Νεοφύτας Λοίζου Νικολάου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Εισαγγελέως, Αρ. Αιτήσεως: 3/2009, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A305 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως: 3/2009 Μεταξύ: 1) Νεοφύτας Λοίζου Νικολάου, εκ Λεμεσού 2) Ανδρούλλα Μιχαήλ Ανδρέου, εκ Λεμεσού 3) Ελευθερία Λοίζου Νικολάου, εκ Λεμεσού 4) Γεωργία Ανδρέου Αλεξάνδρου, εκ Λεμεσού 5) Νεοφύτα Καλοζώη Πυργώτη, εκ Λεμεσού Αιτήτριες -και- Κυπριακής Δημοκρατίας, διά του Γενικού Εισαγγελέως, εκ Λευκωσίας Αποζημιούσας Αρχής -------------------- Ημερομηνία: 30.6.2016 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες Αιτητές : κος Θ. Κατσικίδης για Νεοκλή Νεοκλέους ΔΕΠΕ Για την Αποζημιούσα Αρχή : κα Κουρουσίδου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΑΠΟΦΑΣΗ [[[[[[[[[[[[[ Η παρούσα υπόθεση αφορά αίτημα για καθορισμό της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης μετά από απαλλοτρίωση η οποία έλαβε χώρα με τη γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης Δ.Π 162/30.01.2004 και το διάταγμα Δ.Π 65/28.01.2005 αναφορικά με το τεμάχιο 1139 του Φ/Σχ 54/44 στη Γερμασόγεια. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και οι δύο πλευρές κατέθεσαν κείμενο παραδεκτών γεγονότων το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο. Αυτά αποτελούν και τα ευρήματα μου αφού καμιά από τις δύο πλευρές δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία επί των ισχυρισμών της και τα οποία και αναλύω πιο κάτω. 1) Οι αιτητές ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες του χωραφιού με αριθμό τεμαχίου 1139 του Φ/Σχ 54/44 με αριθμό εγγραφής 19671 στον Ποταμό Γερμασόγειας. Η Ελευθερία Λοίζου Νικολάου μεταβίβασε δωρεάν το μερίδιο της στους Νεόφυτο Νικολάου και Νεοφύτα Λοίζου Νικολάου με τη Δ.1493/2012 επιφυλάσσοντας το δικαίωμά της όπως εισπράξει η ίδια την οποιαδήποτε τυχόν αποζημίωση. 2) Σήμερα οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες είναι οι πιο κάτω: (α) Νεόφυτος Νικολάου 7/68 μερίδια (β) Νεοφύτα Λοίζου Νικολάου 31/68 μερίδια (γ) Ανδρούλα Μιχαήλ Ανδρέου 9/34 μερίδια (δ) Γεωργία Ανδρέα Αλεξάνδρου 3/34 μερίδια (ε) Νεοφύτα Καλοζώη Πυργώτη 3/34 μερίδια 3) Οι αιτητές αιτήθηκαν και πήραν άδεια οικοδομής με αριθμό 1022 ημερομηνίας 12/02/1982 για ανέγερση οικοδομής. 4) Στην άδεια οικοδομής υπάρχει ο όρος (β) ο οποίος προνοεί ότι το τμήμα του τεμαχίου που επηρεάζεται από την προτεινόμενη ρυμοτομία, όπως δεικνύεται στο επισυναπτόμενο σε αυτή σχέδιο θα παραχωρηθεί προς το δημόσιο δρόμο και θα διαμορφωθεί σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχής όπως ακριβώς περιγράφεται στην άδεια. 5) Η έκταση αυτή παραχωρήθηκε από τους αιτητές και χρησιμοποιήθηκε επί τόπου από το δημόσιο δρόμο με την υλοποίηση της άδειας. Πλην όμως δεν ενεγράφη επ' ονόματι της Δημοκρατίας για τον λόγο ότι οι αιτητές δεν απευθύνθηκαν για έκδοση πιστοποιητικού τελικής έγκρισης από την αρμόδια αρχή. 6) Η γνωστοποίηση απαλλοτρίωσης Δ.Π. 162 έγινε στις 30/01/2004 στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας. Το διάταγμα απαλλοτρίωσης Δ.Π65 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 28/01/2005 και αφορούσε έκταση 60 τ. μ. από το ακίνητο των αιτητών. 7) Η προσφορά της Αποζημιούσας Αρχής έγινε στις 25/01/2007 για το ποσό των £
- 8) Οι αιτητές απέρριψαν την προσφορά με επιστολή του δικηγόρου τους. 9) Τα εκτιμητικά έξοδα είναι €431,
- 10) Η απαλλοτριωθείσα έκταση συμπίπτει με την έκταση που παραχωρήθηκε και χρησιμοποιήθηκε δυνάμει του όρου της άδειας. 11) Κατά τη γνωστοποίηση της απαλλοτρίωσης η ανά τετραγωνικό αξία του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των €153,
- 12) Οι αιτητές δεν προσέφυγαν στο Ανώτατο Δικαστήριο για να προσβάλουν την άδεια οικοδομής ή τους όρους της. Τα ερωτήματα στα οποία καλείται το Δικαστήριο να απαντήσει, είναι κατ' εξοχήν νομικά ερωτήματα και αυτό εξάγεται αβίαστα και από τον τρόπο που οι δύο πλευρές έχουν χειριστεί και έχουν παρουσιάσει την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, μόνο κείμενο παραδεκτών γεγονότων χωρίς καμμιά απολύτως προσκόμιση προφορικής ή γραπτής μαρτυρίας. Οι δύο πλευρές αγόρευσαν ιδιαίτερα εμπεριστατωμένα και πολύ βοηθητικά για το Δικαστήριο, δίνοντας ξεκάθαρα το τι οι ίδιοι επιδιώκουν στην παρούσα παραπομπή. Τα ερωτήματα λοιπόν που καλείται να αποφασίσει το Δικαστήριο είναι δύο και αφορούν κυρίως νομικά ζητήματα. Πρώτον, κατά πόσο οι Αιτητές δικαιούνται σε αποζημιώσεις για την απαλλοτρίωση μέρους του ακινήτου, εφόσον το τμήμα που είχε απαλλοτριωθεί θα έπρεπε, σύμφωνα με τους όρους της πολεοδομικής άδειας, να παραχωρείτο στο δημόσιο και δεύτερον, κατά πόσο η απαλλοτρίωση, και συγκεκριμένα η κατασκευή του επίδικου δρόμου, επηρέασε δυσμενώς το ακίνητο των Αιτητών. Το Άρθρο 23 του Συντάγματος προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Το δικαίωμα αυτό δύναται να υποβληθεί σε όρους και ή περιορισμούς. Διαβάζουμε σχετικά στην παράγραφο 3 του πιο πάνω άρθρου: «Η άσκησις τοιούτου δικαιώματος δύναται να υποβληθεί διά νόμου εις όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραιτήτους προς το συμφέρον της δημοσίας ασφαλείας ή της δημοσίας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της πολεοδομίας ή της αναπτύξεως και χρησιμοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δημοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωμάτων τρίτων. Διά πάντα τοιούτον όρον, δέσμευσιν ή περιορισμόν όστις μειώνει ουσιωδώς την οικονομική αξία της τοιαύτης ιδιοκτησίας, δέον να καταβάλλεται το ταχύτερον δυνατόν δικαία αποζημίωσης καθοριζομένη, εν περιπτώσει διαφωνίας, υπό πολιτικού δικαστηρίου.» Η επόμενη παράγραφος, παράγραφος 4, καθορίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δύναται να απαλλοτριωθεί αναγκαστικώς κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία. Το δικαίωμα της «ειρηνικής απόλαυσης» της ιδιοκτησίας προστατεύεται και από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η στέρηση περιουσίας χωρίς την καταβολή εύλογης αποζημίωσης συνιστά, υπό κανονικές συνθήκες, μια δυσανάλογη επέμβαση με το δικαίωμα ιδιοκτησίας του πολίτη, κατά παράβαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Serghides and Christoforou v. Cyprus. Οι αιτήτριες Σεργίδου και Χριστοφόρου ήταν ιδιοκτήτριες ακινήτου, τμήμα του οποίου επηρεαζόταν από δεσμευτική ρυμοτομία. Σε κάποιο χρόνο αργότερα, και αφού είχε προηγηθεί έκδοση αδείας οικοδομής, το επίδικο τμήμα του ακινήτου γράφτηκε στο όνομα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, στο οποίο είχαν προσφύγει οι δύο αιτήτριες, κατέληξε ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου και για τη στέρηση της ιδιοκτησίας θα έπρεπε να καταβληθεί αποζημίωση ύψους €60,
- Στην υπόθεση Καθλήν Γεωργαλλίδου κ.ά. v. Γενικός Εισαγγελέας τονίστηκε ότι η αποζημίωση που καταβάλλεται σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να είναι «δίκαιη και εύλογη που συνεπάγεται την εξίσωση της αποζημίωσης με την απώλεια του ιδιοκτήτη αποτιμούμενης σε χρήμα». Ήταν η θέση της ιδιοκτήτριας ότι αυτή δικαιούται στην καταβολή αποζημιώσεων, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι δεν είχε αποταθεί στο Δικαστήριο για να τις διεκδικήσει με βάση το άρθρο 67 του Νόμου. Στηρίζει την αξίωσή της στο άρθρο 10 του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, Ν.15/1962, όπως τροποποιήθηκε με το Νόμο 25/1983, που καθορίζει τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά τον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης σε περίπτωση απαλλοτρίωσης και ιδιαίτερα στην παράγραφο (η) του πιο πάνω άρθρου. Παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα του σχετικού άρθρου, για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «
- Η καταβλητέα αναφορικώς προς αναγκαστικήν απαλλοτρίωσιν αποζημίωσις υπολογίζεται συμφώνως προς τους εν τοις εφεξής κανόνας:- (α) τηρουμένων των εν τοις εφεξής διατάξεων, η αξία της ιδιοκτησίας λογίζεται ούσα ίση προς το ποσόν όπερ η τοιαύτη ιδιοκτησία θα απέφερεν, εάν επωλήτο εκουσίως εν τη ελευθέρα αγορά κατά τον χρόνον της δημοσιεύσεως της οικείας γνωστοποιήσεως απαλλοτριώσεως. .................................... (η) εις την περίπτωσιν απαλλοτριώσεως ακινήτου ιδιοκτησίας της οποίας η αξία έχει επηρεασθή λόγω της επιβολής οιωνδήποτε περιορισμών, δυνάμει των διατάξεων του περί Αρχαιοτήτων Νόμου ή οιουδήποτε άλλου Νόμου υπολογίζεται και πάσα αποζημίωσις ήτις ήθελε θεωρηθή ως καταβλητέα συμφώνως προς τας διατάξεις του άρθρου 23 του Συντάγματος». Οι όροι που έχουν τεθεί στην πολεοδομική άδεια και στην άδεια οικοδομής εμπίπτουν, σύμφωνα με την ιδιοκτήτρια, στις πρόνοιες του άρθρου 10(η) (ανωτέρω). Προς επίρρωση των θέσεών της επικαλέστηκε τις αποφάσεις Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Κούλουμου κ.ά. και Καθλήν Γεωργαλλίδου v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Στην πρώτη υπόθεση είχαν τεθεί περιορισμοί, με βάση τον περί Αρχαιοτήτων Νόμο, ενώ στη δεύτερη υπόθεση οι περιορισμοί αφορούσαν δεσμευτική ρυμοτομία. Και στις δύο περιπτώσεις το Εφετείο, υπό διαφορετική σύνθεση, έκρινε ότι δεν μπορούσε να γίνει οποιαδήποτε μείωση στο ποσό της αποζημίωσης που θα καταβαλλόταν, στα πλαίσια παραπομπών, στους ιδιοκτήτες της γης λόγω των πιο πάνω περιορισμών. Κρίθηκε ότι οι περιορισμοί αυτοί ενέπιπταν στις πρόνοιες του άρθρου 10(η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, ως αυτός είχε τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τον Χατζηχαμπή, Δ., οι περιορισμοί αυτοί είναι «. απολύτως απαραίτητοι προς το συμφέρον της πολεοδομίας στα πλαίσια του Άρθρου 23.3 και επιβαλλόμενοι δυνάμει των διατάξεων "οιουδήποτε άλλου Νόμου", οι οποίοι έτσι πρέπει να λαμβάνονται υπ΄ όψη στον υπολογισμό της καταβλητέας αποζημίωσης εφόσον θα ήταν καταβλητέα γι΄ αυτούς αποζημίωση σύμφωνα με το Άρθρο 23.3». Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι το άρθρο 10(η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου κάνει αναφορά σε «περιορισμούς» και όχι όρους. Πρόκειται για περιορισμούς που επιβάλλονται δυνάμει νόμων οι οποίοι εμποδίζουν τους ιδιοκτήτες γης να εκμεταλλευθούν ελεύθερα τα ακίνητά τους. Για παράδειγμα, ο περί Αρχαιοτήτων Νόμος, Κεφ. 131, στον οποίο γίνεται ρητή αναφορά και στο άρθρο 10(η), περιορίζει το δικαίωμα ιδιοκτήτη ακινήτου που βρίσκεται κοντά σε αρχαίο μνημείο να αναπτύξει την περιουσία του. Για οποιαδήποτε ανέγερση, ανοικοδόμηση, επιδιόρθωση ή κατεδάφιση, ο ιδιοκτήτης υποχρεούται να εξασφαλίσει γραπτή άδεια από τον Έπαρχο. Το άρθρο 13
(1)του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου, που διέπει το θέμα της δεσμευτικής ρυμοτομίας και αποτέλεσε το αντικείμενο εξέτασης στην υπόθεση Καθλήν Γεωργιάδου v. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω), προνοεί ότι: «Όταν χορηγείται άδεια από αρμόδια αρχή, και η άδεια αυτή συνεπάγεται νέα εξωτερική πλευρά για οποιαδήποτε οδό, σύμφωνα με οποιοδήποτε σχέδιο, το οποίο κατέστη δεσμευτικό δυνάμει του άρθρου 12, οποιοδήποτε διάστημα μεταξύ τέτοιας εξωτερικής πλευράς της οδού και της παλιάς εξωτερικής πλευράς της οδού, καθίσταται τμήμα της οδού αυτής» Θεώρησα σκόπιμο να αναφερθώ κάπως εκτεταμένα στους πιο πάνω νόμους, για να καταδείξω ότι οι νόμοι στους οποίους γίνεται αναφορά στο άρθρο 10(η) (ανωτέρω), δεν επιβάλλουν στον ιδιοκτήτη γης οποιεσδήποτε υποχρεώσεις, απλώς του επιβάλλουν κάποιους περιορισμούς στην εκμετάλλευση του ακινήτου του. Επισημαίνω ότι στο άρθρο 10(η) του Νόμου, ο νομοθέτης κάνει αναφορά μόνο σε «περιορισμούς», καμία μνεία γίνεται σε «όρους ή δεσμεύσεις», όπως γίνεται στο άρθρο 23.3 του Συντάγματος. Αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να συμπεριλάβει «όρους και δεσμεύσεις», θα υπήρχε ρητή πρόνοια περί τούτου. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν τέθηκαν στους ιδιοκτήτες απλώς κάποιοι περιορισμοί, αλλά τους επιβλήθηκαν όροι, στα πλαίσια της έκδοσης της άδειας οικοδομής και πολεοδομικής άδειας, τους οποίους είχαν καθήκον να εκπληρώσουν, σε περίπτωση που επέλεγαν να αναπτύξουν το ακίνητό τους με βάση τις πιο πάνω άδειες. Οι όροι αυτοί δεν μπορούν να εξομοιωθούν με τους περιορισμούς στους οποίους γίνεται αναφορά στο άρθρο 10(η) (ανωτέρω). Η εκπλήρωση των επίδικων όρων ήταν αναγκαία προϋπόθεση για την υλοποίηση της άδειας. Αν η επιβολή των όρων αυτών προκαλούσε στους ιδιοκτήτες ζημιά, αυτοί θα μπορούσαν να προσφύγουν στο Δικαστήριο και να αξιώσουν αποζημιώσεις. Ο νομοθέτης προέβλεψε ειδικά για το θέμα αυτό, ήτοι της καταβολής αποζημιώσεων με ρητές πρόνοιες, οι οποίες καθορίζουν και τη διαδικασία που πρέπει να ακολουθηθεί σε τέτοιες περιπτώσεις. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 67 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972, τα οποίο παραθέτω αυτούσιο για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «Καθορισμός αποζημιώσεως 67.-
(1)Ουδεμία απαίτησις δι' αποζημίωσιν δυνάμει του παρόντος Μέρους γίνεται δεκτή και ουδεμία αποζημίωσις δυνάμει του παρόντος Μέρους καταβάλλεται εκτός εάν ειδοποίησις της τοιαύτης απαιτήσεως έχει επιδοθή εις την Πολεοδομικήν Αρχήν εντός προθεσμίας εξ μηνών, αρχομένης κατά την ημερομηνίαν της ειδοποιήσεως της πολεοδομικής αποφάσεως εις την οποίαν αναφέρεται, και η απαίτησις υποβληθή συμφώνως προς τας διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι ο Υπουργός, αφού ικανοποιηθή ότι, λόγω απουσίας εκ Κύπρου, ασθενείας ή άλλης ευλόγου αιτίας, ο απαιτών αποζημίωσιν εκωλύθη από του να επιδώση ειδοποίησιν της απαιτήσεως του εντός της εν τω παρόντι εδαφίω οριζόμενης προθεσμίας, δύναται να παραχώρηση (προ, κατά ή μετά την ημερομηνίαν κατά την οποίαν προθεσμία προς υποβολήν απαιτήσεως άλλως θα εξέπνεε) τοιαύτην παράτασιν προθεσμίας διά την υποβολήν τοιαύτης απαιτήσεως οία θα ήτο υπό τας περιστάσεις εύλογος.
(2)Πάσα ειδοποίησις απαιτήσεως δυνάμει του παρόντος άρθρου δέον να γενήται συμφώνως προς Κανονισμούς εκδοθησομένους δυνάμει του παρόντος Νόμου.
(3)Εάν, εντός εξ μηνών από της υπό της Πολεοδομικής Αρχής λήψεως απαιτήσεως υποβληθείσης συμφώνως προς το παρόν άρθρον, η Πολεοδομική Αρχή και ο απαιτών δεν δυνηθώσι να καταλήξωσιν εις συμφωνίαν επί της δυνάμει του παρόντος Νόμου τυχόν καταβλητέας αποζημιώσεως, η αποζημίωσις αύτη καθορίζεται υπό του Δικαστηρίου: Νοείται ότι οσάκις η Πολεοδομική Αρχή γνωστοποιή εις οιονδήποτε απαιτούντα ότι κατά την άποψιν αυτής ουδεμία αποζημίωσις δέον να καταβληθή και η τοιαύτη άποψις της Πολεοδομικής Αρχής δεν διαμφισβητήται υπό του αιτητού δι' εγγράφου ειδοποιήσεως επιδιδόμενης εις την Πολεοδομικήν Αρχήν εντός τριών μηνών από της γνωστοποιήσεως ταύτης, ο απαιτών θεωρείται ως συμφωνήσας εις το ότι ουδεμία αποζημίωσις δέον να καταβληθή.
(4)Πάσα προσφυγή εις το Δικαστήριον διά τον καθορισμόν υπό του Δικαστηρίου τυχόν καταβλητέας αποζημιώσεως θα γένηται συμφώνως προς Κανονισμούς εκδοθησομένους δυνάμει του παρόντος Νόμου.» Το άρθρο 68 του ιδίου Νόμου προβλέπει ότι: «Εάν καθ΄ οιονδήποτε τρόπον ήθελε προκύψει ουσιώδης ζημία εις βάρος ιδιοκτησίας τινός συνεπεία της εφαρμογής των προνοιών του παρόντος Νόμου δέον να καταβάλλεται δικαία αποζημίωσης. Αποζημίωση καταβάλλεται όταν έχει επέλθει ουσιώδης μείωσης της οικονομικής αξίας της ιδιοκτησίας αυτής». Υπενθυμίζω ότι η στέρηση της ιδιοκτησίας στην υπό κρίση περίπτωση έγινε στα πλαίσια έκδοσης της πολεοδομικής άδειας και της άδειας οικοδομής. Ως αναφέρω και ανωτέρω, οι ιδιοκτήτες δεν προσέφυγαν στο Δικαστήριο για να αμφισβητήσουν τους όρους που τους είχαν επιβληθεί και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν στην αρμοδία αρχή για την επιβολή των όρων αυτών. Αντιθέτως, οι πράξεις και οι ενέργειές τους φανερώνουν ότι οι όροι αυτοί, μεταξύ των οποίων και η υποχρέωση μεταβίβασης του επιδίκου κτήματος στο δημόσιο, έγιναν αποδεκτοί από την ιδίαν ανεπιφύλακτα, εξ' ου και εκ του αποτελέσματος η ίδια δεν προέβη σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτών των όρων από την Αρμόδια Αρχή. Το γεγονός ότι είχε αποδεχθεί τους πιο πάνω όρους, δεν εξυπακούει ότι απώλεσε το δικαίωμα για καταβολή αποζημιώσεων. Η αξίωση για καταβολή αποζημιώσεων θα έπρεπε όμως, κατά την άποψή μου, να έχει ως βάση την έκδοση της πολεοδομικής άδειας και όχι την απαλλοτρίωση, καθότι η στέρηση της ιδιοκτησίας έγινε στα πλαίσια έκδοσης της άδειας αυτής. Κατά τη δημοσίευση της γνωστοποίησης της απαλλοτρίωσης, οι Αιτητές ήταν οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του επιδίκου τμήματος του ακινήτου, η κυριότητα της ιδιοκτησίας όμως είχε μεταφερθεί στο δημόσιο και απλώς παρέμεινε εκκρεμής η εγγραφή της στον νόμιμο δικαιούχο, που ήταν η Δημοκρατία. Εφόσον οι Αιτητές προχώρησαν στην εκτέλεση των εργασιών που προνοούσε η άδεια οικοδομής, είχαν καθήκον όπως εκπληρώσουν τους όρους της αδείας οικοδομής. Μεταξύ των όρων αυτών ήταν και η υποχρέωσή τους να παραχωρήσουν και να εγγράψουν ως δημόσιο δρόμο το μέρος του κτήματος, το οποίο σύμφωνα με την άδεια οικοδομής και ειδικότερα στον όρο (β) προνοείται ότι το τμήμα του τεμαχίου που επηρεάζεται από την προτεινόμενη ρυμοτομία, όπως δεικνύεται στο επισυναπτόμενο σε αυτή σχέδιο, θα παραχωρηθεί προς το δημόσιο δρόμο και θα διαμορφωθεί σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρμόδιας αρχής όπως ακριβώς περιγράφεται στην άδεια. Οι όροι αυτοί, θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της άδειας, σε περίπτωση δε μη εκτέλεσης η εκτελεσθείσα ανάπτυξη θεωρείται παράνομη. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 25 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου του 1972, το οποίο παραθέτω αυτούσιο: «Όταν χορηγείται πολεοδομική άδεια υπό όρους, οι όροι αυτοί θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω πολεοδομικής αδείας, τηρουμένων δε των δυνάμει του άρθρου 27 αρμοδιοτήτων της Πολεοδομικής Αρχής, η εκτελεσθείσα ανάπτυξις θεωρείται ως μη αποτελούσα ανάπτυξη διά την οποία έχει χορηγηθεί πολεοδομική άδεια εκτός εάν οι όροι τούτοι εκτελεσθώσιν.» Η παράλειψη δε συμμόρφωσης προς οιανδήποτε υποχρέωση ή όρο, επιβληθέντα από την πολεοδομική άδεια, επιφέρει σοβαρές κυρώσεις. Σύμφωνα με το άρθρο 87 του Νόμου, όποιος παραλείπει να συμμορφωθεί με τους όρους και τις υποχρεώσεις της άδειας ή να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή έργο που απαιτείτο από αυτόν να πράξει δυνάμει της άδειας είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση μη υπερβαίνουσα τους έξη μήνες ή σε χρηματική ποινή μη υπερβαίνουσα τις Λ.Κ.500 (το ισόποσο σε Ευρώ) ή σε αμφότερες τις ποινές. Εάν υιοθετούσα την εισήγηση του κ. Κατσικίδη, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 10(η) του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου, αυτό θα είχε, κατά την άποψή μου, ως αποτέλεσμα την επιβράβευση της παρανομίας, καθότι εκείνος που αρνείται να συμμορφωθεί με τους όρους αδείας, και κατ' επέκταση παρανομεί, θα βρίσκεται, σε κάποιες περιπτώσεις, σε πολύ καλύτερη θέση από το νομιμόφρονα πολίτη, δηλαδή εκείνος που παρανομεί και παραλείπει να συμμορφωθεί με τον όρο που του επιβλήθηκε για παραχώρηση τμήματος του ακινήτου στο δημόσιο, θα έχει μια δεύτερη ευκαιρία, μέσα στα πλαίσια της παραπομπής, να αποζημιωθεί, ενώ ο ιδιοκτήτης που συμμορφώθηκε με τους όρους που του επιβλήθηκαν αμέσως, θα έχει μόνο μία ευκαιρία για αποζημίωση, με βάση το άρθρο 67 του περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας Νόμου. Πέραν τούτου, ο καθορισμός των αποζημιώσεων στην περίπτωση του ιδιοκτήτη που παρανομεί, θα γίνει σε μεταγενέστερο χρόνο, εφόσον θα γίνει στα πλαίσια της παραπομπής σε χρόνο άλλο από εκείνο που καθορίζει το άρθρο 67 (ανωτέρω). Η διαφορά στο χρόνο είναι πιθανό να επενεργήσει προς όφελος του ιδιοκτήτη λόγω αύξησης της αξίας του ακινήτου. Οι Αιτητές δεν δύνανται να στηρίξουν την απαίτησή τους σε ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του ακινήτου, τα οποία οι ίδιοι είχαν καθήκον - με βάση τους όρους της αδείας οικοδομής που αποδέχθηκαν - να μεταβιβάσουν στο δημόσιο. Εκείνος που επωφελείται από μια συναλλαγή πρέπει να επωμιστεί και το βάρος. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η απόφαση Tito v. Waddell όπου ο δικαστής Megary V.C. περιγράφει την πιο πάνω αρχή ως την αρχή «του δικαιώματος και της υποχρέωσης» και λέει χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «.. Ι next consider the principle that he who takes the benefit of a transaction must also bear the burden. ........................................ Side by side with these technical instances and probably underlying them, was the simple principle of ordinary fairness and constistency that from the earliest days most of us heard in the form "you can't have it both ways" or "you can't eat your cake and have it too" or "you can't blow hot and cold".» Και συνεχίζει αναλύοντας τα «δικαιώματα υπό όρους και τις ανεξάρτητες υποχρεώσεις». «(a) Conditional benefits and independent obligations. .. An instrument may be framed so that it confers only a conditional or qualified right the condition or qualification being that certain restrictions shall be observed or certain burdens assumed, such as an obligation to make certain payments. Such restrictions or qualifications are an intrinsic part of the right; you take the right as it stands and you cannot pick out the good and reject the bad .. The benefit and the burden have been annexed to each other ab initio, and the benefit is only a conditional benefit..» Στο σύγγραμμα Halsbury's of England αναγνωρίζεται ότι κάποιος που επιλέγει μεταξύ δύο πορειών δράσης και επωφελείται από την επιλογή αυτή, δεν μπορεί στη συνέχεια να επανέλθει στη δεύτερη επιλογή, αυτή που είχε απορρίψει, και να καταχωρήσει αγωγή στη βάση αυτής. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Concepts closely related to estoppels, approbation and reprobation. The principle that a person may not approbate and reprobate, a species of estoppel has arisen which seems to be intermediate between estoppel by record and estoppel by representation. The principle that a person may not approbate and reprobate expresses two propositions:
(1)that the person in question having a choice between two courses of conduct is to be treated as having made an election from which he cannot resign;
(2)that he will not be regarded, in general at any rate, as having so elected unless he has taken the benefit under or arising out of the course of conduct which he has first pursued and with which his subsequent conduct is inconsistent. ........................................ a claimant having two inconsistent claims, who elects to abandon one and pursue the other may not in general, afterwards choose to return to the former claim and sue on it.» Παρενθετικά αναφέρω ότι παρόμοιο θέμα είχε απασχολήσει το παρόν Δικαστήριο στα πλαίσια της αγωγής Δημήτρη Σάββα Μάρκου v. Κυπριακής Δημοκρατίας. Στην απόφαση γίνεται εκτενής αναφορά επί του συγκεκριμένου θέματος και παραπομπή στη σχετική νομολογία. Ενόψει όλων των πιο πάνω, απορρίπτω την αξίωση για καταβολή οποιωνδήποτε αποζημιώσεων για την απαλλοτριωθείσα έκταση. Η παραπομπή απορρίπτεται. Σε σχέση με τα έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα πλείστα γεγονότα είχαν δηλωθεί ως παραδεκτά και εκείνο που παρέμεινε προς εξέταση ήταν το νομικό θέμα, θέμα πρωτότυπο, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα έξοδά της. (Υπ.) .................. Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Applications/Final Αναφορά: Παραπομπή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο