ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΜΙΑΝΤΟΥ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής: 4266/08, 28/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A292 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4266/08 Μεταξύ: ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΑΜΙΑΝΤΟΥ Eναγόντων και ΑΝΔΡΕΑ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ Εναγόμενου ....... Αίτηση ημερ. 1.6.2016 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης 28 Ιουνίου, 2016 Για τους Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Κ. Χ' Πιέρας. Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η αίτηση: κ. Ρ. Θεοφίλου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στον πυρήνα της παρούσας αγωγής βρίσκεται η κατασκευή του Κοινοτικού Γηπέδου Αμιάντου, εγχείρημα που ξεκίνησε πριν από 20 τόσα χρόνια. Η διαφορά είναι μεταξύ Κοινοτικού Συμβουλίου και Αρχιτέκτονα ενώ στα πλαίσια άλλης διαδικασίας, για το ίδιο θέμα, υπήρχε διαφορά μεταξύ Κοινοτικού Συμβουλίου και Εργολάβου. Εδώ, οι ενάγοντες, κυρίως, διεκδικούν, αποζημιώσεις για ζημιές ύψους €187.946 που φέρεται να έχουν υποστεί λόγω κατ' ισχυρισμό επαγγελματικής αμέλειας και/ή παράβασης καθήκοντος του εναγόμενου. Από πλευράς του, ο εναγόμενος ανταπαιτεί €32.500 που αντιστοιχεί στην αμοιβή του για την εκπόνηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων και ευρύτερα για την αρχιτεκτονική εργασία που εκτέλεσε. Η υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο. Έχει προ πολλού αρχίσει η ακροαματική διαδικασία και έχει ήδη ακουσθεί η μαρτυρία 10 μαρτύρων. Μάλιστα η πλευρά των εναγόντων έχει ολοκληρώσει την παρουσίαση της υπόθεσης της. Προτού όμως ξεκινήσει την παρουσίαση της δικής του υπόθεσης ο εναγόμενος, οι ενάγοντες (εφεξής οι αιτητές) έχουν καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση, με την οποία ζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Συγκεκριμένα ζητούν όπως: A. Οι παράγραφοι 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης να αντικατασταθούν, ως ακολούθως: 3(α) Κατά ή περί το έτος 1991, το Διοικητικό Συμβούλιο του Σωματείου, Αθλητικός Πνευματικός Όμιλος Ευαγόρας Αμίαντου, απεδέχθη πρόταση Πολιτικού παράγοντα (κ. Τίμη Ευθυμίου) όπως αναλάβει ο ίδιος δια δωρεάς και/ή άλλως πως, μέσω φίλου του, την ετοιμασία και εκπόνηση αρχιτεκτονικών και στατικών σχεδίων για την κατασκευή γηπέδου στην Κοινότητα Αμιάντου. (β) Ο Εναγόμενος - άγνωστο πρόσωπο στους Ενάγοντες-συνοδευόμενος από τον ως άνω κ. Τίμη Ευθυμίου, λίγες μέρες αργότερα, παρουσιάσθη στην Κοινότητα, και ο πρόεδρος του Συμβουλίου του ως άνω Σωματείου τους συνόδευσε στον χώρο που προτίθετο να ανεγερθεί το γήπεδο ιδιοκτησίας του Ενάγοντα και ο Εναγόμενος επιθεώρησε τον χώρο. 4(α) Λίγους μήνες αργότερα, εντός του έτους 1991, ο κ. Τίμης Ευθυμίου στην παρουσία του Εναγόμενου, παρέδωσε στον Πρόεδρο και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου τους ως άνω Σωματείου, σε αίθουσα του ως άνω Σωματείου, τα αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία εκπόνησε ο Εναγόμενος. Στην συνέχεια ο πρόεδρος του Σωματείου, αφού ευχαρίστησε τόσο τον κ. Τίμη Ευθυμίου όσο και τον Εναγόμενο για την προσφορά τους, παρέδωσε τα ως άνω σχέδια στον πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Αμιάντου, ο οποίος κλήθηκε και παρευρέθηκε στην ως άνω σύνταξη, προκειμένου να ενεργήσει για την υλοποίηση του έργου, το οποίο θα ανεγείρετο σε χώρο ιδιοκτησίας της Κοινότητας Αμιάντου. (β) Η εν συνέχεια συνεργασία του προέδρου του Κοινοτικού Συμβουλίου και του Κοινοτικού Συμβουλίου Αμιάντου, με τον Εναγόμενο,που ακολούθησε και που αφορούσε την κατασκευή του γηπέδου, και τις προς τούτο ενέργειες του Εναγόμενου, στηρίχτηκε και είχε σαν βάση και/ή προϋπόθεση τα ως άνω γεγονότα και την ως άνω αναφερθείσα συμφωνία. (γ) Ήτο η εξυπακουόμενη συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και/ή αντιπροσώπων του και του Εναγόμενου και/ή αντιπροσώπου του, που στηρίχτηκε στα ως άνω γεγονότα και τίποτα περισσότερο, ότι ο Εναγόμενος θα εκτελούσε τις εργασίες και καθήκοντα Αρχιτέκτονα και Μηχανικού, για την κατασκευή του γηπέδου, και η όποια αμοιβή του - αν υπήρχε - αυτή θα διευθετείτο (αν δεν είχε διευθετηθεί) με τον κ. Τίμη Ευθυμίου και ότι σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος δεν θα είχε αξίωση αμοιβής από τους Ενάγοντες. Η Αίτηση στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και συνοδεύεται από δύο ένορκες δηλώσεις, μια του δικηγόρου κ. Γιώργου Κωνσταντίνου, ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους αιτητές στην αγωγή και μία του κ. Κώστα Ανδρέου, Κοινοτάρχη των εναγόντων μέχρι το
- Ο κ. Κωνσταντίνου, ο οποίος, παρουσιάζεται, (χωρίς να συμμετέχει ενεργά) και στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής, μαζί με τον κ. Κωνσταντίνο Χ' Πιέρα, αναφέρει, ότι, έχει εξουσιοδοτηθεί από τον τελευταίο αλλά και από τον κοινοτάρχη των αιτητών, να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση. Κατά τα λεγόμενα του, λοιπόν, η αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται ούτως ώστε η Έκθεση Απαίτησης να ευθυγραμμισθεί με την ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία. Τούτο δε είναι αναγκαίο, για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποκρυσταλλώσει πλήρη εικόνα των γεγονότων και να αποδώσει δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Έτσι και αλλιώς, συνεχίζει ο κ. Κωνσταντίνου, οι ισχυρισμοί που θα προστεθούν, ήδη ενυπάρχουν στην παράγραφο 19(α) ως (στ) της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, την οποία είχε υπόψη του ο εναγόμενος πριν την ακρόαση. Οι προαναφερθέντες αυτοί ισχυρισμοί είναι ταυτόσημοι με την δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία. Ο λόγος, για τον οποίο η Έκθεση Απαίτησης δεν αντικατόπτριζε εξ αρχής την πραγματική διάσταση των γεγονότων - απ' ότι τον πληροφορεί ο κ. Χ' Πιέρας - είναι, διότι, κατά τη σύνταξη της αγωγής περί τα τέλη Οκτωβρίου 2008, ο Κοινοτάρχης κ. Κρίτωνας Κυριακίδης που έδιδε σχετικές οδηγίες στον κ. Χατζηπιέρα, αγνοούσε τα πλήρη γεγονότα και έτσι η περιγραφή του ήταν ελλιπής. Κατ' ακολουθία, δικογραφήθηκαν οι γενικοί ισχυρισμοί των παραγράφων 3 και 4 της Έκθεσης Απαίτησης, επειδή παρίστατο ανάγκη να δικογραφηθεί ο αυτονόητος ισχυρισμός για συμφωνία μεταξύ των μερών έναντι τιμήματος, προκειμένου να τεθεί το υπόβαθρο για διεκδίκηση αποζημίωσης. Αργότερα, όταν ο εναγόμενος καταχώρησε Ανταπαίτηση διεκδικώντας αμοιβή, το ζήτημα διερευνήθηκε και ανακαλύφθηκαν τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία παρατέθηκαν στην παράγραφο 19 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Είναι γεγονός ότι προτού καταχωρηθεί αυτό το δικόγραφο, θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί και η παρούσα Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ούτως ώστε τα δυο δικόγραφα να συνάδουν μεταξύ τους. Ωστόσο, αυτό δεν έγινε λόγω καλόπιστου λάθους και/ή αβλεψίας. Η ανάγκη για τροποποίηση διαπιστώθηκε μόλις πρόσφατα όταν ο κ. Χ' Πιέρας, προκειμένου να ετοιμασθεί για την αντεξέταση του εναγόμενου, μελέτησε τα έγγραφα και τη μέχρι στιγμής δοθείσα μαρτυρία, συναρτώντας την και με τα δικόγραφα της υπόθεσης. Τέλος, ο ενόρκως δηλών, διατυπώνει τη θέση ότι ο εναγόμενος δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αν εγκριθεί η τροποποίηση ενώ αντιθέτως εάν δεν εγκριθεί, πέραν της περιπλοκής που θα υπάρξει, οι αιτητές, θα υποστούν ζημιά. Στη ένορκη δήλωση του κ. Κώστα Ανδρέου, γίνεται απλά αναφορά στα γεγονότα, τα οποία, οι αιτητές επιθυμούν να προσθέσουν στην Έκθεση Απαίτησης και για τα οποία γίνεται λόγος ανωτέρω. Ο εναγόμενος (εφεξής ο καθ' ου η αίτηση) καταχώρισε Ένσταση στις 14.6.2016 στην οποία παρατίθενται 12 ειδικοί λόγοι ένστασης. Η Ένσταση επίσης στηρίζεται στο σωστό νομικό υπόβαθρο ενώ από πλευράς γεγονότων, συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση - ο οποίος έτυχε πληροφόρησης από τον δικηγόρο κ. Θεοφίλου που χειρίζεται την υπόθεση κατά την ακρόαση - μεταξύ των ζητημάτων που θίγει, είναι και το ότι, η ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου, όπως λέγει, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον λόγο ότι ο τελευταίος δεν δίδει καμία δικαιολογία γιατί προβαίνει ο ίδιος στην ένορκη δήλωση αντί του εξουσιοδοτήσαντος αυτού. Συναφώς η μαρτυρία προς υποστήριξη της Αίτησης προέρχεται από τον δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση κ. Χ' Πιέρα προς τον ομνύοντα και θα πρέπει και γι' αυτό τον λόγο, να αγνοηθεί. Πέραν του ζητήματος αυτού, ο καθ' ου η αίτηση ισχυρίζεται, ότι, τα γεγονότα θα έπρεπε να ήταν γνωστά στους δικηγόρους των αιτητών από το 1991 και σε κάθε περίπτωση πριν την έγερση της αγωγής το
- Απ' εκεί και πέρα, αμφισβητεί και τα ελατήρια και τη συμπεριφορά του συνηγόρου των αιτητών, κάνοντας λόγο για κατάχρηση της διαδικασίας και προσβολή του Δικαστηρίου, με τα περί αρχικής δημιουργίας/επινόησης βάσης αγωγής. Περαιτέρω, γίνεται λόγος για προσπάθεια αλλαγής της βάσης αγωγής, για επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων, για δυσμενή επηρεασμό του καθ' ου η αίτηση σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης και γενικά για το αδικαιολόγητο και απαράδεκτο του όλου εγχειρήματος για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, σ' αυτό το προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας, όπου μόνο εκτροχιασμός και περαιτέρω καθυστέρηση θα επιτευχθεί. Προς υποστήριξη των αντίστοιχων θέσεων τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατέθεσαν εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, τις οποίες διεξήλθα με κάθε προσοχή. Οι ενόρκως δηλούντες, σημειώνω, δεν κλήθηκαν για αντεξέταση, ούτε και ζητήθηκε η καταχώρηση οποιασδήποτε συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Προτού καταπιαστώ με την επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς, είναι πιστεύω χρήσιμο, επιγραμματικά, να τεθούν οι εφαρμοστέες νομικές αρχές. Εξόχως, σχετική για τροποποιήσεις δικογράφων είναι η Διαταγή 25, θεσμός 1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Το θέμα της τροποποίησης δικογράφων, απασχολεί τα Δικαστήρια, εδώ και δεκαετίες με αποτέλεσμα η σχετική επί του θέματος νομολογία να είναι πλούσια και οι εφαρμοστέες αρχές πλήρως αποκρυσταλλωμένες. Οι αρχές αυτές επαναλήφθηκαν στην υπόθεση Kayat Trading Ltd v. GENZYME CORPORATION, Πολ. Έφεση Αρ. 58/2012, ημερ. 4.3.
- Λέχθηκαν τα εξής: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: "Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στην Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση ΙKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α. Πολ. Εφέσεις 137 και 138/2013, ημερ. 20.3.2014, το Ανώτατο Δικαστήριο, επεσήμανε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Σταθερή γραμμή της Νομολογίας επιβεβαιώνει ως θεμελιακή αρχή πως τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών....Το συμφέρον της δικαιοσύνης συνιστά, σε κάθε περίπτωση, κυρίαρχο παράγοντα, κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, να επιτρέπει τροποποίηση.» Τέλος στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Αρεκελιάν v. Ταμείου Προνοίας του Προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εξαρτημένων της Εταιρειών κ.α. ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολ. Έφεση 51/12, ημερ. 11.2.2016 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως υποδείξαμε πιο πάνω, η τροποποίηση οποιουδήποτε δικογράφου, σύμφωνα με τη νομολογία, είναι εφικτή οποτεδήποτε κρίνεται αναγκαίο για να προσδιοριστεί η ουσία της διαφοράς και να αποτραπεί η πολλαπλότητα των δικαστικών διαδικασιών. Η μόνη περίπτωση που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής είναι εκεί που αν επιτραπεί η τροποποίηση θα επέλθει βλάβη στον αντίδικο ή όπου είναι φανερό ότι ο Αιτητής ενεργεί με κακή πίστη. Η συνήθης βλάβη που μπορεί να επέλθει και η οποία δεν είναι εύκολο να αποζημιωθεί με την καταβολή εξόδων, είναι στις περιπτώσεις που εγείρεται θέμα παραγραφής, π.χ. όπου εισάγεται αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει παραγραφεί ή όπου ο εναγόμενος εμποδίζεται από του να εγείρει συγκεκριμένη υπεράσπιση, λόγω νομοθετικής παραγραφής (βλ. Lancaster v. Moss
(1899)32
(2)Reissue, Digest 1575, Marshall v. L.P.T.D.
(1936)3 All ER 83 και Annual Practice 1959 σελ.627).» Σχετικές επίσης είναι οι υποθέσεις Παπαχρυσοστόμου v. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνέταιροι κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 817 και Ιωσηφίδης v. BERNHARD SCHULTE SHIPMANAGEMENT (CYPRUS) LTD, Πολ. Έφεση 239/11, ημερ.23.10.
- Επανερχόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ξεκινώ, πρώτα, με το ζήτημα το οποίο τίθεται στην Ένσταση και άπτεται της επιλογής του ενόρκως δηλούντος της πλευράς των αιτητών, τη συμμετοχή του στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής και του γεγονότος, ότι, μεταφέρει πληροφορίες που του έδωσε άλλος δικηγόρος. Επισημαίνω κατ' αρχάς, ότι, είναι ανεπίτρεπτο δικηγόρος που χειρίζεται μια υπόθεση, παράλληλα να ορκίζεται και ένορκη δήλωση. Είναι ασυμβίβαστος ο ρόλος του λειτουργού της δικαιοσύνης και του μάρτυρα της υπόθεσης. Τέτοια θα ήταν η περίπτωση, αν ο κ. Χ' Πιέρας που παρουσιάστηκε κατά την ακρόαση της Αίτησης, είχε ο ίδιος προβεί στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Σύμφωνα με άλλη νομολογιακή αρχή είναι ανεπιθύμητο - αν και όχι ανεπίτρεπτο - δικηγόροι, γενικά, να προβαίνουν οι ίδιοι σε ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αιτήσεις/ενστάσεις, αντί οι διάδικοι ή άλλοι μάρτυρες που γνωρίζουν τα γεγονότα. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις, όπως για παράδειγμα, όταν, ο διάδικος βρίσκεται στο εξωτερικό και δεν είναι πρακτικό να προβεί ο ίδιος σε ένορκη δήλωση ή όταν τα ζητήματα που ανακύπτουν είναι αμιγώς ή ως επί το πλείστον νομικά. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό από το γεγονός ότι μια εκ των ενόρκων δηλώσεων, την ορκίζεται δικηγόρος και μάλιστα δικηγόρος που εμφανίζεται στην ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Το ζήτημα που ανακύπτει άπτεται ενός αμιγώς νομικού ζητήματος, ήτοι, της αναγκαιότητας ταύτισης μαρτυρίας και δικογράφου. Συνεπώς, δικαιολογημένα ορκίζεται την ένορκη δήλωση, πρόσωπο με νομική κατάρτιση. Ομοίως δεν είναι επιλήψιμο το γεγονός, ότι, η πηγή πληροφόρησης του κ. Κωνσταντίνου είναι ο κ. Χ' Πιέρας. Επιτρέπεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις, η παράθεση εξ ακοής μαρτυρίας, νοουμένου, ότι, αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα και τούτο γίνεται εδώ, από τον κ. Κωνσταντίνου. Η ένορκη δήλωση δεν αποδυναμώνεται, πόσο μάλλον να εξουδετερώνεται, απλά και μόνο διότι γίνεται στοχευμένη και επεξηγηματική μεταφορά γεγονότων, αντί η απευθείας παράθεση των γεγονότων. Σημειώνω, επί τούτου πως δεν ζητήθηκε η αντεξέταση του κ. Κωνσταντίνου για να αμφισβητηθεί, η όποια, επί της ουσίας, αναφορά του. Περαιτέρω, και οι υπόλοιπες αιτιάσεις της πλευράς του καθ' ου η αίτηση είναι ανυπόστατες. Δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε δυσμένεια στην πλευρά του καθ' ου η αίτηση, με την εισαγωγή των ισχυρισμών που επιθυμεί να εισάγει με την Αίτηση της, η πλευρά των αιτητών. Η εισαγωγή αυτών των ισχυρισμών δεν γίνεται για να διανοίξει ο δρόμος για αλλαγή πλεύσης ή για προσκόμιση περαιτέρω μαρτυρίας αλλά για να συμβαδίσει η Έκθεση Απαίτησης με ήδη προσκομισθείσα μαρτυρία. Έχει όντως δοθεί μαρτυρία στις γραμμές της αιτούμενης τροποποίησης και συνεπώς για να αξιολογηθεί αυτή η μαρτυρία, θα πρέπει απαραιτήτως, να τροποποιηθεί η Έκθεση Απαίτησης. Η αξιολόγηση όμως δεν είναι του παρόντος. Σ' αυτό το στάδιο, ενδιαφέρει μόνο, να δοθεί η δυνατότητα στο διάδικο μέρος να προβάλει τους ισχυρισμούς του ώστε αυτοί να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο, χωρίς βέβαια να επηρεάζεται το άλλο διάδικο μέρος. Επί τούτου, δεν θεωρώ, ότι, η ολιγωρία και καθυστέρηση που όντως υπήρξε στην υποβολή του αιτήματος, θα πρέπει να δράσει ανασταλτικά. Η ανάγκη για τροποποίηση, θα μπορούσε και θα έπρεπε να διαπιστωθεί πολύ νωρίτερα. Όμως είναι ένα πράγμα η καθυστέρηση (ή ακόμα και η αμέλεια) και άλλο, εντελώς διαφορετικό, η κακή πίστη (ή το αλλότριο κίνητρο). Εδώ υφίσταται το πρώτο στοιχείο αλλά απουσιάζει το δεύτερο. Στην πιο πάνω κατάληξη, λαμβάνω σαφώς υπόψη μου το γεγονός, ότι, δεν έχει ακόμα ξεκινήσει την παρουσίαση της υπόθεσης του ο καθ' ου η αίτηση. Συνεπώς, οι όποιες απαντήσεις στους ισχυρισμούς των αιτητών, μπορεί να δοθούν (εκτός από δικογραφικά) και με τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει. Δεν θεωρώ, ότι, τέθηκε σε δυσμένεια για τον λόγο, ότι, η αντεξέταση των μαρτύρων των αιτητών, διεξάχθηκε στη βάση της υφιστάμενης Έκθεσης Απαίτησης. Οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν, σε μεγάλο βαθμό, ήδη υπάρχουν στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση και συνεπώς, οι τελικώς διαμορφωμένες θέσεις των αιτητών, ήταν γνωστές. Αν τώρα υπήρχε κάποια διάσταση μεταξύ των δύο δικογράφων των αιτητών, αυτό είναι άλλο ζήτημα, το οποίο θα εξεταζόταν στον κατάλληλο χρόνο. Το κάθε σενάριο όμως, ήταν γνωστό και θα μπορούσε στη δίκη, να αντιμετωπισθεί. Επισημαίνω, περαιτέρω, ότι, η μαρτυρία στη δίκη εισήχθη χωρίς ένσταση και αυτή δεν ήταν το αποτέλεσμα μίας μεμονωμένης απάντησης, όπου η πλευρά του καθ' ου η αίτηση, ενδεχομένως να μην προλάβαινε να υποβάλει ένσταση. Ήταν το αποτέλεσμα μιας σειράς ερωτήσεων, που τέθηκαν όχι προς ένα αλλά προς αρκετούς μάρτυρες. Συνεπώς, υπήρχε η ευχέρεια για την υποβολή ένστασης. Την επισήμανση αυτή, την κάμνω όχι διότι είναι καθοριστική ως προς την έκβαση της Αίτησης, αλλά διότι, τέθηκε από πλευράς καθ' ου η αίτηση, στην Ένσταση του. Για τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση εγκρίνεται. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 2 ημέρων από σήμερα και ευθύς να επιδοθεί στην πλευρά του καθ' ου η αίτηση. Ο καθ' ου η αίτηση να καταχωρήσει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του εντός 2 ημερών από την επίδοση σ' αυτόν της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Τέλος, η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση επίσης να καταχωρηθεί εντός 2 ημερών από την επίδοση στους αιτητές της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Παρενθετικά και εκ του περισσού, επισημαίνω, ότι, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επεκταθούν σε θέματα πέραν εκείνων για τα οποία έχει επιτραπεί τροποποίηση. Τέλος, ως είθισται, τα έξοδα της Αίτησης και τα έξοδα που χάνονται (costs thrown away) λόγω της τροποποίησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον των αιτητών. (Υπ.) .......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πρωτοκολλητής Πιστό Αντίγραφο [1]
- The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο