και αυτό το θέμα, μέσω του δικηγόρου του, κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Όπως όμως έχω ήδη παρατηρήσει, δεν έχει παρουσιαστεί από τους Καθ' ων η Αίτηση το κείμενο με την αιτιολογία της απόφασης του διαιτητή, ώστε να διαφανεί κατά πόσο το ζήτημα αυτό εξετάστηκε από τον διαιτητή και, εφόσον εξετάστηκε, ποια ήταν η κατάληξη του. Στο σημείο αυτό, παρενθετικά, θα ήθελα να αναφέρω ότι η παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία φαίνεται να έχει γίνει από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών δυνάμει των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 52
(2)[2] του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή στη γραπτή του αγόρευση αποδέχεται την ύπαρξη στη σύμβαση εγγύησης ρήτρας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Υποστηρίζει όμως ότι ο διορισμός του διαιτητή δεν θα έπρεπε να γίνει μονομερώς από τον ΄Εφορο Συνεργατικών Εταιρειών, τα συμφέροντα του οποίου ταυτίζονται με τα συμφέροντα των Καθ' ων η Αίτηση. Έχω μελετήσει με προσοχή την ενώπιον μου αναπτυχθείσα επιχειρηματολογία. Αυτό το οποίο θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι το άρθρο 79
(1)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών του 1987 (Κ.Δ.Π. 142/87) παρέχει την εξουσία στον διαιτητή, εφόσον παραπέμψει οποιαδήποτε διαφορά σε διαιτησία, να καθορίζει το όνομα του διαιτητή ή των διαιτητών καθώς και την προθεσμία εντός της οποίας η διαιτητική απόφαση θα υποβάλλεται από τον διαιτητή ή τους διαιτητές προς τον Έφορο. Από τα όσα αναφέρονται στον αμέσως πιο πάνω αναφερόμενο κανονισμό καθίσταται φανερό ότι ο Αιτητής δεν είχε δικαίωμα να επέμβει στην επιλογή του διαιτητή, ο οποίος διεξήγαγε τη διαδικασία της διαιτησίας. Εγείρεται ακόμα, από τον ευπαίδευτο συνήγορο του Αιτητή, ζήτημα αντισυνταγματικότητας του Κανονισμού 79
(1). Το ζήτημα όμως αυτό ηγέρθη κατά τρόπο πολύ επιφανειακό ώστε δεν θα μπορούσε να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Από τα όσα αναφέρω πιο πάνω καθίσταται φανερό ότι ακόμα και στην περίπτωση που θα μπορούσα να εξετάσω πρωτογενώς το ζήτημα του διορισμού του διαιτητή θα το απέρριπτα, για τους λόγους που έχω επεξηγήσει πιο πάνω. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο Αιτητής υποστηρίζει ότι δεν υπήρχε διαφορά, εν τη εννοία του άρθρου 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85, ώστε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Όπως προκύπτει όμως από την αντεξέταση του κ. Κονόμου, ο Αιτητής δεν φαίνεται να ήγειρε το ζήτημα αυτό κατά τη διαδικασία της διαιτησίας. Συνεπώς, ο Αιτητής δεν μπορεί να εγείρει το ζήτημα αυτό ενώπιον του Δικαστηρίου, από τη στιγμή που δεν το ήγειρε ενώπιον του διαιτητή (Κούλουρου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου (ανωτέρω)). Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι παράτυπη ως μη περιέχουσα οποιαδήποτε αιτιολογία. Η έλλειψη αιτιολογίας παραβιάζει, κατά την άποψη μου, τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Κατά συνέπεια, η απόφαση του διαιτητή θα πρέπει να παραμεριστεί. Όσον αφορά τα έξοδα, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από το γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διαδίκου. Η υπό εξέταση αίτηση/έφεση επιτυγχάνει. Η προσβαλλόμενη απόφαση παραμερίζεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / General Applications / Final Αναφορά: Έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης [1] «Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.» [2] «Ο Έφορος δύναται, επί τη λήψει της δυνάμει του εδαφίου
(1)παραπομπής: (α) να επιχειρήση συνδιαλλαγήν της διαφοράς· ή (β) να παραπέμπη την διαφοράν προς επίλυσιν εις διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.