Μαριάννα Κουμπαρίδου ν. Παναγιώτης Κουμπαρίδης κ.α., Αρ. Αγωγής 320/16, 29/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A298 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 320/16 Μεταξύ: Μαριάννα Κουμπαρίδου Ενάγουσας και
(1)Παναγιώτης Κουμπαρίδης
(2)METAL EXPRESS SERVICES (P.K.) LTD Εναγομένων ----------------------------- Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 5.2.2016 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 29 Ιουνίου, 2016 Για την Ενάγουσα-Αιτήτρια: Η κα Έλενα Αρότη για Σπύρος Αρότης - Έλενα Αρότη & Συνεργάτες (Για να ακούσει Απόφαση η κα Περικλέους) Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Ηλίας Κονναρής για GEORGIOS E. KONNARIS & CO. LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 5.2.2016, η ενάγουσα και ο εναγόμενος 1 είναι σύζυγοι και αμφότεροι μέτοχοι της εναγόμενης 2, εταιρείας η οποία συστάθηκε την 14.9.
- Η ενάγουσα κατέχει το 49% των μετοχών ενώ ο εναγόμενος 1 το 51%. Και οι δύο είναι διευθυντές της εταιρείας, ενώ η ενάγουσα είναι επίσης και η γραμματέας της. Είναι θέση της ενάγουσας πως ο εναγόμενος 1 «αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή με δόλο» προέβη σε διάφορες ενέργειες προς ίδιον όφελος ως φυσικό πρόσωπο και/ή ως διευθυντής και/ή ως κάτοχος του 51% των μετοχών της εναγομένης
- Στον εναγόμενο 1 αποδίδονται ενέργειες που σκοπό και στόχο έχουν την σύσταση νέας εταιρείας στην οποία προτίθεται να μεταφέρει τις δραστηριότητες και την περιουσία της εναγόμενης
- Συγκεκριμένα, μέσα σε διάστημα 10 ημερών (22.12.2015 - 11.1.2016), προέβη σε ανάληψη ποσού €40.000= από τον τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 2, ενώ χωρίς την έγκριση της ενάγουσας άλλαξε τις κλειδαριές του υποστατικού της εναγόμενης 2 στην οδό Κουτσοβέντη αρ.7, στη Βιομηχανική Περιοχή Αγ. Αθανασίου στη Λεμεσό. Είναι θέση της ενάγουσας πως οι ενέργειες του εναγόμενου 1 «τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή και κατόχου του 51% της εναγόμενης 2», συνιστούν «δόλο εναντίον της μειοψηφίας των μετόχων της εταιρείας, δηλαδή της ενάγουσας» και ότι ο ίδιος «αδικοπραγεί ενώ έχει τον έλεγχο της εναγόμενης 2». Με την αγωγή της η ενάγουσα αξιώνει, μεταξύ άλλων, την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους 1 και 2, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: (α) να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή να παραχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα περιουσιακά στοιχεία (εξοπλισμός και/ή μηχανήματα και/ή εργαλεία και/ή αυτοκίνητα) της εναγόμενης 2, (β) να πωλήσουν και/ή μεταβιβάσουν και/ή παραχωρήσουν με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα που έχει η εναγόμενη 2 στο υποστατικό στη βιομηχανική περιοχή Αγίου Αθανασίου (της παραχωρήθηκε με σύμβαση μίσθωσης από το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού) σε οποιοδήποτε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Εναντίον του εναγόμενου 1, αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατάσσεται όπως επιστρέψει στην εναγόμενη 2 το ποσό των €40.000=. Τέλος, αξιώνει την καταβολή αποζημιώσεων. Η ενάγουσα την ίδια ημέρα (5.2.2016) πέτυχε μονομερώς την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: «
- Διάταγμα που απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα να πωλήσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να παραχωρήσουν με οποιονδήποτε τρόπο και/ή να δωρίσουν γενικά τον εξοπλισμό και/ή τα μηχανήματα και/ή τα εργαλεία και/ή τα αυτοκίνητα που είναι εγγεγραμμένα και/ή είναι ιδιοκτησία της Εναγομένης 2 και τα οποία αγοράστηκαν από, κατά ή περί το έτος 2002 μέχρι και σήμερα και γενικά κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία ανήκε και/ή εξακολουθεί να ανήκει μέχρι και σήμερα στην Εναγόμενη 2, μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα που απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγομένους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα να πωλήσουν και/ή να μεταβιβάσουν και/ή να παραχωρήσουν με οποιονδήποτε τρόπο και/ή να δωρίσουν τα δικαιώματα τα οποία έχει η Εναγόμενη 2 στο υποστατικό στην οδό Κουτσοβέντη 7, στη Βιομηχανική περιοχή Αγίου Αθανασίου, Τ.Τ. 4101, στη Λεμεσό - ημερομηνία εγγραφής 28/09/2004, Σχέδιο 2-206-341, Τμήμα 2, Τεμάχιο 3 (και το οποίο έχει λάβει με σύμβαση μίσθωσης με το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και μέσω πώλησης των δικαιωμάτων της εταιρείας ΒΙΟΚΑΛΕ ΛΤΔ προς την Εναγόμενη 2 που λήγει στις 31/10/2054) σε οποιοδήποτε φυσικό και/ή νομικό πρόσωπο μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα που απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγομένους αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα να επέμβουν στον τραπεζικό λογαριασμό στην Εθνική Τράπεζα υπ' αρ. 100005242084 και στον λογαριασμό αρ. 259-01-111376-01 στην Ελληνική Τράπεζα ο οποίος είναι εγγεγραμμένος στην Εναγόμενη 2, μέχρι της πλήρους και τελικής εκδίκασης και αποπεράτωσης της με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
- Διάταγμα με το οποίο διατάσσεται ο Εναγόμενος 1 να επιστρέψει στην Εναγόμενη 2 αμέσως το ποσό των €40.000,00 το οποίο έκανε ανάληψη αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή με δόλο, με τον τρόπο που περιγράφεται στην παράγραφο 12 της Ένορκης Δήλωσης.
- Διάταγμα που απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους τους και/ή στους υπαλλήλους τους να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, μεταβιβάσουν, εκχωρήσουν και/ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγομένης 2 μέχρι τελικής εκδίκασης της υπόθεσης και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές που καθορίζουν οι κανόνες της επιείκειας. Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο στηρίζει την Αίτηση, εμφαίνεται σε Ένορκη Δήλωση της ενάγουσας, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω η μαρτυρία της έχει ως εξής: Από το 1987 είναι σύζυγος του εναγομένου
- Τα πρώτα τρία χρόνια του γάμου τους η συμβίωση τους ήταν αρμονική αλλά μετά άρχισε να διασαλεύεται εξαιτίας της συμπεριφοράς του τελευταίου. Τον περασμένο Δεκέμβριο (προφανώς του 2015) λόγω της «βίαιης και έμπρακτα απειλητικής συμπεριφοράς» του εναγομένου 1 αλλά ιδιαίτερα λόγω «της ξεκάθαρης απειλής του εναντίον της ζωής της» αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την συζυγική στέγη. Ουσιαστικά φυγαδεύτηκε «συνοδευόμενη από αστυνομικό αυτοκίνητο» μετά από βίαιο επεισόδιο (ο εναγόμενος 1 άρχισε να κτυπά δυνατά και με άγριες διαθέσεις την πόρτα του υπνοδωματίου όπου βρισκόταν, απειλώντας την) που επεσυνέβη τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής 20.12.
- Συνεπεία των εν λόγω γεγονότων, από την επόμενη ημέρα (21.12.2015) σταμάτησε να πηγαίνει στην εργασία της, στο εργοστάσιο όπου στεγάζεται η εναγόμενη 2, «εξαναγκασθείσα ουσιαστικά σε παραίτηση». Για τα διαδραματισθέντα προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και έλαβε και δικαστικά μέτρα (καταχώρησε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο και αίτηση για περιοριστικά μέτρα καθώς και αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο για αποκλειστική χρήση της οικογενειακής στέγης) ενώ προτίθεται να καταχωρίσει, μεταξύ άλλων, και αίτηση διαζυγίου. Ο εναγόμενος 1, μετά το περιστατικό της 20.12.2015, «αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή με δόλο» προέβη μέσα σε δέκα
(10)εργάσιμες ημέρες σε αναλήψεις από τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η εναγόμενη 2 στην Ελληνική τράπεζα, ύψους €40.000.-. Συγκεκριμένα στις 22.12.2015 απέσυρε €6.000.-, στις 23.12.2015 €5.000.-, στις 8.1.2016 €10.000.- και στις 11.1.2016 €19.000.-, αφήνοντας διαθέσιμο υπόλοιπο μέχρι τις 27.1.2016, μόλις €1.516,60.-. Είναι θέση της ενάγουσας πως «ουδέποτε στο παρελθόν, από τότε που λειτούργησε η εναγομένη 2 είχαν γίνει τόσο συχνές αναλήψεις τόσων μεγάλων ποσών και ουδέποτε είχε αφεθεί στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγομένης 2 τόσο μικρό διαθέσιμο υπόλοιπο». Ο εναγόμενος 1 υπέβαλε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, αίτηση εγγραφής του ονόματος «P.K. METAL EXPRESS CONSTRUCTION LTD» το οποίο έχει τα ίδια βασικά στοιχεία του ονόματος της εναγομένης
- Επίσης χωρίς την έγκριση ή την ενημέρωση της ενάγουσας, άλλαξε τις κλειδαριές του υποστατικού όπου η εναγομένη 2 διεξάγει τις εργασίες της. Είναι η θέση της ενάγουσας πως οι προαναφερόμενες ενέργειες του εναγομένου 1 έχουν ως σκοπό την ίδρυση νέας εταιρείας στην οποία θα μεταφέρει τα περιουσιακά στοιχεία και τις εργασίες της εναγομένης
- Η ενάγουσα διατείνεται πως «είναι προφανής η ύπαρξη δόλου εκ μέρους του εναγομένου 1 τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή και κατόχου του 51% της εναγομένης
- Οι πιο πάνω ενέργειες του εναγομένου 1 που κατέχει το 51% της Metal Express Services (P.K.) συνιστούν δόλο εναντίον της μειοψηφίας των μετόχων της εταιρείας, δηλαδή εναντίον μου, και ο ίδιος αδικοπραγεί ενώ έχει τον έλεγχο της εναγομένης 2». Ο εναγόμενος 1 ενίσταται στην οριστικοποίηση των Διαταγμάτων. Στην καταχωρηθείσα εκ μέρους του Ένσταση, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι: «
(1)Τα προσωρινά διατάγματα κακώς εξεδόθησαν καθότι η αίτηση και η Ένορκη Δήλωση της Αιτήτριας βασίζονται σε ψευδείς ισχυρισμούς.
(2)Η Αιτήτρια δεν προσήλθε με «καθαρά χέρια» στο Δικαστήριο.
(3)Τα προσωρινά διατάγματα προκρίνουν την πορεία της αγωγής.
(4)Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων.
(5)Τα προσωρινά διατάγματα παραβιάζουν τα δικαιώματα των Καθ' ων η αίτηση όπως κατοχυρώνονται από το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
(6)Η Αίτηση είναι Νόμω και Ουσία αβάσιμη.» Η Ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 άρθρο 9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-4, 8 και 9 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του εναγομένου 1, ο οποίος αρνείται τις θέσεις της ενάγουσας. Διατείνεται πως η έγγαμη συμβίωση τους υπήρξε αρμονική μέχρι «πέρσι» όταν η ενάγουσα άρχισε να έχει «άσχημη» και «αδιάφορη» συμπεριφορά (έψαχνε συνεχώς αφορμή για καυγάδες και του μιλούσε άσχημα και προσβλητικά) απέναντι του. Τα Χριστούγεννα 2014 - 2015 η ενάγουσα «έβαλε» μια γυναίκα από την Ρουμανία ονόματι Ραμόνα (εργάζεται σε ψησταριά στην Παρεκκλησιά) να του τηλεφωνήσει στο κινητό του τηλέφωνο αποκαλώντας τον «Παναγιώτη μου» και «αγάπη μου» ώστε να δοθεί αφορμή, και δόθηκε, να προκληθεί καυγάς. Ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε από την ενάγουσα να υποβάλει αίτηση διαζυγίου. Αντίθετα είναι η ενάγουσα που προκάλεσε «τεχνηέντως όλο αυτό το σκηνικό». Τα όσα η ενάγουσα ανέφερε προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, απετέλεσαν το υπόβαθρο για να εξασφαλίσει την χρήση της οικογενειακής τους στέγης, στα πλαίσια της Αίτησης Χρήσης Στέγης με αρ. 1/16 που καταχώρησε στο Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού. Το ίδιο υλικό απετέλεσε επίσης το υπόβαθρο σε ενδιάμεση αίτηση (με αυτή αιτείται την λήψη περιοριστικών μέτρων εναντίον του) που καταχώρησε στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 27/16 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο απερρίφθη ενώ η αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο, όπως διατείνεται ο εναγόμενος 1, «εκ των πραγμάτων θα πρέπει να απορριφθεί» καθότι η ενάγουσα μετά την απόρριψη της πρώτης αίτησης, επέστρεψε πίσω στο σπίτι «ωσάν να μην ευσταθούν οι ισχυρισμοί της περί κινδύνου από εμένα της σωματικής της ακεραιότητας». Είναι η θέση του πως ήταν επιλογή της ενάγουσας να παραιτηθεί από την εργασία της, όπως επιλογή της ήταν να φύγει από το σπίτι αλλά και να επανέλθει, χωρίς ο ίδιος «να της σταθεί εμπόδιο». Αρνείται πως οι αναλήψεις από τον λογαριασμό της εταιρείας στην Ελληνική Τράπεζα, έγιναν «αδικαιολόγητα και/ή παράνομα και/ή με δόλο». Υποστηρίζει πως μετά την διάσταση επειδή δεν γνώριζε «πού θα οδεύσει ο γάμος του» αλλά και η δουλειά τους, απεφάσισε να εξοφλήσει όλες τις οικονομικές εκκρεμότητες της εταιρείας προς τρίτους, χρησιμοποιώντας τα χρήματα των αναλήψεων. Ως Τεκμήριο 1 παρουσιάζει «Κατάσταση» του λογιστή της εναγομένης 2, για τις πληρωμές που έγιναν ενώ υπάρχουν, όπως αναφέρει, όλες οι σχετικές αποδείξεις. Ως Τεκμήριο 2 παρουσιάζει φωτοαντίγραφα επιταγών της εναγομένης 2, οι οποίες κατατέθηκαν στην τράπεζα αλλά επεστράφησαν απλήρωτες λόγω της παγοποίησης του λογαριασμού της εταιρείας. Τις εν λόγω επιταγές τις «αντικατέστησε» με μετρητά καθώς υπήρχε κίνδυνος τόσο ο ίδιος όσο η ενάγουσα να τεθούν στο ΚΑΠ. Ως Τεκμήριο 3 παρουσιάζει φωτοαντίγραφα μεταχρονολογημένων επιταγών της εναγομένης 2, δύο εκ των οποίων φέρουν την υπογραφή της ενάγουσας ως εκδότη, τις οποίες επίσης «αντικατέστησε» με μετρητά. Ισχυρίζεται πως η ενάγουσα θα έπρεπε να γνωρίζει ότι εκκρεμούν επιταγές προς πληρωμή και πως η παγοποίηση του λογαριασμού της εταιρείας θα είχε ως αποτέλεσμα την οικονομική καταστροφή της «πράγμα το οποίο πλησιάζει να πετύχει». Προβάλλει τέλος πως με την συμπεριφορά της η ενάγουσα έχει προκαλέσει «υπερβολικά μεγάλα προβλήματα στην εταιρεία», μεγαλύτερα όμως προβλήματα έχουν προκληθεί με την έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων. Η εταιρεία έχει αναστείλει τις πληρωμές της με συνέπεια να αναστείλει ουσιαστικά τις εργασίες της και «τελεί σε μία κατάσταση διαλύσεως λόγω της οικονομικής στενότητας που της προκάλεσαν τα δικαστικά διατάγματα». Είναι γι' αυτούς τους λόγους, τονίζει, που τα υπό κρίση διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν καθότι έχουν εκδοθεί βάσει ψευδών ισχυρισμών της ενάγουσας. Ο εναγόμενος 1 αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της Ενόρκου Δηλώσεως του. Από την αντεξέταση του προέκυψαν τα εξής: Οι μεταχρονολογημένες επιταγές που έκδωσε η εναγόμενη 2, έπρεπε να πληρωθούν επειδή οι έμποροι, λόγω της κρίσης, ήθελαν χρήματα για να προμηθεύσουν την εταιρεία με άλλα υλικά. Έτσι λειτουργούσαν με τους προμηθευτές τους. Τους έδιναν μεταχρονολογημένες επιταγές και όταν η εταιρεία είχε μετρητά, αντικαθιστούσαν τις επιταγές με μετρητά. Δεν είναι μόνο αναλήψεις χρημάτων που έγιναν μεταξύ της περιόδου 22.12.2015 - 11.1.2016 από τον λογαριασμό που διατηρούσε η εταιρεία στην Ελληνική Τράπεζα, αλλά και καταθέσεις. Πρόθεση του ιδίου ήταν και είναι να «μην κλείσει η εταιρεία» γι' αυτό και ο ίδιος δούλευε πολλές ώρες. Είναι τυχαίο το γεγονός πως υπεβλήθη αίτηση στον Έφορο Εταιρειών για έγκριση του ονόματος «P.K. METAL EXPRESS CONSTRUCTION LTD». Η αίτηση υπεβλήθη καθότι στο παρελθόν «έκαμαν την σκέψη» να συστήσουν εταιρεία «construction». Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί πως στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο της δίκης, το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα επί των επιδίκων θεμάτων της αγωγής, αλλά θα εξετάσει μόνο κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων και η αξιολόγηση της μαρτυρίας πρέπει να γίνεται μέσα σ' αυτά τα περιορισμένα πλαίσια. Κατά την ακρόαση της Αίτησης η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Είναι καλά γνωστό ότι το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων παρέχεται από το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ενώ ο Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος και οι Κανονισμοί, προσδιορίζουν το δικαιοδοτικό πλαίσιο [Demades V. Studio
(1996)1AAΔ και Αίτηση Χάρη Φεσσά
(1990)1 ΑΑΔ 704]. Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1AAΔ 557 και έχει έκτοτε επιβεβαιωθεί σε πλείστες όσες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τα τρία κριτήρια που τίθενται ως προϋποθέσεις θα πρέπει να ικανοποιηθούν σωρευτικά πριν το Δικαστήριο περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, κατά πόσον δηλαδή είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το Διάταγμα, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Οι τρείς αυτές προϋποθέσεις είναι οι εξής:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση.
(2)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία.
(3)Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ΄ ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης όπως διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Επαρκεί, σε αυτό το στάδιο, να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για να ικανοποιηθεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Είναι γνωστό ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ΄ εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας και αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα τότε η έκδοση του διατάγματος ή η διατήρηση του σε ισχύ αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν αποτελεί κατ΄ ανάγκη έρεισμα για την έκδοση διατάγματος [Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 255]. Το Δικαστήριο στην εξέταση κατά πόσο θα διατηρήσει ή θα ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθησαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269, 270. Βέβαια κάποια αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας σε σχέση με τη διαπίστωση της ικανοποίησης των τριών κριτηρίων είναι αναγκαία, όπως υπέδειξε και η Οδυσσέως (ανωτέρω) σελ. 569, αλλά με κανένα τρόπο δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι τα όσα ακολουθούν αποτελούν την τελεσίδικη κρίση του Δικαστηρίου. Διαπιστώνεται απλώς η παρουσία ή η απουσία οποιουδήποτε θεμελιακού προβλήματος στο πραγματικό ή νομικό υπόβαθρο της αίτησης που θα άφηναν έκδηλα ανικανοποίητα τα τρία κριτήρια. Έχει θεμελιωθεί από παλιά ότι το Δικαστήριο και δεδομένου ότι αυτό έχει τις καταβολές του στο Δίκαιο της Επιείκειας μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει. Το αξίωμα αυτό έχει κατ΄ επανάληψη τεθεί μέσα από τη νομολογία, σχετικές αποφάσεις δε των Αγγλικών Δικαστηρίων επί του θέματος έχουν υιοθετηθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια πλήρως (δέστε τις επτά προτάσεις του Ralph Gibson L.J. στην Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου (ανωτέρω). Παρομοίως και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει υποδείξει το θεμελιώδες πρόβλημα που δυνατό να προκύψει από την απόκρυψη γεγονότων, όπως υποδεικνύει η υπόθεση Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ Π.Ε. 10494 ημερ. 27/4/2000, η οποία υιοθέτησε προηγούμενη νομολογία όπως την Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου Π.Ε. 9610, ημερ. 31.3.1998. Επίσης με άλλη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ένα διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί και όταν το στοιχείο του κατεπείγοντος δεν υφίστατο ουσιαστικά και έτσι το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα σε μονομερή βάση παρακάμπτοντας την συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, ελλείπει [Stavros Hotels Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 AAΔ 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 AAΔ 947, 954]. Επανερχόμενη στις προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νόμου 14/60, ώστε τα προσωρινώς εκδοθέντα Διατάγματα να οριστικοποιηθούν καθώς και στα γεγονότα που συνθέτουν την αντιδικία στην παρούσα διαδικασία, εκείνο που μπορεί να εξαχθεί είναι ότι ως προς την ουσία της διεκδίκησης της ενάγουσας, με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, φαίνεται να ικανοποιούνται η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του προρηθέντος άρθρου. Με βάση το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, την Αίτηση και την Ένορκη Δήλωση που την συνοδεύει καταδεικνύεται η ύπαρξη μιας καλής συζητήσιμης υπόθεσης, δεδομένου του γεγονότος πως η ενάγουσα καταλογίζει στον εναγόμενο 1 τόσο υπό την προσωπική του ιδιότητα όσο και υπό την ιδιότητα του ως κατόχου του 51% των μετοχών (μέλος πλειοψηφίας) της εναγόμενης 2 εταιρείας, ενέργειες οι οποίες παραβιάζουν τα δικαιώματα και επηρεάζουν τα συμφέροντα της ως κατόχου του 49% των μετοχών (μέλος μειοψηφίας) της εναγόμενης 2. Η ενάγουσα αποδίδει στον εναγόμενο 1, ο οποίος διαθέτει τον έλεγχο της εναγόμενης 2 εταιρείας, ότι ενεργεί καθ' υπέρβαση εξουσίας και/ή παράνομα και ότι οι πράξεις του συνιστούν δόλο με σκοπό την απόσπαση από την εναγόμενη 2 χρημάτων, περιουσίας, πλεονεκτημάτων ή δικαιωμάτων τα οποία ανήκουν στην εναγόμενη 2 και στα οποία ωφελήματα ή περιουσιακά στοιχεία, η ενάγουσα ως μέτοχος δικαιούται να συμμετέχει. Τα όσα η πλευρά της ενάγουσας έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της Αίτησης (με το περιορισμένο βάρος που έχει για σκοπούς της παρούσης διαδικασίας) είναι αρκετά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 (Νόμος 14/60), νομολογιακά έχει λεχθεί πως θα πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το κριτήριο αυτό εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία. Ο κ. Γ. Κωνσταντινίδης, Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής όπως ήταν τότε, στη μελέτη του «Η εξουσία των Δικαστηρίων για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο» που δημοσιεύθηκε στο CORPUS DE JURE CYPRII του Συμβουλίου Νομικών Σπουδών, Τεύχος 1, 1987, αναφέρει στη σελίδα 211, τα εξής: «Η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι αυτοσκοπός, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ύπαρξη κάποιου δικαιώματος που φέρεται να έχει προσβληθεί ή που υπάρχει κίνδυνος να προσβληθεί ή να συνεχίσει να προσβάλλεται. Αλλά και η ύπαρξη δικαιώματος και η ισχυριζόμενη ή επαπειλούμενη προσβολή του, δεν είναι αρκετές για να δικαιολογήσουν την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Πρέπει ταυτόχρονα να διαγνώσκεται ότι η έκδοση του είναι όρος συνελεστικός για τη διατήρηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν για την απονομή πλήρους δικαιοσύνης στο τέλος. Απαιτείται, δηλαδή, να φαίνεται ότι χωρίς το διάταγμα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο) Στην υπόθεση Ανδρέου ν. Colossos Signs Ltd (Aρ.2)
(2008)1(Α) Α.Α.Δ.626, η οποία αφορούσε παραβίαση δικαιώματος ευρεσιτεχνίας, κρίθηκε ότι ο ισχυρισμός «αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα υποστώ ανεπανόρθωτη ζημιά», ήταν γενικός και αόριστος. Κρίθηκε επίσης ότι δεν υπήρχε ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγόμενης ήταν τέτοια που θα είχε ως αποτέλεσμα ο Ενάγων να μην μπορεί να αποζημιωθεί σε περίπτωση που επιτύγχανε στην αγωγή του. Αποτέλεσμα ήταν να απορριφθεί η αίτηση του για προσωρινό διάταγμα. Στην υπό κρίση υπόθεση, η γενική αναφορά εκ μέρους της ενάγουσας ότι «τυχόν μη έκδοση του εν λόγω διατάγματος θα αφήσει απροστάτευτη την εναγόμενη 2 και εμένα και θα μας προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά» δεν ικανοποιεί την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Εκ μέρους της ενάγουσας δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ούτε και έχουν προσκομιστεί στοιχεία που να καταδεικνύουν πως σε περίπτωση που εξασφαλιστεί οποιαδήποτε απόφαση εναντίον των εναγομένων, αυτοί δεν θα είναι σε θέση να την ικανοποιήσουν είτε λόγω αφερεγγυότητας είτε για οποιοδήποτε άλλο λόγο. Η ικανοποίηση των τριών προϋποθέσεων δεν οδηγεί αυτόματα σε έγκριση της αίτησης. Το Δικαστήριο όπως έχω ήδη αναφέρει, προχωρεί και εξετάζει αν είναι δίκαιο και εύλογο, κάτω από τις περιστάσεις, να εκδώσει και/ή να συνεχίσει το Προσωρινό Διάταγμα αφού λάβει υπόψη, μεταξύ άλλων, και το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience). Έχει λεχθεί ότι η φράση «ισοζύγιο της ευχέρειας» είναι μια ατυχής έκφραση εφόσον το Δικαστήριο ασχολείται με την δικαιοσύνη και όχι την ευχέρεια των διαδίκων. Στην προσπάθεια του να ισοζυγίσει εντελώς αντίθετες θέσεις και αξιώσεις, το καθήκον του Δικαστηρίου είναι να εξετάσει την πιθανότητα επιτυχίας από οιονδήποτε των διαδίκων και να διασφαλίσει ότι τίποτε δεν θα συμβεί κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας που θα επηρεάσει αρνητικά τα δικαιώματα του. Αναμφίβολα εντελώς εξωπραγματικές θέσεις και αντιστρατευόμενες στη λογική αξιώσεις, μπορούν και πρέπει να παραγνωρίζονται. Κατά τα άλλα το Δικαστήριο προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα των διαδίκων σ΄ αυτό το αρχικό στάδιο. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της πλευράς των εναγόμενων-καθ' ων η αίτηση. Με τα όσα ο εναγόμενος 1 παρέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, έχει καταδειχθεί πως εάν τα διατάγματα συνεχίσουν να ισχύουν, τα προβλήματα λειτουργίας της εναγομένης 2 εταιρείας θα μεγιστοποιηθούν με δυσμενή γι' αυτήν κατάληξη, δεδομένου του ότι έχουν παγοποιηθεί οι λογαριασμοί της εταιρείας. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια η εναγομένη 2 να αναστείλει τις πληρωμές της, επιταγές που εκδίδονται επ' ονόματι της να μην μπορούν να κατατεθούν στους λογαριασμούς της, με σοβαρό κίνδυνο η εταιρεία να αναστείλει στο τέλος της ημέρας και τις εργασίες της. Υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν και η αίτηση να απορριφθεί. Δια ταύτα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα είναι πληρωτέα μόλις εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο