ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗ ν. ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΛΜΑ κ.α., Αρ. Αγωγής 34/2016, 17/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A275 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 34/2016 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΗ, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΛΜΑ, από τη Λευκωσία
- ΣΗΛΙΑΣ ΠΑΛΜΑ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ----------------------------- Aίτηση ημερομηνίας 22.1.2016 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 17 Ιουνίου, 2016 Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κα Τ. Πιριλλίδου για Ν. PIRILIDES & ASSOCIATES LLC Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Λουκά για Σωτήρη Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με Κλητήριο Ένταλμα, Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ.2 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ο ενάγοντα αξιώνει από τους εναγόμενους αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, την πληρωμή του ποσού των €343.900,00.- πλέον τόκους και έξοδα στη βάση γραμματίου συνήθους τύπου. Ο εναγόμενος 1 ενάγεται ως πρωτοφειλέτης ενώ η εναγόμενη 2 ως εγγυήτρια του. Σύμφωνα με ό,τι προβάλλεται στην Έκθεση Απαίτησης, την 19.1.2006 ο εναγόμενος 1 έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος, υπέγραψε και παρέδωσε στον ενάγοντα γραμμάτιο συνήθους τύπου για το ποσό των €343.900,00.- πληρωτέο στον ενάγοντα στη Λεμεσό την 22.12.2015, μαζί με τόκο προς 2.5% ετησίως επί του ποσού αυτού από 19.1.2006 μέχρι 22.10.2010 και με τόκο προς 3.5% ετησίως επί του ποσού αυτού και/ή του εκάστοτε υπολοίπου, από 23.12.2010 μέχρι πλήρους και τελείας εξόφλησης. Σε περίπτωση μη πληρωμής του οφειλομένου ποσού (περιλαμβανομένων των τόκων) κατά την δήλη ημέρα, ο εναγόμενος 1 ανέλαβε την πληρωμή όλων των δικηγορικών και συναφών εξόδων. Η εναγόμενη 2 μαζί με τον αποβιώσαντα σύζυγο της Κωνσταντίνο Πάλμα, την ίδια ημέρα εγγυήθηκαν αλληλεγγύως με τον εναγόμενο 1 την εξόφληση του γραμματίου και την πληρωμή προς τον ενάγοντα όλων των οφειλομένων ποσών. Οι εναγόμενοι 1 και 2 παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του ενάγοντα παρέλειψαν να εξοφλήσουν το γραμμάτιο και/ή να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι του οφειλομένου ποσού, είτε κατά τον χρόνο που τούτο κατέστη πληρωτέο ή σ' οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο. Με την υπό κρίση Αίτηση, ο ενάγοντας αιτείται την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον των εναγομένων ισχυριζόμενος την έλλειψη Υπεράσπισης εκ μέρους των. Η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.18 θ.1 και 9, στη Δ.48 θ.1, 2, 3 και 9 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ίδιου του ενάγοντα ο οποίος ομνύει ότι γνωρίζει πλήρως και «απευθείας» τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ότι έχει διαβάσει το Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, το περιεχόμενο του οποίου υιοθετεί. Όπως αναφέρει, το επίδικο γραμμάτιο συνήθους τύπου το οποίο και επισυνάπτει δεόντως χαρτοσημασμένο, υπογράφτηκε από τον εναγόμενο 1 και παραδόθηκε σ' αυτόν στη Λεμεσό στις 19.1.
- Το ποσό για το οποίο υπογράφτηκε το γραμμάτιο αντιπροσωπεύει μέρος του υπολοίπου του τιμήματος αγοράς σκάφους αναψυχής που η εταιρεία U.K. INVEST MARITIME LIMITED (οι πωλητές) της οποίας κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν διευθύνων σύμβουλος, πώλησε στον εναγόμενο 1, στη βάση συμφωνητικού εγγράφου της ίδιας ημερομηνίας. Το εν λόγω οφειλόμενο ποσό εκχωρήθηκε στον ίδιο από τους πωλητές. Η εναγόμενη 2 μαζί με τον αποβιώσαντα σύζυγο της Κωνσταντίνο Πάλμα, την ίδια ημέρα (19.1.2006) εγγυήθηκαν στη βάση γραπτής εγγύησης, αλληλέγγυα με τον εναγόμενο 1 την αποπληρωμή και εξόφληση του οφειλόμενου, δυνάμει του γραμματίου, ποσού. Η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους 1 και 2 την 13.1.2016 και οι τελευταίοι καταχώρησαν Εμφάνιση την 18.1.
- Οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εξοφλήσουν το οφειλόμενο ποσό κατά τον συμφωνηθέντα χρόνο ή να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτού και εξακολουθούν να οφείλουν όλα τα αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης, ποσά. Ο ενάγοντας αναφέρει πως οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία υπεράσπιση και ότι καταχώρησαν Εμφάνιση «μόνο και μόνο για σκοπούς καθυστέρησης, αποφυγής τίμησης των υποχρεώσεων τους και κωλυσιεργείας». Είναι τέλος η θέση του πως τηρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του και σε βάρος των εναγομένων. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους: «
- Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης, καθώς η σύμβαση, όπως και η παροχή για την συγκεκριμένη υπόθεση έγιναν εκτός δικαιοδοσίας αυτού, στον Πειραιά της Ελλάδος.
- Διαζευκτικά. Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας-Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής και κατά επέκταση της παρούσας αίτησης λόγω κωλύματος εξ' υποσχέσεως (promissory estoppel) και/ή εκ της συμπεριφοράς αυτού (estoppel by conduct). Η αγωγή είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, εκδικητική και κακόβουλη.
- Ο Ενάγοντας-Αιτητής δε εκθέτει όλα τα πραγματικά γεγονότα ενώ τα γνώριζε και/ή όφειλε να τα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν παρέχει τα απαραίτητα γεγονότα για τη θεμελίωση της Απαίτησης και/ή δεν αποκαλύπτουν όλα τα γεγονότα της υπόθεσης και συγκεκριμένα ότι έχει πληρωθεί μεγάλο μέρος του αιτούμενου ποσού.» Η Ένσταση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, θ.1-θ.6 και 9(α), Δ.48, θθ.1-9, στο Άρθρο 30 του «Κυπριακού» Συντάγματος, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ.149 Α.19, 24 και στο Μέρος ΧΙ, Άρθρο 2 και 7 Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος δηλώνει ότι γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα για τα οποία ορκίζεται. Αρνείται τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζεται τα εξής: Το επίδικο γραμμάτιο υπεγράφη στο γραφείο του κ. Χρήστου Βενετσανάκου στην τράπεζα "Proton" (όπως ονομαζόταν τότε) στην Αθήνα και αφορούσε την αγορά σκάφους με σημαία Μάλτας, το οποίο ήταν ελλιμενισμένο στην Μαρίνα Φλοίσβου. Το εν λόγω έγγραφο συνομολογήθηκε μαζί με σειρά άλλων εγγράφων τα οποία σχετίζονταν με την αγορά του σκάφους και αφορούσαν τόσο «χρηματοδότηση από την τράπεζα όπου εργαζόταν ο Βενετσανάκος όσο και μεθόδους πληρωμής μεταξύ των μερών». Κατά την συνομολόγηση του γραμματίου ο ίδιος ήταν μόνιμος κάτοικος Ελλάδος ενώ και οι μάρτυρες ήσαν Ελλαδίτες. Είναι η θέση του πως τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση καθότι το σκάφος βρισκόταν στην Ελλάδα και η παράδοση του θα γινόταν επίσης στην Ελλάδα. Ένεκα τούτου, αρμόδια καθ' ύλην δικαστήρια είναι τα Ελληνικά. Επικαλείται ως προς τούτο το άρθρο 7 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (Αρ. 1215/2012) ημερομηνίας 12 Δεκεμβρίου 2012, το οποίο αναφέρεται στην διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Σε απάντηση του ισχυρισμού του ενάγοντα πως κανένα ποσό δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα, διατείνεται πως στις 23 Ιανουαρίου 2006 καταβλήθηκε στον ενάγοντα ποσό 44.000,00.- ευρώ, από τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του, στον οποίον ήταν και ο ίδιος δικαιούχος. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα, αντίγραφο κατάστασης λογαριασμού όπου φαίνεται η «συγκεκριμένη κίνηση εκείνης της ημερομηνίας» καθώς και αντίγραφο του ημερολογίου του πατέρα του στο οποίο καταγράφεται η συγκεκριμένη πληρωμή. Με υπόβαθρο τα προαναφερθέντα, υποστηρίζει πως μεγάλο ποσό από αυτό που ο ενάγοντας απαιτεί, «του έχει πληρωθεί». Επιπρόσθετα αναφέρει πως ανατρέχοντας στα αρχεία και το ημερολόγιο του αποβιώσαντος πατέρα του ο οποίος πέραν του ότι ήταν εγγυητής του, χειριζόταν την υπόθεση εκ μέρους του και ήταν «μέρος» της συμφωνίας για την αγορά του σκάφους, εντόπισε σημειώσεις για επιπλέον πληρωμές στον ενάγοντα καθώς επίσης και προσχέδια γραμματίου (αντίγραφο προσχεδίου επισυνάπτει ως Τεκμήριο 4) τα οποία αναφέρονται σε διαφορετικά από τα αξιούμενα, ποσά. Τέλος διατείνεται πως έχει πολύ καλή Υπεράσπιση και το Δικαστήριο θα πρέπει να του επιτρέψει να ακουστεί, καθότι τούτο θα ήταν σε «αρμονία» με το άρθρο 30 του Συντάγματος και τις σχετικές αρχές της ΕΣΔΑ και προς το συμφέρον της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Την Ένσταση υποστηρίζει επίσης και Ένορκη Δήλωση του Χρήστου Βενετσανάκου από την Αθήνα ο οποίος όπως παραδέχεται, υπέγραψε ως μάρτυρας στο επίδικο γραμμάτιο. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του, το εν λόγω γραμμάτιο υπεγράφη στο γραφείο του στην τράπεζα "Proton" (όπως τότε ονομαζόταν) στην Αθήνα και αφορούσε την αγορά σκάφους με σημαία Μάλτας το οποίο ήταν ελλιμενισμένο στην Μαρίνα Φλοίσβου. Το εν λόγω έγγραφο, όπως σημειώνει, «συνομολογήθηκε μαζί με σειρά άλλων εγγράφων τα οποία σχετίζονταν με την αγορά του σκάφους και αφορούσαν τόσο χρηματοδότηση από την τράπεζα όπου εργαζόταν όσο και μεθόδους πληρωμής μεταξύ των μερών». Το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω είναι κατά πόσον τα Κυπριακά Δικαστήρια και ειδικότερα το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή και τούτο καθότι θέματα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου είναι πρωταρχικής και κύριας σημασίας και το Δικαστήριο έχει εξουσία αλλά και καθήκον να τα εξετάσει σ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας αυτά εγερθούν. Όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος, τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών Δικαστηρίων καθορίζονται στον Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Ο Νόμος αυτός είναι ο περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν.14/60), όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς. Η πολιτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου καθορίζεται στο άρθρο 22 του εν λόγω Νόμου. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του ίδιου Νόμου. Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο πως ο διάδικος ο οποίος καταφεύγει στη δικαιοσύνη για να ζητήσει την προστασία ή την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, έχει πρώτιστο καθήκον ορθής επιλογής του Δικαστηρίου που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς, σύμφωνα με ό,τι ορίζεται από τον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60(Ανδρέας Κουκούνης κ.α. ν. Γεώργιου Νικολάου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ.1766). Όπως λέχθηκε περαιτέρω στην εν λόγω υπόθεση η κατά τόπον αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αποτελεί προϋπόθεση έγκυρης ανάληψης δικαιοδοσίας που καθώς είναι αυτονόητο αφορά ζήτημα που άπτεται του κύρους της διαδικασίας. Είναι γι' αυτό τον λόγο που το θέμα μπορεί να εγερθεί σ' οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ακόμα και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Η δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων σε πολιτικές υποθέσεις τόσο καθ' ύλη όσο και κατά τόπο, καθορίζεται από τον περί Δικαστηρίων Νόμο. Σχετικό, ως προς την κατά τόπο δικαιοδοσία, είναι το άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο προνοεί τα εξής: «21.-
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη̇ (β) ο εναγόμενος ή οιοσδήποτε των εναγομένων, κατά τον χρόνον της εγέρσεως της αγωγής, διαμένη ή διεξάγη επάγγελμα εντός της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη̇ (γ) ........................... (δ) ..........................» Ο όρος «βάσις της αγωγής» ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του ίδιου Νόμου (Ν.14/60). Σύμφωνα με ό,τι ορίζεται: «"βάσις της αγωγής" περιλαμβάνει το σύνολον των γεγονότων των θεμελιούντων το αγώγιμον δικαίωμα, περί ου η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ολόκληρον την βάσιν της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει προκύψει εντός της δικαιοδοσίας εάν η σύμβασις συνήφθη εντός αυτής, καίτοι η διάρρηξις δυνατόν να επήλθεν αλλαχού, και επίσης εάν η διάρρηξις επήλθεν εντός της δικαιοδοσίας, καίτοι η σύμβασις δυνατόν να συνήφθη αλλαχού.» Η απόφαση ως προς την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας είναι το αποτέλεσμα της αντιπαραβολής των επιδίκων θεμάτων προς τις σχετικές νομοθετικές πρόνοιες. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται δικονομικά με τις γραπτές προτάσεις και είναι τα γεγονότα εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης τα οποίας είναι η Έκθεση Απαίτησης (SEVEGEP LTD v. United Sea Transport Ltd και άλλος
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 729, SARTAS IMPORTERS - DISTRIBUTORS LTD v. Ανδρέα Μαρούλη
(2003)1 Α.Α.Δ.1446). Έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, η απάντηση στο ερώτημα που εγείρεται θα αναζητηθεί στην Έκθεση Απαίτησης. Το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα κριθεί στη βάση των ισχυρισμών των εναγόντων όπως προβάλλονται στην Έκθεση Απαίτησης οι οποίοι και τους δεσμεύουν (Μιχαήλ Μούρτζινος ν. GLOBAL CRUISES S.A.
(1992)1 A.A.Δ.1160). Στην Έκθεση Απαίτησης αναφέρεται ρητά πως ο ενάγοντας τόσο κατά τον ουσιώδη χρόνο αλλά και μέχρι σήμερα είναι μόνιμος κάτοικος Λεμεσού ενώ οι εναγόμενοι κατά τον ίδιο χρόνο ήσαν και συνεχίζουν να είναι μόνιμοι κάτοικοι Λευκωσίας. Βάση της αγωγής όπως καταδεικνύεται στην Έκθεση Απαίτησης δεν είναι η συμφωνία πώλησης του ελλιμενισμένου στην Μαρίνα Φλοίσβου σκάφους αλλά η παράλειψη εξόφλησης του επίδικου γραμματίου, την υπογραφή του οποίου ο εναγόμενος παραδέχεται. Στο εν λόγω γραμμάτιο δεν αναφέρεται ο τόπος καταβολής της οφειλής αλλά προσδιορίζεται ότι ο εναγόμενος είναι από την Λευκωσία ενώ ο ενάγοντας από την Λεμεσό. Είναι νομολογημένο ότι όπου δεν καθορίζεται ο τόπος καταβολής της οφειλής, ο χρεώστης είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει τον δανειστή του και να τον πληρώσει είτε στον τόπο της εργασίας του είτε στον τόπο της διαμονής (κατοικίας) του. (Βλ. Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1996)1 C.L.R.203). Σε περίπτωση δε μη αποπληρωμής, ο εν λόγω τόπος είναι αυτός στον οποίο εκδηλώνεται η διάρρηξη (σε σχέση με την βάση της αγωγής) και είναι αυτός που προσδιορίζει την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των προβαλλόμενων στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμών Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ.18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ.18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ.18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο ενάγων δεν ικανοποίησε πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσο ο εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί δεν εξετάζεται. Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1(α) υπάρχουν τρείς προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου.
(1)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6
(2)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
(3)Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchoudi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130). Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265, CYEMS CO Ltd v. The Central Co-Operative Co. Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 879, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ΄΄Νέστωρος
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτου Ανδρέου κ.α., 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 40 και Χριστάκης Αυγουστή κ.α. ν. Γεώργιου Πίριλλου, 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 5). Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους, στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το Κλητήριο Ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6 και οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 27.6.
- Κατά συνέπεια, ικανοποιούμαι ότι η αίτηση πληροί τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις. Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία της λήψης συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός της χαρακτήρας (Ανδρέας Θεμιστοκλέους &Υιοί Λτδ ν. Arizona Trading Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 9728/22.10.1997, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 9670, ημερ, 10.7.
- Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ1.α της Δ.
- Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1970 στην σελ. 124, παράγραφος 14, 2 - 5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Διαταγής 14: «The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: "the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £..../for and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action". H ορθή πρακτική όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική, επιβεβαιώνεται και από την νομολογία στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω). Όσον αφορά την καταλληλότητα του προσώπου που καταθέτει ενόρκως σε σχέση με τα γεγονότα, το ζήτημα πραγματεύεται η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) η οποία αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Αναγνωρίζεται επίσης, στην ίδια υπόθεση, ότι στην περίπτωση που ο ενάγων - αιτητής είναι εταιρεία κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Σύμφωνα όμως με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Επιπλέον στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία και στη θέση της ορκίζεται ο Αλέξης Τέκκης, υπάλληλος της και δεόντως εξουσιοδοτημένος, ο οποίος διαλαλεί ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Προκύπτει από τα λεχθέντα του ομνύοντα (στην ένορκη του δήλωση) πως είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής. Με βάση τα όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα, έχω ικανοποιηθεί ότι η αίτηση πληροί και τις τρείς πιο πάνω προϋποθέσεις. Συνεπώς οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ή να αποκαλύψουν ή παραθέσουν τέτοια γεγονότα ή ισχυρισμούς που συνιστούν καλή υπεράσπιση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ. 239, στις σελ. 243 - 244, αναφέρεται ότι: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο της συνοδεύουσας την Ένσταση ένορκης δήλωσης του Μάριου - Χριστοφόρου Καραγιαννά, από το οποίο θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον οι εναγόμενοι με ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν. Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατόν να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπισθεί την υπόθεση έστω και εάν η υπεράσπιση αυτή μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε «τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co
(1901)85 LB 262 και Krapp-Fisher v Grish
(1963)2 All E.R. 500). Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και εφόσον το βάρος μετατοπισθεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί [Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω)]. Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει Υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους:
(1)Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του για να τα εξετάσει με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια, και
(2)Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στην νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ.18 θ.1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου. Στην προκειμένη περίπτωση ο Μάριος Χριστόφορος Καραγιαννάς στην ένορκη του δήλωση αναπτύσσει κατ΄ αρχήν καταχρηστικά επιχειρηματολογία (αναφέρει ότι με την Υπεράσπιση των εναγομένων θα εγερθούν πολύπλοκα νομικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου), μορφή λόγου ασυμβίβαστη με το αναμενόμενο περιεχόμενο μιας ένορκης δήλωσης που θα πρέπει να περιορίζεται σε γεγονότα, σύμφωνα με την Δ.39 θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και την Δ.48, θ. 4 η οποία προνοεί πως οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση και τα οποία δεν είναι εμφανή από τον φάκελο της υπόθεσης θα αναφέρονται σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την Ειδοποίηση Ένστασης. Επί της ουσίας της υπόθεσης ο μοναδικός ουσιαστικός ισχυρισμός του ομνύοντα είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η εναγομένη εταιρεία όπως επίσης και η εταιρεία Χριστόφορος Καραγιαννάς &Υιός Λτδ, παρήγγειλε οποιαδήποτε εμπορεύματα από τους ενάγοντες. Ο ομνύων πέραν του ότι αντιφατικά ισχυρίζεται από την μία ότι η εναγομένη εταιρεία είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και από την άλλη ότι ουδέποτε είχε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες, ως προς το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του δεν παραθέτει, ενώ όφειλε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ή λεπτομέρειες τα οποία να επιβεβαιώνουν την θέση του, αφήνοντας έτσι τον ισχυρισμό του ατεκμηρίωτο και συνακόλουθα μετέωρο. Είναι έκδηλο από τα πιο πάνω ότι με τα όσα τέθηκαν από πλευράς εναγομένων, δεν παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες υπεράσπισης. Η αναφορά του κ. Καραγιαννά περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης, μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση. Σύμφωνα με την νομολογία, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να εξειδικεύεται με την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι λογικά τα γεγονότα εγείρουν την υπεράσπιση την οποία ο εναγόμενος επικαλείται. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν κάμει οι εναγόμενοι. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κ. Καραγιαννά ότι το όνομα της εναγομένης εταιρείας είναι λανθασμένο, θα ήθελα να πω τα εξής. Είναι σαφές ότι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ενάγει και ενάγεται με το εν χρήσει όνομα της, το οποίο είναι νόμιμα εγγεγραμμένο και το οποίο μπορεί να αλλαχθεί τηρουμένων των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Φυσικά σε κάθε ουσιώδη χρόνο η εταιρεία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί πέραν του ενός ονόματα, προφανώς και σε δικαστική διαδικασία. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι μια λανθασμένη επωνυμία δεν πρέπει να επηρεάζει την ουσιαστική απόφαση του Δικαστηρίου στα θέματα που εγείρονται ενώπιον του, γι΄ αυτό και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να διορθώνει λανθασμένες αναγραφές ονομάτων, εξουσία η οποία ασκείται να διορθώνει λανθασμένες αναγραφές ονομάτων, εξουσία η οποία ασκείται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην υπόθεση Williams & Glyn's Bank Ltd v. The Ship "Maria"
(1993)1 ΑΑΔ 106, υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Nittan v. Solent Steel
(1981)1 L1. L.R. 633, όπου ο Λόρδος o Denning είπε, σε σχέση με την έμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διορθώνει λανθασμένα ονόματα, τα εξής: "In this court we are very used to dealing with misnomers. We do not allow people to take advantage of a misnomer when everyone know what was intended." Εν προκειμένω όμως οι εναγόμενοι καταχώρησαν Εμφάνιση και ανέγραψαν στο Σημείωμα Εμφάνισης ότι υπερασπίζονται την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία η οποία αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής. Με την λανθασμένη επωνυμία, όπως οι ίδιοι φυσικά διατείνονται. Θα μπορούσαν οι εναγόμενοι αντί να καταχωρήσουν Εμφάνιση, να λάβουν άλλα μέτρα εάν πίστευαν ότι ήταν τόσο ουσιαστικό το γεγονός ότι το όνομα της εναγομένης εταιρείας, όπως αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής, είναι λανθασμένο. Με βάση τα όσα ανέφερα μέχρι τώρα κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία και την ασκώ υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως η απαίτηση. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο