ΜΑΡΙΟΣ Λ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΙΑ Ρ. ΚΑΖΑΜΙΑ, Αρ. αγωγής: 4726/09, 13/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A268 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 4726/09 ΜΑΡΙΟΣ Λ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΗ ΛΤΔ Ενάγοντες εναντίον ΜΑΡΙΑ Ρ. ΚΑΖΑΜΙΑ Εναγόμενη ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13/6/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους ενάγοντες: κ. Γιώργος Χριστοδούλου Για την εναγόμενη : κ. Μάριος Χρίστου ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ Χωρίς βεβαίως να παρατίθεται αυτολεξεί το περιεχόμενο των δικογράφων, οι ενάγοντες με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, αιτούνται το ποσό των €35,779,76 ως υπόλοιπο οφειλόμενο από εκτελεσθείσες συμφωνηθείσες και επιπλέον εργασίες και διατακτικού πληρωμής, πλέον αποζημιώσεις λόγω παράβασης της επίδικης συμφωνίας, πλέον τόκους και έξοδα. Συγκεκριμένα και δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, οι ενάγοντες προέβησαν σε διάφορες οικοδομικής φύσεως εργασίες ανακαίνισης στην ιδιόκτητη διατηρητέα οικοδομή της ενάγουσας στο χωριό Βουνί της Επαρχίας Λεμεσού, όπου στην πορεία προέκυψε η ανάγκη εκτέλεσης επιπρόσθετων εργασιών, οι οποίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα δελτία ποσοτήτων και λανθασμένα έχουν επιμετρηθεί, ως επίσης αυτές αφορούσαν συμπληρώσεις και προεκτάσεις της επίδικης συμφωνίας. Το συμφωνημένο ποσό ανερχόταν στο ποσό των €89,000 πλέον Φ.Π.Α. και οι ενάγοντες εκτέλεσαν με τις οδηγίες και υποδείξεις του αρχιτέκτονα και του τμήματος Πολεοδομίας και οικήσεως εργασίες αξίας €64,415,67, αφαιρέθηκαν εργασίες αξίας €8,400 και παρέμεινε ανεκτέλεστη εργασία αξίας €16,184,33, ως επίσης εκτέλεσαν επιπρόσθετες εργασίες αξίας €36,635,50, όπου μέρος αυτών ύψους €13,900 πλέον Φ.Π.Α. έχει συμπεριληφθεί στο δεύτερο από τα πέντε διατακτικά πληρωμής που έχουν εξοφληθεί και που ο αρχιτέκτονας για δικούς του λόγους δεν περιέγραψε ως επιπρόσθετες εργασίες. Τα δύο εκ των πέντε διατακτικών που έχουν εκδοθεί και εξοφληθεί έφεραν Φ.Π.Α. 15% ενώ τα άλλα τρία 5%, το δε έκτο και τελευταίο διατακτικό το οποίο επίσης έφερε ποσό Φ.Π.Α. 5%, ακυρώθηκε από τον αρχιτέκτονα, χωρίς κανένα λόγο με σχετική επιστολή. Το ποσό του Φ.Π.Α. το οποίο οφείλει η εναγόμενη προς τους ενάγοντες λόγω της παράνομης, αντισυμβατικής και αδικαιολόγητης συμπεριφοράς του αρχιτέκτονα ανέρχεται στο ποσό των €5,200 που αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ του 5% που αναγράφηκε στα διατακτικά ως Φ.Π.Α. αντί του ποσού 15% όπου έπρεπε να επιβληθεί. Οι ενάγοντες εκτέλεσαν εργασίες συνολικής αξίας €111,009,66 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. πλην του ποσού €5,200 που αντιπροσωπεύει το πιο πάνω ποσό ως Φ.Π.Α. και εισέπραξαν ποσό €80,430 και συνεπώς παραμένει οφειλόμενο ποσό €35,779,
- Αρχές Ιουνίου του 2009 οι ενάγοντες παρουσίασαν τις μέχρι τότε επιπλέον εκτελεσθείσες εργασίες στον αρχιτέκτονα και ζήτησαν την έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής, αλλά ο αρχιτέκτονας τον παρέπεμψε στον επιμετρητή ποσοτήτων, ο οποίος ενέκρινε εν μέρει κάποιες και διαφοροποίησε την τιμή κάποιων όπου και οι ενάγοντες αποδέχθησαν, πλην όμως ο αρχιτέκτονας αρνήθηκε να τις εγκρίνει, προκαλώντας προβλήματα στην έκδοση πιστοποιητικών, στο ζήτημα του Φ.Π.Α. και να μην εκτελεί κατάλληλη επίβλεψη και να δίνει έγκαιρα τις αναγκαίες οδηγίες. Ακολούθως οι ενάγοντες κάνουν αναφορά σε σχετική αλληλογραφία και που οδήγησαν στον τερματισμό της επίδικης σύμβασης. Η εναγόμενη προέβαλε υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Στο δικόγραφο της προβάλλει κάποιες παραδοχές και ακολούθως προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η επίδικη κατοικία είναι η κύρια και μόνιμη κατοικία της εναγόμενης και ως προς το ζήτημα των επιπρόσθετων εργασιών, πέραν της άρνησης εκτέλεσης αυτών, προβάλλει την θέση ότι ακόμα και να έγιναν, αυτές έγιναν χωρίς τις απαραίτητες οδηγίες του αρχιτέκτονα και την συγκατάθεση του τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως και ότι αυτές έγιναν χωρίς τις ίδιες τιμές μονάδος και με αδικαιολόγητες χρεώσεις. Επίσης αναφέρει ότι η πληρωμή των πιστοποιητικών γινόταν, κατόπιν συμφωνίας, υπό την επιφύλαξη της τελικής επιμέτρησης των εκτελεσθείσων εργασιών από επιμετρητή ποσοτήτων και αφαίρεση των οποιωνδήποτε αδικαιολόγητα καταβληθέντων ποσών και έπειτα από την επιμέτρηση των εργασιών, διαφάνηκε ότι η εναγόμενη κατέβαλε επιπλέον ποσό από τις εκτελεσθείσες εργασίες το οποίο και ανταπαιτεί. Ως προς το δεύτερο διατακτικό, αναφέρει ότι αυτό αφορούσε εργασίες που έγιναν δυνάμει της επίδικης συμφωνίας και δεν αφορούσαν επιπρόσθετες εργασίες, η εναγόμενη κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των €80,431,07 και ως προς το ζήτημα του Φ.Π.Α. ανέφερε ότι ο νόμιμος συντελεστής είναι το 5% και όχι το 15% επειδή η επίδικη κατοικία είναι η κύρια και μόνιμη της κατοικία για περίοδο πέραν των τριών ετών από την πρώτη εγκατάσταση σε αυτήν και συνακόλουθα ανταπαιτεί το ανάλογο ποσό που κατέβαλε ως Φ.Π.Α και που αντιπροσωπεύει την διαφορά μεταξύ του 5% που ισχυρίζεται ότι οφείλει με το 15% που τελικώς κατέβαλε. Αναφορικά με το 6ο διατακτικό, αναφέρει ότι αυτό έχει ακυρωθεί για νόμιμους λόγους και πιο συγκεκριμένα από την αδικαιολόγητη εγκατάλειψη του εργοταξίου από τους ενάγοντες μετά την έκδοση του 5ου διατακτικού πληρωμής τον Μάιο του 2009 και το 6ο διατακτικό εκδόθηκε υπό όρους αποπεράτωσης συγκεκριμένων εργασιών και παράδοση χρονοδιαγράμματος παράδοσης εργασιών, πράγμα που δεν υλοποιήθηκε από τους ενάγοντες. Περαιτέρω, η εναγόμενη πέραν της παραδοχής σχετικής αλληλογραφίας, αρνείται υπόλοιπους ισχυρισμούς και τοποθετήσεις και χαρακτηρίζει ως παράνομο τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας από τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να υποστεί ζημιές και απώλειες. Συγκεκριμένα και στην ανταπαίτηση που ακολουθεί της υπεράσπισης, η εναγόμενη προβάλλει την θέση ότι οι ενάγοντες προέβησαν σε κακοτεχνίες, αλλά και σε μη εκτέλεση εργασιών, κατά παράβαση των οδηγιών του αρχιτέκτονα και του τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, με αποτέλεσμα η εναγόμενη να μισθώσει υπηρεσίες άλλου εργολάβου για να συμπληρωθούν οι εργασίες και να επωμισθεί τα επιπρόσθετα έξοδα, δικογραφόντας ταυτόχρονα λεπτομερώς συγκεκριμένες αμελείς, αλλά και μη διεκπερεωθείσες εργασίες συνολικού ύψους €12,150, συμπεριλαμβανομένων εξόδων αρχιτέκτονα και επιμετρητή και περαιτέρω δικογραφεί την θέση ότι κατέβαλε σε άλλο εργολάβο το ποσό των €30,486 που αντιστοιχεί στις εργασίες που δεν έχουν εκτελέσει οι ενάγοντες. Περαιτέρω η εναγόμενη δικογραφεί συγκεκριμένη ανταπαίτηση λόγω μη εμπρόθεσμης εκτέλεσης των εργασιών δυνάμει της επίδικης συμφωνίας μέχρι και την ημερομηνία τερματισμού αυτής συνολικού ύψους €7,996,25, ως επίσης δικογραφεί συγκεκριμένη ανταπαίτηση για το ποσό των €2,246,18 που αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ 5% με το 15% ως Φ.Π.Α που έπρεπε να πληρώσει και που τελικά πλήρωσε αντίστοιχα στα πρώτα δύο διατακτικά. Εν κατακλείδι, η εναγόμενη δικογραφεί απαίτηση για καταβολή ποσού €854,30 λόγω απώλειας και καταστροφής ενός πυθαριού που βρισκόταν στην αυλή της εναγόμενης και που αγοράστηκε στην πιο πάνω τιμή. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι οποίοι προβαίνουν σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών της εναγομένης και επαναλαμβάνουν τους ισχυρισμούς τους ως αυτοί εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης τους , προβάλλοντας ταυτόχρονα την θέση ότι η επίδικη κατοικία δεν είναι η κύρια και μόνιμη κατοικία της εναγόμενης, ότι όλες οι επιπρόσθετες εργασίες γίνονταν πάντοτε υπό την καθοδήγηση και έγκριση του αρχιτέκτονα και του τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ότι η επιμέτρηση που έγινε από την εναγόμενη δεν είναι ορθή, δικογραφούν λεπτομερώς τις επιπρόσθετες εργασίες που συμπεριλήφθησαν στο δεύτερο διατακτικό και ότι δόθησαν σχετικοί κατάλογοι στον αρχιτέκτονα για άλλες εργασίες, ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προυποθέσεις για μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α, ότι το έκτο διατακτικό δεν εκδόθηκε υπό όρους και ότι αυτό ακυρώθηκε αδικαιολόγητα και χωρίς καμία εξήγηση για το ποσό των €10,000, παρόλο που παρουσιάστηκαν στον αρχιτέκτονα κατάλογος εργασιών ύψους €24,
- Επιπρόσθετα οι ενάγοντες αναφέρουν ότι ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας έγινε νόμιμα και δικαιολογημένα, ότι η εναγόμενη δεν υπέστηκε οποιαδήποτε ζημιά, ότι όλες οι εργασίες εκτελέστηκαν επιμελώς χωρίς κακοτεχνίες, απαντώντας ταυτόχρονα λεπτομερώς στις καταλογιζόμενες σε αυτούς κακοτεχνίες και μη εκτέλεση εργασιών, ως επίσης για το ζήτημα των καθυστερήσεων που τους καταλογίζουν, αναφέρουν ότι αυτό οφείλεται στις αλλαγές που ζητούνταν, στις επιπρόσθετες εργασίες που προέκυπταν και στις καθυστερήσεις στην λήψη αποφάσεων και οδηγιών από τον αρχιτέκτονα και την Πολεοδομία. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ - ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το βάρος απόδειξης σε πολιτικές υποθέσεις, κατά κανόνα, είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το οποίο φέρει κατά κανόνα ο ενάγων, ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και επί αυτού του θέματος υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Βaloise Insurance Ltd - v - Κατωμονιάτη κ.α. 2008 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 1275 όπου παρατίθεται αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: <<όπως είναι γνωστό, το βάρος απόδειξης σε μια πολιτική δίκη το φέρει κατά κανόνα ο ενάγων ο οποίος και θα πρέπει να αποδείξει την υπόθεση του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Έχει κατ' επανάληψη νομολογιακά καθορισθεί η έννοια του κριτηρίου αυτού, αλλά περαιτέρω βοήθεια μπορεί να αντληθεί από το σύγγραμμα του Murphy on Evidence, 8η έκδ.
(2003)όπου αναφέρονται στις σελ. 80-83, τα βασικά κριτήρια του αποδεικτικού αυτού βάρους. Τονίζεται ιδιαίτερα στη σελ. 81 ότι: «If the claimant bears the burden of proof, and fails to persuade the court that his case has been proved on the balance of probabilities, judgment should be given for the defendant. Moreover, the test is not whether the claimant's case is more probable than the defendant's, but whether the claimant's case is more probably true than not true, i.e., the claimant's case is measured by reference to an objective standard of probability.» Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο στην πράξη εφαρμόζεται το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, μπορεί να δοθεί το παράδειγμα της υπόθεσης Rhesa Shipping Co. S.A. v. Edmunds [1985] 1 W.L.R. 948. Εκεί, οι πλοιοκτήτες προσπάθησαν να επανακτήσουν από τους αντασφαλιστές τη ζημιά στο πλοίο τους το οποίο είχε βυθιστεί στη Μεσόγειο θάλασσα σε ήσυχα νερά και με καλό καιρό, ενώ το ναυάγιο δεν μπορούσε να διασωθεί. Η μαρτυρία έδειξε ότι το πλοίο έφερε μια μεγάλη οπή στο πλευρό, αποτέλεσμα της οποίας ήταν αυτό να πλημμυρίσει και να βυθιστεί. Το ζητούμενο στην υπόθεση ήταν η αιτία αυτής της ζημιάς. Οι ενάγοντες - πλοιοκτήτες - ισχυρίζονταν ότι το πλοίο κτύπησε σε ένα βυθισμένο υποβρύχιο και επομένως το πλοίο απωλέσθηκε λόγω θαλασσίων κινδύνων και άρα καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο. Οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι η απώλεια οφειλόταν σε φυσική φθορά ως αποτέλεσμα της κακής κατάστασης του πλοίου, για την οποία και ευθύνονταν οι ενάγοντες. Πρωτοδίκως, η εξήγηση που δόθηκε από τους αντασφαλιστές απορρίφθηκε διότι δεν εξηγούσε επαρκώς τη ζημιά στο πλοίο. Από την άλλη, όμως, η θεωρία του υποβρυχίου θεωρήθηκε ως εντελώς εξωπραγματική και μη υποστηριζόμενη από ανεξάρτητη μαρτυρία. Με βάση τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση υπέρ των εναγόντων, λόγω του ότι οι αντασφαλιστές δεν μπόρεσαν να προωθήσουν μια αποδεκτή αιτία της ζημιάς για να αντικρούσουν την αγωγή. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο, αλλά κατ' έφεση στη Βουλή των Λόρδων, η απόφαση ανατράπηκε. Η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να διαλέξει μεταξύ δύο αντικρουόμενων θεωριών, απλώς και μόνο διότι οι αντασφαλιστές είχαν επιλέξει να προωθήσουν μια πιθανή εξήγηση για την απώλεια. Οι ενάγοντες ήταν εκείνοι που είχαν το νομικό βάρος απόδειξης στο επίδικο θέμα κατά πόσο το πλοίο είχε απωλεσθεί λόγω θαλάσσιων κινδύνων. Από τη στιγμή που το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε βρει ότι η μαρτυρία που είχε προσαχθεί προς υποστήριξη της αγωγής ήταν εξαιρετικά απίθανη, έπρεπε να αποφασίσει ότι οι ενάγοντες είχαν αποτύχει να ικανοποιήσουν το βάρος απόδειξης που έφεραν. Όπως το θέτει ο Murphy, στο πιο πάνω σύγγραμμα σελ. 82: «The case throws the importance of the burden of proof into stark relief. An important point is that the burden of proof is the burden to prove that the facts relied on are more probable than not, and not merely that they are more probable than an explanation advanced by the other side.» Aναφορικά με το ζήτημα των ειδικών αποζημιώσεων και γενικά των εξόδων όπου επιζητούνται στην παρούσα αγωγή, εχει κατ΄ επανάληψη τονιστεί από το Εφετείο ότι οι ειδικές ζημιές πρέπει να αποδεικνύονται αυστηρά και με θετική μαρτυρία και ότι δεν είναι αρκετό να προβάλλονται στα δικόγραφα αλλά πρέπει και να αποδεικνύονται με σαφήνεια και με συγκεκριμένα στοιχεία. Βλ. Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1153, Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Φούτρη
(2001)1(Β) ΑΑΔ 921 και Μεταξάκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2003)1 ΑΑΔ 467. Aναφορικά με το ζήτημα των κακοτεχνιών, διαφωτιστική επί του θέματος νομολογία υπάρχει και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά, αλλά όχι περιοριστικά, στην υπόθεση Χαραλάμπους - ν - Decostone Ltd 2010 1 Β Α.Α.Δ. σελ. 747 , όπου αποφασίσθηκε ότι η ύπαρξη προβλημάτων δεν δημιουργεί, χωρίς άλλο, θέμα κακοτεχνιών ή μειώνει την υποχρέωση του διαδίκου ο οποίος εγείρει θέμα ευθύνης να στοιχειοθετήσει την αμέλεια που καταλογίζει στον αντίδικό του ή την ύπαρξη και παράβαση συμβατικού όρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ - ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Αναφορικά με τις μαρτυρίες των Μ.Ε.3 και Μ.Υ. 2 και 3, η αξιολόγηση των οποίων θα γίνει πιο κάτω, το Δικαστήριο θα τους κρίνει και υπό το πέπλο το οποίο αυτοί κατέχουν, ήτοι αυτό του πραγματογνώμονα (expert). Οι υποχρεώσεις των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων τέθηκαν και στην υπόθεση CYBARCO LTD -V- SILVIA KOVASCIK
(2001)1Γ Α.Α.Δ. σελ. 2013 στην οποία λέχθησαν τα ακόλουθα: << Καθώς έχει νομολογηθεί οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες υπέχουν υποχρέωση να δώσουν στο δικαστήριο τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος της ακρίβειας των συμπερασμάτων τους έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων στα γεγονότα που αποδεικνύονται με μαρτυρία (Anastassiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kouppis v. Republic
(1977)2 C.L.R. 361, Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, 5 και Σπύρου ν. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, 308).>> Στην υπόθεση ΚΩΣΤΑ ΝΕΑΡΧΟΥ -ν- ΣΑΒΒΑ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ 2003 1 Α.Α.Δ. σελ 351 λέχθησαν τα ακόλουθα: <<Είναι γνωστό πως ο δικαστής δεν είναι επιτρεπτό να ενεργεί ως εμπειρογνώμονας. Εξειδικευμένα επίδικα θέματα, χρήζουν μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων την οποία, δέχεται το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει, ύστερα από αξιολόγηση, στο δικό του συμπέρασμα. Συχνά, η μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων που καταθέτουν για το ίδιο θέμα, παρουσιάζει αντιθέσεις, μικρές μέχρι και μεγάλες αποκλίσεις. Αυτό συμβαίνει και σε υποθέσεις όπως η παρούσα όπου οι μάρτυρες είναι ιατροί και κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και κάθε άλλη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων θεωρείται ως μαρτυρία ανεξάρτητη (βλ. Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361). Ακολουθεί πως το καθήκον των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων είναι να εφοδιάσουν το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά/ειδικά κριτήρια και στοιχεία τα οποία, αφού εκτιμηθούν, να αποβούν χρήσιμα και βοηθητικά για το Δικαστήριο προκειμένου να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα και διαπιστώσεις.>> Δεν θα παρατίθεται βεβαίως αυτούσιο και αυτολεξεί το περιεχόμενο της τεθείσας ενώπιον του Δικαστηρίου προφορικής και γραπτής μαρτυρίας, πλην όμως αυτή θα παρατεθεί συνοπτικά και θα γίνεται ειδική αναφορά για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ο Μ.Ε. 1 κατέθεσε και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, την γραπτή του δήλωση - τεκμήριο 1, στην οποία επαναλαμβάνονται οι ισχυρισμοί που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του, κάνοντας ειδική αναφορά στα εκδοθέντα διατακτικά που ήταν στο σύνολο 6 και το τελευταίο ακυρώθηκε από τον αρχιτέκτονα αδικαιολόγητα με επιστολή ημερ. 18/8/2009, στις επιπρόσθετες εργασίες που συμπεριλήφθησαν στο δεύτερο διατακτικό και που ο αρχιτέκτονας τις ανέφερε ως κανονικές εργασίες για να μην έχει προβλήματα με την εναγόμενη, κάνοντας επίσης αναφορά για πληρωμή εκ μέρους του ποσού Φ.Π.Α. 15% μετά από επικοινωνία που είχε με την υπηρεσία Φ.Π.Α, ενώ ο αρχιτέκτονας για κάποια από τα πιστοποιητικά που εξεδόθησαν, οι ενάγοντες πληρώθηκαν με ποσοστό 5% ως Φ.Π.Α, με αποτέλεσμα να υποστούν ζημιά €5,
- Ακολούθως τον Ιούλιο του 2009 οι ενάγοντες παρουσιάσαν στον αρχιτέκτονα κατάλογο εκτελεσθείσων επιπρόσθετων εργασιών συνολικού ύψους € 33,001 ζητώντας την έκδοση του ανάλογου πιστοποιητικού πληρωμής, πλην όμως ο αρχιτέκτονας τον παρέπεμψε στον επιμετρητή, ο οποίος μετά από κάποιες απορρίψεις και τροποποιήσεις, υπήρξε κατάληξη και συμφωνία για το ποσό των €26,
- Αιτιολογώντας το αξιούμενο ποσό των €35,779,76, ανέφερε ότι οι ενάγοντες εκτέλεσαν εργασίες με βάση την επίδικη συμφωνία αξίας €64,415,67, αφαιρέθηκαν εργασίες αξίας €8,400, παρέμεινε ανεκτέλεστη εργασία αξίας €16,184,33, εκτέλεσαν επιπρόσθετες εργασίες ύψους €36,635,50, ήτοι εργασίες συνολικής αξίας €116,209,75 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α, εκτός του ποσού των €5,200 που δεν πληρώθηκε ως Φ.Π.Α. και έναντι του ποσού αυτού είσπραξαν €80,430 και συνεπώς παραμένει οφειλόμενο το πιο πάνω αξιούμενο ποσό. Ακολούθως, κάνει αναφορά σε αλληλογραφία που έχει γίνει και που απαιτείτο το ποσό των €23,800 ενώ το ορθό είναι €24,815 και ακολούθησε ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας και απέδωσε την καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, στις αλλαγές που ζητούνταν από την εναγόμενη, τον πατέρα της και τον αρχιτέκτονα της, όπου οι ενάγοντες παρέμειναν στο έργο μέχρι τις 7/8/2009 και ως προς το ποσοστό του Φ.Π.Α, ανέφερε ότι το νόμιμο ποσοστό είναι το 15% και όχι το μειωμένο ποσοστό 5%, διότι η επίδικη κατοικία δεν ήταν η κύρια και μόνιμη κατοικία της εναγομένης, λόγω και της κατάστασης της ως ερειπωμένης και ακατάλληλης για χρήση, έτσι ώστε να δικαιούται τον μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. Περαιτέρω αναφέρει ότι η εναγόμενη και ο αρχιτέκτονας άρχισαν να δημιουργούν προβλήματα σε σχέση με τις πληρωμές και ενώ ζητείτο να πάει επιμετρητής στο έργο, ο αρχιτέκτονας προέβαλλε με βάση την αλληλογραφία διαφορετικούς ισχυρισμούς κάθε φορά και όλες οι εργασίες έγιναν με ικανοποιητικό τρόπο χωρίς παράπονα από τον αρχιτέκτονα και το τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως πριν αρχίσουν οι ενάγοντες να διεκδικούν τα δικαιώματα τους. Αμφισβήτησε την έκθεση του επιμετρητή που διόρισε η εναγόμενη, ο οποίος δεν ζήτησε από τον ίδιο και τον επιμετρητή του έργου να παραστούν στην επιμέτρηση και περαιτέρω η εκτίμηση περιέχει λάθη και ανακρίβειες, προβαίνοντας σε μια λεπτομερή καταγραφή αυτών, υπερασπιζόμενος ταυτόχρονα τον λόγο όπου κάποιες εργασίες δεν έχουν εκτελεστεί και ότι κάποιες έχουν εκτελεστεί καλότεχνα με βάση και τις οδηγίες του αρχιτέκτονα και του τμήματος Πολεοδομίας. Στην συνέχεια της κύριας εξέτασης του, κάνει αναφορά στην ιδιότητα του ως διευθυντής των εναγόντων και την επαγγελματική του δραστηριότητα, κατέθεσε ως τεκμήρια την επίδικη συμφωνία, τα δελτία ποσοτήτων που συμπλήρωσε ο Μ.Ε.3 με βάση την οποία έγινε η προσφορά του η οποία του κατακυρώθηκε και που οδήγησε στην σύναψη της επίδικης συμφωνίας. Οι εργασίες θα ελέγχονταν από τον επιβλέποντα αρχιτέκτονα Μ.Υ.3 και δεν δόθηκε προκαταβολή και οι εργασίες θα πληρόνονταν με τον έλεγχο του αρχιτέκτονα και απαιτείτο κατάλογος εργασιών που ετοίμαζε ο ίδιος ο Μ.Ε.
- ο μάρτυρας ετοίμασε 6 καταλόγους και διατακτικά προς έγκριση τα οποία και κατατέθηκαν ως τεκμήριο και ο αρχιτέκτονας όταν ερχόταν στο εργοτάξιο, έδιδε τις οδηγίες, παραλάμβανε την εργασία, την ενέκρινε και ακολουθούσε η σχετική και ανάλογη πληρωμή. Τα προβλήματα άρχισαν να αναφύονται όταν ο πατέρας της εναγόμενης άρχισε να ζητά την επιβολή μειωμένου συντελεστή Φ.Π.Α. προς 5%, όπου και η πρώτη διαφωνία. Ακολούθως αποδέχθηκε την μειωμένη επιβολή Φ.Π.Α. μέχρις ότου εκδοθεί κάποια απόφαση από την αρμόδια κυβερνητική υπηρεσία για να μην υπάρχει καθυστέρηση στις εργασίες και έτσι έγινε με άλλα διατακτικά που ανέφερε. Είναι ο λογιστής του που τον έχει εξαναγκάσει να πληρώσει συντελεστή Φ.Π.Α. προς 15%, πλην όμως όταν λήφθηκε η σχετική απάντηση από την αρμόδια υπηρεσία, διαφάνηκε ότι ο ορθός συντελεστής Φ.Π.Α. είναι το 15%. Το δε έκτο πιστοποιητικό δεν έχει πληρωθεί καθόλου, το οποίο ήταν για το ποσό των €10,000 πλέον 5% Φ.Π.Α. ενώ ο κατάλογος εργασιών ήταν για €17,000 και ως προς αυτό το πιστοποιητικό, ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον Μ.Υ.1, ήτοι τον πατέρα της εναγόμενης ο οποίος ήταν και το πρόσωπο που πλήρωνε και ο οποίος αρνήθηκε την πληρωμή του. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι όταν του ζήτησε ο αρχιτέκτονας να ξαναπαρουσιάσει όλες τις επιπρόσθετες εργασίες και από την στιγμή που υπήρχε η διαφωνία για το Φ.Π.Α. και λόγω της παράλειψης του αρχιτέκτονα να συμπεριλάβει τις επιπρόσθετες εργασίες στην επιμέτρηση και λόγω της έκδοσης του έκτου διατακτικού και συνεπεία όλων αυτών, εξέφρασε την άποψη ότι ήταν ένας τρόπος να τον εκδιώξουν από το έργο και δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποσυρθεί από το έργο, μετά από την σχετική αλληλογραφία. Ο αρχιτέκτονας τον παρέπεμψε στον επιμετρητή, ο οποίος όπως διαφάνηκε με την κατάθεση σχετικού τεκμηρίου, έχει σημειώσει ποιες εργασίες έχει εγκρίνει και ποιες όχι και περαιτέρω κατέθεσε δέσμη φωτογραφιών τις οποίες ανέλυσε και περιέγραψε σε συνδυασμό με τις εργασίες που εκτελέστηκαν. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι δεν έχει εκδοθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό μετά το έκτο και ότι δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε άλλο ποσό. Αντεξεταζόμενος, προέβη σε μια αναφορά ως προς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συνάφθηκε η επίδικη συμφωνία εν΄ όψει της μη καταμέτρησης από τον ίδιο και συνακόλουθα έδωσε ποσά με βάση τις τιμές μονάδων των δελτίων ποσοτήτων που έχει προηγηθεί ετοιμασία από τον αρχιτέκτονα και τον επιμετρητή ποσοτήτων και με την συμφωνία ότι σε περίπτωση διαφωνίας θα γινόταν επανακαταμέτρηση της εργασίας εν΄ όψει και της φύσης και της έκτασης της εργασίας και των υποδείξεων της Πολεοδομίας, χαρακτηρίζοντας ταυτόχρονα ως πλασματικά τα σχετικά ποσά. Περιέγραψε τον τρόπο χρέωσης ανάλογα με τις εργασίες, τοποθετήθηκε επί της έκθεσης του Μ.Υ. 2, την οποία απορρίπτει ως αναληθή, διότι δεν έγινε στην παρουσία του η οποία είναι απαραίτητη, αρνούμενος σχετική υποβολή ότι δεν ήταν απαραίτητη. Ερωτώμενος για την δική του καταμέτρηση και αν αυτή έγινε, απάντησε ότι η καταμέτρηση γίνεται κατά την πρόοδο των εργασιών και μόνο σε ακραίες περιπτώσεις βγαίνουν αυτά που σκεπάστηκαν για να γίνει καταμέτρηση και σε αναπαλαιώσεις οι καταμετρήσεις γίνονται στην παρουσία εργολάβου εκτός εάν υπάρχει επιθυμία να σκεπαστεί κάτι. Ακολούθως έδωσε συγκεκριμένα παραδείγματα για εργασίες που έγιναν με την καθοδήγηση του αρχιτέκτονα, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβολή περί του αντιθέτου, όπως π.χ. εργασίες που έγιναν για το υψόμετρο των πατωμάτων και των ισογείων, αρνούμενος επίσης υποβληθείσα θέση ότι ήταν αμελής επειδή δεν έχει επισκεφθεί την επίδικη κατοικία από πριν, υπερασπιζόμενος την διαδικασία που προηγήθηκε με την συμπλήρωση των δελτίων ποσοτήτων, θεωρώντας έτσι τον εαυτό του κατοχυρωμένο. Επίσης αιτιολόγησε την απόκλιση σε κάποιες εργασίες ως προς την ποσότητα που έχει γίνει, όπως π.χ. τα βολίτζια, τις κατεδαφίσεις, λέγοντας ότι δεν ήταν παρών το αρμόδιο άτομο για να την επιμετρήσει και ούτε να το μετρήσει μετά διότι ήταν αφαιρεμένο, ως επίσης αιτιολόγησε την διενέργεια συγκεκριμένων επιπρόσθετων εργασιών συνδέοντας τις με οδηγίες από τον αρχιτέκτονα και το τμήμα Πολεοδομίας, χαρακτηρίζοντας τις ως αναγκαίες, έχουσες κόστος και συνακόλουθα δικαιολογείται η πληρωμή τους και ότι λανθασμένα δεν συμπεριλήφθησαν στην επιμέτρηση, διευκρίνησε όμως ότι τις επιπρόσθετες εργασίες του δεύτερου διατακτικού τις έχει πληρωθεί, πλην όμως ο αρχιτέκτονας για να μην έχει πρόβλημα με την ιδιοκτήτρια, τις παρουσίασε ως εκτελεσθείσες εργασίες και διέγραψε με κόκκινο μελάνι τις σχετική αναφορά αλλά δεν κράτησε αντίγραφο. Ως προς τον Μ.Ε.3, ανέφερε ότι αρχικά η εκτίμηση του ήταν λανθασμένη ενώ τελικώς ήταν ορθός και ο οποίος αποδέχθηκε τις επιπλέον εργασίες του, επιρρίπτωντας στον Μ.Υ.1 μεθόδευση στις ποσότητες και ότι τον κλέβει, όπως χαρακτηριστικά είπε, εξαπατώντας τον και έδωσε παραδείγματα εργασιών που φαίνονται και που δεν φαίνονται όπως π.χ. εκσκαφείς, βολίτζια, κάγκελα, σκάλα στην οποία ανέφερε ότι υπήρχε διαφορά μόνο στο πρώτο σκαλί για το μέρος όπου έπρεπε να τοποθετηθεί. Όταν του υποδείχθηκε η θέση ότι με την επανακαταμέτρηση των εργασιών δεν έγινε αλλοίωση της αξίας του έργου και των εργασιών, ανέφερε ότι αυτό που έγινε είναι μια αντιγραφή των δελτίων ποσοτήτων, με εξαίρεση ορισμένα σημεία. Ως προς το ζήτημα των κακοτεχνιών που του καταλογίζονται, ανέφερε ότι δεν δύναται να γίνεται αναφορά σε κακοτεχνίες μεσούσης της εκτέλεσης των εργασιών, παρά μόνο μετά την ολοκλήρωση τους και την πάροδο της προθεσμίας των 6 μηνών, τονίζοντας επίσης ότι οι κακοτεχνίες θα μπορούσαν να είναι επίσης ορατές στο εργοτάξιο και θα μπορούσε η εναγόμενη ως γυναίκα να τις διακρίνει και η οποία επισκεπτόταν κάθε Τετάρτη το εργοτάξιο και φαινόταν ευχαριστημένη και τα προβλήματα άρχισαν να αναφύονται όταν συμπληρώθηκε το αρχικό ποσό και θα έπρεπε να αρχίσει να πληρώνει τις επιπρόσθετες εργασίες. Αναφέρθηκε επίσης στις αποδείξεις πληρωμής που εξέδωσε για τα 5 πιστοποιητικά πληρωμών και που εισέπραξε, λέγοντας ότι ο λογιστής του του ανέφερε να εισπράξει 5% Φ.Π.Α. αντί 15% που αναγράφεται σε μια απόδειξη, δίνοντας επίσης μια εκτεταμένη εικόνα αναφορικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες προέκυψε το θέμα της ορθότητας του ύψους Φ.Π.Α. με σχετική παραπομπή σε αλληλογραφία η οποία κατατέθηκε στην ακροαματική διαδικασία, αρνούμενος υποβληθείσα εκδοχή ότι ο ορθός συντελεστής Φ.Π.Α. είναι 5% και όχι 15%, τονίζοντας το ακατάλληλο της οικοδομής για κατοίκηση και της απουσίας αποδείξεων κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος και νερού, τονίζοντας επίσης ότι έχει αποδείξεις πληρωμής για το ποσό του 15% ο λογιστής του. Του υποβλήθηκε η θέση ότι θα έπρεπε με βάση την επίδικη συμφωνία να υπάρχει γραπτή επικοινωνία με τον αρχιτέκτονα όταν προέκυπταν οποιεσδήποτε αποκλίσεις και απάντησε ότι λόγω των στενών χρονοδιαγραμμάτων και των διαβεβαιώσεων που ελάμβανε από τον αρχιτέκτονα και τον ιδιοκτήτη, οι εργασίες προχωρούσαν και πληρωνόταν και δεν χρειαζόταν άλλη διαβεβαίωση, αναγνωρίζοντας όμως ότι αυτό ήταν λάθος, συνδέοντας το με το τεκμήριο 8α όπου αφορά επιστολή προς τον αρχιτέκτονα με την οποία ζητούντο σχετικές οδηγίες, διευκρινίζοντας ότι για το θέμα του χρόνου ελάμβανε διαβεβαιώσεις ότι δεν υπάρχει πρόβλημα ενώ μετά το ζήτημα που ανέκυψε με το Φ.Π.Α. επήλθε η κάθετη ρίξη και που άρχισε με το τέταρτο διατακτικό. Το επίδικο έκτο διατακτικό, προέκυψε και αφορούσε τις επιπρόσθετες εργασίες που ο αρχιτέκτονας αμφισβητούσε και που του ζήτησε όπως συναντηθούν στο γραφείο του για να εξετάσουν την όλη εκτελεσθείσα εργασία, όπως και έγινε και αφού έγιναν οι σχετικές προσθαφαιρέσεις, τον παρέπεμψε στον επιμετρητή του έργου και επιδεικνύοντας καλή διάθεση και έχοντας μαζί του το τεκμήριο 6, εκδόθηκε το έκτο διατακτικό για το ποσό των €22,000 πλέον Φ.Π.Α. προβαίνοντας ταυτόχρονα σε σχετική διόρθωση προηγούμενης του αναφοράς. Όταν του υποδείχθηκε η θέση ότι επιχείρησε να πληρωθεί δύο φορές τις ίδιες επιπρόσθετες εργασίες που πληρώθηκε με το δεύτερο πιστοποιητικό συμπεριλαμβάνοντας τις στο τεκμήριο 6, ανέφερε ότι ήταν για να καλύψει κάποια έξοδα πριν ακόμα τελειώσει την εργασία και ότι με τα τρία δελτία του εξισώνεται το ολικό ποσό, αναγνωρίζοντας όμως το λανθασμένο της κίνησης του και ότι έχει ήδη πληρωθεί για κάποιες, τονίζοντας όμως ότι αυτό έχει γίνει επειδή ο αρχιτέκτονας του ζήτησε να παρουσιάσει το σύνολο των εκτελεσθείσων εργασιών, καταλογίζοντας λάθος στον εαυτό του που επισκέφθηκε τον Μ.Ε.3, διότι ήδη έγιναν αποδεκτές οι επιπρόσθετες εργασίες, αρνούμενος ταυτόχρονα υποβληθείσα θέση ότι κακώς ζήτησε την έκδοση έκτου πιστοποιητικού πληρωμής λόγω της καταβολής σε αυτόν ποσού μεγαλύτερου από αυτό που εκτέλεσε σε εργασίες. Του υποβλήθηκε η θέση ότι η οποιαδήποτε συμφωνία για επιπρόσθετες εργασίες πέραν των €10,000 θα έπρεπε να είναι γραπτώς για να είναι έγκυρη και απάντησε ότι οι περισσότερες επιπρόσθετες εργασίες ήταν στην αρχή του έργου όπου παρέδιδε γραπτώς στον αρχιτέκτονα, αναγνώρισε όμως ότι δεν έχει μεριμνήσει να κρατήσει αντίγραφο των καταστάσεων υπογραμμένα από τον ίδιο και όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν έχει συμμορφωθεί με τον συμβατικό όρο στο άρθρο 2 παρ. 2 λόγω των ανακυψάντων αποκλίσεων, ανέφερε ότι οι αποκλίσεις έγιναν από τον ιδιοκτήτη και τον αρχιτέκτονα και όχι από τον ίδιο και ότι ελάμβανε τις διαβεβαιώσεις τους ότι το συμβόλαιο και γενικά το έργο θεωρείτο επαναμετρήσιμο και συνεπώς θεωρούσε άσκοπα τα περαιτέρω. Έδωσε την δική του εξήγηση και ερμηνεία για το ποσό που αξιώνει δια μέσου της σχετικής αλληλογραφίας και ιδίως του τεκμηρίου 8(γ) για το ποσό των €23,870 συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, τονίζοντας ότι έχει γίνεει υπέρβαση του ποσού λόγω των υλικών που έχουν επιλεγεί, ως έγινε και με τις ξυλουργικές και ηλεκτρολογικές εργασίες, αδυνατώντας να χρηματοδοτήσει το έργο ο ίδιος όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, τονίζοντας το γεγονός ότι ούτε το ποσό του έκτου διατακτικού έχει πληρωθεί, παρόλο που αυτό έχει παρουσιαστεί για πληρωμή στον πατέρα της εναγόμενης ο οποίος ήταν άμεσα υπεύθυνος για τις πληρωμές, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετική υποβολή περί του αντιθέτου και γενικά υποβολές που άπτονταν του ζητήματος της ειδοποίησης απαίτησης του έκτου διατακτικού, περιγράφοντας επίσης την διαδικασία που ακολουθείτο όταν εκδίδονταν τα διατακτικά και ακολουθούσε η σχετική πληρωμή. Υπεραμύνθηκε ο μάρτυρας για το ορθό της εκτέλεσης των εργασιών και το ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμαρτυρία και μάλιστα γραπτώς, δίνοντας επίσης παράδειγμα που η Μ.Ε.2 έδωσε οδηγίες στον αρχιτέκτονα και όχι στον ίδιο, αρνούμενος επίσης υποβληθείσα θέση ότι εγκατέλειψε το εργοτάξιο τον Μάιο του 2009, λέγοντας ότι αποχώρησε τρεις μήνες μετά για τους λόγους που εξήγησε, υπερασπιζόμενος επίσης για το ζήτημα του πυθαριού όπου κατηγορήθηκε πως το έσπασε, λέγοντας ότι ανήκε σε γείτονα. Επίσης όταν του υποβλήθηκαν οι θέσεις και πιο συγκεκριμένα τα ποσά που η εναγόμενη ανταπαιτεί λόγω των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών και της πρόσληψης άλλου εργολάβου, ανέφερε ότι και αυτός στερήθηκε κέρδους και επανέλαβε την θέση του για καλή εκτέλεση των εργασιών και για το πότε θεωρείται ότι υπάρχει κακοτεχνία και υπερασπίστηκε για κάθε προβαλλομένη και υποβληθείσα θέση περί κακοτεχνιών και μη εκτέλεση εργασιών, τονίζοντας επίσης ότι για όλες τις εργασίες λάμβανε οδηγίες και έγκριση από τον αρχιτέκτονα και ήταν της αρεσκείας και ικανοποίησης του ιδίου και τις ιδιοκτήτριας και δεν ειδοποιήθηκε ποτέ για οποιοδήποτε θέμα κακοτεχνίας. Ως Μ.Ε. 2 κατέθεσε η κα Κική Μάγου. Ανέφερε ότι εργάζεται στο τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως από το 1999, τεχνικός-μηχανικός στο τμήμα διατήρησης. Ανέφερε ότι είναι ενήμερη για την ανάληψη του επίδικου έργου από τους ενάγοντες το οποίο επιχορηγείτο κατά το ήμισυ από την αρμόδια αρχή και εξήγησε την διαδικασία που ακολουθείτο, ως επίσης και τι έγινε στην προκειμένη περίπτωση με την αναθεώρηση του ποσού της επιχορήγησης λόγω κάποιων επιπρόσθετων εργασιών που απαιτήθηκαν από τον αρχιτέκτονα και λόγω της αλλαγής του συντελεστή Φ.Π.Α. Αναφέρθηκε στις περιπτώσεις όπου επισκέφθηκε στο εργοτάξιο, ποιους συνάντησε και τι έχει διαπιστώσει, ως επίσης αναφέρθηκε και στις εκθέσεις που αποστέλνονταν στο τμήμα της από τον αρχιτέκτονα για πληρωμή. Επίσης αναφέρθηκε στις παρατηρήσεις που έγιναν και ενημερώθηκε ο αρχιτέκτονας και που αφορούσαν την σκάλα και το άνοιγμα σε γειτονικό ακίνητο και για τα οποία υπήρξε συμμόρφωση το 2010, ως επίσης και την αποδοχή κάποιων αιτημάτων από τον αρχιτέκτονα και τον ιδιοκτήτη, όπως τα ξύλινα στοιχεία, οι προεξοχές των στεγών κ.α. και επιπρόσθετα έκανε αναφορά σε παρατηρήσεις που έγιναν για εργασίες που δεν γίνονταν αποδεκτές, καταθέτοντας σχετική αλληλογραφία ως τεκμήρια. Ως Μ.Ε.3 κατέθεσε ο κ. Μενέλαος Αγαθαγγέλου. Ανέφερε ότι είναι πολιτικός μηχανικός, γνωρίζει τον αρχιτέκτονα του έργου κ. Χρίστο Ανδρέου και είχε συνεργασία μαζί του αναφορικά με την επίδικη κατοικία και ο οποίος του έδωσε τα σχέδια και τους όρους της πολεοδομίας για να ετοιμάσει τα δελτία ποσοτήτων. Ανέφερε ότι το όνομα του ως επιμετρητής του έργου έχει αναγραφεί στην επίδικη συμφωνία χωρίς την συγκατάθεση του και ότι δεν ήταν ο επιμετρητής του έργου, διότι η συμμετοχή του περιοριζόταν στην σύνταξη των δελτίων ποσοτήτων και έμαθε για την αναγραφή του ονόματος του όταν τον επισκέφθηκε ο Μ.Ε.1 για να του ζητήσει την γνώμη του για τις επιπρόσθετες εργασίες, ο οποίος του ανέφερε ότι τον έστειλε ο αρχιτέκτονας του έργου για το θέμα των επιπρόσθετων εργασιών και ο μάρτυρας του ανέφερε ότι δεν είναι ο επιμετρητής του έργου και ότι ετοίμασε τα δελτία ποσοτήτων για λογαριασμό του αρχιτέκτονα ο οποίος δεν ήθελε να έχει καμία ανάμειξη ο Μ.Ε.
- Προθυμοποιήθηκε όμως ο μάρτυρας να πει την γνώμη του στον Μ.Ε.1, έχοντας ενώπιον του τα δελτία ποσοτήτων και τον κατάλογο των επιπρόσθετων εργασιών που του προσκόμισε ο Μ.Ε.1, διευκρινίζοντας και τονίζοντας παράλληλα ότι δεν τις έχει δει στο εργοτάξιο διότι δεν το επισκέφθηκε και ότι έλαβε υπ΄ όψη του τις τιμές μονάδος και τι του έλεγε ο Μ.Ε.1 και όχι τις ποσότητες και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι πλείστες εργασίες δικαιολογούνται, νοουμένου ότι θα γινόταν ποιοτικός και ποσοτικός έλεγχος και αναφέρθηκε σε εργασίες τις οποίες ενέκρινε και ποιες όχι ως επιπρόσθετες εργασίες, λαμβάνοντας υπ΄ όψη το δελτίο ποσοτήτων και τις συζητήσεις που έγιναν με τον Μ.Ε.
- Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στις υποχρεώσεις που θα έχει ένας επιμετρητής ποσοτήτων και επανέλαβε την θέση ότι ο ίδιος δεν ήταν ο επιμετρητής του έργου και αρκέστηκε στην ετοιμασία των δελτίων ποσοτήτων για λογαριασμό του αρχιτέκτονα του έργου, ο οποίος δεν επιθυμούσε εμπλοκή του μάρτυρα στο έργο πέραν της ετοιμασίας των δελτίων ποσοτήτων και ότι το έργο ουσιαστικά του επιμετρητή εκτελούσε ο αρχιτέκτονας, αρνούμενος υποβληθείσες θέσεις που άπτονταν της εμπλοκής του στο έργο. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ο Μ.Ε.1 του είπε ότι ο αρχιτέκτονας ήταν ενήμερος για την συνάντηση τους, μιας και ο ίδιος τον έχει παραπέμψει, την οποία συνάντηση δεν μπορούσε να αποφύγει, διότι δεν μπορούσε να εκδιώξει τον Μ.Ε.
- Αναφέρθηκε ο μάρτυρας στο τι του είπε ο Μ.Ε.1 ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες και στο τι πληρωμές δεν έγιναν και ο μάρτυρας εξέφραζε την άποψη του για τις επιπρόσθετες εργασίες που συζητούσε με τον Μ.Ε.1, διευκρινίζοντας ότι η άποψη του δεν ισοδυναμούσε με έγκριση, εκφράζοντας επίσης την έκπληξη του στο γεγονός ότι άκουσε πως τον Μ.Ε.1 τον έστειλε ο αρχιτέκτονας, ως επίσης και στο γεγονός ότι αναγράφηκε το όνομα του στο τεκμήριο 2, τονίζοντας επίσης και δίνοντας έμφαση στο γεγονός ότι ήταν ξεκάθαρο σε όλους ότι δεν είχε εξουσιοδότηση να εγκρίνει επιπρόσθετες εργασίες. Αναφέρθηκε επίσης και ανέλυσε κάποιες εργασίες επιπρόσθετες σε σύγκριση με το δεύτερο πιστοποιητικό πληρωμής που εν πάση περιπτώση ότι ανέφερε βασίστηκε στα λεγόμενα του Μ.Ε.1 και εξέφρασε άγνοια εάν ορισμένες επιπρόσθετες εργασίες ήδη πληρώθηκαν με το δεύτερο διατακτικό, λόγω της μη εμπλοκής του, ως επίσης εξέφρασε άγνοια σε υποβληθείσα θέση ότι ο Μ.Ε.1 χρησιμοποίησε την γνώμη του μάρτυρα για να ξεγελάσει τον αρχιτέκτονα και να εκδοθεί το έκτο πιστοποιητικό. Τέλος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν ετίθετο θέμα να ελέγξει τις εργασίες, διότι δεν ήταν επιμετρητής του έργου και ότι το θέμα των κακοτεχνιών θα εγκρίνετο από τον μελετητή του έργου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, οι ενάγοντες έκλεισαν την υπόθεση τους και η εναγόμενη προχώρησε με την δική της υπόθεση, η οποία κάλεσε τρεις μάρτυρες, ενώ η ίδια δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο πατέρας της εναγόμενης κ. Ρογήρος Καζαμίας. Στην γραπτή του κατάθεση ο μάρτυρας προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης του και της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως αναφέρει τους λόγους που οδήγησαν στην απόφαση να ανακαινιστεί η επίδικη κατοικία και που οδήγησαν στην σύναψη της επίδικης κατοικίας, κάνοντας αναφορά σε κάποιους όρους αυτής, το συμφωνηθέν τίμημα, τα ποσά που πληρώθηκαν με βάση τα διατακτικά, το ποσό που καταβλήθηκε και που υπερβαίνει το κόστος των εργασιών που έχουν γίνει με βάση την έκθεση επιμετρητή ποσοτήτων και το εν λόγω ποσό το ανταπαιτεί η εναγόμενη. Είναι η θέση του μάρτυρα ότι η εναγόμενη έχει εκπληρώσει στο ακέραιο και επιπρόσθετα τις οικονομικές της υποχρεώσεις, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει με τους ενάγοντες, οι οποίοι αξίωναν επιπρόσθετα χρήματα και περαιτέρω παρήλθε το συμφωνηθέν χρονικό ορόσημο ολοκλήρωσης των εργασιών ανακαίνισης της επίδικης κατοικίας, με αποτέλεσμα να αξιώνεται ανταπαιτητικά το ανάλογο ποσό που προνοείται δυνάμει της επίδικης συμφωνίας ως αποζημιώσεις, μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της συμφωνίας από τους ενάγοντες. Καταλογίζει στους ενάγοντες ασάφεια στα ποσά που απαιτούν, διότι δεν συγκεκριμενοποιούν επακριβώς τις εργασίες που αντιστοιχούν στα αιτούμενα ποσά, τα οποία έχουν διαφοροποιείσει πέντε φορές και εξέφρασε την άποψη ότι ούτε οι ίδιοι οι ενάγοντες γνωρίζουν επακριβώς τον λόγο που προβάινουν στις παράλογες, κατά τον ίδιο, απαιτήσεις, προβαίνοντας επίσης σε αδικαιολόγητο μονομερή τερματισμό, χωρίς να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις, την αδικαιολόγητη εγκατάλειψη του εργοταξίου και την μη συμμόρφωση των εναγόντων με οδηγίες του αρχιτέκτονα και την μη παράδοση χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης εργασιών. Ως προς το ζήτημα του ύψους συντελεστή Φ.Π.Α, ο μάρτυρας ανέφερε ότι από ενημέρωση που έλαβε από τον αρχιτέκτονα του έργου, η επίδικη κατοικία λόγω του χαρακτήρα της ως ιδιόκτητης και που πρόκειται να ανακαινιστεί και που χρησιμοποιείτο ως η κύρια και μόνιμη κατοικία των μελών της οικογένειας της συζύγου του για περίοδο πέραν των τριών ετών από την πρώτη εγκατάσταση στην επίδικη κατοικία, ο συντελεστής Φ.Π.Α. είναι μειωμένος σε 5% αντί σε 15%, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να εισπράξουν αδικαιολόγητα αυξημένο ποσοστό Φ.Π.Α. το οποίο η εναγόμενη ανταπαιτεί. Aναφορικά με το ζήτημα των επιπρόσθετων εργασιών, αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα συντονισμού μεταξύ αρχιτέκτονα, εργολάβου και τμήματος πολεοδομίας και οικήσεως, λόγω της ιδιορυθμίας της επίδικης κατοικίας ως διατηρητέας και εξέφρασε την άγνοια του για την ύπαρξη οποιωνδήποτε επιπρόσθετων εργασιών και που εν πάση περιπτώση δεν υπήρχε γραπτή συγκατάθεση της εναγόμενης για να διενεργηθούν επιπρόσθετες εργασίες και που θα έπρεπε να υπήρχε και η έγκριση από το αρχιτεκτονικό γραφείο και το αρμόδιο τμήμα. Ανέφερε και αυτός ο μάρτυρας ότι στο τέλος θα υπήρχε επιμέτρηση του έργου και ακολούθως ο μάρτυρας αναφέρθηκε σε ισχυριζόμενες κακοτεχνίες συγκεκριμένης έκτασης και κόστους, το οποίο διεκδικούν ανταπαιτητικά υπό την μορφή αποζημιώσεων μαζί με τα έξοδα αρχιτέκτονα και επιμετρητή και επιπρόσθετα χρειάστηκε η εναγόμενη να προσλάβει άλλον εργολάβο για να αποπερατωθεί η ανακαίνιση της επίδικης κατοικίας, καταβάλλοντας συγκεκριμένα ποσά για συγκεκριμένες εργασίες, ποσό το οποίο επίσης διεκδικεί η εναγόμενη ανταπαιτητικώς. Ολοκληρώνοντας την γραπτή του κατάθεση, ο μάρτυρας καταλογίζει στους ενάγοντες ότι έσπασαν ένα πυθάρι παραδοσιακό και ανταπαιτητικώς διεκδικείται η αξία του, προβαίνοντας ο μάρτυρας σε μια περιγραφή αυτού. Ακολούθως ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει ζητήσει να μάθει για το ποιος ήταν ο επιμετρητής του έργου και ότι ο ίδιος μιλούσε με τον αρχιτέκτονα και όχι με το τμήμα Πολεοδομίας και οι πληρωμές στον εργολάβο και όλων των εμπλεκομένων γίνονταν από την κόρη του με την παρουσία διατακτικών ή άλλων εντύπων. Αναφέρθηκε στην κατάσταση της επίδικης κατοικίας η οποία ήταν ακατοίκητη, ως επίσης και στον τόπο διαμονής της εναγόμενης και ότι ούτε ο ίδιος διέμενε κάποτε στην επίδικη κατοικία. Ως προς το έκτο διατακτικό πληρωμής ανέφερε ότι φέρει την υπογραφή του αρχιτέκτονα, όχι όμως και του ιδίου και ότι δεν έχει συνομιλήσει με τον αρχιτέκτονα για το εν λόγω διατακτικό. Έκανε αναφορά επίσης ο μάρτυρας για τον συντελεστή Φ.Π.Α. που ίσχυε κατά τον ίδιο και που τελικώς καταβλήθηκε περισσότερο ποσό το οποίο διεκδικείται ανταπαιτητικώς, παραπέμποντας ταυτόχρονα στον αρχιτέκτονα για το ορθό και τους λόγους που τον οδήγησαν να επιβάλλει αναλόγως της περίπτωσης διαφορετικό συντελεστή Φ.Π.Α, αναφέροντας όμως ότι για τις εργασίες που έγιναν μετά την αποχώρηση των εναγόντων από το έργο, αυτές αφορούσαν επισκευές και γενικά κακοτεχνίες και για τις οποίες δεν δικαιούνταν μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. Αναφέρθηκε επίσης ο μάρτυρας για το χρονικό ορόσημο όπου έγινε η εγκατάλειψη του έργου και ο τερματισμός της επίδικης συμφωνίας από τους ενάγοντες, αρνούμενος σχετικές υποβολές που αφορούν τον χρόνο όπου έγιναν αυτά σύμφωνα με τους ενάγοντες και ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες, παρέπεμψε στις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας όταν του υποβλήθηκε η θέση ότι η καθυστέρηση οφειλόταν στις αλλαγές που ζητούσε ο αρχιτέκτονας και στις επιπρόσθετες εργασίες, παραπέμποντας ταυτόχρονα στον αρχιτέκτονα για τις οποιεσδήποτε καθυστερήσεις ή αλλαγές. Αναφέρθηκε ο μάρτυρας και σε σχετική αλληλογραφία που είναι κατατεθιμένη στον φάκελο του Δικαστηρίου και ως προς τον Μ.Υ.2, ανέφερε ότι άκουε μόνο το όνομα του και ότι δεν του έχει δώσει οδηγίες. Αναφέρθηκε επίσης και σε ένα μέρος ισχυριζόμενων κακοτεχνιών, αρνούμενος ταυτόχρονα σχετικές υποβληθείσες θέσεις που αφορούν το καλότεχνο των εργασιών ή περί μη ενασχόλησης των εναγόντων με ορισμένες εργασίες αναλόγως της περίπτωσης, παραπέμποντας επίσης εκ νέου στον αρχιτέκτονα επί αυτού του θέματος επειδή και ο ίδιος δεν έχει γνώσεις αρχιτέκτονα, ο οποίος αρχιτέκτονας δεν τον έχει ενημερώσει περί τούτου. Έχει συμπεράνει ο μάρτυρας ότι οι ενάγοντες πλήρωναν μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. επειδή δεν του έχουν προσκομίσει σχετικές αποδείξεις και εξέφρασε ο μάρτυρας άγνοια για το πόσο καιρό κατοικείτο η επίδικη κατοικία, ως επίσης εξέφρασε άγνοια για το πως συνετάχθη η έκθεση του Μ.Υ.2 και ως προς τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες, ανέφερε ότι δεν έχει οποιαδήποτε πείρα ή τεχνική κατάρτηση. Κλήθηκε ο μάρτυρας να δώσει απαντήσεις αναφορικά με κάποιες αποδείξεις και οι οποίες απαντήσεις του περιείχαν είτε έλλειψη μνήμης ή γνώσης αν συμπεριλαμβάνονταν σε δελτία ποσοτήτων και για κάποιες εργασίες συμφώνησε ότι έγιναν από άλλο εργολάβο. Ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο κ. Γιάννης Κουής, ο οποίος αρχικά αναφέρθηκε στα ακαδημαικά του προσόντα και πείρα και ακολούθως ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι από το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, λείπουν κάποιες σελίδες και συνεπώς το εν λόγω τεκμήριο παρέμεινε ως τεκμήριο προς αναγνώριση και ο μάρτυρας κατέθεσε και υιοθέτησε την έκθεση του ως τεκμήριο
- Αναφέρθηκε στις συνθήκες κάτω από τις οποίες κλήθηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου για να καταγράψει την εκτελεσθείσα εργασία και να αξιολογήσει το συνολικό ποσό και αξία της εκτελεσθείσας εργασίας, πράγμα που έκανε μαζί με τον αρχιτέκτονα του έργου επί τόπου στις 1/3/2010 και αφού προηγουμένως του δόθηκαν αντίγραφο των δελτίων ποσοτήτων τα οποία έλαβε υπ΄ όψη του και με την σύνταξη της έκθεσης του, την παρέδωσε στον αρχιτέκτονα και έχει πληρωθεί για την εργασία του και δεν είχε ξανά οποιαδήποτε επαφή και ούτε γνωρίζει τους ιδιοκτήτες. Περιέγραψε την φύση και την έκταση της εργασίας που εκτέλεσε, αναφέρθηκε στα δελτία ποσοτήτων, τις εργασίες που διαπίστωσε και που υπήρχαν κάποιες περισσότερες και κάποιες λιγότερες από αυτά που αναγράφονταν στα δελτία ποσοτήτων και κάποιες εκτελέστηκαν με βάση αυτά, χρησιμοποιώντας τις ίδιες τιμές μονάδος με εξαίρεση κάποιες επιπρόσθετες εργασίες. Επίσης έδωσε κάποια παραδείγματα εργασιών που δεν έχουν εκτελεστεί και που δεν αναγράφονται στην έκθεση του και κατέδειξε το ποσό που θα έπρεπε οι ενάγοντες να πληρωθούν. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας ότι θα ήταν καλύτερα και πιο πρακτικό οι επιμετρήσεις να γίνονται στην εξέλιξη των εργασιών, διότι πολλές φορές θα μπορούσε να αφορούν εργασίες που θα καλύπτονταν και δεν θα μπορούσαν να αναγνωριστούν πιο μετά και που εν πάση περιπτώση, εξέφρασε την άποψη ότι βάση του συμβολαίου, δίνεται η δυνατότητα στον αρχιτέκτονα να επανεξετάσει οποιοδήποτε πιστοποιητικό και εφ΄ όσον συμφωνηθεί είναι δεσμευτικό και δεν μπορεί να τροποποιηθεί αργότερα και που περιλαμβάνει στο τέλος οποιεσδήποτε επαναμετρήσεις, προσθηκομετατροπές και συμπληρωματικές εργασίες και που ο ίδιος δεν ήταν παρών στην εξέλιξη του έργου. Ολοκληρώνοντας την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι το γεγονός ότι μια οικία είναι διατηρητέα δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο στις ποσότητες, αλλά στις προδιαγραφές της κατασκευής, τον σχεδιασμό και την εκτέλεση. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στο τι εφοδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα του έργου για να προβεί στην εκτίμηση του και τι αυτός τον έχει ενημερώσει ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες και παρέπεμψε στον αρχιτέκτονα, την άποψη του οποίου εμπιστεύεται, για κάποια θέματα τα οποία ως εκτιμητής δεν έχει δει, όπως π.χ. η κατεδάφιση του τοίχου και περιέγραψε τον σκοπό όπου έχει κληθεί για να προβεί στην έκθεση του και γενικά αναφέρθηκε στα στοιχεία που είχε αλλά και δεν είχε ενώπιον του όταν προέβαινε στην δική του εκτίμηση, την οποία και ανέλυσε, δίνοντας την δική του ερμηνεία και εξήγηση για το τι οι ενάγοντες δικαιούνταν να πληρωθούν και τι όχι με παραπομπή σε συγκεκριμένες εργασίες και ποσά. Ως Μ.Υ.3 κατέθεσε ο κ. Χρίστος Ανδρέου, αρχιτέκτονας και αναφέρθηκε στα προσόντα και εμπειρίες του. Στην γραπτή του δήλωση ο μάρτυρας αναφέρει τα καθήκοντα του ως αρχιτέκτονας, τι προηγήθηκε της σύναψης της επίδικης συμφωνίας, την ετοιμασία των δελτίων ποσοτήτων, συγκεκριμένους όρους της επίδικης συμφωνίας, την έκδοση και πληρωμή συγκεκριμένων πιστοποιητικών πληρωμής, την πληρωμή επιπρόσθετου ποσού στους ενάγοντες με βάση τις εργασίες που εκτελέσθησαν, ως η έκθεση του Μ.Υ.2, τι περιελάμβανε το δεύτερο πιστοποιητικό πληρωμής, δίνοντας την δική του ερμηνεία. Αναφέρθηκε επίσης για κάποιες επιπρόσθετες εργασίες οι οποίες έχουν πληρωθεί. Καταλόγισε στους ενάγοντες ολιγορία, κακοτεχνία, έλλειψη ενδιαφέροντος, φυσικής παρουσίας και συντονισμού από τον διευθυντή των εναγόντων, κάνοντας ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες κακότεχνες εργασίες και ποσά που αντιστοιχούν σε επιδιόρθωση και ολοκλήρωση των εργασιών, ως επίσης έκανε εκτενή αναφορά σε σχετική αλληλογραφία, την οποία επεξήγησε, ανέλυσε και ερμήνευσε, δίνοντας την δική του εκδοχή και απορρίπτοντας την εκδοχή των εναγόντων ως αυτές προβάλλονται μέσα από την σχετική αλληλογραφία. Έδωσε την δική του εκδοχή και ερμηνεία αναφορικά με τους λόγους και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το έκτο πιστοποιητικό πληρωμής που εν ολίγοις ο αρχιτέκτονας το παρέδωσε στον διευθυντή των εναγόντων σφραγισμένο με τον όρο όπως αυτό μην παρουσιασθεί για πληρωμή, μέχρι την εκπόνηση χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης των εργασιών και της τελικής επανακαταμέτρησης. Έδωσε επίσης την δική του εκτίμηση και ερμηνεία για το ζήτημα του μειωμένου συντελεστή Φ.Π.Α και συνακόλουθα δεν θα έπρεπε η εναγόμενη να χρεωθεί με ποσοστό 15% αλλά με ποσοστό 5% Φ.Π.Α. Στην κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε στα δελτία ποσοτήτων, πιστοποιητικά πληρωμής, σε αλληλογραφία, στην έκθεση του Μ.Υ.2 και στο συμβόλαιο, όπου έκανε μνεία στην γραπτή του δήλωση αναγνωρίζοντας τα, όχι όμως και τα επισυνημμένα έγγραφα του εργολάβου, για τα οποία εξέφρασε άγνοια. Αντεξεταζόμενος, αναφέρθηκε στον χαρακτήρα της επίδικης οικοδομής ως διατηρητέας και την χρηματοδότηση της αρμόδιας αρχής και στον διορισμό και ρόλο του επιμετρητή ποσοτήτων που αναγράφεται στην επίδικη σύμβαση αλλά και του Μ.Υ.2, στις εργασίες που έγιναν από τους ενάγοντες και από τον άλλο εργολάβο και υπεργολάβους, κάνοντας επίσης λόγο για επιπρόσθετες εργασίες βάσει και άλλων σχεδίων. Επίσης έχει κάνει αναφορά σε σχετική αλληλογραφία, για το ζήτημα του Φ.Π.Α, για το ζήτημα των καθυστερήσεων και του τερματισμού της επίδικης σύμβασης και της αποχώρησης των εναγόντων, τις συνθήκες και προυποθέσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε το έκτο πιστοποιητικό πληρωμής. Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο προβαίνοντας στην αξιολόγηση ενός εκάστου μάρτυρα ξεχωριστά, αναπόφευκτα θα γίνεται και ειδική αντιπαραβολή και συσχέτιση με άλλους μάρτυρες της ίδιας πλευράς, διότι έχει διαπιστωθεί σε ορισμένες περιπτώσεις να υπάρχει αλληλοαναίρεση εκδοχών που παρουσίασαν ορισμένοι μάρτυρες που κλητεύθηκαν από την ίδια πλευρά και θα γίνεται ειδική αναφορά πιο κάτω. Επίσης πολύ βαρύνουσας σημασίας είναι οι όροι της επίδικης σύμβασης-τεκμήριο 2, στους οποίους επίσης θα γίνεται ειδική αναφορά όποτε είναι επιβεβλημένο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας και εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως προς το ζήτημα του ορθού συντελεστή Φ.Π.Α. που θα έπρεπε να επιβληθεί, τα πράγματα είναι πολύ απλά. Δεν έχουν προσκομιστεί αποδείξεις που να καταδεικνύουν ότι έχει πληρωθεί από τους ενάγοντες ποσοστό Φ.Π.Α. 15%, πλην όμως αυτό δεν διαδραματίζει οποιοδήποτε ρόλο, διότι ο ορθός συντελεστής Φ.Π.Α. είναι το 15% και όχι το 5%, διότι δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον του Δικαστηρίου σαφή, διαφωτιστική και κατατοπιστική μαρτυρία που να καταδεικνύει και να αποδεικνύει ότι η εναγόμενη δικαιούται τον μειωμένο αυτό συντελεστή, διότι δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο εκείνη την σαφή εικόνα με σαφή και ειδική χρονική παραπομπή και προσδιορισμό ως προς την κατοίκηση αυτής της κατοικίας από την εναγόμενη ή την οικογένεια της. Η υποχρέωση απόδοσης του Φ.Π.Α. είναι δεδομένη και οι ενάγοντες στην προκειμένη περίπτωση, οφείλουν να αποδόσουν το Φ.Π.Α. προς το Κράτος με την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, ανεξαρτήτως εάν το έχει εισπράξει ή όχι, διότι ο υπόχρεος για απόδοση Φ.Π.Α. είναι ουσιαστικά εμπιστευματοδόχος του Κράτους, διότι το εισπράττει και οφείλει να το αποδόσει στο Κράτος. Το ότι στις αποδείξεις - τεκμήρια 11(γ)(δ) εισπράχθηκε συντελεστής Φ.Π.Α 5%, είναι νομικά εσφαλμένο και θα πρέπει να αποδοθούν από την εναγόμενη στους ενάγοντες και οι ενάγοντες κατ΄ επέκταση στο Κράτος τα ανάλογα ποσά. Ειδική αναφορά επί αυτού του θέματος θα γίνει και σε κατοπινό στάδιο κατά την αξιολόγηση της περαιτέρω μαρτυρίας. Τα όσα έχουν λεχθεί επομένως για πίεση από τους λογιστές των εναγόντων δεν έχουν καμία απολύτως βαρύνουσα σημασία, όπως επίσης και τα όσα έχουν αναφερθεί και που έρχονται σε απόκλιση με τα όσα αναγράφονται στις αποδείξεις - τεκμήριο 11 ως προς το ποσοστό συντελεστή Φ.Π.Α. που έχει εισπραχθεί. Σημαντικές είναι οι πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω και πιο συγκεκριμένα των άρθρων 2,3,5,6,12,13,14,23,24,27 και κυρίως του άρθρου 31, διότι όπως θα αξιολογηθεί πιο κάτω, το Δικαστήριο κρίνει ότι το μόνο στέρεο υπόβαθρο που μπορεί να στηριχθεί για μα επιδικάσει ποσό υπέρ των εναγόντων, είναι το ποσό του έκτου Διατακτικού, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν πιο κάτω και η έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού, καλύπτει όλα τα προαπαιτούμενα και προυποθέσεις τήρησης των συμφωνηθέντων που λαμβάνουν ουσιαστικά μορφή επικύρωσης με την έκδοση του εν λόγω διατακτικού. Ειδική μνεία θα γίνεται στα πιο πάνω αναφερόμενα άρθρα αναλόγως της περίπτωσης στην αξιολόγηση που θα ακολουθήσει. Βεβαίως τα πιο πάνω άρθρα αποτελούν και ένα ασφαλή οδηγό για να δύναται το Δικαστήριο να αντλήσει διαφώτιση και καθοδήγηση για το κατά πόσο τα διάδικα μέρη έχουν συμμορφωθεί με τις συμβατικές αυτές διατάξεις. Τα μεν άρθρα 2 και 5 προνοούν την υποχρέωση των εναγόντων να επικοινωνήσουν με τον αρχιτέκτονα του έργου σε περίπτωση απόκλισης με τα σχέδια και γενικά με τα όσα εκεί καταγράφονται όταν διαπιστώνεται η σχετική απόκλιση, το άρθρο 3 ρυθμίζει την διαδικασία που θα ακολουθείται με τις σχετικές ειδοποιήσεις και οδηγίες από τον αρχιτέκτονα προς τους ενάγοντες, το άρθρο 6 ρυθμίζει το ζήτημα των υψομέτρων για τα οποία έγινε ειδική αναφορά για το ισόγειο, το δε άρθρο 12 προνοεί την διαδικασία που θα ακολουθείται σε περίπτωση μετατροπών για τις οποίες έχει γίνει πολύς λόγος και ιδίως ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες και ρυθμίζει την διαδικασία επιμέτρησης, όπου αποτελεί κοινό έδαφος και των δύο πλευρών ότι στο τέλος των εργασιών θα γινόταν επανακαταμέτρηση των εργασιών που έγιναν ή που δεν έγιναν. Ακολούθως το άρθρο 23 ρυθμίζει το ζήτημα των αποζημιώσεων σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης αποπεράτωσης και το άρθρο 24 το ζήτημα της παράτασης του χρόνου εκτέλεσης των επίδικων εργασιών, το δε άρθρο 27 προνοεί την διαδικασία τερματισμού της επίδικης σύμβασης από τους ενάγοντες και τέλος, το άρθρο 31 προνοεί την διαδικασία έκδοσης πιστοποιητικών πληρωμής και την αποδεικτική βαρύτητα αυτών. Διαφαίνεται μέσα από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, ότι με το δεύτερο πιστοποιητικό πληρωμής έχουν γίνει κάποιες επιπρόσθετες εργασίες και το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του Μ.Ε.1 ότι έχουν γίνει και γενικά ότι γίνονταν κάποιες επιπρόσθετες εργασίες και ότι ο σχετικός κατάλογος που είναι επισυνημμένος στο εν λόγω πιστοποιητικό κοινοποιήθηκε στον αρχιτέκτονα - Μ.Υ.3 με ταυτόχρονη επομένως απόρριψη της αντίθετης θέσης του εν λόγω μάρτυρα. Βεβαίως και για τους λόγους που το Δικαστήριο θα παραθέσει αναλυτικά πιο κάτω, αυτό που απομένει στο Δικαστήριο ως στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο, είναι το έκτο διατακτικό και η απόρριψη των υπολοίπων ποσών που αξιώνονται από τους ενάγοντες και την εναγόμενη. Έχοντας βεβαίως το Δικαστήριο υπ΄ όψη και τα όσα προνοούνται στο άρθρο 31 της επίδικης σύμβασης και την βαρύτητα που έχει η έκδοση ενός πιστοποιητικού από τον αρχιτέκτονα με βάση τον πιο πάνω όρο και πιο συγκεκριμένα ότι αποτελούν αδιαμφισβήτητη μαρτυρία για το τι εργασίες έγιναν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι μέχρι την ημερομηνία 12/5/2009 που είναι η ημερομηνία του πέμπτου πιστοποιητικού, αλλά και την ημερομηνία 17/7/2009 που είναι η ημερομηνία του έκτου πιστοποιητικού, διεξάγονταν εργασίες και συνεπώς από την στιγμή που δεν έχει ενεργοποιηθεί οποιαδήποτε διαδικασία ή όχληση ή απαίτηση δυνάμει της επίδικης σύμβασης λόγω της εκπνοής του συμβατικού χρονικού πλαισίου διεκπεραίωσης των επίδικων εργασιών, αλλά απεναντίας συνεχίζονταν οι εργασίες και εκδίδονταν πιστοποιητικά πληρωμής και μάλιστα το πέμπτο πιστοποιητικό έχει πληρωθεί κανονικά, ως είναι άλλωστε παραδεκτό γεγονός, καταδεικνύεται ότι υπήρχε ομαλή εκτέλεση των εργασιών πέραν του συμβατικού χρονικού πλαισίου, με άμεσο αντίκτυπο στην απόρριψη της σχετικής ανταπαίτησης για αποζημιώσεις λόγω της μη εμπρόθεσμης ολοκλήρωσης των επίδικων εργασιών μέχρι την ημερομηνία τερματισμού της επίδικης σύμβασης. Εν πάση περιπτώση όμως, αλλά και επιπρόσθετα, το Δικαστήριο έχει πειστεί από την μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι οι εργασίες διεξάγονταν κανονικά και μετά από οδηγίες που ελάμβανε από τον αρχιτέκτονα εντός της περιόδου μέχρι και την έκδοση του έκτου πιστοποιητικού και έχει βεβαίως αποσταλεί από τον Μ.Ε.1 σχετική επιστολή και γενικά αλληλογραφία με την οποία ζητούσε από τον αρχιτέκτονα κάποιες οδηγίες, ως φαίνεται δια μέσου του τεκμηρίου
- Με την έκδοση και πόσο μάλλον με την πληρωμή των πέντε διατακτικών, διαφαίνεται ότι αυτές οι εργασίες που αναγράφονται στα συνοδευτικά έγγραφα αυτών έχουν γίνει, έχουν ελεγχθεί και εγκριθεί και δεν έχει διαπιστωθεί οποιαδήποτε έκδοση πιστοποιητικού ή οποιαδήποτε πληρωμή υπό διαμαρτυρία ή υπό αίρεση, (με εξαίρεση βεβαίως το ζήτημα του Φ.Π.Α για το οποίο γίνεται σχετική αξιολόγηση) επιπρόσθετα του γεγονότος ότι με βάση το άρθρο 31 της επίδικης σύμβασης, αποτελεί αδιαμφισβήτητη μαρτυρία το τι περιλαμβάνουν τα σχετικά διατακτικά και συνακόλουθα κρίνεται λογική και πειστική η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι είχε τις διαβεβαιώσεις του αρχιτέκτονα και του ιδιοκτήτη ότι το ζήτημα του χρόνου αποπεράτωσης των εργασιών τον Μάρτιο του 2009, ως ο συμβατικός όρος, δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας, εξ΄ ου και η μεταγενέστερη έκδοση του πέμπτου πιστοποιητικού ημερομηνίας 12/5/2009 που πληρώθηκε, ως επίσης και τον Ιούλιο του ιδίου έτους του έκτου πιστοποιητικού, για το οποίο θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω. Η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι είναι ο πατέρας της εναγόμενης - Μ.Υ.1 που προέβαινε στις πληρωμές, δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, διότι ούτως ή άλλως η απαίτηση στρέφεται εναντίον της εναγόμενης η οποία ήταν το αντισυμβαλλόμενο μέρος και εν πάση περιπτώση οι αποδείξεις είσπραξης που εξέδωσαν οι ίδιοι οι ενάγοντες αναγράφουν το όνομα της εναγόμενης, παρόλο που έχει διαφανεί μέσα από την ακροαματική διαδικασία,ότι ο Μ.Υ.1 είχε σχεδόν μια καθολική εμπλοκή και η εναγόμενη φέρεται να επισκεπτόταν την επίδικη κατοικία κάθε Τετάρτη και να παρατηρείται η προσωπική της εμπλοκή μετά την ρίξη των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων με την σχετική αλληλογραφία που έχει κατατεθεί και που φέρει την υπογραφή και όνομα της στις 27/7/2009 με το τεκμήριο 8(ε). Η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι έγινε λάθος στην καταμέτρηση και ότι σε κάποιες εργασίες έγινε λιγότερο έργο και ότι εάν το ήξερε θα έδινε πιο ψιλή τιμή μονάδος, κρίνεται ως ασαφής, διότι δεν ανέφερε με πειστικότητα ποια θα ήταν αυτή η τιμή μονάδος και που εν πάση περιπτώση, δεν συνδυάζεται με οποιονδήποτε ρητό όρο ή προυπόθεση με βάση την επίδικη σύμβαση και ούτε έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, αφήνοντας αυτήν του την θέση μετέωρη και έκθετη προς απόρριψη. Δεν δύναται η πλευρά της εναγομένης, ως ήταν η σχετική υποβληθείσα θέση της, να καταλογίζει και να επιρρίπτει ευθύνη στους ενάγοντες και ειδικότερα στον Μ.Ε.1 επειδή δεν έχει επισκεφθεί την επίδικη κατοικία πριν από την σύναψη της επίδικης συμφωνίας και συνεπώς δεν μπορεί να παραπονείται για τις τιμές μονάδος που έθεσαν στα δελτία προσφορών, διότι αυτή η θέση δεν αναφέρεται και δεν σχετίζεται καν με την επίδικη σύμβαση, η οποία στηρίχθηκε στις τιμές μονάδος των δελτίων ποσοτήτων σε συνδυασμό με τις περιγραφόμενες εργασίες και αυτό ήταν αρκετό για να συναφθεί η επίδικη σύμβαση. Η απαίτηση των εναγόντων, με εξαίρεση το ποσό που αντικατοπτρίζεται μέσα από το έκτο διατακτικό και για το οποίο όπως θα αξιολογηθεί πιο κάτω δικαιούνται σε πληρωμή, στηρίζεται σε ασταθή θεμέλια, διότι χαρακτηρίζονται από μια αλληλοαναίρεση, ασάφεια, αλλά και μη τήρηση των σχετικών συμβατικών προυποθέσεων. Συγκεκριμένα, ο Μ.Ε.1 δεν έχει τηρήσει τις πρόνοιες που αναγράφονται στο άρθρο 12 της επίδικης σύμβασης που προνοεί την διαδικασία επιμέτρησης της εργασίας με τον επιμετρητή του έργου που καθορίστικε στην επίδικη σύμβαση, διότι η απαίτηση του για τις επιπρόσθετες εργασίες στηρίχθηκε στην καταγραφή των επιπρόσθετων εργασιών, κατά τον ίδιο, και απευθύνθηκε στον Μ.Ε.3 που κατονομάστηκε στην επίδικη σύμβαση του έργου ως ο επιμετρητής του έργου, χωρίς αυτός να προβεί σε αυτοψία επί του έργου και μάλιστα χωρίς να είναι παρών ο αρχιτέκτονας του έργου. Αλληλοαναιρετική είναι και η αναφορά του Μ.Ε.3, όπου θα γίνει ειδική αναφορά πιο κάτω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα. Άνευ αποδεικτικής σημασίας και αντίθετη με την επίδικη σύμβαση και πιο συγκεκριμένα με το συμφωνηθέν αρχικό ποσό των επίδικων εργασιών, είναι η θέση του Μ.Ε.1 ότι ο Μ.Υ.1 γνώριζε από την αρχή ότι το έργο θα στοίχιζε €140,
- Η απαίτηση των εναγόντων ως αυτή δικογραφείται και προωθήθηκε, δεν έχει μια σταθερή και κρυστάλλινη γραμμή, διότι όπως καταδείχθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1, οι ενάγοντες για επιπρόσθετες εργασίες που εκτέλεσαν και που συμπεριέλαβαν στο δεύτερο πιστοποιητικό το οποίο πληρώθηκαν, τις συμπεριέλαβαν και στο τεκμήριο 6 το οποίο παρουσίασαν στον Μ.Ε.3 για να εγκριθούν και σίγουρα κρίνεται ως υστερόβουλη, μη λογική και μη πειστική η αναφορά του ότι το έπραξε για να καλύψει κάποια έξοδα και ότι με τα τρία δελτία μπορεί να εξισωθεί με το ολικό, διότι δεν είναι νοητό να υπάρχει εξίσωση με κάτι που επιδιώκεται να πληρωθεί δύο φορές. Μη λογική και συνεπώς μη αποδεκτή είναι η θέση του Μ.Ε.1 ότι έπραξε λάθος που πήγε στον Μ.Ε.3 για να του εγκρίνει τις επιπρόσθετες εργασίες ένεκα της αποδοχής αυτών από τον αρχιτέκτονα και ιδιοκτήτη αντίστοιχα, διότι δεν συνάδει με την λογική από την στιγμή που τα εν λόγω πρόσωπα τις αποδέχθησαν, διότι δεν υπάρχει λόγος για κάτι που γινόταν αποδοχή να μπει σε μια τέτοια διαδικασία και το μόνο που θα απέμενε είναι η έκδοση του σχετικού διατακτικού και η ακόλουθη πληρωμή του. Η υποβληθείσα θέση της εναγόμενης προς τους ενάγοντες και ειδικότερα στον Μ.Ε.1 ότι κακώς ζήτησε την έκδοση του έκτου πιστοποιητικού λόγω της επιπρόσθετης καταβολής σε αυτόν χρημάτων, δεν κρίνεται ως βάσιμη, διότι το έκτο διατακτικό εκδόθηκε κανονικά από τον ίδιο τον αρχιτέκτονα του έργου και ο οποίος κλητεύθηκε από την ίδια την εναγόμενη, χωρίς να θέσει αυτήν την θέση όταν εκδιδόταν το εν λόγω πιστοποιητικό και η αποδεικτική αξία του εν λόγω διατακτικού διαφαίνεται και μέσα από το άρθρο 31 της επίδικης σύμβασης και που αποδεικνύει ότι οι εργασίες έχουν εκτελεστεί, ελεγχθεί και εγκριθεί και ούτε μπορεί να γίνει αποδεκτή η υποβληθείσα θέση ότι υπάρχει ακυρότητα νομική αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες λόγω της υπέρβασης του ποσού των € 10,000 και που θα έπρεπε να τηρηθούν οι πρόνοιες της νομοθεσίας ως αυτές έχουν υποβληθεί, διότι ούτως ή άλλως έχει εκδοθεί ένα πιστοποιητικό πληρωμής που δεν υπερβαίνει το εν λόγω ποσό. Ως προς την θέση του Μ.Ε.1 ότι έχει γίνει υπέρβαση του συμφωνηθέντος ποσού λόγω των υλικών που επέλεξε ο ιδιοκτήτης, διακρίνεται μια ασάφεια, διότι δεν μπορεί να γίνει μια σαφής αναφορά για το ποια υπέρβαση έχει λάβει χώρα και στην βάση ποιας αξίας ποιων υλικών, καταδεικνύοντας για μια ακόμα φορά ότι το μόνο σταθερό και ξεκάθαρο υπόβαθρο για να εξαχθούν τα ανάλογα ευρήματα και συμπεράσματα, είναι αυτό του έκτου διατακτικού για το ποσό των €10,000, το οποίο δεν διαφαίνεται επί αυτού οποιοσδήποτε όρος αναφορικά με τον χρόνο και τρόπο πληρωμής ή οποιοσδήποτε όρος και συνακόλουθα οι υποβληθείσες θέσεις της εναγόμενης ότι αυτό έχει εκδοθεί υπό τον όρο παραχώρησης χρονοδιαγράμματος και ότι αυτό δεν θα έπρεπε προηγουμένως να παρουσιαστεί για πληρωμή, κρίνονται ως υστερόβουλες, αντίθετες με το άρθρο 31 της επίδικης σύμβασης και ιδίως ως μη λογικές, διότι ως προς τι να δίδεται ένα διατακτικό πληρωμής για διεκπεραιωθείσες εργασίες για ένα τόσο σημαντικό ποσό υπό τέτοιους όρους και να μην αναμένουν την εκπλήρωση αυτών των όρων ή προυποθέσεων και δεν διακρίνεται οποιαδήποτε λογική αιτία να εξαρτάται η πληρωμή προηγούμενων διεκπεραιωθείσων εργασιών μέχρι να γίνει κάτι άλλο στο μέλλον. Μη διαφωτιστική είναι η απάντηση που έδωσε ο Μ.Ε.1 όταν ερωτήθηκε τι σχέση έχει το αξιούμενο ποσό των €23,870 με το αξιούμενο ποσό των €35,789,76, απαντώντας ότι όλα έχουν σχέση και ότι είναι δεδουλευμένα, διότι αυτή η απάντηση δεν έχει μια σταθερή γραμμή πλεύσης με σταθερό αξιούμενο ποσό, καταδεικνύοντας για μια ακόμα φορά ότι το σταθερό εκείνο υπόβαθρο, είναι αυτό του έκτου διατακτικού. Λογική και πειστική κρίνεται η αναφορά του Μ.Ε.1 ότι παρουσίασε το έκτο διατακτικό πληρωμής, διότι είναι λογικό από την στιγμή που εκδίδεται ένα διατακτικό από τον αρχιτέκτονα, πόσο μάλλον για μειωμένο σε σχέση με το προσδοκούμενο ποσό, να θελήσει ο Μ.Ε.1 να καταβληθεί το μειωμένο έστω ποσό και αυτό διαφαίνεται και μέσα από την αλληλογραφία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο και ιδίως δια μέσου του τεκμηρίου 8 και όπως έχει διαφανεί, ο Μ.Υ.1 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης και ήταν πλήρως ενήμερος για την ύπαρξη του έκτου διατακτικού και που αυτός αρνήθηκε να πληρωθεί και συνεπώς το Δικαστήριο κρίνει ότι η προσπάθεια του Μ.Υ.1 να εκφράσει άγνοια για αυτό το διατακτικό εμπίπτει στην όλη του προσπάθεια να αποποιηθεί η θυγατέρα του των συμβατικών της υποχρεώσεων. Λογική και πειστική κρίνεται και η αναφορά του Μ.Ε.1 αναφορικά με τον χρόνο αποχώρησης των εναγόντων από το εργοτάξιο τον Ιούλιο του 2009, διότι αυτό συνδέεται και με την ημερομηνία έκδοσης του έκτου διατακτικού, αλλά και επειδή η πλευρά της εναγομένης δεν έχει ενεργοποιήσει οποιαδήποτε από τις πρόνοιες της επίδικης σύμβασης ή τουλάχιστον να οχλήσει τους ενάγοντες για την υπέρβαση του συμβατικού χρόνου εκπλήρωσης των επίδικων εργασιών, ήτοι τον Μάρτιο του 2009, αλλά απεναντίας εξεδόθηκε το πέμπτο διατακτικό τον Μάιο του ιδίου έτους, το οποίο και πληρώθηκε κανονικά, αδιαμαρτύρητα και χωρίς καμία επιφύλαξη ή αίρεση (για το ζήτημα του Φ.Π.Α. γίνεται ειδική αξιολόγηση), ως επίσης το ίδιο έγινε και με το έκτο διατακτικό, με εξαίρεση βεβαίως την πληρωμή του και συνακόλουθα οι αντίστοιχες αντίθετες θέσεις των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.3 κρίνοντες ως αβάσιμες, μη πειστικές, μη λογικές, αλλά και αντίθετες με τα όσα προκύπτουν με τα εκδοθέντα διατακτικά και συμβατικές πρόνοιες που αφορούν το ζήτημα των αποζημιώσεων λόγω υπέρβασης του χρονικού πλαισίου και που έχουν ως άμεσο αντίκτυπο στην απόρριψη του μέρους εκείνου της ανταπαίτησης σχετικά με τις αποζημιώσεις λόγω υπέρβασης του χρονικού πλαισίου ολοκλήρωσης των επίδικων εργασιών. Πειστική και λογική είναι επίσης η αναγορά του Μ.Ε.1 ότι δεν είναι αυτός και γενικά οι ενάγοντες που οφείλονται για την καταστροφή ενός πυθαριού, διότι αυτό υποστηρίζεται και διαφαίνεται ακόμα και από την επιστολή του ιδίου του Μ.Υ.3 και πιο συγκεκριμένα στο τεκμήριο 8μ, όπου γίνεται αναφορά για καταστροφή ενός πυθαριού του γείτονα και όχι της εναγόμενης, με ταυτόχρονη επομένως απόρριψη του μέρους εκείνου της ανταπαίτησης της εναγόμενης, για τον πολύ απλό λόγο ότι η εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να εγείρει την σχετική ανταξίωση από την στιγμή που δεν είναι δική της ιδιοκτησία. Εν πάση περιπτώση η σχετική ανταξίωση της εναγόμενης στερείται και οποιωνδήποτε αποδεικτικών στοιχείων από εξειδικευμένο μάρτυρα που να δύναται να προσδιορίσει και αποδείξει την αξία εκείνου του πυθαριού, παραμένοντας και επί αυτού του θέματος μετέωρη η θέση της εναγόμενης και συνακόλουθα έκθετη προς απόρριψη. Από την μαρτυρία της Μ.Ε.2, η αξιοπιστία της οποίας δεν αμφισβητήθηκε ιδιαίτερα, αυτό που προκύπτει είναι ότι η ίδια ανέφερε ότι οποιεσδήποτε παρατηρήσεις γίνονταν, αυτές γίνονταν προς τον αρχιτέκτονα και αυτό καταδεικνύει είναι το πειστικό και λογικό της εκδοχής των εναγόντων δια μέσου του Μ.Ε.1, ότι οι εργασίες εκτελούνταν μετά από οδηγίες του αρχιτέκτονα, ο οποίος όφειλε να είναι και ο επιβλέπων του έργου. Η μάρτυρας αναφέρθηκε σε παρατηρήσεις που αφορούσαν το θέμα της σκάλας και του ανοίγματος σε γειτονικό τεμάχιο, πλην όμως αυτό που έχει σημασία, είναι ότι η μάρτυρας αναφέρθηκε σε παρατηρήσεις, αφότου απεχώρησαν οι ενάγοντες από το έργο, με αποτέλεσμα, με βάση και την μαρτυρία της η οποία κρίνεται ως αξιόπιστη και που δεν έχει διαπιστωθεί κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της οποιαδήποτε προσπάθεια προσφυγής στην υπερβολή ή στο ψεύδος για να βοηθήσει ή βλάψει κάποιον, ότι δεν είναι εφικτή η διασύνδεση των εναγόντων με ακρίβεια και ασφάλεια για την οποιαδήποτε ευθύνη τους για τις οποιεσδήποτε παρατηρήσεις, έχοντας υπ΄ όψη ότι τον χρόνο που έγιναν οι παρατηρήσεις οι ενάγοντες αποχώρησαν από το έργο και επιπλέον ανέλαβαν άλλο εργολάβοι την συμπλήρωση του έργου, έχοντας άμεσο αντίκτυπο την απόρριψη των σχετικών ανταπαιτήσεων της εναγομένης. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Ε.3, αυτή δεν δύναται να έχει οποιανδήποτε αποδεικτική βαρύτητα και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποστηρίξει την απαίτηση των εναγόντων αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες για τις οποίες ενέκρινε επί του τεκμηρίου
- Ο εν λόγω μάρτυρας δεν έχει διαπιστώσει ιδίοις όμμασι και επί τόπου τις εν λόγω εργασίες, στερώντας από αυτόν το συντριπτικό πλεονέκτημα να διαπιστώσει ως επιμετρητής ποσοτήτων και μάλιστα και κατά την εκτέλεση των επίδικων εργασιών, ως προνοεί άλλωστε και το άρθρο 14 της επίδικης σύμβασης και μάλιστα δεν του έχει ζητηθεί κάτι τέτοιο, παραμένοντας στο ανασφαλές όπως στηριχθεί στα λεγόμενα αποκλειστικά του Μ.Ε.1, χωρίς να έχει την άποψη της εναγόμενης ή του αρχιτέκτονα του έργου, έχοντας δηλαδή υπ΄ όψη μια μονοδιάστατη και εκ του μακρόθεν αντίληψη του έργου, επιβεβαιώνοντας και ισχυροποιώντας την κρίση του Δικαστηρίου ότι το μόνο ασφαλές υπόβαθρο είναι αυτό του έκτου διατακτικού, μιας και ο ίδιος ανέφερε ότι θα πρέπει να διεκδικηθεί και μετρηθεί επί τόπου η εκτελεσθείσα εργασία και να γίνει ποιοτικός και ποσοτικός έλεγχος, πράγμα για το οποίο το Δικαστήριο δεν έχει επί αυτού του θέματος σαφή μαρτυρία. Άνευ αποδεικτικής αξίας είναι και η αναφορά του μάρτυρα ότι δεν είναι σίγουρος εάν δεν απαιτείται για μικρά έργα να υπάρχει επιμετρητής, διότι πολύ απλά αυτό έρχεται σε αντίθεση με την επίδικη σύμβαση. Μη αποδεκτή και μη λογική είναι η θέση του Μ.Ε.3, ότι δηλαδή θεώρησε τα όσα έκανε αναφορικά με το τεκμήριο 6 ως προέκταση της εργασίας που του ζήτησε να κάνει ο αρχιτέκτονας, διότι το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν, από την στιγμή που ο αρχιτέκτονας, ως ισχυρίζεται, δεν ήθελε να κάνει οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ή επέμβαση, να τηλεφωνήσει στον αρχιτέκτονα και να τον ρωτήσει εάν έχει την άδεια του να προβεί σε οποιαδήποτε επιμέτρηση μιας και εξέφρασε ο μάρτυρας την έκπληξη του που ο Μ.Ε.1 του ανέφερε ότι παραπέμφθηκε από τον αρχιτέκτονα και που το όνομα του αναγράφηκε στην επίδικη σύμβαση. Σημαντική είναι η αναφορά του Μ.Ε.3 η οποία αλληλοαναιρεί την θέση του Μ.Ε.1, ήτοι η θέση του ότι δεν έχει εγκρίνει τις επιπρόσθετες εργασίες, αλλά εξέφρασε την άποψη του, εκθεμελιώνοντας κάθε υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και να επιδικάσει οποιοδήποτε ποσό υπέρ εναγόντων ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες, παραμένοντας επομένως μόνο το έκτο διατακτικό ως ασφαλές υπόβαθρο για να επιδικαστούν ποσά υπέρ των εναγόντων. Μια άλλη αναφορά επίσης του Μ.Ε.3, αλληλοαναιρεί την θέση του Μ.Ε1 και πιο συγκεκριμένα η θέση του Μ.Ε. 3 ότι θεωρούσε ξεκάθαρο προς όλους ότι δεν είχε εξουσιοδότηση να εγκρίνει επιπρόσθετες εργασίες και ότι εξέφρασε την γνώμη του μόνο για το κατά πός θα μπορούσαν να διεκδικηθούν κάποιες επιπρόσθετες εργασίες υπό προυποθέσεις, εκθεμελιώνοντας και πάλι κάθε ασφαλές υπόβαθρο για να υποστηριχθεί η απαίτηση των εναγόντων ως προς τις επιπρόσθετες εργασίες, με εξαίρεση βέβαια το έκτο διατακτικό. Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.1, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και το μόνο μέλημα του ήταν να αποποιηθεί η θυγατέρα του των συμβατικών της υποχρεώσεων και να προβάλει επίσης αδικαιολόγητες ανταπαιτήσεις, φτάνοντας ακόμα και στο σημείο να προβάλλει ανταπαίτηση για την οποία η θυγατέρα του δεν έχει ενεργητική νομιμοποίηση, ήτοι για το πυθάρι, ζήτημα το οποίο ήδη αξιολογήθηκε ανωτέρω. Σε πολλά σημεία προέβαλλε μια εικόνα ότι δεν κατέχει γνώση επί κρίσιμων θεμάτων και παρόλο που δικογράφησε ειδικές θέσης και ανταπαιτήσεις, εν τούτοις κατά την διάρκεια της αντεξέτασης του όταν ερωτάτο επί αυτών των εξειδικευμένων θεμάτων, όπως π.χ το ζήτημα των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών και ανταπαιτήσεων, παρέπεμπε κυρίως στον αρχιτέκτονα του έργου. Η δικογραφημένη και προωθημένη θέση της εναγόμενης δια μέσου του Μ.Υ.1 ότι οι ενάγοντες εγκατέλειψαν το εργοτάξιο τον Μάη του 2009, κρίνεται ως άστοχη, αδικαιολόγητη και υστερόβουλη, διότι η έκδοση του πέμπτου και έκτου διατακτικού τον Μάη και Ιούλιο αντίστοιχα, καταδεικνύει και αποδεικνύει την διεξαγωγή εργασιών και μάλιστα το πέμπτο διατακτικό πληρώθηκε κανονικά και αδιαμαρτύρητα και χωρίς καμία αίρεση ή επιφύλαξη δικαιώματος ή οχληρία ή αποστολή επιστολής που να θίγεται το ζήτημα ως προς το εκπρόθεσμο εκτέλεσης των εργασιών ή αποχώρησης των εναγόντων από το εργοτάξιο. Ούτε λογική και πειστική κρίνεται η δικογραφημένη θέση της εναγομένης δια μέσου του Μ.Υ.1 αλλά κυρίως δια μέσου του Μ.Υ.3, ότι δηλαδή το έκτο διατακτικό εκδόθηκε υπό όρους παράδοσης χρονοδιαγράμματος και ότι αυτό δεν θα παρουσιαζόταν για πληρωμή πριν την παράδοση χρονοδιαγράμματος εκτέλεσης εργασιών, διότι δεν διαφαίνεται επί του έκτου διατακτικού οποιοσδήποτε τέτοιος όρος και όπως έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω, δεν είναι λογικό να εκδίδεται ένα διατακτικό με τόσο σημαντικό ποσό με τέτοιους όρους, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να απαιτηθεί η παράδοση του χρονοδιαγράμματος και μετά η έκδοση του διατακτικού, το οποίο είναι δυνατό και λογικό να παρουσιαστεί για πληρωμή, όπως έγινε και στα προηγούμενα πέντε διατακτικά, καθιστώντας έτσι την πιο πάνω εκδοχή υστερόβουλη, μη λογική και μη πειστική, ως επίσης είναι μη λογικό για να πληρωθούν ήδη εκτελεσθείσες εργασίες να γίνει κάτι στο μέλλον, ήτοι η παράδοση χρονοδιαγράμματος. Η αναφορά του Μ.Υ.1 ότι οι εργασίες ανακαίνισης στην επίδικη κατοικία είχαν ως σκοπό την εγκατάσταση της θυγατέρας του, καταδεικνύει μια ασάφεια ως προς συγκεκριμένη μαρτυρία η οποία είναι απαραίτητη και που να καταδεικνύει την οποιαδήποτε κατοίκηση στο παρελθόν της επίδικης κατοικίας της εναγόμενης ή της οικογένειας της για τρία συνεχή χρόνια και για συγκεκριμένη χρονική στιγμή, έτσι ώστε να δικαιούται η εναγόμενη στον μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. από 15% σε 5%, μένοντας έκθετη προς απόρριψη η σχετική ανταπαίτηση της εναγόμενης ως μη αποδειχθείσα, έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη την αναφορά του ότι η επίδικη κατοικία ήταν ακατοίκητη και ότι ο ίδιος και η θυγατέρα του δεν κατοίκησαν ποτέ στην επίδικη κατοικία και εξέφρασε άγνοια για το χρονικό σημείο και διάρκεια που κατοικείτο η εν λόγω κατοικία. Η δε αναφορά και ειδικότερα η παραπομπή του μάρτυρα επί αυτού του θέματος στον αρχιτέκτονα του έργου, σίγουρα δεν δύναται να συμπληρώσει τα πιο πάνω αναφερθέντα κενά στην μαρτυρία που να καταδεικνύει τις προυποθέσεις για μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. διότι απαιτείται μαρτυρία από πλευράς ενδιαφερόμενου επηρεαζόμενου μέρους επί αυτού του θέματος που να αποδεικνύει την κατοίκηση για περίοδο πέραν των τριών ετών. Όσον αφορά την προβληθείσα αιτιολογία ότι σε κατοπινό στάδιο κατέβαλλε σε άλλα πρόσωπα κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α. διότι επρόκειτο για επισκευές και κακοτεχνίες, όχι μόνο είναι νόμω αβάσιμη εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης, αλλά και επειδή στερείται πειστικότητας από την στιγμή που εγείρονται ανταπαιτήσεις για καταβολή εξόδων για τον ίδιο όμως λόγο και αιτία, ήτοι την ανακαίνιση της κύριας κατοικίας και συνεπώς η εναγόμενη θα εξακολουθούσε να νομιμοποιείται στον μειωμένο συντελεστή Φ.Π.Α. Ο Μ.Υ.1 έχει κάνει επίσης λόγο για επανακαταμέτρηση της όλης εργασίας στο τέλος, ζήτημα για το οποίο υπάρχει κοινό έδαφος, η δε αναφορά του μάρτυρα περί άγνοιας του για την ύπαρξη επιπρόσθετων εργασιών, κρίνεται ως άστοχη, μη λογική, αλλά και υστερόβουλη, που τέθηκε στα πλαίσια μιας προσπάθειας να συγκαλύψει τις συμβατικές ευθύνες της θυγατέρας του και για τις οποίες ο εν λόγω μάρτυρας ήταν άμεσα, έντονα και εκτεταμένα αναμεμειγμένος, όπως προκύπτει όχι μόνο μέσα από την μαρτυρία του Μ.Ε.1, αλλά και μέσα από την ίδια την μαρτυρία του Μ.Υ.
- Η θέση του για το πυθάρι και για το οποίο εγείρεται σχετική ανταξίωση, έχει ήδη αξιολογηθεί πιο πάνω, ήτοι η έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης από πλευράς εναγομένης ένεκα του ότι το πυθάρι ανήκει σε γείτονα ως και η σχετική επιστολή τεκμήριο 8(μ) που προέρχεται από μάρτυρα της πλευράς της ίδιας της εναγομένης, ήτοι τον Μ.Υ.3, αλλά και επειδή κρίνεται πειστική η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί αυτού του θέματος και που εν πάση περιπτώση δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιον του οποιαδήποτε σαφή και πειστική μαρτυρία ότι είναι οι ενάγοντες δια μέσου του Μ.Ε.1 που έσπασαν το πυθάρι και ότι αυτό είναι της αξίας όπου δικογραφείται με βάση σχετική ειδική εκτίμηση που δεν έχει προσκομιστεί άλλωστε στο Δικαστήριο. Εκτός πλαισίου λογικής και μη πειστική είναι και η αναφορά του Μ.Υ.1 ότι δεν ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο επιμετρητής του έργου, διότι το όνομα του επιμετρητή αναγράφεται ευκρινώς και ευδιάκριτα στην διπλανή σελίδα επί του τεκμηρίου 2 όπου ο ίδιος έχει υπογράψει, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να προβάλει την άνευ στοιχειώδους σοβαρότητας εκδοχή ότι είναι όνομα και όχι πρόσωπο. Σε προσπάθεια αποφυγής συμβατικών υποχρεώσεων της θυγατέρας του, αποδίδεται η δήλωση άγνοιας του για την ύπαρξη επιπρόσθετων εργασιών, καταδεικνύοντας την επιλεκτική προβληθείσα γνώση του ως προς τα διαδραματιζόμενα στην επίδικη κατοικία, παρά την άμεση και έντονη εμπλοκή του σε όλη την φάση των εργασιών, ως είναι η αποδεχθείσα θέση του Μ.Ε.1, αλλά και μέσα από την μαρτυρία του ιδίου του Μ.Υ.
- Η δε παραπομπή του Μ.Υ.1 ως προς το ζήτημα των επιπρόσθετων εργασιών σε πρόνοιες της επίδικης σύμβασης, ουδόλως βοηθούν την εκδοχή του, εν΄ όψει του ότι ακόμα και ο ίδιος ο Μ.Υ.3 έκανε αναφορά σε επιπρόσθετες εργασίες, αλλά κυρίως λόγω του ότι έχει ήδη εκδοθεί το έκτο διατακτικό, έστω και για μέρος των αξιούμενων από τους ενάγοντες ποσό για εκτελεσθείσες επιπρόσθετες εργασίες και η αποδεικτική βαρύτητα του εν λόγω εγγράφου είναι δεδομένη, όχι μόνο λόγω των προνοιών της επίδικης σύμβασης, αλλά και επειδή το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του Μ.Ε.1 ότι το εν λόγω διατακτικό εκδόθηκε χωρίς όρους ή προυποθέσεις και συνακόλουθα κακώς ανακλήθηκε από τον Μ.Υ.
- Μη πειστική είναι η αναφορά του Μ.Υ.1 ότι μόνο ακουστά έχει τον Μ.Υ.2 και ότι δεν ξέρει πως ο Μ.Υ.2 έλαβε οδηγίες, διότι ο ίδιος ο Μ.Υ.1 προβαίνει σε μια εκτενή αναφορά στην γραπτή του δήλωση για θέματα που ο Μ.Υ.2 αναφέρει και σίγουρα δεν συνάδει με την μαρτυρία που δόθηκε και που αποδέχεται το Δικαστήριο και που καταδεικνύει έντονη εμπλοκή του Μ.Υ.1 και περαιτέρω η πιο πάνω του θέση του Μ.Υ.1 αποκαλύπτει μια προσπάθεια του μάρτυρα όπως αποφύγει να πάρει προφορικά μια σαφή και λεπτομερή στάση για να αποφύγει την αντεξέταση επί ουσιωδών ζητημάτων. Αυτή του η προσπάθεια και τακτική, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για τα πλείστα επί των θεμάτων ήγειρε με την γραπτή του δήλωση και ειδικότερα για το θέμα των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών και των νέων αναγκαίων εργασιών, παρέπεμπε στον αρχιτέκτονα του έργου, δεν αφήνει περιθώρια στο Δικαστήριο για να στηριχθεί στην μαρτυρία του και να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών των θεμάτων, μιας και ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι δεν έχει την σχετική κατάρτιση και που εν πάση περιπτώση, οι θέσεις των Μ.Υ.2 και 3 όπως θα αξιολογηθεί πιο κάτω δεν γίνονται αποδεκτές από το Δικαστήριο. Επίσης ο Μ.Υ.1 δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει το τεκμήριο 20, διότι δεν γνώριζε αν εργασίες συμπεριλαμβάνονταν στα δελτία ποσοτήτων, ως επίσης δεν θυμόταν και ότι θα έπρεπε να δει σχετικά τιμολόγια, αφήνοντας έτσι το όλο υπόβαθρο που υποστηρίζει το ζήτημα των κακοτεχνιών και γενικότερα της ανταπαίτησης της εναγόμενης ανυποστήρικτο, αφήνοντας ταυτόχρονα ασάφειες και κενά κατά την αντεξέταση του. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δυναται να στηριχθεί στην μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και ούτε μπόρεσε ο εν λόγω μάρτυρας να υποστηρίξει με θετικό, σταθερό και σαφή τρόπο την υπεράσπιση και ανταπαίτηση της εναγόμενης, μιας και ο μάρτυρας παρέπεμπε σε ουσιώδη ζητήματα στις μαρτυρίες των Μ.Υ.2 και ιδίως του Μ.Υ.
- Ως προς την μαρτυρία του Μ.Υ.2, το Δικαστήριο κρίνει ότι αρχικά ως προς το τεκμήριο Α προς αναγνώριση, παρέμεινε ως τέτοιο και συνακόλουθα οποιαδήποτε μαρτυρία τέθηκε στο Δικαστήριο με αφορμή αυτό το τεκμήριο δεν δύναται να ληφθει υπόψη, διότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε τελικώς το τεκμήριο 21 ως την έκθεση του, ένεκα της απουσίας σελίδων από το τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Ως προς το υπόλοιπο μέρος της μαρτυρίας του, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί στην μαρτυρία του για να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, διότι η όλη του εμπλοκή κρίνεται ως ακροσφαλής και μη έχουσα αντικειμενικά εχέγγυα που θα έπρεπε να κατέχει. Συγκεκριμένα, έχει μεταβεί στην επίδικη κατοικία τον Μάρτιο του 2010, έχοντας μεσολαβήσει ήδη 8 μήνες από την αποχώρηση των εναγόντων, παραμένει ένα κενό για το τι έλαβε χώρα μεταξύ της αποχώρησης των εναγόντων και της ενασχόλησης του δεύτερου εργολάβου, ο οποίος δεν έχει παρηλάσει από το εδώλιο του μάρτυρα αποστερώντας από το Δικαστήριο την δυνατότητα να πει με λεπτομέρεια και σαφήνεια τι ακριβώς εργασίες έχει εκτελέσει, όπως ακριβώς έκανε ο Μ.Ε.1, έτσι ώστε να υπάρχει μια σαφή και ολοκληρωμένη εικόνα. Το Δικαστήριο κρίνει ότι για να έχει ο εν λόγω μάρτυρας μια ολοκληρωμένη εικόνα, ως επίσης και μια αντικειμενική προσέγγιση, θα έπρεπε να καλούσε και τον διευθυντή των εναγόντων για να του εκθέσει τις θέσεις του σε αμφισβητούμενες κυρίως εργασίες, έτσι ώστε να ακούσει και τις δύο πλευρές και όχι να προβαίνει στην εκτίμηση του, έχοντας υπ΄ όψη την άποψη της μιας πλευράς μόνο δια μέσου του αρχιτέκτονα του έργου Μ.Υ.
- Επίσης η μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα και γενικά η εκτίμηση που έχει εκπονήσει, στερείται των πλεονεκτημάτων εκείνων που θα είχε ο οποιοσδήποτε διορισμένος ευθύς εξ΄ αρχής δυνάμει σχετικής συμφωνίας επιμετρητής, διότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν ήταν παρών και δεν έχει επιθεωρήσει και επιμετρήσει επί τόπου τις εργασίες όταν αυτές εκτελούνταν και μάλιστα έχοντας υπ΄ όψη και τυχόν παρατηρήσεις ή απόψεις ή διαφωνίες των δύο πλευρών, αλλά απεναντίας ο εν λόγω μάρτυρας προέβηκε στην έκθεση του έχοντας υπ΄ όψη μόνο τα λεγόμενα του αρχιτέκτονα - Μ.Υ.3, έχοντας δηλαδή μονόπλευρο και ελλειπή υπόβαθρο γνώσεων και αμφισβητούμενων εκδοχών και όπου για τους λόγους που επεξηγούνται πιο κάτω, η μαρτυρία του Μ.Υ.3 δεν γίνεται αποδεκτή και μάλιστα ο ίδιος μάρτυρας παραδέχθηκε ότι είναι δύσκολο κάποιες εργασίες να εντοπιστούν σε αυτό το στάδιο, διότι δεν ελέχθησαν εν εξελίξη των εργασιών, ούτε έχει τηρηθεί η διαδικασία που προνοείται και από το άρθρο 12 της επίδικης σύμβασης που απαιτεί την φυσική παρουσία των εναγόντων κατά την επιμέτρηση. Το επισφαλές και μονόπλευρο υπόβαθρο γεγονότων και θέσεων του μάρτυρα επιβεβαιώνεται μάλιστα και με την θέση του ιδίου του μάρτυρα, ότι θεωρούσε, ήτοι ο ίδιος μόνο, ότι θα επικοινωνούσε ο εργολάβος μαζί του και να συζητήσουν και ότι η έκθεση του δεν ετοιμάστηκε αποκλειστικά για σκοπούς προσκόμισης της στο Δικαστήριο και με αυτήν την θέση του ο μάρτυρας καταδεικνύει ότι η έκθεση του τελούσε κατά κάποιον τρόπο υπό αίρεση ενδεχόμενης τροποποίησης της μετά από συζήτηση με τους ενάγοντες, πράγμα που θα έπρεπε να το πράξει κατά την επιμέτρηση των εργασιών επί τόπου, έχοντας και την δική τους γνώμη, αποστερώντας έτσι από το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του μια έκθεση η οποία να έχει εκείνα τα στοιχεία της αντικειμενικότητας και της εκτίμησης των θέσεων και των δύο πλευρών. Eν τούτοις όμως, το Δικαστήριο αποδέχεται την θέση του Μ.Υ.2 ότι από την στιγμή που συμφωνηθεί οποιοδήποτε πιστοποιητικό αυτό είναι δεσμευτικό και ότι δεν μπορεί να αλλάξει, διότι αυτή η θέση του μάρτυρα συμβαδίζει με το γράμμα και πνεύμα της επίδικης συμφωνίας και ειδικότερα του άρθρου 31 της επίδικης συμφωνίας, εν΄ όψει επίσης και της αξιολόγησης του Δικαστηρίου αναφορικά με την αποδεικτική βαρύτητα του έκτου διατακτικού, ήτοι ότι αυτό έχει εκδοθεί άνευ όρων ή προυποθέσεων και ότι αυτό έχει γνωστοποιηθεί για πληρωμή και παρήλθε η προθεσμία πληρωμής του και με την έκδοση του εν λόγω διατακτικού, επιβεβαιώνονται και επαληθεύονται εν μέρει οι απαιτήσεις των εναγόντων αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες και είναι το μόνο στέρεο και ασφαλές υπόβαθρο για να εξάξει το Δικαστήριο ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και να επιδικάσει συγκεκριμένο ποσό. Η έκθεση και γενικά η μαρτυρία του Μ.Υ.2 κρίνεται επίσης ακροσφαλής για τον εξής λόγο, ήτοι από την μια ο μάρτυρας στηρίχθηκε για να συντάξει την έκθεση του στα δελτία ποσοτήτων της επίδικης συμφωνίας και από την άλλη να εκφράζει την θέση ότι αυτά έχουν ετοιμαστεί από μη επαγγελματία, αυτοαναιρώντας δηλαδή ο ίδιος το υπόβαθρο που έλαβε υπ΄ όψην του για να συντάξει την εκτίμηση του, διότι θα αναμενόταν από τον ίδιο να μην τα λάβει υπ΄ όψην του εάν θεωρούσε τα δελτία ποσοτήτων ότι έχουν ετοιμαστεί από μη επαγγελματία εκτιμητή. Επισφαλής για την ορθότητα της έκθεσης του κρίνεται και η παράλειψη του μάρτυρα να επικοινωνήσει με το αρμόδιο τμήμα πολεοδομίας και οικήσεως, εν΄ όψει του ότι οι επίδικες εργασίες έγιναν σε διατηρητέα οικοδομή, η οποία έχει τις δικές τις ιδιαιτερότητες και η διεξαγωγή των εργασιών τελούσαν υπό την επίβλεψη και έγκριση του εν λόγω τμήτματος και για σκοπούς εγκρίσεως της μερικής χρηματοδότησης του έργου. Επίσης διαπιστώνεται και ελλειπής ενημέρωσης του εν λόγω μάρτυρα από τον αρχιτέκτονα του έργου, από τον οποίο έλαβε την σχετική ενημέρωση, όπως π.χ. εξέφρασε άγνοια για την ύπαρξη και άλλων επιπρόσθετων εργασιών και γενικά για το ζήτημα των επιπρόσθετων εργασιών, ήτοι για ένα από τα κύρια αμφισβητούμενα γεγονότα, δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί και συνακόλουθα η μαρτυρία του δεν είναι διαφωτιστική και περαιτέρω η μαρτυρία του δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, διότι ως επί των πλείστων βασίστηκε σε πληροφορίες που έλαβε από τον Μ.Υ.3, η μαρτυρία του οποίου δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά πιο κάτω. Αναφορικά με την μαρτυρία του Μ.Υ.3, το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει αφήσει κακή εντύπωση στο Δικαστήριο, διότι κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ήταν έντονα προκαταλειμμένος και που είχε ως σκοπό να καλύψει τον ίδιο του τον εαυτό σε επαγγελματικό επίπεδο, λόγω των παρατυπιών του και για να μην έρθει σε σύγκρουση σε αυτό το επίπεδο με την πλευρά της εναγομένης. Συγκεκριμένα, όπως διαφάνηκε μέσα από την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από τον Μ.Ε.1 και που αξιολογήθηκε ως αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, στο δεύτερο διατακτικό εμπερικλείονται εν μέρει και επιπρόσθετες εργασίες και για το οποίο δεν φαίνεται να ενημέρωσε ο Μ.Υ.3 την εναγόμενη και το ίδιο έχει γίνει και με το έκτο διατακτικό και συνακόλουθα κρίνεται ως υστερόβουλη η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι επιπρόσθετες εργασίες αποτελούσαν προσωρινές εργασίες και εγκαταστάσεις που απαιτούνταν για την κανονική εκτέλεση των εργασιών και δεν είναι πειστική η παραπομπή του στον συμβατικό όρο περί επανακαταμέτρησης που ναι μεν είναι παραδεκτό ως γεγονός αυτός ο όρος, πλην όμως δεν αποτελεί αυτός ο όρος προσφυγή για τον οποιονδήποτε και στην προκείμενη περίπτωση για τον Μ.Υ.3 για να ερμηνεύσει ή να δικαιολογήσει διαφορετικά κάποιες εργασίες, εν΄ όψει του ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.3 εξέδωσε το έκτο διατακτικό που αφορά επιπρόσθετες εργασίες, έστω και εν μέρει αποδεχθείσες από αυτές που προβάλλουν οι ενάγοντες. Τα όσα καταλογίζει ο Μ.Υ.3 στους ενάγοντες δεν δύναται να έχουν οποιαδήποτε πειστικότητα, διότι από την στιγμή που ο μάρτυρας καταλογίζει στους ενάγοντες οποιαδήποτε παρατυπία ή εκτροπή από τα συμφωνηθέντα και γενικά οποιαδήποτε απόκλιση των εργασιών, θα έπρεπε να ενεργοποιήσει ο ίδιος τις πρόνοιες εκείνες της επίδικης σύμβασης, με το να καλέσει τους ενάγοντες να συμμορφωθούν, πράγμα το οποίο δεν έγινε, διότι τα πρώτα 5 διατακτικά εκδόθηκαν και πληρώθηκαν κανονικά, με αποτέλεσμα να θεωρείται και να αποδεικνύεται ότι όλα έχουν γίνει καλώς και ελεγχθεί και εγκριθεί. Ειδικότερα δε ως προς το έκτο διατακτικό, κρίνεται ως υστερόβουλη, μη λογική και μη πειστική η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι αυτό έχει δοθεί σφραγισμένο και με την προυπόθεση να μην παρουσιαστεί για πληρωμή και προσωρινώς και υπό τον όρο παράδοσης από τους ενάγοντες χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης εργασιών, διότι όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, κρίνεται ως υστερόβουλο και μη πειστικό, διότι δεν αναγράφεται οποιοσδήποτε όρος ή προυπόθεση επί του εν λόγω διατακτικού και θα αναμενόταν ως λογικό πρώτα να εκπληρούνται οι απαιτούμενες υπό τον Μ.Υ.3 απαιτήσεις και μετά να εκδοθεί με ασφάλεια το έκτο διατακτικό, γνωρίζοντας ο αρχιτέκτονας την βαρύτητα και την σημασία έκδοσης ενός διατακτικού και να μην υπάρχει ο κίνδυνος να παρουσιαστεί το διατακτικό για πληρωμή πριν την εκπλήρωση των απαιτήσεων του, από την στιγμή μάλιστα που δεν έχει θέσει επί του έκτου διατακτικού οποιονδήποτε όρο ή προυπόθεση και ούτε είναι λογικό να απαιτείται πληρωμή ήδη εκτελεσθείσων εργασιών υπό τον όρο να γίνει κάτι στο μέλλον, ήτοι με την παράδοση χρονοδιαγράμματος. Ούτε η αναφορά του ότι παρών κάτω από τις συνθήκες που εκδόθηκε το έκτο διατακτικό ήταν παρών και ο κ. Σάββα, όχι μόνο λόγω της απόρριψης αυτής της θέσης του Μ.Υ.3, αλλά και επειδή το εν λόγω άτομο δεν κλητεύθηκε για να μαρτυρήσει επί τούτου. Επίσης μη λογική, ως επίσης ψευδής και υστερόβουλη, κρίνεται η εκδοχή του Μ.Υ.3 ότι το έκτο διατακτικό δεν παρουσιάστηκε για πληρωμή, διότι δεν είναι λογικό να εκδίδεται προς όφελος κάποιου ένα διατακτικό για ένα τόσο σημαντικό ποσό και να μην το παρουσιάζει για πληρωμή και εν πάση περιπτώση ήδη το Δικαστήριο αποδέχθηκε την θέση του Μ.Ε.1 ότι το εν λόγω διατακτικό παρουσιάστηκε για πήρωμή και αυτό δεν έχει πληρωθεί. Η ενέργεια του Μ.Υ.3 να το ακυρώσει λόγω ισχυριζόμενης μη παράδοσης χρονοδιαγράμματος εργασιών από τους ενάγοντες, είναι άνευ αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας, διότι το Δικαστήριο έχει ήδη αποδεχθεί ότι το εν λόγω διατακτικό έχει εκδοθεί χωρίς όρους ή προυποθέσεις. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, δεν δύναται ο εν λόγω μάρτυρας να επικαλείται συμβατικούς όρους ή να καταλογίζει στους ενάγοντες καθυστέρηση στην εκτέλεση του έργου, εν΄ όψει του ότι ο ίδιος ο Μ.Υ.3 εξέδιδε διατακτικά και πιο συγκεκριμένα 5 διατακτικά τα οποία έχουν πληρωθεί κανονικά και χωρίς καμία όχληση από τον ίδιο και μάλιστα το πέμπτο διατακτικό να εκδίδεται δύο μήνες μετά την εκπνοή του συμβατικού χρονικού οροσήμου για την ολοκλήρωση των εργασιών και επιπρόσθετα να εκδίδεται σε περαιτέρω 2 μήνες το έκτο διατακτικό, για το οποίο έχει γίνει σχετική αξιολόγηση και συνακόλουθα τα όσα αντίθετα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας για το εν λόγω ζήτημα κρίνονται ως αβάσιμα και ψευδή. Η αναφορά του μάρτυρα ότι ΄΄έκαναν το χατίρι΄΄ στους ενάγοντες αναφορικά με τον χρόνο εκπλήρωσης των εργασιών, κρίνεται ως άστοχη και ατυχής και που εν πάση περιπτώσει αφήνει έκθετη την σχετική ανταπαίτηση της εναγόμενης για αποζημιώσεις λόγω καθυστέρησης στην ολοκλήρωση του έργου. Το ίδιο ισχύει και για τα όσα ανέφερε ο εν λόγω μάρτυρας αναφορικά με το ζήτημα του ορθού συντελεστή Φ.Π.Α. που θα έπρεπε να επιβληθεί, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης που έγινε επί του εν λόγω ζητήματος και ιδίως λόγω της απουσίας θετικής και ειδικής μαρτυρίας που να καταδεικνύει και να αποδεικνύει τις προυποθέσεις που απαιτούνται νομοθετικά για να δικαιούται η εναγόμενη τον μειωμένο συντελεστή, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε. Το Δικαστήριο, έχει επίσης διακρίνει κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ότι ο εν λόγω μάρτυρας επιλεκτικά, απέφευγε να αποδεχθεί τα επισυνημμένα έγγραφα στα διατακτικά πληρωμών, διότι είναι λογικό, αλλά και επιβεβλημένο, ο εν λόγω μάρτυρας όταν του παρουσιάζεται ένα διατακτικό για πληρωμή, να απαιτεί συγκεκριμένη κατάσταση που να καταδεικνύει την φύση και την έκταση των εκτελεσθείσων εργασιών από τους ενάγοντες και που στην προκειμένη περίπτωση είναι τα επισυνημμένα έντυπα που φαίνονται στα εν λόγω διατακτικά/πιστοποιητικά και που είναι κατατεθιμένα στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Η στάση του αυτή κρίνεται και ως υστερόβουλη, διότι από την μια καταδεικνύεται το ορθό της εκτέλεσης των εργασιών από τους ενάγοντες και με την έγκριση των διατακτικών, πιστοποιείται ο έλεγχος από τον ίδιο και η έγκριση του για τις συγκεκριμένες εργασίες και που αυτό είναι λογικό, εν΄ όψει του ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε διαμαρτυρία, όχληση ή όρος ή προυπόθεση σε αυτά. Επίσης ο εν λόγω μάρτυρας, προέβαλε μια αλληλοαναιρετική εκδοχή και πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι τον επιμετρητή, ήτοι τον Μ.Υ. 2, τον διόρισε ο ιδιοκτήτης και από την άλλη προβάλλει την μη λογική εκδοχή ότι δεν γνωρίζουν εάν έχουν συναντηθεί και από την άλλη ο Μ.Υ.1 να αναφέρει ότι δεν είχε ιδέα για τον εν λόγω επιμετρητή, προβάλλοντας δηλαδή η πλευρά της εναγομένης μια σειρά ισχυρισμών, οι οποίοι δεν έχουν μεταξύ τους καμία λογική και συνοχή μεταξύ τους, στερώντας έτσι από το Δικαστήριο εκείνο το στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν λογικά συμπεράσματα. Επίσης, το γεγονός ότι δεν παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα εκείνα τα πρόσωπα που αναγράφονται στις αποδείξεις που προσκόμισε η πλευρά της εναγομένης και που αφορούν το ζήτημα των εκτελεσθείσων εργασιών από άλλο εργολάβο και υπεργολάβους, στέρησε από το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα από τα ίδια τα άτομα που εκτέλεσαν αυτές τις εργασίες και να διαπιστώσει κατά πόσο αυτές ενέπιπταν εν όλω ή εν μέρει σε εργασίες που δεν πρόλαβαν να εκτελέσουν οι ενάγοντες λόγω του τερματισμού και κατά πόσο οι εργασίες αυτές εν΄ όλω ή εν μέρει ήταν αναγκαίες, διορθωτικές, επιπρόσθετες, αφήνοντας την σχετική επί του θέματος μαρτυρία έκθετη προς απόρριψη, συμπαρασύροντας και τις σχετικές ανταπαιτήσεις της εναγομένης. Αυτό καταδεικνύεται επίσης και από το γεγονός ότι ο Μ.Υ.3 ανέφερε ότι από τον άλλον εργολάβο κ. Παύλο Γιαννή, έγιναν μέρος των εργασιών, καταδεικνύοντας έλλειψη ειδικής και θετικής μαρτυρίας που να καταδεικνύει πιο ήταν εκείνο το μέρος των εργασιών που εκτέλεσε ο εν λόγω εργολάβος επί ποιου συνόλου, ο οποίος μάρτυρας δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα, αφήνοντας και για αυτόν τον λόγο της σχετική μαρτυρία άνευ αποδεικτικής βαρύτητας. Ο εν λόγω μάρτυρας επίσης προέβαλε μια εκδοχή, η οποία αφήνει δυσμενείς εντυπώσεις, ήτοι η εκδοχή ότι δεν έχει ενημερώσει τον Μ.Ε 3 για την αναγραφή του ονόματος του λόγω του ότι ο Μ.Ε.3 γνωρίζει τους κανονισμούς και ότι δεν είχε καμία ανάμειξη επί του έργου και από την άλλη το γεγονός ότι υποβλήθηκε στον εν λόγω μάρτυρα ότι ανέγραψε το όνομα του Μ.Ε.3 επί της επίδικης σύμβασης, διακρίνεται ένα κοινό έδαφος στο ότι η αναγραφή του ονόματος του Μ.Ε.3 επί του τεκμηρίου 2 έγινε εν αγνοία του και συνακόλουθα το έκτο διατακτικό αποτελεί και για αυτόν τον λόγο το μόνο σταθερό και ασφαλές υπόβαθρο για να εξαχθούν συμπεράσματα εκτέλεσης εργασιών που εγκρίθηκαν για συγκεκριμένο ποσό, παρ΄ όλο που δεν έχει γίνει επιμέτρηση από τον κατονομαζόμενο επιμετρητή του έργου, λόγω ακριβώς της αποδεικτικής αξίας του διατακτικού/πιστοποιητικού με βάση την επίδικη σύμβαση, ως αναφέρεται πιο πάνω. Μη ασφαλές υπόβαθρο αποτελεί και η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι από ότι θυμόταν καλά, έγιναν και επιπρόσθετες εργασίες και γενικά ο εν λόγω μάρτυρας απαντούσε με υπεκφυγές επί αυτού του θέματος και η όλη μαρτυρία του επί αυτού του θέματος δεν είναι διαφωτιστική, ούτε είναι αξιόπιστη, διότι διακρίνεται μια προσπάθεια να βοηθήσει ο εν λόγω μάρτυρας την εκδοχή της εναγόμενης, παρά το γεγονός ότι με το δεύτερο και έκτο διατακτικό αντίστοιχα ενέκρινε επιπρόσθετες εργασίες. Αλληλοαναιρετική της εκδοχής της πλευράς της εναγόμενης αποτέλεσε και η αναφορά του Μ.Υ.3, ότι τον κ. Παπαιωάννου, (ο οποίος επίσης δεν παρήλασε από το εδώλιο του μάρτυρα με την ανάλογη αποδεικτική βαρύτητα ως αναφέρθηκε πιο πάνω), ότι δηλαδή πληρώθηκε από τον Μ.Υ.1, ενώ ο Μ.Υ.1 παρουσίαζε μια άλλη αντίθετη εικόνα ως προς το πρόσωπο που προέβαινε στις πληρωμές, ήτοι η θυγατέρα του και περαιτέρω παρουσίαζε ο Μ.Υ.1 μια εικόνα άγνοιας και παρέπεμπε σε ουσιώδη θέματα στον Μ.Υ.3, ως πιο πάνω αναφέρθηκε. Η αναφορά του Μ.Υ.3 ότι οι ενάγοντες εκτελούσαν τις εργασίες τους γρήγορα και πιο συγκεκριμένα για το θέμα της σκάλας, έρχεται από την μια σε αντίφαση με το όλο σκηνικό που η πλευρά της εναγόμενης έχει προσπαθήσει να στήσει και να παρουσιάσει τους ενάγοντες ότι κωλυσιεργούσαν να εκτελέσουν τις εργασίες τους και ότι δεν ενδιαφέρονταν και ότι είχαν αλλοδαπούς εργάτες που δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα, αλλά και από την άλλη όμως, παρουσιάζεται ο Μ.Υ.3 να προέβαινε σε επιθεώρηση του έργου σε τέτοια χρονικά στάδια, που αποδεικνύουν ότι θα έπρεπε να προβαίνει σε επιθεώρηση και συνεννόηση με τους ενάγοντες πιο συχνά, για να ελέγχει, να εγκρίνει ή να δίδει τις ανάλογες οδηγίες έγκαιρα και να μην βρίσκεται προ τετελεσμένων. Αυτή η συγκεκχυμένη στάση ιδίως για το ζήτημα της σκάλας, διαφαίνεται επίσης και από το γεγονός η αναφορά του ότι από την μια την πρώτη κατεδάφιση της διενήργησαν οι ενάγοντες, την δεύτερη φορά που έγινε λανθασμένα την επιδιόρθωσε ο κ. Παπαιωάννου (ο οποίος δεν έχει παρηλάσει από το εδώλιο του μάρτυρα με ότι αυτό συνεπάγεται από απόψεως αποδεικτικής βαρύτητας ως πιο πάνω αναφέρθηκε) και ακολούθως ανέφερε ότι δεν ήξερε εάν αρχικά έγινε από μπετόν και να κατεδαφίστηκε και μετά να έγινε από πέτρα. Πέραν της πιο πάνω αξιολόγησης που έχει γίνει αναφορικά με την μη προσκόμιση μαρτυρίας από τα εμπλεκόμενα μέρη που διενήργησαν εργασίες στην επίδικη κατοικία μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας, αξιοσημείωτη είναι η αναφορά του Μ.Υ.3 που αποδυναμώνει περισσότερο την αποδεικτική βαρύτητα των ισχυρισμών του και γενικά της υπόθεσης της εναγόμενης, η οποία στηρίζεται σε ένα μη στέρεο υπόβαθρο και πιο συγκεκριμένα, η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα ότι θα πρέπει να πληρώθηκαν άλλα ποσά στον δεύτερο εργολάβο διότι έγιναν επιπρόσθετα σχέδια για επιπρόσθετες εργασίες, χωρίς αυτά να κατατεθούν και να επεξηγηθούν και να δικαιολογήσουν αυτήν την μετατροπή. Ήταν μη διαφωτιστικός και ασαφής με την αναφορά του ότι η ανάγκη για επιπρόσθετες εργασίες προέκυψε μετά τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης, ως επίσης ήταν μη διαφωτιστικός και ασαφής για το ζήτημα της προσφοράς του δεύτερου εργολάβου που αν και δεν έχει μαρτυρήσει ο εν λόγω εργολάβος με την συνεπακόλουθη μηδενική αποδεικτική αξία, επιπρόσθετα όμως, ένα ακόμα στοιχείο που προσθέτει στην αποδεικτική αδυναμία της υπόθεσης της εναγομένης, είναι και το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση ο εν λόγω μάρτυρας να δώσει ικανοποιητικές και λογικές εξηγήσεις για τις αποκλίσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση και πιο συγκεκριμένα τι τελικώς παρουσιαζόταν στην Πολεοδομία, με άμεσο αντίκτυπο στην υπόθεση της εναγομένης από την στιγμή που συνδέει η εναγόμενη τις ισχυριζόμενες αμελείς πράξεις και παραλείψεις των εναγόντων με την ανάγκη επιδιόρθωσης και ολοκλήρωσης της επίδικης κατοικίας. Μη σταθερή είναι και η αναφορά του εν λόγω μάρτυρα αναφορικά με τον διορισμό του Μ.Υ.2 και πιο συγκεκριμένα ο Μ.Υ.3 από την μια αναφέρει ότι διόρισε τον Μ.Υ.2 ως ανεξάρτητος εμπειρογνώμονας, θέση η οποία ουδόλως πείθει διότι όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν είχε τα αντικειμενικά εκείνα εχέγγυα και πλήρη γνώση όλων των εκδοχών εν΄ όψει του ότι δεν έχει συνομιλήσει με τους ενάγοντες και μετά να αναφέρει ότι ο διορισμός έγινε ή μετά την δυσκολία του Μ.Ε.3 να προβεί στην επιμέτρηση, ήτοι προβάλλοντας μια νέα εκδοχή και ακολούθως να αναφέρει μια άλλη εκδοχή, λέγοντας ότι ο Μ.Ε.3 αρνήθηκε να προβεί σε επιμέτρηση, καθιστώντας επομένως όλην την διαδικασία διορισμού του Μ.Υ.2 τρωτή και την έκθεση του επισφαλή για να δύναται να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτήν για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Άνευ λογικής και πειστικότητας είναι και η αναφορά του Μ.Υ.3 ότι τα δελτία ποσοτήτων και η επιμέτρηση είναι το ίδιο πράγμα, διότι το δελτίο ποσοτήτων προηγείται και η εργασία, αν γίνει και σε ποια έκταση, ακολουθεί και η επιμέτρηση είναι ξεχωριστή εργασία, για την οποία λαμβάνονται υπ΄ όψη τα δελτία ποσοτήτων ως προς τις τιμές μονάδος, για να συνδυαστούν με τις εργασίες που έγιναν ή δεν έγιναν για να εξακριβωθεί το ακριβές οφειλόμενο ποσό. Υστερόβουλη, μη λογική και μη πειστική είναι η αναφορά του Μ.Υ.3 ότι ενημέρωσε τους ενάγοντες εάν θέλουν να διορίσουν δικό τους επιμετρητή, διότι η κοινή λογική θα ήταν είτε να αποδεχθούν οι ενάγοντες ή να συμμετέχουν οι ενάγοντες κατά την επιμέτρηση, πράγμα που δεν έγινε. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω αξιολόγηση, η ανταπαίτηση της εναγόμενης απορρίπτεται και η απαίτηση των εναγόντων πετυχαίνει για το ποσό των €10,
- Υπάρχει όμως και ένα επιπρόσθετο ποσό που θα πρέπει να επιδικαστεί στους ενάγοντες και είναι το ποσό που αντιστοιχεί στον ορθό συντελεστή Φ.Π.Α. που οι ενάγοντες ακολούθως θα πρέπει να καταβάλουν στο Φ.Π.Α. και που είναι το 15% και συνεπώς στο ποσό των €10,000, θα πρέπει να προστεθεί το ποσό των €1,500 που αντιστοιχεί στο 15% Φ.Π.Α. με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία έκδοσης του έκτου διατακτικού, ήτοι την 17/7/2009 και το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με τα ποσά των αποδείξεων στα τεκμήρια 11(γ) και 11(δ) και πιο συγκεκριμένα στο ποσό των €17,000 (τεκμήριο 11(γ) θα πρέπει να επιβληθεί ποσό Φ.Π.Α €2,550 και από την στιγμή που επιβλήθηκε ποσό 5% μόνο και εισπράχθηκε ποσό ως Φ.Π.Α. €850, θα πρέπει να προστεθεί στο επιδικασθέν ποσό υπέρ των εναγόντων η σχετική διαφορά, ήτοι €1,700 με νόμιμο τόκο από την ημερομηνία της σχετικής απόδειξης, ήτοι από τις 26/1/2009 και το ίδιο θα συμβεί με το τεκμήριο 11(δ) και πιο συγκεκριμένα από την στιγμή που εισπράχθηκε συνολικά το ποσό των €24,150, ήτοι €23,000 πλέον €1,150 που αντιστοιχεί στο 5% Φ.Π.Α, θα πρέπει να προστεθεί στο επιδικασθέν ποσό η σχετική διαφορά, ήτοι από την στιγμή που θα έπρεπε να εισπραχθεί ποσό Φ.Π.Α. €3,450 και εισπράχθηκε μόνο το ποσό των €1,150, θα πρέπει να καταβληθεί στους ενάγοντες και αυτοί με την σειρά τους στο Φ.Π.Α το ποσό των €2,300 με νόμιμο τόκο από 14/3/2009, ήτοι την ημερομηνία που φέρει η σχετική απόδειξη - τεκμήριο 11(δ). ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα εν΄ όψει της συνεκδίκασης της με την απαίτηση και εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €10,000 με νόμιμο τόκο προς 5,5% από 17/7/2009 μέχρι 31/12/2014 και 4% από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ποσό €1,500 με νόμιμο τόκο προς 5,5% από 17/7/2009 μέχρι 31/12/2014 και 4% από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ποσό εκ €1,700 με νόμιμο τόκο προς 5,5% από τις 26/1/2009 μέχρι 31/12/2014 και 4% από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον ποσό εκ των €2,300 με νόμιμο τόκο 5,5% από 14/3/2009 μέχρι 31/12/2014 και 4% από 1/1/2015 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα υπέρ εναγόντων και εναντίον της εναγομένςη στην κλίμακα επιτυχίας, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο