← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΘΗΝΑ ΡΟΥΣΟΥ, Αρ. Αγωγής.: 2259/09, 26/5/2016

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ν. ΑΘΗΝΑ ΡΟΥΣΟΥ, Αρ. Αγωγής.: 2259/09, 26/5/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A236 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 2259/09 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντας και ΑΘΗΝΑ ΡΟΥΣΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγομένης --------------------------------------- Ημερομηνία: 26 Μαΐου

  1. Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα. Μ. Ιακώβου για κ. Γ. Τσίκκο, για να ακούσει Απόφαση η κα Μ. Ιακώβου. Για την εναγόμενη: κ. Π. Κωνσταντίνου για κ.κ. Α.Π. Ερωτοκρίτου & Σια, για να ακούσει Απόφαση ο κ. Π. Κωνσταντίνου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον της εναγομένης ειδικές και γενικές αποζημιώσεις, καθώς και απώλεια μελλοντικών ημερομισθίων και μειωμένης εργασίας, πλέον τόκους και έξοδα συνεπεία τροχαίου ατυχήματος. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας, ήταν 22 ετών υγιής και εργαζόταν με μηνιαίες απολαβές €1680.-. Ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου με αριθμούς εγγραφής ΗΝΡ 571 και η εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ
  2. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 10.8.07 ενώ οδηγούσε το ως άνω μοτοποδήλατο επί της Λεωφόρου Ομονοίας, στην συμβολή της με την οδό Βάκχου στη Λεμεσό, η εναγόμενη αμελώς και/ή κατά παράβαση των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων της ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο της επί της οδού Βάκχου επιχείρησε, χωρίς να σταματήσει σε σήμα τροχαίας STOP, να εισέλθει στη Λεωφόρο Ομονοίας, με αποτέλεσμα να κτυπήσει το μοτοποδήλατο το οποίο οδηγούσε ο ενάγοντας ο οποίος υπέστη ζημιές, έξοδα, απώλειες, σωματικές βλάβες, πόνο και ταλαιπωρία. Λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των νομίμων καθηκόντων της εναγομένης αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης του ενάγοντα. Η εναγόμενη με την υπεράσπιση της παραδέχεται ότι ο ενάγοντας κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν οδηγός της ως άνω ρηθείσας μοτοσυκλέτας καθώς και το ότι η ίδια της ενεπλάκη σε ατύχημα με τον ενάγοντα κατά ή περί την 10.8.
  3. Αρνείται ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος και ταυτόχρονα επιρρίπτει την ευθύνη στον ενάγοντα λόγω δικής του αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας σε κάποιο σημείο της Λεωφ. Ομονοίας οδήγησε το μοτοποδήλατο του δια μέσου της τροχαίας κίνησης και δια μέσου των λωρίδων της εν λόγω λεωφόρου και/ή οδήγησε κατά τρόπο ζικ-ζακ και/ή επιχειρώντας να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα της Λεωφ. Ομονοίας κατευθύνθηκε επί του σταματημένου αυτοκινήτου της εναγόμενης. Πέραν των όσων γίνονται παραδεκτά από μέρους της εναγόμενης με την Υπεράσπιση της, μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των διαδίκων προέβηκαν στα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με το ζήτημα των ισχυριζόμενων σωματικών βλαβών και διεκδικούμενων ειδικών αποζημιώσεων: - Ως ειδική ζημιά επί πλήρους ευθύνης τα ιατρικά έξοδα του Δρ. Κατσιάμη για το ποσό των €350.- - Το Τεκμήριο 5 (ιατρικό πιστοποιητικό Δρ. Ζήνωνος) και Τεκμήριο 6 (ιατρικό πιστοποιητικό Δρ. Σολομωνίδη) έγιναν παραδεκτά ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους. - Ως ειδική ζημιά επί πλήρους ευθύνης τα έξοδα του Γενικού Νοσοκομείου Λεμεσού για το ποσό των €95.68σ. Ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία έδωσε ο ενάγοντας και εκ μέρους του ο Αστυφ. 2201, Αιμίλιος Νικολάου. Από πλευράς Υπεράσπισης κατέθεσε η κα Άννα Στυλιανού, Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού. Επίσης, κατά την δίκη κατατέθηκαν συνολικά 11 τεκμήρια για τα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όπου κρίνεται σκόπιμο. Να σημειωθεί ότι το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση, κατάθεση της εναγόμενης στην Αστυνομία, δεν κατέστη εν τέλει Τεκμήριο. Σε αυτό το σημείο να αναφέρω ότι σύμφωνα με τη νομολογία ένα έγγραφο το οποίο παρουσιάζεται για σκοπούς αναγνώρισης και όχι κανονικά ως τεκμήριο δεν αποτελεί μαρτυρία (Βλ. Lefkaritis Bros Ltd v. Tanya Shipping Office

(1987)1 C.L.R. 47, Demeco Co. v. Beckhoff
(1988)1 C.L.R. 82). Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα γίνει όμως κατωτέρω, περιληπτική αναφορά του περιεχομένου της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα για να διαφανούν τα γεγονότα και οι εκδοχές κάθε πλευράς. Πρώτος μάρτυρας εκ μέρους του ενάγοντα παρουσιάστηκε ο αστυφύλακας 2201 Αιμίλιος Νικολάου ο οποίος υπηρετεί στην Τροχαία Λεμεσού στον κλάδο διερεύνησης τροχαίων δυστυχημάτων. Κατέθεσε ως τεκμήριο 1 αστυνομική έκθεση στην οποία επισυνάπτεται σχεδιάγραμμα της σκηνής του ατυχήματος το οποίο ετοίμασε ο ίδιος. Εξήγησε ότι το σημείο Α είναι η πορεία του οχήματος ΕΝΝ216 το οποίο οδηγείτο από την εναγόμενη, το σημείο Β είναι η πορεία του μοτοποδηλάτου το οποίο οδηγείτο από τον ενάγοντα, το σημείο Χ είναι το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο ενάγοντας και το σημείο Χ1 το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε η εναγόμενη. Ανέφερε ότι η εναγόμενη υπέδειξε το σημείο Χ ακριβώς πάνω στη γραμμή του αλτ και ο εναγόμενος το υπέδειξε 20 εκατοστόμετρα περίπου πιο μπροστά δηλαδή μέσα στη Λεωφόρο Ομονοίας. Ανέφερε επίσης ότι την αστυνομική έκθεση η οποία περιλαμβάνεται στο Τεκμήριο 1, ετοίμασε η συνάδελφος του Γεωργία Γεωργίου. Αντεξεταζόμενος ερωτήθηκε αν στη συμβολή της οδού Βάκχου με τη Λεωφόρο Ομονοίας υπάρχει γραμμή αλτ στο δρόμο και απάντησε ότι δεν θυμάται ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να υπήρχε και να μην την σημείωσε. Ερωτήθηκε τι υποδηλοί η γραμμή με κουκκίδες η οποία φαίνεται στο σχέδιο της σκηνής από το 0-20,05 και απάντησε ότι είναι η νοητή γραμμή και η βασική γραμμή μετρήσεως. Συμφώνησε ότι στις 10.8.07 όταν πήγε στο σημείο που έγινε η σύγκρουση δεν είχε βρει κανένα από τους διαδίκους, δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης στην σκηνή και τα ενεχόμενα οχήματα δεν ελέγχθηκαν εφόσον όταν μετέβηκε στην σκηνή δεν βρίσκονταν εκεί. Του υποδείχθηκε και αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 στο οποίο περιέχεται δήλωση ότι οι διάδικοι δεν επιθυμούν την ανάμειξη της αστυνομίας και οι ζημιές θα διευθετούντο μεταξύ τους. Υποδεικνύοντας στο μάρτυρα την κατάθεση του η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο 3 με ημερομηνία 10.5.08 υιοθέτησε το περιεχόμενο της. Στη συνέχεια συμφώνησε ότι στο σχεδιάγραμμα του τεκμήριου 1 υπάρχει πινακίδα στοπ στην οδό Βάκχου. Ανέφερε επίσης ότι στις 2.5.08 έλαβε κατάθεση από την εναγόμενη, η οποία αν και κατατέθηκε ως τεκμήριο Α προς αναγνώριση δεν κατέστη τεκμήριο ενώπιον του Δικαστηρίου. Τέλος, συμφώνησε ότι τοποθέτησε το σημείο Α στο σχεδιάγραμμα με λοξή γραμμή γιατί η εναγόμενη θα έστριβε δεξιά σύμφωνα με το όσα του είπε ο ενάγοντας. Στη συνέχεια μαρτυρία έδωσε ο ενάγοντας. Κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως τεκμήριο Α. Αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν υγιής και αρτιμελής ηλικίας 22 ετών και εργαζόταν με μηνιαίες καθαρές απολαβές €1680 στα Σουβλάκια Κύπρος στη Λεμεσό. Στις 10.8.07 ενώ οδηγούσε νόμιμα και με την δέουσα επιμέλεια και φροντίδα το μοτοποδήλατο του στη Λεωφόρο Ομονοίας στη Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση από τη διασταύρωση με την οδό Φρ. Ρούσβελτ προς τη διασταύρωση με την οδό Πάφου στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας η εναγόμενη οδηγούσε το αυτοκίνητο της με ανατολική κατεύθυνση στην οδό Βάκχου. Κατά τον ίδιο, η εναγόμενη φτάνοντας στην συμβολή της οδού Βάκχου με τη Λεωφόρο Ομονοίας παρέλειψε να σταματήσει στο σήμα στοπ που υπήρχε στην πορεία της, επιχείρησε στροφή δεξιά προς τη Λεωφόρο Ομονοίας εισερχόμενη απότομα και απρόοπτα στην εν λόγω λεωφόρο, με αποτέλεσμα να του ανακόψει την πορεία και να συγκρουστεί με το μοτοποδήλατο το οποίο οδηγούσε ο ίδιος, με αποτέλεσμα αυτό να ανατραπεί, ο ίδιος του να πέσει στο έδαφος και να υποστεί σοβαρές σωματικές βλάβες, ζημιές, απώλειες, έξοδα, πόνο και ταλαιπωρία. Κατά τον ίδιο, κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε με ταχύτητα 30 με 40 χιλιόμετρα και όταν πλησίασε τη συμβολή της Λεωφόρου Ομονοίας με την οδό Βάκχου είδε απότομα το αυτοκίνητο της εναγομένης να εισέρχεται στην Λεωφόρο Ομονοίας. Αμέσως προσπάθησε να σταματήσει για να αποφύγει τη σύγκρουση, πάτησε τα φρένα του μοτοποδηλάτου χωρίς να γίνει κατορθωτό να αποφύγει τη σύγκρουση γιατί η εναγόμενη ουδεμία προσπάθεια έκανε για να την αποφύγει. Στη συνέχεια της γραπτής του δήλωσης αναφέρεται στις λεπτομέρειες των ζημιών, εξόδων, απωλειών και σωματικών βλαβών τα οποία κατ' ισχυρισμό υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Λόγω του ατυχήματος υπέστη χειρουργικές επεμβάσεις στο πόδι και μέχρι σήμερα ταλαιπωρείται από πόνους και δεν μπορεί να βαδίζει κανονικά. Μετά το δυστύχημα του παραχωρήθηκε άδεια απουσίας από την εργασία πέραν των 6 μηνών και μέχρι σήμερα δεν μπορεί να εργαστεί κανονικά. Ως ειδικές αποζημιώσεις αξιώνει το ποσό των €15.800,68σ, κυρίως λόγω της απώλειας ημερομισθίων. Προφορικά ανέφερε ότι την ίδια μέρα που είχε δώσει κατάθεση ανέφερε ότι δεν είχε παράπονο από την εναγόμενη η οποία είναι θεία του γιατί θα καλύψει τις ζημιές του η ασφάλεια της. Αναγνώρισε την κατάθεση την οποία έδωσε στην αστυνομία ημερ. 2.5.08 την οποία κατάθεσε ως τεκμήριο
  1. Κατέθεσε επίσης ως τεκμήριο 5 ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Ζήνωνος, ως τεκμήριο 6 ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Σολωμονίδη, ως τεκμήριο 7 ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Κατσιάμη και ως τεκμήριο 8 βεβαίωση του Δρ. Ζήνωνος ημερ. 12.11.
  2. Ανέφερε επίσης ότι μετά από αρκετό καιρό πήγε στη σκηνή και υπέδειξε το σημείο στον αστυνομικό και υπέδειξε στο σχεδιάγραμμα του τεκμηρίου 1 ότι η σύγκρουση έγινε στο σημείο Χ μετά το αλτ περίπου ένα μέτρο. Αντεξεταζόμενος αναφέρθηκε στις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε η σύγκρουση παραθέτοντας τις δικές του εκδοχές και συμπεράσματα. Ανέφερε στη συνέχεια ότι σε απόσταση περίπου 20 μέτρων πριν την σύγκρουση υπήρχαν παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην αριστερή πλευρά της λωρίδας επί της οποίας οδηγούσε και παρέμεινε στην μέση της αριστερής λωρίδας προσπερνώντας τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ανέφερε ότι η εναγόμενη του έκοψε τον δρόμο η οποία μπήκε μέσα στο δρόμο με το αυτοκίνητο της περίπου 1 μέτρο. Αντεξετάστηκε επί μακρόν αναφορικά με τις απαντήσεις τις οποίες έδωσε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης με αριθμό 18745/08, τα πρακτικά της οποίας κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10 από την μάρτυρα Υπεράσπισης. Ο ενάγοντας ερωτήθηκε αναφορικά με την θέση του την οποία προέβαλε στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης ότι όταν είδε το αυτοκίνητο της εναγομένης ήταν σταματημένο στο άλτ και επέμενε αντεξεταζόμενος στην παρούσα υπόθεση ότι το αυτοκίνητο ήταν σε εκκίνηση. Σε πολλά σημεία όπου ερωτείτο για τις απαντήσεις τις οποίες παρέθεσε στην ποινική υπόθεση απαντούσε «Δεν μπορώ να απαντήσω αυτό.». Ανέφερε επίσης ότι προσπάθησε να πατήσει φρένα και δεν τα κατάφερε. Συμφώνησε ότι ενώ οδηγούσε στην αριστερή λωρίδα, μπήκε στη δεξιά λωρίδα να προσπεράσει τα αυτοκίνητα τα οποία ήταν παρκαρισμένα και ξαναμπήκε στην αριστερή αλλά αρνήθηκε ότι όταν επανήλθε στην αριστερή λωρίδα εισήλθε στην οδό Βάκχου, και χτύπησε το αυτοκίνητο της εναγόμενης. Εκ μέρους της Υπεράσπισης μαρτυρία έδωσε η κα Άννα Στυλιανού, Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού κατέθεσε ότι ως εκ της θέσεως της έχει στην κατοχή και έλεγχο της το φάκελο της Ποινική Υπόθεσης Αρ. 18745/08 στα πλαίσια της οποίας κατέθεσε ο ενάγοντας ως μάρτυρας κατηγορίας. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 την επιστολή η οποία στάληκε από τους δικηγόρους της εναγομένης με την οποία ζητούσαν τα πρακτικά της ποινικής υπόθεσης, αναγνώρισε τα πρακτικά του Δικαστηρίου ημερ. 30.4.10 τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 10 και κατέθεσε ως Τεκμήριο 11 την απόδειξη πληρωμής για την παραλαβή των αποστενογραφημένων πρακτικών ημερ. 30.4.10 από τους συνηγόρους της εναγομένης. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την μαρτυρία τους. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνω υπόψη μου τον τρόπο που οι μάρτυρες απαντούσαν στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, τις αντιδράσεις τους και γενικά την όλη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Επίσης, έχω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας. Οι δικηγόροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις υποστηρίζοντας ο κάθε ένας τις εκατέρωθεν θέσεις του και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Συνοπτικά να αναφέρω ότι η πλευρά του ενάγοντα εισηγείται ότι έχει καταδειχθεί η ευθύνη της εναγομένης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος στηριζόμενη κυρίως στο ότι το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο ενάγοντας παρέμεινε αδιαμφισβήτητο και γίνεται εισήγηση ότι ο ενάγοντας δικαιούται στην επιδίκαση ειδικών αποζημιώσεων για το ποσό των €15.800,68σ πλέον €65.000.- ως γενικές αποζημιώσεις, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος. Από την άλλη, η πλευρά της εναγομένης εισηγείται ότι η μαρτυρία του ενάγοντα δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη και δεν έχει αποδειχθεί η όποια αμέλεια της εναγομένης. Ως προς τις γενικές αποζημιώσεις η πλευρά της υπεράσπισης εισηγείται ότι το ποσό των €20.000.- αποτελεί εύλογη και δίκαιη αποζημίωση επί πλήρους ευθύνης. Κατ' αρχάς θα προβώ στην αξιολόγηση της μαρτυρία του αστυφύλακα 2201 Αιμίλιου Νικολάου, ο οποίος κατέθεσε στο Δικαστήριο ως ο εξεταστής του δυστυχήματος. Αξιολογώντας την μαρτυρία του αστυφύλακα λαμβάνω υπόψη μου το γεγονός ότι σύμφωνα με την κατάθεση του Τεκμήριο 3, την ημέρα του δυστυχήματος ήτοι στις 10.8.07 δεν προέβηκε σε οποιαδήποτε διαπίστωση αναφορικά με το ατύχημα. Η διερεύνηση του ατυχήματος από τον ίδιο έγινε στις 2.5.08, όταν επισκέφθηκε την σκηνή μαζί με τους διάδικους οι οποίοι ο καθένας επέδειξε ένα σημείο σύγκρουσης, ήτοι η εναγόμενη το σημείο Χ1 και ο ενάγοντας το σημείο Χ τα οποία ο μάρτυρας σημείωσε επί του σχεδιαγράμματος. Πέραν των σημείων Χ και Χ1 τα οποία σημειώθηκαν από τον μάρτυρα κατόπιν υποδείξεων των διαδίκων επί του σχεδίου της σκηνής, το σχέδιο το οποίο ετοίμασε ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης. Ο εν λόγω μάρτυρας φάνηκε ειλικρινής στο Δικαστήριο και αντικειμενικός. Από την μαρτυρία του όμως δεν προέκυψε με βεβαιότητα ότι στο σημείο διαχωρισμού της οδού Βάκχου με την Λεωφ. Ομονοίας υπήρχε γραμμή αλτ εφόσον δεν θυμόταν να αναφέρει κάτι τέτοιο με βεβαιότητα. Επομένως από την μαρτυρία του δεν προκύπτει κατά πόσο υπήρχε γραμμή του αλτ και αν υπήρχε που βρισκόταν αυτή. Εις ότι αφορά τα σημεία σύγκρουσης ο μάρτυρας ανέφερε ότι τα σημείωσε ως αυτά του είχαν υποδειχθεί από τους διαδίκους και τα σημείωσε στο σχέδιο. Αν και δεν ήταν σε θέση να εκφέρει οποιαδήποτε γνώμη για το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, ανέφερε ότι το σημείο Χ1 βρίσκεται πάνω στη γραμμή του ΑΛΤ και το σημείο Χ περίπου 20 εκατοστόμετρα πιο μπροστά μέσα στην Λεωφ. Ομονοίας. Η πιο πάνω θέση του μάρτυρα δεν κρίνεται πειστική την στιγμή όπου δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε σαφής μαρτυρία αναφορικά με την ύπαρξη της γραμμής του αλτ. Η κα Ιακώβου εισηγείται με την γραπτή αγόρευση της ότι δεν αμφισβητήθηκε το σημείο σύγκρουσης το οποίο υπέδειξε ο ενάγοντας από πλευράς υπεράσπισης και αποτελεί την μοναδική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με το ζήτημα αυτό. Θα διαφωνήσω με την πιο πάνω θέση εφόσον προκύπτει από την εκδοχή την οποία προώθησε η υπεράσπιση, ότι η σύγκρουση έγινε επί της οδού Βάκχου όπου ήταν σταματημένο το όχημα της εναγόμενης. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα, συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπής μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Στο σημείο αυτό να τονίσω ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Στην παρούσα υπόθεση η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή το σχέδιο της σκηνής σε συνάρτηση με την μαρτυρία του αστυφύλακα, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην διεξαγωγή ασφαλών ευρημάτων εν σχέση με τις συνθήκες όπου έχει συμβεί το επίδικο ατύχημα. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω λοιπόν, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του αστυφύλακα για την διεξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων εφόσον η πραγματική μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου από τον μάρτυρα δεν μπορεί να καταδείξει το πραγματικό σημείο σύγκρουσης, το οποίο αποτελεί και την ουσία της διαφοράς των διαδίκων. Ο μάρτυρας κατέγραψε όσα του υπέδειξαν οι διάδικοι. Η μαρτυρία του επί του σημείου σύγκρουσης και της ύπαρξης ή μη γραμμής αλτ στο σημείο όπου επεσυνέβη το ατύχημα, παρουσιάζει ουσιαστικές αδυναμίες. Να σημειωθεί ότι εις αφορά το σημείο Χ1 παρέμεινε εξ ακοής μαρτυρία εφόσον μετέφερε το σημείο που του υπέδειξε η εναγόμενη χωρίς να παρουσιαστεί η ίδια στο Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ότι εις ότι αφορά το σχέδιο που ετοίμασε και κατέθεσε ο μάρτυρας αποτελεί πραγματική μαρτυρία με βάση την οποία το Δικαστήριο κρίνει και εξετάζει την αξιοπιστία των μαρτύρων. Το Δικαστήριο όμως δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για αποδοχή ως σημείου σύγκρουσης το σημείο Χ ή Χ1, εφόσον αυτά δεν μπορούν να αποτελέσουν πραγματική μαρτυρία καθότι αυτά υπεδείχθησαν από τους ενεχόμενος οδηγούς και δεν αποτελούν ευρήματα του ιδίου και κατ' επέκταση δεν μπορούν να αποτελέσουν ευρήματα του Δικαστηρίου. Ο μάρτυρας αυτός ως εμπειρογνώμονας δεν εξέφρασε οποιαδήποτε γνώμη η οποία θα μπορούσε να αξιολογηθεί από το Δικαστήριο ούτε έθεσε την όποια θέση του αναφορικά με την πρόκληση του ατυχήματος. Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο δεν δύναται από μόνο του να προβαίνει στην διεξαγωγή αυθαίρετων συμπερασμάτων τα οποία δεν υποστηρίζονται από γνώμη και μαρτυρία εμπειρογνώμονα και ειδικότερα στην παρούσα υπόθεση όπου ο ενάγοντας, ως θα διαφανεί κατωτέρω δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστος. Σχετικά με τα πιο πάνω αποτελούν τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Παπαϊωάννου Αντώνης ν. Νίκου Νικολάου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 800 : «.Όταν ένα επίδικο αμφισβητούμενο ερώτημα απαιτεί την παρουσίαση της γνώμης ενός πραγματογνώμονα, όπως π.χ. τα αίτια που οδήγησαν σε μια σύγκρουση οχημάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει από μόνο του από μια απλή περιγραφή των ζημιών των οχημάτων ή την παράθεση φωτογραφιών των ζημιών σε δικά του συμπεράσματα, τα οποία προϋποθέτουν την κατοχή ειδικών τεχνικών γνώσεων......... Η ίδια γραμμή ακολουθήθηκε στην υπόθεση Siakos v. Nicolaou
(1980)1 C.L.R. 333 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού βασίστηκε στα ίχνη φρένων των δύο ενεχόμενων οχημάτων που είχαν σημειωθεί στο σχέδιο που είχε ετοιμάσει η Αστυνομία, κατέληξε σε συμπεράσματα ως προς το ποια ήταν η ταχύτητα των δύο οχημάτων. Στην πιο πάνω υπόθεση τονίστηκε ότι σε τροχαία ατυχήματα οι Δικαστές δεν μπορούν να βασίζονται στη πραγματική μαρτυρία, όπως π.χ. το σχέδιο της σκηνής της σύγκρουσης που ετοιμάζεται από την Αστυνομία και να καταλήγουν σε δικά τους συμπεράσματα αναλαμβάνοντας το ρόλο του πραγματογνώμονα. (Βλ. επίσης Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 713, Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 Α.Α.Δ. 1013 και Philippou v. Odysseos
(1989)1(A) C.L.R. 1). Από τη νομολογία όπως έχει διαμορφωθεί μπορεί να λεχθεί ότι οι Δικαστές έχουν την ευχέρεια να καταφεύγουν σε κοινές γενικές γνώσεις, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα πιο πάνω πλαίσια και να μετατρέπονται σε εμπειρογνώμονες.» Ο εν λόγω μάρτυρας θεωρώ ότι είπε στο δικαστήριο την αλήθεια αν και η μαρτυρία του δεν κρίνετε διαφωτιστική αναφορικά με ουσιαστικά ζητήματα της υπόθεσης ως λεπτομερώς έχει αναλυθεί ανωτέρω. Στρεφόμενη τώρα στην μαρτυρία του ενάγοντα, αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση από το εδώλιο του μάρτυρα. Δεν ήταν σε θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο τι πραγματικά επεσυνέβηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος και η μαρτυρία του παρουσιάζεται μπερδεμένη και ασαφής. Παρακολουθώντας τον στο εδώλιο του μάρτυρα διαφάνηκε ότι προσπάθεια του ήταν να αποφύγει την οποιαδήποτε τυχόν ευθύνη είχε. Δεν ήταν σταθερός στις απαντήσεις του και εξετάζοντας συνολικά την μαρτυρία του δεν μπορώ να παραβλέψω την προβολή διαφορετικών εκδοχών από μέρους του, οι οποίες αφορούν ουσιώδη ζητήματα για την υπόθεση του, όπως θα καταγράψω πιο κάτω. Η διστακτικότητα με την οποία απαντούσε κατά την αντεξέταση του ήταν ευδιάκριτη δίνοντας μου την εντύπωση ότι δεν ήταν ειλικρινής. Αναφορικά με το τι προηγήθηκε της σύγκρουσης της μοτοσυκλέτας του ενάγοντα με το όχημα της εναγομένης, παρουσίασε διαφορετικές εκδοχές και οι θέσεις του στερούνταν συνοχής. Χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την μαρτυρία του η οποία κρίνεται σκόπιμο να καταγραφεί αυτολεξεί: «E. Θέλω να μου πεις κύριε μάρτυς, το συγκεκριμένο αυτοκίνητο της Εναγόμενης πότε το είδες; A. 15 m με 20 m πριν. Και μετά βγήκε το αυτοκίνητο περίπου στα 4 m με 5 m και δεν έχω προλάβει να σταματήσω. E. Δηλαδή το αυτοκίνητο βγήκε μπροστά 4 m με 5 m; A. Όχι. E. Αλλά; A. Στα 4 m με 5 m το είδα να βγει. E. Δηλαδή το αυτοκίνητο προηγουμένως ήταν σταματημένο; A. Ήταν σε εκκίνηση. E. Τι σημαίνει; A. Το αυτοκίνητο προχωρούσε, Εντιμότατη. E. Δηλαδή το αυτοκίνητο είδες το καμιά φορά σταματημένο; A. Μάλιστα. E. Στα 15m με 20 m που το είδες, πού ήταν το αυτοκίνητο; .......... E. Θέλω να μας πεις στα 15 m με 20 m που είδες το αυτοκίνητο, πού ήταν; A. Ήταν σε εκκίνηση. E. Δηλαδή κινείτο; A. Μάλιστα. E. Δεν ήταν σταματημένο; A. Όχι. E. Εσύ πότε είδες το αυτοκίνητο; A. Στα 4 m με 5 m να βγει. E. Στα 4 m με 5 m, είδες το αυτοκίνητο για πρώτη φορά; A. Να βγει. E. Πότε το είδες για πρώτη φορά; A. Στα 4 m με 5 m. E. Καλά προηγουμένως δεν είδες το αυτοκίνητο; A. Το αυτοκίνητο ήταν σε εκκίνηση όταν το είδα στα 4 m με 5 m, ήταν σε εκκίνηση. E. Κύριε μάρτυς, είναι καθαρή η ερώτηση μου. Πότε είδες για πρώτη φορά το αυτοκίνητο της Εναγόμενης; A. Στα 4 m με 5 m. E. Προηγουμένως δεν το είχες δει; A. Όχι. .................» Παρατηρώ επίσης ουσιώδη αντίφαση στην μαρτυρία του ενάγοντα αναφορικά με την θέση του όπως αυτή αναφέρεται στην γραπτή δήλωση του Τεκμήριο Α, στην παρ. 9, «...Αμέσως προσπάθησα να σταματήσω, για να αποφύγω την σύγκρουση, πάτησα τα φρένα του μοτοποδηλάτου που οδηγούσα, αλλά δεν μπόρεσα να αποφύγω την σύγκρουση..» Ενώ κατέγραψε τα πιο πάνω στην γραπτή δήλωση του, προφορικά ανέφερε ότι δεν πρόλαβε να πατήσει τα φρένα. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία του ενάγοντα δεν συνάγεται ούτε μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης, ο ενάγοντας κρίνεται καθόλα αναξιόπιστος, εκτός από τα όσα παρέμειναν αδιαμφισβήτητα όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι έγινε το ατύχημα, η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο και το γεγονός ότι πριν την σύγκρουση προσπέρασε κάποια οχήματα τα οποία ήταν παρκαρισμένα στην αριστερή λωρίδα, τα οποία όμως δεν είναι ικανά να ενισχύσουν την μαρτυρία του ενάγοντα και η μαρτυρία του αναφορικά με ουσιώδη ζητήματα δεν κρίνεται πειστική. Τονίζεται ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του ενάγοντα δεν συνεπάγεται με αποδοχή της θέσης η οποία προβλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης εις ότι αφορά τους ισχυρισμούς της εναγομένης για το πώς επήλθε η σύγκρουση, εφόσον δεν έχει προσαχθεί μαρτυρία από μέρους της εναγομένης η οποία να καταδεικνύει τέτοιο ισχυρισμό και δεν έχει καταδειχθεί ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η οδική συμπεριφορά του ενάγοντα. Παρενθετικά να αναφέρω ότι δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το ζήτημα της ορατότητας των δυο οδηγών κατά τον ουσιώδη χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη την κοινή θέση τους ότι κατά τον χρόνο της σύγκρουσης υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα στην αριστερή πλευρά της λωρίδας επί της οποίας οδηγούσε ο ενάγοντας και τα οποία προσπερνούσε. Δεν έχει επίσης προσαχθεί μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα η οποία μπορεί να τεκμηριώσει τον δικογραφημένο ισχυρισμό του ότι η εναγόμενη δεν σταμάτησε στο σήμα τροχαίας στοπ, εφόσον δεν έχει καταδειχθεί σε ποιο σημείο υποχρεούτο η εναγόμενη να σταματήσει. Επαναλαμβάνω ότι η πραγματική μαρτυρία δεν υποστηρίζει τέτοιο ισχυρισμό του ενάγοντα. Ο ενάγοντας αντεξετάστηκε επί μακρόν αναφορικά με τα όσα ανέφερε στα πλαίσια εκδίκασης της ποινικής υπόθεσης 18745/08 Ε.Δ. Λεμεσού, η οποία αφορούσε το τροχαίο ατύχημα, όπου κλήθηκε να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας. Κατατέθηκαν από την μάρτυρα υπεράσπισης κα Άννα Στυλιανού, πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού τα πρακτικά ημερ. 30.4.10 ως Τεκμήριο 10. Η κατάθεση του εν λόγω τεκμηρίου έγινε για το περιορισμένο σκοπό της αντεξέτασης του ενάγοντα επί συγκεκριμένων αναφορών του στην εν λόγω υπόθεση και όχι για να αποδείξει τον τρόπο που έγινε το εν λόγω δυστύχημα σύμφωνα με τη μαρτυρία που δόθηκε στην εν λόγω υπόθεση. Η μαρτυρία η οποία προσάχθηκε στη ποινική υπόθεση αφορά τους σκοπούς της εν λόγω υπόθεσης και μόνο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλ. Varnakides v. Papamichael and another
(1970)1 C.L.R. 367). Ως εκ τούτου οι θέσεις που πρόβαλε ο ενάγοντας στην εν λόγω ποινική υπόθεση επί συγκεκριμένων θέσεων που αντεξετάστηκε λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας του η οποία τέθηκε στην παρούσα υπόθεση. Εις ότι αφορά το Τεκμήριο 10, διεφάνηκε από την αντεξέταση του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, ότι όντως στα πλαίσια της πιο πάνω ποινικής υπόθεσης, είχε προβάλει την θέση ότι όταν είδε την εναγόμενη ήταν σταματημένη στο άλτ. Η πλευρά της υπεράσπισης έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στα όσα λεχθήκαν από τον ενάγοντα στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης για να αναδείξει την αναξιοπιστία του ενάγοντα. Είμαι της άποψης ότι ενόψει της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου αναφορικά με την μαρτυρία του ενάγοντα στην παρούσα υπόθεση, τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης δεν έχουν να προσθέσουν οτιδήποτε περισσότερο στην ήδη καταγραφείσα κρίση του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του ενάγοντα παρά μόνο να επιβεβαιώσουν την εν λόγω κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον η θέση του ενάγοντα ότι το αυτοκίνητο ήταν σταματημένο στο αλτ αποτελεί μια από τις εκδοχές την οποία εξέθεσε και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας κατά την αντεξέταση του, ως προκύπτει από το απόσπασμα το οποίο ήδη έχει καταγραφεί πιο πάνω. Η μαρτυρία του ενάγοντα επίσης όσον αφορά το θέμα των τραυμάτων του καθώς και των συνεπειών τους, παρ' ότι τραυματίστηκε κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και από τα ιατρικά πιστοποιητικά τα οποία έγιναν παραδεκτά, ήταν κάπως υπερβολική και παρέμεινε ατεκμηρίωτη και σκοπό είχε να μεγεθύνει την απαίτηση του. Οι ισχυριζόμενες συνέπειες και τα κατάλοιπα που ανέφερε όσον αφορά τη σημερινή του κατάσταση δεν υποστηρίζονται από την ιατρική μαρτυρία που ο ίδιος παρουσίασε στο Δικαστήριο. Αποτέλεσε θέση του ενάγοντα ότι μετά το δυστύχημα δεν μπορούσε να βρει εργασία σταθερή λόγω του τραυματισμού του ποδιού του μετά το ατύχημα. Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι εργάστηκε για μικρά χρονικά διαστήματα σε διάφορες εργασίες αλλά αναγκαζόταν να παίρνει άδεια λόγω του ποδιού του και γι αυτό άλλαζε συνεχώς εργασία. Η θέση του αυτή δεν μπορεί να κριθεί πειστική από το Δικαστήριο εφόσον κατά την αντεξέταση του διεφάνηκε ότι δεν μπορούσε να υποστηρίξει τέτοιο ισχυρισμό ούτε όμως η ιατρική μαρτυρία η οποία παρουσιάστηκε υποστηρίζει ότι ο ενάγοντας τραυματίστηκε σε τέτοιο βαθμό που να τον εμποδίζει να εργαστεί και ούτε έχει διαφανεί ότι η όποια δυσκολία του να εξεύρει εργασία οφειλόταν στον τραυματισμό του από το ατύχημα. Προς υποστήριξη της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου να αναφέρω ότι όπως ο ίδιος του παραδέχτηκε η τελευταία φορά όπου επισκέφθηκε ιατρό στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού ήταν στις 2.6.09 όπου έγινε αφαίρεση των υλικών που είχε στο δεξί του πόδι μετά την χειρουργική επέμβαση την οποία υπέστη στις 10.8.07 σύμφωνα με το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 5 του Δρ. Ζήνωνος. Όπως αναφέρεται επίσης εις το Τεκμήριο 5 σε τελευταία εξέταση η οποία έγινε λίγες μέρες πριν την σύνταξη του Τεκμηρίου 5 η οποία έγινε στις 22.5.08, ο ιατρός κατέγραψε ότι δεν παρατήρησε οίδημα στην περιοχή και η κίνηση της άρθρωσης ελέγχθηκε πλήρης. Προκύπτει από την αντεξέταση του ότι μέχρι το 2014 σταματούσε από τις διάφορες εργασίες στις οποίες εργαζόταν λόγω του ποδιού του αλλά ουδέποτε επισκέφθηκε ιατρό. Δεν μπορώ να παραβλέψω ότι ενώ ο ενάγοντας παρουσίασε το Τεκμήριο 7, ιατρικό πιστοποιητικό του Δρ. Κατσιάμη, εις το οποίο αναφέρεται ότι εξέτασε τον ενάγοντα στις 24.8.10, ο ενάγοντας κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι η τελευταία φορά που πήγε σε ιατρό ήταν για την αφαίρεση των υλικών στο πόδι του και αυτό έγινε στις 2.6.
  1. Επομένως η μαρτυρία του ενάγοντα παρουσιάζει αντίφαση αντιπαραβάλλοντας την προφορική του μαρτυρία με το Τεκμήριο 7 το οποίο παρουσίασε ο ίδιος. Τονίζεται ότι τα όσα αναφέρονται στο Τεκμήριο 7 παρέμειναν ατεκμηρίωτα εφόσον ο εν λόγω ιατρός δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να αποδώσει στο Τεκμήριο 7 οποιαδήποτε βαρύτητα. Εις ότι αφορά την αναρρωτική άδεια την οποία έλαβε, φαίνεται από το Τεκμήριο 8 ότι σύμφωνα με τον Δρ. Ζήνωνος ο ενάγοντας δεν εργαζόταν για περίοδο 6 μηνών. Το εν λόγω Τεκμήριο δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγομένης. Παρ' όλα αυτά παρέμεινε άγνωστο τελικά για πόσο καιρό ο ενάγοντας δεν εργαζόταν εφόσον εις το Τεκμήριο 8 αναφέρει περίοδο 6 μηνών ενώ προφορικά ο ενάγοντας ανέφερε ότι ο Δρ. Ζήνωνος του έδωσε άδεια για περίοδο τριών μηνών. Τέλος, ενώ ο ενάγοντας αξιώνει ως απώλεια ημερομισθίων το ποσό των €1680.- μηνιαίως από 10.8.07 μέχρι 10.2.08 και από 2.6.09 μέχρι 1.9.09, δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με τις ισχυριζόμενες μηνιαίες απολαβές του και δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε πειστικός λόγος για την μη προσκόμιση τέτοιων στοιχείων. Να σημειωθεί ότι ο ενάγοντας ανέφερε ότι έμαθε εκ των υστέρων ότι ο εργοδότης του στα σουβλάκια «Κύπρος» δεν τον είχε εγγράψει στις κοινωνικές ασφαλίσεις και δεν ήξερε που να αποταθεί για να διευθετήσει το εν λόγω ζήτημα. Εξήγηση η οποία δεν κρίνεται πειστική. Τονίζεται ότι ο ενάγοντας δεν προσκόμισε οποιοδήποτε πειστικό στοιχείο το οποίο να υποστηρίζει που εργαζόταν και τι μισθό λάμβανε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο ενάγοντας δεν μπορεί επίσης να κριθεί πειστικός εις ότι αφορά την θέση του ότι χρησιμοποιούσε πατερίτσες για ένα χρόνο περίπου εφόσον εις το Τεκμήριο 6 ο Δρ. Σολομωνίδης καταγράφει ότι στις 15.6.09, δηλαδή 12 ημέρες μετά την αφαίρεση των υλικών από το πόδι του, δόθησαν οδηγίες για φόρτιση του σκέλους και σταδιακή επάνοδο στο φυσιολογικό. Αν και κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε κατά πόσο εξετάστηκε από τον Δρ. Η. Γεωργίου και ερωτήθηκε αναφορικά με το περιεχόμενο ιατρικού πιστοποιητικού το οποίο ετοιμάστηκε από τον ίδιο, δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει την θέση αυτή η οποία προβλήθηκε από πλευράς εναγομένης. Ο ενάγοντας επίσης φάνηκε να μην μπορεί να απαντήσει ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση εν σχέση με το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του η οποία αποτελεί μέρος της κυρίως εξέτασης του. Ερωτηθείς αναφορικά με τα τραύματα τα οποία υπέστη και καταγράφει στην παρ. 4 της γραπτής δήλωσης του απαντούσε μόνο ότι δεν μπορεί να απαντήσει. Γενικά η όλη εικόνα που έδωσε ο ενάγοντας στο Δικαστήριο αναφορικά και με τους ισχυρισμούς του για τα κατάλοιπα του τραυματισμού τον οποίο υπέστη αλλά και τον ισχυρισμό του για την απώλεια ημερομισθίων το οποίο αξιώνεται ως ειδικές αποζημιώσεις ήταν αρνητική, καθόλου πειστική, ασαφής και δεν υποστηρίχθηκε από μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς του. Η όλη μαρτυρία του και ο τρόπος που μαρτυρούσε δεν επέτρεψε στο Δικαστήριο να σχηματίσει σαφή εικόνα για την αλήθεια των ισχυρισμών του οι οποίοι δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ευκρινώς. Να σημειωθεί ότι εις ότι αφορά τους τραυματισμούς του ενάγοντα αποδέχομαι μόνο τα όσα αναφέρονται από τους ιατρούς Δρ. Ζήνωνος και Δρ. Σολομωνίδη και τα οποία καταγράφονται εις τα Τεκμήρια 5 και 6 τα οποία δηλώθηκαν ως παραδεκτά από αμφότερες πλευρές. Επίσης, αποδέχομαι τις ειδικές ζημιές οι οποίες έγιναν παραδεκτές από πλευράς εναγομένης ήτοι το ποσό των €95,68σ για τα έξοδα έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού του νοσοκομείου και ποσό €350.- αναφορικά με τα έξοδα του Δρ. Κατσιάμη. Το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του ενάγοντα αναφορικά με τα κατάλοιπα και συνέπειες του τραυματισμού του, την απώλεια ημερομισθίων και το ύψος αυτών δεν γίνεται αποδεκτό. Επομένως το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του αξιόπιστη μαρτυρία από μέρους του ενάγοντα η οποία θα διαφώτιζε το Δικαστήριο ως προς την κρίση του για τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα και το Δικαστήριο απορρίπτει την μαρτυρία του εκτός των όσων δηλώθηκαν ως παραδεκτά από αμφότερες πλευρές. Από πλευράς υπεράσπισης δόθηκε μαρτυρία από την κα Άννα Στυλιανού, η οποία κατέθεσε υπό την ιδιότητα της ως Πρωτοκολλητής του Ε.Δ. Λεμεσού η οποία είχε υπό την κατοχή και φύλαξη της τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης αρ. 18745/08 η οποία καταχωρήθηκε εναντίον της εναγομένης για το επίδικο ατύχημα. Η μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος, η οποία δεν αντεξετάστηκε, περιορίστηκε στα πιο πάνω και δεν συντρέχει οποιασδήποτε λόγος να μην την αποδεχτώ. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας τα πιο κάτω αποτελούν τα ευρήματα πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης: Στις 10.8.2007 η εναγόμενη οδηγούσε το όχημα της με αριθμούς εγγραφής ΕΝΝ216 στην οδό Βάκχου στην Λεμεσό με ανατολική κατεύθυνση και ο ενάγοντας οδηγούσε την μοτοσικλέτα με αριθμούς εγγραφής HNP571 επί της Λεωφ. Ομονοίας στην Λεμεσό με βόρεια κατεύθυνση. Η Λεωφ. Ομονοίας είναι διπλής κατεύθυνσης, δυο λωρίδες με βόρεια κατεύθυνση και δυο εξ αντιθέτου. Στην αριστερή πλευρά επί της λωρίδας όπου οδηγούσε ο ενάγοντας, υπήρχαν σταθμευμένα αυτοκίνητα τα οποία πριν την σύγκρουση, προσπερνούσε ο ενάγοντας. Όταν ο ενάγοντας έφθασε σε κάποιο σημείο, το οποίο παρέμεινε άγνωστο προς το Δικαστήριο, στο ύψος της συμβολής της Λεωφ. Ομονοίας με την οδό Βάκχου, επήλθε η σύγκρουση μεταξύ των μηχανοκίνητων οχημάτων των διαδίκων. Σύμφωνα με το σχέδιο της σκηνής στην οδό Βάκχου, πριν την έξοδο της προς την Λεωφ. Ομονοίας υπάρχει πινακίδα με σήμα ΣΤΟΠ αλλά παραμένει άγνωστο κατά πόσο υπήρχε σχεδιασμένη στο δρόμο γραμμή του άλτ. Μετά το ατύχημα ο ενάγοντας μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Ο αστυφύλακας Αιμ. Νικολάου την ημέρα του δυστυχήματος μετέβηκε στο Νοσοκομείο όπου βρήκε τον ενάγοντα και την εναγόμενη. Αναφέρθηκε από τον ενάγοντα στον αστυφύλακα ότι δεν έχει παράπονο από την άλλη οδηγό γιατί είναι θεία του και οι δυο του ανέφεραν ότι δεν επιθυμούν την ανάμειξη της αστυνομίας σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, λόγω της συγγενικής σχέσης μεταξύ τους και οι ζημιές θα διευθετούνταν από την εναγόμενη η οποία είναι θεία του ενάγοντα. Εν τέλει ο ενάγοντας προέβηκε σε παράπονο στην αστυνομία για το ατύχημα το οποίο διερευνήθηκε από τον αστυφύλακα Αιμ Νικολάου στις 2.5.08 όπου μετέβηκε στην σκηνή με τους διαδίκους. Ο ενάγοντας υπέδειξε ως σημείο σύγκρουσης το σημείο Χ επί του σχεδίου το οποίο ετοίμασε ο αστυφύλακας και η εναγόμενη το σημείο Χ
  2. Το σχέδιο της σκηνής εκτός των σημείων Χ και Χ1 αποτελεί ορθό σχεδιασμό της σκηνής. Συνεπεία του δυστυχήματος ο ενάγοντας τραυματίστηκε στο δεξί πόδι όπου χειρουργήθηκε στις 10.8.07 και ετέθη σε ακινητοποίηση για περίοδο 6 εβδομάδων. Στις 3.6.09 εις το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού υπεβλήθη σε επέμβαση αφαίρεσης υλικών οστεοσύνθεσης, τα οποία τοποθετήθηκαν μετά τον τραυματισμό του ενάγοντα από το τροχαίο ατύχημα. Χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια μέχρι την 20.06.
  3. Τα όσα αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά Τεκμήρια 5 και 6, τα οποία έγιναν αποδεκτά από πλευράς υπεράσπισης αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με τις σωματικές βλάβες τις οποίες υπέστη ο ενάγοντας. Σύμφωνα με τα όσα παραδέχτηκε η εναγόμενη ο ενάγοντας υπέστη ειδικές ζημιές για το ποσό των €95,68σ για τα έξοδα έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού του νοσοκομείου και ποσό €350.- αναφορικά με τα έξοδα του Δρ. Κατσιάμη. Όσον αφορά τη σημερινή κατάσταση του ενάγοντα δεν έχω ενώπιον μου οποιαδήποτε ιατρική μαρτυρία για να μπορώ να καταλήξω σε σχετικά ευρήματα, παρά μόνο ότι στις 9.6.09 η κατάσταση των τραυμάτων του ήταν ικανοποιητική (Τεκμήριο 6). Αιτία αγωγής του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης αποτελεί το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το άρθρο 51 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 ορίζει ως αμέλεια την τέλεση πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή την παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής. Περαιτέρω, για να τύχει αποζημίωσης το θύμα πρέπει ο υπαίτιος της αμέλειας να υπέχει υποχρέωση έναντι του. Στην υπόθεση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, λέχθηκε ότι η αμέλεια, ως πραγματικό γεγονός, συνίσταται στην παράλειψη επίδειξης εύλογης προσοχής κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Σε υποθέσεις οδικών δυστυχημάτων, η συμπεριφορά ενός οδηγού εξετάζεται και κρίνεται με βάση το επίπεδο του μέσου συνετού ανθρώπου, δηλαδή με βάση την αντίληψη ενός συνηθισμένου οδηγού και όχι του ενεχόμενου οδηγού (δέστε Μαρκαντώνης ν. Δημάκη
(1989)1 C.L.R. 387), o δε προσδιορισμός του καθήκοντος ποικίλλει ανάλογα με τα αντικειμενικά δεδομένα που επικρατούν στη σκηνή (δέστε Ιωάννου v. Στυλιανού
(1998)1(Γ) 1861). Το καθήκον για λήψη προφυλακτικών μέτρων διαφαίνεται κατά τη λογική πρόβλεψη (δέστε Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345). Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν διαπιστωθεί μέσα από τα πιο πάνω ευρήματα, κρίνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου η οποία να καταδεικνύει ότι η εναγόμενη οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε πειστική και αξιόπιστη μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα και δεν έχει καταδειχθεί με αξιόπιστη και επαρκή μαρτυρία η ευθύνη της εναγόμενης στην πρόκληση του. Η θέση αυτή του Δικαστηρίου δεν απολήγει στο ότι ευθύνη φέρει ο ενάγοντας εφόσον δεν έχουν καταδειχθεί από μέρους της εναγομένης τα όσα του καταλογίζει και κυριότερα ότι ο ενάγοντας οδηγούσε αμελώς. Κατά συνέπεια, ουδεμία αμελής συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης απoδείχθηκε και η αγωγή οδηγείται σε αποτυχία. Παρά ταύτα, θα εξετασθεί και η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του ενάγοντος προς το σκοπό απόδειξης των αξιώσεων για αποζημιώσεις: Όσον αφορά στον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων στις περιπτώσεις όπου αποδεικνύονται σωματικές βλάβες, αυτές «πρέπει να είναι δίκαιες, εύλογες και κοινωνικά αποδεκτές. Σκοπός είναι να αποδοθεί δικαιοσύνη στην απώλεια και ζημιά του τραυματισθέντος χωρίς να τίθεται υπερβολικό βάρος επί του αδικοπραγήσαντος. Ο ανθρώπινος πόνος και δυσχέρεια πρέπει να αποτιμούνται με φιλελεύθερο πνεύμα, λόγω των πολλαπλών στερήσεων που προκαλούν οι αναπηρίες στα θύματα της αμέλειας και η γενική τάση είναι να αυξάνεται το ποσό των αποζημιώσεων, σε μία προσπάθεια πιο δίκαιης αποτίμησης του πόνου, λαμβανομένης υπόψη της συνεχούς μείωσης της αξίας του χρήματος. Όσον αφορά προηγούμενες αποφάσεις, αυτές μόνο καθοδήγηση παρέχουν, γιατί είναι σχεδόν αδύνατο να βρεθούν δύο υποθέσεις με τα ίδια ακριβώς στοιχεία (βλ. Αντωνιάδης ν. Μακρίδης
(1969)1 Α.Α.Δ. 245, Paraskevaides (Overseas) Ltd v. Christofi
(1982)1 Α.Α.Δ. 789, Νεοφύτου ν. Χ' Δημητρίου
(1982)1 Α.Α.Δ. 430, Παναγής ν. Θεοδώρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 1303, Σπύρου ν. Χ' Χαραλάμπους
(1989)1 Α.Α.Δ. 298, Miller v. Peter,
(1999)1 Α.Α.Δ. 2091), (Ειρήνη Ανδρέου ν. Αντώνης Θεμιστοκλέους,
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 355, 362). Τα όσα αναφέρονται στα ιατρικά πιστοποιητικά των ιατρών Δρ. Ζήνωνος και Δρ. Σολομωνίδη, Τεκμήρια 5 και 6, αποτελούν παραδεκτά γεγονότα αναφορικά με τις σωματικές βλάβες και τραυματισμό του ενάγοντα. Ως έχει ήδη αναφερθεί ο ενάγοντας κρίθηκε ότι υπερέβαλλε στην περιγραφή των καταλοίπων από τον τραυματισμό. Το Δικαστήριο κατά τον υπολογισμό των γενικών αποζημιώσεων λαμβάνει υπόψη του το γεγονός ότι ο ενάγοντας υπέστη κάταγμα έσω σφυρού, συντριπτικό κάταγμα έξω σφυρού, τραύματα τα οποία αντιμετωπίστηκαν χειρουργικά, ακινητοποιήθηκε για περίοδο 6 εβδομάδων με γύψο και υπεβλήθη εκ νέου σε εγχείρηση για αφαίρεση των υλικών οστεοσύνθεσης στις 3.2.
  1. Δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία αναφορικά με τον χρόνο νοσηλείας μετά την πρώτη εγχείρηση και κατά την δεύτερη εγχείρηση εισήχθηκε στο νοσοκομείο στις 2.6.09 και εξήλθε στις 4.2.
  2. Του δόθησαν οδηγίες να βαδίζει με πατερίτσες. Μέχρι τις 15.6.09 του δόθησαν οδηγίες να φορτίσει το σκέλος και επάνοδο στο φυσιολογικό. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 5, ιατρικό πιστοποιητικό ημερ. 22.5.08, η κίνηση της άρθρωσης ελέγχθηκε πλήρως σύμφωνα με εξέταση η οποία έγινε προ ημερών όπως κατάγραψε ο ιατρός. Λαμβάνοντας υπόψη ότι σύμφωνα με την ιατρική μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί δεν έχει καταδειχθεί οποιοδήποτε κατάλοιπο των τραυμάτων στον ενάγοντα, δεν έχει καταδειχθεί με οποιαδήποτε μαρτυρία η μελλοντική απώλεια απολαβών, έχοντας υπόψη επίσης την φύση των τραυμάτων, το γεγονός ότι ο ενάγοντας υπεβλήθη σε δυο χειρουργικές επεμβάσεις, τον πόνο και ταλαιπωρία του, κρίνω ότι το ποσό των €25.000.- κρίνεται δικαιολογημένο ως γενικές αποζημιώσεις. Για την εν λόγω κατάληξη καθοδήγηση αντλήθηκε από τη νομολογία, η οποία αν και δεν είναι δεσμευτική εφόσον κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της γεγονότα, βοηθητική υπήρξε η απόφαση στην υπόθεση Κυριάκου Ρολάνδος ν. Μάριου Σβανά,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1810, στην οποία επιδικάστηκε πρωτόδικα το ποσό των €25.000.- και κατ' έφεση αυξήθηκε σε €35.000.- ως γενικές αποζημιώσεις για παρόμοιο τραυματισμό με αυτό του ενάγοντα, όπου όμως είχε συνυπολογιστεί η αδυναμία του εφεσείοντα να διεκδικήσει στο μέλλον προαγωγή στην εργασία του και η επιδείνωση προϋπάρχουσας κατάστασης της υγείας του. Εις ότι αφορά την αξίωση του ενάγοντα για ειδικές αποζημιώσεις, οι οποίες θα πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρώς προσκομίζοντας επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, επαναλαμβάνω ότι ο ενάγοντας δεν έχει παραθέσει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να καταδεικνύει το ύψος των απολαβών του αλλά και το σύνολο το οποίο έχει απωλέσει. Επομένως το ποσό το οποίο θα εδικαιολογείτο προς επιδίκαση ως ειδικές αποζημιώσεις ανέρχεται σε €445.68σ (€95,68σ για τα έξοδα έκδοσης ιατρικού πιστοποιητικού του νοσοκομείου και ποσό €350.- αναφορικά με τα έξοδα του Δρ. Κατσιάμη) το οποίο έχει δηλωθεί ως παραδεκτό από πλευράς Υπεράσπισης. Κατά συνέπεια, εάν ήθελε κριθεί πως η εναγόμενη ευθύνεται για το ατύχημα και επί πλήρους ευθύνης, θα επεδικάζοντο υπέρ του ενάγοντος και εναντίον της εναγομένης αφ΄ ενός το ποσόν των €25.000, ως γενικές αποζημιώσεις και αφετέρου το συνολικό ποσόν των €445.68σ, ως ειδικές αποζημιώσεις. Το δε ποσόν των €25.000.- θα έφερε τόκο με νόμιμο επιτόκιο από την ημερομηνία καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης 12.10.10 μέχρι εξοφλήσεως, εφόσον δεν έχει δικαιολογηθεί η καθυστέρηση από την ημέρα του ατυχήματος 10.8.07 μέχρι την καταχώρηση της Αγωγής στις 07.05.2009, ούτε η καθυστέρηση από την ημερομηνία όπου ολοκληρώθηκε και η δεύτερη εγχείρηση στις 3.6.09 και τα τραύματα του ενάγοντα ήταν γνωστά μέχρι την 12.10.10 όπου καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης. Το ποσόν των €445.68σ, για τους ίδιους λόγους με πιο πάνω, θα έφερε επίσης τόκο με νόμιμο επιτόκιο από τις 12.10.2010, ημερομηνία καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης, μέχρι εξοφλήσεως. Όμως, η αρχική διαπίστωση πώς δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε αμελής συμπεριφορά εκ μέρους της εναγομένης οδηγεί την αγωγή σε αποτυχία. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντος. (Yπ.) .............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other/Final/2259-09accidentdamages cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.