← Κύπρος

ΕLENA VASILYEVA κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 5828/14, 3/6/2016

ΕLENA VASILYEVA κ.α. ν. ALPHA BANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 5828/14, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A253 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5828/14 Mεταξύ:

  1. ΕLENA VASILYEVA, από τη Ρωσία
  2. OLGA MAKARCHUK, από τη Ρωσία
  3. SERGEY MAKARCHUK, από τη Ρωσία
  4. DANIL ALEKSEENKO, από τη Ρωσία Εναγόντων/Αιτητών και ALPHA BANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Εναγομένης/Καθ'ης η αίτηση ------------------ Αίτηση ημερ. 7.1.15 ------------------- 3.6.16 Για τους αιτητές: Kα Χαραλάμπους για Ρίκκο Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ'ης η αίτηση: Kος Μαστορούδης για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν: «Α. Παρεμπίμπτον Απαγορευτικό Διάταγμα, με το οποίο ν' απαγορεύεται στους Καθ'ων η Αίτησις και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή ειδικούς διαχειριστές της περιουσίας τους και/ή τους εκδοχείς τους και/ή τους γενικούς και/ή ειδικούς διαδόχους τους, όπως αποξενώσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο και/ή μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, πωλήσουν, διαθέσουν μερικώς και/ή ολικώς την πιο κάτω ακίνητη περιγραφόμενη περιουσία, η οποία τους ανήκει ιδιοκτησιακά και/ή είναι εγγεγραμμένη επ' ονόματι τους και/ή της οποίας είναι δικαιούμενοι σε ιδιοκτησία και/ή στην οποία έχουν συμφέρον, μερικώς και/ή ολικώς, μέχρι πλήρους περατώσεως της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του δικαστηρίου: Mέγαρο Alpha Bank Λεωφ Λεμεσού 3, 2112, Αγλαντζιά, Λευκωσία Β. Παρεμπίπτον Απαγορευτικό Διάταγμα, απαγορεύον στους Καθ'ων η Αίτησις και/ή στους εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή ειδικούς διαχειριστές της περιουσίας τους και/ή τους υπηρέτες τους και/ή τους εκδοχείς τους και/ή στους γενικούς και/ή ειδικούς διαδόχους τους, όπως καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν τους Ενάγοντες-Αιτητές και/ή επιβάλουν εις αυτούς, οποιαδήποτε παράνομα τέλη και/ή επιβαρύνσεις και/ή παράνομα δανειστικά επιτόκια, είτε αυτά είναι κεφαλαιοποιημένα, είτε όχι, επί του οικιστικού δανείου σε ξένο νόμισμα και/ή ελβετικό φράγκο, με αριθμό λογ. 646-458-002828-5 και νέου αριθμού λογ. 483-458-002828-5 που παραχώρησαν οι Εναγόμενοι Καθ'ων η Αίτησις στους Ενάγοντες - Αιτητές 1-4 κατά ή περί τις 27.10.2008, για το ποσό των CHF 1.086.000,00 Eλβετικών Φράγκων περίπου και/ή αντίστοιχο ποσό σε ευρώ κατά τον χρόνο σύναψης της εν λόγω συμφωνίας δανείου, μέχρι πλήρους περατώσεως της πιο πάνω με αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του δικαστηρίου. Γ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία ήθελε κρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη ή αναγκαία υπό τις περιστάσεις να παράσχει.» Η αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα 29-32, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, Άρθρα 4, 5, 7 και 9, επί του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου - Κεφ. 149, Άρθρα 36, 51, επί του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 148 ως ετροποποιήθη, Άρθρα 14, 17, 18, επί των Άρθρων 1-10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 1992, αρ. 31(Ι)/1992, επί των Αρχών των Mareva Injunctions, επί του περί των Πράξεων Προσώπων που κατέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και των πράξεων χειραγώγησης της αγοράς (Κατάχρησης της Αγοράς) Νόμου 116(Ι)/2005, επί του περί των Προϋποθέσεων Διαφάνειας (Κινητές προς Διαπραγμάτευση σε Ρυθμιζόμενη Αγορά) Νόμου Ν.190(Ι)/2007, επί των Αρχών της Καλής Πίστης, επί των Αρχών της Απαγόρευσης του Αδικαιολόγητου και/ή Αθέμιτου Πλουτισμού, επί των Αρχής των Φυσικής Δικαιοσύνης, επί του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου του 2002 Ν.138(Ι)/2002ως ετροποποιήθη, επί του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου Ν.66(Ι)/1997ως ετροποποιήθη από τον Ν.14(Ι)/2013, επί του Άρθρου 17 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2007/C303/01, επί του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επί του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου Ν.144(Ι)/2007, Άρθρα 2, 18

(2)(α), 36
(1)(α)(β)(γ) και 52
(1), επί της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για την «επαγγελματική Συμπεριφορά των Τραπεζών κατά την παροχή Επενδυτικών ή Παρεπόμενων Υπηρεσιών και κατά την Άσκηση Επενδυτικών Δραστηριοτήτων, Άρθρα 6, 10, 14, επί της Κοινοτικής Οδηγίας 17/2014, επί της Αποφάσεως του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Κοινοτήτων C-26/2013, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 θ.θ.1, 2, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 8, 9, Δ.64 θ.θ. 1, 2, κατά παράβαση των Αρχών του Κράτους Δικαίου, επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των Κανόνων της Επιείκειας της Πρακτικής και της Συμφύτου Εξουσίας των Δικαστηρίων. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Άννας Πολυκάρπου η οποία αναφέρει ότι είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί όλους τους ενάγοντες-αιτητές. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες-αιτητές οι οποίοι βρίσκονται στο εξωτερικό να προβεί στην παρούσα ένορκο δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου αλλά και από πληροφόρηση που είχε από τους ίδιους τους αιτητές. Κατά το 2008 οι αιτητές συνήψαν με την εναγόμενη-καθ'ης η αίτηση συμφωνία οικιστικού δανείου σε ξένο νόμισμα και συγκεκριμένα σε ελβετικά φράγκα. Η καθ'ης η αίτηση παραβιάζοντας τόσο τις θέσμιες όσο και τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των αιτητών, προέβη σε παράνομες και αντινομικές ενέργειες. Οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της καθ'ης η αίτηση δεν είχαν άδεια από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ούτε και ειδικές γνώσεις για να εξηγήσουν στους αιτητές ποιοι ήταν οι κίνδυνοι που αντιμετώπιζαν λόγω της σύναψης δανείου σε ξένο νόμισμα. Ενώ οι αιτητές συνήψαν συμφωνία οικιστικού δανείου με μακροπρόθεσμο χρόνο αποπληρωμής, οι υπάλληλοι της καθ'ης η αίτηση τους έπεισαν να πάρουν το δάνειο σε ελβετικά φράγκα παρά το ότι τα δάνεια αυτής της φύσης έχουν βραχεία διάρκεια λόγω της αυξομείωσης της συναλλαγματικής διαφοράς μεταξύ του ισχύοντος εγχώριου νομίσματος της χώρας όπου γίνεται το δάνειο και του ελβετικού φράγκου με τη δικαιολογία ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν συμφέρουσα αυτή η επιλογή για τους δανειολήπτες. Οι υπάλληλοι της καθ'ης η αίτηση αντί να συνάψουν τη δανειακή σύναψη με τους αιτητές μετατρέποντας το ακριβές ποσό του ισχύοντος εγχώριου νομίσματος σε ελβετικά φράγκα, προέβησαν στην μετατροπή του συναλλάγματος έναντι αμοιβής όπως να προέβαιναν σε παροχή υπηρεσιών πώλησης συναλλάγματος. Η καθ'ης η αίτηση επέβαλε προς τους ενάγοντες-αιτητές παράνομο δανειστικό επιτόκιο αλλά και παράνομα τέλη και επιβαρύνσεις. Οι αιτητές ζητούν την έκδοση του παρόντος διατάγματος λαμβανομένης υπόψη της οικονομικής ζημιάς που έχει υποστεί η καθ'ης η αίτηση από το 2008 όταν δήλωνε ζημιές της τάξης των €103.863.668. Λόγω της οικονομικής κατάστασης της καθ'ης η αίτηση-αιτητές θεωρούν επιβεβλημένη την εξασφάλιση του λαβείν τους. Επειδή δε υπάρχουν και έντονες φημολογίες για την πώληση των εργασιών της καθ'ης η αίτηση στην Κύπρο και αποχώρηση της από την Κύπρο, οι αιτητές θεωρούν ότι είναι κατεπείγον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Με την έκδοση των ζητουμένων διαταγμάτων διατηρείται με βάση τις αρχές του ισοζυγίου της ευχέρειας το status quo και το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιτρέψει να πληγεί ολόκληρο το οικοδόμημα της συναλλακτικής πίστης και της ασφάλειας των συναλλαγών. Στην αίτηση των αιτητών καταχώρισε ένσταση η καθ'ης η αίτηση προβάλλοντας 17 λόγους ένστασης μεταξύ των οποίων τους πιο κάτω: H καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court), καθότι είναι ενοχλητική, εκδικητική, καταπιεστική, γενική, αόριστη και νομικά αβάσιμη. Τα αιτούμενα διατάγματα, και ειδικότερα το Β προδικάζει το επίδικο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί στην ακρόαση της αγωγής, ήτοι κατά πόσον υπήρχαν/εχρεώθησαν «παράνομα» τέλη/επιβαρύνσεις και/ή «παράνομα» δανειστικά επιτόκια επί του οικιστικού δανείου των αιτητών. Εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα υπό το στοιχείο Β δεν θα διατηρηθεί το status quo ante μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης/αγωγής, αλλά αντιθέτως θα προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες της καθ'ης η αίτηση είναι τέτοιας μορφής ώστε δεν θα μπορέσουν οι αιτητές να αποζημιωθούν πλήρως με χρήμα κατά το πέρας της αγωγής. Δεν υπάρχουν και δεν έχουν αποδειχτεί εύλογες υποψίες για αποξένωση του ακινήτου που περιγράφεται στο στοιχείο Α των αιτούμενων διαταγμάτων, ιδιοκτησίας των καθ'ων η αίτηση, ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να εκδώσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα για μη αποξένωση αυτού. Το αιτούμενο Διάταγμα υπό το Α, στηρίζεται σε «φημολογίες», πράγμα αντινομικό, απαράδεκτο και καταχρηστικό. Οι αιτητές έχουν αναλάβει το συναλλακτικό κίνδυνο βάσει δήλωσης που υπέγραψαν οι ίδιοι στους καθ'ων η αίτηση και άρα τα όσα αναφέρουν στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι λανθασμένα και κυρίως αναληθή. Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής εφόσον δεν γίνεται αναφορά στην ένορκο δήλωση του ομνύοντα των αιτητών για τις πιθανότητες επιτυχίας της παρούσας αγωγής. Η αίτηση δεν πληροί καμία από τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και δεν έχει αποδειχτεί ότι εάν δεν εκδοθούν και τα δύο αιτούμενα διατάγματα θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η ένσταση της καθ'ης η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση της Μαρίας Τερπίζη η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση, γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η αίτηση είναι ενοχλητική, καταπιεστική και νομικά αβάσιμη αφού υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που στηρίζεται σε φημολογίες και όχι σε βάσιμες υποψίες ή γεγονότα τα οποία πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να τα αξιολογήσει. Η καθ'ης η αίτηση είναι πλήρως κεφαλαιοποιημένο πιστωτικό ίδρυμα, έχει περάσει επιτυχώς τα stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για το 2014, η άδεια της για άσκηση τραπεζικών εργασιών είναι σε ισχύ και δεν έχει καταδειχθεί από τους αιτητές η οικονομική της κατάρρευση. Ούτε όμως στοιχειοθητήθηκε από τους αιτητές η προϋπόθεση περί αδυναμίας απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία ότι η καθ'ης η αίτηση είναι αφερέγγυα και δεν μπορεί να αποζημιώσει τους αιτητές σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής τους. Δεν έχει καμιά σχέση η διάλυση μιας τράπεζας που είναι σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα γενικός και αόριστος ισχυρισμός των αιτητών με την παρούσα διαδικασία. Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου (Β) της αίτησης είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι αυτό προδικάζει το επίδικο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της αγωγής και ως εκ τούτου δεν θα πρέπει να εκδοθεί στο παρόν στάδιο. Εάν εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα, δεν θα διατηρηθεί το status quo μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά αντίθετα θα προκαταληφθεί η έκβαση της υπόθεσης επί της ουσίας. Η καθ'ης η αίτηση απορρίπτει τους ισχυρισμούς των αιτητών ότι οι εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι της καθ'ης η αίτηση δεν είχαν άδεια από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου, ούτε και ειδικές γνώσεις για να εξηγήσουν στους αιτητές τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν. Οι αιτητές υπέγραψαν το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση στο οποίο φαίνεται ότι επεξηγήθηκαν στους αιτητές οι λεπτομέρειες για το επίδικο δάνειο. Είναι η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Οι ισχυρισμοί των αιτητών δεν καταδεικνύουν ότι οι οποιεσδήποτε ενέργειες της καθ'ης η αίτηση είναι τέτοιας μορφής ώστε να μην μπορέσουν οι αιτητές να αποζημιωθούν πλήρως με χρήματα στην περίπτωση που αποδείξουν οποιεσδήποτε ζημιές κατά τη δίκη. Οι συνήγοροι των δύο πλευρών ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα/αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς τη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: "οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, . Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του." Η απαίτηση των εναγόντων-αιτητών εναντίον της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση είναι για ακύρωση της συμφωνίας και ή του δανείου χρηματοδότησης οικιστικού δανείου σε ελβετικά φράγκα λόγω απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων της εναγομένης. Απαιτούν επίσης οι αιτητές αποζημιώσεις και τιμωρητικές αποζημιώσεις, όπως και επιστροφή οποιουδήποτε ποσού καταβλήθηκε στην εναγομένη στη βάση πάντοτε της συμφωνίας ημερ. 27.10.08. Το Δικαστήριο εξετάζει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η απαίτηση των εναγόντων μέσα από τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και από τη μαρτυρία όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Θα συμφωνήσω με τη θέση της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση ότι σε σχέση με το αιτητικό (Β) της αίτησης, το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν εξετάζει την ουσία της υπόθεσης και ούτε προβαίνει σε ευρήματα για τα επίδικα θέματα τα οποία παραμένουν ανοικτά για ν' αποφασιστούν στο τέλος. Εάν το Δικαστήριο εξετάσει το αίτημα της παραγράφου (Β), εισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου θεωρώ ότι το θέμα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί στο παρόν στάδιο. Είναι οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι οι υπάλληλοι της καθ'ης η αίτηση δεν είχαν τις γνώσεις για να τους εξηγήσουν τις συνέπειες αυτής της δανειοδότησης αλλά ούτε και την εξουσιοδότηση να προβούν σε ένα τέτοιο δάνειο. Όπως η ισχυρίζεται η καθ'ης η αίτηση, στους αιτητές επεξηγήθηκαν οι όροι του επίδικου δανείου όπως φαίνεται μέσα από το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται στην ένσταση, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τους αιτητές. Στο τεκμήριο αυτό υπάρχει δήλωση από όλους τους αιτητές ότι έχουν αντιληφθεί τους κινδύνους αναφορικά με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα. Ο ενάγων 3 - αιτητής, είναι όπως αναφέρει η καθ'ης η αίτηση νομικός σύμβουλος ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά τα νομικά θέματα και τα ζητήματα που αφορούν την υπογραφή των συμβάσεων και κωλύεται σύμφωνα με την καθ'ης η αίτηση να προβάλει τον ισχυρισμό ότι δεν του επεξηγήθηκαν οι όροι του επίδικου δανείου. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί των καθ'ων η αίτηση παραμένουν αναντίλεκτοι αφού όπως αναφέρω πιο πάνω, η διαδικασία περιορίστηκε σε γραπτές αγορεύσεις. Στο στάδιο αυτό όπως αναφέρω πιο πάνω, δεν αξιολογείται η μαρτυρία και το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα. Με βάση τη πιο πάνω Αρχή και έχοντας υπόψη το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, θεωρώ ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής όμως με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση εάν οι ισχυρισμοί αυτοί κριθούν αξιόπιστοι, υπάρχουν αμφιβολίες για την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Θα εξετάσω περαιτέρω και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 κατά πόσο δηλαδή εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι γεγονός όπως φαίνεται μέσα από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, ότι οι όποιες ανησυχίες των αιτητών σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της καθ'ης η αίτηση στηρίζονται σε «έντονες φημολογίες». Τίποτε συγκεκριμένο και σαφές δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου που να καταδεικνύει ότι η καθ'ης η αίτηση είναι αφερέγγυα και ότι υπάρχει άμεσος κίνδυνος κατάρρευσης της. Δεν υπάρχει επίσης σαφής μαρτυρία ότι η καθ'ης η αίτηση θα αποχωρήσει από την Κύπρο. Αν ακόμη η καθ'ης η αίτηση πωληθεί, δεν σημαίνει ότι δεν θα είναι σε θέση να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της και ο ισχυρισμός της καθ'ης η αίτηση ότι είναι ένα πλήρως κεφαλαιοποιημένο πιστωτικό ίδρυμα και έχει περάσει επιτυχώς τα stress test της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας παραμένει αναντίλεκτος. Η τρίτη προϋπόθεση εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης και με βάση τα πιο πάνω θεωρώ το αίτημα της παραγράφου (Α) της αίτησης ότι σε τίποτε δεν θα βοηθήσει τους ενάγοντες παρά μόνο στη δημιουργία εντυπώσεων και δημοσιότητας. Ως εκ τούτου, θεωρώ ότι οι αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και δεν έχουν παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα υπάρχει ο κίνδυνος της ανεπανόρθωτης βλάβης. Επιπρόσθετα με τις τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει στο ισοζύγιο της ευχέρειας κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή να διατηρήσει το διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου για να ισοζυγήσει το κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεση στάδιο ήταν εσφαλμένη. Ενόψει των όσων αναφέρω πιο πάνω, θεωρώ ότι και στο ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ'ης η αίτηση και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - ενδιάμεσο διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.