← Κύπρος

Σωτηρούλας Σωφρονίου Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 107/2009, 2/6/2016

Σωτηρούλας Σωφρονίου Σάββα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Παραπομπής: 107/2009, 2/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A252 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Παραπομπής: 107/2009 Μεταξύ: Σωτηρούλας Σωφρονίου Σάββα Αιτήτριας -και- Κυπριακής Δημοκρατίας δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Αποζημιούσας Αρχής .......... 2 Ιουνίου, 2016 Για την Αιτήτρια: κα Σύνθια Τόκα για ΑΝΤΩΝΗΣ ΤΟΚΑΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.. Για την Αποζημιούσα Αρχή: κ. Αντώνης Μελάς για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αιτήτρια, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα Παραπομπή, ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια κατά ½ μερίδιο, ενός χωραφιού εκτάσεως 31.104 τ.μ, με αριθμό εγγραφής 21453, Φύλλο/Σχέδιο LIII/39, τεμάχιο 57, τοποθεσία Κοκκινόκαμπος, Δήμος Κάτω Πολεμιδιών, Λεμεσός (εφεξής το Ακίνητο). Δυνάμει του Διατάγματος Επίταξης 378 ημερ. 31.3.1995, η Αποζημιούσα Αρχή, μεταξύ άλλων, επίταξε το Ακίνητο, για περίοδο ενός έτους, δηλαδή από 31.3.1995 μέχρι 30.3.

  1. Στη συνέχεια, η επίταξη παρατάθηκε με το Διάταγμα Επίταξης 243 ημερ. 8.3.1996 για περαιτέρω περίοδο 4 μηνών, δηλαδή από 1.4.1996 μέχρι 30.7.
  2. Η συνολική περίοδος επίταξης δηλαδή, ήταν για 16 μήνες. Σκοπός δε της επίταξης, ήταν η εξόρυξη/αφαίρεση ογκολίθων για χρήση στο υπό κατασκευή/επέκταση Νέο Λιμάνι Λεμεσού. Πέραν της αποζημίωσης (υπολογιζόμενης επί της ενοικιαστικής αξίας) που δικαιούται η Αιτήτρια για την αποστέρηση του Ακινήτου της για την προαναφερθείσα περίοδο, το Ακίνητο, υπέστη και επιζήμια επίδραση από την αφαίρεση των ογκολίθων, σε σχέση με την οποία, επίσης διεκδικεί αποζημίωση. Την αποζημίωση αυτή, στην καταχωρηθείσα Παραπομπή, την προσδιορίζει σε €241.360,00 (συνολικά). Το ποσό αυτό το διεκδικεί μαζί με νόμιμους τόκους, εκτιμητικά και δικηγορικά έξοδα. Η Αποζημιούσα Αρχή με την Υπεράσπιση της, δέχεται τα περί επίταξης για την αναφερθείσα περίοδο, αλλά διαφωνεί ριζικά, με το ύψος των υπό διεκδίκηση αποζημιώσεων. Κατά τη δική της εκτίμηση, η αποζημίωση που δικαιούται η Αιτήτρια για την αποστέρηση του Ακινήτου της ανέρχεται σε €132,42 (ετησίως) ενώ για την επιζήμια επίδραση σε €13.241,
  3. Σε διάφορα στάδια της δικαστικής διαδικασίας, έγιναν παραδεκτά γεγονότα, τα οποία περιορίζουν σημαντικά και ουσιαστικά τα επίδικα θέματα που παραμένουν προς επίλυση. Πιο συγκεκριμένα, έγινε παραδεκτό γεγονός, ότι, (α) η αγοραία αξία του Ακινήτου κατά το έτος 1996 (χρονολογία λήξης της περιόδου επίταξης) ανερχόταν σε €3.50 το τ.μ. (β) η αγοραία αξία του Ακινήτου κατά το έτος 2009 (χρονολογία καταχώρησης της παρούσας Παραπομπής) ανερχόταν σε €65,00 το τ.μ. (γ) η αγοραία αξία του Ακινήτου για το έτος 2014 (η τρέχουσα τιμή) ανέρχεται σε €45,00 το τ.μ. και (δ) η επιζήμια επίδραση επί του Ακινήτου, ανέρχεται σε 25% επί της αγοραίας του αξίας. Ενόψει των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων, παραμένουν προς επίλυση δύο θέματα:
  4. Να αποφασιστεί, ποια είναι η ορθή μέθοδος υπολογισμού της ενοικιαστικής αξίας του Ακινήτου και κατ' επέκταση, βάσει αυτής, να καθοριστεί η επί τούτου, αποζημίωση.
  5. Να αποφασιστεί, επί ποιας χρονολογίας την αγοραία αξία του Ακινήτου (1996, 2008 ή 2014), θα πρέπει να υπολογιστεί η επιζήμια επίδραση και κατ' επέκταση, να καθοριστεί η επί τούτου, αποζημίωση. Το πρώτο ζήτημα είναι περισσότερο πραγματικό παρά νομικό και επ' αυτού, η κάθε πλευρά κάλεσε τον πραγματογνώμονα της προς υποστήριξη συγκεκριμένης μεθόδου υπολογισμού της εν λόγω ενοικιαστικής αξίας. Το δεύτερο είναι περισσότερο νομικό, αν και υπέχει σημασία η προσκομισθείσα μαρτυρία - ιδιαιτέρως η έγγραφη. Επί αμφότερων των ζητημάτων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους με παράλληλη παραπομπή σε σχετική Νομολογία, στα πλαίσια των εμπεριστατωμένων αγορεύσεων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Κοντολογίς, η θέση της κας Τόκα, σε σχέση με την επιζήμια επίδραση, είναι, ότι, αυτή θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση την αγοραία αξία του Ακινήτου κατά το έτος 2014 ή το 2009, ενώ η θέση του κ. Μελά είναι, ότι, θα πρέπει να υπολογιστεί με βάση την αγοραία αξία του
  6. Ο πραγματογνώμονας της Αιτήτριας Άγγελος Αγαθαγγέλου (ΜΑ1) ετοίμασε και υιοθέτησε την έκθεση εκτίμησης (τεκμήριο 2). Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εν λόγω πραγματογνώμονα, μολονότι το Ακίνητο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενέπιπτε στην πολεοδομική ζώνη Δα4 και θα μπορούσε να αξιοποιηθεί μόνο για γεωργική χρήση, ο σκοπός για τον οποίο χρησιμοποιήθηκε από την Αποζημιούσα Αρχή, ήταν βιομηχανικός, ήτοι, η εξόρυξη/αφαίρεση ογκόλιθων. Ως εκ τούτου και με βάση τις ιδιαιτερότητες του Ακινήτου, θεωρεί, ότι, δεν προσφέρεται η συγκριτική μέθοδος για τον υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας του Ακινήτου, αφού δεν υπήρχαν στην ίδια περιοχή και ακίνητα προς σύγκριση. Αντίθετα, η ενοικιαστική αξία, θα πρέπει να υπολογιστεί με προσαρμοσμένη εφαρμογή της ΚΔΠ 173/89, βάσει της οποίας, για ακίνητο, εκτός βιομηχανικής περιοχής, το οποίο χρησιμοποιείται όμως για βιομηχανικούς σκοπούς, το καταβλητέο μίσθωμα θα πρέπει να είναι μεταξύ 5%-7% ετησίως επί της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Ενόψει, εδώ, του μεγάλου μεγέθους του Ακινήτου - συνέχισε ο μάρτυρας - έχει χρησιμοποιήσει το ½ του ελάχιστου πιο πάνω ποσοστού, δηλαδή 2.5%. Με βάση το πιο πάνω σκεπτικό, καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι, το εύλογο ενοίκιο για ολόκληρη την 16μηνη περίοδο της επίταξης, με βάση την αγοραία αξία κατά το έτος 1996, θα πρέπει να ανέλθει στο ποσό των €1.815,
  7. Η πραγματογνώμονας της Αποζημιούσας Αρχής, Ειρήνη Κανάρη (ΜΑΑ1) υιοθέτησε γραπτή κατάθεση ως την κυρίως της εξέταση (έγγραφο 1) ως επίσης και έκθεση εκτίμησης την οποία είχε ετοιμάσει από προηγουμένως (τεκμήριο 3). Η δική της θέση, η οποία αιτιολογήθηκε, με αναφορά σε συγκριτικές ενοικιάσεις, οι οποίες έγιναν σε άλλες περιοχές, είναι, ότι, η συγκριτική μέθοδος προσφέρεται και είναι η κατάλληλη για υπολογισμό της ενοικιαστικής αξίας του Ακινήτου. Σημασία, γι' αυτή, έχει περισσότερο η γεωργική χρήση των ακινήτων και όχι τόσο η περιοχή όπου βρίσκονται. Με βάση δε τη δική της συλλογιστική και υπολογισμούς, η ενοικιαστική αξία για ολόκληρη την περίοδο για την οποία βρισκόταν υπό επίταξη το Ακίνητο, ανέρχεται στο ποσό των €176,
  8. Πέραν της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων, κατατέθηκαν και τα εξής έγγραφα ως τεκμήρια: Τεκμήριο 1Α Επιστολή και Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως ημερ. 6.9.
  9. Τεκμήριο 1Β Επιστολή ημερ. 8.6.
  10. Τεκμήριο 1Γ Επιστολή ημερ. 14.7.
  11. Τεκμήριο 1Δ Επιστολή ημερ. 12.9.
  12. Τεκμήριο 1Ε Επιστολή ημερ. 25.10.
  13. Τεκμήριο 1ΣΤ Επιστολή ημερ. 4.1.
  14. Τεκμήριο 2 Έκθεση Εκτίμησης ΜΑ
  15. Τεκμήριο 3 Έκθεση Εκτίμησης ΜΑΑ
  16. Τεκμήριο 4 Τοπογραφικό Σχέδιο. Τεκμήριο 5 Πίνακας ενοικιάσεων από 1.8.2010-31.7.
  17. 'Εχοντας σκιαγραφήσει το πλαίσιο της διαφοράς, τα ζητήματα που παραμένουν προς επίλυση και τις εκατέρωθεν θέσεις των μερών, προχωρώ με το εγχείρημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας των πραγματογνωμόνων ΜΑ1 και ΜΑΑ
  18. Πραγματογνώμονες, κατά παρέκκλιση του γενικού κανόνα, δύνανται να εκφέρουν γνώμη στον τομέα ειδίκευσης τους. Κατά τα άλλα όμως, τόσο η εξειδικευμένη γνώμη όσο και γενικότερα η μαρτυρία τους, υπάγεται στους ίδιους κανόνες απόδειξης και αξιολόγησης όπως και των λοιπών μαρτύρων. Η γνώμη που εκφέρουν δεν πρέπει να είναι γενική, αόριστη ή αυθαίρετη, αλλά να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται. Το χρίσμα του πραγματογνώμονα - από μόνο του - δεν προσδίδει βαρύτητα και αξία στην άποψη του μάρτυρα. Θα πρέπει να παρατεθούν στοιχεία που να επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθότητας της άποψης. Εξάλλου, στόχος της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, είναι να εφοδιαστεί το ίδιο το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ακρίβειας των συμπερασμάτων του. Με τον τρόπο αυτό, το Δικαστήριο σχηματίζει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας αυτά τα κριτήρια (βλ. Davie v. Edinborough Magistrates [1953] JC 34, Νικολάου v. Σταύρου

(1992)1(B) A.A.Δ. 746, Πέγκερος v. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 143, Χατζηδημητρίου v. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104 και Cybarco Ltd v. Kovascik Πολ. Έφεση 10741, ημερ. 18.12.2001). Εφαρμόζοντας αυτές τις αρχές στη μαρτυρία του ΜΑ1, καταλήγω στο εξής συμπέρασμα: Από πλευράς προσόντων και αρμοδιότητας, ο μάρτυρας πληροί τα κριτήρια της υπό συζήτηση, πραγματογνωμοσύνης. Εξάλλου τούτο έγινε παραδεκτό. Από πλευράς ουσίας όμως, δεν έχω πεισθεί, για την ορθότητα της μεθοδολογίας που επέλεξε. Ο μάρτυρας για να καταλήξει στην ενοικιαστική αξία του Ακινήτου χρησιμοποίησε την ΚΔΠ 173/89. Η επιλογή αυτή του μάρτυρα κρίνεται εσφαλμένη. Κατ' αρχάς η εν λόγω ΚΔΠ, αφορά τη μίσθωση κρατικής γης και όχι ιδιωτικής, με όσα σημαντικά συνεπάγονται της διαφοράς αυτής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Bahchecioglou κ.α
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 426, 438). Δεύτερον, για την εκμίσθωση ακινήτου για βιομηχανικούς σκοπούς σε μη βιομηχανική περιοχή, γίνεται αναφορά στην ΚΔΠ, σε ποσοστό 5%-7% της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Ο μάρτυρας, με δικαιολογία, το μεγάλο μέγεθος του Ακινήτου, χρησιμοποίησε ποσοστό 2.5 %. Η διαφοροποίηση αυτή κρίνεται, αυθαίρετη. Κανένα στοιχείο δεν προσκομίστηκε που να δικαιολογεί τη μείωση του ποσοστού στο ήμισυ (2.5%) του ελάχιστου (5%) που αναφέρεται στην ΚΔΠ, λόγω μεγάλου μεγέθους του Ακινήτου. Τρίτον, ο μάρτυρας, έλαβε υπόψη τη χρήση που έγινε από την Αποζημιούσα Αρχή (βιομηχανική) και όχι την επιτρεπόμενη χρήση (γεωργική). Αυτό αποτελεί σφάλμα. Κατ' αντίστοιχο παραλληλισμό, στις υποθέσεις Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακή Δημοκρατία δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ.1836 και Bahchecioglou (ανωτέρω), οι οποίες αφορούσαν παράνομη επέμβαση, αναφέρθηκε, ότι, το μέτρο αποζημίωσης είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του υποστατικού που διαπιστώνεται αντικειμενικά και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Επί του προκειμένου, να επισημάνω, ότι, η υπό αναφορά ΚΔΠ για χρήση για γεωργικούς σκοπούς, υιοθετεί τη συγκριτική μέθοδο υπολογισμού. Για όλους του πιο πάνω λόγους και στο βαθμό που υπάρχει αμφισβήτηση, απορρίπτω τη μαρτυρία του ΜΑ1. Η ΜΑΑ1 επίσης πληροί τα κριτήρια της υπό συζήτηση, πραγματογνωμοσύνης, από πλευράς προσόντων και αρμοδιότητας. Και τούτο έγινε παραδεκτό. Απ' εκεί και πέρα όμως, δέχομαι και την ουσία της πραγματογνωμοσύνης της. Η μάρτυρας ήταν αρκούντως πειστική, καταθέτοντας στο Δικαστήριο και αναλύοντας τις συγκριτικές ενοικιάσεις που έλαβε υπόψη (επισυνάπτονται στο τεκμήριο 3). Είναι γεγονός, ότι, τα ακίνητα, τα οποία έλαβε υπόψη της δεν βρίσκονται στην ίδια περιοχή με το επίδικο. Τούτο ήταν αναγκαίο, αφού δεν υπήρχαν στην ίδια περιοχή, ακίνητα προς σύγκριση. Η απόσταση όμως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν εξουδετερώνει τη σημασία τους. Σημασία εδώ, όπως ορθά ανέφερε η μάρτυρας, έχει περισσότερο η χρήση, ήτοι γεωργική, παρά η γεωγραφική τοποθεσία των ακινήτων. Απ' εκεί και πέρα, η μάρτυρας έκαμε τις ανάλογες προσαρμογές - συμφώνως των ιδιαιτεροτήτων και χαρακτηριστικών του κάθε ακινήτου - για να καταλήξει σε συμπέρασμα. Επί τούτου, επισημαίνω, ότι, το γεγονός πως τα εν λόγω συγκριτικά, αποτελούν ακίνητα της Εκκλησίας τα οποία εκμισθώθηκαν σε γεωργούς για χρήση, ουδόλως εξουδετερώνει τη σημασία τους. Η μάρτυρας ανέφερε, ότι, οι εν λόγω ενοικιάσεις, έγιναν με τη διαδικασία της προσφοροδότησης, στοιχείο, το οποίο παραπέμπει σε τιμές ελεύθερης αγοράς. Η αντίθετη θέση του ΜΑ1 για χαμηλό ενοίκιο με ευνοϊκούς όρους για σκοπούς βοήθειας των γεωργών, ουδόλως τεκμηριώθηκε. Σε ότι αφορά την περίοδο με την οποία θα πρέπει να συναρτηθεί η αποζημίωση βασισμένη στην ενοικιαστική αξία του Ακινήτου, όπως ορθά έπραξε η μάρτυρας, είναι η υπό επίταξη περίοδος και όχι οποιαδήποτε άλλη. Αυτό εξάλλου προβλέπεται και στο Νόμο δια του άρθρου 8
(1)(α) του Περί της Επιτάξεως Ιδιοκτησίας για Σκοπούς Δημόσιας Ωφελείας Νόμο 21/62. Με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, στο πλαίσιο τούτο, η Αιτήτρια δικαιούται αποζημίωση €132,42 σεντ ετησίως και συνολικά για τους 16 μήνες της επίταξης, €176,56 σεντ πλέον τόκο προς 4% από 31.3.1995 μέχρι εξόφλησης (βλ. άρθρα 8
(2)και 13
(1)του Ν.21/62). Απομένει το ζήτημα της επιζήμιας επίδρασης, το οποίο είναι και το μείζον, αφού το χρηματικό διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο. Επί τούτου σχετικό είναι το άρθρο 8 του Ν.21/1962 το οποίο, στον βαθμό που ενδιαφέρει, διαλαμβάνει ως ακολούθως: "8.
(1)Η καταβλητέα αποζημίωσις αναφορικώς προς επίταξιν ακινήτου ιδιοκτησίας δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου σύγκειται εν των ακολούθως ποσών, ήτοι: ........................... (γ) εκ ποσού ίσου προς οιανδήποτε ελάττωσιν εις την αξίαν της τοιαύτης ιδιοκτησίας, ήτις ήθελεν επέλθη είτε εκ της παρουσίας επί ή εντός ή υπεράνω της τοιαύτης ιδιοκτησίας οιασδήποτε οικοδομής ή ετέρου κτίσματος, έργου ή προσαρτήματος οικοδομηθέντος ή προσαρτηθέντος υπό της επιτασσούσης αρχής, είτε εξ' οιασδήποτε ζημίας επενεχθείσης εις την τοιαύτην ιδιοκτησίαν διαρκούσης της περιόδου καθ' ην διατηρείται κατοχή επί της ιδιοκτησίας δυνάμει του διατάγματος επιτάξεως, μη λαμβανομένης υπόψη της φυσικής φθοράς ή οιασδήποτε ζημίας ανορθωθείσης υπό της επιτασσούσης αρχής..» Από το λεκτικό της πιο πάνω διάταξης, προκύπτει, ότι, η περίοδος με την οποία θα πρέπει να συναρτηθεί η επιζήμια επίδραση δεν καθορίζεται, αφήνοντας έτσι πεδίο διακριτικής ευχέρειας στο Δικαστήριο, να κρίνει, ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες της κάθε υπόθεσης. Υπάρχει όμως οροφή στο ύψος των αποζημιώσεων, το οποίο, δύναται να επιδικαστεί. Προσδιορίζεται στο άρθρο 8
(1)(
  1. ii)ως εξής: «(
  2. ii)δεν καταβάλλεται δυνάμει της παραγράφου (γ) αναφορικώς προς ζημίαν επελθούσαν εις ακίνητον ιδιοκτησίαν, ποσόν μείζον της αξίας της τοιαύτης ιδιοκτησίας κατά τον χρόνον καθ' ον εκτήθη επί ταύτης κατοχή δυνάμει του διατάγματος επιτάξεως μη λαμβανομένης υπόψει οιασδήποτε επαυξήσεως εις την αξίαν ταύτης, επελθούσης λόγω των ειδικών συνθηκών υφ' ας η επίταξις της τοιαύτης ιδιοκτησίας κατέστη αναγκαία.» Σύμφωνα με το άρθρο 10, η επιτάσσουσσα αρχή, οφείλει, κατά τον ταχύτερο πρόσφορο χρόνο αφ' ης στιγμής η αποζημίωση κατέστη απαιτητή, να έλθει σε διαπραγματεύσεις με το ενδιαφερόμενο πρόσωπο για καθορισμό της αποζημίωσης. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(4), οι αποζημιώσεις για επιζήμια επίδραση, καθίστανται απαιτητές κατά τη λήξη της περιόδου επίταξης και καταβάλλονται κατά τον χρόνο τούτο προς τον ιδιοκτήτη. Το δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο, από αμφότερες τις πλευρές, σε περίπτωση μη συμφωνίας, διασφαλίζεται στο άρθρο 11 του Νόμου. Υποχρέωση για τάχιστη καταβολή αποζημίωσης σε περίπτωση επίταξης, προκύπτει και από το άρθρο 23
(8)(δ) του Συντάγματος. Συνεπώς, κανονικώς εχόντων των πραγμάτων και νοουμένου, ότι, υπάρξει συμφωνία και τηρηθούν κατά γράμμα οι πρόνοιες του Νόμου, η αποζημίωση για επιζήμια επίδραση συναρτάται με την περίοδο της επίταξης, αφού ευθύς μόλις ολοκληρωθεί, καταβάλλεται η αποζημίωση. Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι η αποζημίωση ήταν πληρωτέα από τις 31.7.1996, υπήρξε «σιγή ιχθύος» για μια ολόκληρη δεκαετία, μέχρι που στις 8.6.2006, η Αρχή Λιμένων απέστειλε στην Aιτήτρια την επιστολή (τεκμήριο 1Β), καλώντας την, να επικοινωνήσει η ίδια με κάποιο κ. Σείσου της Αρχής για συνεννόηση σε σχέση με διευθέτηση. Είναι σημαντικό να επισημανθεί, ότι, προηγήθηκε παράπονο προς την Επίτροπό Διοικήσεως, από τους δικηγόρους της Aιτήτριας, ενεργώντας εκ μέρους άλλων πελατών τους, των οποίων, η περιουσία, είχε επηρεαστεί από επίταξη, με βάση το ίδιο Διάταγμα Επίταξης 378 ημερ. 31.3.
  1. Η Επίτροπός Διοικήσεως στην Έκθεση της (τεκμήριο 1Α), αφού, αναφέρεται στο ιστορικό της όλης διαδικασίας, καταλήγει ως εξής: «Στο κράτος δικαίου προέχει η συμμόρφωση με τις συνταγματικές και νομοθετικές διατάξεις, ο σεβασμός των δικαιωμάτων των πολιτών και η συνέπεια έναντί τους. Στο πλαίσιο αυτό, η προσφορά αποζημίωσης στους παραπονούμενους προηγείτο έναντι οποιωνδήποτε άλλων δυσχερειών ή διαφορών είχαν προκύψει και αφορούσαν τις σχέσεις μεταξύ της επιτάσσουσας αρχής με την Αρχή Λιμένων ή της τελευταίας με τον Εργολάβο του έργου. Εξάλλου η υποχρέωση αποζημίωσης βαρύνει πάντοτε την επιτάσσουσα αρχή και το ζήτημα του οφέλους που ενδεχομένως είχε από την επίταξη συγκεκριμένος δημόσιος οργανισμός, υφίσταται μόνο μεταξύ της επιτάσσουσας αρχής και του δημόσιου οργανισμού και δεν υπεισέρχεται στο δικαίωμα των επηρεαζόμενων να τύχουν αποζημίωσης από την επιτάσσουσα αρχή, σε σύντομο χρόνο μετά τη δημοσίευση του διατάγματος επίταξης.» Το πιο πάνω απόσπασμα, το υιοθετώ και το επαναλάβω. Μετά την αποστολή του τεκμηρίου 1Β υπήρξε αλληλογραφία μεταξύ δικηγόρων και Αρχής Λιμένων (τεκμήρια 1Γ-1Ε), η οποία είχε ως κατάληξη, η Αρχή να αποστείλει την αναλυτική της προσφορά για αποζημίωση με την επιστολή ημερ.4.1.2007 (τεκμήριο 1Στ). Με άλλα λόγια, αυτό που έπρεπε να γίνει αμέσως μετά τις 31.7.1996, έγινε 10 ½ χρόνια αργότερα, στις 4.1.
  2. Η Αιτήτρια δεν είχε καμία απολύτως σχέση ή ευθύνη για αυτή την υπέρμετρη, ασύγγνωστη και αντίθετη με τον Νόμο και το Σύνταγμα, καθυστέρηση. Αντίθετα η καθυστέρηση, οφειλόταν, αποκλειστικά, σε εσωτερικούς λόγους που αφορούσαν την Αποζημιούσα Αρχή. Με το ζήτημα αυτό, καταπιάνεται στην Έκθεση της και η Επίτροπος Διοικήσεως. Ομοίως η Αιτήτρια, δεν είχε ευθύνη για την μη καταβολή αποζημίωσης από το 2009 που καταχωρήθηκε η παρούσα Παραπομπή μέχρι και σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό φρονώ, είναι σχετική η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Michael Theodosiou Ltd v. Cyprus (application no. 31811/04) ημερ. 15.4.
  3. Η υπόθεση αυτή αφορούσε απαλλοτρίωση. Αποφασίστηκε, ότι, η καταβολή αποζημίωσης το 1995 - έστω και μετά τόκων - η οποία συναρτήθηκε με τιμές του 1972, οπότε και δημοσιεύτηκε το διάταγμα απαλλοτρίωσης (δύο και πλέον δεκαετίες νωρίτερα δηλαδή), αποτελούσε δυσανάλογο βάρος για την αιτήτρια εταιρεία και έτσι υπήρχε παράβαση του άρθρου 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης που προστατεύει το δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας του. Με αυτά ως δεδομένα, θεωρώ, ότι θα ήταν άδικο, σήμερα - σχεδόν 20 χρόνια μετά - η αποζημίωση για 25% επιζήμια επίδραση να συναρτηθεί με την περίοδο λήξης της επίταξης, ήτοι το 1996 και να καθορισθεί αποζημίωση, η οποία, ουδόλως θα αντικατοπτρίζει την τρέχουσα, πραγματική, απώλεια της Αιτήτριας. Στο πλαίσιο τούτο, επισημαίνω, ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία, η πολεοδομική ζώνη του Ακινήτου άλλαξε την 1.1.2006 και σήμερα το Ακίνητο, στο μεγαλύτερο του μέρος, εμπίπτει στη ζώνη Βδ4 (βιομηχανική ζώνη κατηγορίας Β), με αποτέλεσμα - πέραν της συνήθους αύξησης ως εκ της παρόδου μεγάλου χρονικού διαστήματος - η αξία και κατ' επέκταση η επιζήμια επίδραση του Ακινήτου, να έχει πολλαπλασιαστεί. Μεταξύ της αγοραίας αξίας του 2009 και του 2014 (η οποία, εν πολλοίς, αντικατοπτρίζει και την τρέχουσα αγοραία αξία), θεωρώ, ότι, προσφορότερη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης, είναι η αγοραία αξία του
  4. Το 2009 καταχωρήθηκε απλά στο Δικαστήριο, η Παραπομπή. Την επιζήμια επίδραση όμως, την υφίσταται σήμερα η Αιτήτρια, με βάση τις τρέχουσες αγοραίες τιμές - οι οποίες, ειρήσθω εν παρόδω, είναι χαμηλότερες απ' ότι το
  5. Συνεπώς με βάση την αγοραία αξία του 2014, θα υπολογιστεί η αποζημίωση. Εφαρμόζοντας λοιπόν τη (συμφωνηθείσα) μαθηματική φόρμουλα [45 (τιμή ανά τ.μ.) χ 15.552 (τα τ.μ. που ανήκουν στην Αιτήτρια) χ 25% (ποσοστό επιζήμιας επίδρασης)] η αποζημίωση υπολογίζεται σε €174.960,00 σεντ. Το προαναφερθέν ποσό, ωστόσο, δεν μπορεί να επιδικαστεί στην ολότητα του, λόγω της νομοθετικής οροφής του άρθρου 8
(1)(ii). Το μέγιστον ποσό που μπορεί να επιδικαστεί, βάσει της διάταξης αυτής, είναι η συνολική αξία του ακινήτου κατά τον χρόνο της επίταξης. Η αξία αυτή, ως έχει συμφωνηθεί είναι (15552 χ 3.50) €54.432,00 σεντ. Το ποσό αυτό θα φέρει τόκο προς 4% από 31.7.1996 μέχρι εξόφλησης (βλ. άρθρα 8
(4)και 13
(1)του Ν.21/62). Ομολογώ, ότι, η κατάληξη αυτή, η οποία είναι αντίθετη με τη γενική ροή και φιλοσοφία της παρούσας απόφασης, δεν αφήνει το Δικαστήριο ευτυχές. Φρονώ, όμως, ότι, το νομοθετικό κώλυμα που δημιουργείται, είναι ανυπέρβλητο. Ανακεφαλαιώνοντας και καταλήγοντας λοιπόν, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής,
  1. Για ποσό €176,56 σεντ πλέον τόκο προς 4% από 31.3.1995 μέχρι εξόφλησης.
  2. Για ποσό €54.432,00 σεντ πλέον τόκο προς 4% από 31.7.1996 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Αποζημιούσας Αρχής. Τα εκτιμητικά έξοδα της Αιτήτριας - τα οποία ως προς το ύψος, συμφωνήθηκαν σε €1.000 πλέον ΦΠΑ - δεν θα επιδικαστούν, αφού η μαρτυρία του εκτιμητή (ΜΑ1) απορρίφθηκε. (Υπ.) ........... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.