← Κύπρος

GALERMOS TRADING LTD ν. SEMORIAN INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 706/2015, 26/5/2016

GALERMOS TRADING LTD ν. SEMORIAN INVESTMENTS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 706/2015, 26/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A235 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 706/2015 Μεταξύ: GALERMOS TRADING LTD, εκ Λεμεσού Ενάγουσας -και-

  1. SEMORIAN INVESTMENTS LTD, εκ Λεμεσού
  2. VLADIMIR RYABOKON, εκ Ρωσίας
  3. DMITRY RYABOKON, εκ Ρωσίας Εναγόμενων ......... Αίτηση έκδοσης Προσωρινών Διαταγμάτων ημερ. 20.2.2015 26 Μαΐου 2016 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Σ. Πίττας για Σωτήρης Πίττας & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Για Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η αίτηση 2: κα Στ. Στυλιανού για Κώστας Τσιρίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ημερ.20.2.2015, η ενάγουσα - η οποία είναι κυπριακή εταιρεία ρωσικών συμφερόντων - διεκδικεί από τους εναγομένους 1, 2 και 3, ποσό $53.000.000 (περίπου), ως αποζημιώσεις για ζημιές και απώλειες που φέρεται να υπέστη, συνεπεία, μεταξύ άλλων, απάτης και/ή συνομωσίας των εναγομένων. Η εναγόμενη 1, είναι επίσης κυπριακή εταιρεία, ρωσικών συμφερόντων, ενώ, οι εναγόμενοι 2 και 3 (πατέρας και υιός), είναι Ρώσοι υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Ρωσίας. Με μονομερή αίτηση καταχωρηθείσα την ίδια ημερομηνία (εφεξής η Αίτηση), η ενάγουσα, αιτήθηκε, εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 3, την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων τύπου Mareva (freezing orders) - τα διατάγματα των παραγράφων 1-6 της Αίτησης και εναντίον τρίτου προσώπου, ήτοι της εταιρείας Proteas Management Ltd (εφεξής η Proteas), την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal - τα διατάγματα της παραγράφου 7 της Αίτησης. Το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), για τους λόγους που αναφέρονται στην ενδιάμεση απόφαση ημερ.24.2.2015, διέταξε την επίδοση της Αίτησης, χωρίς να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα. Ως ημερομηνία επίδοσης ορίστηκε η 6.3.
  4. Μέχρι την ημερομηνία αυτή, η Αίτηση είχε επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Εκ μέρους της Proteas, εμφανίστηκε δικηγόρος αλλά εκ μέρους των εναγόμενων 1, 2 και 3 δεν υπήρξε καμία εμφάνιση. Την εν λόγω ημερομηνία, δοθέντος της επίδοσης και ειδοποίησης των εναγομένων 1, 2 και 3, κατά τρόπο που ικανοποιούσε το Δικαστήριο, εκδόθηκαν τα διατάγματα των παραγράφων 1-6 της Αίτησης (εφεξής το διάταγμα ημερ.6.3.2015). Ο συνήγορος της Proteas, ωστόσο, ζήτησε χρόνο για την καταχώρηση ένστασης. Καταχωρήθηκε πράγματι ένσταση και η Αίτηση καθ' όσον αφορούσε την Proteas προχώρησε σε ακρόαση. Η κατάληξη της ακρόασης, ήταν η απόρριψη της Αίτησης στο βαθμό και στην έκταση που αφορούσε την Proteas (σχετική είναι η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου - υπό άλλη σύνθεση, ημερ. 11.6.2015). Εν τω μεταξύ, στις 3.4.2015, οι δικηγόροι του εναγόμενου 2 καταχώρησαν αίτηση για να τους δοθεί άδεια να εμφανιστούν υπό διαμαρτυρία και να τους επιτραπεί να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος και άλλα συναφή. H αίτηση αυτή εγκρίθηκε και στις 10.6.2015, οι δικηγόροι καταχώρησαν την προαναφερθείσα αίτηση. Σε κατοπινό όμως στάδιο και συγκεκριμένα στις 17.11.2015, οι δικηγόροι του εναγομένου 2, απέσυραν την εν λόγω αίτηση, με τη σύμφωνη γνώμη του δικηγόρου της ενάγουσας και με αντάλλαγμα, να μη φέρει ένσταση, στο να του επιτραπεί να καταχωρήσει ένσταση στην Αίτηση, ημερ. 20.2.
  5. Την ίδια ημερομηνία υπήρξε και τροποποίηση του διατάγματος ημερ. 6.3.2015 με την εξής, σημαντική προσθήκη: ««Παρά την ύπαρξη του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 6/3/2015, ο Εναγόμενος Αρ.2 και/ή η Εταιρεία LENDRON TRADING LTD στο λογαριασμό της οποίας ευρίσκονται δεσμευμένα χρηματικά ποσά με βάση τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερομηνίας 6/3/2015 θα δικαιούνται να αποσύρουν από τους εν λόγω δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούνται στην PUBLIC JOINT STOCK COMPANY COMMERCIAL BANK "PRIVATBANK" CYPRUS BRANCH (η "PRIVATBANK") αρχομένης από την 15/9/2015 και εντεύθεν μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου, όλους τους δεδουλευμένους μηνιαίους τόκους που ήταν και/ή είναι πληρωτέοι από την PRIVATBANK στον Εναγόμενο Αρ.2 και/ή την Εταιρεία LENDRON TRADING LTD από την 15/9/2015 και εντεύθεν καθ' όλον τον χρόνο που τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερομηνίας 6/3/2015 θα ευρίσκονται σε ισχύ». Νοείται ότι η ανωτέρω τροποποίηση των ενδιάμεσων διαταγμάτων δεν θα επηρεάζει με κανένα τρόπο τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων αναφορικά με τα επίδικα θέματα.» Μια άλλη εξέλιξη, ήταν η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης στις 20.1.2016, με την οποία η ενάγουσα μειώνει την κύρια απαίτηση της σε $32.000.
  6. Αυτό, εν συντομία, είναι το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης. Στρεφόμενος τώρα στα της Αίτησης, επισημαίνω, κατ' αρχάς, πως, στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση - συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα - του Oleg Gninenko, ο οποίος, κατά τα λεγόμενα του, είναι Project Manager της PRIMECAP CYPRUS LTD - κυπριακή εταιρεία παροχής υπηρεσιών - στο πελατολόγιο της οποίας, ανήκει και η ενάγουσα (εφεξής η αιτήτρια). Στην ένορκη δήλωση έχουν επισυναφθεί και διάφορα έγγραφα ως τεκμήρια. Ο ενόρκως δηλών, κατά τα γραφόμενα του, είναι εξουσιοδοτημένος από την αιτήτρια, να προβεί στην ένορκη δήλωση και να παραθέσει εκ μέρους της τα κατ' ισχυρισμό γεγονότα. Ο δε πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) της αιτήτριας είναι ο Gennadiy Bogolyubov (εφεξής ο GB), ο οποίος, στο βαθμό που ο ίδιος ο ενόρκως δηλών δεν γνωρίζει τα γεγονότα, αποτελεί και την πηγή πληροφόρησης του. Κατά τον ενόρκως δηλούντα λοιπόν, η αιτήτρια κατείχε το 75% των μετοχών της ρωσικής εταιρείας CLOSED JOINT STOCK COMPANY «ELITE HOLDING» (εφεξής η ELITE) ενώ το υπόλοιπο 25% το κατείχε η εναγόμενη 1, της οποίας δικαιούχοι ήταν ο εναγόμενος 2 (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση 2) και ο γιος του, εναγόμενος
  7. Κατ' ακρίβεια, ο εναγόμενος 3 ασκεί απόλυτο έλεγχο επί του 50% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 ενώ το υπόλοιπο 50% το κατέχει ως nominee και trustee (αντιπρόσωπος και καταπιστευματοδόχος) του πατέρα του, καθ' ου η αίτηση
  8. Οι εναγόμενοι 1 - 3, χρησιμοποιώντας ως «όχημα» και άλλες 5 ρωσικές εταιρείες (συμφερόντων του εναγόμενου 3), με δόλιο και απατηλό τρόπο και συνωμοτώντας μεταξύ τους, κατάφεραν να αλλάξουν το όνομα, τη δομή και τη διεύθυνση της ELITE και να οικειοποιηθούν το μετοχικό μερίδιο του 75% της αιτήτριας. Το εν λόγω μετοχικό μερίδιο, τελικώς, κατέληξε, κατά κύριο λόγο στον εναγόμενο 3, και κατά δεύτερον, στις 5 ρωσικές εταιρείες, δικών του συμφερόντων. Σήμερα δε, ο εναγόμενος 3 κατέχει το 80% των μετοχών της ELITE και οι 5 ρωσικές εταιρείες (μαζί) το υπόλοιπο 20%. Με αυτό τον τρόπο, έχει αποκλειστεί η αιτήτρια από την ELITE με αποτέλεσμα να υποστεί και να υπόκειται σε τεράστια οικονομική ζημιά και απώλεια, αφού η ELITE, διατηρεί, μεγάλης αξίας, περιουσιακά στοιχεία στη Ρωσία, από τα οποία, έχει και σημαντικά έσοδα. Ο καθ' ου η αίτηση 2, με Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης ημερ. 20.1.2016 (εφεξής η Ένσταση), η οποία, επίσης στηρίζεται στην ορθή νομική βάση, εγείρει τους εξής ειδικούς λόγους ένστασης: Α. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προνοούνται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων και ιδίως: (α) Οι Αιτητές δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση 2 καθότι ουδεμία βάση αγωγή αποκαλύπτεται εναντίον του. (β) Δεν συντρέχει και/ή δεν έχει καταδειχθεί με ικανοποιητική και/ή σχετική και/ή αποδεκτή μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν παραμείνει σε ισχύ το υπό εκδίκαση διάταγμα. (γ) Δεν έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως καλή υπόθεση εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση
  9. Β. Δεν πληρείται η προϋπόθεση του «κατεπείγοντος» που θέτει το άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
  10. Γ. Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα και/ή δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Δ. Το διάταγμα αποτελεί καταπάτηση των νομίμων δικαιωμάτων του Καθ' ου η Αίτηση
  11. Ε. Η Αίτηση καταχωρήθηκε και/ή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για την έκδοση του διατάγματος ασκήθηκε «επί ματαίω». ΣΤ. Η Αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη. Ζ. Τα αιτήματα των Αιτητών είναι νόμω και ουσία αβάσιμα και/ή αστήρικτα και/ή αδικαιολόγητα. Η. Η Αίτηση είναι καταχρηστική. Θ. Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της Αίτησης και/ή της ακύρωσης του διατάγματος και/ή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκήθηκε λανθασμένα.» H Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αγγελικής Χαραλαμπίδου, η οποία είναι δικηγόρος στο γραφείο των δικηγόρων του καθ' ου η αίτηση
  12. Ο καθ' ου η αίτηση 2, κατά τα γραφόμενα, είναι συνταξιούχος στρατιωτικός ηλικίας 77 ετών, πάσχει από σοβαρές ασθένειες και ένεκα ιατρικών εξετάσεων και συνεχόμενης θεραπευτικής αγωγής, στην οποία υποβάλλεται, δεν μπορούσε να ταξιδέψει στην Κύπρο από τη Ρωσία όπου διαμένει μόνιμα. Εν πάση περιπτώσει, συνεχίζει η ενόρκως δηλούσα, είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη να προβεί εκ μέρους του στην εν λόγω ένορκη δήλωση και τα γεγονότα τα οποία αναφέρει είναι αληθή, εξ όσων καλύτερα γνωρίζει, πληροφορείται και πιστεύει. Επί της ουσίας, η θέση της ενόρκως δηλούσας είναι απλή. Συνοψίζεται στο ότι ο καθ' ου η αίτηση 2, δεν έχει καμία απολύτως σχέση με τα όσα του καταλογίζει η αιτήτρια. Είναι μεν πατέρας του εναγόμενου 3 αλλά δεν είχε καμία ανάμειξη στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, πόσο μάλλον στα όσα του αποδίδει η αιτήτρια. Επισημαίνει, με ιδιαίτερη επίταση, πώς καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί, ούτε και οποιοδήποτε έγγραφο - τεκμήριο, καταδεικνύει τη συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση 2, είτε στην εναγόμενη 1 εταιρεία είτε στην ELITE είτε σε οποιαδήποτε συναλλαγή, δοσοληψία ή διαδικασία που να σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Θεωρεί δε, πώς, ο λόγος που η αιτήτρια έχει στραφεί εναντίον του, είναι για να εξασκήσει, μέσω του, πιέσεις στο γιό του, εναγόμενο
  13. Ως εκ τούτου, ζητά την απόρριψη της Αίτησης και την ακύρωση των εναντίον του εκδοθέντων διαταγμάτων Πέραν των αρχικών ενόρκων δηλώσεων, δόθηκε άδεια σε αμφότερες τις πλευρές να καταχωρήσουν και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Της αιτήτριας, φέρει ημερομηνία 18.2.2016, και σε αυτή παρατίθενται περισσότερες λεπτομέρειες σε σχέση με την ακολουθητέα μεθοδολογία δόλου και απάτης προς αποκλεισμού της αιτήτριας από την ELITE. Του καθ' ου η αίτηση 2, φέρει ημερομηνία 19.2.2016, και σε αυτή η ενόρκως δηλούσα, επιμένει στα μη σύνδεσης του καθ' ου η αίτηση 2 με οποιοδήποτε τρόπο ή στοιχείο, με τα γεγονότα της υπόθεσης. Δεν κλήθηκαν για αντεξέταση οι ενόρκως δηλούντες και έτσι κατά την ακρόαση δόθηκε απευθείας ο λόγος στους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Αμφότεροι ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν στο Δικαστήριο, εμπεριστατωμένες, γραπτές αγορεύσεις. Τις αγορεύσεις αυτές τις έχω διεξέλθει με προσοχή και ενδελέχεια. Προτού καταπιαστώ με επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, αξίζει να γίνει μια σύντομη ανασκόπηση των εφαρμοστέων νομικών αρχών. Ξεκινώ, επισημαίνοντας, ότι, η προϋπόθεση του "επείγοντος" που θέτει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6, ουσιαστικά, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Η προϋπόθεση αυτή, αφορά διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς. Εδώ, αφ' ης στιγμής, διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης και επιδόθηκε, με τρόπο που ικανοποιούσε το Δικαστήριο, δεν χρειάζεται πλέον να αποδειχθεί ότι η ζητηθείσα, προσωρινή θεραπεία είναι επείγουσα. Έτσι και αλλιώς με το ζήτημα αυτό, ασχολήθηκε και αποφάσισε το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του ημερ.24.2.2015 - αναφορά στην οποία γίνεται ανωτέρω. Με το ζήτημα αυτό, ασχολήθηκαν στην αγόρευση τους, αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών και ως προκύπτει από την πιο πάνω επισήμανση μου, θεωρώ, ότι η σωστή θεώρηση του ζητήματος, γίνεται από τον κ. Πίττα (σελ.24-25 της αγόρευσης του). Εν όψει αυτής της κατάληξης, ατονεί, σε μεγάλο βαθμό και η εισήγηση της κας Στυλιανού για αγνόηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της αιτήτριας ημερ. 18.2.
  14. Η εισήγηση, έτσι κι αλλιώς, ξενίζει, αφού η άδεια για την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων, δόθηκε συναινετικά. Φρονώ, πως, αν η οποιαδήποτε πλευρά, θεωρούσε, για εγγενείς λόγους, ότι, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη ή να αγνοηθεί, θα έπρεπε, τουλάχιστον, να υποβάλει ένσταση στην καταχώρηση της, κάτι που δεν έγινε στην προκειμένη περίπτωση. Έρχομαι τώρα στο ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, το οποίο, είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Κεφ.6 (βλ. Demades Overseas Ltd v. STUDIO MUST LTD

(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Το άρθρο 32 διαλαμβάνει ως εξής: "
(1)Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας δύναται να εκδίδει απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές ή προστακτικόν)... εις πάσας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται μετ' αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία. Νοείται ότι παρεμπίπτον διάταγμα δεν θα εκδίδηται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ' ακροατηρίω διαδικασίας ότι υπάρχει πιθανότης ο ενάγων να δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι, εκτός εάν εκδοθεί περεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον." Από την πλούσια, ερμηνευτική επί του θέματος, νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει, ότι, οι προϋποθέσεις για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 είναι οι ακόλουθες:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία. Αυτό απαιτεί απλώς την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία.
  2. Πιθανότητα επιτυχίας. Βάσει αυτής της προϋπόθεσης, ο αιτητής δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στη δίκη. Το βάρος που έχει είναι πολύ λιγότερο και ικανοποιείται με την απλή κατάδειξη προοπτικής επιτυχίας, η οποία να υφίσταται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Σ' αυτό το πλαίσιο, το Δικαστήριο εξετάζει, χωρίς βεβαία να αποφασίζει, την αποδεικτική δύναμη (evidential strength) της υπόθεσης τoυ ενάγοντος. Στην υπόθεση Mothercare Ltd v. Robson Books Ltd [1979] FSR 466, 474 τονίστηκε ότι: 'The prospects of the plaintiff's success are to be investigated to a limited extent, but they are not to be weighed against the prospects of failure. All that has to be seen is whether the plaintiff has prospects of success, which in substance and reality exist. Odds against success no longer defeat the plaintiff, unless they are so long that the plaintiff can have no expectation of success, but only a hope. If his prospects on success are so small that they lack substance and reality, then the plaintiff falls, for he can point to no question to be tried which can be called 'serious' and no prospect of success which can be called 'real΄."
  3. Αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αυτό έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων. Τούτο, όμως, δεν είναι απόλυτα ακριβές αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Εάν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο προχωρά ένα βήμα παραπέρα και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας, αποφασίζει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α
(1982)1 Α.Α.Δ. 557 και Κ.Ο.Τ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. 255). Στην Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, τονίστηκε χαρακτηριστικά ότι "τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ". Από την άλλη, βέβαια, η ευρύτητα της διατύπωσης του άρθρου 32, επιτρέπει στο Δικαστήριο να εκδώσει οποιοδήποτε προσωρινό διάταγμα θεωρήσει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις (βλ. ABP Holdings v. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.α., Κυπριανού κ.α. v. Lasala κ.α., King Mazax Lines Ltd κ.α. v. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 [Ολ])). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του. Δεν καταλήγει σε τελικά, πραγματικά ή νομικά συμπεράσματα και γενικά αποφεύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32. Για να αποδειχθούν οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας, η οποία θα χρειαστεί, με σκοπό να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (βλ. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Τα θέματα που άπτονται της αγωγής θα πρέπει να παραμένουν ανοικτά μέχρι τέλους (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska B.D.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Συναρτώντας τα εδώ επιμέρους γεγονότα και στοιχεία με τις προαναφερθείσες νομικές αρχές, βρίσκω, ότι, η πρώτη προϋπόθεση, πληρείται, οριακά. Αυτή είναι η ευκολότερη προϋπόθεση να ικανοποιηθεί. Μόνο σε κραυγαλέες περιπτώσεις, όπου η αγωγή στερείται σοβαρότητας ή δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα ή συζητήσιμο θέμα, η Αίτηση απορρίπτεται λόγω μη εκπλήρωσης αυτής της προϋπόθεσης. Εδώ, με βάση το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και πολύ περισσότερο την Έκθεση Απαίτησης που ακολούθησε, αποκαλύπτεται, αναγνωρισμένη και σοβαρή αιτία αγωγής με αναφορά σε ισχυρισμούς, οι οποίοι, από πλευράς δικογραφίας και μόνο, οριοθετούν συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση ωστόσο είναι «βαθύτερη». Δεν αναμένεται φυσικά η προσκόμιση εκτενούς μαρτυρίας - υποχρέωση που μετατίθεται για τη μετέπειτα ακροαματική διαδικασία και εντάσσεται στην εν γένει υποχρέωση ενός διαδίκου να αποσείσει το βάρος απόδειξης. Αναμένεται, όμως, η παρουσίαση των συνδετικών και στοχευμένων στοιχείων, έτσι ώστε να τύχουν, όχι αξιολόγησης, αλλά θεώρησης από το Δικαστήριο κατά την ενάσκηση της κρίσης του. Εδώ, σε πλήρη συμφωνία με την ευπαίδευτη συνήγορο του καθ' ου η αίτηση 2, κα Στυλιανού, θεωρώ, ότι, ελλείπουν αυτά τα στοιχεία. Οι θέσεις της αιτήτριας, σε ό,τι αφορά την εμπλοκή του καθ' ου η αίτηση 2, παρουσιάστηκαν και παρέμειναν μέχρι τέλους σε μορφή γενικών και αόριστων ισχυρισμών. Διανθίστηκαν βέβαια με κάποιες υποθέσεις και συνειρμούς, οι οποίοι όμως, επί της ουσίας, ουδέν έχουν προσθέσει. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ή στοιχείο που να καταδεικνύει άμεση ή έμμεση συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση 2 στο μετοχικό κεφάλαιο, τη διεύθυνση, τη δομή ή τις δραστηριότητες της εναγόμενης 1 εταιρείας. Η θέση, της αιτήτριας, ότι, ο εναγόμενος 3 κατέχει το 50% των μετοχών της εν λόγω εταιρείας προσωπικά και το υπόλοιπο 50% ως αντιπρόσωπος και εμπιστευματοδόχος του καθ' ου η αίτηση 2, δεν φαίνεται πουθενά και δεν υποστηρίζεται από κανένα απολύτως στοιχείο. Συνεπώς, δεν καταδεικνύεται σύνδεση του καθ' ου η αίτηση 2 με την εναγόμενη
  1. Εκείνο το οποίο διαφαίνεται ως γεγονός, είναι, ότι, ο εναγόμενος 3 είναι ο δικαιούχος του 100% των μετοχών της εναγόμενης
  2. Ομοίως δεν καταδεικνύεται σύνδεση - σε οποιοδήποτε χρόνο ή σε οποιαδήποτε μορφή - του καθ' ου η αίτηση 2 με την ELITE. Η εταιρεία αυτή, προ της κατ' ισχυρισμό απάτης, άνηκε κατά 75% στην αιτήτρια και κατά 25% στην εναγόμενη
  3. Μετά δε την κατ' ισχυρισμό απάτη - στα πλαίσια της οποίας υπήρξε αλλαγή στο όνομα, τη διεύθυνση, τη δομή και το εκδοθέν μετοχικό κεφάλαιο της - οι μετοχές της αιτήτριας φέρονται να μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο 3 ενώ οι μετοχές της εναγόμενης 1 μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο 3 και τις ρωσικές εταιρείες, δικών του συμφερόντων. Τελικώς δε, ο εναγόμενος 3 κατέχει το 80% των μετοχών της ELITE και οι ρωσικές του εταιρείες (μαζί), το υπόλοιπο 20%. Πουθενά λοιπόν δε φαίνεται ανάμειξη, εμπλοκή ή η απόκτηση οφέλους στα πιο πάνω, από τον καθ' ου η αίτηση
  4. Ούτε, υπάρχει μαρτυρία, ότι, συμμετείχε ή συνέβαλε ενεργά ή σιωπηρά στην επίτευξη της πιο πάνω κατ' ισχυρισμό απάτης. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας για το αντίθετο, δεν βρίσκουν έρεισμα σε κανένα αντικειμενικό ή χειροπιαστό στοιχείο ή τεκμήριο. Ούτε και οποιαδήποτε σχέση είχε ο καθ' ου η αίτηση 2 με τις 5 ρωσικές οντότητες, οι οποίες, φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν, ως «όχημα», για τελεσφόρηση της απάτης. Συνεπώς, εκείνο που απομένει είναι η συγγένεια του καθ' ου η αίτηση 2 με τον εναγόμενο 3 και οι αστήριχτοι, εξ ακοής και γενικόλογοι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντος της αιτήτριας για εμπλοκή του. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα, συναντούμε στην παράγραφο 15 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ημερ.18.2.
  5. Την παραθέτω αυτούσια: «As far as I am informed by Mr. Bogolyubov, the influence of Defendant 2 over his son, the Defendant 3 was always great and drastic - (i.e. a fact which Mr. Bogolyubov knows due to his dealings with Defendants 2 and 3 for approximately 20 years) - and the Defendant 3 could not execute the wrongdoings described in the 1st Gninenko Affidavit and in this Affidavit against Galermos, without the approval, knowledge and indirect participation of Defendant 2.» Δηλαδή, εκείνο, το οποίο ουσιαστικά λέγει ο ενόρκως δηλών, είναι, ότι, απ' ότι του είπε ο GB, η επιρροή του καθ' ου η αίτηση 2 επί του εναγομένου 3, ήταν μεγάλη και δραστική και άρα ο τελευταίος, δεν θα μπορούσε να αδικοπραγήσει με τον τρόπο που του αποδίδεται, αν δεν υπήρχε η έγκριση, γνώση και έμμεση συμμετοχή του καθ' ου η αίτηση
  6. Με άλλα λόγια, η αιτήτρια, εμμέσως πλην σαφώς, παραδέχεται, ότι, δεν κατέχει στοιχεία για εμπλοκή του καθ' ου η αίτηση 2 αλλά στη βάση συνειρμού, εξαγάγει αυτό το συμπέρασμα. Με κάθε εκτίμηση, τέτοιοι συνειρμοί, δεν μπορεί να γίνουν δεκτοί προς ικανοποίηση της υπό εξέταση προϋπόθεσης και να αποτελέσουν μέρος του υποβάθρου για τη διατήρηση σε ισχύ, τόσο δραστικών και εν πολλοίς αδιάκριτων διαταγμάτων, όπως τα υπό εξέταση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους και έχοντας ως βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, κρίνω, ότι, δεν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου
  7. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, η μόνη αναφορά είναι ουσιαστικά αυτή της παραγράφου 23.2 της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Διαλαμβάνει ως ακολούθως: «The non-issue of the requested freezing orders and the other ancillary orders, will render the present action of the Plaintiffs nugatory, because as soon as the Defendants discover that an action is filed against them in Cyprus, they will take steps to dispose all their assets or to transfer same outside the jurisdiction of Cyprus Courts. If this is allowed to happen, then any judgment to be issued in the present case in favour of Plaintiffs, may not be able to be executed due to lack of assets of Defendants.» Φρονώ πώς αυτή είναι μια «γενικής εφαρμογής αναφορά», χωρίς πραγματικό υπόβαθρό, τουλάχιστον στον βαθμό που αφορά τον καθ' ου η αίτηση
  8. Μια ανάλογη αναφορά, θα μπορούσε, να συμπεριληφθεί σε οποιαδήποτε, παρόμοιας φύσης, αίτηση. Με κάθε εκτίμηση και πάλι, θεωρώ, ότι, δεν βοηθούν και δεν επαρκούν, οι γενικόλογες και ασύνδετες από πλευράς γεγονότων, αναφορές. Θα πρέπει σε κάθε υπόθεση, να εξηγείται, στη βάση ποιων γεγονότων, υπαρκτών, επαπειλούμενων ή τουλάχιστον πιθανών, κινδυνεύει η ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης κατά την κανονική ακροαματική διαδικασία. Με την πιο πάνω γενική και μόνο αναφορά, φρονώ, πως δεν πληρείται ούτε η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  9. Εν όψει των πιο πάνω θεμελιακών διαπιστώσεων, δεν χρειάζεται να εξετασθεί οποιαδήποτε άλλη παράμετρος της διαφοράς. Η Αίτηση εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 απορρίπτεται και τα εναντίον του διατάγματα, ακυρώνονται. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση 2 και εναντίον της αιτήτριας. (Υπ) ............................... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.