← Κύπρος

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 794/13, 7/7/2016

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής 794/13, 7/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A321 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 794/13 Μεταξύ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ Ενάγοντα και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED
  2. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  4. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 19.2.16 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 7 Ιουλίου, 2016 Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα Ασσιώτου για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 1-Καθ' ης η αίτηση: κα Στιβαρού για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2-Καθ' ης η αίτηση: κ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3-Καθ' ης η αίτηση: κα Ραφτοπούλου για ΑΛΕΚΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 4-Καθ' ου η αίτηση: κα Ιάση Τσιντίδου για Γενικό Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, αξιώνει, μεταξύ άλλων, από τους εναγόμενους: (α) επιστροφή του ποσού των €111.012.- πλέον τόκους, που κατέβαλε για την αγορά αξιογράφων από την εναγόμενη
  5. (β) αποζημιώσεις για την ζημιά που υπέστη ως ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος των εν λόγω αξιογράφων και/ή ομολόγων. (γ) αποζημιώσεις για παράβαση προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου και/ή οδηγιών και/ή προειδοποιήσεων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για την επαγγελματική συμπεριφορά των τραπεζών κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών. (δ) αποζημιώσεις για καταδολίευση και/ή εξαπάτηση και/ή εκμετάλλευση του. (ε) αποζημιώσεις για ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις σε σχέση με το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο. (στ) αποζημιώσεις για παράβαση και/ή παράλειψη και/ή πλημμελή εκτέλεση καθήκοντος και/ή κατά παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος. (ζ) την έκδοση διατάγματος με το οποίο να τερματίζεται η συμφωνία απόκτησης των αξιογράφων και/ή να ακυρώνονται «τα αξιόγραφα και/ή ομόλογα και/ή δάνεια και/ή καταθετικά προϊόντα και/ή ιδιωτικά τραπεζικά προϊόντα (private banking products) και/ή αξιόγραφα κεφαλαίου και/ή άλλης φύσεως έγγραφα αξίας». Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, η εναγομένη 1 ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης που ασχολείτο με τραπεζικές και/ή χρηματοπιστωτικές και/ή άλλες συναφείς εργασίες. Κατά ή περί τον Ιούνιο 2011, ο ενάγοντας αγόρασε από την εναγόμενη 1, 111,012 αξιόγραφα αξίας €1.000.- έκαστο, συνολικής αξίας €111.012.-, το επιτόκιο των οποίων φερόταν να βρίσκεται σε ποσοστό 7%. Είναι η θέση του πως η εναγόμενη 1 δια των υπαλλήλων και/ή υπηρετών και/ή αντιπροσώπων της, τον ξεγέλασε και/ή τον παραπλάνησε με ψευδείς ή παραπλανητικές δηλώσεις και/ή τον εξώθησε με διάφορους τρόπους και μεθοδεύσεις να αγοράσει ή αποκτήσει τα αξιόγραφα. Ο ενάγοντας προβάλλει λεπτομέρειες των ενεργειών και/ή ψευδών παραστάσεων στις οποίες προέβησαν τα εν λόγω πρόσωπα. Συγκεκριμένα (ι) του παρουσίασαν ότι επρόκειτο για ένα νέο ελκυστικό και/ή αναβαθμισμένο καταθετικό σχέδιο διάρκειας πέντε χρόνων, το οποίο έφερε επιτόκιο 7%, (ιι) ότι επρόκειτο για μια ασφαλή και ιδανική κατάθεση καθώς το κεφάλαιο και η τοκοφορία ήταν απόλυτα εξασφαλισμένα, (ιιι) ότι μετά την πάροδο των πέντε

(5)χρόνων τα χρήματα που θα είχε καταθέσει θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν όπως αυτός επιθυμούσε και ότι εάν εχρειάζετο χρήματα πριν την πάροδο του εν λόγω χρόνου, θα του εχορηγείτο δάνειο ισόποσο με το ποσό που θα κατέθετε, με το ίδιο ή με χαμηλότερο επιτόκιο, με μοναδική εξασφάλιση τα αξιόγραφα. Ο ενάγοντας προέβη στην αγορά των αξιογράφων, επιδεικνύοντας πλήρη εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους ή αντιπροσώπους της εναγόμενης 1, οι οποίοι προέβησαν στις εν λόγω παραστάσεις και/ή διαβεβαιώσεις γνωρίζοντας ότι αυτές ήσαν ψευδείς και με πρόθεση καταδολίευσης ή εξαπάτησης του ενάγοντα τον οποίο κατέστησαν εν αγνοία του επενδυτή. Εκ των υστέρων ο ενάγοντας ανακάλυψε ότι τα αξιόγραφα δεν είχαν εξασφαλισμένο κεφάλαιο ούτε ορισμένη διάρκεια (μετά την λήξη της οποίας η εναγόμενη 1 ήταν υποχρεωμένη να αποδώσει το κεφάλαιο) αλλά αντίθετα είχαν αόριστη διάρκεια και η εναγόμενη 1 δεν είχε υποχρέωση αλλά μονομερές δικαίωμα εξαγοράς των υπό όρους που αυτή θα έθετε. Δεν είχαν εξασφαλισμένη τοκοφορία καθ' όλη την διάρκεια της σύμβασης, αφού η εναγόμενη 1 είχε το δικαίωμα και την απόλυτη ευχέρεια να μην καταβάλει στον ενάγοντα τόκους. Ήδη η εναγόμενη 1 περί τα μέσα του 2012 σταμάτησε την καταβολή των τόκων κατά παράβαση των συμφωνηθέντων. Αποτελούν πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών και/ή ιδιοτήτων τους. Ο ενάγοντας διατείνεται, μεταξύ άλλων, πως η εναγόμενη 1 πλούτισε αδικαιολόγητα σε βάρος του για το ποσό των €111.012.-. Η εναγόμενη 2 (εταιρεία ασχολούμενη επίσης με τραπεζικές ή χρηματοπιστωτικές εργασίες) ενάγεται ως το πρόσωπο που απέκτησε δυνάμει διατάγματος (ο περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co. Ltd, Κ.Δ.Π. 104/13) ημερομηνίας 29.3.2013, του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, περιουσιακά στοιχεία, τίτλους ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της εναγομένης
  1. Η εναγόμενη 3 ενάγεται ως το νομικό πρόσωπο οι αρμοδιότητες του οποίου περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την εποπτεία των τραπεζών, την διασφάλιση της σταθερότητας του χρηματοοικονομικού συστήματος, την εποπτεία της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών από τραπεζικά ιδρύματα. Ο εναγόμενος 4 ενάγεται «υπό την ιδιότητα του ως ο νομικός σύμβουλος του κράτους» ο οποίος ασκεί τις αρμοδιότητες που του δίδει το Σύνταγμα για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στους υπαλλήλους και/ή αξιωματούχους και/ή όργανα του κράτους αποδίδεται αμέλεια και/ή παράλειψη και/ή πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων τους. Ο ενάγοντας καταλογίζει στους εναγομένους 3 και 4 (μέσω των αρμοδίων υπουργείων και/ή οργάνων και/ή αρχών και/ή οργανισμών και/ή υπηρεσιών) ευθύνη, καθότι διατείνεται πως οι πράξεις και οι παραλείψεις της εναγομένης 1 έγιναν κάτω από την πλημμελή εποπτεία και έλεγχο και αμέλεια των εναγομένων 3 και 4, κατά την άσκηση της εποπτείας και/ή των άλλων νομίμων καθηκόντων τους. Συγκεκριμένα ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η εναγόμενη 1 και «τον δόλιο γενικά και/ή όπως περιγράφεται, τρόπο διάθεσης των αξιογράφων» εντούτοις επέτρεψαν ή αδιαφόρησαν ως προς την διάθεση από αυτήν των συγκεκριμένων «χρηματοοικονομικών μέσων» προς το κοινό και τoν ενάγοντα ειδικότερα. Δεν έλαβαν τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να ελέγξουν ή να διασφαλίσουν ότι οι μέθοδοι που εφάρμοζε η εναγόμενη 1 κατά την διάθεση των αξιογράφων, βρίσκονταν εντός των πλαισίων των σχετικών νόμων ή κανονισμών ή ήσαν σύμφωνες με τις οδηγίες των. Αδιαφόρησαν για τις δόλιες μεθόδους που μετήρχετο η εναγόμενη 1 παρόλο που τις γνώριζαν και/ή όφειλαν να τις γνωρίζουν επιτρέποντας της, μεταξύ άλλων, να ενεργεί ως σύμβουλος και/ή πωλητής επενδυτικών προϊόντων. Γενικά ενήργησαν «αμελώς και/ή κατά παράβαση των νομικών και/ή άλλων καθηκόντων τους ως εκ της θέσης και/ή αξιώματος και/ή λειτουργήματος που κατέχουν». Mε την υπό κρίση Αίτηση ο ενάγοντας-αιτητής αιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Επιδιώκονται διαγραφές ισχυρισμών, αντικαταστάσεις και προσθήκες νέων ισχυρισμών. Η Αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 θ.2, 4, 5, 7, 10 και 11, Δ.12, Δ.39, Δ.25 θ.1-5, Δ.48 θ.2-4 και 9, Δ.63 θ.2, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση της Λώριας Χατζηξενοφώντος, δικηγόρου στο γραφείο Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων του ενάγοντα, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Επεξηγεί πως προβαίνει η ίδια στον καταρτισμό της Ένορκης Δήλωσης, καθότι τα γεγονότα που υποστηρίζουν την Αίτηση είναι νομικής φύσεως και εκτός της σφαίρας γνώσης του ενάγοντα. Όπως αναφέρει η ομνύουσα, κατόπιν λεπτομερούς μελέτης της υπόθεσης το καλοκαίρι (προφανώς του 2015), για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης, αξιολόγησης των γεγονότων και επεξεργασίας του έντυπου υλικού που είχαν στην κατοχή τους οι δικηγόροι, καθώς και των νομικών ζητημάτων και ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης, κρίθηκε αναγκαίο να τροποποιηθεί η Έκθεση Απαίτησης ώστε να συμπεριληφθεί σ' αυτήν το πλήρες φάσμα των πραγματικών γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. Οι προσθήκες που επιδιώκονται να εισαχθούν, προσθέτει, είναι απόλυτα σχετικές με τα επίδικα θέματα, το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης αλλά «και τα λεπτά, πρωτότυπα και πρωτόγνωρα νομικά ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει και να κρίνει». Στην ουσία, αναφέρει, πρόκειται για την ευθύνη που έχει η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου αλλά και το κράτος, απέναντι στον ενάγοντα τόσο για τα γεγονότα που προηγήθηκαν της πώλησης των επίδικων αξιογράφων, αλλά και για αυτά που διαδραματίστηκαν από τον Μάρτιο του 2013 και μετά. Επιδιώκεται, συνεχίζει, να δικογραφηθούν αναλυτικά όλες οι ενέργειες και παραλείψεις της εναγομένης 1 ώστε να καταστεί δυνατόν να προσκομιστεί σχετική μαρτυρία κατά το στάδιο της ακρόασης με σκοπό να αποδειχθούν, μεταξύ άλλων, ο δόλιος σχεδιασμός, η τακτική προώθησης των επίδικων αξιογράφων και η εξαπάτηση τόσο του ευρύτερου κοινού όσο και του ενάγοντα ειδικότερα. Είναι η θέση της πως με αυτό τον τρόπο θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα και ο ενάγοντας θα μπορέσει να προωθήσει την υπόθεση του. Τέλος αναφέρει πως η Αίτηση γίνεται καλόπιστα, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν θα επιφέρει αδικία ή θα προκαλέσει ζημιά στους εναγόμενους που να μην μπορεί να αποκατασταθεί με έξοδα. Αντίθετα, καταλήγει, εάν δεν εγκριθούν οι αιτούμενες τροποποιήσεις, θα πληγούν σε μεγάλο βαθμό τα συμφέροντα του ενάγοντα ο οποίος δεν θα μπορέσει να προωθήσει πλήρως τις θέσεις και τις αξιώσεις του εναντίον όλων των υπεύθυνων εναγομένων για τις ζημιές που υπέστη. Το υπό κρίση αίτημα συνάντησε την ένσταση των εναγομένων 1, 3 και
  2. Η εναγόμενη 2 δεν έφερε Ένσταση στις αιτούμενες τροποποιήσεις και συγκατατέθηκε στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η εναγόμενη 1 καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας έντεκα
(11)λόγους Ένστασης. Προβάλλει πως τα γεγονότα και/ή οι ισχυρισμοί τα οποία επιδιώκει να εισαγάγει με την αιτούμενη τροποποίηση ο ενάγοντας, ήταν σε γνώση του προ της καταχώρησης της αγωγής και/ή θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν εγκαίρως και/ή από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Ότι έχει παρουσιαστεί υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης. Ότι κατ' ουσίαν επιχειρείται η εισαγωγή νέων αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της εναγομένης 1 και/ή η προσθήκη εντελώς νέων ισχυρισμών και θεμάτων με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σοβαρά και δυσμενώς η θέση της. Ότι οι ισχυρισμοί που επιθυμεί να προσθέσει ο ενάγοντας δεν είναι σχετικοί με το αντικείμενο της αγωγής και/ή η εκδίκαση τους δεν είναι πρόσφορη. Ότι οι σκοπούμενες να εισαχθούν θέσεις, σε συνδυασμό με το εύρος τους θα οδηγήσουν στον εκτροχιασμό της υπόθεσης. Την Ένσταση στηρίζει ένορκη δήλωση της Πωλίνας Κωνσταντίνου, δικηγόρου στο γραφείο Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της εναγομένης 1, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Είναι θέση της ομνύουσας ότι η τροποποίηση δεν θα πρέπει να επιτραπεί για τους λόγους που προβάλλονται στην Ένσταση. Σημειώνει πως το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη του την καθυστέρηση που σημειώθηκε στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης. Πως οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην υποστηρίζουσα την Αίτηση ένορκη δήλωση, είναι ανεπαρκείς, ασαφείς και οι επεξηγήσεις που δίνονται για την αναγκαιότητα της καταχώρησης της Αίτησης είναι «πενιχρές, ελλειπείς, γενικές και αόριστες». Περαιτέρω προβάλλει πως με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η «αναδόμηση» της αξίωσης του ενάγοντα-αιτητή και η προσθήκη εντελώς νέων ισχυρισμών και γεγονότων τα οποία όχι μόνο δεν είναι τυπικά αλλά αφορούν διάφορα θέματα με αποτέλεσμα να μεταβάλλεται σοβαρώς και δυσμενώς η θέση της καθ' ης η αίτηση 1. Η εναγόμενη 3 καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας δώδεκα
(12)συνολικά λόγους. Προβάλλει πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή αγώγιμων δικαιωμάτων εναντίον της για αστικά αδικήματα που παραγράφηκαν αφού αφορούν κατ' ισχυρισμόν πράξεις και/ή παραλείψεις της που έλαβαν χώραν από το 2006. Ότι κατ' ουσίαν επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της και όχι η τροποποίηση ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης. Ότι όσον αφορά την ίδια, η βάση της αγωγής στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης, είναι ουσιωδώς διαφορετική από τη βάση της απαίτησης που επιχειρείται να εισαχθεί. Ότι μέρος των αιτουμένων τροποποιήσεων αφορούν κατ' ισχυρισμόν πράξεις ή παραλείψεις της Αρχής Εξυγίανσης η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Ότι με αυτές (τις τροποποιήσεις) δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς αλλά αντίθετα δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται εξ' ολοκλήρου ο χαρακτήρας της αγωγής εναντίον της. Ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης επιβάλλει όπως τα «νέα αγώγιμα θέματα» που εγείρονται με την υπό κρίση Αίτηση, εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής. Ότι το σύνολο των γεγονότων και όλο το απαραίτητο υλικό το οποίο σκοπείται να εισαχθεί ήταν σε γνώση του ενάγοντα πριν την καταχώρηση της αίτησης και ότι αυτή καταχωρείται με μεγάλη καθυστέρηση. Τέλος προβάλλει πως τυχόν έγκριση της Αίτησης θα προκαλέσει στην ίδια αδικία. Την Ένσταση στηρίζει Ένορκη Δήλωση της Μαρίας Φράγκου, δικηγόρου στο γραφείο Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε., δικηγόρων της εναγομένης 3, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα αρνείται τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς στην υποστηρίζουσα την Αίτηση, Ένορκη Δήλωση. Αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους λόγους Ένστασης. Υποστηρίζει πως το σύνολο των γεγονότων που επιθυμεί να προσθέσει στην Έκθεση Απαίτησης του ο ενάγοντας, ήταν σε γνώση του πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Προς επίρρωση της θέσης αυτής επισυνάπτει αριθμό Εκθέσεων Απαιτήσεως σε αντίστοιχες αγωγές, στις οποίες εγείρονται πανομοιότυποι, κατά την ίδια, ισχυρισμοί με αυτούς που σκοπούνται να εισαχθούν εν προκειμένω. Προβάλλει πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς, αλλά αντίθετα δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και «μεταβάλλεται εξ' ολοκλήρου ο χαρακτήρας της παρούσας αγωγής, ειδικά εναντίον της Καθ' ης η αίτηση 3». Ο εναγόμενος 4, καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας δεκατέσσερεις
(14)συνολικά λόγους οι οποίοι στην πλειοψηφία τους είναι οι ίδιοι με τους λόγους Ένστασης της εναγόμενης 3. Διατείνεται πως ο ενάγοντας επιδιώκει να δημιουργήσει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του, πως σε σχέση με τον ίδιο δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ της βάσης της αγωγής στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης με αυτή που επιχειρείται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση, πως επιχειρείται να προστεθούν ή εισαχθούν αγώγιμα δικαιώματα εναντίον του για αστικά αδικήματα που έχουν παραγραφεί αφού αφορούν κατ' ισχυρισμόν πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώραν από το 2006 ή/και σε άλλο χρόνο που παραλείπεται όμως να προσδιοριστεί. Προβάλλει επίσης πως ο ενάγοντας επιδιώκει να ανασκευάσει τα κατ' ισχυρισμόν γεγονότα και να αλλάξει τους δικούς του ισχυρισμούς που περιέχονται στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης και να εκτροχιάσει την πορεία της υπόθεσης όπως έχει μέχρι σήμερα προσδιοριστεί. Και τέλος πως δεν έχει καταδειχθεί ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες για τον καθορισμό ή διαλεύκανση των πραγματικών αμφισβητούμενων θεμάτων. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση της Δέσποινας Κουρουσίδου, δικηγόρου στο γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα, δεόντως εξουσιοδοτημένης. Η ομνύουσα αναφέρεται στο ιστορικό της υπόθεσης από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης. Υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους Ένστασης και τέλος υποστηρίζει πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ του ενάγοντα και ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Όλες οι Ενστάσεις στηρίζονται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση, καθώς επίσης στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66
(1)/2012, όπως τροποποιήθηκε, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στη σχετική επί του θέματος νομολογία. Η Ένσταση της εναγόμενης 3 στηρίζεται περαιτέρω στον περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμο 66
(1)/97, όπως τροποποιήθηκε και στον περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμο 138
(1)/2002, όπως επίσης τροποποιήθηκε. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κάθε πλευρά υπεραμύνθηκε της θέσης της με αναφορά σε νομολογία. Η κα Στιβαρού εκ μέρους της εναγομένης 1 επανέλαβε τα όσα η πλευρά της εισηγήθηκε με την Ένσταση της. Σημείωσε πως το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη την σημειωθείσα καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και πως τα γεγονότα και οι ισχυρισμοί που επιθυμεί ο ενάγοντας να προσθέσει στην Έκθεση Απαίτησης, αποτελούν γεγονότα που «βρίσκονταν προ πολλού στη σφαίρα γνώσης του αιτητή και των δικηγόρων του» και ειδικότερα πολύ πριν την καταχώριση της αγωγής. Πως σε κάθε περίπτωση τα εν λόγω γεγονότα, «θα μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστούν και δικογραφηθούν είτε από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας είτε κατά το στάδιο καταχώρισης (8.9.2014) της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης». Η κα Στυβαρού εισηγήθηκε επίσης πως «τυχόν έγκριση των αιτουμένων τροποποιήσεων θα έχει ως αποτέλεσμα τον εκτροχιασμό των επιδίκων θεμάτων και γενικότερα τον εκτροχιασμό της υπόθεσης καθώς και την πρόκληση καθυστέρησης στην αποπεράτωση της δικαστικής διαδικασίας, θέτοντας την Καθ' ης η Αίτηση 1 σε δυσμενή θέση αφού θα πρέπει να αναπροσαρμόσει τις υπερασπιστικές της θέσεις και να αντικρούσει νέα ζητήματα και γεγονότα που εκφεύγουν των επιδίκων θεμάτων, πράγμα που δεν αποζημιώνεται με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα». Τις αγορεύσεις της κας Ραφτοπούλου εκ μέρους της εναγομένης 3 καθώς και της κας Τσιντίδου εκ μέρους του εναγομένου 4, θα τις σχολιάσω κατωτέρω. Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου με τη δέουσα σαφήνεια. (SABA & CO (T.M.P.) ν. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426, Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A.G. Leventis κ.ά.
(1993)1 ΑΑΔ 726). Κλασσική απόφαση που δείχνει την λεγόμενη τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934. Όπως χαρακτηριστικά είχε λεχθεί εκεί, αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Διευκρινίζοντας ή περιορίζοντας τη γενικότητα με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου (ανωτέρω) πως όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων, το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Ότι γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Για παράδειγμα, σε εκείνη την υπόθεση κρίθηκε πως ορθά απορρίφθηκε αίτημα τροποποίησης που υποβλήθηκε κατά την ημερομηνία ακρόασης, εφόσον κατά τη δικάσιμο που είχε οριστεί το 1988 είχε υποβληθεί αίτημα για αναβολή έτσι ώστε να γίνει διάβημα τροποποίησης, η υπόθεση ανεβλήθη παρά την ένσταση της άλλης πλευράς, με οδηγίες να υποβληθεί αίτηση τροποποίησης εντός δύο μηνών, αλλά αίτηση δεν υποβλήθηκε ούτε απασχόλησε ξανά το θέμα παρά μόνο όταν κατά το 1990 η υπόθεση επαναορίστηκε ξανά για ακρόαση. Η θεμελιακή αρχή την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας σ΄ αυτού του είδους τις αιτήσεις, τέθηκε με σαφήνεια στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ
  1. Στην υπόθεση αυτή καταχωρήθηκε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ούτως ώστε να συνάδει η Έκθεση Απαίτησης με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση τόνισε ότι εν πρώτοις δεν είναι νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου. Στη σελίδα 707 της απόφαση αναφέρονται χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις, είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Στην υπόθεση Geto Tracing Import - Export Ltd v. Το Πλοίο M/V Vladimir Vaslyayev, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 56/93, ημερ. 30.9.1993, λέχθηκε πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικής επίδικες διαφορές.» Ειδικότερα για το θέμα του παράγοντα χρόνου στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης θα παραθέσω όσα εύστοχα είχαν λεχθεί στην απόφαση στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co κ.α. (ανωτέρω). «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντα ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης.» Για το ίδιο θέμα της καθυστέρησης, σημαντική είναι και η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. N. Σιακόλα, Πολ. Έφεση 10341, ημερ. 19/1/
  2. Το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας. Ότι, δε, η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Αναφορικά με το θέμα της παροχής εξήγησης για την καθυστέρηση που διαπιστώνεται στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, και με αυτό ασχολήθηκε το Εφετείο στην υπόθεση (SABA & CO (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω). Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης, ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Από τα ανωτέρω προκύπτει πως ο παράγοντας «καθυστέρηση» εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο και βασικά σαν συνισταμένη τυχόν επηρεασμού των δικαιωμάτων του καθ΄ ου η αίτηση. Τούτων λεχθέντων επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση. Βασικός λόγος ένστασης τόσο της εναγομένης 1 όσο και των εναγομένων 3 και 4, είναι πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή εναντίον τους αγώγιμων δικαιωμάτων για αστικά αδικήματα που έχουν παραγραφεί αφού αφορούν «ισχυριζόμενες πράξεις και/ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα κατά/ή περί το 2006» ή «μεταξύ της περιόδου 2010 - 2013», ή «κατά και/ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011» ή «σε χρόνο άλλο που παραλείπεται όμως να προσδιοριστεί». Σχετικές είναι οι προτεινόμενες παραγράφοι 15Α, 15Β, 15Γ και 15Δ, καθώς και η αιτούμενη θεραπεία Θ1, στο Παρακλητικό της αξίωσης. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις στην παράγραφο 15Α, επιχειρείται να εισαχθεί ο ισχυρισμός πως η εναγόμενη 3, μεταξύ των ετών 2010 και 2013, επέδειξε βαριά αμέλεια κατά την εποπτεία της εναγόμενης 1 και έτσι συνήργησε με αυτή, την ανέχθηκε, την ενθάρρυνε άμεσα ή έμμεσα, την κάλυψε και την συγκάλυψε ώστε η εναγόμενη 1 να προβεί στις ενέργειες που περιγράφονται στα προτεινόμενα σημεία της παραγράφου
  3. Επιχειρείται επίσης να εισαχθεί ο ισχυρισμός (προτεινόμενη παράγραφος 15Β) ότι οι εν λόγω ενέργειες της εναγόμενης 1 ήταν το αποτέλεσμα κακής άσκησης εξουσίας σε δημόσια θέση (public misfeasance) των αρμοδίων αρχών και/ή οργάνων και/ή αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων της Δημοκρατίας η οποία εκπροσωπείται από τον εναγόμενο
  4. Στις προαναφερόμενες προτεινόμενες παραγράφους, παρατίθενται λεπτομέρειες των πράξεων και παραλείψεων που αποδίδονται στους εναγόμενους 3 και
  5. Για κάποιες από αυτές που αφορούν την εναγόμενη 3, προσδιορίζεται ως χρόνος διάπραξης «η περίοδος μεταξύ 2010-2013», για άλλες «κατά/ή περί το 2006», για άλλες «από το 2011 και/ή αρχές του 2012», για άλλες «κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2011» και για άλλες «τα τέλη του 2011 και/ή αρχές του 2012». Όπως έχει επιχειρηματολογήσει η κα Ραφτοπούλου εκ μέρους της εναγόμενης 3, όλες οι αναφορές σε αστικά αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε η εναγόμενη 3 πριν την 1.7.2012, δεν μπορούν να προστεθούν στο δικόγραφο του ενάγοντα, καθότι αυτά έχουν παραγραφεί. Επικαλέστηκε τις πρόνοιες του άρθρου 68 του Κεφ. 148 (Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος) και των άρθρων 24(ε), 28 και 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου Αρ. 66(Ι)/2012, όπως τροποποιήθηκε, για να εισηγηθεί πως για πράξεις και παραλείψεις που συνιστούν αστικά αδικήματα τα οποία επεσυνέβησαν πριν την έναρξη του Νόμου 66(Ι)/2012, δηλαδή πριν την 1.7.2012, ισχύ έχει το άρθρο 68 του Κεφ. 148, σύμφωνα με το οποίο, αγωγή για αστικό αδίκημα πρέπει να καταχωρείται εντός τριών
(3)ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία ηγέρθη η αγωγή. Πέραν τούτου, ήταν η θέση της πως η παράλειψη του ενάγοντα-αιτητή να συγκεκριμενοποιήσει τον ακριβή χρόνο στον οποίο διεπράχθησαν οι εν λόγω πράξεις και παραλείψεις δεν «παρέχει στο Δικαστήριο την δυνατότητα να είναι σε θέση να εξετάσει κατά πόσο οι αιτούμενες τροποποιήσεις παραβιάζουν τους κανόνες παραγραφής». Όσον αφορά τον λόγο ένστασης, πως με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται η «δημιουργία» αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της εναγομένης 3, η κα Ραφτοπούλου επικαλέστηκε την απόφαση στις υποθέσεις IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά., Π.Ε. 137-138/2013, ημερ. 20.3.2014 για να υποστηρίξει πως «η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ασκηθεί υπέρ του αιτητή σε αίτηση τροποποίησης όταν με αυτήν επιδιώκεται η δημιουργία βάσης αγωγής εναντίον των εναγομένων». Ανάλογη ήταν και η επιχειρηματολογία της κας Τσιντίδου εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Εισηγήθηκε πως η αγωγή δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου 4 οπότε η αιτούμενη τροποποίηση, τόνισε, στοχεύει στη «δημιουργία» αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του, που μόνο με νέα αγωγή μπορεί να προωθηθεί. Παρέπεμψε επίσης το Δικαστήριο στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. MARTIN COWARD κ.ά. (ανωτέρω). Ήταν και η δική της θέση πως τα αστικά αδικήματα που με τις αιτούμενες τροποποιήσεις καταλογίζονται στον εναγόμενο 4, έχουν παραγραφεί, αφού «οι πλείστες πράξεις ή παραλείψεις που επικαλείται ο ενάγοντας-αιτητής (από τις οποίες πηγάζουν τα κατ' ισχυρισμό αστικά αδικήματα) έλαβαν χώρα από το 2006 και/ή σε απροσδιόριστο χρόνο». Στην απουσία χρονικού προσδιορισμού τέλεσης του αδικήματος, είναι αδύνατο για το Δικαστήριο κατέληξε, να μπορεί να κρίνει κατά πόσο τίθεται θέμα παραγραφής ή όχι σε σχέση με τις εν λόγω πράξεις και/ή παραλείψεις και «πιθανόν να υπάρχει προς τούτο σκοπιμότητα από μέρους του ενάγοντα-αιτητή». Στον αντίποδα, η κα Ασσιώτου εκ μέρους του ενάγοντα, εισηγήθηκε στη δική της αγόρευση πως δεν είναι οι συγκεκριμένες πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων 3 και 4 που συνθέτουν την βάση της αγωγής, αλλά η ζημιά που απορρέει από αυτές τις πράξεις και παραλείψεις και ότι η περίπτωση ξεκάθαρα εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 68(γ) του Κεφ. 148. Τα επίδικα θέματα, τόνισε, στρέφονται γύρω από την πώληση των αξιογράφων και την ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας, η οποία είναι συνεχής και δεν προέκυψε μόνο όταν η εναγόμενη 1 σταμάτησε την καταβολή τόκων επί των αξιογράφων, αλλά συνεχίστηκε και μετά τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 με τον μηδενισμό της αξίας τους. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 προνοεί ότι: «Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί - (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια.» Σύμφωνα με τους περί της Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμους του 2012 έως 2014, άρθρο 29
(1)και Παράρτημα, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 1.7.2012, καταργείται το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Νόμου. Έχω διαβάσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο την υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης όσο και τις προτεινόμενες τροποποιήσεις. Η θέση των συνηγόρων του ενάγοντα με βρίσκει σύμφωνη. Τα επίδικα θέματα όπως προσδιορίζονται από την Έκθεση Απαίτησης, έχουν ως πυρήνα την ζημιά που ο ενάγοντας κατ' ισχυρισμόν υπέστη ως κάτοχος των συγκεκριμένων αξιογράφων. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται να εισαχθούν γεγονότα που κατ' ισχυρισμόν επεσυνέβησαν και τα οποία επέτρεψαν στην εναγόμενη 1 να δράσει με τον τρόπο που της αποδίδεται, καθώς επίσης και η εισαγωγή περαιτέρω ισχυρισμών σε σχέση με τον τρόπο δράσης της τελευταίας. Όσον αφορά τους εναγόμενους 3 και 4, επιχειρείται η διεύρυνση των κατ' ισχυρισμό πράξεων ή παραλείψεων τους οι οποίες επέτρεψαν στην εναγόμενη 1 να προβεί σε όσα της καταλογίζονται. Αυτό, κατά την κρίση μου, δεν μεταβάλλει τον ιστό της υπόθεσης του ενάγοντα και την βασική αιτία της αγωγής του τόσο όσον αφορά την εναγόμενη 1 αλλά και όσον αφορά τους εναγόμενους 3 και
  1. Δεν έχω διαπιστώσει να υπάρχει αλλαγή πλεύσης εκ μέρους του όσον αφορά την γραμμή που εξ' αρχής ακολούθησε σε σχέση με την υπόθεση του. Εξάλλου σκοπός είναι η διακρίβωση των πραγματικών ζητημάτων για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των μερών. Κυρίαρχο στοιχείο, όπως νομολογιακά έχει λεχθεί, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το ζήτημα της παραγραφής δεν είναι θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο. Είναι θέμα το οποίο θα εξεταστεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης ή σε άλλο χρόνο, εάν φυσικά εγερθεί από τους εναγόμενους στα δικόγραφα τους. Ούτε και οι θέσεις των εναγομένων 3 και 4 πως με τις αιτούμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον τους, με βρίσκει σύμφωνη. Όπως έχει προαναφερθεί, σ' αυτούς καταλογίζεται ευθύνη λόγω αμέλειας κατά την άσκηση των νομίμων καθηκόντων τους. Στους υπαλλήλους ή αξιωματούχους του κράτους αποδίδεται αμέλεια και πλημμελής άσκηση των καθηκόντων τους κατά την άσκηση της εποπτείας της εναγομένης
  2. Με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιδιώκεται η διεύρυνση των εν λόγω ισχυρισμών σε σχέση με τα επίδικα θέματα που ήδη βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά όχι ο επαναπροσδιορισμός τους, ούτε και παρακάμπτεται η βάση της αγωγής. Τα γεγονότα της υπόθεσης IKOS CIF LTD (ανωτέρω) την οποία επικαλέστηκαν οι συνήγοροι των εναγομένων 3 και 4 διαφοροποιούνται από τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Στην υπόθεση IKOS επιχειρήθηκε η δημιουργία βάσης αγωγής εναντίον εναγομένων οι οποίοι προστέθηκαν στον τίτλο της αγωγής, χωρίς όμως να υφίσταται οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον τους στην αρχική Έκθεση Απαίτησης. Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησης σε εκείνη την υπόθεση, αφορούσαν μόνο συγκεκριμένο εναγόμενο και δεν συνιστούσαν βάση απαίτησης εναντίον των υπολοίπων εναγομένων οι οποίοι προστέθηκαν αργότερα. Έχοντας τούτο ως πραγματικό υπόβαθρο, το Δικαστήριο απεφάσισε πως «υπό αυτές τις συνθήκες, τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος τροποποίησης θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής, κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ' ολοκλήρου το χαρακτήρα της». Εν προκειμένω στην υφιστάμενη Έκθεση Απαίτησης αποκαλύπτεται βάση αγωγής τόσο εναντίον της εναγομένης 1 όσο και εναντίον των εναγομένων 3 και
  3. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσον ο ενάγοντας- αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα να υποβάλει το αίτημα του. Νομολογιακά έχει λεχθεί πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Σε σχέση με τον παράγοντα αυτό, δίδονται, κατά την κρίση μου, σαφείς και επαρκείς εξηγήσεις στην υποστηρίζουσα την Αίτηση Ένορκη Δήλωση, για την χρονική στιγμή που κατέστη, σύμφωνα με την πλευρά του ενάγοντα αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Εξάλλου η υπόθεση δεν έχει αχθεί ακόμη σε ακρόαση και δεν βρίσκω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην εκδίκαση της εάν επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά. Ούτε έχω πεισθεί από την υπάρχουσα ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο ενάγοντας ενεργεί με κακή πίστη ή ότι, επαναλαμβάνω, θα δημιουργηθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί χρηματικά εάν εγκριθεί το αίτημα του. Η θέση των εναγομένων 1, 3 και 4 πως όλο το υλικό ήταν σε γνώση του ενάγοντα πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και γι' αυτό δεν πρέπει να επιτραπεί η τροποποίηση, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Η ενέργεια του ενάγοντα να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση, μπορεί να υποδηλοί αβλεψία, λάθος ή ακόμη και αμέλεια εκ μέρους του όχι όμως κακοπιστία. Κρίνω ότι θα πρέπει να δοθεί στην πλευρά του ενάγοντα το δικαίωμα να προβάλει τις θέσεις του ούτως ώστε να δοθεί στο Δικαστήριο η ευκαιρία να απονείμει δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων στοιχείων. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω και συνεκτιμώντας όλα τα στοιχεία της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις και ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της παραχώρησης διατάγματος τροποποίησης. Διά ταύτα επιτρέπεται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης ως η Αίτηση. Η τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 20 ημερών από την σύνταξη του Διατάγματος. Έκθεση Υπεράσπισης εκ μέρους των εναγομένων να καταχωρηθεί εντός των επόμενων 20 ημερών από της καταχώρησης της τροποποιημένης Έκθεσης Απαίτησης. Να ακολουθηθούν οι θεσμοί για τα περαιτέρω. Τα έξοδα της Αίτησης, καθώς επίσης και εκείνα που θα προκύψουν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα. Τα έξοδα να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν μετά το πέρας της δίκης. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης έκθεσης απαίτησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.