CYSTRALIS LTD ν. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, Αρ. Αγωγής.: 496/15, 3/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A254 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Xρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής.: 496/15 Μεταξύ: CYSTRALIS LTD, από τη Λεμεσό Ενάγουσα και ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού Εναγόμενος --------------------------------------- Ημερομηνία: 3 Ιουνίου
- Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κα. Χ''Αράπη για κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, για ν' ακούσει Απόφαση η κα Χ''Ξενοφώντος. Για την εναγόμενη: κος Mc Bride για κ.κ. Chrysses Demetriades & Co LLC, για ν' ακούσει Απόφαση ο κος Mc Bride. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγομένου ειδικές αποζημιώσεις αναφορικά με ζημιές τις οποίες υπέστη το όχημα της ως αποτέλεσμα τροχαίου ατυχήματος το οποίο προκλήθηκε σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, λόγω της αμελούς οδήγησης και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του εναγομένου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η ενάγουσα ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής ΚΖΥ765 και ο εναγόμενος ήταν οδηγός του αυτοκινήτου τύπου bus μεγάλων διαστάσεων, με αριθμούς εγγραφής ΚΥΕ
- Κατά ή περί την 23.10.14 το όχημα της ενάγουσας οδηγείτο νόμιμα και επιμελώς από τον Χρίστο Σίνκα στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας μεταξύ του κυκλικού κόμβου Αγίας Φύλας και κυκλικού κόμβου Μέσα Γειτονιάς με ανατολική κατεύθυνση. Την ίδια ώρα ο εναγόμενος οδηγούσε το όχημα του στον ίδιο δρόμο και στην ίδια κατεύθυνση αμελώς με αποτέλεσμα να κτυπήσει με τη μπροστινή αριστερή του πλευρά, τη δεξιά πισινή πλευρά του οχήματος της ενάγουσας. Στην έκθεση απαίτησης παρ. 3 η ενάγουσα δικογραφεί λεπτομέρειες αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου απορρεόντων καθηκόντων του οδηγού του οχήματος της εναγομένης. Ουδείς εκ των διαδίκων έθεσε θέμα εν σχέση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό στις Λεπτομέρειες της παρ. 3 ότι αυτές αφορούν τον οδηγό του οχήματος της εναγομένης και ως εκ τούτου εκλαμβάνω ότι αυτές αφορούν τον εναγόμενο. Με την Υπεράσπιση του ο εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και ισχυρίζεται ότι ενώ οδηγούσε νόμιμα στην μεσαία λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας και μεταξύ του κυκλικού κόμβου Αγίας Φύλας και κυκλικού κόμβου Μέσα Γειτονιάς το όχημα της ενάγουσας ενώ οδηγείτο από τον Χρίστο Σίνκα στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου άλλαξε λωρίδα από αριστερά προς τα δεξιά και επέπεσε πάνω στο όχημα του εναγόμενου με αποτέλεσμα το όχημα της ενάγουσας να εκτραπεί και τα δυο οχήματα να υποστούν ζημιές. Περαιτέρω με την Υπεράσπιση του ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το δυστύχημα οφείλεται στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή παράβαση των νομίμων καθηκόντων του Χρίστου Σίνκα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες οι οποίες δικογραφούνται από τον εναγόμενο. Η ενάγουσα καταχώρησε Απάντηση στην Υπεράσπιση με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς του εναγόμενου και επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν εκ συμφώνου οι ειδικές ζημιές επί πλήρους ευθύνης για το ποσό των €5.898,40σ και παρέμεινε προς εκδίκαση το ζήτημα της ευθύνης για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος. Η Ακρόαση της Αγωγής διεξήχθη σύμφωνα με τις πρόνοιες της νέας Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Μαρτυρία δόθηκε σύμφωνα με τον κατάλογο μαρτύρων τον οποίο καταχώρησε κάθε πλευρά. Να σημειωθεί ότι από τον κατάλογο μαρτύρων ο οποίος καταχωρήθηκε από μέρους της ενάγουσας μαρτυρία έδωσε μόνο ο Χρίστος Σίνκα και από πλευράς εναγομένου μαρτυρία δόθηκε από τον ίδιο. Όλο το μαρτυρικό υλικό έχει καταγραφεί και σημειωθεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνεται απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτό αυτολεξεί. Θα γίνει όμως κατωτέρω, περιληπτική αναφορά του περιεχομένου της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα για να διαφανούν τα γεγονότα και οι εκδοχές κάθε πλευράς. Ο Χρίστος Σίνκα (ΜΕ1), οδηγός του αυτοκινήτου της ενάγουσας επέλεξε να καταθέσει δια ενόρκου δηλώσεως η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι είναι μέτοχος και διευθυντής της ενάγουσας, ιδιοκτήτριας του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής ΚΖΥ
- Ήταν η θέση του ότι στις 23.10.14 γύρω στις 1 μ.μ. οδηγούσε το εν λόγω όχημα στην αριστερή λωρίδα του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας μεταξύ του κυκλικού κόμβου Αγίας Φύλας και του κυκλικού κόμβου Μέσα Γειτονιάς με ανατολική κατεύθυνση με σκοπό να βγει από το τον κυκλικό κόμβο Μέσα Γειτονιάς. Η ταχύτητα του ανερχόταν γύρω στα 60 χλμ και βρισκόταν συνεχώς στην αριστερή λωρίδα. Ξαφνικά άκουσε ένα δυνατό θόρυβο και ένοιωσε ένα δυνατό κτύπημα στη πισινή δεξιά πλευρά του αυτοκινήτου το οποίο εκτοξεύτηκε δεξιά προς το κέντρο του αυτοκινητόδρομου, περιστράφηκε και με πισινή πλευρά κτύπησε ξανά στο τσιμεντένιο κιγκλίδωμα και ακινητοποιήθηκε. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την έκθεση την οποία ετοίμασε ο Ανδρέας Στεφάνου εκ μέρους της ασφάλειας του και ως Τεκμήριο 3,4,5, και 6 φωτογραφίες τις οποίες έβγαλε ο ίδιος του στην σκηνή του ατυχήματος. Κατά τον ίδιο μετά το ατύχημα τον πλησίασε μια άγνωστη η Τζωρτζίνα Μιχαήλ η οποία ήταν πρόθυμη να δώσει μαρτυρία στην υπόθεση η οποία έδωσε στον ΜΕ1 δήλωση υπογεγραμμένη από την ίδια και τον Αναξαγόρα Αναστασίου, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο
- Κατά τον ίδιο, ουδέποτε άλλαξε λωρίδα και αυτός που εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας που οδηγούσε ήταν ο εναγόμενος ο οποίος δεν πρόσεξε το όχημα της ενάγουσας και δεν μπορούσε να ελέγξει το όχημα του το οποίο ήταν μεγάλων διαστάσεων και αρνήθηκε ότι είχε σκοπό να εισέλθει στην δεξιά λωρίδα με κατεύθυνση τη Λευκωσία. Αντεξεταζόμενος επανέλαβε ότι δεν είχε δει προηγουμένως το αυτοκίνητο του εναγόμενου και δεν γνώριζε που βρισκόταν αυτό προηγουμένως, αρνούμενος την θέση της Υπεράσπισης ότι ο ίδιος του εισήλθε στην πορεία του εναγόμενου. Από πλευράς Υπεράσπισης μαρτυρία δόθηκε από μέρους του εναγομένου ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β. Αναφέρει σε αυτήν ότι στις 23.10.14 οδηγούσε το αυτοκίνητο ΚΥΕ399 επί του αυτοκινητόδρομου Λεμεσού - Λευκωσίας μεταξύ των κυκλικών κόμβων Αγίας Φύλας - Μέσα Γειτονιάς με ανατολική κατεύθυνση και οδηγούσε στην μεσαία αριστερή λωρίδα. Σε κάποια στιγμή το αυτοκίνητο της ενάγουσας το οποίο οδηγείτο από τον Χρίστο Σίνκα κτύπησε με την δεξιά πισινή πλευρά του στο αριστερό μπροστινό μέρους του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο ίδιος. Ο εναγόμενος με την μαρτυρία του συμφωνεί με την θέση του ΜΕ1 ότι μετά τη σύγκρουση το αυτοκίνητο της ενάγουσας κτύπησε στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Κατά τον εναγόμενο ο ΜΕ1 δεν έκανε οποιοδήποτε σήμα και δεν έδωσε προειδοποίηση περί της προθέσεως του να στρίψει δεξιά και η αλλαγή της λωρίδας από τον ΜΕ1 αποτέλεσε την αιτία σύγκρουσης των δυο οχημάτων. Προφορικά ανέφερε επίσης ότι για 8 χρόνια κάνει το ίδιο δρομολόγιο και το αυτοκίνητο του δεν μετακινήθηκε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Ανέφερε επίσης ότι δεν κατηγορήθηκε για την υπόθεση. Αντεξεταζόμενος αρνήθηκε ότι έτρεχε διευκρινίζοντας ότι οδηγούσε με 60 χλμ. Το πλάτος του αυτοκινήτου που οδηγούσε είναι 3 μέτρα και κάτι και το μήκος 10 μέτρα. Ο ίδιος του είδε τον ΜΕ1 ο οποίος έκοψε τον δρόμο και εξήγησε υποδεικνύοντας εις το Τεκμήριο 3 ότι ο ΜΕ1 εισήλθε στον αυτοκινητόδρομο διαγωνίως από τη νησίδα και λόγω του βάρους του αυτοκινήτου που οδηγούσε μόλις έγινε η επαφή το αυτοκίνητο της ενάγουσας εκτοπίστηκε δεξιά. Είχα την ευκαιρία και παρακολούθησα με προσοχή τους πιο πάνω μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρατήρησα τον τρόπο, το ύφος, τις αντιδράσεις τους και γενικά την συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα και ως εκ τούτου είμαι σε θέση να αξιολογήσω το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Επίσης, έχω υπόψη μου τις αρχές της νομολογίας αναφορικά με την κρίση της αξιοπιστίας ενός μάρτυρα και τον τρόπο αξιολόγησης της μαρτυρίας του (βλ. ενδεικτικά Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454). Μετά το πέρας της δίκης, οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε κατάθεση γραπτών αγορεύσεων υποστηρίζοντας ο κάθε ένας τις εκατέρωθεν θέσεις τους και θα αναφερθώ σε αυτές όπου κριθεί αναγκαίο. Συνοπτικά να αναφέρω ότι η πλευρά της ενάγουσας αν και αναγνωρίζει την έλλειψη πραγματικής μαρτυρίας η οποία να υποστηρίζει τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 υπεραμύνεται της αξιοπιστίας του μοναδικού της μάρτυρα προς απόδειξη της ευθύνης του εναγομένου. Από την άλλη, η πλευρά του εναγομένου εισηγείται ότι η προσκομισθείσα από μέρους της ενάγουσας μαρτυρία δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστη και δεν έχει αποδειχθεί η όποια αμέλεια του εναγομένου. Υποστηρίζει επίσης ότι στο Τεκμήριο 4 δεν μπορεί να αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα εφόσον αποτελεί εξ ολοκλήρου εξ ακοής μαρτυρία και δεν έχει καταδειχθεί λόγος για τον οποίο δεν παρουσιάστηκαν τα εν λόγω πρόσωπα στο Δικαστήριο. Προτού προχωρήσω στην αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, αναφέρω ότι συμφωνώ απόλυτα με την καταγραφείσα θέση εις την τελική αγόρευση της κας Χατζηαράπη ότι με δεδομένη την προώθηση διιστάμενων εκδοχών από μέρους των διαδίκων δίδεται αυξημένη βαρύτητα στην πραγματική μαρτυρία προς ενίσχυση της μιας ή της άλλης εκδοχής, η οποία μάλιστα αποτελεί το γνώμονα με τον οποίο δοκιμάζεται η αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας και στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχει πραγματική μαρτυρία επί της οποίας θα μπορούσε να βασιστεί το Δικαστήριο για να ελέγξει την αξιοπιστία της μαρτυρίας του ΜΕ1 και του εναγόμενου. Στην απουσία πραγματικής μαρτυρίας στην κρινόμενη υπόθεση το Δικαστήριο εξέτασε και μελέτησε εις βάθος την μαρτυρία του ΜΕ1 με σκοπό την ανεύρεση στοιχείων τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την διεξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Η μαρτυρία όμως του ΜΕ1 για τους λόγους τους οποίους θα παραθέσω κατωτέρω δεν μπορεί να κριθεί ούτε πειστική ούτε αξιόπιστη. Κατ' αρχάς ενώ ο ΜΕ1 οδηγός του αυτοκινήτου της ενάγουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο, ανέφερε στην ένορκο δήλωση του αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν κατάλαβε πως επήλθε η σύγκρουση σε άλλο μέρος της ένορκης δήλωσης του (παρ. 8) αλλά και με έμφαση κατά την προφορική του μαρτυρία επέμενε ότι ο εναγόμενος εισήλθε στην λωρίδα του δίδοντας μάλιστα λεπτομέρειες της σύγκρουσης. Δεν είναι λογικά αναμενόμενο από τον ΜΕ1 ενώ ισχυρίζεται ότι δεν αντιλήφθηκε πως επήλθε η σύγκρουση να περιγράφει με τόση λεπτομέρεια την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου. Πέραν των πιο πάνω από την μαρτυρία του ΜΕ1 δεν έχει προκύψει καν το σημείο όπου έγινε η σύγκρουση και ο ΜΕ1 δεν ανέφερε κανένα σημείο το οποίο κατά τον ίδιο αποτέλεσε το σημείο σύγκρουσης. Παρατηρώντας τις φωτογραφίες Τεκμήρια 3 και 4 και πάλι δεν προκύπτει ποιο ήταν το σημείο σύγκρουσης ούτε αυτές επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 ότι ο εναγόμενος εισήλθε στην λωρίδα την οποία οδηγούσε. Το παρατηρούμενο κενό στην προσκομισθείσα μαρτυρία έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορεί το Δικαστήριο να πειστεί για την αλήθεια της μαρτυρίας του ΜΕ1. Λαμβάνοντας υπόψη ότι η κάθε πλευρά υποστηρίζει ότι το ατύχημα έγινε σε διαφορετική λωρίδα του αυτοκινητόδρομου το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα στην απουσία στοιχείων και μαρτυρίας η οποία να καταδεικνύει το σημείο όπου τα δυο ενεχόμενα οχήματα συγκρούστηκαν. Ως εκ τούτου παρέμεινε άγνωστο προς το Δικαστήριο κατά πόσο η σύγκρουση έγινε εντός της λωρίδας του ΜΕ1 όπου κατά τον ίδιο ήταν η αριστερή λωρίδα ή της λωρίδας επί της οποίας οδηγούσε ο εναγόμενος όπου κατά τον ίδιο ήταν η μεσαία λωρίδα του αυτοκινητόδρομου. Πέραν των πιο πάνω ο ΜΕ1 προσπάθησε να τεκμηριώσει την ευθύνη του εναγόμενου για την πρόκληση του ατυχήματος στηριζόμενος εις τα σημεία όπου προκληθήκαν οι ζημιές. Ως θα διαφανεί πιο κάτω, σύμφωνα με τη νομολογία τέτοια ζητήματα δεν μπορούν αυθαίρετα και χωρίς να υποστηρίζονται από γνώμη ειδικού να υιοθετούνται από το Δικαστήριο με σκοπό την διεξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων. Αποτελεί πάγια αρχή της νομολογίας ότι το Δικαστήριο δεν δύναται από μόνο του να προβαίνει στην διεξαγωγή αυθαίρετων συμπερασμάτων τα οποία δεν υποστηρίζονται από γνώμη και μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Με αυτή τη θέση του Δικαστηρίου συμφωνεί και η πλευρά της ενάγουσας ως προκύπτει από τη τελική αγόρευση της. Σχετικά με τα πιο πάνω αποτελούν τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση, την οποία επίσης παραπέμπει το Δικαστήριο η κα Χατζηαράπη, Παπαϊωάννου Αντώνης ν. Νίκου Νικολάου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 800, όπου λέχθησαν τα ακόλουθα: «.Όταν ένα επίδικο αμφισβητούμενο ερώτημα απαιτεί την παρουσίαση της γνώμης ενός πραγματογνώμονα, όπως π.χ. τα αίτια που οδήγησαν σε μια σύγκρουση οχημάτων, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει από μόνο του από μια απλή περιγραφή των ζημιών των οχημάτων ή την παράθεση φωτογραφιών των ζημιών σε δικά του συμπεράσματα, τα οποία προϋποθέτουν την κατοχή ειδικών τεχνικών γνώσεων. Το θέμα εξετάστηκε στην υπόθεση Eliasides v. Police
(1978)2 C.L.R. 114 στην οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζοντας τις δύο διϊστάμενες εκδοχές ως προς τα αίτια που οδήγησαν σε μια σύγκρουση δύο οχημάτων, αφού έλαβε υπόψη τις ζημιές που είχαν προκληθεί στον προφυλακτήρα του ενός οχήματος, βρήκε τον εφεσείοντα ένοχο αμελούς οδήγησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε την καταδίκη αφού δεν δόθηκε μαρτυρία πραγματογνώμονα ως προς τις προεκτάσεις των ζημιών του προφυλακτήρα, αφού οι ζημιές θα μπορούσαν να υποστηρίξουν τις δύο προβληθείσες εκδοχές των οδηγών. ........... Από τη νομολογία όπως έχει διαμορφωθεί μπορεί να λεχθεί ότι οι Δικαστές έχουν την ευχέρεια να καταφεύγουν σε κοινές γενικές γνώσεις, αλλά δεν πρέπει να υπερβαίνουν τα πιο πάνω πλαίσια και να μετατρέπονται σε εμπειρογνώμονες.» Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω λοιπόν, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στην μαρτυρία του ΜΕ1 για την διεξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων εφόσον η μαρτυρία η οποία τέθηκε ενώπιον μου από τον ΜΕ1 δεν μπορεί να καταδείξει τις συνθήκες υπό τις οποίες προκλήθηκε το επίδικο ατύχημα εφόσον πέραν της μαρτυρίας του ΜΕ1 ο οποίος δεν είναι εμπειρογνώμονας δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη μαρτυρία με την οποία να μπορούν να διεξαχθούν οποιαδήποτε ασφαλή συμπεράσματα. Να σημειωθεί ότι εν σχέση με το Τεκμήριο 4 το οποίο κατατέθηκε από μέρους του ΜΕ1 συμφωνώ με τη θέση του κ. Mc Bride ότι καμία βαρύτητα δεν μπορεί να αποδοθεί στο εν λόγω Τεκμήριο εφόσον το περιεχόμενο του παρέμεινε εξ ακοής μαρτυρία χωρίς η πλευρά της ενάγουσας να καταδείξει λόγο για τον οποίο τα εν λόγω πρόσωπα δεν παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο προς επιβεβαίωση του περιεχομένου του Τεκμηρίου 4. Επί του προκειμένου ζητήματος δεν μπορώ να συμφωνήσω με τη θέση της κας Χατζηαράπη ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχτεί το εν λόγω Τεκμήριο 4 εφόσον η πλευρά του εναγόμενου δεν ζήτησε την αντεξέταση των εν λόγω προσώπων. Δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι ένας διάδικος φέρει το βάρος να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία, σύμφωνα με τα όσα προνοεί το άρθρο 27
(3)του Κεφ.9, βάρος το οποίο έφερε και η πλευρά της ενάγουσας στην παρούσα υπόθεση. Καμία εξήγηση δεν δόθηκε από πλευράς ενάγουσας για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκαν τα εν λόγω πρόσωπα τα οποία προέβησαν στην αρχική δήλωση. Επομένως λαμβάνοντας υπόψη τις παρούσες περιστάσεις και τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Κεφ. 9 καταλήγω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα στην εξ ακοής μαρτυρία η οποία περιέχεται στο Τεκμήριο 4. Σχετικά είναι τα όσα λεχθήκαν στην υπόθεση Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.α.
(2012)1 A.A.Δ. 1711, σ.1719: «Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. .» Ανεξαρτήτως των πιο πάνω να σημειωθεί ότι τα όσα περιέχονται στο εν λόγω Τεκμήριο 4 δεν αποτυπώνονται με ευκρίνεια και σαφήνεια με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να προσδώσει την οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό εφόσον κρίνεται ότι το περιεχόμενο του δεν περιέχει πειστική μαρτυρία και στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να ενισχύσουν την εκδοχή της ενάγουσας και τη μαρτυρία του ΜΕ
- Επομένως και έχοντας ως δεδομένο ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν μπορεί να κριθεί πειστική ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα και ο ΜΕ1 δεν ήταν σε θέση να πείσει το Δικαστήριο για το τι πραγματικά επεσυνέβηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο του ατυχήματος καταλήγω ότι δεν συνάγεται ούτε μπορεί το Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε ουσιαστικό εύρημα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Ο ΜΕ1 δεν μπορεί να κριθεί αξιόπιστος και πειστικός μάρτυρας εφόσον η μαρτυρία του δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή πειστική μαρτυρία. Τονίζεται ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί αναξιοπιστίας του ΜΕ1 και μοναδικής μαρτυρίας η οποία προσκομίστηκε από μέρους της ενάγουσας δεν συνεπάγεται με αποδοχή της θέσης η οποία προβλήθηκε από πλευράς υπεράσπισης εις ότι αφορά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου για το πώς επήλθε η σύγκρουση, ότι δηλαδή ο ΜΕ1 εισήλθε στην λωρίδα επί της οποίας οδηγούσε ο εναγόμενος και δεν έχει καταδειχθεί ότι η γενεσιουργός αιτία του ατυχήματος ήταν η οδική συμπεριφορά του ΜΕ
- Επομένως η μαρτυρία του ΜΕ1 δεν κρίνεται πειστική και αξιόπιστη και το περιεχόμενο της απορρίπτεται εκτός των όσων παρέμειναν αδιαμφισβήτητα, όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι η ενάγουσα είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο ΜΕ1, το γεγονός ότι έγινε η σύγκρουση στις 23.10.14, το αυτοκίνητο της ενάγουσας κτύπησε στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα του αυτοκινητόδρομου και το δηλωθέν ως παραδεκτό ποσό των ειδικών ζημιών. Από πλευράς υπεράσπισης δόθηκε μαρτυρία από τον εναγόμενο. Αν και η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει αντιφάσεις και οι θέσεις και απαντήσεις του παρέμειναν σταθερές κατά την μαρτυρία του, κρίνεται και πάλι ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου πειστικά στοιχεία ούτε και από πλευράς εναγομένου τα οποία θα μπορούσαν να διαφωτίσουν το Δικαστήριο ως προς το τι πραγματικά προκάλεσε την σύγκρουση των δυο ενεχόμενων οχημάτων. Διαφορετική θα ήταν η κρίση του Δικαστηρίου εάν υπήρχε ενώπιον του μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να καταδείξει ένα σημείο σύγκρουσης προς επιβεβαίωση των όσων προβάλλει ο εναγόμενος. Επαναλαμβάνω και τονίζω ότι δεν έχει καν καταδειχθεί σε ποια λωρίδα συνέβη το ατύχημα. Επομένως η μαρτυρία του εναγόμενου δεν κρίνεται πειστική για να υποστηρίξει την εκδοχή του και απορρίπτεται εις το βαθμό όπου αυτή αφορά την ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος. Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει σε περιορισμένα ευρήματα ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης τα οποία προκύπτουν ουσιαστικά από τα αδιαμφισβήτητα από μέρους των διαδίκων γεγονότων: Κατά τις 23.10.14 ο ΜΕ1 οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΖΥ765 ιδιοκτησίας της ενάγουσας στον δρόμο μεταξύ των κυκλικών κόμβων Αγίας Φύλας - Μέσα Γειτονιάς στη Λεμεσό. Κατά τον ίδιο χρόνο ο εναγόμενος οδηγούσε το φορτηγό όχημα του με αρ. εγγραφής ΚΥΕ 399 επί της ίδιας πορείας με το όχημα το οποίο οδηγούσε ο ΜΕ1 στην μεσαία λωρίδα του αυτοκινητόδρομου όπου σε κάποιο σημείο αυτού τα δυο πιο πάνω οχήματα συγκρούστηκαν και το όχημα της ενάγουσας εκτράπηκε κτυπώντας στο διαχωριστικό κιγκλίδωμα. Τα δυο οχήματα υπέστησαν ζημιές. Παρέμεινε άγνωστο σε ποιο σημείο του αυτοκινητόδρομου έγινε η σύγκρουση και κατά πόσο η σύγκρουση επήλθε λόγω της εισόδου του ΜΕ1 επί της πορείας του εναγόμενου ή λόγω του ότι ο εναγόμενος εισήλθε στην πορεία του ΜΕ
- Οι ζημιές εις το αυτοκίνητο της ενάγουσας έχουν δηλωθεί από αμφότερες πλευρές επί πλήρους ευθύνης και ανέρχονται στο ποσό των €5.898,40σ. Η βάση Αγωγής της ενάγουσας πηγάζει από το αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148), συνίσταται στην ζημιογόνα παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποία καθ΄ υπόθεσιν θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του υπό συνθήκες όμοιες με τις επίδικες. Τα όρια του καθήκοντος επιμέλειας διαγράφονται επί τη βάσει της έννοιας των όρων «μέσος συνετός άνθρωπος» και «πλησίον». Ειδικότερα, το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». (Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, 222). Το καθήκον αυτό συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου. Εφ΄ όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Το κατά πόσο συγκεκριμένος οδηγός θα κριθεί υπεύθυνος για αμελή οδήγηση εξαρτάται πρωτίστως από τα γεγονότα. Και η δοκιμή που γίνεται για να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη είναι αντικειμενική. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο εναγόμενος έχει αποκλίνει από το επίπεδο φροντίδας και ικανότητας που θα μπορούσε να ασκήσει, υπό τις ίδιες συνθήκες, ένας λογικός, συνετός, ικανός και έμπειρος οδηγός (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Wilkison´s Road Traffic Offences, tenth edition: «With careless driving the test is an objective one» (σελ. 227) «The test as to whether a driver charged with careless driving is «at fault» may be said to be whether the prosecution have proved that the defendant departed form the standard of care and skill that in the particular circumstances of the case would have been exercised by a reasonable, prudent, competent and experienced driver.» (σελ. 236), δείτε, επίσης, την Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68). Με άλλα λόγια, το μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος οδηγός» (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 4). Τέλος, το γεγονός πώς επήλθε σύγκρουση δύο οχημάτων δεν εξυπακούει άνευ άλλου τινός αμέλεια (Παππάς ν. Ναθαναήλ
(2000)1 (Α) Α.Α.Δ. 275, 279). Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, όπως έχουν διαπιστωθεί μέσα από τα ευρήματα, κρίνω ότι δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον μου η οποία να καταδεικνύει ότι ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς τη δέουσα προσοχή και φροντίδα, ούτε βεβαία έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει τα όσα ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ο οποίος εν πάση περιπτώσει δεν φέρει το βάρος απόδειξης στην υπό κρίση υπόθεση. Υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να κριθεί ότι η οδική συμπεριφορά του εναγόμενου προκάλεσε το επίδικο ατύχημα και επέφερε τη σύγκρουση. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να καταδεικνύει ότι η όλη οδική συμπεριφορά του εναγομένου ισοδυναμεί με παράβαση καθήκοντος η οποία να συνιστά αμέλεια. Τα όσα αναφέρει η κα Χατζηαράπη στην γραπτή αγόρευση της περί αυξημένης ευθύνης του εναγόμενου λόγω του είδους το οχήματος το οποίο οδηγούσε δεν υποστηρίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία. Δεν έχει καταδειχθεί ότι αιτία της σύγκρουσης αποτέλεσε είτε το μέγεθος και είδος του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος είτε ότι το εν λόγω όχημα λόγω του μεγέθους του συνέβαλε σε συνδυασμό με την οδική συμπεριφορά του εναγόμενου στην πρόκληση του ατυχήματος. Καταλήγοντας, με βάση όλα τα πιο πάνω, θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μαρτυρία η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για διεξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα αίτια πρόκλησης του ατυχήματος, με αποτέλεσμα η Αγωγή να οδηγείται σε αποτυχία. Παρά ταύτα, να σημειωθεί ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής η ενάγουσα θα εδικαιούτο ως αποζημίωση το ποσό το οποίο δηλώθηκε ως παραδεκτό και ανέρχεται σε €5.898,40σ πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της Αγωγής. Συνακόλουθα με όλα τα πιο πάνω και στη βάση του ότι η ενάγουσα έχει αποτύχει να αποδείξει ότι ο εναγόμενος φέρει οποιαδήποτε ευθύνη για την πρόκληση του επίδικου ατυχήματος, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας και υπέρ του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject:Civil/Other/Final/496-15accident cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο