ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2949/2014, 30/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A306 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2949/2014 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΙΕΡΟΔΙΑΚΟΝΟΥ Ενάγοντας και
- ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
- ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
- ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενοι ------------------ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:30/6/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα - αιτητή: κα Χ' Ξενοφώντος για Κώστα Μελά και Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 1 - καθ' ων η αίτηση: κ. Οικονόμου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους εναγόμενους 2 - καθ' ων η αίτηση: κ. Χαρτζιώτης για Αλέκο Ευαγγέλου & Σια ΔΕΠΕ Για εναγόμενο 3 - καθ' ου η αίτηση: κα Μαρία Αναστασίου για Γενικό Εισαγγελέα ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με ενδιάμεση αίτηση του, ο ενάγοντας αιτείται την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του και πιο συγκεκριμένα τη διαγραφή συγκεκριμένων δικογραφημένων ισχυρισμών και την προσθήκη άλλων. Οι παράγραφοι όπου επιζητείται η προσθήκη τους, αφορούν την ιδιότητα και τον ρόλο της εναγόμενης 2 και του εναγόμενου 3, σε τροποποίηση χρηματικών ποσών, σε ισχυριζόμενη παράβαση σχέσης εμπιστοσύνης και στο ότι εάν ο ενάγων γνώριζε για τον κίνδυνο που αναφέρεται, δεν θα προέβαινε ο ενάγοντας στην αγορά των αξιογράφων, στην πρόθεση εξαπάτησης από την εναγόμενη 1 λόγω της γνώσης που είχε ως προς την εικόνα της τράπεζας, όπου αναφέρονται συγκεκριμένα γεγονότα που το αποδεικνύουν, την πρόθεση δόλου και παραπλάνησης του κοινού και επενδυτικών οίκων κ.α. για να αντλήσει ιδιωτικά κεφάλαια για να καλύψει κεφαλαιακές ανάγκες που ήταν κλονισμένες, με τους τρόπους που αναφέρονται και που σε περίπτωση που η εναγόμενη 1 δεν ενεργούσε με τους τρόπους αυτούς, οι αρχές θα προειδοποιούσαν το κοινό και ο ενάγοντας να μην είχε υποστεί τη ζημιά που υπέστη. Επίσης επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμών που αφορούν τη γνώση της εναγόμενης 1 για τη δεινή οικονομική της κατάσταση και εν τούτοις παρουσίαζε στο κοινό και αλλού, μια διαφορετική εικόνα και δολίως, για να καλύψει την εν λόγω κατάσταση και προχωρώντας στην άντληση χρημάτων μέσω των αξιογράφων, μη αποκαλύπτοντας τους κινδύνους και την πραγματική φύση και κατάσταση αυτών. Ακολούθως, επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που εμπλέκουν την εναγόμενη 2 και τον εναγόμενο 3, με τους ρόλους που τους αποδίδονται αντίστοιχα και ανάλογα με την περίπτωση για ανοχή, συγκάλυψη και κακή εκτέλεση των καθηκόντων που τους αναλογούν και της σχέσης εμπιστευτικότητας, ως επίσης και την καθολική πρόθεση παραπλάνησης, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να μην μπορεί να ενημερωθεί δεόντως για την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 και να προστατεύσει τα χρήματα που της εμπιστεύθηκε και παράθεσε προς αυτόν τον σκοπό διάφορες ενέργειες υπό τη μορφή λεπτομερειών της εναγόμενης 1, που άπτονταν κυρίως των κακών από οικονομικής άποψης ενεργειών, λανθασμένων, αμελών και δολίων, με την εμπλοκή και ρόλο των εναγομένων 2 και 3, όπου τους αποδίδει, αναλόγως της περίπτωσης, λεπτομέρειες αμελών και δολίων πράξεων και παραλείψεων, αλλά και γνώσης για την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 1 και τη μη προστασία του ενάγοντα και των πιθανών επενδυτών και κατόχων αξιογράφου για τους κινδύνους που ελλόχευαν από τις πράξεις και παραλείψεις που τους αποδίδονται. Εν κατακλείδι, επιχειρείται η εισαγωγή του ισχυρισμού ότι εάν δεν ελάμβαναν χώρα τα όσα επιχειρείται με τη δικογράφηση των γεγονότων, ο ενάγοντας θα είχε προθεσμιακή κατάθεση τέτοιου ύψους, η οποία θα τύγχανε προστασίας και ο ενάγοντας έχει δικαίωμα ιχνηλάτισης των χρηματικών ποσών στην εναγόμενη 1, με την ανάλογη προσθήκη παρακλητικού στην έκθεση απαίτησης, ως επίσης και την καταβολή αποζημίωσης για τους λόγους που αναφέρονται και οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα ή θεραπεία ήθελε κρίνει το Δικαστήριο. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.9 Θ.2,4,5,7,10 και 11, η Δ.12, η Δ.39, η Δ.25 Θ. 1-5, η Δ.48 Θ.2-4 και 9, η Δ.63 Θ.2, η πρακτική, οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Γιατρού. Η ενόρκως δηλούσα αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ακολούθως, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι όπως την πληροφορεί ο δικηγόρος του γραφείου κ. Μελάς, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού και μετά από λεπτομερή μελέτη και αξιολόγηση των γεγονότων, των νομικών σημείων και των ιδιαιτεροτήτων της υπόθεσης για σκοπούς προετοιμασίας της ακρόασης και του όλου έγγραφου υλικού που έχει μέχρις στιγμής εφοδιαστεί η πλευρά του ενάγοντα, διαπιστώθηκε η ανάγκη τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, έτσι ώστε να συμπεριληφθεί όλο το φάσμα των γεγονότων, ισχυρισμών και αξιώσεων. Συγκεκριμένα, μελετήθηκε και επεξεργάστηκε το όλο θέμα υπό το πρίσμα νέων στοιχείων και δεδομένων που προέκυψαν και ήρθαν εις γνώση του γραφείου μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση συγκεκριμένα έγγραφα που φέρουν ημερομηνία το 2014, τα οποία μελετήθηκαν εκτενώς το καλοκαίρι του 2015 και κρίθηκε αναγκαία η τροποποίηση και για το θέμα αυτό συμβούλεψαν κατάλληλα και τον πελάτη τους και οι εν λόγω τροποποιήσεις είναι άμεσα συνδεδεμένα και σχετικά με τα επίδικα θέματα. Επίσης η ενόρκως δηλούσα τονίζει το πρωτότυπο των θεμάτων που εγείρονται και για να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί που εμπλέκουν κυρίως την εναγόμενη 1 και που δικαιολογούν τις αιτούμενες θεραπείες και για να ακουστούν όλα τα σχετικά θέματα και να αποδοθεί Δικαιοσύνη. Η αίτηση έγινε καλόπιστα πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και δεν θα επιφέρει ζημιά στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να αποδοθεί σε χρήμα, ενώ σε περίπτωση που δεν εγκριθεί η αίτηση, θα υποστεί η πλευρά του ενάγοντα μεγάλη πληγή στα συμφέροντα του, διότι δεν θα μπορεί να προβάλει τις θέσεις, αξιώσεις και αγώγιμα δικαιώματα εναντίον όλων των υπευθύνων και τέλος, είναι επιβεβλημένη η τροποποίηση, μετά την αξιολόγηση που έγινε όλων των δεδομένων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν. Οι εναγόμενοι 2 και 3 έφεραν ένσταση στην αίτηση, ενώ οι εναγόμενοι 1 δεν έφεραν ένσταση, ζήτησαν όμως τα έξοδα τους. Η ένσταση της εναγόμενης 2, έχει ως νομικό έρεισμα πέραν των Δ.1,2,9,12,25 θ.1, 39, 48 θθ.1-4 6 και 9, 59, 63 και 64, την ενδεικτική και όχι περιοριστική παραπομπή σε άρθρα των νόμων περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων 66
(1)/97, περί Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου 138
(1)/2002, περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο 66
(1)/2012, ως επίσης και τη σχετική Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις γενικές, συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 27 λόγοι ένστασης, που άπτονται της θέσης περί παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων, στην αποτυχία προβολής ικανοποιητικών λόγων που να δικαιολογούν την έγκριση της υπό εξέταση αίτησης και γενικά στον νόμο και ουσία αβάσιμο της αίτησης, στην καθυστέρηση υποβολής της αίτησης ενόψει της γνώσης που είχε ο αιτητής, προκαλώντας εκτροχιασμό και καθυστέρηση στη διαδικασία, στη δημιουργία νέου αγώγιμου δικαιώματος και γενικά διαφοροποίηση, πολλαπλότητα της αγωγής και που αφορούν πράξεις άλλης αρχής που δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή και στο ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει αδικία στην εναγόμενη 3. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης της εναγόμενης 2 αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Αργυρώς Σάββα και η οποία αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης της και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως επίσης προβαίνει σε μια καθολική άρνηση της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει, εκτός όπου γίνεται ρητή αποδοχή και υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Ακολούθως προβαίνει σε μια αναδρομή του ιστορικού της παρούσας διαδικασίας, προβαίνει σε μια ειδική αναφορά στις επιδιωκόμενες για εισαγωγή παραγράφων, τονίζοντας ότι τα θέματα που εγείρονται έχουν παραγραφεί ενόψει του ουσιώδη χρόνου που προβάλλεται και πριν τη θέσπιση της σχετικής νομοθεσίας. Επίσης αναφέρει ότι τα γεγονότα στα οποία επιδιώκεται να εισαχθεί με την αιτούμενη τροποποίηση, ήταν γνωστά στον αιτητή και στον δικηγόρο του και παρέθεσε προς αυτόν τον σκοπό αντίγραφα κλητηρίων ενταλμάτων άλλων υποθέσεων και που στοιχειοθετούν μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης που συνεπάγεται εκτροχιασμό και καθυστέρηση στη διαδικασία, με επίδραση στα δικαιώματα της εναγόμενης 3, ενόψει και της διαφορετικής υπόθεσης που έχουν να αντιμετωπίσουν σε περίπτωση έγκρισης της αίτησης. Ακολούθως, αναφέρθηκε στην μη υπαγωγή της υπό εξέταση αίτησης στη Δ.25 θ. 1 διότι δεν επιδιώκεται τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης αλλά εισαγωγή αγώγιμου δικαιώματος και γενικά νέας βάσης αγωγής και μεταβολής του χαρακτήρα της με άσχετα γεγονότα που χρονολογούνται πριν την έκδοση αξιογράφων και που εν πάση περιπτώσει, με σχετική παραπομπή σε νόμους που καταγράφονται και στο κείμενο της ένστασης, δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγόμενης 3, ως επίσης εγείρεται και η θέση ότι οι ζημιές για τις οποίες γίνεται αναφορά, έγινε από αρχή που δεν είναι διάδικος στην παρούσα διαδικασία. Εκφράζει επίσης τη θέση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς, αλλά δημιουργείται πολλαπλότητα νομικών ζητημάτων και μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της αγωγής, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης και ισχυρίζεται ότι είναι γενικές οι αναφορές του αιτητή ότι χωρίς την έγκριση της αίτησης δεν θα μπορούν να προωθηθούν οι θέσεις του και γενικά να παρουσιαστεί η υπόθεση του. Ο εναγόμενος 3 επίσης καταχώρησε ένσταση, με νομικό υπόβαθρο σχεδόν πανομοιότυπο με αυτό της εναγόμενης 3, με εξαίρεση την μη επίκληση της νομοθεσίας που αφορά τη λειτουργία της εναγόμενης 3 και με προσθήκη στη νομική βάση και χωρίς περιορισμό, συγκεκριμένα άρθρα του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ως επίσης και στο άρθρο 30
(2)
(3)του Συντάγματος. Προβλήθηκαν συνολικά 13 λόγοι ένστασης, και που αφορούν την μη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων για έγκριση της αίτησης και γενικά για την αναγκαιότητα της, στο ότι εισάγεται νέο αγώγιμο δικαίωμα και όχι τροποποίηση της αγωγής και που θα πρέπει να εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής, ως επίσης ότι δεν υπάρχει συνάφεια των ισχυρισμών που επιδιώκεται η εισαγωγή τους. Ακολούθως εγείρεται ζήτημα παραγραφής, ως επίσης και γνώσης του αιτητή των εν λόγω γεγονότων πριν την έναρξη της αγωγής, με συνεπακόλουθη την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης και στον εκτροχιασμό της διαδικασίας, ως επίσης και επιδίωξη μεταβολής του χαρακτήρα της αγωγής. Τέλος, προβάλλεται η θέση ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, δεν θα προκληθεί ζημιά στον αιτητή, διότι θα μπορεί να προβάλει τις θέσεις του στα πλαίσια νέας αγωγής, ενώ σε περίπτωση έγκρισης της, θα δημιουργηθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον εναγόμενο 3. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης του εναγομένου 3, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Κουρουσίδου. Η ενόρκως δηλούσα στην ένορκη της δήλωση, αρχικά προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της εξουσιοδότησης και της γνώσης της ως προς τα γεγονότα της υπό εξέταση υπόθεσης και ακολούθως, ουσιαστικά αρνείται καθολικά την υπό εξέταση αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει και υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Περαιτέρω προβαίνει σε μια αναφορά του ιστορικού της παρούσας διαδικασίας και ακολούθως, διανθίζει με περισσότερες λεπτομέρειες τους λόγους ένστασης με παραπομπή σε γεγονότα, θέσεις και επιχειρηματολογία, ήτοι αναφέροντας ότι δεν εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1, διότι δεν επιδιώκεται η τροποποίηση της αγωγής, αλλά η δημιουργία νέων αγώγιμων δικαιωμάτων και με ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι σχετικοί και συναφής με την παρούσα αγωγή και που θα είναι προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως εκδικαστούν στα πλαίσια νέας αγωγής, τονίζοντας ότι ήδη με την υπάρχουσα έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και επιδιώκεται νέα βάση αγωγής για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ενόψει της προδικαστικής ένστασης που υπάρχει για μη αποκάλυψη αγώγιμου δικαιώματος εναντίον του. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι στοιχειοθετείται επιδίωξη μεταβολής του χαρακτήρα της αγωγής, ενόψει του ότι εισάγονται ισχυρισμοί με ουσιώδη χρόνο προγενέστερο της έκδοσης των αξιογράφων και ότι τα ισχυριζόμενα αστικά αδικήματα που επιδιώκεται η εισαγωγή τους ως βάση της αγωγής, αυτά έχουν παραγραφεί, με ταυτόχρονη παραπομπή σε νομοθεσία που εφαρμόζεται, ενόψει του ουσιώδη χρόνου που αφορά και με παράλληλη τοποθέτηση ότι σε κάποιες περιπτώσεις που γίνεται αναφορά σε ουσιώδη χρόνο συγκεκριμένης περιόδου, δεν δύναται να προσδιοριστεί κατά πόσο έλαβε χώρα παραγραφή ή όχι. Ακολούθως προβάλλεται η θέση ότι τα γεγονότα τα οποία επικαλείται ο αιτητής ήταν γνωστά σε αυτόν πριν την έγερση της παρούσας αγωγής και την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, όπως διαφαίνεται και μέσα από άλλες αγωγές που καταχωρήθηκαν από τους ίδιους δικηγόρους και με ταυτόχρονο αποτέλεσμα η αίτηση να υποβάλλεται με μεγάλη καθυστέρηση και να επιδρά καταλυτικά στα δικαιώματα του εναγόμενου 4 και ιδίως στο δικαίωμα για εκδίκαση της υπόθεσης εντός εύλογου χρόνου και γενικά να εκτροχιάζεται η παρούσα διαδικασία, διότι θα πρέπει να καταχωρηθούν εκ νέου δικόγραφα και να γίνει συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων. Εν κατακλείδι, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της αίτησης και τα όσα επικαλείται ο αιτητής είναι γενικά και αόριστα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.25, Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (ως ισχύει για την παρούσα αγωγή, εν΄ όψει του χρόνου καταχώρησης της, καθ΄ ότι σε μεταγενέστερο στάδιο έχει τροποποιηθεί) προνοεί: «Το Δικαστήριο, ή ο Δικαστής, μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε διάδικο να αλλάξει ή να τροποποιήσει το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ή τα δικόγραφα του με τέτοιο τρόπο και κάτω από τέτοιους όρους που θα κρίνει δίκαιο, και όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα γίνονται οι οποίες θα είναι αναγκαίες για το σκοπό της διαλεύκανσης των πραγματικών θεμάτων, για τα οποία οι διάδικοι έχουν διαφορές». Οι αρχές της νομολογίας συνοψίζονται ως ακολούθως: Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation
(1989)1Ε 33 σελ. 36-37, Clive Preece κ.α. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου,
(2011)1Γ ΑΑΔ 2138 και Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστα Γρηγοριάδη και Συνεταίροι, Πολιτική Έφεση Αρ. 79/2009, ημερομηνίας 4/5/2012). Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω). Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση, ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση (βλ. Φοινιώτης ν. Grenmar Navigation πιο πάνω και Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 σελ 707). Η καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 ΑΑΔ 726 σελ 730, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α. ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις 137/2013 και 138/2013, 20/3/2014). Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1994)1 AΑΔ 426 στη σελ 432, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω) Αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. (βλ. Γραμμές Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Always Travel Holidays Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 607, United Sea Transport Ltd v. Zakou
(1980)1 AΑΔ 501, Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Ikos Cif Ltd v
- Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής (βλ. Περικτιόνη Χρίστου ν. Αζά πιο πάνω). Η σύγχρονη τάση (πριν την τροποποίηση βεβαίως της διαταγής 25 και 30, καθ΄ ότι με την τροποποίηση των εν λόγω διατάξεων, το όλο πνεύμα έχει αλλάξει άρδην) είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, ακόμα και αν η αναγκαιότητα τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 στη σελ 939 και Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 CLR 21 στην σελ. 27). Ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (βλ. Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο (βλ. Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560). Το ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η εισαγωγή νέας βάσης αγωγής δεν σημαίνει αφ' εαυτού ότι η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί (βλ. SABA & CO (T.M.P) v. T.M.P. Agents πιο πάνω, Ikos Cif Ltd v 1. Martin Coward κ.α., πιο πάνω). Όπου τα γεγονότα που ο αιτητής προτίθεται να εισαγάγει με την αίτησή του είναι γνωστά στον καθ' ου η αίτηση τότε το πλαίσιο της δίκης δεν μεταβάλλεται και ούτε επιφέρονται ζημιογόνες συνέπειες στα δικαιώματά του (βλ. BAUER SPEZIALTIENFBAU GMBH και άλλος ν. DIVNOGORSK SHIPPING CO LTD
(2002)1Α ΑΑΔ 618 σελ. 625) ή όπου θα συγκεκριμενοποιηθούν υφιστάμενοι ισχυρισμοί που θα θέσουν τα δικόγραφα σε τάξη Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 ΑΑΔ 44 ή όπου θα εισαχθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες υφιστάμενου ισχυρισμού (βλ. Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Περαιτέρω και ειδικότερα το Δικαστήριο παραπέμπει και σε σχετικά πρόσφατη νομολογία όπου εν μέρει έχει αναφερθεί και πιο πάνω και πιο συγκεκριμένα: Στην υπόθεση KAYAT TRADING LIMITED - v - GENZYME CORPORATION Πολιτική Έφεση Αρ. 58/2012 , 4 Μαρτίου, 2013 αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι, όπως πολύ εύστοχα επισημάνθηκε στην υπόθεση Clive Preece: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθν. Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.α. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κα
(2002)1(Α) ΑΑΔ 237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπουν τα δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Αρτέμιος Παπαχρυσοστόμου: «Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» Στην υπόθεση D. J. KARAPATAKIS & SONS LTD - v - ΔΗΜΟΥ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 135/2011 ημερομηνίας 13/6/2013, αποφασίσθηκαν τα πιο κάτω: «Σειρά αποφάσεων διαμόρφωσε τις αρχές που διέπουν το θέμα τροποποίησης δικογράφων κάτω από τη Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση ή μη δικογράφου, ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία ασκείται με πρωταρχικό μέλημα, το συμφέρον της δικαιοσύνης. Οι παράγοντες που επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης είναι πολλοί, όπως πολλοί είναι και οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επιδράσουν στον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το βέβαιο είναι ότι δεν μπορούν να καθοριστούν εξαντλητικά. Στην Παπαχρυσοστόμου ν. Κ. Γρηγοριάδης & Συνέταιροι, κ.α., Π.Ε. 79/09, ημερ. 4/5/12, αναφέρονται τ' ακόλουθα: «Το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η βασική αρχή η οποία πηγάζει μέσα από την εν λόγω νομολογία είναι ότι στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά.» ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Το Δικαστήριο, αντλώντας διαφώτιση και καθοδήγηση από το πιο πάνω εκτεθέν νομικό και νομολογιακό πλαίσιο που διέπει την υπό εξέταση αίτηση και έχοντας μελετήσει με εξαιρετικά μεγάλη προσοχή την αίτηση και τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, ως επίσης και τις αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων οι οποίες ήταν εμπεριστατωμένες, ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια και κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση δύναται να τύχει έγκρισης. Οι λόγοι ένστασης που έχουν εγερθεί και που αφορούν ισχυριζόμενη παραγραφή αστικών αδικημάτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά τα θέματα δεν δύνανται να εξεταστούν στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για τροποποίηση δικογράφου ως είναι η υπό εξέταση αίτηση, αλλά είναι ένα ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προϋποθέσεις της Νομολογίας. Επίσης γίνεται αναφορά σε ενστάσεις ότι ο αιτητής κάνει αναφορά σε χρονικό διάστημα το οποίο δεν μπορεί να αποκρυσταλλωθεί εάν πράξεις και παραλείψεις έγιναν εντός ή εκτός του χρόνου παραγραφής και αυτός είναι ακόμα ένας επιπρόσθετος λόγος που συνηγορεί στην πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου όπως το θέμα αφεθεί να αξιολογηθεί μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας ή έστω στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προϋποθέσεις της Νομολογίας. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης που έχουν εγερθεί και που αφορούν την γνώση του αιτητή ως προς τα γεγονότα που επιδιώκεται η προσθήκη τους με το επιχείρημα προηγούμενες διαδικασίες αλλά και του χρόνου που αυτά αφορούν, το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να εξάξει οποιαδήποτε ευρήματα και συμπεράσματα επί αυτών των θέσεων, διότι οι άλλες Δικαστικές διαδικασίες αφορούν άλλους διαδίκους και δεν δεσμεύει τον ενάγοντα της παρούσας αγωγής τι ισχυρίζονται άλλοι διάδικοι σε άλλες διαδικασίες, μη λησμονώντας το Δικαστήριο ότι κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, ασχέτως εάν ο ή οι δικηγόρου είναι οι ίδιοι με άλλη ή άλλες διαδικασίες και κατά πόσο εγείρονται τα ίδια ή παρόμοια γεγονότα ή νομικά σημεία. Το Δικαστήριο αξιολογεί την υπό εξέταση αίτηση με βάση τα δικά της δεδομένα και όχι με βάση τα δεδομένα άλλων υποθέσεων που εκκρεμούν σε άλλα Δικαστήρια και οι οποίες θα εκδικαστούν από τους φυσικούς τους Δικαστές Η πιο πάνω αξιολόγηση του Δικαστηρίου, αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τους λόγους ένστασης που έχουν συνδεθεί με αυτό το θέμα, όπως είναι οι λόγοι ένστασης για την καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, την κακοπιστία της και την κατάχρηση της διαδικασίας. Η υπό εξέταση αίτηση δικαιολογείται με βάση το υπόβαθρο που έχει τεθεί, ήτοι ότι κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2015, αξιολογήθηκαν όλα τα επίδικα θέματα, γεγονότα και οι νομικές τους προεκτάσεις και με βάση γεγονότα που περιήλθαν στη γνώση του αιτητή και πιο συγκεκριμένα στο γραφείο των δικηγόρων του αιτητή. Ναι μεν η αίτηση καταχωρήθηκε τον Ιανουάριο του 2006, εν τούτοις όμως, έχοντας υπόψη τη φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης και των ομολογουμένως πρωτότυπων θεμάτων που εγείρονται, το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε καθυστέρηση που να επιδρά καταλυτικά στην τύχη της αίτησης ή στα δικαιώματα οποιουδήποτε διαδίκου και ούτε έχει διαπιστώσει οποιαδήποτε πρόθεση για καθυστέρηση της εκδίκασης της διαδικασίας ή κακοπιστία ή κατάχρηση της διαδικασίας, έχοντας υπόψη και τη φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης, ως επίσης και το ιστορικό του φακέλου της διαδικασίας και του χρόνου καταχώρησης των δικογράφων και της υπό εξέταση αίτησης, που δεν είναι απαγορευτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν μη ενδεδειγμένο χρόνο για έγερση της υπό εξέταση αίτησης. Επίσης διακρίνεται μια διασύνδεση των γεγονότων που επιχειρείται η εισαγωγή τους με την υπό εξέταση αίτηση σε συνδυασμό με την έκθεση απαίτησης, διότι ο ίδιος ο ενάγων με την προσθήκη των εν λόγω ισχυρισμών και το λεκτικό που καταθέτει ως αιτούμενη τροποποίηση, προβαίνει σε μια αλληλοσύνδεση και αλληλουχία των επίδικων ισχυρισμών και αξιώσεων και το γεγονός ότι προβάλλονται οι θέσεις ως λόγοι ένστασης ότι αυτοί οι ισχυρισμοί είναι άσχετοι με τα επίδικα γεγονότα και θέματα ενόψει και του χρόνου όπου γίνεται αναδρομή, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι θέμα που θα κριθεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και αυτό αναπόφευκτα συμπαρασύρει και τη θέση ότι τα εν λόγω γεγονότα θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο διαδικασίας ξεχωριστής αγωγής. Με βάση λοιπόν την πιο πάνω κρίση, αναπόφευκτα συμπαρασύρονται και οι λόγοι ένστασης που αφορούν την έγερση νέου αγώγιμου δικαιώματος και ανατροπής και μεταβολής του χαρακτήρα της αγωγής, διότι ακόμα και να συνέβαινε αυτό, δεν είναι απαραίτητα απαγορευτικό με βάση το πιο πάνω εκτεθέν νομολογιακό πλαίσιο και που εν πάση περιπτώσει, αυτό που καταδεικνύεται, είναι η προσθήκη ισχυρισμών και θέσεων με συνεπακόλουθη και την προσθήκη παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης, το οποίο όμως διασυνδέεται από τον ίδιο τον αιτητή με την ήδη υπάρχουσα έκθεση απαίτησης. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω, έχοντας βεβαίως την φύση και την έκταση της αιτούμενης τροποποίησης, το Δικαστήριο κρίνει ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, θα επηρεάζονταν δραστικά τα δικαιώματα του αιτητή, διότι δεν θα μπορούσε να προβάλει την όλη φύση και έκταση της υπόθεσης του, ενώ με την έγκριση της, θα μπορεί να προβάλει τις θέσεις του και οι εναγόμενοι θα μπορούν να αποζημιωθούν με την επιδίκαση υπέρ τους των εξόδων της αίτησης και αυτών που θα προκύψουν και θα μπορούν να τοποθετηθούν εγκαίρως επί της τροποποιημένης αγωγής και που σε αρκετά θέματα έχουν ήδη τοποθετηθεί υπό τη μορφή λόγων ένστασης. Έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο για τους λόγους που έχουν προβληθεί από τον αιτητή για να στηρίξει την υπό εξέταση αίτηση και που είναι εύλογοι, διότι έχει ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι μετά από μελέτη της υπόθεσης και των νέων στοιχείων που επικαλούνται και των ομολογουμένως πρωτότυπων θεμάτων, γεγονότων και νομικών σημείων, ότι καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της αγωγής. Τα όσα έχουν εγερθεί ως λόγοι ένστασης ότι οι επιδιωκόμενοι προς εισαγωγή ισχυρισμοί είναι μαρτυρία και άσχετα θέματα, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει εντοπίσει οποιοδήποτε στοιχείο παράθεσης μαρτυρίας αλλά παράθεσης γεγονότων, θέσεων και αξιώσεων και το κατά πόσο είναι άσχετα ή όχι, είναι ζήτημα που αφορά την αξιολόγηση που θα γίνει από το Δικαστήριο μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας. Επίσης οι λόγοι ένστασης που έχουν εγερθεί ότι οι πράξεις και παραλείψεις που αποδίδονται αφορούν Αρχή που δεν είναι διάδικος, επίσης είναι ένα θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας ή στα πλαίσια αίτησης για διαγραφή της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα, σε συνδυασμό με αίτημα όπως προδικαστεί το εν λόγω νομικό σημείο, εάν και εφόσον τηρούνται βεβαίως οι προϋποθέσεις της Νομολογίας. Συνεκτιμώντας λοιπόν το Δικαστήριο τα πιο πάνω και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι η υπό εξέταση αίτηση πληροί τις προϋποθέσεις για την έγκριση της, διότι οι λόγοι που έχουν προβληθεί έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ως εύλογους με βάση τα δεδομένα της υπό εξέταση αίτησης και οι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν για τους λόγους που εξηγήθηκαν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η αίτηση εγκρίνεται και συνακόλουθα εκδίδεται Διάταγμα ως η αίτηση, τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του Διατάγματος το οποίο να ζητηθεί εντός 3 ημερών από σήμερα καταβληθεί αυθημερόν, τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης από τους εναγόμενους να καταχωρηθούν εντός 25 ημερών από την παράδοση σε αυτούς της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης και απαντήσεις στις τροποποιημένες εκθέσεις υπεράσπισης να καταχωρηθούν εντός 10 ημερών από την επίδοση των τροποποιημένων εκθέσεων υπερασπίσεων. Τα έξοδα της αίτησης, ως επίσης και αυτά που θα σπαταληθούν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 22/9/2016. (Υπ.)..................................................................... Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. . Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο