Παναγιώτη Κλεάνθους, εκ Λεμεσού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κλεάνθη Αθανασίου ν. Χρίστου Μαυρίδη, Αρ. Αγωγής: 4499/09, 10/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A266 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4499/09 Μεταξύ: Παναγιώτη Κλεάνθους, εκ Λεμεσού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Κλεάνθη Αθανασίου. Ενάγοντας Και Χρίστου Μαυρίδη, εκ Λεμεσού Εναγομένου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 10 Ιουνίου 2016 Εμφανίσεις: Για ενάγοντα: κα Μαρία Προκοπίου - Κυριακίδου, για ν' ακούσει απόφαση κα Κυριακίδου. Για εναγόμενο: κος Π. Κωνσταντίνου για κ.κ. Α.Π. Ερωτοκρίτου & Σια, για ν' ακούσει απόφαση κος Π. Κωνσταντίνου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κλεάνθης Αθανασίου έχασε τη ζωή του στις 24.10.2007 σε δυστύχημα το οποίο επεσυνέβη κατά την πιο πάνω ημερομηνία στο κύριο δρόμο Λεμεσού - Ομόδους. Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε από τον διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα εναντίον του εναγομένου, οδηγού του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΕΤΧ
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης ο αποβιώσας κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν πεζός στην οδό Λευτέρη Καρασιαλή στο χωριό Κυβίδες και προσπαθούσε να διασταυρώσει τον ως άνω δρόμο. Στην προσπάθεια του αυτή ο εναγόμενος οδηγώντας το πιο πάνω όχημα του με κατεύθυνση το χωριό Όμοδος αμελώς επέπεσε πάνω στον αποβιώσαντα με αποτέλεσμα να τραυματίσει τον πεζό ο οποίος λόγω του τραυματισμού υπέκυψε αργότερα στα τραύματα του, η δε περιουσία και τα παιδιά του υπέστησαν ζημιές. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αποδίδεται στον εναγόμενο αμέλεια και/ή παράβαση των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι οποίες παρατίθενται στην παρ. 5 της έκθεσης απαίτησης. Στην παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης αναφέρονται τα ονόματα των 12 ενήλικων παιδιών του αποβιώσαντα. Με την Αγωγή του ο ενάγοντας ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα αξίωνε αρχικά διάφορα ποσά ως αποζημιώσεις, όπου τελικά κατά την Ακρόαση προωθήθηκε μόνο η απαίτηση για το ποσό των €17.000.- αναφορικά με αποζημιώσεις λόγω απώλειας (bereavement) προς όφελος των παιδιών του αποβιώσαντα. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση με την οποία παραδέχεται ότι ο ενάγοντας είναι διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντα, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσαντας επιχείρησε να διασταυρώσει τον εν λόγω δρόμο στις 24.10.07 και ότι ο αποβιώσαντας τραυματίστηκε θανάσιμα από το ατύχημα. Αρνείται τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντα επιρρίπτοντας στον αποβιώσαντα την αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια στην πρόκληση του δυστυχήματος προβάλλοντας ως ουσιαστική υπεράσπιση τον ισχυρισμό ότι ο αποβιώσαντας επιχείρησε να διασταυρώσει τον εν λόγω δρόμο εν καιρώ νυκτός σε δρόμο που δεν φωτιζόταν, φορώντας σκούρα ρούχα και χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο εναγόμενος. Κατά την ακροαματική διαδικασία παρουσιάστηκε από πλευράς του ενάγοντα ο μάρτυρας Λοχίας 4756 Μάριος Γεωργίου. Ανέφερε ότι ήταν ο εξεταστής της υπόθεσης και ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος. Κατά τον ίδιο το δυστύχημα έγινε η ώρα 06:20 το πρωί της 24.10.
- Όταν μετέβηκε στη σκηνή, παρόν ήταν ο εναγόμενος ενώ ο αποβιώσαντας είχε μεταφερθεί με ασθενοφόρο στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εξήγησε το σχέδιο το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 επαναλαμβάνοντας τα όσα κατέγραψε στο Ευρετήριο του Τεκμηρίου
- Κατά τον ίδιο το θύμα φορούσε γκρίζο παντελόνι με καρό πρασινωπό πουκάμισο και εσωτερική άσπρη φανέλα, όπως παρατήρησε στο νεκροτομείο όπου βρισκόταν ο αποβιώσαντας. Ανέφερε ότι το πλάτος του δρόμου είναι 5,60 μέτρα, το σημείο σύγκρουσης Χ απέχει από την δεξιά πλευρά του δρόμου 3,70 μέτρα και από την αριστερή πλευρά το σημείο Χ απέχει 1,90 μέτρα. Στη σκηνή του δυστυχήματος βρήκε ίχνη τροχοπέδησης τα οποία ξεκινούν από το σημείο Χ και είναι 22 μέτρα και 20 εκατοστόμετρα. Με βάση την μέθοδο Skitman κατέληξε ότι η ελάχιστη ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εναγόμενος κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέρχετο σε 59,29 χλμ ανά ώρα και το όριο ταχύτητας κατά τον ίδιο στην περιοχή είναι 50 χλμ. Τα φώτα του οχήματος του εναγόμενου ελέγχθηκαν από τον ίδιο την ημέρα του δυστυχήματος στην παρουσία του εναγόμενου και διαπίστωσε ότι στην κανονική στάση των φώτων το δεξιό φανάρι φώτιζε σε απόσταση 16,20 μέτρων και το αριστερό σε απόσταση 20 μέτρων. Όταν πήγε στη σκηνή τα φώτα του οχήματος του εναγόμενου ήταν αναμμένα αλλά δεν θυμόταν να απαντήσει αν ήταν στη κανονική στάση. Αναφορικά με τον φωτισμό ανέφερε ότι ο δρόμος όπου έγινε το δυστύχημα δεν είχε καθόλου φωτισμό, δεν θυμάται πόσο σκοτεινά ήταν αλλά δεν ήταν «πισσούρι», όπως ανέφερε ήταν η ώρα που ψευτοχαράζει. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 3 την ανακριτική κατάθεση την οποία έλαβε από τον εναγόμενο στις 24.10.07 η ώρα 10:00 π.μ.. Αυτόπτες μάρτυρες δεν υπήρχαν. Αντεξεταζόμενος κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την κατάθεση του εναγόμενου η οποία λήφθηκε από τον Υπαστυνόμο Αιμίλιο Καφά στις 24.10.07 η ώρα 07:45 στη σκηνή του δυστυχήματος στην οποία ο εναγόμενος ανέφερε ότι δεν είδε τον αποβιώσαντα προηγουμένως, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, πάτησε τα στόπερ και όταν κατέβηκε διαπίστωσε ότι χτύπησε έναν άνδρα, τον οποίο δεν είχε δει προηγουμένως, φορούσε σκούρα ρούχα, ήταν σκοτεινά και δεν υπήρχε φωτισμός στον δρόμο. Εις ότι αφορά το σημείο Β επί του Τεκμηρίου 1 το οποίο σημείωσε ως την πορεία του πεζού ανέφερε αντεξεταζόμενος ότι δεν του υπέδειξε κάποιος το εν λόγω σημείο της πορείας του πεζού αλλά ήταν το πρώτο κοντινό σημείο προς το σημείο σύγκρουσης όπου υπήρχε πέρασμα προς τον δρόμο καθότι πιο μπροστά και πιο πίσω από το εν λόγω σημείο υπήρχε χωμάτινο αυλάκι που ήταν βαθύ και δεν θα μπορούσε να περάσει κάποιος από εκείνα τα σημεία. Παραδέχθηκε ότι τοποθέτησε την πορεία του πεζού χωρίς μαρτυρία. Ενώ αρχικά απέκλεισε το ενδεχόμενο να μπορούσε ο αποβιώσαντας να περπατήσει στο χωμάτινο αυλάκι στη συνέχεια συμφώνησε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει από ποιο σημείο εισήλθε ο αποβιώσαντας στον δρόμο συμφωνώντας επίσης ότι τα όσα ανέφερε αποτελούν μόνο υποθέσεις. Αναφορικά με το ζήτημα της ορατότητας ανέφερε ότι, κατά τη διάρκεια της ημέρας η ορατότητα του δρόμου μπορεί να ανέλθει σε 500 μέτρα αλλά η ορατότητα του εναγόμενου ήταν 300 μέτρα, και πάλι κατά την ημέρα, ενώ κατά τη διάρκεια της νύκτας η ορατότητα του εναγόμενου ήταν η απόσταση που φωτίζουν τα φώτα του αυτοκινήτου του. Σύμφωνα με τον ίδιο μετέβηκε στη σκηνή του δυστυχήματος, περίπου 3-4 ημέρες μπορεί και 6 ημέρες μετά το δυστύχημα, η ώρα 06:20 π.μ. όπου διαπίστωσε ότι δεν ήταν τελείως «πισσούρι» αλλά εξαρτάται όπως είπε από την όραση του καθενός. Υπήρχε όπως είπε κάποια ορατότητα όχι ξεκάθαρη. Εις ότι αφορά το Τεκμήριο 2, φωτογραφία του αποβιώσαντα, ανέφερε ότι δεν έβγαλε ο ίδιος του την φωτογραφία αλλά άλλος συνάδελφος του κατά τη νεκροψία. Σε ερώτηση κατά πόσο το γκρίζο παντελόνι στα σκοτεινά θεωρείται σκούρο ή ανοιχτό χρώμα, ανέφερε ότι εξαρτάται από το πόσο ανοιχτό ή σκούρο γκρίζο είναι το παντελόνι. Κατά τον ίδιο την ημέρα φαίνεται ανοιχτό χρώμα το παντελόνι του αποβιώσαντα αλλά δεν μπορεί να ξέρει πως φαίνεται τη νύχτα. Ανέφερε επίσης ότι εντός του φακέλου υπάρχει μια κατάθεση από τον Αντρέα Αγαθοκλέους ο οποίος έδωσε κατάθεση στον Αστυνομικό Σταθμό Πάχνας στις 25.10.07 ο οποίος ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος είδε ένα άντρα στο μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγόμενου ο οποίος φορούσε σκούρα ρούχα. Όπως ανέφερε, το εν λόγω πρόσωπο εμφανίστηκε την επομένη στον Αστυνομικό Σταθμό Πάχνας και δεν τον είχε δει στη σκηνή. Συμφώνησε ότι το αριστερό φανάρι των αυτοκινήτων τη νύκτα φέγγει σε ευθεία γραμμή ενώ το δεξί φέγγει λοξός αριστερά. Επανέλαβε ότι το χτύπημα ήταν στο δεξιό μπροστινό μέρος του οχήματος του εναγόμενου και ότι δεν υπήρχε φωτισμός στο σημείο όπου έγινε το σχεδιάγραμμα. Δεύτερος μάρτυρας παρουσιάστηκε ο ενάγοντας Παναγιώτης Κλεάνθους, γιος του αποβιώσαντα και διαχειριστής της περιουσίας του πατέρα του. Ανέφερε ότι την ημέρα του δυστυχήματος μετέβηκε στο νοσοκομείο όπου θα μεταφέρετο ο πατέρας του. Όταν μετέβηκε στις πρώτες βοήθειες κατέβαζαν τον πατέρα του και παρατήρησε ότι φορούσε γκρίζο παντελόνι ανοιχτό, μέσα άσπρη φανέλα, πουκάμισο άσπρο και καφέ καρό. Ο εναγόμενος δεν έδωσε μαρτυρία κατά την Ακρόαση και δεν παρουσίασε μάρτυρες. Μετά το πέρας της δίκης οι συνήγοροι κατέθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στην διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου. Έχοντας υπόψη μου τις πάγιες αρχές της νομολογίας αναφορικά με την αξιολόγηση μαρτυρίας θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας και στην καταγραφή των ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. O εξεταστής του υπό κρίση δυστυχήματος ME1 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε κατά τρόπο άμεσο, σταθερό και ειλικρινή. Υπό την ιδιότητα του αυτή και κληθείς να καταθέσει τα όσα περιήλθαν στη γνώση του, παρέθεσε τα ευρήματα του στη σκηνή ως ο ίδιος τα διαπίστωσε με εμφανή τη γνησιότητα και σταθερότητα στα λεγόμενα του. Ο ΜΕ1 αντεξετάστηκε με επίκεντρο της αντεξέτασης του να αποτελεί ο φωτισμός του δρόμου όπου έγινε το δυστύχημα, η πορεία του αποβιώσαντα και το χρώμα των ρούχων που φορούσε. Aναφορικά με τον φωτισμό στο δρόμο όπου έγινε το δυστύχημα ανέφερε μεν ότι δεν υπήρχε φωτισμός, προφανώς οδικός, αλλά ανέφερε ότι έλεγξε την ίδια ημέρα του δυστυχήματος τα φώτα του οχήματος του εναγόμενου και διαπίστωσε ότι στην κανονική στάση των φώτων το δεξί φανάρι φώτιζε σε απόσταση 16,20 μέτρα και το αριστερό σε απόσταση 20 μέτρων. Επιβεβαίωσε μάλιστα ότι όταν πήγε στη σκηνή τα φώτα του οχήματος του εναγόμενου ήταν αναμμένα. Το γεγονός ότι δεν θυμόταν αν ήταν αναμμένα στη κανονική στάση δεν μεταβάλει τα δεδομένα εφόσον δεν φάνηκε από την αντεξέταση να αμφισβητείται η απόσταση όπου φέγγουν τα φώτα του αυτοκινήτου ως οι αποστάσεις τις οποίες έχει αναφέρει ο ΜΕ1 καθώς επίσης δεν αμφισβητείται ότι όταν ο ΜΕ1 μετέβηκε στη σκηνή τα φώτα του οχήματος του εναγομένου ήταν αναμμένα. Το γεγονός ότι ο ΜΕ1 συμφώνησε σε ερώτηση η οποία του υποβλήθηκε ότι στα οχήματα γενικά το αριστερό φανάρι φέγγει σε ευθεία γραμμή ενώ το δεξί φέγγει λοξός αριστερά δεν μπορεί να μεταβάλει τα πεδίο ορατότητας το οποίο ανέφερε ο ΜΕ1 εφόσον δεν έχει λεχθεί ότι κάτι τέτοιο ισχύει και για το αυτοκίνητο του εναγόμενου ή ότι η ορατότητα του διαφοροποιήθηκε ενόψει τούτου. Από την μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει και αποδέχομαι ότι ναι μεν δεν υπήρχε φωτισμός επί του δρόμου όπου επεσυνέβη το δυστύχημα όμως προκύπτει επίσης ότι ο εναγόμενος είχε ορατότητα στην ευθεία πορεία του, δηλαδή από το αριστερό φανάρι, τουλάχιστον μέχρι 20 μέτρα ενώ από το δεξί φανάρι ορατότητα τουλάχιστον μέχρι 16,20 μέτρα. Εις ότι αφορά το ζήτημα της ορατότητας ο ΜΕ1 δεν ανέφερε σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του ότι ήταν εντελώς σκοτεινά και όπως χαρακτηριστικά ανέφερε δεν ήταν «πισσούρι», ψευτοχάραζε εκείνη την ώρα και αυτό το διαπίστωσε από επίσκεψη του στο σημείο του δυστυχήματος λίγες μέρες μετά κατά την ίδια ώρα όπου έγινε το δυστύχημα. Εις ότι αφορά την πορεία του πεζού όντως ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τα συμπεράσματα του στηρίζονται σε υποθέσεις. Όμως αυτό το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί είναι τι σημασία έχει η πορεία του πεζού λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας και έχοντας υπόψη το σημείο Χ το οποίο αποτελεί το αδιαμφισβήτητο σημείο σύγκρουσης του οχήματος του εναγόμενου με τον αποβιώσαντα. Είμαι της άποψης ότι από την στιγμή όπου το σημείο Χ βρίσκεται περίπου στο μέσο της λωρίδας όπου επεσυνέβη το δυστύχημα δεν έχει τόση σημασία η πορεία του πεζού ή το σημείο από όπου εισήλθε στον δρόμο εφόσον το σημείο Χ όπως είπε ο ΜΕ1 απέχει 1,90 μέτρα από την αριστερή πλευρά του δρόμου και 3,70 μέτρα από την δεξιά πλευρά του δρόμου και αυτό καταδεικνύει ότι ο αποβιώσαντας είχε ήδη διανύσει κάποια απόσταση από το σημείο από το οποίο εισήλθε. Το σημείο εισόδου του αποβιώσαντα στον δρόμο και η μαρτυρία του ΜΕ1 περί τούτου θα είχε σημασία κατά την άποψη μου εάν επροβάλλετο ο ισχυρισμός ότι ο αποβιώσαντας εισήλθε απότομα στον δρόμο ή εάν το δυστύχημα γινόταν στην άκρια του δρόμου και επροβάλλετο ο ισχυρισμός ότι πιθανό αυτός να είχε εισέλθει από το χωμάτινο αυλάκι το οποίο όπως είπε ο ΜΕ1 είχε κάποιο βάθος. Από την στιγμή όπου το σημείο Χ βρίσκεται στο σημείο όπου αποδέχονται και οι δυο πλευρές και αυτό όπως προαναφέρθηκε βρίσκεται σε απόσταση 3,70 μέτρα από τη δεξιά πλευρά από την οποία είναι αδιαμφησβήτητο ότι ο αποβιώσαντας εισήλθε στον δρόμο και ήδη είχε διανύσει κάποια απόσταση, προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΕ1 και την πραγματική μαρτυρία την οποία παρουσίασε ότι το σημείο από το οποίο εισήλθε ο αποβιώσαντας ή ποια ήταν η πορεία του πριν το δυστύχημα δεν μπορούν να έχουν σημασία για την υπόθεση εφόσον προκύπτει αβίαστα ότι κατά την στιγμή του δυστυχήματος ο αποβιώσαντας βρισκόταν ήδη επί του δρόμου όταν έγινε η σύγκρουση σε αρκετή απόσταση από τις δυο άκριες του δρόμου. Επομένως οι υποθετικές θέσεις του περί της πορείας και σημείο εισόδου του αποβιώσαντα στον δρόμο δεν μπορούν να κλονίσουν την αξιοπιστία του και να αποδυναμώσουν την πειστικότητα της μαρτυρίας του. Εις ότι αφορά την ύπαρξη του χωμάτινου αυλακιού και το ενδεχόμενο ο αποβιώσαντας να εισήλθε στον δρόμο από το χαντάκι και πάλι δεν μεταβάλει τα δεδομένα και δεν μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς τα γεγονότα εφόσον επαναλαμβάνω το σημείο Χ βρίσκεται σε αρκετή απόσταση από το χωμάτινο αυλάκι, εφόσον το σημείο Χ το οποίο υποδείχθηκε από τον εναγόμενο απέχει 3,70 μέτρα από την δεξιά πλευρά του δρόμου στην οποία βρίσκεται και το χαντάκι και 1,90 μέτρα από την αριστερή πλευρά του δρόμου. Εις ότι αφορά τον ρουχισμό του αποβιώσαντα ο ΜΕ1 δεν ανέφερε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας του ότι ο ρουχισμός του αποβιώσαντα ήταν σκούρος. Με απλότητα, ειλικρίνεια και λογική ανέφερε ότι δεν μπορεί να ξέρει πως φαίνονταν τα ρούχα του αποβιώσαντα την νύχτα αλλά κατά την ημέρα φάνηκε το παντελόνι φαινόταν ανοικτό χρώμα γκρίζο. Παρατηρώντας την φωτογραφία Τεκμήριο 2 διαπιστώνω ότι όντως ο αποβιώσαντας φορούσε παντελόνι χρώματος γκρίζου το οποίο θα συμφωνήσω με τον ΜΕ1 ότι φαίνεται ανοιχτόχρωμο και πουκάμισο καρό χρώματος πράσινο και καφέ. Το γεγονός ότι ο ΜΕ2 ανέφερε ότι το πουκάμισο ήταν άσπρο και καφέ, ενώ ο ΜΕ1 ανέφερε άλλα χρώματα κρίνω ότι κάτι τέτοιο δεν αποτελεί αντίφαση τέτοιας σημασίας η οποία θα μπορούσε να κλονίσει την αξιοπιστία είτε του ενός είτε του άλλου μάρτυρα. Αυτό το οποίο έχει σημασία είναι κατά πόσο τα ρούχα του αποβιώσαντα ήταν σκούρα. Βέβαια το πώς αντιλαμβάνεται ο καθένας τους χρωματισμούς και τον τόνο κάθε χρωματισμού είναι προσωπική αντίληψη του καθενός. Αυτό εις το οποίο μπορώ να καταλήξω ως απόρροια κοινής λογικής είναι ότι το παντελόνι του αποβιώσαντα δεν ήταν σκούρο όπως και το πουκάμισο του δεν ήταν όσο σκούρο θα ήταν για παράδειγμα ένα μαύρο πουκάμισο. Βέβαια το πώς ο εναγόμενος αντιλαμβάνεται το πόσο σκούρα ήταν τα ρούχα του αποβιώσαντα παραμένει άγνωστο εφόσον ο εναγόμενος επέλεξε να μην μαρτυρήσει. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι τα ρούχα του αποβιώσαντα δεν μπορούν να χαρακτηριστούν απόλυτα ως σκούρου χρωματισμού. Να σημειωθεί ότι το εύρημα του ΜΕ1 ότι η ταχύτητα του εναγόμενου ήταν 59,29χλμ το ελάχιστο, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγομένου ούτε αμφισβητήθηκε επίσης ότι το επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην εν λόγω περιοχή ήταν 50 χλμ. Η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε ο εναγόμενος επιβεβαιώνεται και από το Τεκμήριο 4 την κατάθεση του στην οποία ανέφερε ότι οδηγούσε με 60 χλμ και δεν αμφισβητείται. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο μάρτυρας αυτός είναι εμπειρογνώμονας, και κάτι τέτοιο δεν έχει αμφισβητηθεί από πλευράς εναγομένου και η μαρτυρία του σκοπό έχει να διαφωτίσει το Δικαστήριο για να καταλήξει στα δικά του ευρήματα αναφορικά με τις συνθήκες που έγινε το επίδικο δυστύχημα, συνυπολογίζοντας και ελέγχοντας και την ορθότητα της υπόλοιπής μαρτυρίας που έχει ενώπιον του. Ο μάρτυρας θα πρέπει να δώσει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα επιστημονικά κριτήρια για να μπορεί να ελεχθεί η ακρίβεια των συμπερασμάτων του (βλ. Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 και Andreas Anastasiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97). Στο σημείο αυτό να τονίσω ότι η σημασία της πραγματικής μαρτυρίας ποικίλει ανάλογα με το βαθμό στον οποίο διαφωτίζει ως προς τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Κονναρή v. Κυριάκου
(1996)1 Α Α.Α.Δ. 267). Στην παρούσα υπόθεση η πραγματική μαρτυρία, δηλαδή το σχέδιο της σκηνής σε συνάρτηση με την μαρτυρία του αστυφύλακα η οποία κρίθηκε αξιόπιστη, μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο στην διεξαγωγή ασφαλών ευρημάτων εν σχέση με τις συνθήκες όπου έχει συμβεί το επίδικο ατύχημα. Τονίζεται ότι η πραγματική μαρτυρία η οποία υποστηρίχθηκε και εξηγήθηκε από πλευράς του ΜΕ1 είναι η μοναδική ουσιαστική μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου επί της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να στηριχθεί για την διεξαγωγή των συμπερασμάτων και ευρημάτων του. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι την μαρτυρία του ΜΕ1 στην ολότητα της και το περιεχόμενο της μαρτυρίας του αποτελεί το σύνολο των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Διαπιστώνω ότι ο έν λόγω μάρτυρας παρέθεσε με αμεσότητα και ειλικρίνεια τα ευρήματα του χωρίς να προβαίνει σε υπερβολές προς ενίσχυση είτε της μιας πλευράς είτε της άλλης. Να σημειωθεί ότι η αναφορά του ΜΕ1 σε κατάθεση κάποιου Ανδρέα Αγαθοκλέους γίνεται αποδεκτή μόνο εις ότι αφορά την ύπαρξη της εν λόγω κατάθεσης από το πιο πάνω πρόσωπο εφόσον κάτι τέτοιο δεν έχει αμφισβητηθεί, χωρίς να αποδέχομαι τα όσα περιλαμβάνει η εν λόγω κατάθεση εφόσον αυτή παρέμεινε εξ ακοής μαρτυρία και δεν έχει καν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου η εν λόγω κατάθεση. Πέραν τούτου δεν αποδέχομαι επίσης το σημείο από το οποίο, σύμφωνα με τον ΜΕ1, ο αποβιώσαντας εισήλθε στον δρόμο εφόσον όπως αποδέκτηκε ο ΜΕ1 το συμπέρασμα του στηρίχθηκε σε υποθέσεις. Επαναλαμβάνω όμως ότι δεν αμφισβητήθηκε ότι ο αποβιώσαντας εισήλθε στο δρόμο από τη δεξιά πλευρά του δρόμου. Τα πιο πάνω σημεία της μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν μπορούν να μεταβάλουν την κρίση του Δικαστηρίου για την αξιοπιστία του ΜΕ1 εφόσον η μαρτυρία του κρίνεται συνολικά και σε καμία περίπτωση αποσπασματικά ή μικροσκοπικά. Εις ότι αφορά τον μάρτυρα ΜΕ2 η μαρτυρία του ήταν σύντομη και ουσιαστικά κλήθηκε για να περιγράψει τον ρουχισμό του πατέρα του κατά την ημέρα του δυστυχήματος. Δέχομαι την μαρτυρία του και τα όσα είπε εκτός από το ότι το πουκάμισο του πατέρα του ήταν άσπρο και καφέ εφόσον από την φωτογραφία Τεκμήριο 2 δεν παρατηρώ στο πουκάμισο να υπάρχει χρώμα άσπρο. Λαμβάνοντας υπόψη την συναισθηματική φόρτιση με την οποία έδιδε την μαρτυρία του ο ΜΕ2, το γεγονός ότι ανέφερε χρώμα πουκαμίσου άσπρο και καφέ ενώ ο ΜΕ1 πράσινο και καφέ, δεν κρίνετε τέτοιας σημασίας αντίφαση η οποία θα μπορούσε να μεταβάλει την κρίση του Δικαστηρίου περί αξιοπιστίας του ΜΕ
- Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε μικροσκοπική αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, το οποίο έχει καθήκον να αξιολογεί και εξετάζει την μαρτυρία συνολικά. Εις ότι αφορά την εκδοχή του εναγόμενου το Δικαστήριο έχει ενώπιον του την κατάθεση την οποία έδωσε ο ίδιος στον ΜΕ1, Τεκμήριο 3 και την κατάθεση την οποία έδωσε στον Υπ/νόμο Καφά, Τεκμήριο
- Και στις δυο καταθέσεις του επιμένει ότι δεν είχε δει τον αποβιώσαντα προηγουμένως, άκουσε θόρυβο και σταμάτησε αμέσως όπου κατέβηκε και διαπίστωσε ότι χτύπησε ένα άνδρα. Τα όσα ανέφερε ο εναγόμενος στις δυο του καταθέσεις παρέμειναν χωρίς επιβεβαίωση. Συμφωνώ με τον κ Κωνσταντίνου ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν κατέθεσε ως μάρτυρας δεν μπορεί να κριθεί μοιραίο για τον ίδιο εφόσον το βάρος απόδειξης της αμέλειας του εναγόμενου παραμένει πάντοτε στους ώμους του ενάγοντα. Από την άλλη όμως ο μόνος μάρτυρας με άμεση γνώση των γεγονότων και πως αυτά εξελιχθήκαν ήταν ο εναγόμενος, η μαρτυρία του οποίου θα μπορούσε να υποστηρίξει την δική του εκδοχή. Με βάση όλα τα ως άνω, καταλήγω, ως περαιτέρω συμπεράσματα μου, ότι τα ουσιαστικά γεγονότα στην παρούσα υπόθεση, είναι τα ακόλουθα: Κατά την 24.10.2007 και περί ώρα 06:20 το πρωί ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα με αριθμό εγγραφής ΕΤΧ 533 στον κύριο δρόμο Λεμεσού Ομόδους με κατεύθυνση το χωριό Όμοδος. Σε κάποιο σημείο του δρόμου το όχημα το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος τραυμάτισε θανάσιμα τον πεζό Κλεάνθη Αθανασίου ο οποίος διασταύρωνε το δρόμο από δεξιά προς αριστερά σύμφωνα με την πορεία του οχήματος του εναγομένου. Δεν υπήρχε φωτισμός στο σημείο. Τα φώτα του οχήματος ήταν αναμμένα όπου το δεξί φανάρι έφεγγε σε απόσταση 16,20 μέτρα και το αριστερό φανάρι σε απόσταση 20 μέτρων. Κατά την ώρα του δυστυχήματος δεν ήταν τελείως σκοτεινά, ήταν η ώρα που χάραζε. Στο εν λόγω σημείο το πλάτος του δρόμου είναι 5,60 μέτρα και στην δεξιά πλευρά του δρόμου υπάρχει χωμάτινο αυλάκι. Ο δρόμος όπου έγινε το δυστύχημα έχει δυο λωρίδες κυκλοφορίας. Το σημείο σύγκρουσης εντός του δρόμου όπου έγινε το δυστύχημα σημειώθηκε από το ΜΕ1 κατόπιν υποδείξεως του εναγόμενου με το χαρακτηριστικό Χ επί του σχεδίου Τεκμήριο
- Το εν λόγω σημείο απέχει από την δεξιά πλευρά του δρόμου 3,70 μέτρα, από την πλευρά δηλαδή από την οποία εισήλθε ο αποβιώσαντας στον δρόμο αλλά παρέμεινε άγνωστο το ακριβές σημείο από το οποίο εισήλθε και από την αριστερή πλευρά του δρόμου απέχει 1,90 μέτρα. Ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του με ταχύτητα περί τα 60 χαω. Από το σημείο Χ υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης σε απόσταση 22 μέτρα και 20 εκατοστόμετρα. Ο πεζός κατά το χρόνο του δυστυχήματος διένυσε ολόκληρη την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του δρόμου και βρισκόταν στην αριστερή λωρίδα όπου οδηγούσε ο εναγόμενος. Ο αποβιώσαντας φορούσε γκρίζο παντελόνι και πουκάμισο πράσινο καφέ. Το παντελόνι του αποβιώσαντα σύμφωνα με τον ΜΕ1, η μαρτυρία του οποίου έγινε αποδεκτή, την ημέρα φαίνεται γκρίζο ανοικτό. Λόγω του ότι ο εναγόμενος είχε τουλάχιστον ορατότητα την απόσταση των φώτων του αυτοκινήτου το οποίο οδηγούσε και τα ρούχα του αποβιώσαντα δεν ήταν χρώματος απόλυτου σκούρου τόνου, ήταν ορατός. Υπό τις περιστάσεις δε, ήταν ορατός εντός της ακτίνας των φώτων του οχήματος του εναγομένου. Ο εναγόμενος δεν είδε τον πεζό παρά μόνο μετά τη σύγκρουση όπου διαπίστωσε ότι χτύπησε ένα άνδρα. Ο τρόπος και σημείο εισόδου του πεζού στο δρόμο παραμένει άγνωστος. Το καθήκον ενός οδηγού είναι να ενεργήσει ως ένας λογικός συνετός οδηγός θα οδηγούσε υπό τις περιστάσεις και το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Ήδη από το 1958 στην υπόθεση Savva and others v. Mylona
(1958)23 CLR 210, αναφέρεται ότι: "It is the duty of all road users to keep a proper look out to avoid colliding with other road users and the rule applies with greater force to motor or motor car drivers travelling at a speed." Για την απόδοση ευθύνης απαραίτητο συστατικό είναι η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και του αποτελέσματος. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται κατά τη δίκη. Και πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της οδικής συμπεριφοράς ενός εναγομένου και της πρόκλησης του ατυχήματος για να καταλογιστεί σ΄ αυτόν αμέλεια (Ράλλης Μακρίδης & Υιοί Λτδ ν. Λουκά
(2003)1 (Α) ΑΑΔ 447,Παναγίδου κ.ά. ν. Κόκκινου
(2001)1 (Α) ΑΑΔ 122). Παράβαση κανονισμού δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής αμέλεια (Χριστοφόρου ν. Τρύφωνος
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1516). Στην προκειμένη περίπτωση, είμαι της άποψης ότι από μόνο του το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είδε τον πεζό σε ένα δρόμο ευθύ και ενώ ο αποβιώσαντας βρισκόταν ήδη εντός του δρόμου διανύοντας έτσι αρκετή απόσταση διασταυρώνοντας τον δρόμο πλάτους 5,60 μέτρων, με ορατότητα την απόσταση την οποία έφεγγαν τα φανάρια του οχήματος του δηλαδή 20 μέτρα το αριστερό φανάρι και 16,20 μέτρα το δεξί φανάρι, ως έχει καταγραφεί πιο πάνω αλλά και χωρίς να είναι εντελώς σκοτεινά εφόσον κατά τον ΜΕ1 ψευτοχάραζε και χωρίς ο αποβιώσαντας να φορεί σκούρα εντελώς ρούχα, φανερώνει την ύπαρξη ευθύνης στο πρόσωπο του. Ως αποτέλεσμα κοινής λογικής ο πεζός δεν βρέθηκε στο εν λόγω σημείο από το πουθενά. Από κάποιο σημείο της δεξιάς πλευράς του δρόμου, διένυσε την απόσταση των 3,70 μέτρων μέχρι το σημείο Χ και κατά την σύγκρουση βρισκόταν ήδη εντός του δρόμου. Ενόψει του σημείου όπου έγινε η σύγκρουση δεν έχει τεθεί πειστική εξήγηση από πλευράς υπεράσπισης γιατί ο εναγόμενος δεν είδε τον αποβιώσαντα. Δεν μου διαφεύγει ότι ενώ αποτελεί θέση του εναγόμενου ότι δεν είδε τον αποβιώσαντα απλά άκουσε θόρυβο, προκύπτει από το Τεκμήριο 1 ότι από το σημείο Χ υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης μήκους 22 μέτρων και 20 εκατοστόμετρων. Πώς είναι δυνατό ο εναγόμενος μόλις άκουσε το θόρυβο από την σύγκρουση να σταμάτησε ως είναι η εκδοχή του (Τεκμήρια 3 και 4) ενώ από το Τεκμήριο 1 και την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ΜΕ1 υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης για τόσο μεγάλη απόσταση. Το Δικαστήριο ενόψει των διαπιστώσεων του δεν έχει ικανοποιητική εξήγηση η οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει την εκδοχή του εναγόμενου λαμβάνοντας υπόψη ότι ο αποβιώσαντας δεν βρέθηκε στον δρόμο απότομα αλλά ήδη βρισκόταν σε αυτόν. Η θέση της υπεράσπισης ότι πιθανό ο αποβιώσαντας να εισήλθε στον κύριο δρόμο από το χαντάκι δεν μεταβάλλει την κρίση του Δικαστηρίου εφόσον όταν έγινε το δυστύχημα το θύμα βρισκόταν ήδη στον δρόμο και στο σημείο Χ. Δεν έχει τεθεί από πλευράς εναγόμενου η θέση ότι ο αποβιώσαντας είτε εισήλθε απότομα στον δρόμο ή από σημείο το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο να εισέλθει στον δρόμο. Δεν παραβλέπω επίσης ότι ο εναγόμενος οδηγούσε πέραν του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας. Βέβαια αυτό από μόνο του δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την αμέλεια του εναγόμενου. Παρ' όλα αυτά όμως έχοντας υπόψη μου όλα τα δεδομένα της υπόθεσης και το γεγονός ότι ο εναγόμενος από την στιγμή όπου πάτησε τα φρένα μετά το σημείο Χ σταμάτησε μετά από 22 μέτρα, σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η ταχύτητα με την οποία οδηγούσε να συνέβαλε στην πρόκληση του δυστυχήματος. Εις ότι αφορά το ζήτημα της ορατότητας να σημειωθεί ότι αν και το Δικαστήριο κατέληξε σύμφωνα με την μαρτυρία του ΜΕ1 ότι δεν ήταν εντελώς σκοτάδι, η κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να στηριχθεί στην εισήγηση της κας Προκοπίου ότι σύμφωνα με κάποια ιστοσελίδα υπήρχε φως εκείνη την ημέρα και ώρα, εφόσον κάτι τέτοιο δεν έχει προσκομισθεί με μαρτυρία και οι αναφορές στην τελική αγόρευση της δεν μπορούν να αντικαταστήσουν την προσκομισθείσα μαρτυρία. Επίσης διαφωνώ με την εισήγηση της κας Προκοπίου ως αυτή καταγράφεται στην τελική αγόρευση της ότι ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς να έχει αναμμένα τα δυνατά φώτα του οχήματος του. Κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί με την μαρτυρία του ΜΕ1. Αυτό το οποίο ανέφερε ο ΜΕ1 είναι ότι τα φώτα του οχήματος του εναγομένου ήταν αναμμένα αλλά δεν θυμόταν σε ποια στάση ήταν αναμμένα. Το βέβαιο είναι ότι δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς υπεράσπισης ότι τα φώτα ήταν αναμμένα και η ορατότητα του εναγόμενου ήταν η εμβέλεια των φαναριών του οχήματος ήτοι 20 μέτρα το αριστερό φανάρι και 16,20 το δεξί φανάρι. Ο κος Κωνσταντίνου με την τελική αγόρευση του υποστηρίζει ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να κριθεί ικανή για να τεκμηριώσει την αμέλεια του εναγόμενου για τον λόγο ότι ο ΜΕ1 ανέφερε ότι εις τον δρόμο δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός, το σημείο Β πορεία του πεζού στο Τεκμήριο 1 και το σημείο από όπου εισήλθε ο αποβιώσαντας στο δρόμο αποτελούν υποθέσεις όπως ανέφερε ο ΜΕ1 και η ορατότητα του εναγόμενου ήταν όση απόσταση φωτίζουν τα φώτα του οχήματος του. Τόνισε επίσης την αντίφαση μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ1 και ΜΕ2 όπου ο πρώτος ανέφερε ότι ο αποβιώσαντας φορούσε γκρίζο παντελόνι με καρό πρασινωπό πουκάμισο ενώ ο δεύτερος ανέφερε ότι φορούσε γκρίζο παντελόνι και πουκάμισο καρό άσπρο και καφέ. Δεν μπορώ όμως να συμμεριστώ τις πιο πάνω εισηγήσεις του κ. Κωνσταντίνου για τους λόγους οι οποίοι αναφέρονται πιο πάνω καταγράφοντας την αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ1. Αναφορικά με το ζήτημα της ευθύνης ο κος Κωνσταντίνου παρέπεμψε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ερωτοκρίτου Παύλος και Άλλη, ως διαχειριστές της περιουσίας της αποβιωσάσης Wang Hogwei ν. Γεώργιου Μαυροβέλη και Άλλου,
(2011)1 Α.Α.Δ. 1467 και στην Αγγλική απόφαση Carter v. Sheath [1990] R.T.R. 12, η οποία έτυχε σχολιασμού και εφαρμογής στην υπόθεση Ερωτικρίτου Παύλος κ.α. ανωτέρω. Στην υπόθεση Ερωτοκρίτου Παύλος κ.α. λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Ο πρωτόδικος Δικαστής βασικά απέρριψε την αγωγή, βασιζόμενος στο γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία μαρτυρία εκ μέρους των εναγόντων-εφεσειόντων, από την οποία να προκύπτει ποια ήταν η θέση της αποβιώσασας αμέσως πριν το ατύχημα, ούτως ώστε να μπορεί να εκτιμηθεί η δυνατότητα του εφεσίβλητου να αντιληφθεί την παρουσία της. Έγινε αναφορά και στην υπόθεση Carter v. Sheath [1990] R.T.R. 12, όπου η τελική απόφαση βασιζόταν σε γεγονότα παρόμοια και έλλειψη μαρτυρίας για την κατάσταση που επικρατούσε και τη θέση του θύματος αμέσως πριν το ατύχημα. Είναι στοιχειώδες ότι ο ενάγων έχει το βάρος να αποδείξει την αμέλεια του εναγομένου, κάτι που, όπως ορθά διαπίστωσε το Δικαστήριο, δεν αποδείχθηκε, αφού δεν υπήρχε μαρτυρία για τη θέση της θανούσας αμέσως πριν το ατύχημα, που, ας σημειωθεί, ήταν ντυμένη εξ ολοκλήρου στα μαύρα.» Είμαι της άποψης όμως ότι οι πιο πάνω υποθέσεις διαφοροποιούνται από την παρούσα για δυο λόγους σημαντικούς. Κατά πρώτο στην υπόθεση Ερωτοκρίτου Παύλος κ.α. (ανωτέρω) σημαντικό ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου διαδραμάτισε η διαπίστωση ότι η αναπαράσταση η οποία έγινε δεν ήταν ικανοποιητική, χωρίς όμως να επιβάλλει καθήκον για αναπαράσταση της σκηνής του δυστυχήματος, όπου σε εκείνη την περίπτωση η κρίση του Δικαστηρίου ήταν ότι κατά το χρόνο του δυστυχήματος ήταν εντελώς σκοτάδι και το θύμα φορούσε εξ ολοκλήρου μαύρα ρούχα. Στην παρούσα περίπτωση σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει ότι ήταν εντελώς σκοτάδι και ότι το θύμα φορούσε εντελώς σκούρα ρούχα. Κατά δεύτερο, στην πιο πάνω υπόθεση δεν υπήρχε μαρτυρία αναφορικά με την θέση του θύματος αμέσως πριν τη σύγκρουση και το εν λόγω ζήτημα ήταν ουσιώδες λόγω του σημείου όπου έγινε η σύγκρουση. Στην παρούσα περίπτωση όπως αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ο αποβιώσας βρισκόταν ήδη εντός του δρόμου διανύοντας αρκετή απόσταση από την δεξιά πλευρά του δρόμου μέχρι το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση. Τονίζεται περαιτέρω ότι η πιο πάνω υπόθεση κρίθηκε αποκλειστικά κατά την άποψη μου επί τη βάση των δικών της γεγονότων εφόσον αποτέλεσε ουσιαστική κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η διερεύνηση του ατυχήματος ήταν πλημμελής και η μαρτυρία του αστυνομικού κρίθηκε αβάσιμη. Κάτι τέτοιο δεν ισχύει στην παρούσα υπόθεση και δεν έχει καν προβληθεί από πλευράς εναγομένου ότι πάσχει καθ' οιονδήποτε τρόπο η διερεύνηση του ατυχήματος. Εις ότι αφορά την υπόθεση στην οποία παρέπεμψε ο κος Κωνσταντίνου Carter στην οποία αποφασίστηκε ότι το γεγονός ότι ο οδηγός δεν είδε τον πεζό πριν τον χτυπήσει δε συνιστούσε από μόνο του αμέλεια, κρίθηκε στην υπόθεση Νικολάου ν. Γεωργίου,
(1993)1 Α.Α.Δ. 938 ότι η πιο πάνω Αγγλική υπόθεση στηρίχθηκε στα δικά της ιδιάζοντα περιστατικά. Με δεδομένα όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι ο εναγόμενος ήταν σε θέση και θα έπρεπε να εντοπίσει την ύπαρξη του πεζού. Η παράλειψη του να εντοπίσει την ύπαρξη του πεζού αλλά και η παράλειψη του να αποφύγει την σύγκρουση σε ένα δρόμο ευθύ, χωρίς να έχω ενώπιον μου μαρτυρία περί ύπαρξης τροχαίας κίνησης, φανερώνει ότι δεν είχε τη δέουσα παρατηρητικότητα. Η δε παράλειψη του αυτή σαφώς έχει αιτιώδη συνάφεια με τη σύγκρουση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Χ" Λούκα
(2000)1 ΑΑΔ 185, σε συνθήκες όπου η εφεσίβλητη δεν αντιλήφθηκε καθόλου την παρουσία του οχήματος του εφεσείοντα στο δρόμο: "Από τη μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί φαίνεται ότι το ατύχημα ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της παράλειψης της εφεσίβλητης να αντιληφθεί την παρουσία του εφεσείοντος στο δρόμο. Όπως έχει λεχθεί χαρακτηριστικά στην υπόθεση Nicolaides v. Economides
(1963)2 CLR 78, στην οποία εξεταζόταν η αμέλεια οδηγού που παρέσυρε πεζό που διασταύρωνε το δρόμο: «Assuming he looked back, as he said he did, before he started to cross the street he failed to observe the car which was plainly approaching. This was the effective cause of the collision. Failure to see what is plainly visible is negligence. As a reasonable person he ought not to have advanced in the path of the oncoming car.»" Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, παραμένει να εξεταστεί κατά πόσο η ευθύνη του εναγομένου είναι αποκλειστική ή υφίστατο συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο του αποβιώσαντα πεζού. Κάποιος ευθύνεται για την επίδειξη συντρέχουσας αμέλειας, αν όφειλε λογικά να προβλέψει ότι θα μπορούσε να ζημιωθεί ενεργώντας όπως ενήργησε (βλ. Βλάσιος ν. Αντωνίου
(1990)1 ΑΑΔ 815). Δεν έχει τεθεί οποιαδήποτε θέση ή εισήγηση από πλευράς Υπεράσπισης η οποία θα μπορούσε να υποστηρίξει και καταδείξει συντρέχουσα αμέλεια από μέρους του αποβιώσαντα και κρίνεται επομένως ότι αποκλειστική ευθύνη για την πρόκληση του δυστυχήματος φέρει ο εναγόμενος. Κατά συνέπεια, δεδομένης της προώθησης της αξίωσης του ενάγοντα μόνο για το ποσό των €17.000.-, για απώλεια (bereavement), έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγοντας απέδειξε ότι δικαιούται την επιδίκαση του εν λόγω ποσού. Εις ότι αφορά τον τόκο αν και ζητείται 8% από 24.10.07 δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε εισήγηση από πλευράς ενάγοντος προς υποστήριξη της εν λόγω αξίωσης. Κρίνεται όμως ότι υπό τις περιστάσεις και εφόσον δεν δόθηκε εξήγηση για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αγωγής από την ημέρα του δυστυχήματος (24.10.07) μέχρι την 20.10.09 όπου καταχωρήθηκε το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο αλλά και μέχρι την 25.2.10 όπου καταχωρήθηκε η έκθεση απαίτησης εφόσον όλα τα γεγονότα και στοιχεία ήταν εις γνώση του ενάγοντα, κρίνεται ορθότερο όπως το πιο πάνω ποσό φέρει νόμιμο τόκο από 25.2.10, ημέρα καταχώρησης της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με το άρθρο 58
(8)του Νόμου Περί Αστικών Αδικημάτων, το ποσό της αποζημίωσης λόγω απώλειας επιδικάζεται προς όφελος συζύγου ή των τέκνων του αποβιώσαντα. Από την στιγμή όπου οι κληρονόμοι αυτού αναφέρονται μόνο τα 12 παιδιά του σύμφωνα με την παρ. 8 της έκθεσης απαίτησης, το εν λόγω ποσό επιδικάζεται προς όφελος των τέκνων του αποβιώσαντα ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης. Επομένως εκδίδεται απόφαση εναντίον του εναγομένου για ποσό €17.000.-ως αποζημιώσεις για απώλεια (bereavement) με νόμιμο τόκο από 25.2.10 μέχρι εξοφλήσεως και υπέρ του ενάγοντα ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κλεάνθη Αθανασίου. Το πιο πάνω ποσό πλέον οι τόκοι να κατανεμηθεί εξίσου στα 12 τέκνα του αποβιώσαντα. Επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου τα έξοδα της παρούσας αγωγής, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other/Final/4499-09accidentbereavement cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο