← Κύπρος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 27/7/2016

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 27/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A347 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2180/2010 Μεταξύ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ Eνάγουσα -και- 1. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ 2. ΜΑΡΙΟΥ ΤΣΙΑΤΤΑΛΟΥ 3. ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ 4. ΑΧΙΛΛΕΙΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ Εναγομένων Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 20.12.2011 Μεταξύ: ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ Eνάγουσα -και- 1. ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ 2. ΜΑΡΙΟΥ ΤΣΙΑΤΤΑΛΟΥ 3. ΑΝΔΡΕΑ ΙΩΑΝΝΟΥ 4. Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλλειον Λτδ, το οποίο τελεί εργασίες με την εμπορική επωνυμία Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων --------------- Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2016 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Αγγελίδης με κα Γ. Ζαχαρία Για τους Εναγόμενους 1 και 3: κ. Ε. Πουργουρίδης Για τον Εναγόμενο 2: κ. Μ. Γεωργίου Για τους Εναγόμενους 4: Ουδεμία Εμφάνιση ---------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την πιο πάνω αγωγή που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 22.4.2010, διεκδικεί από τους Εναγόμενους αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και ειδικές ζημιές που έχει υποστεί συνεπεία κατ' ισχυρισμόν ιατρικής αμέλειας και ή παράβασης των καθηκόντων των Εναγομένων, ήτοι: 1) Του Εναγόμενου 1 που είναι ορθοπεδικός χειρουργός, τραυματολόγος. 2) Του Εναγόμενου 2, αναισθησιολόγου. 3) Του Εναγόμενου 3, παθολόγου και 4) Του Εναγόμενου 4, Ιδιωτικού Ιατρικού Κέντρου («Αχίλλειον»). Είναι παραδεκτό ότι η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε χειρουργικές επεμβάσεις στο ιατρικό κέντρο των Εναγομένων 4, που αποσκοπούσαν στην ευθυγράμμιση και επιμήκυνση των κάτω άκρων της. Ειδικότερα: α) Στις 25.3.2008 υποβλήθηκε στην πρώτη χειρουργική επέμβαση, η οποία αφορούσε την επιμήκυνση και ευθυγράμμιση της δεξιάς κνήμης και του αριστερού μηρού. Ακολούθησε δεύτερη χειρουργική επέμβαση στην αριστερή κνήμη και το δεξιό μηρό, όπως υποδεικνύεται στη συνέχεια. Η πρώτη χειρουργική επέμβαση διενεργήθηκε από τον Εναγόμενο 1. Αναισθησιολόγος ήταν ο Εναγόμενος 2 και ο Εναγόμενος 3 ήταν μέλος της ιατρικής ομάδας, παρακολουθώντας την εξέλιξη της πορείας αποθεραπείας της. Παρέμεινε για μία περίπου εβδομάδα στο Αχίλλειον, όπου της παρεχόταν ιατρική περίθαλψη και ακολούθως της δόθηκε εξιτήριο. Επέστρεψε στην κλινική μετά από δύο εβδομάδες, λόγω αφόρητων πόνων και παρέμεινε για τέσσερεις ημέρες, κατά τις οποίες έτυχε θεραπείας για αντιμετώπιση του πόνου με ενέσιμα παυσίπονα. Έλαβε εξιτήριο αλλά επέστρεψε ξανά στο Αχίλλειον στις 29.4.2008 παραπονούμενη και πάλι για αφόρητους πόνους. Με εισήγηση του Εναγόμενου 1 τοποθετήθηκε, για πρώτη φορά, από άλλο αναισθησιολόγο της κλινικής (Δρ. Κορμός, Μ.Υ.6), επισκληρίδιος καθετήρας για αντιμετώπιση του πόνου. Παρεμβάλλεται εδώ ότι η επέμβαση στην οποία υποβλήθηκε η Ενάγουσα είναι ιδιαίτερα επώδυνη, γεγονός που δεν αμφισβητείται από οποιαδήποτε πλευρά. β) Η δεύτερη χειρουργική επέμβαση διενεργήθηκε στις 15.12.2008 και πάλι από τον Εναγόμενο 1. Αφορούσε, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, την επιμήκυνση της αριστερής κνήμης και του δεξιού μηρού, εφόσον είχε προηγηθεί η πρώτη επέμβαση στη δεξιά κνήμη και τον αριστερό μηρό. Η αναισθησία χορηγήθηκε και πάλι από τον Εναγόμενο 2, ο οποίος τοποθέτησε επισκληρίδιο καθετήρα για χορήγηση της διεγχειριτικής και μετεγχειρητικής αναλγησίας. Ο επισκληρίδιος καθετήρας αφαιρέθηκε στις 23.12.2008 και η Ενάγουσα εξήλθε της κλινικής τις 27.12.2008. γ) Στις 28.1.2009 η Ενάγουσα υποβλήθηκε σε μικροεπέμβαση για απελευθέρωση μίας βίδας που κρίθηκε ότι εμπόδιζε τη διαδικασία επιμήκυνσης. Την ίδια ημέρα τοποθετήθηκε επισκληρίδιος καθετήρας από τον Εναγόμενο 2 για αντιμετώπιση των αφόρητων πόνων που αντιμετώπιζε η Ενάγουσα, λόγω της προηγηθείσας (δεύτερης) χειρουργικής επέμβασης. Υπήρξε δυστυχώς σοβαρή επιπλοκή που έμελλε να έχει δραματικές συνέπειες στην υγεία της Ενάγουσας. Συγκεκριμένα στις 21.2.2009, υποβλήθηκε σε εξέταση μαγνητικής τομογραφίας η οποία έδειξε, ανάμεσα σε άλλα, την ύπαρξη επισκληρίδιου αποστήματος (ή συλλογής, με βάση τη θέση της Υπεράσπισης). Κρίθηκε ότι χρειαζόταν άμεση χειρουργική επέμβαση για αφαίρεση του αποστήματος η οποία διενεργήθηκε την ίδια ημέρα από το νευροχειρουργό Γιάννη Ιωάννου Μ.Ε.2. Η επέμβαση στέφθηκε με επιτυχία, εφόσον το επισκληρίδιο απόστημα αφαιρέθηκε, πλην όμως η Ενάγουσα παρέμεινε παραπληγική από τη μέση και κάτω. Όπως είναι παραδεκτό, η βλάβη έχει καταστεί μόνιμη και η Ενάγουσα έχει καθηλωθεί έκτοτε σε αναπηρικό τροχοκάθισμα. Σημειώνεται πως μετά την επέμβαση η κατάσταση της υγείας της ήταν πολύ σοβαρή και αντιμετώπισε άμεσο κίνδυνο η ζωή της. Με την κατάλληλη όμως θεραπευτική αγωγή ο κίνδυνος αντιμετωπίστηκε αλλά η μόνιμη ως άνω βλάβη έχει παραμείνει και θα τη συνοδεύει για το υπόλοιπο της ζωής της. Σημειώνεται περαιτέρω πως η παραπληγία της Ενάγουσας συνοδεύεται και από απώλεια ελέγχου της ουροδόχου κύστης και του ορθού. Όπως έχει αναφερθεί, η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι η ανωτέρω βλάβη στην υγεία της προκλήθηκε από αμελείς πράξεις ή και παραλείψεις των Εναγομένων γι' αυτό και καταχώρισε την παρούσα αγωγή με την οποία διεκδικεί αποζημιώσεις. Το κεφάλαιο των αποζημιώσεων έχει συμφωνηθεί. Δηλώθηκε από κοινού ότι στη βάση πλήρους ευθύνης οι ζημιές της Ενάγουσας ανέρχονται σε €1.300.000 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Διευκρινίστηκε δε ότι το ποσό των €450.000 αφορά τις γενικές αποζημιώσεις και το υπόλοιπο ποσό των €850.000 τις ειδικές ζημιές της Ενάγουσας. Παρέμεινε έτσι να αποφασιστεί το ζήτημα της ευθύνης. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η παραπληγία της οφείλεται σε μόλυνση η οποία δημιουργήθηκε στον επισκληρίδιο χώρο, λόγω της τοποθέτησης του επισκληρίδιου καθετήρα και της ύπαρξης του για μεγάλο χρονικό διάστημα, χωρίς την ενδεδειγμένη μέριμνα και φροντίδα από τους Εναγόμενους. Η μόλυνση προκάλεσε τη δημιουργία του επισκληρίδιου αποστήματος, το οποίο προκάλεσε βλάβη στο νωτιαίο μυελό (εγκάρσια μυελίτιδα) που είχε ως αποτέλεσμα την παραπληγία. Οι Εναγόμενοι, εισηγείται, παρέλειψαν να ασκούν τον απαραίτητο υπό τις περιστάσεις έλεγχο, παρά το γεγονός ότι η ίδια παρεπονείτο για πόνους στην πλάτη και την κοιλιακή χώρα, ενόσω τελούσε υπό την επίβλεψη και τη φροντίδα τους, εντός του Αχίλλειου Νοσοκομείου. Η εκδοχή της υποστηρίχθηκε με την ένορκη μαρτυρία της ιδίας (Μ.Ε.6) και άλλων έξι μαρτύρων, ήτοι: του Δρ. Eyal Heller χειρουργού ορθοπεδικού από το Ισραήλ (M.E.1), του Δρ. Γιάννη Ιωάννου, νευροχειρουργού (Μ.Ε.2), της φίλης της Ενάγουσας Ulrike Henning (M.E.3), της ψυχολόγου Άντρεας Στυλιανού (Μ.Ε.4), του Δρ. Silvin Brill, αναισθησιολόγου από το Ισραήλ (Μ.Ε.5) και του γραφολόγου Ανδρέα Παναγιώτου (Μ.Ε.7). Σημειώνεται ότι η μαρτυρία των Μ.Ε.3 και 4, σχετίζεται αποκλειστικά με το θέμα των αποζημιώσεων, οι οποίες έχουν συμφωνηθεί. Δεν απαιτείται, συνεπώς, οποιαδήποτε ενασχόληση με τη μαρτυρία αυτή. Προτού επιχειρηθεί σύνοψη της μαρτυρίας, κρίνεται χρήσιμο να γίνει αναφορά σε κάποια από τα έγγραφα που έχουν κατατεθεί από κοινού, κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Πρόκειται για έγγραφα που σχετίζονται με ιατρικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε η Ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της παραμονής και νοσηλείας της στο Αχίλλειον, καθώς και έγγραφα που αφορούν ενέργειες των Εναγομένων ή άλλων μελών του ιατρικού και παραϊατρικού προσωπικού της κλινικής των Εναγομένων 4. Ανάμεσα σε άλλα, κατατέθηκαν τα αποτελέσματα των εργαστηριακών αναλύσεων που διενεργήθηκαν στις 11.2.2009 και 20.2.2009 (Τεκμήρια 46-50) καθώς και τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας που διενεργήθηκε στις 21.2.2009 (Τεκμήριο 51) στο οποίο καταγράφονται τα απεικονιστικά ευρήματα και συμπεράσματα. Εκτενής αναφορά στο περιεχόμενο των υπό αναφοράν τεκμηρίων θα γίνει στη συνέχεια, εφόσον δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση από τους διαδίκους και διαφορετική εκτίμηση όσον αφορά τη σημασία των αποτελεσμάτων. Στο παρόν στάδιο είναι αρκετό να καταγραφούν τα ευρήματα και συμπεράσματα της ακτινοδιαγνώστου (Μ. Παντζιαρά-Σκαπούλλη) που διενήργησε τη μαγνητική τομογραφία, όπως καταγράφονται στο Τεκμήριο 51. Τούτο γιατί αποτέλεσε το υπόβαθρο, επί του οποίου στηρίχθηκε, κατά κύριο λόγο, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων της Ενάγουσας (Μ.Ε.1 και Μ.Ε.5). Το Τεκμήριο 51 έχει ως ακολούθως: «Όνομα ΜΑΡΚΑΝΤΩΝΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ Ημερομηνία γέννησης: 15.03.1964 Ημερομηνία εξέτασης: 21.2.2009 Παραπέμπων Ιατρός: δρ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ ΟΣΦΥΙΚΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΚΑΙ ΘΩΡΑΚΙΚΗΣ ΜΟΙΡΑΣ ΣΠΟΝΔΥΛΙΚΗΣ ΣΤΗΛΗΣ: ΤΕΧΝΙΚΗ:Η εξέταση έγινε με T2W/TSE. T1W/TSE, ακολουθίες σε εγκάρσιο και οβελιαίο επίπεδο ως επίσης STIR ακολουθία σε στεφανιαίο επίπεδο. ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΤΙΚΑ EYPHΜATA: Παρατηρείται συλλογή πιθανότατα επισκληρίδια (στην Τ2 SAGGITAL ακολουθία) έμπροσθεν των σπονδυλικών τόξων των Θ11 εώς και Ο2 σπονδύλων κεφαλοουριαίας διαμέτρου 7cm και μέγιστης εγκάρσιας διαμέτρου 7mm. Η εν λόγω συλλογή φέρει φυσσαλίδες αέρα και είναι πλέον συμβατή με αποστηματική κοιλότητα ενώ φαίνεται να απωθεί προς τα πρόσω και δεξιά το νωτιαίο μυελό. Στο ίδιο επίπεδο παρατηρείται και μικρή υποσκληρίδια συλλογή . Υψηλής έντασης σήμα στις Τ2 ακολουθίες παρουσιάζουν και τα σώματα των Ο1 και Θ12 σπονδύλων ως επί σπονδυλίτιδας. Οιδηματώδης απεικονίζεται ο αριστερός ψοίτης μυς εντός του οποίου παρατηρείται συλλογή - απόστημα διαστάσεων 5*2cm περίπου. Συνυπάρχει μικρή περινεφρική συλλογή αριστερά. Υψηλής έντασης σήμα παρουσιάζει και ο μυελός από το ύψος του Θ8 σπονδύλου μέχρι και τον μυελικό κώνο, ως επί εγκάρσιας μυελίτιδας ενώ παρατηρείται έντονη πρόσληψη από τις μήνιγγες αντίστοιχα κατά τόπους(επέκταση της φλεγμονής και στις μήνιγγες). Πρόσληψη της IV χορηγούμενης παραμαγνητικής ουσίας παρουσιάζει κατά τόπους και ο Νωτιαίος Μυελός. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: -φλεγμονή του αριστερού ψοίτη και παρουσία ενδομυϊκού αποστήματος. -επίσκληρίδια συλλογή οπισθίως και επί τα αριστερά του μηνιγγικού σάκκου στο επίπεδο Θ11 εώς 02, και μικρή υποσκληρίδια αντίστοιχα -εικόνα μηνιγγίτιδας και εγκάρσιας μυελίτιδας από το επίπεδο του Θ8 σπονδύλου μέχρι και το μυελικό κώνο.» Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Στη γραπτή κατάθεση της (Έγγραφο Γ), η Ενάγουσα αναφέρεται αρχικά στις συνθήκες κάτω από τις οποίες αποφάσισε να υποβληθεί στις επίδικες χειρουργικές επεμβάσεις για ευθυγράμμιση και επιμήκυνση των κάτω άκρων. Όπως εξηγεί, γνώρισε τον Εναγόμενο 1 το έτος 2005, όταν νοσηλεύθηκε στο Αχίλλειον μετά από πτώση της από το άλογο, ενώ έκανε ιππασία. Συζήτησαν, τότε, το ενδεχόμενο τέτοιας επέμβασης, στην οποία αποφάσισε να υποβληθεί μετά από πολλές συζητήσεις που είχε με τον Εναγόμενο 1, τον οποίο είχε εμπιστευθεί. Ο Εναγόμενος 1, αναφέρει, γνώριζε τη φύση της εργασίας της (ανώτερη αεροσυνοδός) και τα αθλήματα στα οποία επιδιδόταν (ιππασία, πτώσεις με αλεξίπτωτο, καταδύσεις, σκι, τένις κ.α.). και την είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα είχε επιπτώσεις στην καριέρα της και δεν θα επηρεάζονταν οι δραστηριότητες της. Της ανέφερε ότι το συνολικό χρονικό διάστημα που απαιτείτο για όλες τις επεμβάσεις ήταν γύρω στους 10 μήνες και την εφοδίασε με σχετική βεβαίωση (Τεκμήριο 149) για σκοπούς εξασφάλισης άδειας από την εργασία της. Σε σχέση με την πρώτη επέμβαση, αναφέρει ότι διενεργήθηκε από τον Εναγόμενο 1 στις 25.3.2008 με αναισθησιολόγο τον Εναγόμενο 2 και τον Εναγόμενο 3 να αποτελεί μέρος της ομάδας του. Έλαβε εξιτήριο σε μία εβδομάδα αλλά επέστρεψε στο Αχίλλειον μετά από 14 ημέρες, λόγω αφόρητων πόνων, οι οποίοι αντιμετωπίστηκαν με ενέσιμα παυσίπονα από τους Εναγόμενους 1 και 3. Αφού παρέμεινε για 4 ημέρες έλαβε εκ νέου εξιτήριο αλλά επέστρεψε και πάλι στο Αχίλλειον με αφόρητους πόνους στις 29.4.2008. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 της χορήγησαν αρχικά ενέσιμα παυσίπονα αλλά οι πόνοι δεν υποχωρούσαν και έτσι αποφάσισαν να τοποθετήσουν επισκληρίδιο καθετήρα. Για πρώτη φορά, αναφέρει, έμαθε για την ύπαρξη αυτής της μεθόδου και για τη χρησιμότητα της, από τον Εναγόμενο 1. Χωρίς να της εξηγήσουν, συνεχίζει, για τους κινδύνους από τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα, ανέθεσαν, στο Δρ. Κορμό (Μ.Υ.6) να τον τοποθετήσει, όπως και έγινε. Προηγουμένως, ανέφερε, της ζήτησαν να υπογράψει συγκατάθεση την οποία υπέγραψε χωρίς να της δοθούν επεξηγήσεις. Κατέθεσε αντίγραφα των δελτίων συγκατάθεσης (Τεκμήριο 151), προσθέτοντας ότι τα υπόγραψε ασυμπλήρωτα. Διερωτήθηκε δε πότε και πως συμπληρώθηκαν τα δελτία συγκατάθεσης που παρουσίασε η πλευρά των Εναγομένων (έγγραφα Ω1 και Ω3 προς Αναγνώριση). Κατά τη δεύτερη χειρουργική επέμβαση, η οποία, όπως αναφέρει, διενεργήθηκε από τον Εναγόμενο 1 στις 15.12.2008, τοποθετήθηκε από την αρχή επισκληρίδιος καθετήρας από τον Εναγόμενο 2, για να αντιμετωπιστούν, όπως της αναφέρθηκε, οι πόνοι. Παρουσίασε σχετικό ιατρικό σημείωμα του Εναγομένου 1 στο οποίο επεξηγείται το είδος της επέμβασης (Τεκμήριο 152) παραπέμποντας, περαιτέρω, στο Τεκμήριο 29, που επιβεβαιώνει την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα στις 15.12.2008. Συνεχίζοντας, αναφέρει πως υποβαλλόταν σε ακτινολογικό έλεγχο σε εβδομαδιαία βάση, ο οποίος αξιολογείτο από τον Εναγόμενο 1. Στην τελευταία ακτινογραφία, την ενημέρωσε ότι χρειαζόταν να υποβληθεί σε κάποια μικροεπέμβαση για απελευθέρωση της βίδας η οποία μπλοκαρίστηκε. Διευθετήθηκε, έτσι, 3η χειρουργική επέμβαση, η οποία διενεργήθηκε στις 28.1.2009 και πάλι από τον Εναγόμενο 1. Μετά από συνεννόηση των Εναγομένων 1 και 3, τοποθετήθηκε εκ νέου επισκληρίδιος καθετήρας για αντιμετώπιση των πόνων. Την επόμενη ημέρα δεν είχε αίσθηση του δεξιού ποδιού της και είχε επίσης μειωμένη κινητικότητα, γεγονός που ανέφερε στον Εναγόμενο 3, ο οποίος την καθησύχασε, αφού συνεννοήθηκε και με τους Εναγόμενους 1 και 2. Παρέμεινε κλινήρης στην κλινική μέχρι την ημερομηνία που διαπιστώθηκε η παραπληγία της. Επαραπονείτο συνεχώς, τόσο στον Εναγόμενο 3, όσο και στο νοσοκομειακό προσωπικό και τους φυσιοθεραπευτές, για πόνους στα πόδια καθώς και στην πλάτη και για μειωμένη κινητικότητα του δεξιού ποδιού της. Ο Εναγόμενος 1, αναφέρει, την επισκεπτόταν καθημερινά ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 3 πολύ αραιά. Οι πόνοι στην πλάτη σταδιακά αυξάνονταν, γεγονός για το οποίο ενημέρωνε τον Εναγόμενο 3 και το νοσηλευτικό προσωπικό. Στις 19.2.2009, καταλήγει, οι πόνοι επεκτάθηκαν και στην κοιλιακή χώρα και έγιναν αφόρητοι. Το απόγευμα της 20.2.2009 ο Εναγόμενος 2 της αφαίρεσε τον επισκληρίδιο καθετήρα και υποβλήθηκε σε εξέταση από τον γιατρό Καραϊσκάκη (γενικό χειρουργό) μετά από τα παράπονα της για έντονο πόνο στην κοιλιακή χώρα, τον οποίο η ίδια είχε αποδώσει σε σκωληκοειδίτιδα. Την ίδια ημέρα υποβλήθηκε σε αιματολογικές εξετάσεις μετά από οδηγίες των Εναγόμενων 1 και 3. Σε ανάλογες αιματολογικές εξετάσεις, αναφέρει, είχε υποβληθεί και στις 11.2.2009, μετά από τα παράπονα της για πόνους στην πλάτη. Παρόλο, προσθέτει, που οι εξετάσεις έδειξαν ψηλούς δείκτες μόλυνσης, η ίδια δεν ενημερώθηκε και το πληροφορήθηκε αργότερα, μετά από τα τραγικά αποτελέσματα. Την επομένη, καταλήγει, υποβλήθηκε σε μαγνητική τομογραφία και την ενημέρωσε ο Εναγόμενος 3 ότι είχε μόλυνση στο νωτιαίο μυελό και έπρεπε να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Κλήθηκε για το σκοπό αυτό ο νευροχειρουργός Γιάννης Ιωάννου (Μ.Ε.2) τον οποίο, αναφέρει, είδε για πρώτη φορά λίγο πριν από την επέμβαση. Πριν από την επέμβαση, ο Μ.Ε.2 προέβη σε εξειδικευμένη εξέταση και διαπίστωσε την παραπληγία, η οποία επιβεβαιώθηκε και μετά από το χειρουργείο. Στη συνέχεια της δήλωσης της αναφέρεται στον κίνδυνο που αντιμετώπισε η ζωή της, μέχρι να καταπολεμηθεί η μόλυνση που υπήρχε εντός του νωτιαίου μυελού. Υποστηρίζει ότι οι Εναγόμενοι επέδειξαν αδιαφορία, παραγνωρίζοντας τα συνεχή παράπονα της και τα εμφανή σημάδια μόλυνσης που υπήρχαν. Η αμέλεια και η αδιαφορία τους, καταλήγει, είχε καταστροφικά αποτελέσματα για την υγεία της που την καθήλωσαν σε αναπηρικό καροτσάκι με όλα τα τραγικά επακόλουθα. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο των Εναγομένων 1 και 3 επανέλαβε ότι είχε παραπονεθεί για πόνους στην πλάτη οι οποίοι με την πάροδο των ημερών εντείνονταν. Ανέφερε, επίσης πως οι πόνοι στην κοιλιά μεγεθύνθηκαν στις 18 με 19.2.2009 και συνεχίστηκαν για ολόκληρη την ημέρα στις 20.2., οπότε κλήθηκε ο γιατρός Καραϊσκάκης το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου. Σε ερώτηση πως αντέδρασε ο Εναγόμενος 1 όταν τον ενημέρωσε, όπως υποστήριξε, για πόνους στην κοιλιά, απάντησε πως αύξησε τη δόση των παυσίπονων που της χορηγούσαν, μέσω του επισκληρίδιου καθετήρα. Της υποβλήθηκε ότι για πρώτη φορά παραπονέθηκε για πόνο στην κοιλιά το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου 2009, θέση που αρνήθηκε, επαναλαμβάνοντας ότι το είχε αναφέρει στον Εναγόμενο 3 στις 18.2.2009. Της υποβλήθηκε περαιτέρω ότι η παράλυση προήλθε από οξεία απόφραξη της τροφοδοσίας του Τ8, λόγω της μόλυνσης που υπήρχε στον ψοϊτή μυ και ουδεμία σύνδεση ή σχέση είχε η παραπληγία της με τη συλλογή στον επισκληρίδιο χώρο. Αντεξεταζόμενη από τον, τότε, συνήγορο του Εναγόμενου 2, επανέλαβε ότι είχε παραπονεθεί για πόνο στην πλάτη και στην κοιλιά τουλάχιστον μια βδομάδα πριν από τις 20.2.2009, οι οποίοι σταδιακά αυξάνονταν. Της υποβλήθηκε από το συνήγορο ότι για πρώτη φορά παραπονέθηκε στον Εναγόμενο 2 ότι είχε ενοχλήσεις στην πλάτη με προέκταση στο πλευρό το βράδυ της 19.2.2009, θέση την οποία απέρριψε, επαναλαμβάνοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ Μ.Ε.2 Γ. ΙΩΑΝΝΟΥ Όπως έχει αναφερθεί, ο Μ.Ε.2 (νευροχειρουργός) κλήθηκε στις 21.2.2009, αμέσως μετά τη μαγνητική τομογραφία (Τεκμήριο 51). Είδε για πρώτη φορά την Ενάγουσα, είπε, την ημέρα του χειρουργείου. Είχε κληθεί από τον Εναγόμενο 1 για να εξετάσει την κινητικότητα των κάτω άκρων και ακολούθως να προχωρήσει σε χειρουργική επέμβαση για αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού. Από την προεγχειρητική εξέταση διαπίστωσε πλήρη απώλεια κινητικότητας των κάτω άκρων (κάτω από το επίπεδο του Θ9). Κατέθεσε και επεξήγησε σχετική ιατρική έκθεση που ετοίμασε (Τεκμήριο 137) η οποία συνυπογράφεται και από τον Εναγόμενο 1, που ήταν ο θεράπων ιατρός της. Στην έκθεση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι από την προεγχειριτική νευρολογική εξέταση διαπίστωσε ότι υπήρχε απουσία αντανακλαστικών των κάτω άκρων και πλήρης απώλεια λειτουργίας της ουροδόχου κύστεως και του ορθού. Κρίθηκε αναγκαία η άμεση χειρουργική επέμβαση για αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού, η οποία διενεργήθηκε την ίδια ημέρα στην παρουσία του Εναγόμενου 1. Κατά την επέμβαση, έγινε αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού με την αφαίρεση του επισκληρίδιου αποστήματος, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 137. Ακολούθησε μετεγχειρητική εξέταση χωρίς οποιαδήποτε ουσιαστική αλλαγή της εικόνας της ενάγουσας, όσον αφορά την κινητικότητα των ποδιών και τη λειτουργία του ορθού και της ουροδόχου κύστης. Ετοιμάστηκε και 2η ιατρική έκθεση από τον Μ.Ε.2 τον Μάιο του έτους 2009 (Τεκμήριο 138) στην οποία επαναλαμβάνεται το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 137. Αναφέρεται μικρή βελτίωση σε σχέση με τη νευρολογική εξέταση της 21.2.2009, με την εμφάνιση επιπέδου αισθητικότητας στο ύψος του Ο1. Η δεύτερη έκθεση ετοιμάστηκε για σκοπούς εισαγωγής της Ενάγουσας σε ειδικό κέντρο αποκατάστασης, προκειμένου να εκμεταλλευθεί κάθε δυνατή πιθανότητα περαιτέρω βελτίωσης. Για την αξιολόγηση της κατάστασης της Ενάγουσας, ανάφερε, έλαβε υπόψη το MRI και είχε συζήτηση με τους γιατρούς που αποτελούσαν την ομάδα που παρακολουθούσε την Ενάγουσα. Του ζητήθηκε από το συνήγορο της Ενάγουσας να εξηγήσει τι σημαίνει επισκληρίδιο απόστημα και ανάφερε πως είναι μια συλλογή φλεγμονώδους αιτιολογίας η οποία βρισκόταν πάνω στη σκληρή μήνιγγα. Σε άλλη σχετική ερώτηση ανέφερε πως κατά την επέμβαση που διενήργησε διαπίστωσε την ύπαρξη της φλεγμονώδους αυτής συλλογής την οποία αφαίρεσε. Υπήρχαν, ανέφερε, τυροειδείς και κοκκοματώδεις ιστοί τους οποίους αφαίρεσε. Πρόκειται, εξήγησε, για φλεγμονώδεις αντιδράσεις της περιοχής. Του ζητήθηκε στη συνέχεια να ερμηνεύσει τον όρο αποστηματική κοιλότητα και εξήγησε πως είναι μια φλεγμονώδης αντιδραστική μεταβολή η οποία συσσωρεύθηκε πάνω στο νωτιαίο μυελό. Ρωτήθηκε επίσης τη διασύνδεση της ύπαρξης της αποστηματικής κοιλότητας στο νωτιαίο μυελό με τους ψηλούς δείκτες λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και ουδετερόφιλων (NΕUT) καθώς και της αντιδρώσας πρωτεΐνης (CRP). Απάντησε πως δεν μπορεί να τοποθετηθεί, δεδομένου ότι δεν είχε την κλινική εικόνα της κατάστασης της Ενάγουσας κατά το χρόνο εκείνο. Δεν μπορούσε επίσης να τοποθετηθεί κατά πόσο υπάρχει οποιαδήποτε σχέση ή σύνδεση του επισκληρίδιου αποστήματος και της εγκάρσιας μυελίτιδας. Εξήγησε, τέλος, πως η επέμβαση την οποία διενήργησε ήταν ανακουφιστική, υπό την έννοια ότι με την αφαίρεση του αποστήματος απελευθερώθηκε το κανάλι έτσι που να μην μπορεί να προκληθεί περαιτέρω ζημιά στο νωτιαίο μυελό. Υποβλήθηκαν τέλος στο μάρτυρα ερωτήσεις σε σχέση με τη σημασία και τις συνέπιες από την εμβολή ενός αιμοφόρου αγγείου και ανέφερε πως η ζημιά που προκαλείται από την εμβολή εξαρτάται από το είδος του αγγείου. Εάν, είπε, πρόκειται για κεντρικό αγγείο, η βλάβη και η απόφραξη θα είναι καθολική, ενώ εάν πρόκειται για κάποιο δευτερεύον αγγείο («παρακλάδι», όπως το ονόμασε) η εμβολή μπορεί να είναι μικρή και εξελισσόμενη. Όσον αφορά, τέλος, το απόστημα στο ψοϊτη μυ ανέφερε πως δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, καθότι δεν είναι της δικής του ειδικότητας η αντιμετώπιση του προβλήματος. Σε σχετικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση από το συνήγορο των Εναγομένων 1 και 3, συμφώνησε πως με την απόφραξη ενός κεντρικού αγγείου παύουν να τροφοδοτούνται με οξυγόνο τα διάφορα μέρη του ανθρώπινου σώματος στα οποία διακλαδώνεται και παρατηρείται το φαινόμενο της ισχαιμίας. Αποτέλεσμα τούτου, πρόσθεσε, είναι σε πολύ σύντομο χρόνο τα σημεία τα οποία τροφοδοτούνται από την κεντρική αρτηρία πεθαίνουν, αφού δεν οξυγονώνονται. Συμφώνησε περαιτέρω με τη θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι, εφόσον ένα όργανο του οργανισμού παύει να λειτουργεί (πεθαίνει), ο οργανισμός το εκλαμβάνει ως ξένο σώμα και του επιτίθεται, με αποτέλεσμα να αναπτύσσεται μία φλεγμονώδης διεργασία. Συμφώνησε, περαιτέρω, ότι τα φάρμακα που χορηγούνται σε ένα ασθενή μπορεί να εκληφθούν ως ξένο σώμα. Καθώς και με την θέση ότι κάποια νευροτοξικά φάρμακα που μπορεί να εισχωρήσουν στον επισκληρίδιο χώρο είναι δυνατό να προκαλέσουν εγκάρσια μυελίτιδα. Η έκχυση φαρμάκων στον οργανισμό, συμπλήρωσε ο μάρτυρας, μπορεί να αποτελεί μία από τις αιτίες δημιουργίας άσηπτων αποστημάτων. Σε άλλη ερώτηση του συνηγόρου, επανέλαβε ότι η αιτία που προκάλεσε την παράλυση της Ενάγουσας ήταν η εγκάρσια μυελίτιδα. Δεν μπορούσε ωστόσο να αποφανθεί ως προς την αιτία που προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα. Εξήγησε, επίσης, πως δεν μπορούσε να πει κατά πόσο οι ψηλοί δείκτες που διαπιστώθηκαν από τις αιματολογικές εξετάσεις υποδηλώνουν λοίμωξη, επαναλαμβάνοντας πως δεν είχε καμιά κλινική εκτίμηση της άρρωστης πριν από το χειρουργείο. Οι ψηλές παράμετροι, συμπλήρωσε, μπορεί να σημαίνουν διαφορετικά πράγματα τα οποία δεν είναι σε θέση να αναλύσει, χωρίς να έχει την κλινική εικόνα της άρρωστης. Ανέφερε, τέλος, πως κατά την χειρουργική επέμβαση έλαβε διεγχειρητικά δείγματα τα οποία στάληκαν για επιστημονικές εξετάσεις. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ Στο κεφάλαιο αυτό εντάσσεται η μαρτυρία των δύο ιατρών από το Ισραήλ. Ήτοι, του Eyal Heller, (M.E.1) χειρουργού ορθοπεδικής και του Silvin Brill, αναισθησιολόγου (Μ.Ε.5). Θα παρατεθεί επίσης σύνοψη της μαρτυρίας του γραφολόγου Α. Παναγιώτου (Μ.Ε.7). Ο πρώτος ανάφερε ότι εξέτασε την Ενάγουσα στις 20.1.2012 και ετοίμασε ιατρική γνωμάτευση την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 134 (με μετάφραση στα Ελληνικά Τεκμήριο 134(α)). Η γνωμάτευση του στηρίχθηκε στα γεγονότα, όπως του τα εξέθεσε η Ενάγουσα, στα έγγραφα που περιέχονται στον ιατρικό φάκελο, όπως της είχαν δοθεί από τους Εναγόμενους 4, καθώς και στις καταθέσεις που έδωσαν οι Εναγόμενοι στην Αστυνομία, σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Στην έκθεση του, αφού παραθέτει το ιστορικό με τα παράπονα της Ενάγουσας, όπως του είχαν τεθεί από την ίδια, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 1, ως ο θεράπων ιατρός της Ενάγουσας, αγνόησε τους εμφανείς κινδύνους για την υγεία της, εφόσον: α) Αγνόησε τα παράπονα της για τη δυσφορία και τους πόνους που ένοιωθε. β) Παρέλειψε να προβαίνει σε σωστή παρακολούθηση (follow-
  2. up)και σε τακτικούς εργαστηριακούς ελέγχους και απεικονιστικές εξετάσεις. γ) Παράλειψε να διακόψει τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα, παρά τις ενδείξεις που υπήρχαν για μόλυνση. Αναφέρει περαιτέρω ότι το απόστημα στον σπονδυλικό σωλήνα δημιουργείται βραδέως, μέσα σε διάστημα ημερών έως εβδομάδων. Επικαλούμενος βιβλιογραφία (βλ. Τεκμήρια 134(γ), υποδεικνύει ότι τα παράπονα για πόνους και δυσφορία, αποτελούν κόκκινη σημαία προς το θεράποντα ιατρό για να τα διερευνήσει. Το τελικό αποτέλεσμα, καταλήγει, εξηγεί τις αιτιάσεις της ενάγουσας και ανατρέπει τον ισχυρισμό του Εναγόμενου 1 ότι ήταν καλά μέχρι την ημέρα που διαγνώστηκε το απόστημα. Στην έκθεση του αναφέρεται και στο τραγικό αποτέλεσμα της παραπληγίας της Ενάγουσας, το οποίο δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Κατά την ένορκη μαρτυρία του, επανέλαβε πως τα παράπονα της Ενάγουσας για πόνο στην πλάτη και στα πλευρά, σε συνάρτηση και με τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ημερ. 11.2.2009 (Τεκμήρια 46 και 47), έπρεπε να οδηγούσαν τους Εναγόμενους σε περαιτέρω διερεύνηση και οπωσδήποτε στην αφαίρεση του επισκληρίδιου καθετήρα. Αλλά και να μην υπήρχαν παράπονα από την Ενάγουσα, πρόσθεσε, τα αποτελέσματα των ως άνω αναλύσεων, από μόνα τους, έπρεπε να οδηγήσουν τους Εναγόμενους στην αφαίρεση του καθετήρα. Εάν οι Εναγόμενοι τον αφαιρούσαν και προέβαιναν σε περαιτέρω διερεύνηση, μετά από τα αποτελέσματα των εξετάσεων 11.2.2009, η ζωή της Ενάγουσας δεν θα ετίθετο σε κίνδυνο και θα αποφεύγονταν οι τραγικές συνέπειες που έχει υποστεί. Ο λόγος, εξήγησε, είναι επειδή, στο διάστημα των 10 ημερών που μεσολάβησαν (μέχρι τις 21.2.2009), η λοίμωξη επιδεινώθηκε και δημιουργήθηκε το απόστημα που προκάλεσε τη βλάβη στο νωτιαίο μυελό. Τα αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων ημερ. 11.2.2009, υποστήριξε, υποδηλώνουν την ύπαρξη λοίμωξης. Αναφέρθηκε επί του προκειμένου στα Τεκμήρια 46 και 47, τα οποία παρουσιάζουν υψηλές τιμές Αντιδρώσας Πρωτεΐνης (CRP) λευκών αιμοσφαιρίων (WBC) και ουδετερόφιλων (NEUT). Ακόμη ψηλότερες, τιμές, ανάφερε, παρουσιάζονται στις αναλύσεις ημερ. 20.2.2009 (Τεκμήρια 48 και 50). Αναφερόμενος, τέλος, στα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας (Τεκμήριο 51) ανέφερε πως υπάρχουν τρία διακριτά ευρήματα: α) σπονδυλικό επισκληρίδιο απόστημα στο επίπεδο του Θ11 και Ο2. β) Συμπίεση του σπονδυλικού σωλήνα, με έναρξη φλεγμονής και συμπίεσης του νωτιαίου μυελού, και γ) απόστημα στον αριστερό ψοϊτη μυ. Το σπονδυλικό επισκληρίδιο απόστημα, υποστήριξε, είναι συγκέντρωση πύου που δημιουργείται από βακτήρια, τα οποία περικλείονται σε ένα σάκο και ασκούν πίεση στα νεύρα και τα μολύνουν. Η πίεση που ασκείται, σε συνδυασμό με τη λοίμωξη, προκαλεί βλάβη στο νωτιαίο μυελό. Εξέφρασε περαιτέρω την άποψη ότι η λοίμωξη και η βακτηριαιμία στον επισκληρίδιο χώρο, δημιουργήθηκαν από την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα. Εξήγησε, τέλος, ότι η πίεση που ασκούσε το απόστημα επί του νωτιαίου μυελού, προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα που ήταν η αιτία που οδήγησε στην παραπληγία της Ενάγουσας. Κατά την αντεξέταση δέχθηκε πως η τοποθέτηση επισκληρίδιου καθετήρα είναι έργο του αναισθησιολόγου, παρόλο που και ο ίδιος έτυχε να προβεί σε τοποθετήσεις σε κάποιες περιπτώσεις. Από τη στιγμή, όμως, που ο ασθενής εξέρχεται του χειρουργείου και νοσηλεύεται στην κλινική, η παρακολούθηση του γίνεται από τον χειρουργό. Ενόσω πρόσθεσε, ο ασθενής εξακολουθεί να έχει επισκληρίδιο καθετήρα, τελεί κάτω από συνεχή παρακολούθηση και αξιολογείται η κατάσταση του επί καθημερινής βάσεως. Ανάφερε επί του προκειμένου πως οποιοδήποτε παράπονο από τον ασθενή για πόνο, που δεν είναι συμβατός με τη χειρουργική επέμβαση, πρέπει να οδηγεί σε αφαίρεση του καθετήρα, ώστε να απομακρύνεται ο κίνδυνος λοίμωξης. Δεχόμενος περαιτέρω τη θέση που του υποβλήθηκε από το συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 3 (ο οποίος εκπροσωπούσε τότε και τον Εναγόμενο 2), ότι ο ψηλός δείκτης CRP, μπορεί να αποδοθεί σε διάφορους παράγοντες, επεσήμανε πως στη συγκεκριμένη περίπτωση θα έπρεπε να είχε οδηγήσει σε εγρήγορση τους Εναγόμενους, λόγω της ύπαρξης του επισκληρίδιου καθετήρα. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, το γεγονός αυτό ήταν όπως «ένα όπλο που ξεκαπνίνζει». Δικαιολόγησε τη θέση που υποστήριξε στην κύρια εξέταση (ότι το επισκληρίδιο απόστημα αποτελείται από συλλογή πύου), στα συμπτώματα λοίμωξης που είχαν διαγνωστεί από τις αιματολογικές εξετάσεις. Διευκρίνισε ωστόσο, ότι στη μαγνητική τομογραφία, η συλλογή πύου ή υγρού φαινόταν το ίδιο. Κατάθεσε για το σκοπό αυτό εικόνες από τη μαγνητική τομογραφία ημερ. 21.2.2009, Τεκμήριο 51(Α), επεξηγώντας ότι παρουσιάζεται με λευκό χρώμα η συγκεκριμένη συλλογή. Η ίδια απεικόνιση μπορεί να είναι συλλογή από πύο ή από άλλο υγρό. Η συγκεκριμένη συλλογή, πρόσθεσε, είναι ιδιαιτέρως ύποπτη για συγκέντρωση πύου, από τα δεδομένα της περίπτωσης. Του υποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα είχε παρουσιάσει και κατά τις προηγούμενες νοσηλείες της ψηλούς δείκτες CRP και λευκά αιμοσφαίρια, ενώ είχε επισκληρίδιο καθετήρα. Απάντησε πως η εικόνα που παρουσίασε κατά τις προηγούμενες νοσηλείες της, δεν ήταν ανησυχητική, γι' αυτό σημείωσε στην έκθεση του ότι οι προηγηθείσες περίοδοι νοσηλείας της ήταν «ελεύθερες συμβάντων». Στην επιμονή του συνηγόρου ότι κατά τις προηγηθείσες νοσηλείες η ενάγουσα παρουσίαζε υψηλά λευκά και υψηλά ESR και CRP, έδωσε την ακόλουθη απάντηση: «Κατά την άποψη μου το γεγονός ότι διασταυρώνεις το δρόμο χωρίς να κοιτάζεις δεξιά-αριστερά, ενώ περνούν αυτοκίνητα και δεν σε πατά το αυτοκίνητο την πρώτη την δεύτερη ή την τρίτη φορά ή την εκατοστή, δεν σημαίνει ότι είναι υπεύθυνη, ασφαλής.». Του υποβλήθηκε πως η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πρώτη φορά για πόνο στην κοιλιά στις 19.1.2009 και οι Εναγόμενοι προέβησαν, τότε, σε όλες τις δέουσες ενέργειες για τη διερεύνηση και αντιμετώπιση του προβλήματος. Διαφωνώντας, ο μάρτυρας υπόδειξε πως οι Εναγόμενοι είχαν τις ενδείξεις λοίμωξης, με βάση τα εργαστηριακά αποτελέσματα αλλά τα αγνόησαν. Εάν, ανέφερε, η εγχείρηση γινόταν στις 11.2.2009, τα πράγματα θα μπορούσε να ήταν εντελώς διαφορετικά. Συνεχίζοντας ο συνήγορος, εισηγήθηκε στο μάρτυρα ότι η παραπληγία προκλήθηκε λόγω απόφραξης του αγγείου που τροφοδοτεί τον Τ8, λόγω του αποστήματος και της μόλυνσης που υπήρχε στον ψοϊτη μυ. Παρόλο που ο μάρτυρας δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ισχαιμίας από θρόμβωση της τροφοδοσίας του αγγείου που τροφοδοτεί τον Τ8, από το απόστημα του ψοϊτη, υποστήριξε πως είναι πολύ απομεμακρυσμένο σενάριο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, υπόδειξε, υπήρχε καθετήρας στον σπονδυλικό επισκληρίδιο χώρο και είναι πιο πιθανή η δημιουργία του επισκληρίδιου αποστήματος, το οποίο προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα. Το γεγονός ότι η εγκάρσια μυελίτιδα δημιουργήθηκε πιο πάνω από το σημείο που ήταν το απόστημα δεν αποκλείει ότι προκλήθηκε από το επισκληρίδιο απόστημα. Του υποδείχθηκε, τέλος, ότι δεν εντοπίστηκαν μικρόβια στα δείγματα που λήφθηκαν από το στόμιο του καθετήρα καθώς και από άλλα σημεία του επισκληρίδιου χώρου και της συλλογής. Ο μάρτυρας απέδωσε την ανυπαρξία μικροβίων στα δείγματα που λήφθηκαν, στο γεγονός ότι η Ενάγουσα λάμβανε αντιβίωση. Στα ίδια περίπου πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία του Μ.Ε.5. Ως αναισθησιολόγος, ανέφερε, τοποθέτησε πολλές φορές επισκληρίδιους καθετήρες. Εξήγησε την όλη διαδικασία τοποθέτησης, δίδοντας έμφαση στην ενημέρωση του ασθενή. Αναφερόμενος στις επιπλοκές που μπορεί να παρουσιαστούν από τη χρήση επισκληρίδιου καθετήρα, είπε ότι μπορεί να παρουσιαστεί αιμάτωμα ή βλάβη στα νεύρα κατά το πρώιμο στάδιο, ενώ το βασικότερο πρόβλημα που μπορεί να προκύψει στη συνέχεια, είναι η δημιουργία επισκληρίδιου αποστήματος. Την Ενάγουσα, ανάφερε, την είδε για πρώτη φορά έξω από την αίθουσα του Δικαστηρίου την ημέρα που ήλθε στην Κύπρο για να δώσει μαρτυρία. Ενημερώθηκε όμως για το πρόβλημα της και του ζητήθηκε να δώσει τη δική του γνώμη. Αρχίζοντας από τη χρονική περίοδο που είχε τοποθετηθεί ο καθετήρας στην Ενάγουσα, εξέφρασε την άποψη πως επρόκειτο για πολύ μακρά περίοδο και θα έπρεπε να υπήρχε σωστή παρακολούθηση, λόγω των αυξημένων κινδύνων λοιμώξεων. Όσον αφορά το φάρμακο Clexane, ανάφερε πως είναι ένα υποδόριο αντιπηκτικό φάρμακο και θα έπρεπε να είχε σταματήσει η χρήση του 12 τουλάχιστον ώρες πριν από την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα. Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ημερ. 11.2.2009 (Τεκμήρια 46 και 47), ανέφερε πως υπάρχουν ενδείξεις μικροβιακής λοίμωξης, υποδεικνύοντας τα αυξημένα ουδετερόφιλα και της αντιδρώσας πρωτεΐνης. Ενόψει των αποτελεσμάτων αυτών, υποστήριξε, θα έπρεπε να γίνει περαιτέρω διερεύνηση και εάν υπήρχε υποψία επισκληρίδιου αποστήματος θα έπρεπε να αφαιρεθεί ο καθετήρας και να γίνει μαγνητική τομογραφία. Του υποδείχθηκαν, περαιτέρω, τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ημερ. 20.2.2009 (Τεκμήρια 48 και 50) και ανέφερε πως υποδηλώνουν αυξημένες ενδείξεις λοίμωξης. Βλέποντας στη συνέχεια το Τεκμήριο 51, υποστήριξε πως τα αποτελέσματα αποτελούν συνέχεια της λοίμωξης που έδειχναν οι αιματολογικές εξετάσεις. Η καθυστέρηση στη διάγνωση και θεραπεία του αποστήματος, επεσήμανε, αυξάνει τη ζημιά που δυνατόν να προκληθεί. Θα έπρεπε, κατά την άποψη του, οι εξετάσεις να επαναλαμβάνονταν κάθε 1-2 ημέρες. Υπάρχουν, κατέληξε, πρωτόκολλα σε σχέση με τη χρήση επισκληρίδιου καθετήρα. Θα πρέπει να εξετάζεται ο επίδεσμος καθημερινά ή κάθε δεύτερη μέρα και να ελέγχεται το σημείο εισδοχής του καθετήρα, καταγράφοντας κάθε σχετική παρατήρηση, όπως κοκκίνισμα του χώρου κ.α. Κατέθεσε τέλος, σχετική βιβλιογραφία και επιστημονικές μελέτες, που τεκμηριώνουν τη μαρτυρία του (Τεκμήρια 143α-δ). Κατά την αντεξέταση, του υποβλήθηκε ότι οι δείκτες της αντιδρώσας πρωτεΐνης, των λευκών αιμοσφαιρίων και των ουδετερόφιλων, μπορεί να παρουσιάζονται αυξημένα και σε περιπτώσεις φλεγμονών, χωρίς την ύπαρξη λοιμώξεων, όπως για παράδειγμα σε ένα κάταγμα. Απάντησε πως αυτό μπορεί να συμβεί πολύ σπάνια. Τα αυξημένα λευκά και ουδετερόφιλα, όπως και της αντιδρώσας πρωτεΐνης, υποδηλώνουν, επανέλαβε, μόλυνση. Σε άλλη σχετική ερώτηση ανέφερε πως η παρουσία κοκκιωματώδους ιστού σε ένα απόστημα, υποδηλώνει μακροχρόνια φλεγμονή ή μόλυνση. Ο εντοπισμός μικροβίων μέσα σε κοκκιωματώδη ιστό, συμπλήρωσε, συναρτάται από τη χρήση ή όχι αντιβίωσης, αφού με την αντιβίωση σκοτώνονται τα βακτήρια. Του υποδείχθηκε ότι οι εργαστηριακές αναλύσεις που έγιναν στα δείγματα που λήφθηκαν από το στόμιο του καθετήρα και από άλλα σημεία του επισκληρίδιου χώρου, δεν εντοπιστήκαν βακτήρια. Απάντησε πως αυτό μπορεί να οφείλεται στο γεγονός ότι η Ενάγουσα λάμβανε αντιβίωση. Υποβλήθηκε και στον Μ.Ε.5, όπως είχε υποβληθεί και στο Μ.Ε.1, η θέση ότι η Ενάγουσα ήταν ασυμπτωματική μέχρι και το βράδυ της 18.2.2009. Όταν παραπονέθηκε το πρωί της 19.2.2009, για πρώτη φορά, για πόνο οι εναγόμενοι έκαναν όσα τους επέβαλλε η ιατρική επιστήμη. Ο μάρτυρας διαφώνησε με τις υποβολές, επαναλαμβάνοντας πως υπήρχαν ενδείξεις μόλυνσης από τις 11.2.2009, οι οποίες αγνοήθηκαν Τέλος ο Μ.Ε.7, κατέθεσε γραφολογική έκθεση (Τεκμήριο 164) την οποία ετοίμασε μετά από οδηγίες της Ενάγουσας, στην οποία εξηγεί πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 158 αποκλείεται να προέρχεται από την έκδοση των κατευθυντήριων οδηγιών του Portsmouth Hospital για τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα. Παρεμβάλλεται στο σημείο αυτό, ότι το υπό αναφοράν τεκμήριο, υποδείχθηκε στο Μ.Ε.5 κατά την αντεξέταση του από το συνήγορο των Εναγομένων, με σχετική υποβολή ότι είχε συμπληρωθεί από τον Εναγόμενο 2. Ο Εναγόμενος 2, στη δική του μαρτυρία, υποστήριξε ότι το είχε συμπληρώσει ο ίδιος. Η Ενάγουσα υποστήριξε πως το έγγραφο αυτό, αφορά έκδοση του 2010 και δεν θα μπορούσε να είχε συμπληρωθεί από τον Εναγόμενο κατά τον επίδικο χρόνο, καταθέτοντας και τις εκδόσεις που ίσχυαν κατά το έτος 2008 (Τεκμήριο 159) καθώς και τις μεταγενέστερης εκδόσεις 4 και 5, του έτους 2010 (Τεκμήρια 160 και 161, αντίστοιχα). Επανερχόμενος στη μαρτυρία του Μ.Ε.7, εξήγησε πως δεν μπορεί να αποτελεί αντίγραφο του Τεκμηρίου 159 (έκδοση 3) καθόσον διαφέρει ως προς την κάθετη διαστίχωση, ενώ απουσιάζουν οι εγγραφές που αναφέρονται στην επικεφαλίδα του Τεκμηρίου 159. Κατά ανάλογο τρόπο, απουσιάζει η εγγραφή που καταγράφεται στο κάτω μέρος του Τεκμηρίου 159. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι το Τεκμήριο 158 παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με το Τεκμήριο 161, που αποτελεί τη δεύτερη έκδοση του έτους 2010 (έκδοση 5). Αντεξεταζόμενος από το συνήγορο του Εναγομένου 2, συμφώνησε ότι κατά την επεξεργασία ενός εντύπου, μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή, μπορεί να αποκοπούν κάποια τμήματα του, λόγω της μεγέθυνσης του. Του υποβλήθηκε ότι ο Εναγόμενος 2 χρησιμοποιούσε και συνεχίζει να χρησιμοποιεί τις παλαιότερες εκδόσεις. Απάντησε πως δεν του δόθηκαν οι εκδόσεις 1 και 2 και δεν έχει υπόψη του το περιεχόμενο τους. Του υπόδειξε τέλος κάποια διαφορά στα Τεκμήρια 158 και 161 και ειδικότερα στη γραμμή που υπάρχει μεταξύ των αριθμών 2 και 3. Ενώ στο Τεκμήριο 161 η γραμμή φαίνεται να είναι διπλή, στο Τεκμήριο 158 είναι μονή. Ο μάρτυρας απέδωσε τη συγκεκριμένη διαφορά στον τρόπο της εκτύπωσης ή της φωτοτύπησης του Τεκμηρίου. Η εκδοχή των Εναγομένων Στην κοινή υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, υποστηρίζουν πως η επισκληρίδια συλλογή ή το απόστημα ή η εγκάρσια μυελίτιδα δεν συνδέονται με τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα. Υποστηρίζουν, περαιτέρω, ότι η Εναγόμενη παραπονέθηκε για πρώτη φορά για πόνο στην πλάτη κατά ή περί της 19.2.2009 και τότε έλαβαν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα και προέβηκαν σε όλες τις εξετάσεις και αναλύσεις για τη διάγνωση της αιτίας του πόνου. Αρνούνται, τέλος, ότι επέδειξαν αδιαφορία ή ότι παρέλειψαν να ενεργήσουν ως όφειλαν υπό τις περιστάσεις, υποστηρίζοντας ότι η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιοδήποτε σύμπτωμα επισκληρίδιου αποστήματος, πριν από τις 19.2.2009. Η Μαρτυρία των Εναγομένων Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στηρίχθηκαν στη μαρτυρία τους και στη μαρτυρία ακόμη πέντε μαρτύρων. Ήτοι: Του χειρουργού Μ. Καραϊσκάκη (Μ.Υ.1) του φυσιοθεραπευτή Γ. Στούππα (Μ.Υ.2), της Νοσοκόμας Edita Thoma (M.Y.5) του Αναισθησιολόγου Arpad Kormos (Κορμός, Μ.Υ.6) και του Ακτινολόγου Γ. Κολοκασίδη (Μ.Υ.7). Ο Εναγόμενος 1 κατέθεσε ως Μ.Υ.3, ο Εναγόμενος 2 ως Μ.Υ.8 και ο Εναγόμενος 3 ως Μ.Υ.4. Ακολουθεί σύνοψη της μαρτυρίας, αρχίζοντας από τη μαρτυρία των Εναγομένων 1,2 και 3. Οι Εναγόμενοι 1 και 3 αναφέρθηκαν στα προσόντα και τις ειδικότητες τους, εξηγώντας πως η τοποθέτηση επισκληρίδιου καθετήρα δεν αφορά δική τους αρμοδιότητα. Αυτή η διαδικασία, είπαν, εμπίπτει στην ειδικότητα του αναισθησιολόγου, γεγονός που επιβεβαίωσε και ο Εναγόμενος 2. Αφού αναφέρθηκαν στο πιο πάνω παραδεκτό ιστορικό σε σχέση με τις χειρουργικές επεμβάσεις στο Αχίλλειον, υποστήριξαν τα ακόλουθα: Ι) Ουδέποτε η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο στην πλάτη ή την κοιλιά πριν από το βράδυ της 20.2.2009. Ο Εναγόμενος 2, υποστήριξε πως του είχε παραπονεθεί για πόνο στην κοιλιά και στα πλευρά στις 19.2.2009. ΙΙ) Οι αιματολογικές εξετάσεις της 11.2.2009, ήταν εξετάσεις ρουτίνας. Παρόλο, ανέφεραν οι Μ.Υ.3 και 4, που υπήρχαν ψηλοί δείκτες αντιδρώσας πρωτεΐνης και λευκών αιμοσφαιρίων δεν ανησύχησαν, επειδή η Ενάγουσα ήταν ευδιάθετη, απύρετη και δεν είχε εκφράσει οποιαδήποτε παράπονα. ΙΙΙ) Ενόψει και της κλινικής της εικόνας, που ήταν καλή, έκριναν πως δεν ήταν απαραίτητο να προβούν σε περαιτέρω εξετάσεις, αλλά θα περιορίζονταν σε παρακολούθηση της κατάστασης της και θα αποφάσιζαν, ανάλογα με την κλινική της εικόνα, για τυχόν περαιτέρω διερεύνηση. Στην απόφαση τους αυτή, συνέβαλε και το γεγονός ότι παρόμοια αποτελέσματα (ψηλούς δείκτες CRP και WBC) παρουσίασε και κατά τις προηγηθείσες περιόδους νοσηλείας της, όταν της είχε τοποθετηθεί επισκληρίδιος καθετήρας. IV) Όσον αφορά τα παράπονα που εξέφρασε στις 19.2.2009, κατά τον Εναγόμενο 2, και στις 20.2.2009, κατά τους Εναγόμενους 1 και 3, έλαβαν όλα τα δέοντα μέτρα και προέβηκαν σε όλες τις εξετάσεις για διερεύνηση του παραπόνου. Ειδικότερα: α) Ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι παρακολουθούσε καθημερινά την Ενάγουσα και για πρώτη φορά του παραπονέθηκε για ενοχλήσεις στην κοιλιακή χώρα και δεξιά πλευρά, αργά το βράδυ της 19ης Φεβρουαρίου. Επειδή, ανέφερε, είχε λίγο φούσκωμα και ενημερώθηκε από το νοσηλευτικό αρχείο ότι δεν είχε ενεργηθεί για 2-3 ημέρες, της ανέφερε ότι πιθανό να οφειλόταν στο γεγονός αυτό η δυσφορία που ένοιωθε. Αφού την εξέτασε, χωρίς να διαπιστώσει οποιοδήποτε άλλο πρόβλημα, εκτός από ελαφρύ πόνο στην ιεραλαγώνια άρθρωση, έδωσε οδηγίες για παρακολούθηση μέχρι την επομένη το πρωί. Την επομένη, κατέληξε, ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 3 ότι του είχε παραπονεθεί για πόνο στην κοιλιακή χώρα. Έδωσε, τότε, οδηγίες να σταματήσει η χορήγηση φαρμάκων μέσω του επισκληρίδιου καθετήρα, ενώ το μεσημέρι της ίδιας ημέρας, τον αφαίρεσε. Κατά την αφαίρεση, συμπλήρωσε, η Ενάγουσα δεν παρουσίαζε οποιοδήποτε νευρολογικό πρόβλημα και είχε την ίδια αισθητικότητα και κινητικότητα στα κάτω άκρα, όπως και κατά τις προηγούμενες μέρες. β) Ο Εναγόμενος 1, επαναλαμβάνοντας πως δεν του είχε παραπονεθεί ποτέ η Ενάγουσα για πόνο στην πλάτη ή την κοιλιά, υποστήριξε πως την είχε επισκεφθεί για τελευταία φορά στις 19.2.2009, χωρίς να του υποβάλει σχετικό παράπονο, πέρα από τους πόνους στα άκρα, που ήταν αναμενόμενοι, λόγω της φύσης της επέμβασης. Η κατάσταση της, ανάφερε, όσον αφορά τα κάτω άκρα ήταν η ίδια, όπως τις προηγούμενες μέρες. Παράπονο, συμπλήρωσε, για πόνο στην κοιλιά, έκαμε για πρώτη φορά στον Εναγόμενο 3 στις 20.2.2009, ο οποίος προέβη σε κλινική εξέταση και έδωσε οδηγίες για τη διενέργεια εξετάσεων. Ενημερώθηκε, είπε, από τον Εναγόμενο 3, για το παράπονο της, καθώς και για τις ενέργειες που είχε λάβει και την απόφαση του να καλέσει γενικό χειρουργό για να την εξετάσει. Την επομένη, συμπλήρωσε, ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας και ήταν παρών στη χειρουργική επέμβαση που διενήργησε ο Μ.Ε.2. γ) Ο Εναγόμενος 3, υποστήριξε πως κατά τη συνήθη καθημερινή επίσκεψη του στις 20.2.2009, η Ενάγουσα του παραπονέθηκε για πόνο στην κοιλιά και ιδιαίτερα στην περιοχή της κάτω μέσης και κάτω κοιλίας. Εξετάζοντας και ψηλαφώντας την Ενάγουσα, διαπίστωσε ότι είχε ένα ενδοβαθή πόνο. Συζητώντας με την Ενάγουσα, συμπλήρωσε, της είπε για την υποψία του για πιθανή σκωληκοειδίτιδα. Έδωσε αμέσως οδηγίες για αναλύσεις αίματος και ούρων καθώς και για να διενεργηθεί κλύσμα εντέρου, ενόψει και του γεγονότος ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα δυσκοιλιότητας. Προέβη επίσης σε υπερηχογράφημα της κοιλιάς, χωρίς να διαπιστώσει κάποιο οξύ πρόβλημα. Περαιτέρω έδωσε οδηγίες για ακτινογραφίες θώρακος και κοιλίας. Βλέποντας τα αποτελέσματα, συνέχισε, γύρω στο μεσημέρι, έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστεί από χειρουργό και κάλεσε τον γιατρό Καραϊσκάκη (Μ.Ε.1) ο οποίος την εξέτασε το βράδυ. Το βράδυ, μετά από εκτίμηση και των αιματολογικών αποτελεσμάτων, αποφάσισαν με τον Μ.Ε.1, ότι απαιτείτο περαιτέρω διερεύνηση και διευθετήθηκε αξονική τομογραφία η οποία διενεργήθηκε την επομένη το πρωί. Τον εξέπληξε, κατέληξε, το γεγονός ότι διαπιστώθηκε το απόστημα στον ψοϊτη, ενώ ανέμενε κάποια φλεγμονή στο έντερο. V) Ουδέποτε προηγουμένως, υποστήριξαν και επανέλαβαν πολλές φορές κατά την μακρά αντεξέταση τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, τους είχε εκφράσει παράπονο για πόνους στην πλάτη ή στην κοιλιά η Ενάγουσα. Ούτε περιέπεσε στην αντίληψη τους να υπόβαλε τέτοιο παράπονο στο νοσηλευτικό προσωπικό. Επικαλέστηκαν προς τούτο τις γραπτές σημειώσεις των νοσοκόμων (nursing report Τεκμήριο 163) στις οποίες δεν γίνεται αναφορά για πόνο στην πλάτη ή στην κοιλιά, πριν από τις 20.2.2009. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος 2 επικαλέστηκε το έγγραφο με τίτλο Appendix C (Τεκμήριο 158) καθώς τις χειρόγραφες σημειώσεις του (Τεκμήριο 184). Σημειώνεται βέβαια πως η Ενάγουσα αμφισβήτησε τη γνησιότητα των υπό αναφοράν εγγράφων, υποβάλλοντας του πως τα κατασκεύασε εκ των υστέρων, για να δικαιολογήσει τις παραλείψεις του. VI) Στις πολλές και επίμονες ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου της Ενάγουσας, γύρω από τα κατ' ισχυρισμόν παράπονα για πόνους στην πλάτη και στην κοιλιά, που άρχισαν, όπως τους υποβλήθηκε μια βδομάδα πριν από τις 11.2009 και παρουσίαζαν επιδείνωση, παρά την αναλγησία που λάμβανε μέσω του επισκληρίδιου καθετήρα, δήλωσαν κατηγορηματικά πως ουδέποτε έλαβαν χώρα τέτοια παράπονα. Τα μόνα παράπονα που εισέπρατταν από την Ενάγουσα, ανάφεραν και οι τρεις Εναγόμενοι, ήταν για πόνους στα κάτω άκρα, οι οποίοι ήταν αναμενόμενοι λόγω της φύσης της επέμβασης. Δεν υπήρχε λόγος, συμπλήρωσαν οι Εναγόμενοι 1 και 3 να αγνοήσουν τυχόν παράπονα της Ενάγουσας για πόνο στην πλάτη ή την κοιλιά και να μην τα διερευνούσαν. VII) Όσον αφορά τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, ημερομηνίας 11.2.2009 (Τεκμήρια 46 και 47) τους υποβλήθηκε ότι παρουσίαζαν στοιχεία μόλυνσης και όφειλαν να αφαιρέσουν τον επισκληρίδιο καθετήρα. Όλοι οι Εναγόμενοι, αρνήθηκαν πως οι ψηλοί δείκτες CRP, WBC και NEUT, υποδηλώνουν, δίχως άλλο, μόλυνση. Υποστήριξαν πως οι δείκτες αυτοί θα μπορούσαν να αυξηθούν και για πολλούς άλλους λόγους. Δικαιολόγησαν δε την απόφαση τους να μην προβούν σε περαιτέρω διερεύνηση στην εικόνα που παρουσίαζε η Ενάγουσα κατά την κλινική εξέταση, καθώς και στο γεγονός ότι ανάλογα ήταν τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων και κατά τις προηγούμενες περιόδους, μετά από την τοποθέτηση επισκληρίδιου καθετήρα. VIII) Όσον αφορά τα παράπονα της Ενάγουσας για μειωμένη κινητικότητα του δεξιού ποδιού, οι Εναγόμενοι δέχθηκαν ότι έγινε παράπονο από τη δεύτερη ημέρα της επέμβασης. Όπως υποστήριξε ο Εναγόμενος 2, διερεύνησε το παράπονο και δικαιολόγησε τη μείωση της κινητικότητας στην κλίση που είχε πάρει ο επισκληρίδιος καθετήρας εντός του επισκληρίδιου χώρου. Σε κάθε περίπτωση ανάφερε ο Εναγόμενος 2, εξέτασε την Ενάγουσα και διαπίστωσε ότι υπήρχε κίνηση και αισθητικότητα στο δεξιό άκρο και έδωσε τις κατάλληλες οδηγίες στο νοσηλευτικό προσωπικό για έντονη παρακολούθηση. Ακολουθεί σύνοψη της μαρτυρίας των υπόλοιπων μαρτύρων που κάλεσαν οι Εναγόμενοι. Ο Μ. Καραϊσκάκης, γενικός χειρουργός (Μ.Υ.1), όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, κλήθηκε στις 20.2.2009 από τον Εναγόμενο 3 να εξετάσει την Ενάγουσα. Ο μάρτυρας κατέθεσε ιατρικό σημείωμα το οποίο ετοίμασε στις 31.8.2015 (Τεκμήριο 165), όπου κατέγραψε τις διαπιστώσεις του από την εξέταση της Ενάγουσας το βράδυ της 20.2.2009. Όπως ανάφερε, κατά την κλινική εξέταση, δεν διαπίστωσε εικόνα οξείας χειρουργικής κοιλίας, αλλά υπήρχε ευαισθησία στο υπογάστριο και στο δεξιό πλάγιο της κοιλιάς. Η πιο πάνω κλινική εικόνα, σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα των άλλων εξετάσεων στις οποίες είχε υποβληθεί, διευκρίνισε, υποδήλωναν ότι υπήρχε κάποια φλεγμονή στο βάθος της κοιλιάς για τούτο και αποφασίστηκε να διενεργηθεί αξονική τομογραφία κοιλιάς. Την επομένη το πρωί, αναφέρει στο Τεκμήριο 165, έγινε η αξονική κοιλίας και όπως ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 3, εντοπίστηκε το πρόβλημα, που αφορούσε «οπισθοπεριτοναϊκή φλεγμονή - απόστημα ψοϊτη μυός, με σημεία επέκτασης στο σπονδυλικό κανάλι». Αντεξεταζόμενος σε σχέση με το αποτέλεσμα της αξονικής, ανάφερε πως δεν είδε τα αποτελέσματα, αλλά ενημερώθηκε προφορικά από τον Εναγόμενο 3 και δεν είχε περαιτέρω εμπλοκή με το περιστατικό. Το πρόβλημα, εξήγησε, δεν ενέπιπτε στην ειδικότητα του, γεγονός που ανέφερε στον Εναγόμενο 3 ο οποίος του είπε ότι θα καλούσε νευροχειρουργό. Ο Μ.Υ.2 (Γ. Στούππας) υποστήριξε πως η Ενάγουσα δεν παραπονέθηκε για πόνους στην πλάτη ή την κοιλιά. Όπως ανάφερε, κατά τον επίδικο χρόνο, πρόσφεραν μαζί με τον συνέταιρο του, υπηρεσίες φυσιοθεραπείας σε ασθενείς στο Αχίλλειον Νοσοκομείο. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν και η Ενάγουσα, στην οποία έκαναν φυσιοθεραπεία, ακολουθώντας πρόγραμμα του γιατρού που την χειρούργησε, για την κινητοποίηση των κάτω άκρων. Επισκέπτονταν, είπε, με τον συνέταιρο του εναλλάξ την κλινική καθημερινά και έκαναν φυσιοθεραπεία καθημερινά, στην Ενάγουσα. Μερικές φορές, ανάφερε, έτυχε να της κάνουν μαλάξεις στον αυχένα για ανακούφιση της Ενάγουσας από τον πόνο που ένιωθε λόγω της ακινησίας στο κρεβάτι. Δεν έτυχε να του παραπονεθεί, πρόσθεσε, για οποιοδήποτε άλλο πόνο, πέρα από τον αυχένα και στα πόδια. Ανάφερε, τέλος, πως μέχρι την ημέρα της χειρουργικής επέμβασης στη σπονδυλική στήλη, υπήρχε κινητικότητα και αισθητικότητα στα κάτω άκρα της Ενάγουσας. Η Μ.Υ.5, αφού αναφέρθηκε στην καταγωγή της (από την Βουλγαρία) και στα καθήκοντα της ως νοσηλεύτριας, αναγνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της στο Τεκμήριο 163, υποδεικνύοντας τις δικές της σημειώσεις επί του Τεκμηρίου. Όπως, είπε, εργάστηκε ανάμεσα σε άλλες ημερομηνίες, στις 10.2.2009 νυκτερινή βάρδια, στις 12.2.2009 το πρωί, στις 17 το βράδυ, στις 19 το πρωί και στις 20 το απόγευμα. Κατά την υπηρεσία της, ανάφερε, έβλεπε τον Εναγόμενο 2 που έκανε επισκέψεις στην Ενάγουσα και έτυχε να μπει μαζί του και να είναι παρούσα κατά την εξέταση που της έκανε. Μια φορά, πρόσθεσε, είδε τον Εναγόμενο 2 που έκανε αλλαγή του επισκληρίδιου καθετήρα. Αντεξεταζόμενη από το συνήγορο της Ενάγουσας, διευκρίνισε πως η αλλαγή αφορούσε το φίλτρο του επισκληρίδιου καθετήρα. Της υποδείχθηκε από το συνήγορο πως στα Τεκμήρια 163 και 171 (nursing report και chart) δεν αναφέρεται ότι έγινε αλλαγή φίλτρου για την οποία έκανε αναφορά. Απάντησε πως δεν ευθύνεται για την τυχόν παράλειψη της υπεύθυνης νοσηλεύτριας να το γράψει. Υπεύθυνη για καταγραφή, διευκρίνισε, ήταν η sister. Ρωτήθηκε στη συνέχεια εάν στις 20.2.2009, που ήταν υπηρεσία την απογευματινή βάρδια, της παραπονέθηκε η Ενάγουσα για πόνο στην κοιλιά. Απάντησε πως εάν της έκανε τέτοιο παράπονο θα το κατέγραφε στο Τεκμήριο 163 και θα ενημέρωνε τον γιατρό. Εκείνη την ημέρα, συμπλήρωσε, είχε ενημερωθεί από την πρωϊνή βάρδια ότι δεν είχε ενεργηθεί και υπήρχαν οδηγίες από τον γιατρό να της δοθεί συγκεκριμένο φάρμακο (Colonom) για βοήθεια του εντέρου. Ρωτήθηκε στη συνέχεια για την καταγραφή «observation stable» επί του Τεκμηρίου 163 και ανέφερε πως εάν δεν υπάρχει οποιαδήποτε αλλαγή στην κατάσταση του ασθενούς από την προηγούμενη βάρδια καταγράφεται αυτή η αναφορά. Όπως αναφέρθηκε πιο πριν, την πρώτη φορά που τοποθετήθηκε επισκληρίδιος καθετήρας στην Ενάγουσα ήταν τον Απρίλιο του έτους 2008, μετά από την πρώτη χειρουργική επέμβαση, από τον αναισθησιολόγο Abrad Kormos (M.Y.6). Στη γραπτή του δήλωση ο Μ.Υ.6 (Έγγραφο Δ) εξηγεί τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες του ζητήθηκε να προβεί στην τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα για ανακούφιση της Ενάγουσας από τους πόνους που είχε μετά την επέμβαση. Της εξήγησε, αναφέρει, τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της μεθόδου, καθώς και τους κινδύνους για ενδεχόμενες σοβαρές βλάβες, μέχρι ακόμα και θάνατο, σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Mετά από την ενημέρωση και τη συγκατάθεση της Ενάγουσας, τοποθέτησε τον επισκληρίδιο καθετήρα, χωρίς να παρουσιαστεί οποιαδήποτε επιπλοκή. Στη συνέχεια της δήλωσης του αναφέρει ότι του ζητήθηκε να εκφράσει την άποψη του για τη σοβαρή επιπλοκή που παρουσιάσθηκε με την παραπληγία της Ενάγουσας, όταν τοποθετήθηκε ξανά επισκληρίδιος καθετήρας τον Ιανουάριο του έτους 2009, από τον Εναγόμενο 2. Για να εκφέρει την άποψη του στηρίχθηκε σε σειρά εγγράφων με τα οποία τον εφοδίασε ο Εναγόμενος 2, τα οποία καταγράφονται λεπτομερώς στην έκθεση του. Πρόκειται για τα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας (Τεκμήριο 51) καθώς και μεταγενέστερων μετεγχειρητικών τομογραφιών που έγιναν το Φεβρουάριο και Μάρτιο του 2009 (Τεκμήρια 112-118). Του δόθηκαν επίσης τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ημερ. 11 και 20.2.2009 (Τεκμήρια 46,47,48 και 50) και τα αποτελέσματα από τις αναλύσεις και την καλλιέργεια ούρων ημερ. 20.2.2009 Τεκμήρια (49 και 100), καθώς και τα αποτελέσματα από τις καλλιέργειες ιστού από δείγματα που είχαν ληφθεί στις 21.2.2009 και εγκεφαλονωτιαίου υγρού ημερ. 23.2.2009 (Τεκμήρια 168 και 102, αντίστοιχα). Του δόθηκε τέλος χειρόγραφο διάγραμμα του Εναγόμενου 2 στο οποίο περιέχονται σημειώσεις από την παρακολούθηση της Ενάγουσας (Τεκμήριο 158). Αφού εξέτασε τα πιο πάνω τεκμήρια και έλαβε υπόψη του το ιστορικό, καταλήγει στο συμπέρασμα πως είναι αδύνατο να εντοπιστεί η ακριβής αιτία για την παραπληγία της Ενάγουσας. Τούτο, εξηγεί, επειδή τέτοια επιπλοκή είναι πολύ σπάνια και εκτιμάται ότι προκύπτει μόνο σε δύο ανά εκατό χιλιάδες ασθενείς. Η πιο πιθανή αιτία της παράλυσης φαίνεται κατά τον μάρτυρα να ήταν αγγειακή βλάβη, η οποία αναπτύχθηκε λόγω της μόλυνσης εντός και γύρω από τον ψοϊτη μυ. Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει επειδή, όπως αναφέρει, ο μόνος τεκμηριωμένος μολυσματικός παράγοντας που βρέθηκε ήταν το μικρόβιο Κόλι από την καλλιέργεια ούρων που έγινε στις 20.2.2009. Επισημαίνει επί του προκειμένου πως δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε μικρόβιο από τις καλλιέργειες που λήφθηκαν από την περιοχή του επισκληρίδιου χώρου. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο, θεωρεί λιγότερη πιθανή αιτία η βλάβη να προκλήθηκε από επισκληρίδια μόλυνση ή φλεγμονή. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε ότι η εκτίμηση του στηρίχθηκε στη ανάλυση του περιεχομένου των εγγράφων που του είχαν παραδοθεί από τον Εναγόμενο 2. Σε ερώτηση κατά πόσο στην περίπτωση που δεν αλλαζόταν το φίλτρο του καθετήρα κάθε δύο ή τρεις μέρες θα αυξανόταν ο κίνδυνος μόλυνσης του επισκληρίδιου χώρου, απάντησε πως η μη αλλαγή του φίλτρου είναι ένας γνωστός παράγοντας για ανάπτυξη μικροβίων στον επισκληρίδιο χώρο. Σε άλλες σχετικές ερωτήσεις ανέφερε πως ο ίδιος τηρούσε σημειώσεις κατά τον χρόνο που είχε τοποθετήσει τον επσικλήριδιο καθετήρα στην Ενάγουσα και παρακολουθούσε επί καθημερινής βάσεως την Ενάγουσα. Βλέποντας και τις σχετικές σημειώσεις του (Τεκμήριο 16) εξήγησε πως μία εβδομάδα μετά την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα είχε προβεί στην αφαίρεση και την αντικατάσταση του, επειδή κρίθηκε ότι χρειαζόταν να συνεχιστεί η αναλγησία για περαιτέρω χρονική περίοδο. Του υποδείχθηκε πως με βάση τις σημειώσεις, η απόφαση για την αλλαγή του επισκληρίδιου καθετήρα είχε αποφασιστεί από τον ίδιο πριν από την τοποθέτηση του. Απάντησε πως δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί εάν έλαβε την απόφαση για την αντικατάσταση κατά το χρόνο της τοποθέτησης ή εάν η απόφαση λήφθηκε στην πορεία. Του υποδείχθηκε, περαιτέρω, από το συνήγορο της Ενάγουσας πως δεν υπάρχει οποιοδήποτε έγγραφο που να αποδεικνύει τη θέση πως εξήγησε στην Ενάγουσα τους κινδύνους από την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα. Απάντησε πως δεν μπορούσε να θυμηθεί εάν υπήρχε έγγραφο, αλλά δήλωσε με βεβαιότητα ότι είχε εξηγήσει λεπτομερώς στην Ενάγουσα τους κινδύνους και τις τυχόν επιπλοκές από τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα. Σε άλλη σχετική ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας απάντησε πως εάν η Ενάγουσα παραπονείτο για πόνο στην πλάτη θα έπρεπε να είχε διερευνηθεί περαιτέρω αλλά τέτοια αναφορά πρόσθεσε δεν υπάρχει στις σημειώσεις και τα έγγραφα που του δόθηκαν. Εάν υπήρχε επισκληρίδια μόλυνση σε εξέλιξη από τις 11 Φεβρουαρίου, πρόσθεσε, θα αναμενόταν να παρουσιάσει συμπτώματα ενωρίτερα. Από την άλλη, συμπλήρωσε, είναι γνωστό ότι το απόστημα του ψοϊτη μυ αναπτύσσεται πολύ πιο αργά. Όσον αφορά τη χορήγηση του αντιπηκτικού Clexane, ανάφερε πως δεν προκύπτει από τα έγγραφα που του δόθηκαν η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 δεν φρόντισε να σταματήσει η χορήγηση του πριν από την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα. Ο ίδιος, είπε, όταν τοποθετούσε τον επισκληρίδιο καθετήρα τον Απρίλιο του 2009, είχε φροντίσει να σταματήσει η χρήση του Clexane έξι ώρες προηγουμένως. Αυτή, πρόσθεσε, είναι η ορθή πρακτική την οποία πρέπει να ακολουθεί κάθε αναισθησιολόγος που τοποθετεί επισκληρίδιο καθετήρα. Συμφώνησε, επίσης, ότι εάν εχορηγείτο το συγκεκριμένο φάρμακο κατά τον χρόνο της τοποθέτησης του καθετήρα θα αυξανόταν ο κίνδυνος δημιουργίας αιματώματος στον επισκληρίδιο χώρο, το οποίο με τη σειρά του αυξάνει τις πιθανότητες μόλυνσης του χώρου. Όσον αφορά το απόστημα που βρέθηκε στο ψοϊτη μυ, επανέλαβε ότι είναι πολύ πιθανόν να προήλθε από το βακτήριο Κόλι που εντοπίστηκε στην καλλιέργεια ούρων, παρόλο που δέχθηκε ότι το συγκεκριμένο βακτήριο προκαλεί απόστημα στο ψοϊτη μυ πολύ σπάνια. Με δεδομένο, ρωτήθηκε, ότι δεν εντοπίστηκε βακτήριο στο εγκεφαλονωτιαίο υγρό, πως μπορεί να ευσταθεί η θέση ότι προκλήθηκε απόφραξη της αρτηρίας, λόγω της μόλυνσης από το βακτήριο του ψοϊτη; Δεν θα έπρεπε, του υποβλήθηκε, να εκτεινόταν η μόλυνση και εντός του εγκεφαλονωτιαίου υγρού; Ο μάρτυρας απάντησε αρνητικά, εξηγώντας πως με την απόφραξη της αρτηρίας προκλήθηκε ισχαιμία με άμεση βλάβη του νωτιαίου μυελού, όχι από την μόλυνση αλλά από την έλλειψη οξυγόνου, λόγω της απόφραξης της αρτηρίας. Η μόλυνση, συνεπώς, δεν αναμενόταν να επεκταθεί στο νωτιαίο μυελό. Ρωτήθηκε στη συνέχεια πως εξηγεί το γεγονός της εμβολής ή απόφραξης της αρτηρίας, δεδομένου ότι η Ενάγουσα λάμβανε αντιπηκτική θεραπεία με το φάρμακο Clexane. Παρόλο, ανάφερε, που δεν είχε συνεκτιμήσει αυτό τον παράγοντα, ενόψει του γεγονότος ότι δεν περιλαμβανόταν στα έγγραφα που του είχαν δοθεί, εκτιμά ότι θα μπορούσε να προκληθεί η εμβολή γιατί, όπως ανάφερε, η επίδραση του Clexane μειώνει αλλά δεν εξαλείφει τον κίνδυνο θρόμβωσης. Εάν, πρόσθεσε, η μόλυνση είναι πολύ έντονη, σε βαθμό που διαλύεται η αρτηρία, καμία ποσότητα Clexane δεν μπορεί να διατηρήσει την κυκλοφορία στην αρτηρία. Του υποδείχθηκε, τέλος, πως με βάση την έκθεση του νευροχειρουργού Ιωάννου (Τεκμήριο 137) ο οποίος είχε διενεργήσει την επέμβαση αφαίρεσης του επισκληρίδιου αποστήματος, διαγνώστηκε επισκληρίδιο απόστημα το οποίο εξασκούσε πίεση στο νωτιαίο μυελό καθώς και οίδημα και διάταση του νωτιαίου μυελού που προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα. Απάντησε πως δεν έχει δει το συγκεκριμένο τεκμήριο ούτε ενημερώθηκε για τα αποτελέσματα της χειρουργικής επέμβασης που διενεργήθηκε στις 21.2. από τον χειρουργό Γ. Ιωάννου. Ο ακτινολόγος Γ. Κολοκασίδης (Μ.Ε.7) ανέφερε πως έχει διδακτορικό στη μελέτη αποτελεσμάτων μαγνητικής τομογραφίας και διδάσκει το θέμα "images interpredation" στο Intercollege, σε τεχνολόγους-ακτινολόγους. Παράλληλα ασκεί το επάγγελμα του ακτινολόγου στη Λευκωσία. Κλήθηκε, ανάφερε, από τον Εναγόμενο 2, να δώσει την εκτίμηση του για τα απεικονιστικά ευρήματα της μαγνητικής τομογραφίας ημερ. 21.1.2009 (Τεκμήριο 51) τα οποία του είχαν παραδοθεί σε δισκέτα (Τεκμήριο 176) από το οποίο έβγαλε τέσσερεις απεικονιστικές φωτογραφίες (Τεκμήριο 177). Αφού τοποθέτησε τις τέσσερεις φωτογραφίες σε ειδικό Projector, εξήγησε ότι απεικονίζουν την ίδια τομή σε διαφορετικές αλληλουχίες. Ανάφερε ότι παρουσιάζεται μια μάζα πίσω από το νωτιαίο μυελό καθώς και κάποιες αλλαγές σε δύο σπονδύλους στα επίπεδα Θ12 και Ο1. Το «μόρφωμα» όπως αποκάλεσε τη μάζα, δεν έχει διαφορετικό περίβλημα και ξεχωριστό περιεχόμενο και τούτο οδηγεί σε διαφορική διάγνωση ότι μπορεί να περιέχει, αιμάτωμα, απόστημα, όγκο ή λιπομάτωση του νωτιαίου μυελού. Οι απεικονίσεις, συμπλήρωσε, αποκλείουν τη λιπομάτωση, το αιμάτωμα και το απόστημα, επειδή, ανάφερε, ο ιστός φαίνεται να είναι συνδετικός ή κοκκιωματώδης. Η δεύτερη παρατήρηση από τις τέσσερεις απεικονιστικές φωτογραφίες, συμπλήρωσε ο μάρτυρας, είναι ότι το μόρφωμα δεν συμπιέζει το νωτιαίο μυελό κάτι που θα συνέβαινε εάν το μόρφωμα ήταν πιο μεγάλο και καταλάμβανε το μισό τουλάχιστον όγκο του καναλιού. Υπάρχει, συμπλήρωσε, επαφή του μορφώματος με το νωτιαίο μυελό αλλά δεν φαίνεται να τον συμπιέζει. Εξηγώντας, περαιτέρω, γιατί αποκλείει το λιπομάτωμα και το απόστημα, ανάφερε τα ακόλουθα: α) Για να ήταν λιπομάτωμα, ανάφερε, θα έπρεπε να φωτιζόταν πολύ έντονα, επειδή το λίπος δίνει πολύ έντονο σήμα. Επιπλέον, ο όγκος πρέπει να ξεκινά από το μυελό, ενώ στην περίπτωση μας φαίνεται να είναι κάτι ξεχωριστό από το νωτιαίο μυελό. β) Το ότι δεν πρόκειται για απόστημα, είπε, συνάγεται από το γεγονός ότι το εσωτερικό του μορφώματος δεν έχει έντονο χρώμα. Αυτό, υπέδειξε, φαίνεται στην 4η αλληλουχία στην οποία χρησιμοποιήθηκε σκιαγραφικό υγρό. Εάν ήταν απόστημα, υποστήριξε,+ το μαγνητικό υλικό θα εισχωρούσε και θα φωτιζόταν. Επειδή, όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, το απόστημα είναι νεκρός ιστός, το εσωτερικό του δεν φωτίζεται και φαίνεται πιο σκούρο στη μαγνητική τομογραφία. Ένας ακόμη λόγος που συνηγορεί με την άποψη ότι δεν είναι απόστημα, είπε, είναι το γεγονός ότι το μόρφωμα έχει ασυνέχειες ενώ το απόστημα είναι μια κοιλότητα. Σε σχέση με τα ευρήματα που περιέχονται στο Τεκμήριο 51, παρατήρησε τα ακόλουθα: Η διαπίστωση ότι πρόκειται για επισκληρίδια συλλογή δεν είναι, κατά την εκτίμηση του, ορθή γιατί η συλλογή εξυπακούει την ύπαρξη υγρού που δεν υφίσταται στη συγκεκριμένη περίπτωση αφού πρόκειται για ιστό. Διαφώνησε επίσης με την αναφορά για ύπαρξη φυσαλίδων αέρα. Εάν υπήρχαν φυσαλίδες αέρα, υποστήριξε, θα έπρεπε να ανεβούν προς τα πάνω, αφού ο αέρας πάντοτε μεταφέρεται προς τα πάνω. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε, οι φυσαλίδες αέρα δεν παρουσιάζονται σε επισκληρίδια αποστήματα. Δεν βρήκε πουθενά, είπε, να καταγράφεται σε βιβλιογραφία επισκληρίδιο απόστημα με φυσαλίδες αέρα. Ερωτηθείς τι μπορεί να είναι οι μαύρες κουκκίδες που ερμηνεύθηκαν στο Τεκμήριο 51 ως φυσαλίδες αέρα, ανάφερε πως είναι κοκκιωματώδης ιστός και στα συγκεκριμένα σημεία, είναι πιο ξηρός. Τέλος, ο μάρτυρας ανάφερε πως διαφωνεί με τα συμπεράσματα περί εγκάρσιας μυελίτιδας. Η πρόσληψη σκιαγραφικού υγρού στα επίπεδα Θ12 μέχρι Θ8 δεν δείχνουν υψηλό σήμα, ώστε να υποδηλώνει εγκάρσια μυελίτιδα. Συμφωνεί, κατέληξε, ότι υπάρχει μηνιγγίτιδα αλλά όχι εγκάρσια μυελίτιδα. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε πως το μόρφωμα δεν εξασκούσε πίεση επί του νωτιαίου μυελού. Του ζητήθηκε να δώσει εξήγηση γιατί έγινε χειρουργική επέμβαση για την αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού και απάντησε πως αυτό αποφασίστηκε από το νευροχειρουργό και δεν είναι στην ειδικότητα του να σχολιάσει αυτή την απόφαση. Επανέλαβε πως οι εικόνες από τη μαγνητική τομογραφία δεν παρουσιάζουν εγκάρσια μυελίτιδα. Στην πραγματικότητα, είπε, ούτε μηνιγγίτιδα παρουσιάζεται. Στη συνέχεια του υποβλήθηκε πως παρέλειψε να εξετάσει όλες τις αλληλουχίες, δίδοντας στο Δικαστήριο παραπλανητική εικόνα σε σχέση με τη θέση πως δεν υπάρχει εγκάρσια μυελίτιδα. Του υπόδειξε επί του προκειμένου σημεία από τις απεικονίσεις του Τεκμηρίου 176 στα οποία παρουσιάζεται έντονο σήμα στο νωτιαίο μυελό (images 43,44,45 μέχρι 65). Ο μάρτυρας συμφώνησε πως υπάρχουν σήματα σε αρκετά σημεία αλλά διαφώνησε ότι είναι εγκάρσια μυελίτιδα. Όπως υποστήριξε η εγκάρσια μυελίτιδα δίνει πολύ διαφορετικά σήματα. Του υποβλήθηκε ότι κατέθεσε επιλεκτικά τα Τεκμήρια 177 και 179 που παρουσιάζουν αλληλουχίες στις οποίες δεν παρουσιάζεται έντονο σήμα, ενώ παρέλειψε να καταθέσει τις αμέσως επόμενες αλληλουχίες στις οποίες υπάρχει έντονο σήμα. Απάντησε πως κατέθεσε τα στοιχεία τα οποία έκρινε ως αξιόπιστα. Του υποδείχθηκε στη συνέχεια ότι υπάρχουν άσπρα σημεία μέσα στο μόρφωμα τα οποία υποδηλώνουν ότι πρόκειται για υγρό. Απάντησε πως το υγρό που υπάρχει είναι διάχυτο μέσα στο μόρφωμα, επαναλαμβάνοντας πως πρόκειται για κοκκιωματώδεις ιστούς και όχι για αποστηματική κοιλότητα. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΗΓΟΡΩΝ Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας εισηγήθηκε πως τα γεγονότα της υπόθεσης δεν είναι περίπλοκα όπως διαφάνηκε από τη μαρτυρία αλλά οι Εναγόμενοι επεχείρησαν να αναγάγουν απλά ζητήματα καθημερινής ιατρικής πρακτικής σε σπάνια φαινόμενα. Με βάση τη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά της Ενάγουσας, εισηγήθηκε ο συνήγορος, έχει καταδειχθεί ότι η Ενάγουσα παραπονείτο για πόνο στην πλάτη τουλάχιστον από τις 11.2.2009 και για το λόγο αυτό διενεργήθηκαν οι αιματολογικές εξετάσεις. Η θέση των Εναγομένων, υπόδειξε, ως προς το ζήτημα των παραπόνων της Ενάγουσας ήταν αντιφατική και συγκρουόμενη. Υπόδειξε επί του προκειμένου πως με βάση τη δικογραφημένη θέση τους υποστήριξαν ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνους στην κοιλιά και στην πλάτη κατά ή περί τις 19.2.2009. Αυτή τη θέση, υπόδειξε, προώθησε και ο δικηγόρος τους, αντεξετάζοντας τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες της Ενάγουσας Μ.Ε.1 και 5. Στην πορεία, η στάση τους διαφοροποιήθηκε και υποστήριξαν, τόσο με υποβολές στην Ενάγουσα όσο και με τη μαρτυρία των Εναγομένων 1 και 3, πως η πρώτη φορά που παραπονέθηκε η Ενάγουσα για πόνο στην κοιλιά ήταν στις 20.2.2009, ενώ ο Εναγόμενος 2 υποστήριξε ότι του παραπονέθηκε το προηγούμενο βράδυ. Ενόψει των πιο πάνω και άλλων αντιφάσεων τις οποίες αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση, κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει τη μαρτυρία τους και να αποδεχθεί τη μαρτυρία της Ενάγουσας ότι επαραπονείτο για πόνους στην πλάτη από τις 11.2.2009 τουλάχιστον. Παραπέμποντας σε νομολογία, εισηγήθηκε ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να διαφοροποιήσουν τη δικογραφημένη θέση τους ότι η Ενάγουσα παραπονείτο για πόνους στην πλάτη από τις 19.2.2009. Κατά τον ίδιο τρόπο, συνέχισε ο συνήγορος, εμποδίζονται να διαφοροποιήσουν τη στάση που τήρησε ο δικηγόρος τους, υποβάλλοντας στους μάρτυρες της Ενάγουσας ότι είχε παραπονεθεί για πόνους στην κοιλιά και στην πλάτη το πρωινό της 19.2.2009. Εάν το Δικαστήριο αποδεχθεί αυτή τη θέση, τότε δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι Εναγόμενοι υπήρξαν αμελείς. Με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 5 επί του ζητήματος αυτού, οι Εναγόμενοι όφειλαν να διερευνήσουν τα παράπονα της Ενάγουσας δεδομένων και των αιματολογικών εξετάσεων στις οποίες παρουσιάζονταν ψηλοί δείκτες που υποδήλωναν λοίμωξη. Με τη θέση αυτή εξάλλου συμφώνησαν και οι Εναγόμενοι 1 και 3, δηλώνοντας απερίφραστα πως εάν η Ενάγουσα επαραπονείτο για πόνο στην πλάτη θα διερευνούσαν το παράπονο και θα προέβαιναν σε μαγνητοσκοπική εξέταση. Συνεχίζοντας ο συνήγορος εισηγήθηκε πως ακόμη και στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει σε εύρημα ότι τα παράπονα της Ενάγουσας υποβλήθηκαν για πρώτη φορά το πρωί της 19ης Φεβρουαρίου, και πάλι θα πρέπει να οδηγηθεί στο ίδιο αποτέλεσμα. Οι Εναγόμενοι όφειλαν να είχαν διερευνήσει το πρόβλημα την ίδια ημέρα. Εάν το έπρατταν, θα είχε διαπιστωθεί η ύπαρξη του αποστήματος και θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί, χωρίς να κινδυνεύσει η υγεία της Ενάγουσας. Υπόδειξε πως με βάση την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, στις 19 Φεβρουαρίου η Ενάγουσα είχε κινητικότητα και αισθητικότητα στα κάτω άκρα. Εάν υποβαλλόταν σε χειρουργική επέμβαση την ημέρα εκείνη, η κατάσταση θα ήταν πολύ διαφορετική και σε κάθε περίπτωση δεν θα βρισκόταν σήμερα σε αναπηρικό τροχοκάθισμα. Αναλύοντας τις προϋποθέσεις της απόδειξης ιατρικής αμέλειας, εισηγήθηκε πως οι Εναγόμενοι απέτυχαν να προσφέρουν στην Ενάγουσα την αναμενόμενη ιατρική φροντίδα και περίθαλψη και δεν επέδειξαν εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας. Και οι τρεις Εναγόμενοι όπως και το Αχίλλειον, εισηγήθηκε, υπέχουν κοινή ευθύνη αφού και οι τρεις γιατροί ανέλαβαν με βάση την ειδικότητα τους να προσφέρουν περίθαλψη στην Ενάγουσα. Ο πρώτος ως ο γιατρός που διενήργησε τη χειρουργική επέμβαση και αποφάσισε να τοποθετήσει, μαζί με τον Εναγόμενο 2, τον επισκληρίδιο καθετήρα και ο τρίτος ο οποίος είχε αναλάβει την μετεγχειρητική της παρακολούθηση. Παραπέμποντας στη γνωστή υπόθεση Bolam v. Fiern Hospital Management Committee

(1957)2 All E.R. 118 και σε μεταγενέστερες αυθεντίες και συγγράμματα, εισηγήθηκε ότι οι Εναγόμενοι παραβίασαν την υποχρέωση επιμέλειας που είχαν αναλάβει απέναντι στην Ενάγουσα. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε από το συνήγορο της Ενάγουσας στα αιματολογικά αποτελέσματα ημερ. 11.2.2009 Τεκμήρια 46 και 47 που υποδήλωναν την ύπαρξη μόλυνσης και τα οποία στην πραγματικότητα αγνοήθηκαν. Ο συνήγορος δεν παρέλειψε να υποδείξει την παντελή έλλειψη τήρησης ιατρικών σημειώσεων από τους Εναγόμενους ιατρούς, τόσο όσον αφορά τις ενέργειες τους όσο και για την πραγματική κλινική εικόνα της Ενάγουσας. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που πρόβαλαν οι Εναγόμενοι ότι δεν υπήρχε επισκληρίδιο απόστημα, λόγω του γεγονότος ότι τα αποτελέσματα των ιστοπαθολογικών εξετάσεων ήταν αρνητικά, επεσήμανε το γεγονός ότι η Ενάγουσα ελάμβανε αντιβίωση, γεγονός που δικαιολογεί τα ιστοπαθολογικά ευρήματα. Παρέπεμψε επίσης στο Τεκμήριο 51, με βάση το οποίο βεβαιώνεται η ύπαρξη επισκληρίδιου αποστήματος το οποίο ασκούσε πίεση στο νωτιαίο μυελό και προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα. Υπόδειξε δε πως η ακτινολόγος που υπογράφει το Τεκμήριο 51 ενεργούσε εκ μέρους του Αχίλλειου Νοσοκομείου, Εναγόμενου
  1. Όσον αφορά τέλος την αμφισβήτηση της ύπαρξης επισκληρίδιου αποστήματος και της πρόκλησης εγκάρσιας μυελίτιδας από τον Εναγόμενο 2, παρέπεμψε στην κοινή υπεράσπιση των Εναγομένων όπου γίνεται παραδοχή για την ύπαρξη, τόσο της επισκληρίδιας συλλογής όσο και της εγκάρσιας μυελίτιδας. Επεσήμανε, περαιτέρω, πως δεν δικογραφήθηκε η θέση που προωθήθηκε από τους Εναγόμενους ότι η παράλυση της Ενάγουσας προήλθε από εμβολή των αιμοφόρων αγγείων του Τ8, λόγω του αποστήματος του ψοϊτη μυ. Σε κάθε περίπτωση, υποστήριξε ο συνήγορος, η θέση για οξεία παράλυση καταρρίπτεται από τα ευρήματα του νευροχειρουργού Γ. Ιωάννου (Μ.Ε.2), εφόσον διαπίστωσε βελτίωση, έστω και μικρή, μετά την χειρουργική επέμβαση ημερ. 21.2.
  2. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων 1 και 3, αφού αναφέρθηκε στις ειδικότητες ενός εκάστου των Εναγομένων, εισηγήθηκε πως οι εναγόμενοι 1 και 3 δεν είχαν σχέση με τη διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα και δεν ανέλαβαν, ούτε μπορούσαν να αναλάβουν καθήκον επιμέλειας προς την Ενάγουσα, σε ότι αφορά την φροντίδα και περίθαλψη της από τη τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα. Αυτή την υποχρέωση, υπόδειξε, την είχε αναλάβει ο Εναγόμενος 2, ο οποίος είχε τοποθετήσει τον επισκληρίδιο καθετήρα και έδιδε οδηγίες για τη χορήγηση των φαρμάκων. Το γεγονός, επεσήμανε, ότι ο Εναγόμενος 1 εισηγήθηκε στην Ενάγουσα τη συγκεκριμένη θεραπευτική διαδικασία, δεν τον καθιστά υπόλογο για τυχόν πράξεις ή παραλείψεις του ειδικού ιατρού, ο οποίος ανέλαβε την παροχή της εξειδικευμένης αυτής υπηρεσίας. Επικαλέστηκε προς τούτου τη γνωστή αρχή του κοινοδικαίου (αρχή του Λευίτη), με βάση την οποία ένας επαγγελματίας δεν είναι νομικά υπόχρεος να αναλάβει την οποιαδήποτε περίπτωση παρουσιαστεί στο δρόμο του. Συνεχίζοντας ο συνήγορος, υπόδειξε πως δεν έχουν δικογραφηθεί ισχυρισμοί ότι ο Εναγόμενος 1 ή ο Εναγόμενος 3, όφειλαν ή ανέλαβαν καθήκον επιμέλειας σε σχέση με τη διαχείριση του καθετήρα. Περαιτέρω, πρόσθεσε ο συνήγορος, δεν προσφέρθηκε μαρτυρία που να αποδεικνύει τέτοιο καθήκον. Υποδεικνύοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση υπήρχε ειδικός αναισθησιολόγος, ο οποίος είχε αναλάβει τη διαχείριση του καθετήρα και παρακολουθούσε την Ενάγουσα, διερωτήθηκε ποιο θα μπορούσε να ήταν το καθήκον των Εναγομένων 1 και 3 (ορθοπεδικού και παθολόγου) για την φροντίδα της Ενάγουσας, σε σχέση με την εξειδικευμένη αυτή νοσηλεία. Παραπέμποντας, στη γνωστή αρχή που καθιέρωσε η υπόθεση Bolam (ανωτέρω), επεσήμανε πως το κριτήριο είναι αντικειμενικό (bolam test). Η Ενάγουσα, με βάση την πιο πάνω αρχή, όφειλε να προσάξει μαρτυρία για το τι όφειλαν να πράξουν, εξ αντικειμένου, ο μέσος λογικός ορθοπεδικός και ο μέσος λογικός παθολόγος, κάτω από παρόμοιες περιστάσεις, κάτι που απέτυχε να πράξει. Επί της ουσίας της υπόθεσης, ο συνήγορος των Εναγομένων 1 και 3, εισηγήθηκε πως η ενάγουσα απέτυχε να συνδέσει την παραπληγία της με την ύπαρξη της συλλογής που αναπτύχθηκε στον επισκληρίδιο χώρο. Με βάση τα αποτλέσματα των εξειδικευμένων εξετάσεων, υπόδειξε, δεν εντοπίστηκαν μικρόβια στα δείγματα που λήφθηκαν από τον επισκληρίδιο χώρο. Τα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων, ημερ. 11.2.2009, δεν υποστηρίζουν την εκδοχή της ενάγουσας, δεδομένου ότι παρόμοιες αυξήσεις των λευκών αιμοσφαιρίων και του CRP, υπήρξαν και στο παρελθόν, χωρίς την ύπαρξη μόλυνσης. Το «κλειδί» για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, υπόδειξε ο συνήγορος, ήταν η γενική κλινική εικόνα της Ενάγουσας, που ήταν αδιαμφισβήτητα καλή και πολύ ορθά έπραξαν οι εναγόμενοι, αποφασίζοντας τη συνέχιση της παρακολούθησης. Χαρακτηρίζοντας «όψιμο» τον ισχυρισμό της Ενάγουσας για πόνους στην πλάτη πριν από της 20.2.2009, παρέπεμψε στο Τεκμήριο 163, όπου δεν καταγράφεται τέτοιο παράπονο. Αμέσως μετά το παράπονο της, ανάφερε ο συνήγορος, οι Εναγόμενοι 1 και 3 έκαναν τα πάντα για να εντοπίσουν το πρόβλημα. Επεσήμανε δε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 επιστράτευσε ειδικούς, όταν δεν μπόρεσε ο ίδιος να το εντοπίσει. Καταλήγοντας, ο συνήγορος εισηγήθηκε πως η παραπληγία της Ενάγουσας δεν οφείλεται στο «επισκληρίδιο απόστημα». Στήριξε την εισήγηση του στο γεγονός ότι η παράλυση της Ενάγουσας ήταν ακαριαία, χωρίς να ακολουθηθεί η τυπική συμπτωματολογία της παράλυσης, λόγω της ανάπτυξης ενός επισκληρίδιου αποστήματος. Η οξύτητα του φαινομένου, υπόδειξε ο συνήγορος, συνάδει με ισχαιμικό επεισόδιο το οποίο επήλθε από την απόφραξη της αρτηρίας που τροφοδοτεί το νωτιαίο μυελό στο επίπεδο του Θ8, λόγω μόλυνσης από το απόστημα του ψοϊτη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Εναγόμενου 2 παρέθεσε την εκδοχή της Ενάγουσας σε σχέση με την αποδιδόμενη σ' αυτόν αμέλεια καθώς και την δική του εκδοχή, ως ακολούθως: Η Ενάγουσα υποστηρίζει ότι ο επισκληρίδιος καθετήρας που τοποθέτησε ο Εναγόμενος 2 στη σπονδυλική της στήλη, προκάλεσε μόλυνση η οποία δεν ανιχνεύθηκε, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία επισκληρίδιου αποστήματος από το οποίο προκλήθηκε η παραπληγία της. Στήριξε την εκδοχή της, συνέχισε ο συνήγορος, κατά κύριο λόγο στα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ημερ. 11.2.2009 τα οποία, με βάση την εκδοχή της Ενάγουσας, έπρεπε να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι υπήρχε μόλυνση, και αγνοήθηκαν από τους Εναγόμενους. Η εκδοχή του Εναγόμενου 2, υπόδειξε, είναι πως το επισκληρίδιο απόστημα δεν είναι το αίτιο της εγκάρσιας μυελίτιδας που οδήγησε στην παραπληγία της Ενάγουσας αλλά η ισχαιμία του νωτιαίου μυελού, λόγω εμβολής της αρτηρίας (adamkiewicz) από τη μόλυνση του ψοϊτη μυ, η οποία προήλθε από την ουρολοίμωξη. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει πως δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη επισκληρίδιου αποστήματος αλλά ούτε και εγκάρσιας μυελίτιδας. Σε κάθε περίπτωση ουδεμία πράξη ή παράλειψη του Εναγόμενου 2 συνέτεινε στην πρόκληση της βλάβης της Ενάγουσας. Εν συνεχεία, προέβη σε αναλυτική εξέταση της μαρτυρίας που κατατέθηκε, τόσο από την πλευρά της Ενάγουσας όσο και από τους Εναγόμενους και σε εκτενή ανάλυση της νομολογίας, παραθέτοντας αποσπάσματα από τις θεμελιακές υποθέσεις που σχετίζονται με ιατρική αμέλεια. Καταληκτικά υποστηρίζει πως δεν έχει αποδειχθεί οποιαδήποτε αμελής πράξη ή παράλειψη του Εναγόμενου
  3. Η εισήγηση του στηρίχθηκε στα ακόλουθα κύρια σημεία: α) Με βάση τη μαρτυρία του αναισθησιολόγου Α. Kόρμος (Μ.Υ.6), είναι πολύ πιο πιθανό η βλάβη να προκλήθηκε από τη μόλυνση στο ψοϊτη μυ παρά από το επισκλήριδιο απόστημα. Τούτο, όπως εξήγησε, επειδή δεν εντοπίστηκε μόλυνση στο επισκληρίδιο απόστημα αλλά και λόγω του γεγονότος ότι θα αναμενόταν διαφορετική εξέλιξη, εάν υπήρχε η εστία μόλυνσης στην επισκληρίδια χώρα από τις 11.2.
  4. β) Με βάση τη μαρτυρία του ακτινολόγου Κολοκασίδη (Μ.Υ.7) δεν υπήρχε στην πραγματικότητα επισκληρίδιο απόστημα. Το αδιάσειστο κατά την εισήγηση του συνηγόρου αυτό συμπέρασμα, στηρίχθηκε στη λεπτομερή ανάλυση των απεικονίσεων του MRI. Επεσήμανε δε πως η μαρτυρία του Μ.Υ.6 στηρίχθηκε σε άλλα δεδομένα και δεν είχε υπόψη του ασφαλώς τα ευρήματα του Μ.Υ.
  5. Ο οποίος εξήγησε επίσης ότι το μόρφωμα που υπήρχε στον επισκληρίδιο χώρο δεν ασκούσε οποιαδήποτε πίεση στο νωτιαίο μυελό και δεν μπορούσε συνεπώς να προκαλέσει την επίδικη παραπληγία. γ) Η πιο πιθανή, συνεπώς, αιτία της παραπληγίας της Ενάγουσας είναι αυτή που εξήγησε ο Μ.Υ.6, ότι δηλαδή προκλήθηκε από ισχαιμικό επεισόδιο, από την εμβολή της αρτηρίας που τροφοδοτούσε το νωτιαίο μυελό, λόγω της μόλυνσης από το ψοϊτη μυ. δ) Ενόψει των πιο πάνω, δεν μπορεί να υπήρξε οποιαδήποτε αμέλεια του Εναγόμενου 2 αφού η μόλυνση του ψοϊτη μυ δεν είναι ζήτημα που τον αφορούσε ως αναισθησιολόγο. Δεν υφίσταται, συνεπώς, αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της αναισθησιολογικής μεθόδου που χρησιμοποίησε ο Εναγόμενος 2 για την διαχείριση του πόνου της Ενάγουσας και της παραπληγίας που ακολούθησε. ε) Όσον αφορά την παράλειψη που αποδίδεται στους Εναγόμενους και ειδικά στον Εναγόμενο 2 να προβεί σε αφαίρεση του επισκληρίδιου καθετήρα, μετά από τις αιματολογικές αναλύσεις στις 11.2.2009, υποστήριξε πως δεν ευσταθεί. Ο Εναγόμενος 2, υπόδειξε, μόλις πληροφορήθηκε τα αποτελέσματα, προσέτρεξε στην Ενάγουσα και αφού προέβη σε κλινική εκτίμηση της εικόνας της έκρινε πως δεν δικαιολογείτο η αφαίρεση του καθετήρα. Στην κατάληξη του αυτή οδηγήθηκε αφού εκτίμησε και τις προηγούμενες αιματολογικές εξετάσεις της Ενάγουσας που παρουσίαζαν παρόμοια εικόνα, καθώς και το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν είχε ανεβάσει πυρετό και δεν υπήρχαν άλλες ενδείξεις μόλυνσης από την εξέταση του σημείου εισαγωγής του επισκληρίδιου καθετήρα. Η ενέργεια του αυτή, συμπλήρωσε, συνάδει με τις οδηγίες του κατασκευαστή του συγκεκριμένου καθετήρα, στις οποίες αναφέρεται ότι θα μπορούσε να παραμείνει για περίοδο 30 ημερών. στ) Η παραπληγία της Ενάγουσας, κατέληξε ο συνήγορος, δεν οφείλεται σε ιατρική αμέλεια αλλά σε μια ατυχή συγκυρία γεγονότων. Ήταν, συμπλήρωσε, ένα εξαιρετικά ατυχές γεγονός που δεν μπορούσε να προβλεφθεί ούτε να αντιμετωπιστεί με βάση την συνήθη ιατρική επιμέλεια, όπως η αρχή έχει ερμηνευθεί από τη νομολογία. Όπως το έθεσε, με βάση τη νομολογία, ένα ιατρικό λάθος είτε στη διάγνωση είτε στην περίθαλψη ενός ασθενούς θεωρείται αμέλεια όταν είναι τέτοιας φύσης ώστε κανένας λογικός ιατρός της ειδικότητας του, δεν θα το έπραττε με βάση τα περιστατικά της υπόθεσης. Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν τέτοια, κατέληξε ο συνήγορος, και δεν μπορεί να αποδοθεί αμέλεια στους Εναγόμενους και ειδικά στον Εναγόμενο
  6. Το Δικαστήριο Θα ήθελε στο σημείο αυτό να ευχαριστήσει όλους τους παράγοντες της δίκης, τόσο για τη στάση τους καθόλη τη διάρκεια εκδίκασης της σοβαρής αυτής υπόθεσης, αλλά ιδιαίτερα γιατί με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, έχουν παράσχει σημαντική βοήθεια στο έργο του Δικαστηρίου εφοδιάζοντας, μάλιστα, το Δικαστήριο με ιατρικά και άλλα συγγράμματα, πέρα από τις αυθεντίες τις οποίες επικαλέστηκαν. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ Δεδομένου ότι κατέθεσαν εμπειρογνώμονες μάρτυρες και για τις δύο πλευρές, το Δικαστήριο θα ήθελε πρώτα να επισημάνει ότι τόσο οι δύο ιατροί που κατέθεσαν για την πλευρά της Ενάγουσας (Μ.Ε.1 και 5), όσο και ο αναισθησιολόγος (Κορμός Μ.Υ.6) και ακτινολόγος (Κολοκασίδης Μ.Υ.7) που κάλεσαν οι Εναγόμενοι, έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι κατέχουν τα προσόντα και την εμπειρία, ώστε να χαρακτηριστούν ως εμπειρογνώμονες στον τομέα που έδωσαν επιστημονική μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 Ε. Heller στην ειδικότητα της ορθοπεδικής χειρουργικής, οι Μ.Ε.5 και Μ.Υ.6 στην ειδικότητα της αναισθησιολογίας και ο Μ.Υ.7 της ακτινολογίας. Το γεγονός ότι οι ιατροί Heller και Brill (Μ.Ε.1 και 5, αντίστοιχα) δεν έχουν άδεια άσκησης της ειδικότητας τους στην Κύπρο, δεν αποδυναμώνει την εμπειρογνωμοσύνη τους. Τα ακαδημαϊκά τους προσόντα, όπως και η τεράστια εμπειρία που φάνηκε ότι διαθέτουν, δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης της άρτιας επαγγελματικής τους κατάρτισης, γεγονός που διαπιστώθηκε και κατά τη μαρτυρία τους, από τις απαντήσεις και επεξηγήσεις που έδωσαν για όλα τα θέματα που ρωτήθηκαν. Ανάλογη είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου και για τους Μ.Υ.6 και 7, οι οποίοι φάνηκε να έχουν άρτια επαγγελματική κατάρτιση και εμπειρία στους τομείς της αναισθησιολογίας, και ακτινολογίας, αντίστοιχα. Όπως επίσης και οι δύο γιατροί που κάλεσε ο Εναγόμενος 3 στις 20 και 21.2.2009, για να συνδράμουν τις προσπάθειες του. Ήτοι ο γενικός χειρουργός Μ. Καραϊσκάκης (Μ.Υ.1) ο οποίος εξέτασε την Ενάγουσα το βράδυ της 20.2.2009 και ο νευροχειρουργός Γ. Ιωάννου (Μ.Ε.2) ο οποίος διενήργησε τη χειρουργική επέμβαση στις 21.2.
  7. Έχοντας επίγνωση του δύσκολου έργου το οποίο καλείται το Δικαστήριο να επιτελέσει, λόγω της φύσης και της σοβαρότητας της υπόθεσης, έχω εξετάσει τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων καθώς και την υπόλοιπη μαρτυρία με την επιβαλλόμενη προσοχή, ανατρέχοντας στα τεκμήρια και στα επιστημονικά συγγράμματα που κατατέθηκαν από τις δύο πλευρές για υποστήριξη ή αντίκρουση των θέσεων που επικαλέστηκαν οι ιατροί. Με την ίδια προσοχή ενδιέτριψα και στη μαρτυρία των Εναγομένων 1, 2 και 3 οι οποίοι, επίσης, κατέχουν τα απαραίτητα προσόντα και την εμπειρία στους τομείς της ειδικότητας τους, ήτοι του ορθοπεδικού - χειρουργού, αναισθησιολόγου και παθολόγου, αντίστοιχα. Όπως έχει νομολογηθεί, οι εμπειρογνώμονες αξιολογούνται όπως όλοι οι άλλοι μάρτυρες. Ρόλος τους είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια, προκειμένου να μπορέσει το Δικαστήριο να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση ως προς τα εγειρόμενα θέματα (βλ. Πιττάλης ν. Ianira Εnter. Ltd
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Πελεκάνος κ.ά. ν. Πελεκάνου κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Ακολουθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας. Προέχει η εξέταση των ισχυρισμών της ότι από την επόμενη ημέρα που τοποθετήθηκε ο επισκληρίδιος καθετήρας, δεν είχε αισθητικότητα στο δεξιό κάτω άκρο και είχε μειωμένη κινητικότητα. Ανέφερε επίσης ότι μετά από λίγες μέρες άρχισε να αισθάνεται πόνους χαμηλά στην πλάτη. Οι πόνοι, υποστήριξε, εντείνονταν με την πάροδο των ημερών και εκτείνονταν στα πλευρά και στην κοιλιά. Για τους πόνους παραπονέθηκε επανειλημμένα, τόσο στο νοσηλευτικό προσωπικό, όσο και στον Εναγόμενο 3, ο οποίος την επισκεπτόταν καθημερινά. Ενημέρωνε, υποστήριξε, και τον Εναγόμενο 1 τηλεφωνικά, επειδή την επισκεπτόταν αραιά. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας ότι επαραπονείτο για πόνους στην πλάτη από τις 11.2.2009, ή και προγενέστερα, στερούνται πειστικότητας. Εάν, όντως υπόβαλλε τέτοια παράπονα, θα αναμενόταν να καταγράφονταν από το νοσηλευτικό προσωπικό στα σχετικά έγγραφα που συμπλήρωναν (nursing report Τεκμήριο 163). Δεν αποδέχομαι, συνεπώς, ότι επαραπονείτο στις νοσοκόμες και στους φυσιοθεραπευτές για πόνους στην πλάτη, όπως ισχυρίστηκε. Δεν είχε λόγο το νοσηλευτικό προσωπικό να μην κατέγραφε τα παράπονα της Ενάγουσας, εάν όντως επαραπονείτο. Αλλά και οι φυσιοθεραπευτές, θα αναμενόταν να ενημέρωναν τους θεράποντες ιατρούς της. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της ότι επαραπονείτο και στους Εναγόμενους για πόνους στην πλάτη, υποδεικνύεται πως, με βάση τη μαρτυρία της, ο Εναγόμενος 3 την επισκεπτόταν δύο φορές την ημέρα ενώ ο Εναγόμενος 2 δύο-τρεις φορές την εβδομάδα και ο Εναγόμενος 1 ακόμη πιο αραιά. Το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να αποδεχθεί τη θέση αυτή της Ενάγουσας. Δεν υπήρχε λόγος να αδιαφορούσαν οι Εναγόμενοι, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ιδιαίτερα ο Εναγόμενος 3, ο οποίος την επισκεπτόταν καθημερινά, την εξέταζε και εκτιμούσε την κατάσταση της. Δέχομαι επί του προκειμένου τη μαρτύρια των Εναγομένων 1, 2 και 3 ότι δεν τους είχε παραπονεθεί για πόνους στην πλάτη ή την κοιλιά στις 11.2.2009, ή και προηγουμένως. Οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της Ενάγουσας απορρίπτονται. Είναι λογικό και αναμενόμενο ότι η Ενάγουσα ένιωθε ενοχλήσεις και έντονη δυσφορία, λόγω της ακινησίας της. Βρισκόταν καθηλωμένη στο κρεββάτι για πολλές ημέρες, έχοντας τοποθετημένο τον επισκληρίδιο καθετήρα στην πλάτη της. Είχε έντονους πόνους στα κάτω άκρα, λόγω των επεμβάσεων, οι οποίοι συνεχίζονταν, ακόμη και μετά από την αναλγησία που της εχορηγείτο μέσω του επισκληρίδιου καθετήρα. Παρεμβάλλεται εδώ πως η μαρτυρία της σε σχέση με μειωμένη κινητικότητα και αισθητικότητα των κάτω άκρων, γίνεται αποδεκτή. Τα παράπονα της, εκτιμώ, εστιάζονταν στα ανωτέρω. Εάν επαραπονείτο για πόνους στην πλάτη ή στην κοιλιά, οι Εναγόμενοι, θα προέβαιναν στη διερεύνηση του προβλήματος. Ιδιαίτερα ο Εναγόμενος 3, ο οποίος την έβλεπε και την εξέταζε καθημερινά. Κρίνεται εντελώς εξωπραγματική η θέση της Ενάγουσας ότι παραπονέθηκε στον Εναγόμενο 3 για πόνο στην πλάτη, έντονο μάλιστα, και αδιαφόρησε. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι στη μαρτυρία της η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, πέρα από τα παράπονα της στους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό, συζητούσε το ζήτημα αυτό και με φιλικά και συγγενικά της πρόσωπα που την επισκέπτονταν στην κλινική. Δεδομένου ότι υπήρξε έντονη αμφισβήτηση των υπό αναφοράν ισχυρισμών της, θα αναμενόταν να καλούσε ως μάρτυρες κάποια από τα άτομα με τα οποία συζητούσε το ζήτημα αυτό, προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών της. Για τους ίδιους πιο πάνω λόγους, δεν γίνεται αποδεκτή η μαρτυρία της ότι είχε εκφράσει παράπονα για πόνους στην πλάτη ή στα πλευρά, μετά τις 11.2.2009 και πριν τις 19.2.2009. Υποδεικνύεται ότι στις 11.2.2009 είχαν διενεργηθεί αιματολογικές εξετάσεις που κατέδειξαν τους ψηλούς δείκτες στους οποίους γίνεται αναφορά πιο πάνω. Εάν υπόβαλλε, συνεπώς, παράπονα για πόνους στην πλάτη την ημέρα εκείνη, ή τις επόμενες, θα αναμενόταν ότι θα είχαν θορυβήσει τους Εναγόμενους, οι οποίοι όπως υποστήριξαν, επαναπαύθηκαν στην καλή κλινική της εικόνα. Πειστικοί κρίνονται όμως οι ισχυρισμοί της ότι παραπονέθηκε στους Εναγομένους 1,2 και 3 για πόνους στην πλάτη και στην κοιλιά στις 19.2.2009. Όπως θα υποδειχθεί στη συνέχεια, η θέση αυτή της Ενάγουσας υποστηρίζεται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλλά και από τη στάση που τήρησαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Εδώ τα πράγματα διαφοροποιούνται, καθόσον οι Εναγόμενοι αποδέχθηκαν ότι η Ενάγουσα τους παραπονέθηκε για πόνο στην πλάτη και στην κοιλιά. Υποδεικνύεται συναφώς ότι οι Εναγόμενοι, με την κοινή Έκθεση Υπεράσπισης τους, όπως τροποποιήθηκε με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 16.5.2014, δέχονται ρητά και ξεκάθαρα ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο στην κοιλιά και/ή στην πλάτη στις 19.2.2009. Ειδικότερα, στην παράγραφο 10 αναφέρουν, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα (στις γραμμές 10-13): «.Περαιτέρω αποτελεί την θέση των Εναγομένων ότι η πρώτη φορά κατά την οποία η ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνο στην κοιλιά και/ή στην πλάτη ήταν κατά ή περί την 19.2.2009, οπόταν και οι Εναγόμενοι έλαβαν όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα..». Ανάλογη θέση πρόβαλαν οι Εναγόμενοι και στις παραγράφους 11 και 12 της Υπεράσπισης τους. Υποδεικνύεται περαιτέρω, πως αυτή η θέση υποβλήθηκε από το συνήγορο των Εναγομένων 1,2 και 3 και κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και 5, υποβάλλοντας τους ότι για πρώτη φορά η Εναγόμενη παραπονέθηκε για πόνο στην πλάτη ή την κοιλιά, το πρωινό της 19.2.2009. Ενόψει των πιο πάνω, οι Εναγόμενοι εμποδίζονται να διαφοροποιήσουν τη θέση που υποστήριξαν με το δικόγραφο τους, αλλά και μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της Ενάγουσας από το συνήγορο τους. Είναι παγίως νομολογημένο ότι η δίκη τροχιοδρομείται στη βάση των δικογράφων. Μαρτυρία εκτός δικογράφων δεν λαμβάνεται υπόψη, έστω και εάν επιτραπεί η κατάθεση της (βλ. μεταξύ άλλων, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλας
(2011)1 Α.Α.Δ. 1422). Όσον αφορά τη μαρτυρία της, σε σχέση με τη φύση των χειρουργικών επεμβάσεων και τους αφόρητους πόνους που είχε στα κάτω άκρα, υποδεικνύεται πως δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Αμφισβητήθηκαν δύο μόνο σημεία από τις άλλες πτυχές της μαρτυρίας της. Το πρώτο αφορά τον ισχυρισμό της ότι δεν ενημερώθηκε για τους κινδύνους από την τοποθέτηση του επισκληρίδιου καθετήρα. Το παράπονο αφορά τόσο την αρχική τοποθέτηση από τον Μ.Υ.6, τον Απρίλιο του έτους 2008, όσο και τις επόμενες δύο φορές που τοποθετήθηκε από τον Εναγόμενο
  1. Σε σχέση με την πρώτη τοποθέτηση δεν αποδέχομαι ότι δεν έτυχε ενημέρωσης από τον Μ.Υ.
  2. Παρόλο που δεν φαίνεται να υπεγράφη το σχετικό έντυπο συγκατάθεσης από τον ίδιο (βλ. Τεκμήριο 151), ο Μ.Υ.6 έδωσε την εικόνα σχολαστικού αναισθησιολόγου. Τηρούσε σημειώσεις (βλ. Τεκμήριο 16) καταγράφοντας όλες τις ενέργειες του. Δεδομένου ότι θα ετοποθετείτο για πρώτη φορά επισκληρίδιος καθετήρας στην Ενάγουσα, αποδέχομαι ότι είχε προηγηθεί συζήτηση και πλήρης ενημέρωση, τόσο για τους κινδύνους όσο και για τα πλεονεκτήματα από τη χρήση του, όπως εξήγησε στη μαρτυρία του ο Μ.Υ.
  3. Ο ισχυρισμός ότι δεν έτυχε ενημέρωσης από τον Εναγόμενο 2, κρίνεται πειστικός. Στην εκτίμηση αυτή λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι τα σχετικά δελτία συγκατάθεσης, δεν ήταν συμπληρωμένα, γεγονός που αποδέχθηκε στη μαρτυρία του και ο Εναγόμενος
  4. Επειδή, προφανώς είχε προηγηθεί η τοποθέτηση επισκληρίδιου από τον Μ.Υ.6, ο Εναγόμενος 2 δεν θεώρησε αναγκαίο να ενημερώσει περαιτέρω την ενάγουσα, εκλαμβάνοντας ως δεδομένη την πληροφόρηση και ενημέρωση της. Το δεύτερο σημείο αμφισβήτησης, σχετίζεται με την κατ' ισχυρισμόν ενημέρωση της από τον Εναγόμενο 3 για τους λόγους που είχε αποφασιστεί η χειρουργική επέμβαση από τον Μ.Ε.2 Γ. Ιωάννου, στις 21.2.
  5. Όπως υποστήριξε, της είπε ότι υπήρχε μόλυνση στο νωτιαίο μυελό, γεγονός που ο ίδιος αρνήθηκε στην μαρτυρία του. Η μαρτυρία της επί του προκειμένου ελέγχεται ως αληθής. Υποδεικνύεται πως η ανάγκη για την χειρουργική επέμβαση προέκυψε μετά από τη διενέργεια αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας. Στα αποτελέσματα της μαγνητικής τομογραφίας (Τεκμήριο 51) γίνεται αναφορά για υποσκληρίδια συλλογή που θεωρήθηκε συμβατή με «αποστηματική κοιλότητα». Ενόψει των αποτελεσμάτων αυτών, που ήταν γνωστά στον Εναγόμενο 3, κρίνεται λογική και αναμενόμενη η ενημέρωση της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 3, για την αναγκαιότητα της επέμβασης, λόγω μόλυνσης που φαινόταν ότι υπήρχε στο νωτιαίο μυελό. Ακολουθεί η αξιολόγηση των εμπειρογνωμόνων της Ενάγουσας. Είναι πλέον φανερό, μετά από την αξιολόγηση της Ενάγουσας, πως ένα σημαντικό κομμάτι της μαρτυρίας των Μ.Ε.1 και 5 καθώς και των άλλων ιατρών που κλήθηκαν από τις δύο πλευρές, κατέστη χωρίς αντικείμενο. Έχοντας απορρίψει την εκδοχή της Ενάγουσας ότι επαραπονείτο για πόνους στην πλάτη πριν από τις 19.2.2009, η μαρτυρία που έχει δοθεί για το κεφάλαιο αυτό, στερείται πραγματικού ερείσματος και δεν χρειάζεται να αξιολογηθεί. Κατέστη, επίσης, χωρίς αντικείμενο η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων σε σχέση με την υποχρέωση των Εναγομένων να προειδοποιούσαν την Ενάγουσα για τους κινδύνους από τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα, εφόσον δεν έγινε αποδεκτή η μαρτυρία της Ενάγουσας ότι δεν είχε ενημερωθεί. Η Ενάγουσα ήταν ενήμερη για τους κινδύνους από τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα, παρά το γεγονός ότι δεν είχε ενημερωθεί από τον Εναγόμενο
  6. Όπως υποδείχθηκε πιο πριν, είχε ενημερωθεί αναλυτικά για όλα τα θέματα από τη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα από τον Μ.Υ.6 (Κορμός). Παρέμειναν προς συζήτηση και αξιολόγηση, οι αποδιδόμενες στους Εναγόμενους παραλείψεις και η σχετική μαρτυρία σε σχέση με: α) Την παρατεταμένη χρήση του επισκληρίδιου καθετήρα χωρίς τον ενδεδειγμένο έλεγχο. β) Την, κατ' ισχυρισμόν, αδιαφορία των Εναγομένων και την παράλειψη διερεύνησης των λόγων που παρουσιάστηκαν ψηλοί δείκτες στα αποτελέσματα των αιματολογικών εξετάσεων ημερ. 11.2.2009 (Τεκμήριο 46 και 47). γ) Την, κατ' ισχυρισμόν, αδράνεια των Εναγομένων μετά από τα παράπονα της Ενάγουσας για πόνο στην πλάτη ή/και την κοιλιά, η οποία, όπως έχει πλέον προσδιοριστεί, έλαβε χώρα το πρωϊνό της 19.2.
  7. δ) Την μη λήψη προληπτικών μέτρων για την αποτροπή μόλυνσης του επισκληρίδιου χώρου και/ή για την επέκταση της μόλυνσης. Οι Μ.Ε.1 και 5 έδωσαν σαφείς και τεκμηριωμένες απαντήσεις για όλα τα πιο πάνω ζητήματα. Τεκμηριώνοντας την κάθε τοποθέτηση τους, έδωσαν τη δυνατότητα στο Δικαστήριο να κατανοήσει τα εξειδικευμένα θέματα που απασχολούν, ώστε να είναι σε θέση να προβεί στις δικές του διαπιστώσεις. Αρχίζοντας από το μεγάλο χρονικό διάστημα της τοποθέτησης του επισκληρίδιου καθετήρα, δεν χωρεί αμφιβολία ότι είναι ορθή η θέση των Μ.Ε.1 και 5 πως απαιτείτο συνεχής παρακολούθηση και εγρήγορση από τους Εναγόμενους. Όπως επεσήμαναν και οι δύο, τέτοιες μακροχρόνιες περίοδοι δεν συνηθίζονται για μετεγχειρητικές διαδικασίες αλλά μόνο σε καρκινοπαθείς, λόγω της ανάγκης για χορήγηση αυξημένων δόσεων φαρμάκων. Απαιτείτο, τόσο ο κλινικός έλεγχος όσο και η συχνή αλλαγή του φίλτρου, για αποτροπή της πιθανότητας μόλυνσης. Όπως εξήγησε ο Μ.Ε.5 το φίλτρο προστατεύει τον επισκληρίδιο χώρο από την είσοδο μικροβίων. Υπόδειξε, επίσης, πως οι κίνδυνοι λοίμωξης αυξάνονται μετά από την 4η, 5η ημέρα. Υποδεικνύεται πως η πιθανότητα δημιουργίας επισκληρίδιου αποστήματος από τη χρήση επισκληρίδιου καθετήρα δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Είναι, εξάλλου, γι' αυτό το λόγο που αποδέχθηκαν όλοι οι εμπειρογνώμονες ότι απαιτείται να ακολουθούνται οι ορθές διαδικασίες, όπως ορίζεται και στις κατευθυντήριες οδηγίες (βλ. Τεκμήρια 159-161). Κρίνεται, επίσης, ορθή η θέση τους πως οι Εναγόμενοι όφειλαν να διερευνούσαν τους λόγους για τους οποίους παρουσιάστηκαν ψηλοί δείκτες CRP, WBC και NEUT, στις αναλύσεις αίματος ημερ. 11.2.2009 (Τεκμήρια 46 και 47). Όπως ορθά υπέδειξαν, δεν έπρεπε να επαναπαυθούν στην καλή κλινική εικόνα της Ενάγουσας. Η εκτίμηση αυτή των Μ.Ε.1 και 5 κρίνεται απόλυτα ορθή και δικαιολογημένη, δεδομένου, όπως εξήγησαν, ότι υπήρχε επισκληρίδιος καθετήρας για 12 συνεχόμενες μέρες. Ορθή κρίνεται και η θέση τους ότι θα έπρεπε να είχε αφαιρεθεί ο επισκληρίδιος καθετήρας και να διενεργηθεί μικροβιολογική εξέταση του ακροστομίου (μύτη) του καθετήρα. Κρίνεται, τέλος, ορθή η θέση τους ότι όφειλαν να επαναλάβουν τις αιματολογικές εξετάσεις και γενικότερα, όφειλαν να ελάμβαναν μέτρα για να σταματήσουν τη λοίμωξη που φαινόταν να υπήρχε. Όσον αφορά τις ενέργειες που όφειλαν να λάβουν στις 19.2.2009, όταν παραπονέθηκε η Ενάγουσα για πόνο στην πλάτη και την κοιλιά, δεν χωρεί αμφιβολία για την ορθότητα της εκτίμησης τους ότι όφειλαν να προέβαιναν σε αιματολογικές και απεικονιστικές εξετάσεις. Αυτή ήταν εξάλλου και η εκτίμηση των Εναγομένων 1 και 3, οι οποίοι δήλωσαν απερίφραστα πως εάν η Ενάγουσα επαραπονείτο για πόνο στην πλάτη, θα προχωρούσαν με μαγνητική εξέταση. Όσον αφορά τις εισηγήσεις του συνηγόρου των Εναγομένων 1,2 και 3, ότι η Ενάγουσα είχε παρουσιάσει ψηλούς δείκτες και κατά τις προηγηθείσες περιόδους νοσηλείας της, οι μάρτυρες εξήγησαν ότι δεν είχε παρουσιάσει τόσο ψηλούς δείκτες. Ο Μ.Ε.1, εξήγησε πως ήταν αναμενόμενη η αύξηση των λευκών αιμοσφαιρίων κατά 3,4 χιλιάδες περίπου, τον Μάιο του έτους 2008, γιατί είχε προηγηθεί χειρουργική επέμβαση. Όπως και οι ψηλοί δείκτες CRP και WBC που παρουσίασε στις 17 και 18.12.
  8. Ο μάρτυρας εξήγησε πως τις αμέσως επόμενες ημέρες επαναλήφθηκαν οι εξετάσεις και έδειξαν σταδιακή μείωση. Σχολιάστηκε, μάλιστα, από τους μάρτυρες η μεγάλη συχνότητα των εργαστηριακών αναλύσεων εκείνων των περιόδων, σε σύγκριση με την επίδικη περίοδο, κατά την οποία δεν επαναλήφθηκαν οι αναλύσεις, παρά τους ψηλούς δείκτες που παρουσιάστηκαν στις εξετάσεις 11.2.
  9. Στις πιο πάνω υποδείξεις του συνηγόρου, ο Μ.Ε.1 πρόσθεσε πως δεν έπρεπε να επαναπαυθούν οι Εναγόμενοι επειδή παρουσίασε παρόμοια αποτελέσματα στο παρελθόν, αναφέροντας το παράδειγμα του πεζού που διασταυρώνει το δρόμο, χωρίς να ελέγξει και από τύχη δεν τον κτυπά αυτοκίνητο. Σε άλλες υποβολές και σχετικές υποδείξεις του συνηγόρου των Εναγομένων, οι μάρτυρες δέχτηκαν με ειλικρίνεια πως οι ψηλοί δείκτες CRP και WBC δεν υποδηλώνουν μόνο λοίμωξη αλλά μπορεί να παρουσιαστούν και για άλλους λόγους, όπως μετά από στρες, κάταγμα κ.λ.π. Υπόδειξαν, ωστόσο, πως στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε ειδικός λόγος που συνηγορούσε με την υποψία λοίμωξης, που δεν ήταν άλλος από την ύπαρξη του επισκληρίδιου καθετήρα. Είναι γι' αυτό το λόγο, επεσήμαναν, που οι Εναγόμενοι όφειλαν να επαναλάμβαναν τις αιματολογικές εξετάσεις και να διερευνούσαν περαιτέρω το ζήτημα. Ορθή, ελέγχεται και η εκτίμηση τους ότι το επισκληρίδιο απόστημα που διαγνώστηκε στις 21.2.2009 από τη μαγνητική εξέταση, δημιουργήθηκε από λοίμωξη του επισκληρίδιου χώρου και συνδέεται με τη λοίμωξη που υπήρχε στις 11.2.2009, με βάση και τις ενδείξεις που υπήρχαν από τις αιματολογικές εξετάσεις. Όπως εξήγησαν, το επισκληρίδιο απόστημα δεν εμφανίζεται από τη μια στιγμή στην άλλη αλλά αναπτύσσεται σταδιακά και χρειάζεται μέρες έως εβδομάδες για να διαμορφωθεί. Υπάρχει, ως εκ τούτου, σύνδεση της λοίμωξης που διαπιστώθηκε από τις αιματολογικές εξετάσεις στις 11.2.2009, με το επισκληρίδιο απόστημα. Το Δικαστήριο δεν παραγνωρίζει το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν παραπονέθηκε για πόνους στην πλάτη, πριν από τις 19.2.2009, που, όπως δέχθηκαν οι Μ.Ε.1 και 5, αποτελεί (ο πόνος στην πλάτη) ένα από τα συμπτώματα του επισκληρίδιου αποστήματος. Υποδεικνύεται, ωστόσο, ότι η Ενάγουσα λάμβανε συνεχώς αναλγησία, μέσω του επισκληρίδιου καθετήρα. Θα μπορούσε, συνεπώς, να μην ένιωσε ενωρίτερα πόνους στην πλάτη, λόγω και των αναλγητικών. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως αντιμετώπιζε φρικτούς πόνους στα κάτω άκρα και πιθανόν να εστίαζε την προσοχή της σ' εκείνα τα σημεία. Υποδεικνύεται ακόμη ότι δεν μπορεί να αποκλειστεί το γεγονός να μην υπήρξαν τα συνήθη συμπτώματα του επισκληρίδιου αποστήματος, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όπως κατέθεσε και ο Εναγόμενος 3 στη μαρτυρία του, δεν παρουσιάζουν όλες οι παθήσεις τη συμπτωματολογία που αναφέρεται στα βιβλία. Σε κάθε περίπτωση, οι Μ.Ε.1 και 5, εξήγησαν πως η λοίμωξη υπήρχε στις 11.2.2009 και δεν αντιμετωπίστηκε μέχρι τις 20.2.2009, όταν επιβεβαιώθηκε ότι εξακολουθούσε να υπάρχει από τις αιματολογικές εξετάσεις (Τεκμήρια 48 και 50). Η δε εκτίμηση τους ότι στο διάστημα που μεσολάβησε, δημιουργήθηκε το επισκληρίδιο απόστημα και διαμορφώθηκε στη μορφή και στις διαστάσεις που διεφάνη στην μαγνητική τομογραφία, ελέγχεται ως ορθή. Όλα τα ανωτέρω, δίνουν λογική εξήγηση για τη δημιουργία του επισκληρίδιου αποστήματος. Δεν διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε πύον, εντός του επισκληρίδιου αποστήματος, όπως εξήγησε ο Μ.Ε.2, ο οποίος διενήργησε τη χειρουργική επέμβαση στις 21.2.
  10. Ανέφερε ότι υπήρχαν «κοκκοματώδεις και τυροειδείς ιστοί» εντός του επισκληρίδιου αποστήματος αλλά δεν ήταν σε θέση να πει εάν δημιουργήθηκαν από φλεγμονή ή μόλυνση. Υποδεικνύεται πως ο Μ.Ε.5 εξήγησε πως η παρουσία κοκκοματώδους ιστού σε ένα απόστημα, υποδηλώνει μακροχρόνια φλεγμονή ή μόλυνση, θέση που υποστηρίζεται και από σχετικό άρθρο (ιατρική επισκόπηση) του Daniel Sexton (Τεκμήριο 143(α)), σε σχέση με τα επισκληρίδια αποστήματα. Ειδικότερα στη σελίδα 2 του σχετικού ιατρικού συγγράμματος, αναφέρονται, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα: «Epidural abscesses may contain frank pus, especially in acute cases, but it is quite common to find only granulation tissue at the time of surgical drainage. Granulation tissue is often present when abscesses have been present for more than two weeks». Το γεγονός δε ότι δεν εντοπίστηκαν μικρόβια στις καλλιέργειες, όπως εξήγησαν οι Μ.Ε.1 και 5, δυνατό να οφείλεται στη λήψη αντιβίωσης από την Ενάγουσα, όπως υποδεικνύεται και στη συνέχεια. Όσον αφορά τη θέση των Εναγομένων ότι η εγκάρσια μυελίτιδα προκλήθηκε από την απόφραξη του αγγείου που τροφοδοτεί τον Τ8, λόγω επιμόλυνσης που προήλθε από το απόστημα που υπήρχε στο ψοϊτη μυ, οι μάρτυρες διαφώνησαν, εξηγώντας ότι αυτό είναι μάλλον θεωρητικό σενάριο, δεδομένου ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση υπήρχε επισκληρίδιο απόστημα. Το Δικαστήριο βρίσκει λογικές και πειστικές τις εξηγήσεις που έδωσαν. Οι μάρτυρες δεν απέκλεισαν, βεβαίως, το θεωρητικό ενδεχόμενο ισχαιμικής βλάβης, λόγω μόλυνσης του αγγείου που τροφοδοτεί τον Τ8 από μικρόβια που μπορεί να υπάρχουν σε απόστημα εντός του ψοϊτη μυ. Υποστήριξαν όμως ότι αυτό είναι ένα πολύ απομακρυσμένο σενάριο και ότι η πιο πιθανή αιτία είναι να προκλήθηκε η εγκάρσια μυελίτιδα από τη μόλυνση του νωτιαίου μυελού και από την πίεση που ασκούσε το επισκληρίδιο απόστημα στο νωτιαίο μυελό. Υποδείχθηκε, επίσης, από τους Μ.Ε.1 και 5 πως πέρα από την εγκάρσια μυελίτιδα, υπήρχε και μηνιγγίτιδα που οφείλεται και αυτή στη λοίμωξη του νωτιαίου μυελού. Αναφορικά με την υπόδειξη ότι ανιχνεύθηκε μικρόβιο στα ούρα (E-coli) στο οποίο θα μπορούσε να αποδοθεί η δημιουργία του αποστήματος στον ψοϊτη μυ, ο Μ.Ε.1 δεν το απέκλεισε, υποδεικνύοντας, ωστόσο ότι είναι πολύ σπάνιο να δημιουργηθεί απόστημα στον ψοϊτη από την ουρολοίμωξη. Στις υποδείξεις του συνηγόρου των Εναγομένων ότι η παράλυση προκλήθηκε τρία επίπεδα πιο πάνω (Θ8) από το σημείο του επισκληρίδιου αποστήματος, οι μάρτυρες εξήγησαν πως υπήρχε μόλυνση εντός του νωτιαίου μυελού και δικαιολογείται η βλάβη και οι αλλοιώσεις στο ψηλότερο επίπεδο του Θ
  11. Κρίνεται, περαιτέρω, λογική και πειστική η εξήγηση του Μ.Ε.5 σε σχέση με την κίνηση του υγρού εντός του επισκληρίδιου χώρου. Όπως εξήγησε, είναι ένας συνεχής χώρος και η λοίμωξη, εάν υπάρχει εντός του επισκληρίδιου χώρου, κυκλοφορεί. Συνήθως, είπε, οι λοιμώξεις ή τα αποστήματα εμφανίζονται αρκετά επίπεδα πιο ψηλά από το σημείο του επισκληρίδιου καθετήρα. Σε σχέση τέλος με τις υποδείξεις του συνηγόρου των Εναγομένων ότι δεν εντοπίστηκαν βακτήρια στις καλλιέργειες ιστών και αίματος, καθώς και στις δειγματοληψίες που λήφθηκαν από τις περιοχές της εγχείρησης, οι Μ.Ε.1 και 5, εξήγησαν πως αυτό δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Ενάγουσα λάμβανε αντιβίωση και για το λόγο αυτό δεν ανιχνεύθηκαν μικρόβια στις καλλιέργειες. Υπόδειξαν, επίσης, ότι δεν ανιχνεύθηκαν μικρόβια ούτε στις καλλιέργειες αίματος, παρόλο που υπήρχε απόστημα και στον ψοϊτη μυ. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, αποδέχομαι τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 5 επί των πιο πάνω ζητημάτων. Η μαρτυρία τους κρίνεται καθόλα πειστική και τεκμηριωμένη. Ερχόμενος στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 Γ. Ιωάννου, διαπίστωσα πως προσπάθησε να τηρήσει ίσες αποστάσεις. Περιορίστηκε να αναφέρει όσα ο ίδιος διαπίστωσε κατά την κλινική νευρολογική εξέταση της Ενάγουσας και κατά την χειρουργική επέμβαση την οποία διενήργησε αμέσως μετά. Ο μάρτυρας δήλωσε με ειλικρίνεια ότι εντόπισε και αφαίρεσε το επισκληρίδιο απόστημα. Δεν ήταν, ωστόσο, σε θέση να πει ποια ήταν η αιτία που προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα. Ούτε όσον αφορά το οίδημα που υπήρχε στο νωτιαίο μυελό, μπορούσε να πει εάν προκλήθηκε από την πίεση που εξασκούσε το απόστημα στο σάκο του νωτιαίου μυελού ή από τη μυελίτιδα. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ως ορθή, τόσο σε σχέση με τα ευρήματα του από την κλινική εξέταση της Ενάγουσας όσο και με τις διαπιστώσεις του από τη χειρουργική επέμβαση, όπως αποτυπώθηκαν στην έκθεση του Τεκμήριο 137 και διευκρινίστηκαν με την ένορκη μαρτυρία του. Θετική τέλος ήταν η εικόνα που απεκόμισε το Δικαστήριο για τον γραφολόγο Α. Παναγιώτου (Μ.Ε.7). Έδωσε σαφείς και τεκμηριωμένες εξηγήσεις για τους λόγους που οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το Τεκμήριο 158, αποτελεί αντίγραφο, μεταγενέστερης από την επίδικη περίοδο έκδοσης των κατευθυντήριων οδηγιών του Portmouth Hospital. Το συμπέρασμα του ότι δεν είναι δυνατόν να αποτελεί αντίγραφο του Τεκμηρίου 159 (έκδοση του έτους 2008) κρίνεται εύλογο και δικαιολογημένο, εφόσον οι διαφορές είναι εμφανείς από τη σύγκριση των δύο τεκμηρίων (Τεκμήρια 158 και 159). Κρίνεται, περεταίρω, ορθή η εκτίμηση του ότι παρουσιάζει ουσιώδεις ομοιότητες με την έκδοση του έτους 2010 (Έκδοση 5, Τεκμήριο 161). Με βάση τις υποδείξεις του μάρτυρα, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι οι διαφορές στα Τεκμήρια 158 και 159 είναι τέτοιες ώστε δεν χωρεί αμφιβολία για την ορθότητα της εκτίμησης του. Υποβλήθηκε, βέβαια, στο μάρτυρα πως ο Εναγόμενος 2 χρησιμοποίησε δείγμα από τις παλαιότερες εκδόσεις, θέση που δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει, εφόσον δεν του δόθηκαν οι προγενέστερες εκδόσεις για γραφολογική σύγκριση με το Τεκμήριο
  12. Ακολουθεί αξιολόγηση της μαρτυρίας των Εναγομένων 1, 2 και 3, (Μ.Ε.3,4 και 8, αντίστοιχα). Οι Μ.Υ.3 και 4 έδωσαν την εικόνα εξαίρετων ιατρών. Το Δικαστήριο διέκρινε, μέσα από τη μαρτυρία τους, την άρτια γνώση του αντικειμένου τους. Διεφάνη επίσης, ότι επέδειξαν ιδιαίτερο ζήλο για να αντιμετωπίσουν τα ιατρικά προβλήματα που παρουσίασε η Ενάγουσα κατά το διάστημα της νοσηλείας της στο Αχίλλειον. Το κατά πόσο, βέβαια, κατόρθωσαν να προσφέρουν εκείνη την ιατρική φροντίδα που επέβαλλε το ιδιαίτερο καθήκον τους, κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης, θα διαφανεί στο τέλος. Ιδιαίτερα θετική εντύπωση απεκόμισε το Δικαστήριο από το γεγονός ότι αναγνώρισαν και οι δύο την ανάγκη για μαγνητική εξέταση, στην περίπτωση που η Ενάγουσα υπόβαλλε παράπονο για πόνο στην πλάτη. Η, χωρίς δεύτερη σκέψη, ρητή και απερίφραστη αυτή δήλωση, πιστώνεται θετικά στους Εναγόμενους 1 και 3, αφού ως γιατροί γνώριζαν ότι θα μπορούσε να επενεργήσει εις βάρος τους, εάν γινόταν αποδεκτή η θέση της Ενάγουσας ότι υπόβαλλε συνεχώς παράπονα για πόνους στην πλάτη. Το Δικαστήριο έχει αποκομίσει μια γενικά θετική εικόνα για τους δύο αυτούς ιατρούς (Εναγόμενους 1 και 3), τόσο για την ειλικρίνεια τους όσο και για την προθυμία τους να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με όλες τις πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη δική τους αντίληψη σε σχέση με την κατάσταση της Ενάγουσας και τις ενέργειες τους, ως θεράποντες ιατροί της. Καταθέτοντας τα γεγονότα που σχετίζονται με τις ενέργειες τους σε σχέση με τη νοσηλεία της Ενάγουσας, υπεραμύνθηκαν της ορθότητας των ενεργειών τους, ζήτημα, επαναλαμβάνω, που θα κριθεί από το Δικαστήριο, με βάση τα ευρήματα στα οποία θα καταλήξει. Κρίνεται ωστόσο, σκόπιμο να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο διατηρεί σοβαρές επιφυλάξεις για την ορθότητα των ενεργειών τους σε σχέση με την εκτίμηση των αιματολογικών εξετάσεων ημερομηνίας 11.2.
  13. Όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια δεν εδικαιολογείτο η απόφαση τους να μην διερευνούσαν περαιτέρω τους λόγους που παρουσιάστηκαν ψηλοί δείκτες CRP, WBC και NEUT, στα Τεκμήρια 46 και
  14. Λανθασμένη κρίνεται, επίσης, και η παράλειψη τους να επαναλάβουν τις αιματολογικές εξετάσεις τις επόμενες μέρες. Θα πρέπει επίσης να υποδειχθεί η ανακολουθία στη μαρτυρία τους αναφορικά με τον ισχυρισμό τους ότι η Ενάγουσα δεν είχε παραπονεθεί για πόνους στην πλάτη ή στην κοιλιά στις 19.2.
  15. Ο Εναγόμενος 1 υποστήριξε επί του προκειμένου πως ουδέποτε η Ενάγουσα παραπονέθηκε στον ίδιο για πόνο στην πλάτη ενώ ο Εναγόμενος 3 υποστήριξε πως του εξέφρασε για πρώτη φορά παράπονο το πρωινό της 20.2.
  16. Όπως αναφέρθηκε πιο πριν, η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, αφού συγκρούεται με τη δικογραφημένη θέση τους ότι τους είχε παραπονεθεί για πόνους στην πλάτη και στην κοιλιά στις 19.2.
  17. Όπως υποδείχθηκε, επίσης, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της Ενάγουσας, ο Μ.Υ.4 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί τι ακριβώς της είπε σε σχέση με τους λόγους που επέβαλλαν την άμεση χειρουργική της επέμβαση στις 21.2.
  18. Για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί, νωρίτερα, το Δικαστήριο εκτιμά ότι της είχε αναφέρει ότι η χειρουργική επέμβαση κρίθηκε αναγκαία επειδή υπήρχε μόλυνση στο νωτιαίο μυελό. Με τις πιο πάνω επιφυλάξεις, αποδέχομαι την υπόλοιπη μαρτυρία τους ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Διαφορετική είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία του Μ.Ε.
  19. Το Δικαστήριο διέκρινε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων και αναδίπλωσης των ισχυρισμών του, προκειμένου να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της υπόθεσης του. Ειδικότερα: α) Παρουσίασε το Τεκμήριο 158 ως, δήθεν, δικές του σημειώσεις. Όπως υπόβαλε στους μάρτυρες της Ενάγουσας, τηρούσε αυτές τις σημειώσεις κατά τον ουσιώδη χρόνο. Κατά την ένορκη μαρτυρία του υποστήριξε ότι τηρούσε και συμπλήρωνε το έντυπο, όταν έφευγε το βράδυ από την κλινική και πήγαινε στο σπίτι του. Ερωτηθείς τι απέγινε το πρωτότυπο, ανάφερε πως το είχε απωλέσει, μαζί με όλες τις άλλες σημειώσεις του, κατά τη μετακόμιση του σε άλλο σπίτι. Απλή εξέταση του Τεκμηρίου 158, υποδηλεί το αβάσιμο των ισχυρισμών του. Δεν είναι δυνατό να συμπληρωνόταν το έντυπο, με τόσες πολλές λεπτομέρειες, στο σπίτι του, είτε από μνήμης, ή έστω και με σημειώσεις που ισχυρίστηκε ότι ετηρούσε. Εάν όντως κρατούσε σημειώσεις, όπως ισχυρίστηκε, γιατί να μην συμπλήρωνε το ίδιο το έντυπο στην κλινική, ώστε να υπάρχει και στον φάκελο της ασθενούς και στο αρχείο της κλινικής; Δεν διατηρώ αμφιβολία ότι το Τεκμήριο 158, συντάχθηκε εκ των υστέρων από τον Εναγόμενο 2, ώστε να δικαιολογήσει τις ενέργειες και τις τυχόν παραλείψεις του. Δεν είναι τυχαίο, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, το γεγονός ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν περιλαμβανόταν ανάμεσα στα έγγραφα που παραδόθηκαν στην Ενάγουσα από τους Εναγόμενους
  20. Πέραν τούτου, έχει διαφανεί από τη μαρτυρία του Μ.Ε.7 πως το Τεκμήριο 158 αποτελεί αντίγραφο μεταγενέστερης από τον επίδικο χρόνο έκδοσης. Γεννάται συνεπώς, το ερώτημα πως είναι δυνατόν να ετηρούσε σημειώσεις τον επίδικο χρόνο
(2009)από έντυπη έκδοση του έτους
  1. Στην ένορκη μαρτυρία του υποστήριξε πως το Τεκμήριο 158 αποτελεί αντίγραφο παλαιότερων εκδόσεων, θέση που προώθησε και κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.
  2. Θα αναμενόταν, βέβαια, να κατέθετε αντίγραφο των παλαιότερων εκδόσεων, ώστε να μπορούσε να ελεγχθεί η ακρίβεια του ισχυρισμού του. Εφόσον, μάλιστα, δεν είχε προβάλει εξ αρχής αυτή τη θέση, ώστε να εξεταζόταν και η συγκεκριμένη έκδοση από τον γραφολόγο. Υποδεικνύεται πως προσπάθεια της Ενάγουσας για κατάθεση των παλαιότερων εκδόσεων στο στάδιο επαναξέτασης του Μ.Ε.7, συνάντησε την ένσταση του συνηγόρου του Εναγομένου 2 και δεν επιτράπηκε από το Δικαστήριο η κατάθεση τους. β) Κατά την ένορκη μαρτυρία του, παρουσίασε επίσης χειρόγραφες σημειώσεις (Τεκμήριο 184) τις οποίες, όπως υποστήριξε, τηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Υποδεικνύεται πως ούτε αυτές οι σημειώσεις περιελήφθησαν στο φάκελο με τα έγγραφα που είχαν παραδοθεί στην Ενάγουσα. Κρίνεται δε εύστοχη η παρατήρηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, πως είναι δυνατόν να διασώθηκαν οι χειρόγραφες αυτές σημειώσεις, αφού με βάση τους ισχυρισμούς του είχε απωλέσει όλα τα πρωτότυπα έγγραφα στη διαδικασία μετακόμισης. Δεν διατηρεί αμφιβολία το Δικαστήριο ότι και αυτό το έγγραφο κατασκευάστηκε από τον Εναγόμενο εκ των υστέρων, επειδή έκρινε πως με την παρουσίαση χειρόγραφων σημειώσεων θα εξυπηρετούσε την υπεράσπιση του. Είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, φανερό ότι ο Εναγόμενος 2, κατασκεύασε εκ των υστέρων τα πιο πάνω έγγραφα, σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει τον εαυτό του ως τυπικό, βλέποντας, προφανώς τις αντίστοιχες σημειώσεις που κρατούσε ο Μ.Υ.6, οι οποίες είχαν κατατεθεί στο Δικαστήριο και έτυχαν θετικών σχολίων από τους Μ.Ε.1 και
  3. Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο διέκρινε προσπάθειες μεταβολής και μεταστροφής των αρχικών θέσεων του Εναγομένου
  4. Ιδιαίτερα από κάποιο σημείο της ακροαματικής διαδικασίας, διαφοροποίησε πλήρως την αρχική του θέση ως προς του λόγους που προκλήθηκε η παραπληγία της Ενάγουσας. Υποστήριξε ότι η αιτία που προκάλεσε την παράλυση ήταν η απόφραξη της αρτηρίας που τροφοδοτεί τον Τ8, από το απόστημα του ψοϊτη μυ. Σημειώνεται, βέβαια, ότι και οι Εναγόμενοι 1 και 3 πρόβαλαν την ίδια θέση, μέσω της αντεξέτασης των μαρτύρων της Ενάγουσας από το συνήγορο τους. Υποδεικνύεται πως τέτοιος ισχυρισμός δεν δικογραφείται στην κοινή έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων 1, 2, και 3, ζήτημα που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια. Ο Εναγόμενος 2 προχώρησε ακόμη ένα βήμα, υποστηρίζοντας ενόρκως αλλά και μέσω της μαρτυρίας του Μ.Υ.7, ότι δεν υπήρξε εγκάρσια μυελίτιδα αλλά ούτε ακόμη και μηνιγγίτιδα. Υιοθετώντας βασικά, τις θέσεις που ανέπτυξαν ο Μ.Υ.6 και Μ.Υ.7 στη μαρτυρία τους, υποστήριξε πως η πιο πιθανή αιτία είναι η ισχαιμική βλάβη. Σε σχέση δε με τη διαπίστωση της ακτινολόγου Παντζιαρά (Τεκμήριο 51) για ύπαρξη εγκάρσιας μυελίτιδας, ανάφερε πως, προφανώς, υπονοούσε την εγκάρσια βλάβη που υπήρχε στο νωτιαίο μυελό στο επίπεδο του Τ
  5. Είναι προφανής η διάσταση της μαρτυρίας του με τις δικογραφημένες του θέσεις. Υπάρχουν και άλλες αντιφάσεις και ανακρίβειες στη μαρτυρία του Μ.Υ.
  6. Υποστήριξε πως το έντυπο συγκατάθεσης δεν ήταν κενό, όπως υποστήριξε η Ενάγουσα. Ανάφερε, μάλιστα, πως είχε συμπληρώσει τις λέξεις «epidural catheter», γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι ενημέρωσε την Ενάγουσα για τη διαδικασία που θα ακολουθούσε, παραπέμποντας στο Τεκμήριο 167(γ), αντίγραφο του οποίου κατέθεσε και με την γραπτή του δήλωση. Το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί τη μαρτυρία της Ενάγουσας επί του ζητήματος αυτού. Η εκδοχή του Εναγομένου 2 δεν είναι δυνατό να γίνει αποδεκτή. Υποδεικνύεται πως τέτοια χειρόγραφη σημείωση δεν υπάρχει στα δελτία συγκατάθεσης που δόθηκαν από το Αχίλλειον στην Ενάγουσα (βλ. Τεκμήριο 151). Εάν είχε συμπληρώσει το έντυπο εκείνη την ώρα, θα αναμένετο να εμφανίζεται η σχετική εγγραφή και στο αντίγραφο που έχει παραδοθεί στην Ενάγουσα. Σημειώνεται, περαιτέρω, πως ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε στη μαρτυρία ότι τα δελτία συγκατάθεσης συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα από τον ίδιο και παραδόθηκαν στην Αστυνομία. Όσον αφορά το πότε η Ενάγουσα, παραπονέθηκε στον Εναγόμενο 2 για πόνους στην πλάτη και στην κοιλιά, ισχύουν όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω. Η μαρτυρία, συνεπώς, του Εναγομένου 2 σε σχέση με το ζήτημα αυτό γίνεται εν μέρει αποδεκτή, εφόσον κρίθηκε ήδη ότι η Ενάγουσα παραπονέθηκε για πόνους στην πλάτη από το πρωϊνό της 19.2.
  7. Για το Μ.Υ.1 σχημάτισα θετική εντύπωση. Η εμπλοκή του στην υπόθεση, περιορίζεται στην κλινική εξέταση της Ενάγουσας το βράδυ της 20.2.
  8. Η μαρτυρία του σε σχέση με τα κλινικά του ευρήματα δεν τελεί υπό αμφισβήτηση. Θετική εντύπωση σχημάτισε το Δικαστήριο και για τον φυσιοθεραπευτή Γ. Στούππα (Μ.Υ.2). Δεν είχε λόγο να παρασιωπήσει τυχόν παράπονα της Ενάγουσας για πόνο στην πλάτη. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Για τη Μ.Υ.5 το Δικαστήριο δεν έχει πεισθεί ότι κατέθεσε με ειλικρίνεια τα γεγονότα. Η μαρτυρία της ελέγχεται σε σχέση με την αναφορά της ότι είδε τον Εναγόμενο 2 να προβαίνει σε αλλαγή φίλτρου σε μια από τις επισκέψεις του στην Ενάγουσα. Εάν, όντως, είχε εισέλθει μαζί με τον Εναγόμενο 2 στο δωμάτιο της Ενάγουσας και τον είδε να προβαίνει σε αλλαγή του φίλτρου, θα αναμενόταν να κατέγραφε το γεγονός στο Τεκμήριο
  9. Η δικαιολογία που έδωσε για την μη καταγραφή, (ότι ήταν ευθύνη της sister να προέβαινε στη σχετική σημείωση), δεν πείθει. Υποδεικνύεται πως στο Τεκμήριο 163 υπάρχουν δικές της καταγραφές, όπως η ίδια δέχθηκε, αναγνωρίζοντας το γραφικό χαρακτήρα της. Το Δικαστήριο εκτιμά πως η αναφορά της για αλλαγή φίλτρου, αποσκοπούσε στην εξυπηρέτηση της υπεράσπισης του Εναγόμενου 2 και δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Σημειώνεται πως κατά την κύρια εξέταση της, ανέφερε πως είχε γίνει αντικατάσταση του επισκληρίδιου καθετήρα (epidural), θέση που διόρθωσε κατά την αντεξέταση, αναφέροντας ότι έγινε αλλαγή του φίλτρου και όχι του καθετήρα. Ακολουθεί αξιολόγηση των Μ.Υ.6 και Μ.Υ.
  10. Για τον πρώτο (Μ.Υ.6) το Δικαστήριο έχει ήδη σημειώσει την εντύπωση του ως προς το εύρος των γνώσεων του στον τομέα της αναισθησιολογίας καθώς και για την επαγγελματική στάση που τήρησε κατά το διάστημα που πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην Ενάγουσα, αναλαμβάνοντας την τοποθέτηση και διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα τον Απρίλιο του έτους
  11. Η επαγγελματική και ορθή διαχείριση της όλης διαδικασίας από τον Μ.Υ.6 επαινέθηκε και από τους Μ.Ε1 και 5, οι οποίοι είχαν την ευκαιρία να δουν τις σημειώσεις του και τα άλλα αρχεία της κλινικής εκείνης της περιόδου (Τεκμήρια 16-20). Σε σχέση όμως με τη μαρτυρία του διέκρινα προσπάθεια να βοηθήσει τον Εναγόμενο
  12. Κλήθηκε, ανέφερε, να εξηγήσει τις πιθανές αιτίες της παραπληγίας της Ενάγουσας και ανέφερε αυτά που περιέχονται στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο «Δ»). Θα ανέμενε όμως το Δικαστήριο να ζητούσε να εφοδιαστεί με όλο το ιστορικό, ώστε να εκφέρει την άποψη του για το εάν ακολουθήθηκαν οι σωστές διαδικασίες από αναισθησιολογικής άποψης και εάν έγινε σωστή διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα από τον υπεύθυνο αναισθησιολόγο -Εναγόμενο 2-. Εφόσον κλήθηκε, όπως ανέφερε, να εκφέρει την άποψη του για μια σοβαρή υπόθεση (της παραπληγίας της Ενάγουσας η οποία ετύγχανε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, θεραπευτικής αγωγής, μέσω επισκληρίδιου καθετήρα). Αποφάνθηκε, πως η πιθανότερη αιτία πρόκλησης παραπληγίας είναι η αγγειακή βλάβη, χωρίς να εξετάσει τα δεδομένα που υπήρχαν και εάν ετηρήθηκε η ορθή διαδικασία σε σχέση με την χρήση και διαχείριση του επισκληρίδιου καθετήρα. Υποδεικνύεται, περαιτέρω, πως ενώ γνώριζε ότι έγινε χειρουργική επέμβαση αφαίρεσης του επισκληρίδιου αποστήματος, δεν ζήτησε και δεν έλαβε υπόψη του την έκθεση του νευροχειρουργού (Μ.Ε.2) που διενήργησε την επέμβαση. Υπάρχει, όμως, ακόμη ένας λόγος που καθιστά τρωτή την εκτίμηση του. Ανάμεσα στα έγγραφα που του δόθηκαν, τα οποία, όπως είπε, συνεκτίμησε για να καταλήξει στην άποψη που εξέφρασε, ήταν και οι σημειώσεις του Εναγομένου 2, οι οποίες κρίθηκε πως δεν ετηρούντο άλλα κατασκευάστηκαν εκ των υστέρων. Υπό τις περιστάσεις αυτές, κρίνεται ακροσφαλής η έκθεση που ετοίμασε και η σχετική μαρτυρία του, σε σχέση με τις πιθανές αιτίες της παράλυσης της Ενάγουσας. Σε σχέση, τέλος, με τη μαρτυρία του Μ.Υ.7, το μόνο που θα μπορούσε να λεχθεί είναι πως πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από τη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων, που δεν θα μπορούσε να εξεταστεί. Υποστήριξε, εν ολίγοις, πως η αιτία της παράλυσης ήταν η απόφραξη της αρτηρίας adamkiewicz, από μόλυνση του ψοϊτη. Προχώρησε μάλιστα να υποστηρίξει πως δεν υπήρξε εγκάρσια μυελίτιδα ούτε καν μηνιγγίτιδα. Σημειώνεται πως όλη οι άλλοι μάρτυρες, ακόμη και οι Εναγόμενοι 1 και 3, αποδέχθηκαν στη μαρτυρία τους πως η αιτία της παράλυσης ήταν η εγκάρσια μυελίτιδα. Την οποία διαπίστωσε και ο νευροχειρουργός που διενήργησε την χειρουργική επέμβαση κατά την οποία αφαίρεσε το επισκληρίδιο απόστημα και αποσυμπίεσε το νωτιαίο μυελό. Παρόλο τούτο, ο Μ.Υ.7 υποστήριξε πως δεν υπήρχε ούτε συμπίεση του νωτιαίου μυελού από το απόστημα, ισχυρισμός που συγκρούεται ευθέως με τις δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου
  13. Υποδεικνύεται ότι στην υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, δέχονται, ανάμεσα σε άλλα, ότι η μαγνητική τομογραφία «κατέδειξε επισκληρίδιο συλλογή η οποία ασκούσε πίεση επί του νωτιαίου μυελού». Δέχονται περαιτέρω, ότι «.μερίμνησαν και/ή η Ενάγουσα χειρουργήθηκε από ειδικό νευροχειρουργό, όχι για αντιμετώπιση της μόλυνσης ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, αλλά για άμεση αποσυμπίεση του νωτιαίου μυελού». Πέραν των πιο πάνω εγγενών αδυναμιών στη ποιότητα της μαρτυρίας του Μ.Υ.7, διεφάνη επίσης ότι στήριξε τις εκτιμήσεις και τα συμπεράσματα του, απομονώνοντας απεικονίσεις από το Τεκμήριο 176, στις οποίες δεν παρουσιάζονταν ψηλά σήματα στο νωτιαίο μυελό, γεγονός που διεφάνη από την αντεξέταση και την παρουσίαση περαιτέρω εικόνων από τη μαγνητική εξέταση. Ειδικότερα, στις αλληλουχίες που του υποδείχθηκαν από το συνήγορο της Ενάγουσας (βλ. images 43, 44 και 45 Τεκμηρίου 176), παρουσιάζονται σήματα που υποδηλώνουν βλάβη του νωτιαίου μυελού την οποία τόσο η ακτινολόγος Παντζιαρά όσο και ο νευροχειρουργός Ιωάννου, εκτίμησαν ως εγκάρσια μυελίτιδα. Ο Μ.Υ.7, χωρίς πειστικές εξηγήσεις, υποστήριξε πως η εγκάρσια μυελίτιδα «δίνει διαφορετικά σήματα». Διέκρινα εμφανή προσπάθεια αλλοίωσης της πραγματικής εικόνας από το μάρτυρα και απορρίπτω χωρίς δισταγμό τη μαρτυρία του. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου προκύπτουν εύλογα από την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τις επισημάνσεις που διατυπώθηκαν. Ειδικότερα: Όσον αφορά την αιτία που προκάλεσε την παράλυση της Ενάγουσας, προκύπτει αβίαστα από τη μαρτυρία ότι ήταν η εγκάρσια μυελίτιδα. Διαφωνία υπήρξε ως προς την αιτία που προκάλεσε την εγκάρσια μυελίτιδα. Το Δικαστήριο για τους λόγους που επεξηγήθηκαν πιο πάνω, αποδέχεται την εκδοχή της Ενάγουσας ότι η εγκάρσια μυελίτιδα προκλήθηκε από το επισκληρίδιο απόστημα. Όπως είναι παραδεκτό, το επισκληρίδιο απόστημα ασκούσε πίεση στο νωτιαίο μυελό στα επίπεδα Θ11 έως Ο
  14. Παρόλο που αφαιρέθηκε κατά τη νευροχειρουργική επέμβαση που διενέργησε ο Μ.Ε.2, είχε ήδη προκαλέσει παράλυση της Ενάγουσας από το επίπεδο του Θ
  15. Η βλάβη στο νωτιαίο μυελό επήλθε λόγω της εγκάρσιας μυελίτιδας, όπως διαπιστώθηκε από τη μαγνητική τομογραφία (Τεκμήριο 51). Το Δικαστήριο, αποδεχόμενο τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και 5, καταλήγει ότι η εγκάρσια μυελίτιδα προκλήθηκε από το επισκληρίδιο απόστημα, το οποίο άρχισε να δημιουργείται από τις 11.2.2009, ή και προγενέστερα και πήρε τη τελική του μορφή στις 21.2.2009, όπως διαπιστώθηκε από το MRI και τον Μ.Ε.2, ο οποίος το αφαίρεσε. Στην κατάληξ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.