ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΤΑΤΙΩΤΗ ν. PISSIDES BROTHERS DEVELOPERS LIMITED, Αγωγή αρ.: 1750/15, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1750/15 Αίτηση ημερ.: 12/6/15 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΣΤΑΤΙΩΤΗ, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και PISSIDES BROTHERS DEVELOPERS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενης -------------------------------------------------- 30/6/2016 Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κα Νικολάου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κα Φιλιππίδου για ν' ακούσει απόφαση) Για την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Στυλιανού για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε. (κα Στυλιανού για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας - Αιτητής με την υπό εξέταση αίτηση του αξιώνει την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Εναγόμενης/Καθ' ης η Αίτηση. Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα - Αιτητή, στην οποία αναφέρει τα ακόλουθα: Η απαίτηση του εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η Εναγόμενη»), απορρέει από δύο γραπτές συμφωνίες, μεταξύ του ιδίου και της Εναγόμενης, οι οποίες περιγράφονται λεπτομερώς αμέσως πιο κάτω: (α) Συμφωνία ημερομηνίας 1/11/2007, για την εκτέλεση εργολαβιών και την ανέγερση τεσσάρων μονοκατοικιών και το οδικό δίκτυο (στη συνέχεια θα αναφέρονται ως «οι κατοικίες»), σύμφωνα με τα σχέδια και τους όρους των αρμόδιων Αρχών (AHK-ATHK-ΣΑΛΑ), στην Αγία Φύλα, στη Λεμεσό, για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.517.842 (€884.786), πλέον Φ.Π.Α., στη βάση των σχεδίων και των δελτίων ποσοτήτων που περιγράφουν τις προς εκτέλεση εργασίες του αρχιτεκτονικού γραφείου ARCHIPLUS (ARCHITECTS & DESIGNERS) και του επιμετρητή ποσοτήτων Ανδρέα Αθανασίου (Τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως). Κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών εκδόθηκαν διατακτικά πληρωμής από τον αρχιτέκτονα του έργου Χ. Ηροδότου, του ως άνω αρχιτεκτονικού γραφείου, τα οποία παραδόθηκαν κανονικά, όπως έχει πληροφορηθεί από τον κ. Ηροδότου στην Εναγόμενη. Σύμφωνα με ρητή πρόνοια της ως άνω περιγραφόμενης συμφωνίας, τα διατακτικά που εκδίδονταν από τον αρχιτέκτονα θα έπρεπε να πληρωθούν εντός 14 ημερών από της παράδοσης τους στην Εναγόμενη. Όμως η Εναγόμενη, κατά παράβαση της ως άνω συμφωνίας, οφείλει μέχρι σήμερα τα πιο κάτω περιγραφόμενα ποσά, στη βάση των πιο κάτω περιγραφόμενων διατακτικών που εκδόθηκαν για εκτελεσθείσα εργασία. i. Διατακτικό Πληρωμής Αρ. 15 ημερομηνίας 9/7/2013 που αφορά τελικό υπόλοιπο οικιών για εκτελεσθείσες εργασίες για συνολικό ποσό £14.899 (€25.456). Στις 20/12/2013 η Εναγόμενη κατέβαλε ποσό €1.500 έναντι του πιο πάνω ποσού του διατακτικού Αρ. 15 παραμένοντας οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €23.956 (Τεκμήριο 2). ii. Διατακτικό Πληρωμής Αυξήσεως Εργατικών και Υλικών ημερομηνίας 14/2/2014 για ποσό £24.858,41 (€42.473,12) πλέον ΦΠΑ 18% €7.645,16, ήτοι €50.118,28 (Τεκμήριο 3). (β) Συμφωνία ημερομηνίας 17/6/2009, για την ανέγερση μικρής πολυκατοικίας (στη συνέχεια θα αναφέρεται ως «η πολυκατοικία»), με πέντε διαμερίσματα στην Αγία Φύλα, για το συνολικό ποσό των €540.000, πλέον Φ.Π.Α., στη βάση των σχεδίων και των δελτίων ποσοτήτων του αρχιτεκτονικού γραφείου ARCHIPLUS (ARCHITECTS & DESIGNERS) και του επιμετρητή ποσοτήτων κ. Ανδρέα Αθανασίου (Τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως). Στη βάση της πιο πάνω περιγραφόμενης συμφωνίας και κατά την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, εκδόθηκαν διατακτικά πληρωμής από τον αρχιτέκτονα του έργου κ. Χ. Ηροδότου, του ως άνω αρχιτεκτονικού γραφείου, τα οποία παραδόθηκαν, όπως έχει πληροφορηθεί από τον κ. Ηροδότου, στην Εναγόμενη. Σύμφωνα με ρητή πρόνοια της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας, τα διατακτικά που εκδίδονταν από τον αρχιτέκτονα θα έπρεπε να πληρωθούν εντός 14 ημερών από της παράδοσης τους στην Εναγόμενη. Όμως η Εναγόμενη, κατά παράβαση της ως άνω αναφερόμενης συμφωνίας, οφείλει μέχρι σήμερα τα πιο κάτω περιγραφόμενα ποσά, στη βάση των διατακτικών που περιγράφονται πιο κάτω, για εκτελεσθείσα εργασία. Η Εναγόμενη, μετά την προς αυτήν παράδοση των ως άνω περιγραφόμενων διατακτικών, του κατέβαλε ποσό €6.000, κατά την 20/12/2013, έναντι των οφειλόμενων ποσών των διατακτικών υπ' αρ. 3, 4, 15 και 17 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €162.010,84, για τα υπόλοιπα διατακτικά. Με επιστολή του ημερομηνίας 26/2/2014 και με επιστολή των δικηγόρων του ημερομηνίας 2/4/2015 (Τεκμήρια 12 και 13 της ενόρκου δηλώσεως), η Εναγόμενη κλήθηκε όπως συμμορφωθεί με τους όρους των ως άνω περιγραφόμενων συμφωνιών και καταβάλει άμεσα τα οφειλόμενα, βάσει των ως άνω διατακτικών πληρωμής, ποσά, όμως δεν πλήρωσε οποιοδήποτε ποσό έναντι του υπολοίπου των €162.010,84, το οποίο εξακολουθεί να παραμένει απλήρωτο. Κατά την 3/6/2015 η Εναγόμενη καταχώρισε εμφάνιση στην αγωγή, μέσω των δικηγόρων της. Όπως προσωπικά γνωρίζει και όπως πληροφορείται από τους δικηγόρους του, η Εναγόμενη δεν έχει οποιαδήποτε Υπεράσπιση στην αγωγή, καθότι δεν άσκησε το δικαίωμα που της παρείχαν οι επίδικες συμφωνίες να υποβάλει στον αρχιτέκτονα τη διαφορά προς επίλυση και ως εκ τούτου τα επίδικα διατακτικά κατέστησαν απαιτητά και πληρωτέα. Η Εναγόμενη εναντιώθηκε στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της, την οποία καταχώρησε, προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «(α) Δεν συντρέχουν οι νομικές και πραγματικές προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. (β) Η αγωγή είναι πρόωρη και/ή το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. (γ) Η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων προνοεί δεσμευτική ρήτρα υπαγωγής των διαφορών τους σε διαιτησία. (δ) Οι Εναγόμενοι έχουν απευθυνθεί εις τον αρχιτέκτονα, ο οποίος εξέδωσε σχετική απόφαση και ο Ενάγοντας δεν παρέπεμψε τη διαφορά σε διαιτησία. (ε) Οι Εναγόμενοι έχουν καλή και γνήσια υπεράσπιση στην αγωγή και υπάρχουν σοβαρά ζητήματα προς εκδίκαση και εγείρονται θέματα που χρήζουν εκδίκασης και που τους δίδει το δικαίωμα να προβάλουν την υπεράσπιση τους. (στ) Ο ενόρκως δηλών δεν επιβεβαιώνει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που αξιώνεται. Επίσης, αυτός δεν εκφράζει την πεποίθησή του πως δεν υπάρχει υπεράσπιση. (ζ) Ο Ενάγοντας παραλείπει να αναφέρει τα αληθή και ακριβή γεγονότα που προηγήθηκαν της παρούσας αγωγής και ψευδώς αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι δεν υπέβαλαν στον αρχιτέκτονα του έργου οτιδήποτε σε σχέση με τα επίδικα έργα και/ή ψευδώς παρουσιάζει ότι δεν υπήρχαν διαφορές μεταξύ των διαδίκων και/ή ότι δεν αμφισβητήθηκαν τα διατακτικά. (η) Δεν έχει εκδοθεί μέχρι σήμερα τελικό πιστοποιητικό και ως εκ τούτου η παρούσα αγωγή είναι πρόωρη. (θ) Τυχόν έκδοση της αιτούμενης απόφασης θα στερήσει από τους Εναγόμενους το δικαίωμα να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου και να θέσουν αναλυτικά τις θέσεις τους, οι οποίες είναι βάσιμες. (ι) Τα επίδικα διατακτικά μπορεί να αυξηθούν αλλά και να μειωθούν από το τελικό πιστοποιητικό παραλαβής άρα δεν αποτελούν ξεκαθαρισμένη απαίτηση ή και εκκαθαρισμένο λογαριασμό. (κ) Ο Ενάγοντας εγνώριζε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ των διαδίκων αλλά δεν υπέβαλε τις διαφορές αυτές εις τον αρχιτέκτονα του έργου.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης, Γιαννάκη Πισσίδη, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Η Εναγόμενη πράγματι συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα, με βάση τη συμφωνία ημερομηνίας 1/11/2007 (Τεκμήριο 1 της ενόρκου δηλώσεως του). Στο παράρτημα όρων του Τεκμηρίου 1, καθορίζεται ρητά ότι για κάθε μέρα καθυστέρησης οι αποζημιώσεις της Εναγόμενης θα ήταν Λ.Κ.100 (€170,86) ανά μέρα. Σύμφωνα με ρητό όρο του Τεκμηρίου 1, ο Ενάγοντας όφειλε να συμπληρώσει τις κατασκευαστικές εργασίες μέχρι τις 30/6/2009 όμως ο Ενάγοντας, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, τις συμπλήρωσε στις 17/11/2011. Επίσης, η Εναγόμενη συμβλήθηκε με τον Ενάγοντα, με βάση δεύτερη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 17/6/2009 (Τεκμήριο 2 της ενόρκου δηλώσεως). Στο παράρτημα όρων του Τεκμηρίου 2 καθορίζεται ρητά ότι για κάθε μέρα καθυστέρησης οι αποζημιώσεις της Εναγόμενης θα ήταν €75 ανά μέρα. Σύμφωνα με ρητό όρο του Τεκμηρίου 2, ο Ενάγοντας όφειλε να συμπληρώσει τις κατασκευαστικές εργασίες εντός 14 μηνών από τη μέρα που έλαβε κατοχή του χώρου, ήτοι από τις 17/6/2009. Όμως, κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, αντί να τις συμπληρώσει στις 17/8/2010, τις συμπλήρωσε στις 3/7/2012. Πραγματοποίησαν πολλές συναντήσεις με τον Ενάγοντα, στην παρουσία του αρχιτέκτονα, για να βρεθεί μια κοινά αποδεκτή λύση στο ζήτημα των καθυστερήσεων αλλά και των κακοτεχνιών. Το θέμα που συζητείτο στις ως άνω συναντήσεις ήταν οι αποζημιώσεις που θα έπρεπε να καταβάλει ο Ενάγοντας, λόγω καθυστέρησης στην ολοκλήρωση των έργων, αλλά και το ζήτημα των κακοτεχνιών και των συνακόλουθων ζημιών που υπέστη η Εναγόμενη. Ο Ενάγοντας διαφωνούσε με τις θέσεις τους με αποτέλεσμα, λόγω των διαφωνιών αυτών, να μην έχει εκδοθεί από τον αρχιτέκτονα του έργου το τελικό πιστοποιητικό. Η Εναγόμενη, ασκώντας το δικαίωμα που της παρέχει το άρθρο 36
(1)των Τεκμηρίων 1 και 2 υπέβαλε εγγράφως, με επιστολή της ημερομηνίας 19/10/2015, τις ως άνω διαφορές της με τον Ενάγοντα, στον αρχιτέκτονα, με σκοπό να αποφασίσει επί των ζητημάτων αυτών και να εκδώσει σχετική απόφαση. Ο αρχιτέκτονας του έργου, σε σχέση με το Τεκμήριο 1, με την απόφαση του ημερομηνίας 2/11/2015 αποφάσισε, λαμβάνοντας υπόψη του τις επιπρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγοντας, ότι οι εργασίες έπρεπε να συμπληρωθούν έξι μήνες αργότερα από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, δηλαδή έπρεπε να συμπληρωθούν στις 17/2/
- Συνεπώς, η συνολική καθυστέρηση για τη συμπλήρωση του έργου ανέρχεται στους 16 μήνες. Περαιτέρω, σε σχέση με το Τεκμήριο 2 ο αρχιτέκτονας, με την απόφαση του ημερομηνίας 2/11/2015, αποφάσισε λαμβάνοντας υπόψη του τις επιπρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγοντας αλλά και καθυστερήσεις από τις αρμόδιες Αρχές, ότι οι εργασίες έπρεπε να συμπληρωθούν 11 μήνες αργότερα από τη συμφωνηθείσα ημερομηνία, δηλαδή έπρεπε να συμπληρωθούν στις 30/5/
- Συνεπώς, η συνολική καθυστέρηση για τη συμπλήρωση του έργου ανέρχεται στους 17 μήνες. Στην υπό αναφορά απόφαση του αρχιτέκτονα αναφέρεται επίσης ότι μέρος των εργασιών ήταν ελαττωματικές, όπως η δίφυλλη εξώπορτα στην μονοκατοικία αρ. 2, αλλά και τα κακής ποιότητας μπογιατίσματα γραφιάτου στην μονοκατοικία αρ. 2, υποδείχθηκαν στον Ενάγοντα αλλά δεν προχώρησε στην επιδιόρθωση τους. Ο αρχιτέκτονας πιστοποιεί ότι η εξώθυρα αξίας €2.000 αντικαταστάθηκε με δαπάνη της Εναγόμενης και ότι τα μπογιατίσματα γραφιάτου, αξίας €1.100 έγιναν και αυτά με δαπάνη της Εναγόμενης, ποσά τα οποία θα πρέπει να αφαιρεθούν από τα ενδιάμεσα διατακτικά και ότι τα εν λόγω ποσά θα πρέπει να πιστωθούν στην Εναγόμενη. Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Εναγόμενης, αλλά και τους αρχιτέκτονες του έργου, με βάση τον όρο 23 του Τεκμηρίου 1 η Εναγόμενη, ως εργοδότης του έργου, δύναται να αφαιρέσει το ποσό αυτό από οποιαδήποτε ποσά οφείλονται στον Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, συνυπολογίζοντας το ποσό που δύναται να αφαιρέσει η Εναγόμενη από τα οφειλόμενα προς τον Ενάγοντα ποσά, το υπόλοιπο ανέρχεται στις €90.042,
- Επίσης, ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ειδικά δε εν όψει του όρου 23 του Τεκμηρίου 2, η Εναγόμενη δύναται να αφαιρέσει από τα οποιαδήποτε ποσά οφείλονται στον Ενάγοντα, δυνάμει του Τεκμηρίου 2, το οφειλόμενο προς την ίδια ποσό, που ανέρχεται στις €36.000, ως συμφωνηθείσες αποζημιώσεις για την καθυστέρηση εκτέλεσης του έργου. Πέραν των πιο πάνω η Εναγόμενη, λόγω της καθυστέρησης στην συμπλήρωση των εργασιών, απώλεσε τη δυνατότητα να πωλήσει τόσο τις κατοικίες όσο και τα διαμερίσματα σε υψηλότερες τιμές και πολύ πιο νωρίς. Λόγω της ως άνω καθυστέρησης, τόσο οι τιμές στην αγορά των ακινήτων, όσο και η αγοραστική ζήτηση τους μειώθηκαν κατακόρυφα. Μετά το 2010 άρχισε η πτώση των τιμών των ακινήτων, ενώ κατά το 2011 και 2012 το φαινόμενο αυτό επιδεινώθηκε. Ειδικότερον, οι τιμές των μονοκατοικιών, λόγω της καθυστέρησης, μειώθηκαν κατά 10% και των διαμερισμάτων κατά 12%. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη αναγκάστηκε να μειώσει τις τιμές πώλησης των ακινήτων ανάλογα, σε σχέση με την τιμή που θα τα πωλούσε αν ο Ενάγοντας εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του κατά τον χρόνο που αναφέρει ο αρχιτέκτονας. Επιπρόσθετα, το διατακτικό αρ. 16 για το ποσό των €28.669 έχει εξοφληθεί από την Εναγόμενη, βάσει σχετικών αποδείξεων πληρωμής και τιμολογίων που εξέδωσε ο Ενάγοντας (Τεκμήριο 8 της ενόρκου δηλώσεως), διά των οποίων αποδεικνύεται ότι η Εναγόμενη πλήρωσε το ποσό των €25.
- Όπως φαίνεται και από το σχετικό διατακτικό, το καθαρό ποσό που θα έπρεπε να πληρωθεί, χωρίς Φ.Π.Α., ήταν €24.
- Κατά το μήνα Μάρτιο του 2013, δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας του Φ.Π.Α., οι συναλλαγές μεταξύ εργολάβου και εταιρειών ανάπτυξης γης δεν έφεραν Φ.Π.Α. Συνεπώς, η Εναγόμενη δεν όφειλε να πληρώσει Φ.Π.Α. επί του ως άνω συνολικού ποσού. Προσθέτοντας το ποσό των €24.504, με τα ποσά των €726,50, που ήταν ο Φ.Π.Α. σε κάθε ένα από τα δύο τιμολόγια που έφεραν Φ.Π.Α., το συνολικό ποσό συμποσούται στις €25.957, που αντιστοιχεί το ποσό που η Εναγόμενη πλήρωσε προ τον Ενάγοντα. Επίσης, ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της Εναγόμενης, τα συμβόλαια εργολαβίας που υπεγράφησαν μεταξύ των διαδίκων, περιλαμβάνουν, στο άρθρο 36, δεσμευτική ρήτρα διαιτησίας, δυνάμει της οποίας τα μέρη έχουν δεσμευτεί ότι οποιαδήποτε μεταξύ τους διαφορά θα παραπέμπεται σε διαιτησία. Συνεπώς, η επίδικη διαφορά θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία πριν εγερθεί οποιαδήποτε αγωγή. Σε κάθε περίπτωση η έκδοση της απόφασης του αρχιτέκτονα, αποτελεί ουσιαστικά απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια του άρθρου 36 και εφόσον ο Ενάγοντας διαφωνούσε είχε το δικαίωμα να προβάλει την ένσταση του και να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία. Επίσης, όπως τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι της Εναγόμενης, μόνο σε περίπτωση που εκδοθεί τελικό πιστοποιητικό και, νοουμένου ότι δεν έχουν αρχίσει οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών, βάσει του άρθρου 36 των συμβολαίων, το τελικό πιστοποιητικό θα θεωρείται αδιαμφισβήτητη μαρτυρία ότι έχουν εφαρμοστεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του συμβολαίου οι οποίες απαιτούν να γίνει ρύθμιση του ποσού του συμβολαίου και ότι η ποσότητα των υλικών και των εργασιών ικανοποιούν τον Ενάγοντα. Βάσει του όρου 31
(8)της συμφωνίας, από τη στιγμή που δεν έχει εκδοθεί τελικό πιστοποιητικό, η αξίωση του Ενάγοντα δεν μπορεί να θεωρείται εκκαθαρισμένη. Ο Ενάγοντας, στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του την οποία καταχώρισε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, αναφέρει τα ακόλουθα: Η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών δεν προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας του, αλλά μετά από υποδείξεις της Εναγόμενης για διακοπή των εργασιών για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν και αδυναμία τους να αντεπεξέλθουν στις οικονομικές υποχρεώσεις που προέκυπταν με την πάροδο των εργασιών. Περαιτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών προκλήθηκε εξ υπαιτιότητας της ΑΗΚ, ΑΤΗΚ και του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού, κατά την εκτέλεση των απαραίτητων εργασιών. Επίσης, οι συνεχείς τροποποιήσεις, προσθήκες και αφαιρέσεις που έγιναν στις αρχικά συμφωνηθείσες εργασίες μετά από υποδείξεις του αρχιτέκτονα των έργων, κατά την πορεία των εργασιών, αλλά και η γενική ασυνέπεια της Εναγόμενης να τον προμηθεύει με τα υλικά τα οποία είχε αναλάβει η ίδια να τον προμηθεύσει, προκαλούσαν περαιτέρω καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των εργασιών και επέκτειναν τη διάρκεια εκτέλεσης τους. Αναφορικά με τις αξιούμενες εκ μέρους της Εναγόμενης αποζημιώσεις για την καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των έργων, συναντήθηκε πράγματι με την Εναγόμενη, σε διάφορες περιπτώσεις, όπου συζήτησαν για τα οφειλόμενα ποσά των διατακτικών που είχαν εκδοθεί και καθυστερείτο η πληρωμή τους. Για την πληρωμή των διατακτικών η Εναγόμενη επικαλέστηκε επιδιορθώσεις που θεωρούσε ότι έπρεπε να γίνουν και τις έθετε ως προϋπόθεση για να προβεί στην πληρωμή των διατακτικών. Προέβηκε σε κάποιες επιδιορθώσεις, προκειμένου να πληρωθεί, όμως η Εναγόμενη συνέχιζε να μην πληρώνει τα οφειλόμενα ποσά. Οι ως άνω συναντήσεις δεν έγιναν με σκοπό την διευθέτηση της καταβολής αποζημίωσης προς την Εναγόμενη, όπως η ίδια ισχυρίζεται. Η Εναγόμενη υπέβαλε εγγράφως τις μεταξύ τους διαφορές στον αρχιτέκτονα και ξεκίνησαν τη σχετική διαδικασία, μετά την καταχώρηση από τους δικηγόρους του του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και της υπό εξέταση αίτησης. Η διαδικασία έκδοσης απόφασης από τον αρχιτέκτονα έγινε εν αγνοία του, χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα να λάβει μέρος, ως άμεσα ενδιαφερόμενο μέρος και χωρίς να ακουστεί η δική του θέση. Σε κάθε περίπτωση, όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, οι αποφάσεις του αρχιτέκτονα δεν είναι δεσμευτικές και γι' αυτό υπέβαλε ένσταση, μέσω των δικηγόρων του, στις ως άνω αποφάσεις, όπως προβλέπεται από το άρθρο 36
(4)των επίδικων συμβολαίων. Περαιτέρω, ζήτησε να παραπεμφθούν σε διαιτησία τα ακόλουθα θέματα: (α) Της διαφοράς που προέκυψε σχετικά με τον υπολογισμό καθυστέρησης συμπλήρωσης του έργου από τον εργολάβο. (β) Της λανθασμένης κατάληξης του κατά την εφαρμογή του όρου 23 της συμφωνίας με την οποία αποφάσισε ότι ο εργοδότης του έργου δικαιούται να αφαιρέσει από το οφειλόμενο στον εργολάβο ποσό ή και να αποκτήσει ως χρέος €170,86 (ΛΚ 100) ημερησίως για κάθε μέρα καθυστέρησης. (γ) Του υπολογισμού αποζημιώσεων που δικαιούται ως εργολάβος από την καθυστέρηση συμπλήρωσης του έργου που οφείλεται σε ενέργειες και παραλείψεις της Εναγόμενης και (δ) Της διαφοράς που προέκυψε σχετικά με ισχυριζόμενες κακοτεχνίες του έργου βάση των μεταξύ τους συμφωνιών ημερομηνίας 1/11/2007 και 17/6/2009. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του κ. Πισσίδη, ότι «... η Εταιρεία, ως εργοδότης του έργου, δύναται να αφαιρέσει το ποσό αυτό από οποιαδήποτε ποσά τα οποία οφείλονται στον Ενάγοντα ...», αυτοί είναι παραπλανητικοί και σκοπό έχουν να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα. Η Εναγόμενη κακόπιστα και επιλεκτικά κάνει αναφορά μόνο στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 23 των συμβολαίων, παραβλέποντας τη δεύτερη παράγραφο, με αποτέλεσμα να παρερμηνεύει το πραγματικό νόημα του εν λόγω άρθρου. Στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 23, διατυπώνεται ξεκάθαρα ότι οποιοσδήποτε υπολογισμός ποσών αποζημίωσης δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα αλλά θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η σχετική νομοθεσία, δηλαδή το κατά πόσο έχει αποδειχτεί από τον εργοδότη ότι όντως οφείλεται το ποσό αυτό. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η Εναγόμενη δεν έχει αποδείξει ότι έχει υποστεί τη ζημιά την οποία διεκδικεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί να την επικαλείται, ούτε και την δικαιούται. Ο ισχυρισμός της ενόρκου δηλώσεως του κ. Πισσίδη ότι «... η Εταιρεία δύναται να αφαιρέσει από οποιοδήποτε προς τον Ενάγοντα οφειλόμενο ποσό, το ποσό των €90.042,62 ως συμφωνηθείσες αποζημιώσεις για την καθυστέρηση εκτέλεσης του συγκεκριμένου έργου», είναι παραπλανητικός και αναληθής, για τον λόγο ότι σε καμιά περίπτωση το ποσό αυτό δεν αποτελεί «συμφωνηθείσα αποζημίωση, αλλά αυθαίρετο και αόριστο υπολογισμό». Όσον αφορά τον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως του κ. Πισσίδη για το διατακτικό πληρωμής αρ. 16, για το ποσό των €28.669, πράγματι το ποσό του ως άνω διατακτικού έχει εξοφληθεί από την Εναγόμενη αλλά εκ παραδρομής συμπεριελήφθηκε στα οφειλόμενα από αυτή διατακτικά. Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 ΘΘ. 1(α), 2, 4-6, 8 και 9, στη Δ.19 ΘΘ. 13, 15 και 16, στη Δ.21, ΘΘ. 2, 4 και 13 και τη Δ.48 ΘΘ. 1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, την Γενική πρακτική και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Δ.18 Θ.1 προνοεί τα ακόλουθα: «Όπου ο εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 κανονισμός 6 ο ενάγοντας μπορεί, με ένορκο δήλωση που θα κάμει ο ίδιος, ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί και πιστοποιήσει τα γεγονότα και να βεβαιώσει την αιτία της αγωγής και το ποσόν που απαιτείται (αν υπάρχει) και να αναφέρει ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση ορισμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση, και τα έξοδα και μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του ενάγοντα εκτός αν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Στην υπόθεση Αθηνούλα Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(1997)1 (Β) ΑΑΔ 782 αναφέρθηκε ότι για την ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας έκδοσης συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιηθούν οι πιο κάτω προϋποθέσεις από τον Αιτητή: «
(1)Καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου δυνάμει του θ. 1 της Δ.2.
(2)Καταχώριση εμφάνισης από τον εναγόμενο.
(3)Η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση από τον ίδιο του ενάγοντα ή από άλλο πρόσωπο το οποίο μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα. Η ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ποσό που αξιώνεται και να δηλώνει ότι καθώς πιστεύει - ο ωμόσας - δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του δικαστηρίου και η μη ικανοποίησή τους στερεί από το δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ.Stavrinides v. Cheskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, 135)." Στην υπό εξέταση υπόθεση αναμφίβολα ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει όλες τις πιο πάνω περιγραφόμενες προϋποθέσεις. Ειδικά όσον αφορά το ζήτημα της θετικής βεβαίωσης των γεγονότων θα πρέπει να τονίσω ότι στην ένορκη δήλωση του που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, βεβαιώνει ότι όλα τα γεγονότα, τα οποία αναφέρονται στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και γνωρίζει προσωπικά, είναι αληθινά και ανταποκρίνονται πλήρως στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως του αναφέρει ότι, όπως προσωπικά γνωρίζει και όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του, η Εναγόμενη δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Η ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων από πλευράς Ενάγοντα μετατόπισε το βάρος απόδειξης στους ώμους της Εναγόμενης να αποδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) LTD v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 ΑΑΔ 239 αναφέρθηκε ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-OperativeIndustriesCo Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ.897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Έχω μελετήσει με προσοχή ολόκληρο το υλικό το οποίο παρουσιάστηκε ενώπιον μου. Αυτό το οποίο προκύπτει ως κοινός τόπος, από μια αντιπαραβολή των εκατέρωθεν εκδοχών, είναι η υπογραφή από τους διαδίκους των δύο συμφωνιών εργολαβίας με ημερομηνίες 11/1/2007 και 17/6/2009. Η Καθ' ης η Αίτηση στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της προβάλλει ότι δικαιούται να αποζημιωθεί από τον Αιτητή λόγω της καθυστέρησης του στην παράδοση των έργων, παραβαίνοντας, κατ' αυτό τον τρόπο, τους όρους των επίδικων συμφωνιών. Η καθυστέρηση, κατά την Καθ' ης η Αίτηση, βεβαιώνεται και στα πορίσματα του αρχιτέκτονα, που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της (Τεκμήρια 5 και 6). Οι αποζημιώσεις τις οποίες ισχυρίζεται ότι δικαιούται είναι αυτές που έχουν συμφωνηθεί, όπως περιγράφονται στην επίδικη συμφωνία. Επικαλούμενη δε τον όρο 23[1] των υπό αναφορά συμφωνιών, ισχυρίζεται ότι δικαιούται να αφαιρέσει το ποσό των αποζημιώσεων από τα οφειλόμενα στον Αιτητή ποσά. Μια άλλη μορφή αποζημιώσεων τις οποίες ισχυρίζεται ότι δικαιούται, αποδιδόμενες και αυτές στην καθυστέρηση της παράδοσης των έργων, είναι η απώλεια κέρδους της Καθ' ης η Αίτηση λόγω της μείωσης της αγοραστικής αξίας των κατοικιών. Προβάλλει επίσης ότι δικαιούται να αποζημιωθεί από τον Αιτητή συνεπεία ισχυριζόμενων ελαττωματικών εργασιών, οι οποίες περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της. Ένας άλλος πυλώνας της υπεράσπισης που προβάλλει είναι η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στις επίδικες συμφωνίες, βάσει των οποίων η επίδικη διαφορά θα έπρεπε να είχε παραπεμφθεί σε διαιτησία πριν εγερθεί οποιαδήποτε αγωγή. Είμαι της άποψης ότι η Καθ' ης η Αίτηση, με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω, έχει παραθέσει επαρκείς λεπτομέρειες, οι οποίες αποκαλύπτουν μια καλόπιστη υπεράσπιση. Ειδικά, όσον αφορά τον από μέρους της Καθ' ης η Αίτηση υπολογισμό του ποσού των συμφωνηθεισών αποζημιώσεων, τις οποίες ισχυρίζεται ότι δικαιούται, δεν διαφεύγει της προσοχής μου η θέση της γραπτής αγόρευσης των ευπαίδευτων συνηγόρων του Αιτητή ότι το αξιούμενο εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση ποσό δεν αντιστοιχεί στην πραγματική ζημιά της, αντίθετα αποτελεί αυθαίρετο και αόριστο υπολογισμό, γι' αυτό δεν μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση για την Καθ' ης η Αίτηση. Θα πρέπει όμως να επισημάνω ότι το Δικαστήριο δεν θα προβεί σε εκ των προτέρων υπολογισμούς για τις πιθανότητες επιτυχίας της ως άνω υπεράσπισης της Καθ' ης η Αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο παραχωρεί άδεια για καταχώριση υπεράσπισης εφόσον παρατίθενται επαρκείς λεπτομέρειες, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας της προβαλλόμενης υπεράσπισης σε τελικό στάδιο. Όπως ειδικότερον αναφέρθηκε στην υπόθεση N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) AAΔ 1912: «Είναι αρκετό για εναγόμενο, για την εξασφάλιση του δικαιώματος υπεράσπισης χωρίς όρους, να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει. Όμως, το κριτήριο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση. Διαφορετικά θα ήταν εύκολο σε κάθε σχεδόν περίπτωση να εξασφαλίζεται άδεια με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Με αποτέλεσμα την αχρήστευση του μέτρου. Τη θέση μας ενισχύει το παρακάτω απόσπασμα από την Annual Practice
(1959)σελ. 250, που αποτελεί το απαύγασμα της αγγλικής νομολογίας με την οποία είναι εναρμονισμένη η κυπριακή: "The defendant's affidavit must "condescend upon particulars". It is not enough merely to deny the debt, or allege fraud, or state a legal objection. Sufficient facts and particulars must be given to show that there is a bona fide defense (Wallingford v. Mutual Soc., 5 App Cas. 685, see judgment of Lord Blackburn at p. 704; Harrison v. Bottenheim, 26 W.R. 362, Ray v.Barker, 4 Ex. D. 283; Shurmer v. Young, 5 T.L.R. 155, and cases cited r. 6(n.)." Επίσης, στην υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε. (Αρ.1)
(2001)1 ΑΑΔ 418 αναφέρθηκε ότι: «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Για το ζήτημα της καθυστέρησης στην αποπεράτωση των έργων, ο Αιτητής στην απαντητική του ένορκη δήλωση, την οποία καταχώρισε κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, ισχυρίζεται ότι η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση των έργων δεν οφείλεται σε δική του υπαιτιότητα αλλά σε υπαιτιότητα της Καθ' ης η Αίτηση, του αρχιτέκτονα του έργου καθώς και άλλων εμπλεκομένων στα έργα όπως ΑΗΚ, ΑΤΗΚ, Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λεμεσού. Θα πρέπει να τονίσω ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν μπορούν να εξεταστούν και να αποφασιστούν στα προδιαγεγραμμένα στενά πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Υπενθυμίζω ότι αυτό το οποίο εξετάζεται από το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό είναι το κατά πόσο προβάλλονται από την Καθ' ης η Αίτηση επαρκείς λεπτομέρειες ώστε να αποκαλύπτεται μια καλόπιστη υπεράσπιση. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καταλήγω ότι η Καθ' ης Αίτηση έχει αποκαλύψει μια καλόπιστη υπεράσπιση και για το λόγο αυτό θα πρέπει να της δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί άνευ όρων την αγωγή. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να επεξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Δίνεται άδεια στην Καθ' ης η Αίτηση να καταχωρήσει την υπεράσπιση της στην αγωγή εντός 15 ημερών από σήμερα. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, δεν βλέπω λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι ακολουθούν το αποτέλεσμα. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Δίνεται άδεια στην Εναγόμενη να καταχωρήσει την υπεράσπιση της εντός 15 ημερών από σήμερα. (Υπ.) ............... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αίτηση συνοπτικής απόφασης [1] «Εάν ο εργολάβος παραλείψει να συμπληρώσει τις Εργασίες μέχρι την Ημερομηνία Συμπλήρωσης η οποία καθορίζεται εις το Παράρτημα των παρόντων Όρων ή εντός οποιουδήποτε παρατεθέντος χρόνου παραχωρούμενου βάσει του Άρθρου 24 ή του Άρθρου 34
(1)(γ) των παρόντων Όρων και ο Αρχιτέκτονας πιστοποιήσει γραπτώς ότι κατά την γνώμη του αυτές έπρεπε λογικά να είχαν συμπληρωθεί τότε ο Εργολάβος, εφ' όσον γραπτώς δυνατόν να απαιτήσει τούτο ο Εργοδότης όχι αργότερα από την ημερομηνία της έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, θα πληρώσει ή θα παραχωρήσει προς τον Εργοδότη κάποιο ποσό το οποίον θα υπολογίζεται βάσει της τιμής η οποία καθορίζεται εις το εν λόγω Παράρτημα ως Εκτιμηθείσες Αποζημιώσεις για Καθυστερήσεις σε σχέση με την χρονική περίοδο κατά την οποία οι Εργασίες θα παραμένουν ή θα είχαν παραμείνει ασυμπλήρωτες και ο Εργοδότης θα δύναται να αφαιρέσει το ποσό αυτό από οποιαδήποτε ποσά τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται εις τον Εργολάβο βάσει του παρόντος Συμβολαίου ή θα δύναται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τον Εργολάβο υπό την μορφή χρέους. Πάντοτε νοουμένου ότι οποιοσδήποτε υπολογισμός και οποιαδήποτε αφαίρεση ή ανάκτηση του προαναφερόμενου ποσού θα γίνεται, ανεξάρτητα από οτιδήποτε το οποίο εκφράζεται ρητά ή υπονοείται αλλού εις το παρόν Συμβόλαιο, συμφώνως προς την σχετική Νομοθεσία της Δημοκρατίας η οποία ισχύει κατά την ημερομηνία της υπογραφής του Συμφωνητικού Εγγράφου.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο