← Κύπρος

MNV Zrt. ("Magyar Nemzeti Vagyonkezelo Zartkoruen mukodo Reszvenytarsasag"- Hungarian National Asset Management Inc ν. GRATIO HOLDINGS LTD, Αρ. Aίτηση

MNV Zrt. ("Magyar Nemzeti Vagyonkezelo Zartkoruen mukodo Reszvenytarsasag"- Hungarian National Asset Management Inc ν. GRATIO HOLDINGS LTD, Αρ. Aίτησης 325/15, 28/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A293 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Aίτησης 325/15 Μεταξύ: MNV Zrt. ("Magyar Nemzeti Vagyonkezelo Zartkoruen mukodo Reszvenytarsasag"- Hungarian National Asset Management Inc - ή άλλως γνωστή ως Hungarian Privatization and State Holding Company από Βουδαπέστη, Ουγγαρία Αιτήτριας -και- GRATIO HOLDINGS LTD Καθ' ης η Αίτηση --------------------------- 28 Ιουνίου 2016 Για αιτήτρια: κα Μ. Καραολιά για Μ. Ηλιάδης & Συνεταίροι ΔΕΠΕ (κα Ι. Μιχαήλ ν' ακούσει απόφαση) Για καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Γ. Μιχαηλίδης για Μιχαηλίδης & Μιχαηλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση η εταιρεία MNV Zrt. "Magyar Nemzeti Vagyonkezelo Zartkoruen mukodo Reszvenytarsasag"- Hungarian National Asset Management Inc - ή άλλως γνωστή ως Hungarian Privatization and State Holding Company από την Βουδαπέστη, επιζητεί την αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 7.10.2004 που εκδόθηκε στη Βιέννη από το Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου (Ιnternational Arbitral Center of the Austria Federal Economic Chamber), στην Υπόθεση Διαιτησίας με αρ. SCH-4821. H αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 3 και 5 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (Ν.121

(1)/2000), στη Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (της Νέας Υόρκης) του 1958, στα άρθρα I, II, IIΙ, IV και VII του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου του 1979 (Ν.84/79), στο άρθρο 35 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 1987 (Ν.101/87)Μέρος VIΙI, στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στη νομολογία αλλοδαπών Δικαστηρίων σε σχέση με την εφαρμογή των προνοιών της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της Ελένης Σταύρου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια, ημερομηνίας 17.4.
  1. Η Σταύρου εξηγεί στην ένορκη δήλωση της το λόγο που προβαίνει η ίδια στην ένορκη δήλωση και όχι αξιωματούχος της αιτήτριας, ότι δηλαδή όλοι οι διευθυντές και αξιωματούχοι της διαμένουν και εργάζονται στο εξωτερικό. Επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της αριθμό εγγράφων που είναι τα εξής: Πιστοποιημένο απόσπασμα του Μητρώου του Εφόρου Εταιρειών σ' όσον αφορά την αιτήτρια, το οποίο εκδόθηκε από αρμόδιο και αδειούχο συμβολαιογράφο στη βάση της σχετικής νομοθεσίας της Ουγγαρίας (Τεκμ.1). Σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ουγγαρίας τα στοιχεία που παρουσιάζονται στα μητρώα ερμηνεύονται ως αυθεντική απόδειξη των στοιχείων που περιέχονται σ' αυτά. Αντίγραφο πιστοποιητικού που εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας που αναφέρεται στις εξουσίες που παρέχονται στους αδειούχους συμβολαιογράφους της Ουγγαρίας (Τεκμ.2). Πιστοποιημένο αντίγραφο που εκδόθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας που αναφέρεται στις εξουσίες που παρέχονται στους Αδειούχους Συμβολαιογράφους της Ουγγαρίας να εκδίδουν πιστοποιήσεις τύπου Apostille ή επιβεβαιώσεις της αυθεντικότητας των εγγράφων ή μεταφράσεων (Τεκμ.3). Δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο του πιστοποιητικού του Ουγγρικού Επιμελητηρίου Συμβολαιογράφων, ημερομηνίας 9.3.2015 στα Ουγγρικά και στα Αγγλικά με το οποίο πιστοποιείται ότι το Ουγγρικό Επιμελητήριο Συμβολαιογράφων είναι εξουσιοδοτημένη αρχή να εκδίδει πιστοποιήσεις τύπου Apostille σύμφωνα με τη νομοθεσία της Ουγγαρίας που κυρώνει τη σύμβαση της Χάγης (Τεκμ.4). Η Σταύρου αναφέρεται επίσης στο ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων που έχει ως βάση τη συμφωνία αγοράς μετοχών ημερομηνίας 9.1.1998 μεταξύ της Allami Privatizacios es Vagyonkezelo Reszvenytarsasag (APV Zrt.) και της εταιρείας VSZ a.s. Kosice, το άρθρο 11 της οποίας προνοεί για παραπομπή τυχόν διαφορών σε διαιτησία ενώπιον του Δικαστηρίου Διαιτησίας που υπάγεται στο Ομοσπονδιακό Εμπορικό Επιμελητήριο της Αυστρίας. Πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών μαζί με το πρωτότυπο έγγραφο δεόντως πιστοποιημένης επίσημης μετάφρασης της συμφωνίας στην Ελληνική Γλώσσα από το Ουγγρικό Γραφείο Μεταφράσεων και Πιστοποιήσεων επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της ως Τεκμ.
  2. Ως λόγο για την παρουσίαση αντιγράφου της συμφωνίας, αναφέρει ότι δεν ήταν δυνατή η προσκόμιση του πρωτοτύπου εφόσον, σύμφωνα με την Ουγγρική Νομοθεσία, το πρωτότυπο της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών θα πρέπει να κρατείται στο αρχείο της αιτήτριας, που είναι Ουγγρικός Κρατικός Οργανισμός. Η Σταύρου αναφέρει στη συνέχεια τις διάφορες αλλαγές που επήλθαν στα συμβαλλόμενα μέρη, παραπέμποντας σε τεκμήρια που επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της. Όπως στο Τεκ.1 που είναι τα στοιχεία του Εφόρου το οποίο δεικνύει ότι την εταιρεία Allami Privatizacios es Vagyonkezelo Reszvenytarsasag (APV Zrt.) διαδέχθηκε νομικά η εταιρεία Magyar Nemzeti Vagyonkezelo Zartkoruen mukodo Reszvenytarsasag MNV Zrt., η οποία είναι η αιτήτρια στην παρούσα αίτηση. Επίσης στο Τεκμ.6 που είναι δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο επίσημου πιστοποιητικού ημερομηνίας 2.4.2015 του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας το οποίο πιστοποιεί ότι όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της εταιρείας ΑPV Zrt. μεταβιβάστηκαν και μεταφέρθηκαν στην εταιρεία MNV Zrt. δυνάμει του άρθρου 60
(1)και
(2)του Νόμου CVI2007 περί Κρατικής Ιδιοκτησίας της Ουγγαρίας. Ως αποτέλεσμα η αιτήτρια στη βάση νομοθεσίας που τέθηκε σε εφαρμογή την 1.8.2008 στην Ουγγαρία, κατέστη η νόμιμη διάδοχος και εκδοχέας όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της εταιρείας APV Zrt. Η εταιρεία APV Zrt. και η εταιρεία VSZ a.s. Kosice το 2002 υπέβαλαν διαφορά στη βάση της σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών και της συμφωνίας διαιτησίας στο Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου για επίλυση μέσω διαδικασίας διαιτησίας με αρ. Sch-48-
  1. Στις 7.10.2004 εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση υπέρ της εταιρείας APV Zrt και εναντίον της εταιρείας VSZ a.s. Kosice για το ποσό των 1.328.548.000,00 Ουγγαρέζικων Φιορινίων που αντιστοιχεί σε €5.008.663,52 πλέον τόκους και έξοδα. Πιστοποιημένο και κεκυρωμένο πρωτότυπο της διαιτητικής απόφασης στην αγγλική γλώσσα επισυνάπτει ως Τεκμ.7 στην ένορκη δήλωση της ενώ την επίσημη μετάφραση της διαιτητικής απόφασης στα Ελληνικά που έγινε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας ως Τεκμ.
  2. Την αυθεντικότητα της υπογραφής των διαιτητών πιστοποίησε αδειούχος συμβολαιογράφος στην Αυστρία, ενώ ο Πρόεδρος του Διαιτητικού Δικαστηρίου πιστοποίησε εγγράφως την τελεσιδικία και εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης. Επίσης ο γραμματέας του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Βιέννης πιστοποίησε την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου της απόφασης και των υπογραφών των διαιτητών καθώς και της σφραγίδας του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου. Επισυνάπτει επιπρόσθετα στην ένορκη δήλωση της νομική γνωμάτευση των δικηγόρων της αιτήτριας στη Βιέννη, ημερομηνίας 31.3.2015 ως Τεκμ.9, ότι η ακολουθητέα διαδικασία για την πιστοποίηση γνησιότητας επίσημων εγγράφων και υπογραφών έχει ορθά ακολουθηθεί κατά την πιστοποίηση της διαιτητικής απόφασης. Αναφέρει στη συνέχεια ότι η απόφαση επικυρώθηκε ως απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, με την υπογραφή του γραμματέα και τη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου, όπως και τα αντίγραφα της τα οποία επιδόθηκαν στους δικηγόρους και νομικούς εκπροσώπους των διαδίκων μερών στις 13.10.
  3. Είναι εισήγηση της ότι με την επίδοση των αντιγράφων της διαιτητικής απόφασης, αυτή κατέστη εκτελεστή έναντι των διαδίκων. Αναφέρει περαιτέρω ότι αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο δεν προσκρούει σε καμιά διάταξη του Νόμου και δεν διασαλεύει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη δημόσια τάξη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Προχωρεί στην συνέχεια και εξηγεί τις αλλαγές που προέκυψαν σ' όσον αφορά την οντότητα και το όνομα της εταιρείας VSZ a.s. Kosice με παραπομπή στα πιστοποιημένα αντίγραφα του Μητρώου Εταιρειών της Μπρατισλάβας προσθέτοντας ότι από μετοχική εταιρεία διαμορφώθηκε σε συνεργατισμό και μετά σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Είναι η θέση της ότι σε καμιά περίπτωση η καθ' ης η αίτηση αμφισβήτησε τη διαδοχή των ονομάτων και τη φύση της εταιρείας είτε κατά τη διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας ή και μετά. Σημειώνει ότι στις 29.10.2009 η εταιρεία VSZ a.s. Kosice διαλύθηκε λόγω συγχώνευσης της με την Κυπριακή Εταιρεία Gratio Holdings Ltd, που είναι η καθ' ης η αίτηση στην παρούσα διαδικασία. Σχετικό απόσπασμα από το Εμπορικό Μητρώο Εταιρειών του Δικαστηρίου της Μπρατισλάβας μαζί με πιστοποιημένη μετάφραση στην Αγγλική γλώσσα επισυνάπτει ως Τεκμ.
  4. Αναφέρει επίσης ότι στις 12.12.2011 επιδόθηκε στην αιτήτρια διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 26.10.2011, δυνάμει του οποίου επικυρώθηκε σχέδιο αναδιοργάνωσης της εταιρείας Gratio Holdings Ltd (το διάταγμα είναι Τεκμ.18). Στο σχέδιο αναδιοργάνωσης η καθ' ης η αίτηση εταιρεία αναγνώριζε το χρέος της προς την αιτήτρια δυνάμει της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Ακολούθησε δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού το οποίο με την απόφαση του ημερομηνίας 19.6.2012 προέβη σε παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 26.10.2011, δυνάμει του οποίου είχε επικυρωθεί σχέδιο αναδιοργάνωσης της εταιρείας Gratio Holdings Ltd (απόφαση του Δικαστηρίου είναι Τεκμ.19). Αρχικά επιχειρήθηκε η εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στη Σλοβακία στην οποία η εταιρεία VSZ a.s. Kosice κατείχε περιουσία, αλλά σήμερα δεν εκκρεμεί καμία διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης στη Σλοβακία. Ακολούθησε στις 3.10.2014 η καταχώριση αίτησης για διάταγμα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης, η οποία όμως αποσύρθηκε από το Δικαστήριο άνευ βλάβης και με δικαίωμα επαναφοράς της. Καταλήγοντας υποστηρίζει ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να εγκριθεί η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της καθ' ης η αίτηση η οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «(Α) Οι προϋποθέσεις για τη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν συνυπάρχουν και/ή δεν ικανοποιούνται. (Β) Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής και/ή αναγνώρισης και/ή εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 7/10/2004, του International Arbitral Centre του Ομοσπονδιακού Οικονομικού Επιμελητηρίου της Αυστρίας (Austrian Federal Economic Chamber), στην υπόθεση υπ' αρ. SCH-
  5. (Γ) Η αίτηση είναι αντικανονική και/ή παράτυπη και/ή λανθασμένη και/ή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο. (Δ) Η Αιτήτρια και η Καθ' ης η Αίτηση δεν ήταν συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία Αγοράς Μετοχών ημερ. 9/1/1998, η οποία περιλαμβάνει τον όρο παραπομπής σε διαιτησία. (Ε) Η Αιτήτρια δεν ήταν διάδικος στη διαιτητική διαδικασία και η διαιτητική απόφαση ημερ. 7/10/2004 εκδόθηκε υπέρ της εταιρείας Allami Privatizacios es Vagyonkez.elo Reszvenytarsasag, η οποία ήταν η αιτήτρια (claimant) στην εν λόγω διαιτησία. (Στ) Η Καθ' ης η Αίτηση δεν ήταν διάδικος στη διαδικασία και/ή η διαιτητική απόφαση δεν στρέφεται εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση, αλλά εναντίον της εταιρείας VSZ a.s. Kosice, η οποία ήταν εγγεγραμμένη στο Σλοβακία και η οποία πλέον δεν υφίσταται. (Ζ) Η διαιτητική απόφαση ουδέποτε επεδόθηκε στην εταιρεία VSZ a.s. Kosice σύμφωνα με τη σχετική πρόνοια των Κανονισμών του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Βιέννης ούτως ώστε να είναι εκτελεστή και/ή η διαιτητική απόφαση ουδέποτε επεδόθηκε στην Καθ' ης η Αίτηση. (Η) Η διαιτητική απόφαση δεν έχει καταστεί δεσμευτική για την Καθ' ης η Αίτηση και η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του Άρθρου V(e) της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του
  6. (Θ) Η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης ημερ. 7/10/
  7. (Ι) Η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας διαιτησίας. (Ια) Η Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει πιστοποιημένη μετάφραση στα ελληνικά, της συμφωνίας διαιτησίας και/ή της διαιτητικής απόφασης ημερ. 7/10/
  8. (Ιβ) Δυνάμει του ουγγρικού δικαίου, το οποίο διέπει τη συμφωνία διαιτησίας καθώς και οποιεσδήποτε απαιτήσεις προκύπτουν από αυτή, η περίοδος παραγραφής αναφορικά με την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης έχει λήξει. (Ιγ) Η διαιτητική απόφαση δεν είναι εκτελεστή στη χώρα στην οποία εκδόθηκε (Αυστρία). (Ιδ) Η ουσία και η φύση της διαφοράς δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο διαιτησίας, σύμφωνα με το δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας. (Ιε) Η αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερ. 7/10/2004 αντίκειται προς τη δημόσια τάξη (public policy) κατά παράβαση των διατάξεων της Σύμβασης περί της Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1958 και του (Κυρωτικού) Νόμου του 1979 (Ν.84/79). (Ιστ) Η Αιτήτρια είναι ένοχη αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης, αφού έχουν μεσολαβήσει πέραν των δέκα ετών από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης και/ή η Αιτήτρια εμποδίζεται (estopped) από του να προωθεί την παρούσα αίτηση λόγω της μεγάλης παρέλευσης χρόνου και/ή καθυστερήσεις (latches). (Ιζ) Η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και είναι καταπιεστική για την Καθ' ης η Αίτηση, λόγω του ότι εκκρεμεί στη Σλοβακία δικαστική διαδικασία αντικείμενο της οποίας είναι η εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης, της οποίας η Αιτήτρια επιζητεί την εγγραφή και εκτέλεση μέσω της παρούσας διαδικασίας. (Ιη) Η συμφωνία διαιτησίας δεν περιλαμβάνει οποιοδήποτε όρο ότι οποιαδήποτε διαιτητική απόφαση θα είναι δεσμευτική για τους διαδόχους και εκδοχείς (successors and assignees) των συμβαλλομένων. (Ιθ) Η διαιτητική απόφαση αφορά διαφορά η οποία δεν εμπίπτει στη συμφωνία διαιτησίας και/ή το διαιτητικό δικαστήριο αποφάσισε επί θεμάτων τα οποία είναι εκτός της εμβέλειας της συμφωνίας διαιτησίας.» Η νομική βάση της ένστασης είναι περίπου η ίδια της αίτησης. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Λέανδρου Πισία, διευθυντή της καθ' ης η αίτηση και γνώστη των γεγονότων της υπόθεσης. Στην ένορκη δήλωση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης παραθέτοντας περαιτέρω στοιχεία. Τονίζει το γεγονός ότι το Ουγγρικό κείμενο της συμφωνίας Αγοραπωλησίας Μετοχών είναι φωτοτυπία και δεν συνιστά δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο. Εξηγεί ότι η λέξη «Βεβαίωση» στο τέλος του αντιγράφου της συμφωνίας προστέθηκε από κάποιον συμβολαιογράφο, ο οποίος δεν γνώριζε αν το έγγραφο που είδε είναι το πρωτότυπο, εφόσον απλά του επιδείχθηκε ένα έγγραφο ότι είναι το πρωτότυπο, χωρίς καμιά αναφορά στο άτομο που του το επέδειξε και των προσώπων που υπέγραψαν. Υπάρχουν επίσης σελίδες που δεν φέρουν γνήσιες υπογραφές και υπάρχει δυσανάγνωστο κείμενο. Σ' όσον αφορά το Τεκμ.8 στην ένορκη δήλωση της Σταύρου που παρουσιάζεται ως επίσημη μετάφραση της διαιτητικής απόφασης στα Ελληνικά, αναφέρει ότι αποτελείται μόνο από τις δύο πρώτες σελίδες της απόφασης παραλείποντας το υπόλοιπο κείμενο. Είναι ισχυρισμός του ότι υπάρχει πρόνοια στη Συμφωνία Αγοράς Μετοχών ότι για οποιοδήποτε θέμα που δεν ρυθμίζεται από τη Συμφωνία θα διέπεται από το Ουγγρικό Δίκαιο. Από δύο γνωματεύσεις Ουγγρικών δικηγορικών γραφείων, που επισυνάπτει ως Τεκμ.1 και 2 στην ένορκη δήλωση του, η διαιτητική απόφαση στη βάση του Ουγγρικού Δικαίου έχει ήδη παραγραφεί, εφόσον ισχύει μόνο για 5 χρόνια. Ενόψει δε της διασυνοριακής συγχώνευσης της Slovensky Investicny Holding s.r.o, η οποία διαγράφηκε από το Μητρώο Εταιρειών στη Σλοβακία, με την καθ' ης η αίτηση, η υποχρέωση της εταιρείας Slovensky δυνάμει της διαιτητικής απόφασης είναι ανύπαρκτη. Είναι εισήγηση του ότι ενόψει της παραγραφής της απαίτησης, σύμφωνα με το Ουγγρικό Δίκαιο, αλλά και προνοιών της Συμφωνίας Αγοράς Μετοχών και της διαιτητικής απόφασης, τυχόν έγκριση της αίτησης για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης θα αντίκειται στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Καταλήγοντας είναι της άποψης ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων αναφέρεται σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης κρατικής εταιρείας γεγονός που καθιστά τη διαφορά να μη υπόκειται σε διαιτησία σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο. Οι δικηγόροι των διαδίκων στις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις τους παραπέμποντας σε νομολογία. Ιδιαίτερη αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις τους θα γίνεται στο κατάλληλο στάδιο. Η νομική βάση της αίτησης είναι κυρίως τα άρθρα Ι, ΙΙ, ΙΙΙ και ΙV του περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου του 1979 (Ν.84/79)ο οποίος ενσωματώνει στο Μέρος ΙΙ την ίδια τη Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων της Νέας Υόρκης, ημερ. 10.6.
  9. Τα άρθρα III και IV της Σύμβασης έχουν ως εξής: «Άρθρο ΙΙΙ Έκαστον Συμβαλλόμενον Κράτος θα αναγνωρίζη τας διαιτητικάς αποφάσεις ως δεσμευτικάς και θα εκτελή αυτάς συμφώνως προς τους κανόνας διαδικασίας της εδαφικής επικρατείας ένθα λαμβάνει χώραν ή επίκλησις της αποφάσεως και υπό τους εν τοις ακολούθοις άρθροις καθοριζομένους όρους. Δέον όπως μη επιβάλλωνται ουσιωδώς επαχθέστεροι όροι ή υψηλότερα τέλη ή δικαιώματα ως προς την αναγνώρισιν ή εκτέλεσιν Διαιτητικών Αποφάσεων επί των οποίων εφαρμόζεται η παρούσα Σύμβασις από εκείνα τα οποία επιβάλλονται ως προς την αναγνώρισιν εκτέλεσιν ημεδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων. Άρθρον IV
  10. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουμένω άρθρω αναφερομένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν μέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκομίση: (α) το δεόντως κεκυρωμένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής· (β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφερόμενης συμφωνίας ή δεόντως πιστοποιημένον αντίγραφον αυτής.
  11. Εάν η ειρημένη απόφασις ή συμφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσημον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως μέρος δέον να προσκομίση μετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την γλώσσαν ταύτην. Η μετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήμου ή ορκωτού μεταφραστού ή υπό διπλωματικού ή προξενικού αντιπροσώπου.» Όπως σαφέστατα προκύπτει από το λεκτικό του πιο πάνω άρθρου IV με τη χρήση της λέξης «οφείλει» και όπως νομολογιακά έχει καθιερωθεί, οι πρόνοιες του είναι επιτακτικού χαρακτήρα και το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται σ' αυτό το έχει ο αιτητής, ενώ τα όσα αναφέρονται στο άρθρο V, που προβλέπει για τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η απόρριψη διαβήματος αναγνώρισης ή εκτέλεσης, βαρύνουν εκείνον εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση της απόφασης. Σύμφωνα με το άρθρο IV, ο αιτητής δεν έχει τίποτε άλλο να πράξει για να επιτύχει την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης, από του να προσκομίσει τα έγγραφα που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, οπότε το βάρος απόδειξης των όσων αναφέρονται στο άρθρο V, μετατοπίζεται στους ώμους του προσώπου εκείνου εναντίον του οποίου γίνεται η επίκληση, για να ανατρέψει το τεκμήριο που δημιουργείται με την υποβολή των εγγράφων που προνοεί το άρθρο IV. Στην υπόθεση Beogradska Bank D.D.
(1995)1 A.A.Δ. 737 αναφέρθηκε σ' όσον αφορά τη διαδικασία εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης ότι ο δικαστικός έλεγχος της διαιτητικής απόφασης σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης είναι εποπτικός, έχει δικονομικό χαρακτήρα και δεν υπεισέρχεται στην ουσία της κρίσης των Διαιτητών. Κάποια απόκλιση ενδεχομένως να λεχθεί ότι γίνεται στη βάση των προνοιών της παραγράφου 2(β) του άρθρου V της Σύμβασης που αναφέρεται στη δημόσια τάξη, που γίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Όμως και πάλι η έρευνα αυτή είναι εποπτική και παρόλο που ελέγχει το περιεχόμενο της απόφασης των Διαιτητών, εντούτοις περιορίζεται μόνο στο θέμα της διαπίστωσης αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη στη δημόσια τάξη και δεν υπεισέρχεται στην διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία του εποπτικού ελέγχου για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, είναι εκείνο του δικάζοντα Δικαστή, εκτός αν υπάρχει κάποια ειδική πρόνοια στη συμφωνία. Στην υπόθεση Joint-Stock Commercial Bank "Bank of Moscow" (Open Joint-Stock Company), Πολ. ECLI:CY:AD:2015:D776, Αίτηση 151/15, ημερ. 23.11.2015 αναφέρθηκε ότι η απλότητα της όλης διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης των αλλοδαπών εμπορικών διαιτητικών αποφάσεων αντικατοπτρίζει και την ανάγκη σεβασμού των αποφάσεων που εκδίδονται στην αλλοδαπή. Είναι ακριβώς γι' αυτό το λόγο που ο ρόλος του Δικαστηρίου και ο δικαστικός έλεγχος την διαιτητικών αποφάσεων είναι μάλλον εποπτικός και περιορίζεται στη διαπίστωση και μόνο της συνδρομής των βασικών χαρακτηρισμών του άρθρου IV χωρίς να υπεισέρχεται στη διάγνωση της ουσίας της υπόθεσης. Στην υπόθεση Bristol Business Corporation v. Besuno Ltd
(2011)1(B) A.A.Δ. 934 τονίστηκε η αναγκαιότητα της επιβεβαίωσης του γνήσιου των υπογραφών, καθώς και της σφραγίδας στο αντίγραφο της συμφωνίας σύμφωνα με το άρθρο IV
(1)(β) της Σύμβασης. Σ' όσον αφορά την επικύρωση των υπογραφών στη συμφωνία στην υπόθεση Α. Groutas Co Ltd v. Πεπελάση
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1675 λέχθηκε ότι αυτή θα πρέπει να προέρχεται από αρμόδιο πρόσωπο που να επιβεβαιώνει το γνήσιο των υπογραφών καθώς και τη σφραγίδα. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι ένστασης, σύμφωνα με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση, περιορίζονται σε τρεις ότι δηλαδή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εγγραφής και/ή αναγνώρισης της διαιτητικής απόφασης, ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα αντίκειται στη δημόσια τάξη και τέλος η καθυστέρηση που παρατηρείται στην προώθηση της υπό κρίση αίτησης. Συγκεκριμένα σ' όσον αφορά τον πρώτο λόγο είναι εισήγηση του ότι η αιτήτρια που έχει και το βάρος απόδειξης, απέτυχε να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως προς την ύπαρξη των προϋποθέσεων του άρθρου IV(Ι)(α)(β) και
(2)του Νόμου 84/
  1. Δηλαδή δεν προσκόμισε επίσημη μετάφραση στα Ελληνικά της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 7.10.2014 παρά μόνο μετάφραση των δύο πρώτων σελίδων αυτής, αλλ' ούτε και δεόντως κεκυρωμένο πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας αγοράς μετοχών, ημερομηνίας 9.1.1998, στην οποία υπάρχει η πρόνοια για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Ενόψει των πιο πάνω εισηγήσεων το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί κατά πρώτο είναι κατά πόσο το Τεκ.8 στην ένορκη δήλωση της Σταύρου , που συνοδεύει την αίτηση, αποτελεί, σύμφωνα με το άρθρο IV της Σύμβασης, δεόντως πιστοποιημένη μετάφραση της διαιτητικής απόφασης, που είναι το Τεκμ.7, στην Ελληνική γλώσσα η οποία πιστοποιείται από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή ή από διπλωματικό ή προξενικό αντιπρόσωπο. Από ενδελεχή μελέτη των τεκμηρίων 7 και 8 διαπιστώνονται τα εξής: Το Τεκμ.7 είναι μία δέσμη πρωτότυπων εγγράφων δεμένων με κορδέλα σφραγισμένη στην πρώτη σελίδα με την αυτοκόλλητη κόκκινη ετικέτα της σφραγίδας του Διεθνούς Διαιτητικού Κέντρου του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Επιμελητηρίου. Οι πρώτες δύο σελίδες αποτελούν τη διαιτητική απόφαση ημερ. 7.10.2004 στην Αγγλική γλώσσα, που εκδόθηκε στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας SCH-
  2. Στην αρχή της πρώτης σελίδας της απόφασης αναφέρεται η επωνυμία, το λογότυπο και η διεύθυνση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και από κάτω υπάρχει ο τίτλος "ARBITRAL AWARD". Στη συνέχεια αναφέρονται ο αριθμός, ο τίτλος και τα μέρη της Διαιτησίας. Στην αρχή της δεύτερης σελίδας αναγράφονται οι Διαιτητές που αποτελούν το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση με τα στοιχεία τους και αμέσως μετά, την απόφαση στην οποία κατέληξαν που έχει τον τίτλο «Award". Ακολουθεί στην τρίτη σελίδα ο Πίνακας Περιεχομένου υπό στοιχεία Α-Η και οι σελίδες 4 - 26, όπου αναλύεται ο Πίνακας. Είναι φανερό ότι οι σελίδες 4 - 26 περιέχουν την αιτιολογία της απόφασης. Στη σελίδα 26 του Τεκμ.7 εντοπίζονται στο κάτω μέρος οι υπογραφές των τριών διαιτητών και η επίσημη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου και από κάτω η χειρόγραφη σημείωση του Προέδρου του Διαιτητικού Δικαστηρίου Dr. Karl Hempel "I confirm the finality and the enforceability of the award (Ar.18 Vienna Rules). Στο τέλος της σημείωσης εντοπίζεται και η προσωπική σφραγίδα του Προέδρου με τη διεύθυνση του και η χειρόγραφη ημερομηνία 30.11.
  3. Στην επόμενη σελίδα που δεν είναι αριθμημένη υπάρχει η πιστοποίηση του συμβολαιογράφου ονόματι Dr. Rupert Brix ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής του Dr Manfred Heider, ως Γενικού Γραμματέα του Internationales Schiedsgericht der Wirtschaftskammer Osterreich (International Arbitrual Centre of the Austrian Federal Economic Chamber) που βρίσκεται στη σφραγίδα του Διαιτητικού Δικαστηρίου στο τέλος της απόφασης στη σελ.
  4. Στο πίσω μέρος της μη αριθμημένης σελίδας υπάρχει η σφραγίδα «Apostille» δηλαδή η επισημείωση της Χάγης. Στις επόμενες σελίδες υπάρχουν πιστοποιήσεις από τον ίδιο συμβολαιογράφο Dr. Rupert Brix της αυθεντικότητας της υπογραφής του κάθε ενός των διαιτητών και στο τέλος η σφραγίδα Apostille. Ακολουθεί άλλο έγγραφο που είναι βεβαίωση του Γενικού Γραμματέα ημερομηνίας 10.3.15 σε επιστολόχαρτο του Διεθνούς Διαιτητικού Κέντρου του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Επιμελητηρίου που πιστοποιεί την αυθεντικότητα του πρωτοτύπου της διαιτητικής απόφασης στην Αίτηση SCH-4821 και την αυθεντικότητα της υπογραφής εκάστου των διαιτητών. Στο επόμενο έγγραφο εντοπίζεται η πιστοποίηση της υπογραφής του Dr. Heider, Γενικού Γραμματέα, από τον συμβολαιογράφο Dr. Rupert Brix, ημερ. επίσης 10.3.15 και στο πίσω μέρος η σφραγίδα Apostille. Σημαντική επίσης για το θέμα είναι και η νομική γνωμάτευση, Τεκμ.9 στην ένορκη δήλωση της Σταύρου, ότι έχει ορθά και δεόντως ακολουθηθεί η διαδικασία κύρωσης και πιστοποίησης της διαιτητικής απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση ενόψει των πιο πάνω εγγράφων του Τεκμηρίου 7, που είναι όλα πρωτότυπα έγγραφα και της νομικής γνωμάτευσης (Τεκμ.9) έχω ικανοποιηθεί ότι το Τεκμ.7 συνιστά κεκυρωμένο πρωτότυπο της Διαιτητικής απόφασης στην Αγγλική γλώσσα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου IV
(1)(α) της Σύμβασης. Δεν υπάρχει εξάλλου αντίθετη εισήγηση από πλευράς του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση στη γραπτή αγόρευση του. Ο λόγος ένστασης σ' όσον αφορά την διαιτητική απόφαση περιορίζεται στην παράλειψη μετάφρασης της στα Ελληνικά. Δεν αμφισβητείται ότι το Τεκμ.8 είναι η πιστή μετάφραση των δύο πρώτων σελίδων της διαιτητικής απόφασης από τα Αγγλικά στα Ελληνικά, που έγινε από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η σχετική πιστοποίηση για την πιστή μετάφραση υπάρχει στο τέλος της απόφασης όπως και η σφραγίδα. Όμως είναι η θέση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση στη γραπτή του αγόρευση, ότι δεν έχει προσκομιστεί πιστή μετάφραση ολόκληρης της διαιτητικής απόφασης περιλαμβανομένης και της αιτιολογίας της, γεγονός που επιδρά, κατά την άποψη του, αρνητικά στην τύχη της αίτησης, εφόσον είναι προαπαιτούμενο σύμφωνα με το άρθρο IV
(2)του Νόμου 84/79. Το άρθρο αυτό προϋποθέτει την προσκόμιση του δεόντως κεκυρωμένου πρωτοτύπου της απόφασης μαζί με την μετάφραση της στην επίσημη γλώσσα της χώρας στην οποία γίνεται προσπάθεια εγγραφής της απόφασης, πιστοποιημένης από επίσημο ή ορκωτό μεταφραστή. Δεν εντοπίζεται καμιά πρόνοια στην Σύμβαση ή στο Νόμο 101/87 ότι η διαιτητική απόφαση που αναφέρεται στο άρθρο IV της Σύμβασης θα πρέπει να είναι η αιτιολογημένη απόφαση ή ότι θα πρέπει να συνοδεύεται και από τον Πίνακα Περιεχομένου. Ασφαλώς οι πρώτες δύο σελίδες με τον τίτλο «ΔΙΑΙΤΗΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ» αποτελούν την απόφαση στη Διαιτησία SCH-4821 APV vs. VSZ KOSICE, γεγονός που επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της. Το κείμενο της μετάφρασης της απόφασης στα Ελληνικά περιέχει στην κάθε σελίδα τη σφραγίδα του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών. Στο τέλος δε του κειμένου εντοπίζεται σφραγίδα με την οποία η Στέλλα Στεφανή βεβαιώνει την πιστή μετάφραση στα Ελληνικά και ακόμη μια σφραγίδα με την οποία ο Νίκος Χαπέσιης βεβαιώνει το γνήσιο της υπογραφής της Στεφανή και υπογράφει για το Διευθυντή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου η καταχώρηση της πιστής μετάφρασης στην Ελληνική γλώσσα της διαιτητικής απόφασης από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών, που είναι οι δύο πρώτες σελίδες του Τεκμ.8, κρίνεται ως ικανoποιητική για σκοπούς των προϋποθέσεων του άρθρου IV, παρά το γεγονός ότι το πρωτότυπο της απόφασης στα Αγγλικά περιλαμβάνει και τον Πίνακα Περιεχομένου στη συνέχεια που δεν συνοδεύεται από μετάφραση. Σημειώνεται ότι σύμφωνα με την απόφαση Beogradska Bank DD (ανωτέρω) ο δικαστικός έλεγχος σύμφωνα με τα άρθρα IV και V της Σύμβασης είναι εποπτικός και δεν υπεισέρχεται στην ουσία κρίσης των Διαιτητών, γι' αυτό και στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο δεν κρίνει μοιραία την παράλειψη προσκόμισης πιστής μετάφρασης και της αιτιολογίας της απόφασης. Συνεπώς ο λόγος ένστασης που αναφέρεται στη μη συμμόρφωση της αιτήτριας με τις πρόνοιες του άρθρου IV
(2)της Σύμβασης να προσκομίσει δηλαδή πιστοποιημένη μετάφραση της απόφασης στα Ελληνικά δεν μπορεί να γίνει δεκτός και απορρίπτεται. Η δικηγόρος της αιτήτριας εισηγήθηκε στην γραπτή της αγόρευση ότι αν το Δικαστήριο έκρινε αναγκαίο θα μπορούσε να απαιτήσει τη μετάφραση της αιτιολογίας της απόφασης στη βάση των προνοιών του άρθρου 35
(2)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου (Ν.101/87). Οι πρόνοιες του άρθρου αυτού θα πρέπει να εξεταστούν σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου που αναφέρεται στην έκταση εφαρμογής του Νόμου και που προνοεί τα εξής: «3
(1)Υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε διμερούς ή πολυμερούς διακρατικής συμφωνίας που τελεί σε ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία, ο παρών Νόμος τυγχάνει εφαρμογής αποκλειστικά επί διεθνών εμπορικών διαιτησιών». Συνεπώς ο ίδιος ο Νόμος 101/87 δίνει προτεραιότητα στην ισχύ και εφαρμογή της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπου είναι σαφής η πρόνοια σ' αυτόν για την αναγκαιότητα προσκόμισης της πιστοποιημένης μετάφρασης. Άλλος λόγος ένστασης που προωθήθηκε με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση, είναι ότι η αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει το πρωτότυπο ή δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της συμφωνίας αγοράς μετοχών και/ή της συμφωνίας διαιτησίας, επίσης προϋπόθεση στη βάση του άρθρου IV, του Νόμου 84/79. Στην παρούσα περίπτωση η αιτήτρια, μέσω της ένορκης δήλωσης της Σταύρου, προσκόμισε αντίγραφο της συμφωνίας αγοράς μετοχών (Τεκμ.5). Η εξήγηση που δίνει γιατί να μη παρουσιάσει το πρωτότυπο είναι ότι η αιτήτρια είναι Ουγγρικός Κρατικός Οργανισμός και ως τέτοια, δυνάμει Νόμων και Κανονισμών της Ουγγαρίας, έχει υποχρέωση να τηρεί όλα τα πρωτότυπα έγγραφα και συμφωνίες που αφορούν στις εργασίες της στα αρχεία της. Το γεγονός ότι η θέση αυτή δεν επιβεβαιώνεται από νομική γνωμάτευση δεν συνιστά τον αποφασιστικό παράγοντα για την τύχη της αίτησης, ως η σχετική εισήγηση από πλευράς του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση. Το ίδιο το άρθρο IV δίνει δικαίωμα στην αιτήτρια προσκόμισης και αντιγράφου, νοουμένου βεβαίως ότι είναι δεόντως πιστοποιημένο. Σημειώνεται ότι στο Τεκμ.5 περιλαμβάνεται επίσης και το πρωτότυπο της πιστοποιημένης επίσημης μετάφρασης της συμφωνίας των μερών στα Ελληνικά. Θα πρέπει να λεχθεί ότι η καθ' ης η αίτηση δεν αμφισβητεί τον καταρτισμό της συμφωνίας αγοράς μετοχών και την υπογραφή της από μέρους των συμβαλλομένων μερών. Δεν αμφισβητείται επίσης η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στη συμφωνία. Αμφισβητείται μόνο η εγκυρότητα της πιστοποίησης του αντιγράφου και αν ο συμβολαιογράφος που προέβη στην πιστοποίηση των υπογραφών εξέτασε όντως το πρωτότυπο της συμφωνίας για να καταλήξει ότι το Τεκμ.5 συνιστά πιστό αντίγραφο της. Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή το Τεκμ.5 που είναι μια δέσμη εγγράφων. Το πρώτο έγγραφο είναι το πρωτότυπο της μετάφρασης της συμφωνίας στα Ελληνικά και αποτελείται από 27 σελίδες. Στο τέλος της σελίδας 27 εντοπίζεται πιστοποίηση από το Συμβολαιογραφικό Γραφείο του Δρος Gaspar Edina «Βεβαιώνω ότι το προσαρτηθέν ακριβές αντίγραφο συμφωνεί πλήρως με το έγγραφο στην Ουγγρική γλώσσα που μου υποδείχθηκε ως το πρωτότυπο, αποτελούμενο από 19 χωριστές αριθμημένες σελίδες, φέρον γνήσιες υπογραφές σε κάθε σελίδα - με την εξαίρεση των σελίδων επτά
(7)και δεκαεννέα
(19)- και δυσανάγνωστο τμήμα κειμένου, διακρινόμενο σε αντίγραφο, μπροστά από της τρεις
(3)υπογραφές κάτωθεν δεξιά των σελίδων, και γνήσια στρογγυλή και ορθογώνια σφραγίδα στη σελίδα δεκαεννέα
(19)». Ακολουθεί δε η ημερομηνία 19.2.2015 και η υπογραφή της Δρ. Gyalog Orsolya και από κάτω η ιδιότητα της «Αναπληρώτρια Συμβολαιογράφος». Στη σελίδα 28 του Ελληνικού κειμένου υπάρχει η σφραγίδα Apostille-Επισημείωση της Σύμβασης της Χάγης, ημερομηνίας 16.3.2015 του Γραφείου Μεταφράσεων και Επικυρώσεως Μεταφράσεων της Ουγγαρίας το οποίο εναπόθεσε τη σφραγίδα του. Φέρει επίσης στο τέλος την υπογραφή του Γενικού Διευθυντή του Γραφείου Μεταφράσεων και Επικυρώσεων Μεταφράσεων της Ουγγαρίας που πιστοποιεί την πιστότητα της μετάφρασης μαζί με τη σφραγίδα του. Σχετικά με τα καθήκοντα των συμβολαιογράφων στην Ουγγαρία είναι τα Τεκμήρια 3 και 4 της ένορκης δήλωσης της Σταύρου, όπου το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ουγγαρίας βεβαιώνει ότι οι συμβολαιογράφοι δύνανται να εκδίδουν πιστοποιητικά του περιεχομένου αυθεντικών/επίσημων αρχείων και ότι αρμόδια αρχή για την έκδοση Επισημειώσεων (Apostille), σύμφωνα με τη Σύμβαση της Χάγης σε σχέση με έγγραφα που συντάχθηκαν ή επικυρώθηκαν από Ούγγρο συμβολαιογράφο, είναι το Ουγγρικό Εθνικό Επιμελητήριο Συμβολαιογράφων Αστικού Δικαίου. Ακολουθεί στο Τεκμ.5 το αντίγραφο της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών στα Ουγγρικά όπου στην επόμενη σελίδα της 19 υπάρχει η πιστοποίηση ότι είναι πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου και ότι οι υπογραφές είναι γνήσιες, από αδειούχο συμβολαιογράφο της Ουγγαρίας με τις σφραγίδες του. Στην μεθεπόμενη σελίδα της 19 εντοπίζεται η πιστοποίηση της υπογραφής και της ιδιότητας του συμβολαιογράφου και στη συνέχεια η επισημείωση (Apostille) της Χάγης από το Επιμελητήριο των Συμβολαιογράφων της Ουγγαρίας μαζί με τη σφραγίδα του. Η ίδια σφραγίδα εντοπίζεται και στην επόμενη σελίδα όπου υπάρχει η πιστοποίηση της υπογραφής και ιδιότητας του Γενικού Διευθυντή του Γραφείου Μεταφράσεων και επικυρώσεων Μεταφράσεων της Ουγγαρίας με την Επισημείωση της Χάγης από το Επιμελητήριο Συμβολαιογράφων Αστικού Δικαίου της Ουγγαρίας. Ενόψει των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι έχει εξασφαλιστεί και παρουσιαστεί στην παρούσα περίπτωση πιστοποίηση από αδειούχο συμβολαιογράφο ότι το αντίγραφο της συμφωνίας συνιστά πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου, με την υπογραφή του συμβολαιογράφου και τη σφραγίδα του. Η υπογραφή του στη συνέχεια και η ιδιότητα του πιστοποιήθηκαν από το Ουγγρικό Εθνικό Επιμελητήριο Συμβολαιογράφων Αστικού Δικαίου, το οποίο έθεσε και την Επισημείωση (Apostille). Η επισημείωση (Apostille) επιβεβαιώνει την ιδιότητα του προσώπου που πιστοποίησε το έγγραφο ως συμβολαιογράφου, σύμφωνα με το Ουγγρικό Δίκαιο και τις γνωματεύσεις (Τεκμ.3 και 4). Είναι εισήγηση του δικηγόρου της καθ΄ ης η αίτηση ως προς το λόγο ένστασης περί μη προσκόμισης δεόντως πιστοποιημένου αντιγράφου της συμφωνίας ότι ο συμβολαιογράφος με τη βεβαίωση του στο τέλος του αντιγράφου δεν πιστοποιεί την αυθεντικότητα των υπογραφών των συμβαλλομένων μερών στις σελίδες 7 και 19 της συμφωνίας αγοράς μετοχών. Η αυτούσια σχετική αναφορά του στη Βεβαίωση, έχει παρατεθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Από την άλλη η δικηγόρος της Αιτήτριας στη γραπτή της αγόρευση ερμηνεύει διαφορετικά την πρόνοια αυτή στη Βεβαίωση, ότι δηλαδή εκείνο που εννοεί ο συμβολαιογράφος είναι ότι όλες οι σελίδες φέρουν γνήσιες υπογραφές ενώ η «εξαίρεση» για τις 7 και 19 αφορά στο ότι μόνο σ΄ αυτές τις σελίδες δεν υπάρχει δυσανάγνωστο τμήμα κειμένου μπροστά από της υπογραφές. Εν πάση περιπτώσει οποιαδήποτε ερμηνεία και να δοθεί στο μέρος αυτό της Βεβαίωσης αφορά στις σελίδες 7 και 19 και όχι στη σελίδα 17 που περιέχει τον όρο 11 που συνιστά τη συμφωνία διαιτησίας. Το άρθρο ΙΙ της Σύμβασης και του Νόμου 84/79 προβλέπει την υποχρέωση εκάστου συμβαλλόμενου κράτους να αναγνωρίζει τη γραπτή συμφωνία δυνάμει της οποίας τα μέρη αναλαμβάνουν την ευθύνη παραπομπής της διαφοράς τους σε διαιτησία. Ο ορισμός της γραπτής συμφωνίας δίνεται στο άρθρο ΙΙ
(2)της Σύμβασης που προβλέπει τα εξής: «ΙΙ
(2)Ο όρος «γραπτή συμφωνία» περιλαμβάνει ρήτραν διαιτησίας εν τίνι συμβολαίω ή συμφωνίαν περί διαιτησίας, φέρουσα την υπογραφήν των μερών ή περιεχομένων εις ανταλλαγήν επιστολών ή τηλεγραφημάτων.» Στο σύγγραμμα των Redfern and Hunter on International Arbitration, παρ. 2.89 - 2.91, σελ. 117, αναφέρεται ότι η ρήτρα διαιτησίας σε μια συμφωνία θεωρείται ότι συνιστά ξεχωριστή συμφωνία από τη κύρια της οποίας συνιστά μέρος και ως τέτοια συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ και μετά τον τερματισμό της κύριας συμφωνίας. Η ίδια αρχή ακολουθείται και στο σύγγραμμα των Lew, Mistellis, Kroll "Comparative International Commercial Arbitration παραγρ. 6-7 και 6-9, σελ. 101 και
  1. Στην παρούσα περίπτωση η ρήτρα διαιτησίας περιλαμβάνεται στον όρο 11 της συμφωνίας στη σελίδα 17 του Ουγγρικού κειμένου και δεν έχει να κάμει οτιδήποτε με τις σελίδες 7 και
  2. Η ρήτρα είναι αυτόνομη γι' αυτό και η εγκυρότητα της κρίνεται ανεξάρτητα από τη συμφωνία. Εκείνο που ενέχει σημασία είναι ότι ο συμβολαιογράφος εδώ πιστοποιεί την αυθεντικότητα των υπογραφών μεταξύ των άλλων σελίδων και της 17 που περιέχει τη συμφωνία διαιτησίας. Με την επισημείωση της Χάγης έχει επιβεβαιωθεί η ιδιότητα εκείνου του πιστοποίησε το αντίγραφο της συμφωνίας ως συμβολαιογράφου. Ο συμβολαιογράφος προέβη σε πιστοποίηση του αντιγράφου ως πιστό αντίγραφο αντιπαραβάλλοντας το με το πρωτότυπο που του υποδείχθηκε και στη συνέχεια προέβη στην επικύρωση του με την πιστοποίηση της γνησιότητας των υπογραφών μεταξύ των οποίων και της σελίδας 17, στην οποία περιλαμβάνεται ο όρος 11 που είναι η συμφωνία διαιτησίας. Ενόψει των πιο πάνω βρίσκω ότι η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει και την προϋπόθεση προσκόμισης πιστοποιημένου αντιγράφου της συμφωνίας διαιτησίας που περιλαμβάνεται στη συμφωνία αγοράς μετοχών, δεόντως μεταφρασμένου στην Ελληνική γλώσσα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου IV της Σύμβασης. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω το λόγο ένστασης ότι τυχόν αναγνώριση και εγγραφή της διαιτητικής απόφασης θα αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον οποίο δόθηκε έμφαση από το δικηγόρο της καθ' ης η αίτηση στη γραπτή αγόρευση του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit und Wirtschaft AG
(1999)1 A.A.Δ. 585 της οποίας αντικείμενο εξέτασης ήταν η ακύρωση διαιτητικής απόφασης σε διεθνή διαιτησία αναφέρθησαν τα εξής σ' όσον αφορά τον ορισμό της δημόσιας τάξης στις σελ. 595-597: «Πρέπει να μας απασχολήσει η έννοια του όρου "δημόσια τάξη" και η εμβέλεια της. Τα παρακάτω αποσπάσματα από τον G.H. Treitel "The Law of Contract", 8η έκδοση
(1991)στις σελ. 424 και 425 διαφωτίζουν όχι μόνο για το νοηματικό περιεχόμενο του δόγματος αυτού και τις παραμέτρους του, αλλά δίνουν και σύγχρονα παραδείγματα σχετικά με την εφαρμογή του: "Public policy is a variable notion, depending on changing manners, morals and economic conditions. In theory, this flexibility of the doctrine of public policy could provide a judge with an excuse for invalidating any contract which he violently disliked..................................................................................................... On the other hand, the law does adapt itself to changes in economic and social conditions, as can be seen particularly from the development of the rules as to contracts in restraint of trade. This point has often been recognised judicially .......................................... The present attitude of the courts represents a compromise between the flexibility inherent in the notion of public policy and the need for certainty in commercial affairs ................................. Και συνεχίζει στη σελ. 425 με παραδείγματα: "But in some cases (particularly "where the subject-matter is "lawyers" law") judicial intervention may still as a last resort be desirable. The courts may occasionally invalidate a contract even though it is of a kind to which the doctrine of public policy has not been applied before. Such novel applications of the doctrine of public policy are illustrated by decisions to the effect that a moneylending contract is illegal if it imposes quasi-servile obligations on the borrower; that a contract by which a trade journal promises not to comment on the affairs of a company is illegal as it may prevent the journal from exposing frauds perpetrated by the company; that an attempt to contract out of certain statutory provisions governing the liquidation of companies is contrary to public policy; and that the same is true of an attempt to deprive an agricultural tenant of security of tenure where he is entitled to it by statute." Η νομολογία του Αρείου Πάγου διαπνέεται από παρόμοιες ιδέες όπως προκύπτει από το παρακάτω απόσπασμα του καθηγητή Σπύρου Βρέλλη στο περιοδικό ΙΔΜΕ "Ερευνητικό Ινστιτούτο Δικονομικών Μελετών" αρ. 9 στη σελ. 424. Εντοπίζει πότε θίγεται η δημόσια τάξη στην περίπτωση που επιδιώκεται η αναγνώριση/κήρυξη εκτελεστής αλλοδαπής απόφασης: ".....όταν η ανάπτυξη των συνεπειών της αλλοδαπής αποφάσεως, υπό τις ειδικές συνθήκες υπό τις οποίες πρόκειται να επέλθει, "αντίκειται ευθέως" προς τις κρατούσες στην Ελλάδα θεμελιώδεις αρχές που συνιστούν την έννοια της δημοσίας τάξεως, έτσι ώστε να υπάρχει κίνδυνος δημιουργίας καταστάσεως που δεν προσαρμόζεται στην ηθική, οικονομική, δικαιολογική και πολιτειακή τάξη της Χώρας." Παραπέμπουμε επίσης στο σύγγραμμα "Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο" Γραμματικάκη και άλλων
(1997)στις σελ. 80-90, όπου τονίζεται ότι πρόκειται για έννοια που ποικίλλει κατά τόπο και χρόνο. και ότι ως ένα βαθμό αποτελεί, όπως και στο Κυπριακό Δίκαιο, μεταβλητή κατάσταση. Είναι ενδιαφέρουσα και η σύντομη ιστορική ανασκόπηση του ζητήματος. Θα μπορούσαμε να συγκεφαλαιώσουμε λέγοντας ότι ο όρος "δημόσια τάξη" περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές καθώς και άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη. Είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα κριθεί κατά πόσον υπάρχει στην προκείμενη περίπτωση αντίθεση προς τη δημόσια τάξη της Δημοκρατίας.» Είναι νομολογιακά γνωστό ότι η εφαρμογή της υπεράσπισης της δημόσιας τάξης θα πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη φειδώ. (βλ. σύγγραμμα Memorial Encyclopedia "Diligence and Enforcement of Judgments", Τόμος 8, σελ.441). Ο δικηγόρος της καθ' ης η αίτηση προβάλλει στη γραπτή του αγόρευση δύο λόγους για τους οποίους η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης στην Κύπρο αντίκειται στη δημόσια τάξη. Ο πρώτος είναι ότι η απαίτηση της αιτήτριας έχει παραγραφεί δυνάμει του Ουγγρικού Δικαίου που είναι το δίκαιο που διέπει τη συμφωνία των μερών και εφαρμόστηκε στη διαδικασία διαιτησίας και ο δεύτερος ότι η απόφαση για τιμωρητικές αποζημιώσεις σε συνδυασμό με την πληρωμή τόκου 20% ετησίως είναι καταπιεστική για την καθ' ης η αίτηση. Σ' όσον αφορά το θέμα παραγραφής ο Πισίας επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση δύο γνωματεύσεις δικηγορικών γραφείων στην Ουγγαρία ότι η διαιτητική απόφαση της οποίας επιζητείται η εγγραφή δεν είναι εκτελεστή λόγω παρέλευσης της περιόδου παραγραφής των πέντε χρόνων που προνοεί η Ουγγρική νομοθεσία. Ειδικότερα το διάστημα που μεσολάβησε από την ημερομηνία της απόφασης μέχρι το πρώτο διάβημα για εκτέλεση της στη Σλοβακία που έγινε στις 19.5.2011 είναι πέραν των πέντε ετών της περιόδου παραγραφής. Είναι εισήγηση του δικηγόρου της καθ' ης η αίτηση ότι ενόψει της πρόνοιας στη συμφωνία ότι αυτή θα διέπεται από το Ουγγρικό Δίκαιο, που το θέμα της παραγραφής είναι ουσιαστικό και όχι διαδικαστικό, η απαίτηση έχει παραγραφεί και η απόφαση δεν μπορεί να εκτελεστεί. Ως εκ τούτου αποτελεί θέμα δημόσιας πολιτικής, εφόσον το θέμα παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων συνιστά ουσιώδη κανόνα δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η καθ' ης η αίτηση βασίζει το πιο πάνω λόγο ένστασης στο άρθρο V
(2)(β) του Νόμου 84/79 καθώς και στο άρθρο 36(β)(ΙΙ) του Νόμου 101/87, όπου μια από τις περιπτώσεις που είναι δυνατή η απόρριψη από το Δικαστήριο διαβήματος αναγνώρισης διαιτητικής απόφασης, είναι όταν αντίκειται προς τη δημόσια τάξη της χώρας στην οποία επιζητείται η εγγραφή. Η Σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν προνοεί χρόνο παραγραφής της ισχύος ή αναγνώρισης ή εκτέλεσης των διαιτητικών αποφάσεων. Αντιθέτως σύμφωνα με το άρθρο III oι διαιτητικές αποφάσεις θα αναγνωρίζονται ως δεσμευτικές από κάθε συμβαλλόμενο κράτος και θα εκτελούνται σύμφωνα με τους κανόνες διαδικασίας της χώρας που επιζητείται η εκτέλεση. Συνεπώς με δεδομένο ότι το δίκαιο που εφαρμόζεται στη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης είναι το ημεδαπό, δηλαδή το Κυπριακό Δίκαιο, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να κατατείνει στο ότι η εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αντίκειται στις θεμελιώδεις αρχές που συνιστούν την έννοια της δημόσιας τάξης στην Κύπρο. Το θέμα της παραγραφής θα ενέχει προφανώς τη σημασία του στην περίπτωση που επιχειρείται η διαδικασία εγγραφής της απόφασης στην Ουγγαρία. Συνεπώς η πιο πάνω θέση της καθ' ης η αίτηση δεν γίνεται δεκτή και απορρίπτεται. Σ' όσον αφορά τη θέση περί καταπιεστικού όρου στη συμφωνία και πρόνοιας στην διαιτητική απόφαση περί τιμωρητικών αποζημιώσεων, γεγονότα που κατ' ισχυρισμό αντίκεινται στη δημόσια τάξη, ούτε αυτή μπορεί να γίνει δεκτή. Σύμφωνα με την υπόθεση Beogradska Bank D.D. (ανωτέρω) το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης δεν υπεισέρχεται στην ουσία της απόφασης, αλλά περιορίζεται να ελέγξει κατά πόσο η απόφαση αντίκειται στη δημόσια τάξη. Σε σχέση με το λόγο ένστασης περί καθυστέρησης στην προώθηση της διαδικασίας εγγραφής της διαιτητικής απόφασης είναι φανερό ότι μεσολάβησαν περίπου δέκα χρόνια από την έκδοση της διαιτητικής απόφασης για να προωθηθεί με την παρούσα διαδικασία η εγγραφή της στην Κύπρο. Ο χρόνος αυτός δεν μπορεί να ιδωθεί μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όσα μεσολάβησαν εν τω μεταξύ, που δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απλές διαδικασίες. Συγκεκριμένα λήφθηκαν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης σε άλλη χώρα καθώς και διαδικασίες αλλαγής του ονόματος και της φύσης των συμβαλλομένων εταιρειών καθώς και άλλων διαδικασιών στην Κύπρο που αφορούν στην καθ' ης η αίτηση και τη σχέση της με άλλη εταιρεία με την οποία είχε συγχωνευθεί. Τα γεγονότα αυτά εμφαίνονται από την ένορκη δήλωση της Σταύρου και τα Τεκμ.18 και 19 που επισυνάπτει και που είναι αποφάσεις του Κυπριακού Δικαστηρίου με ημερομηνία 26.10.2011 και 19.6.2012 αντίστοιχα. Σίγουρα οι διαδικασίες αυτές απαίτησαν σημαντικό χρόνο. Συνεπώς ούτε και αυτός ο λόγος ένστασης κρίνεται δικαιολογημένος και απορρίπτεται. Σύμφωνα με όλα τα πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για να εγκριθεί η υπό κρίση αίτηση. Σ' όσον αφορά τους λόγους ένστασης που βασίζονται στις διάφορες αλλαγές στα συμβαλλόμενα μέρη, δεν προωθήθηκαν από μέρους της καθ' ης η αίτηση με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου της, γι' αυτό θεωρώ ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Εν πάση περιπτώσει από τα διάφορα τεκμήρια που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της Σταύρου έχω πειστεί ότι μεσολάβησαν οι αλλαγές και οι δικαστικές διαδικασίες σ' όσον αφορά τα αρχικά συμβαλλόμενα μέρη με αποτέλεσμα δικαιούχος της διαιτητικής απόφασης να είναι σήμερα η αιτήτρια και εξ αποφάσεως χρεώστης η καθ' ης η αίτηση. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα για εγγραφή, αναγνώριση και εκτέλεση στην Κύπρο της διαιτητικής απόφασης που εκδόθηκε στις 17.10.2014 στη Βιέννη από το Διεθνές Διαιτητικό Κέντρο του Αυστριακού Ομοσπονδιακού Εμπορικού Επιμελητηρίου (Ιnternational Arbitral Center of the Austria Federal Economic Chamber), στην Υπόθεση Διαιτησίας με αρ. SCH-4821. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / General Applications / Final Αναφορά: Αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.