← Κύπρος

Χρύση Σωφρωνίου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κρασοχωρίων, Γεν. Αίτηση: 796/13, 22/6/2016

Χρύση Σωφρωνίου ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κρασοχωρίων, Γεν. Αίτηση: 796/13, 22/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A280 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Φυλακτού, Ε.Δ. Γεν. Αίτηση: 796/13 Επί της αφορώσι τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμον 22/85 άρθρο 52 Μεταξύ: Χρύση Σωφρωνίου από την Πάχνα Εφεσείοντα / Αιτητή Και Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κρασοχωρίων Εφεσίβλητων / Καθ΄ ων η Αίτηση --------------- Ημερομηνία: 22/6/2016 Ο Εφεσίοντας - Αιτητής: εμφανίζεται προσωπικά Εφεσίβλητους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Ιωάννου Κίτσιος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση Αίτηση - Έφεση, ο εφεσείων ζητά από το Δικαστήριο την ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης ως επίσης και αναστολή της εγγραφής και εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης μέχρι αποπεράτωση της υπό εξέταση αίτησης. Προέβαλε συνολικά 8 λόγους ένστασης και χωρίς το Δικαστήριο να επαναλαμβάνει αυτολεξεί τους λόγους έφεσης, ο εφεσείων προβάλει ότι η διαιτητική απόφαση είναι λανθασμένη, αναιτιολόγητη, αόριστη, ότι δεν τηρήθηκε η ορθή διαδικασία, ότι ο διαιτητής δεν αξιολόγησε και ούτε ανέλυσε ορθά τις θέσεις τους εφεσείοντα προβάλλοντας ταυτόχρονα και ζήτημα λανθασμένης διαδικασίας κατά την διαιτητική διαδικασία και ότι υπήρχε πλάνη ως προς τα γεγονότα και το νομικό υπόβαθρο και εν κατακλείδι ο εφεσείων προβάλλει ζήτημα μη δίκαιης δίκης και ότι η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε καθ΄ υπέρβαση και σε κατάχρηση των εξουσιών που παρέχονται στο διαιτητή με βάση την επικείμενη νομοθεσία. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης - Έφεσης αποτέλεσαν τα Άρθρα 2, 21,23,52 και 53 του Ν.22/85, στους Θεσμούς των Συνεργατικών Εταιρειών Θ.58, 59,61,78,79,81 και 90, στα Άρθρα 19, 20

(2)και 30 του Κεφ.4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ1,2 και 3, στο Άρθρο 30 του Συντάγματος, στα Άρθρα 15, 16,19 και 20 του Κεφ. 149, οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και το δίκαιο της επιείκειας. Μαρτυρικό υπόβαθρο της Αίτησης - Έφεσης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του ιδίου του Αιτητή - Εφεσίοντα. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι του επιδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, κάνει μια αναδρομή αναφορικά με την σύμβαση δανείου που συνήψε με τους Καθ΄ ων η αίτηση ως πρωτοφειλέτης και με προσωπική εγγύηση διάφορους συγγενείς του. Ακολούθως αναφέρει ότι μετά από πιέσεις και απειλές των Καθ΄ ων η αίτηση προς τους εγγυητές του και για να μην δημιουργηθούν παρεξηγήσεις ανάμεσα στον ίδιο και στους συγγενείς του, σύναψε ενυπόθηκε δάνειο με τους Καθ΄ων η αίτηση με απαλλαγή των εγγυητών του και το οποίο ήταν υπέρογκο και πιο συγκεκριμένα το επίδικο δάνειο συνάφθηκε στις 21.7.10 για το ποσό των €65.000 αντί του ποσού των Λ.Κ.10.000 που σύνηψε αρχικά το έτος 2001. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι ενόψει των απειλών δεν είχε άλλη επιλογή από του να υπέγραφε το ενυπόθηκο δάνειο για να μην στραφούν εναντίον των εγγυητών του χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του έρμαιο στα χέρια των δανειστών και νιώθοντας κατάφορα αδικημένος ενόψει του ότι το δάνειο του τετραπλασιάστηκε εν μια νυκτί ως χαρακτηριστικά ανέφερε. Μετά από νομική συμβουλή που έλαβε η σύμβαση δανείου είναι ακυρώσιμη λόγω ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού. Λίγες μέρες μετά την έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας επικοινώνησε μαζί του εκπρόσωπος των εφεσιβλήτων και ο ενόρκως δηλών ανέφερε σε αυτόν για πολλοστή φορά ότι δεν είναι διατεθειμένος να πληρώσει ένα χρέος το οποίο έχει τετραπλασιαστεί λόγω τόκων και πιθανόν παράνομου ανατοκισμού, ζητήματα τα οποία έθεσε στον διαιτητή και ο οποίος δεν τα έλαβε υπόψη του και γενικά ο ενόρκως δηλών υιοθετεί σε κατοπινό στάδιο τους λόγους έφεσης του θέτοντας ζήτημα ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει τις θέσεις του, ότι δεν έχει γίνει ρητή αναφορά στην αποδοχή του χρέους εκ μέρους του όπως αναγράφεται στην διαιτητική απόφαση αναφέροντας επίσης ότι η επίδικη διαιτητική απόφαση είναι γενική και γενικά επαναλαμβάνει εκ νέου τους λόγους ένστασης του. Εν κατακλείδι ο ενόρκως δηλών θέτει ζήτημα μεροληπτικής στάσης του διαιτητή ο οποίος εκτελεί χρέη «οιωνεί» δικαστή και ότι με την στάση του ο διαιτητής στέρησε από τον ενόρκως δηλών από το να έχει μια δίκαιη δίκη και από το να προβάλει τις θέσεις του επαρκώς. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με νομικό υπόβαθρο τα άρθρα 2, 52
(2)(β) και
(4)του Ν.22/85, τα άρθρα 2, 9 , 13, 20, 21, 26 και 30 του Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-4, 7, 8 και 9, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών άρθρα 100
(1)και
(2), στην συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν αρχικά τρεις προδικαστικές ενστάσεις θέτοντας ζήτημα παράτυπης έναρξης της παρούσας διαδικασίας με βάση το άρθρο 100
(1)
(2)των σχετικών Κανονισμών και ότι ο διαιτητής θα έπρεπε να είναι διάδικο μέρος αφού του καταλογίζεται κακή συμπεριφορά του Αιτητή. Ακολούθως προβάλλουν συνολικά 8 λόγους ένστασης οι οποίοι άπτονται και σχετίζονται με το νομότυπο της διαιτητικής διαδικασίας που ακολουθήθηκε και γενικά ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την εγκυρότητα και ορθότητα της διαιτητικής διαδικασίας και απόφασης, ότι δεν προβάλλεται κάποιος λόγος που να δικαιολογεί την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Ακολούθως προβάλλουν ζήτημα κακοπιστίας της παρούσας αίτησης προβάλλοντας θέσεις που δεν ήγειρε ενώπιον του διαιτητή ενώ είχε την ευκαιρία να τους προβάλει και εν κατακλείδι αναφέρουν ότι είναι αστήριχτη η αναφορά του εφεσίοντα ότι δεν τηρήθηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Αλεξάνδρου διευθυντή των Καθ΄ ων η αίτηση ο οποίος κάνει αναφορά στην πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ως επίσης κάνει αναφορά στα καθήκοντα που εκτελεί στην υπηρεσία των καθ΄ ων η αίτηση. Ακολούθως αναφέρει ότι στα πλαίσια της διαδικασίας διαιτησίας στις 27.5.13 που αφορούσε τους διάδικους έλαβε μέρος μαζί με την συνάδελφο του Μύρια Συμεού και που αφορούσε το ποσό των €70.802,10 που προερχόταν από το επίδικο ενυπόθηκο δάνειο. Κατά της διεξαγωγής διαδικασίας διαιτησίας ενώπιον του διαιτητή κ. Κώστα Χρυσάνθου ειδοποιήθηκε και παρέστη και ο εφεσείοντας ο οποιος κατά την εμφάνιση του ενώπιον του διαιτητή ενώ έκανε κάποιο σχόλιο για το θέμα των τόκων δεν αμφισβήτησε το χρέος του το οποιο αποδέχθηκε και ζήτησε χρόνο 3 μηνών για να το διευθετήσει λόγω προβλημάτων υγείας τα οποία είχε όπως ανέφερε και σε καμία περίπτωση δεν αμφισβήτησε το χρέος του. Κατόπιν τούτου αφού παρουσιάστηκαν και τα σχετικά έγγραφα εκ μέρους του ενόρκως δηλούντα ο διαιτητής ανακοίνωσε την απόφαση του προς τον εφεσείοντα και ακολούθως ο ενόρκως δηλών υπεραμύνεται της εγκυρότητας και ορθότητας της διαιτητικής διαδικασίας και υιοθετεί τους λόγους ένστασης του. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ- ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Ο εφεσείων-αιτητής με την αγόρευση προβάλλει γεγονότα τα οποία δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση έφεση και σίγουρα δεν δύνανται να έχουν οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και πιο συγκεκριμένα τα όσα αναφέρει ο εφεσείων για την παρουσία δικηγόρου στην διαιτητική διαδικασία, την συζήτηση που έγινα αναφορικά με το επίδικο χρέος και την προβαλλόμενη βλάβη στο σύστημα και δεν μπορούσαν να τυπωθούν οι σχετικές καταστάσεις, η αναβολή της συνεδρίας και την εξαπάτηση του με την έκδοση της απόφασης. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο όπως στο παρόν στάδιο εξετάσει αρχικά τις προδικαστικές ενστάσεις που προβλήθηκαν από πλευράς εφεσιβλήτων- καθ΄ων η αίτηση, διότι η επιτυχή κατάληξη αυτών, εκθεμελιώνει την υπό εξέταση υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τις προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες είναι αλληλένδετες μεταξύ τους και κρίνει ότι αυτές είναι νόμω βάσιμες. Συγκεκριμένα, υπάρχει συγκεκριμένος τρόπος, αλλά και τύπος που δύναται να υποβληθεί έφεση εναντίον διαιτητικής απόφασης και πιο συγκεκριμένα με βάση το άρθρο 101
(2)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών Κεφ. 198 και προνοείται ως ακολούθως: ΄΄An appeal against an award of the arbitrator or arbitrator under the provisions of section 53
(3)of the Law shall be made by notice of appeal in the form set out in the Second Appendix hereto (υπογράμμιση του Δικαστηρίου) filed with the Registrar together with a copy of the award appealed against within twenty-one days from the date of such award and delivered to any party affected by the appeal within the same period΄΄ Στην προκειμένη περίπτωση, δεν ακολουθήθηκε αυτή η διαδικασία, διότι το κείμενο και γενικά ο τύπος της έφεσης ως αυτή έχει καταχωρηθεί, δεν έχει τον τύπο και το λεκτικό που προνοείται από τον εν λόγω κανονισμό και που ο συγκεκριμένος τύπος είναι σαφής και ξεκάθαρος και δεν συνάδει με το έντυπο που χρησιμοποίησε ο εφεσείων. Ως προς την προβαλλόμενη προδικαστική ένσταση ότι δεν έχει επισυναφθεί στην έφεση η απόφαση του Διαιτητή, το Δικαστήριο διακρίνει ότι έχει ενώπιον του δύο έντυπα μεν και με διαφορετικό λεκτικό, της ίδιας ημερομηνίας δε, ήτοι 27/5/2013 και με το ίδιο τελικό αποτέλεσμα, ήτοι την έκδοση απόφασης για το ποσό των €70,802,11 πλέον τόκο προς 9.50% από 27/5/2013 με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές τον χρόνο, ως επίσης γνωστοποιόταν στον εφεσείονταα το δικαίωμα του να υποβάλει έφεση εντός 21 ημερών. Στο σύγγραμμα Halsbury's Lawsof England, 3η έκδοση, Τόμος 2, σελ. 42, παρ. 96 δίνεται περιγραφή μιας απαιτούμενης διαιτητικής απόφασης όπου αναφέρεται: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpire thinks fit provided its meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». Συνεπώς, όποιαδήποτε περαιτέρω ενασχόληση με αυτό το θέμα είναι πλέον περιττή, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενώπιον του Διαιτητική απόφαση. Επίσης, βάσιμη είναι και η προδικαστική ένσταση, με βάση την οποία ο Διαιτητής, δεν κλήθηκε να λάβει μέρος στην παρούσα διαδικασία και ότι είναι απαραίτητη η εμφάνιση του. Στην υπόθεση Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδκαι των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας Αίτηση 2289/2013 ημερ. 11/2/2015, ο Α.Ε.Δ. κ. Γιαπανάς, αναφέρει τα ακόλουθα: ΄΄Στον Russell εξηγείται ότι παρόλο που παλαιότερα επικρατούσε η άποψη ότι η ΄Εφεση δεν επιδίδεται στο διαιτητή, η σύγχρονη αντίληψη είναι όταν ο αιτητής επικαλείται κακή συμπεριφορά του διαιτητή (misconduct) είτε επί τεχνικών θεμάτων είτε επί πραγματικών γεγονότων, η αίτηση θα πρέπει να επιδίδεται στο διαιτητή. Και ο διαιτητής σε τέτοια περίπτωση έχει το δικαίωμα είτε να έχει πλήρη παρουσία στη διαδικασία, ή να καταχωρήσει ένορκη δήλωση και να θέσει εκείνα τα γεγονότα τα οποία κρίνει ότι μπορούν να βοηθήσουν το δικαστήριο, είτε βεβαίως να μην πάρει κανένα μέτρο, θεωρούμενος ότι δεν προτίθεται να κάμει τίποτε περισσότερο παρά να αποδεχθεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Η σύγχρονη αυτή αντίληψη εδράζεται στο γεγονός ότι σε κανένα του οποίου η συμπεριφορά τίθεται κάτω από κριτική, ως θέμα φυσικής δικαιοσύνης, δεν θα του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει ή να εξηγήσει. Σχετικός είναι και ο Κανονισμός 101
(2)που προνοεί επίδοση της αίτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, και σε κάθε περίπτωση ο διαιτητής δεν μπορεί να εξαιρεθεί από τα επηρεαζόμενα πρόσωπα΄΄. Επίσης στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ΛΤΔ -ν - DYNACON LIMITED 1998 1 A.A.Δ. σελ. 1978, λέχθηκε ότι: ΄΄Το δικαίωμα του διαιτητή να ακούεται, οποτεδήποτε του προσάπτεται μομφή για απρεπή διαγωγή, συνιστά, όπως σημειώνεται στο Russell, (ανωτέρω), απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης΄΄. Από την στιγμή λοιπόν που ο εφεσείων καταλογίζει μεροληπτική στάση προς το πρόσωπο του Διαιτητή, ήτοι ότι έλαβε υπ΄ όψην του μονοδιάστατα και μονόπλευρα τα γεγονότα όπως του παρουσίασαν οι εφεσίβλητοι, χωρίς να τον λάβει υπ΄ όψει ότι πεντάκις του ανέφερε ότι αμφισβητεί το χρέος του, θα έπρεπε να τον καταστήσει ενδιαφερόμενο μέρος, διότι του καταλογίζει μεροληπτική στάση. Αν και με την πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου ουσιαστικά κρίνεται και η τύχη της υπό εξέταση έφεσης, εν τούτοις για σκοπούς πληρότητας, θα εξεταστεί και η ουσία της έφεσης και γενικά οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο εφεσείων, με εξαίρεση βεβαίως αυτών που προβάλλονται στην αγόρευση του και που δεν καλύπτονται ενόρκως από τον ίδιο. Ο εφεσείων, παραπονείται ότι το χρέος του έχει ΄΄τετραπλασιαστεί εν μια νυκτί΄΄ ως χαρακτηριστικά ανέφερε, αμφισβητώντας ευθέως το ύψος του οφειλόμενου χρέους, ως επίσης αναφέρει ότι εξαναγκάστηκε να υπογράψει το επίδικο ενυπόθηκο δάνειο, διότι στο αρχικό δάνειο υπήρχαν εγγυητές του ιδίου συγγενικά του πρόσωπα , τα οποία απειλούνταν από τους εφεσίβλητους. Αυτή η αναφορά του εφεσείοντα δεν δύναται να έχει κάποια επιτυχή κατάληξη. Πέραν της γενικότητας του εν λόγω ισχυρισμού, ήτοι δεν αναφέρονται συγκεκριμένες απειλές και σε ποιούς και πιο ήταν το περιεχόμενο των απειλών, η αναφορά του εφεσείοντα ότι το ποσό που έχει υπογράψει είναι υπέρογκο, έχοντας υπ΄ όψη το αρχικό ποσό του πρώτου δανείου, επίσης χαρακτηρίζεται από μια γενικότητα και ασάφεια, διότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του εκείνο το σαφές, λεπτομερές και στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο που να καταδεικνύει και να αποδεικνύει τους ισχυρισμούς του, ήτοι με παραπομπή σε συγκεκριμένα ποσά και τόκους σε όλη την διάρκεια του δανείου και περαιτέρω το Δικαστήριο, δεν δύναται να στηριχθεί στην θέση του εφεσείοντα περί πιθανού παράνομου ανατοκισμού, λόγω ακριβώς της αδυναμίας εξαγωγής ασφαλών ευρημάτων και συμπερασμάτων στην βάση των πιθανοτήτων και μάλιστα με τέτοια απλή, γενική και ασαφή τοποθέτηση περί πιθανότητας παράνομου ανατοκισμού. Από γενικότητα και ασάφεια χαρακτηρίζεται και η αναφορά του εφεσείοντα ότι με τα δεδομένα που του παρουσίασαν την δεδομένη στιγμή οι εφεσίβλητοι αναγκάστηκε να υπογράψει το ενυπόθηκο δάνειο, διότι δεν διασαφηνίζει ποια ήταν εκείνα τα δεδομένα που αναφέρεται και που τον οδήγησαν στην υπογραφή του επίδικου ενυπόθηκου δανείου. Ούτε και έχει εντοπίσει το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει και να αποδεικνύει ότι ο εφεσείων ήταν ΄΄έρμαιο΄΄ των εφεσίβλητων, ως είναι ο όρος που χρησιμοποίησε. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι θα προχωρούσαν σε μέτρα και εναντίον των εγγυητών, αυτό από μόνο του δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως απειλή ή εξαναγκασμός, αλλά απεναντίας σε άσκηση εννόμων δικαιωμάτων για να εισπράξουν το λαβείν τους. Επίσης, ο εφεσείων δεν έχει προβάλει μια σαφή γραμμή πλεύσης με το πως θα υπερασπισθεί, αλλά και πως νοεί τα έννομα συμφέροντα του. Συγκεκριμένα, από την μια αναφέρει ότι από ότι τον πληροφορεί ο δικηγόρος του, η επίδικη σύμβαση πιθανόν (η υπογράμμιση του Δικαστηρίου) να είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη λόγω ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού, ήτοι προσθέτει πέραν της αβεβαιότητας και ασάφειας όπως πιο πάνω ανφέρθηκε και τον παράγοντα των πιθανοτήτων και σε κατοπινό στάδιο να αναφέρει ότι μελετάται το ενδεχόμενο έγερσης αγωγής για ακύρωση της εν λόγω σύμβασης, ζήτημα για το οποίο δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ότι τουλάχιστον εγέρθηκε τέτοια αγωγή, παρόλο που παρήλθε περίοδος τριών ετών ήδη. Παραπονείται ο εφεσείων ότι δεν του δόθηκε η ευκαιρία να αναπτύξει τις θέσεις του. Όμως αυτή του η θέση, δεν έχει οποιανδήποτε βαρύτητα, διότι από την μια οι θέσεις του για το ζήτημα των τόκων και της ψυχικής πίεσης έχει ήδη αξιολογηθεί και από το Δικαστήριο και που εν πάση περιπτώση, παρέμεινε αναπάντητη και αναντίλεκτη τη θέση των εφεσιβλήτων, ότι ο εφεσείων δεν αμφισβήτησε το χρέος του, του ποσού και των τόκων για τους οποίους προέβη σε κάποιο σχόλιο και ότι ζήτησε τρίμηνη παράταση. Η πιο πάνω θέση η οποία παρέμεινε ως έχει, συμπαρασύρει και το ζήτημα που ήγειρε ο εφεσείων αναφορικά με το ζήτημα της μη τήρησης ή προσκόμισης των πρακτικών της διαιτητικής διαδικασίας, διότι η διαιτητική απόφαση αναφέρει το ποσό, τους τόκους και ότι ο εφεσείων παρευρέθηκε και ότι αποδέχθηκε το χρέος του και αυτό υπό τις περιστάσεις κρίνεται ως επαρκής καταγραφή της διαδικασίας και πλήρως αιτιολογημένη, εν΄ όψει της αποδοχής του χρέους και της προσκόμισης των αποδεικτικών στοιχείων τα οποία έχουν μονογραφηθεί. Το ότι υπάρχει αναγκαιότητα τήρησης πρακτικών, αυτό είναι δεδομένο, εν΄ όψει και της ρητής πρόνοιας του Κανονισμού 100 του περί Συνεργατικών Εταιρειών, αλλά και του αποσπάσματος από την απόφαση Σε ότι αφορά την Διαιτησία μεταξύ Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Λατσιών Λτδκαι των Οικοδομικές Επιχειρήσεις Σ & Α Φραντζίδης Λτδ, εκ Λευκωσίας Αίτηση 2289/2013 ημερ. 11/2/2015 από όπου και το σχετικό απόσπασμα: ΄΄ Πάγια και σταθερά η νομολογία υποδεικνύει ότι η διαιτησία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική διαδικασία (Κούλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1 ΑΑΔ 987). Εξηγείται περαιτέρω στον Russel, 16 εκδ. σελ.125 ότι: «A departure from any of the ordinary rules for the administration of justice is a breach of duty on the part of the arbitrators, and may be amount to such misconduct, though not necessarily in a moral sense, as will justify the court in removing the arbitrator or setting aside the award». Και πάλι στον Russel, 16 εκδ. σελ.154-155, υποδεικνύεται ότι είναι καθήκον του διαιτητή να τηρεί σημειώσεις της μαρτυρίας και ως θέμα γενικής πρακτικής θα πρέπει από μόνος του να κρατεί προσεκτικές χειρόγραφες σημειώσεις για οτιδήποτε είναι ουσιώδες, ώστε να μπορεί να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη μεταξύ των μερών. Και τούτο όχι μόνο για την συγγραφή της απόφασης του, αλλά και στην περίπτωση που ληφθούν μεταγενέστερα μέτρα, όπως ακριβώς στην παρούσα περίπτωση, να είναι σε θέση, αν του ζητηθούν πληροφορίες σχετικές με την ενώπιον του διαδικασία, να τις παράσχει. Οι πιο πάνω αρχές που υποδεικνύονται στον Russel, αντανακλώνται και βρίσκουν έρεισμα στους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς. Ο Καν. 100
(1)είναι σαφής και καθόλα αποκαλυπτικός ως προς την διαδικασία που θα πρέπει να τηρείται αλλά και να ακολουθείται ενώπιον του διαιτητή. Η διεξαγωγή της διαιτησίας θα πρέπει να είναι όσο το δυνατόν παραπλήσια με την διαδικασία που διεξάγεται ενώπιον δικαστηρίου. Μεταξύ άλλων θα πρέπει να τηρείται πρακτικό της προσκομισθείσης μαρτυρίας, να χρονολογείται και να υπογράφεται από τον διαιτητή. (Καν. 100
(1)(β)). Τα δε παρουσιαζόμενα έγγραφα ως τεκμήρια θα πρέπει να σημειώνονται, να χρονολογούνται και να μονογράφονται από τον διαιτητή και να επισυνάπτονται στον φάκελο της διαδικασίας (Καν.100
(1)(c)). Είναι νομολογημένο ότι ακόμα και πλημμελής να είναι η εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, δεν οδηγεί σε άμεση ακύρωση της απόφασης, αφού η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης. Μπορεί να διασωθεί μέρος της απόφασης ή ακόμα να παραβλεφθεί. Αν η πλημμέλεια παραβιάζει στο θεμέλιο της την απόφαση και δεν αφήνει περιθώρια διάσωσης, έστω και μέρους της, τότε ακυρώνεται (A. N. Stasis Estates Co ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006). Σύμφωνα με τον Russel, 16η εκδ. σελ.308επ. όπου υπάρχει κακοδικία (miscarriage of justice) ή κακή συμπεριφορά, ή γιατί παραβιάστηκαν οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης, τότε επεμβαίνει το Δικαστήριο. Η διαιτησία θα πρέπει να διεξάγεται σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης και κατά τρόπο ακριβοδίκαιο μεταξύ των μερών. Το δικαστήριο επεμβαίνει εκεί όπου διαβλέπει ότι παραβιάστηκαν θεμελιώδεις αρχές ή όπως τέθηκε στην υπόθεση Haigh v. Haigh
(1861)31 L.J.Ch. 420: «... we must not over ready to set aside awards . . . . . . . . . . ... unless we see that there has been something radically wrong and vicious in the proceeding». Αποτελεί γενική υποχρέωση του διαιτητή να δίδει και στις δυο πλευρές το δικαίωμα να ακουστούν και να χειρίζεται την ενώπιον του διαδικασία με τους συνήθεις κανόνες μιας δικαστικής διαδικασίας, που θα πρέπει να αντανακλάται και να καταδεικνύεται μέσα από τα τηρούμενα πρακτικά της διαδικασίας. Θα πρέπει να είναι σαφές και ξεκάθαρο ότι η διαδικασία διαιτησίας κάτω από τον Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο, δεν αποτελεί, ούτε και συνιστά ζήτημα ευκολίας οιουδήποτε, ούτε και για κάποια απλή και τυπική διαδικασία, αφού διακυβεύονται οικονομικά συμφέροντα και δικαιώματα και θα πρέπει απαραιτήτως, επί ποινή ακυρότητας εκεί όπου διαπιστώνεται παρέκκλιση, να τηρούνται όλα τα εχέγγυα μιας δικαστικής διαδικασίας. Ως υποδεικνύεται και στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ.153: «The slightest irregularity in this respect may be fatal to the award» Στην προκειμένη περίπτωση όμως, υπάρχει η εξής ειδοποιός διαφορά με την πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση. Ήτοι στην πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση, προβλήθηκε η θέση ότι έχουν τηρηθεί πρακτικά τα οποία δεν προσκομίστηκαν, ενώ στην παρούσα υπόθεση, αυτό που αναφέρεται είναι η αναπάντητη και αναντίλεκτη θέση των εφεσίβλητων ότι ο εφεσείων εμφανίστηκε, παραδέχθηκε το χρέος του, ζήτησε τρίμηνη προθεσμία και συνακόλουθα εκδόθηκε η επίδικη απόφαση και συνακόλουθα, η διαιτητική απόφαση έχει όλα τα αναγκαία στοιχεία και τα οποία κρίνονται ως επαρκή, ως πιο πάνω αναφέρθηκε και δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα παρατυπίας ή ακυρότητας της διαιτητικής διαδικασίας. Τα όσα λοιπά επικαλείται ο εφεσείων στην ένορκη του δήλωση και ιδίως στην τελευταία σελίδα της ένορκης του δήλωσης, χαρακτηρίζονται από μία γενικότητα, αοριστία και ασάφεια και δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιον του εκείνη την σαφή, ειδική, λεπτομερειακή και διαφωτιστική μαρτυρία την οποία να δύναται να αξιολογήσει και να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, χωρίς να δύναται επίσης το Δικαστήριο να κρίνει κατά πόσο πληρείται κάποιος ή κάποιοι από τους λόγους που προνοεί το άρθρο 20
(2)του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ.4 για να ακυρωθεί η διαιτητική απόφαση, ήτοι, είτε η κακή συμπεριφορά του Διαιτητή, είτε ο κακός χειρισμός της υπόθεσης από τον Διαιτητή, είτε η παράτυπη διεξαγωγή της διαιτησίας, είτε η απόφαση του Διαιτητή να εξεδόθηκε παράτυπα. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η έφεση κρίνεται ως ανεδαφική και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εφεσιβλήτων και εναντίον του εφεσείοντα ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.