Χαρούλα Ηρακλέους ν. Γεωργία Ριρή κ.α., Γενική Αίτηση 564/2015, 15/6/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A272 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕMEΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M.Παπαθανασίου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση 564/2015 Μεταξύ: Χαρούλα Ηρακλέους, εκ Λεμεσού Αιτήτριας Και
- Γεωργία Ριρή
- Madeyia (Developments) Ltd
- Πανίκος Μαντζούρανος Καθ' ων η Αίτηση ---------------------------------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 13.11.2015 για να επιτραπεί η εκπρόθεσμη καταχώρηση αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο Ημερομηνία: 15 Ιουνίου
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια : κα. Μ.Γιατρού Για την Alpha Bank Cyprus Ltd - ενδιαφερόμενο μέρος : κ. Σωτήρης Αργυρού Α Π Ο Φ Α Σ Η H ΑΙΤΗΣΗ Με την παρούσα Γενική Αίτηση της η Αιτήτρια ζητά : Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εκπρόθεσμη καταχώρηση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου με ημερομηνία 12/11/1991, έναντι του κτήματος με αριθμό εγγραφής ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα 1/62197, Φυλ/Χχέδιο 54/580202, τεμάχιο 538, Τμήμα 1 στη ενορία Άγιος Νεκτάριος, Αρ. Φακέλλου Κτηματολογίου ΑΧ226/00, εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Γεωργίας Ριρή και υπάρχει σύμβαση αντιπαροχής στο όνομα της πωλήτριας εταιρείας Madeyia (Developments) Ltd. Β. Διάταγμα διατάττον τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λεμεσού να καταχωρήσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 12/11/1991, έναντι του κτήματος με αριθμό εγγραφής ως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα 1/62197, Φυλ/Χχέδιο 54/580202, τεμάχιο 538, Τμήμα 1 στη ενορία Άγιος Νεκτάριος, Αρ. Φακέλλου Κτηματολογίου ΑΧ226/00, εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Γεωργίας Ριρή και υπάρχει σύμβαση αντιπαροχής στο όνομα της πωλήτριας εταιρείας Madeyia (Developments) Ltd, σύμφωνα με τον Περί Πώλησης Ακινήτων ( ειδική εκτέλεση) νόμος 81(Ι) /
- Η αίτηση βασίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48
(1)
(2)
(8), στο άρθρο 12 του Περί Πώλησης Ακινήτων (ειδική εκτέλεση) νόμος 81(Ι)/2011, στην νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της αιτήτριας ημερ.13/11/15, ενώ ας σημειωθεί εδώ ότι κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου η αιτήτρια καταχώρησε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση. ΚΑΘ'ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ 1, 2 ΚΑΙ 3 και ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ H αίτηση σημειώνεται επιδόθηκε κανονικά τόσο στους καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3, όσο και στο Κτηματολόγιο. Η καθ' ης η αίτηση 1 εμφανίστηκε μέσω των δικηγόρων της στο Δικαστήριο. Δεν καταχώρησε όμως γραπτή ένσταση, ενώ περαιτέρω δήλωσε ρητά στις 10/12/15 ότι δεν φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι καθ' ων η αίτηση 2 και 3 δεν εμφανίστηκαν ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε ότι αφορά δε το Κτηματολόγιο αρχικά αναφέρεται καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του, όμως αργότερα και πιο συγκεκριμένα στις 10/12/15 δηλώθηκε από την δικηγόρο του ότι επειδή η αίτηση επιδόθηκε σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη (μεταξύ άλλων και στην Alpha Bank πιο κάτω) δεν θα επιμένουν στην ένσταση τους και δεν υπάρχει ένσταση στην αίτηση από πλευράς τους. Η ΕΝΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΜΕΝΟΥ ΜΕΡΟΥΣ ΔΗΛ. ΤΗΣ ALPHA BANK CYPRUS LTD (στο εξής η Alpha Bank) Η Alpha Bank, που είναι κοινά αποδεκτό ότι έχει εγγεγραμμένες προς όφελος της 2 υποθήκες επί του ακινήτου στο οποίο έχει ανεγερθεί μεταξύ άλλων και το επίδικο γραφείο/διαμέρισμα, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και προβάλλει 3 λόγους ένστασης. Η ένσταση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς και συγκεκριμένα στην Δ.48 θ.1, 2 και 8, στον Περί Πώλησης Ακινήτων Νόμο (Ειδική Εκτέλεση) 81(Ι)/2011, στο άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, στη Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Κυριακίδη, υπαλλήλου της Alpha Bank. ΘΕΜΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΟΥ Ν. 81
(1)/2011 ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ Η Ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη βάσει των ενόρκων δηλώσεων που καταχώρησαν οι δύο πλευρές. Οι συνήγοροι δε παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις την 01/02/2016 και το Δικαστήριο επιφύλαξε την τελική του απόφαση επί της επίδικης αιτήσεως. Κατά την ετοιμασία της αποφάσεως του όμως το Δικαστήριο προβληματίστηκε πριν από οτιδήποτε άλλο αν η Νομοθεσία επί της οποίας στηρίζει το αίτημα της η αιτήτρια παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Όπως είναι προφανές η αρνητική απάντηση στο ερώτημα αυτό περατώνει αμέσως την διαδικασία αφού η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ελλείψει δικαιοδοσίας/εξουσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης. Συνεπώς το θέμα αυτό για ευνόητους λόγους θα πρέπει να εξεταστεί κατά προτεραιότητα. Μη έχοντας εγερθεί το θέμα αυτό στα πλαίσια της Ακρόασης από την πλευρά της Alpha Bank ή από οποιονδήποτε, και με δεδομένο ότι μιλούμε για την ύπαρξη ή μη δικαιοδοσίας/εξουσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της αίτησης και να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα, το Δικαστήριο κάλεσε τους συνηγόρους στις 08/06/16 για να τους θέσει το θέμα, μαζί και Νομολογία που εντόπισε, και για να ακούσει τις απόψεις τους. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ζήτησαν χρόνο για να τοποθετηθούν και η υπόθεση ορίστηκε για το σκοπό αυτό στις 14/06/16. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών δε, στις 14/06/16, παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις με τις θέσεις τους. Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ με λεπτομέρεια στο περιεχόμενο των αγορεύσεων. Θεωρώ αρκετό να αναφερθεί ότι ο κ.Αργυρού αφενός θεωρεί ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπεισέλθει στην ουσία της αίτησης αφού η προθεσμία που έδιδε το άρθρο 16 του Ν.81
(1)/2011 παρήλθε άπρακτη και έτσι η αιτήτρια δεν αποκτά δικαίωμα να προχωρήσει με βάση αυτό, οπότε η αίτηση πρέπει να απορριφθεί. Από την άλλη δε η κα Γιατρού εισηγείται πως από τη στιγμή που υπάρχει στο Νόμο πρόνοια για παράταση του χρόνου κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου παρά την παρέλευση του προβλεπόμενου χρόνου σε περιπτώσεις όπου αυτό είναι «δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή» δεν μπορεί να υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση σε σχέση με συμφωνίες που υπογράφηκαν πριν το 2011 γιατί αυτό θα οδηγούσε σε αδικία, ενώ περαιτέρω το άρθρο 16 του Νόμου θα πρέπει να διαβάζεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3, οπότε βάσει του άρθρου 12 η προθεσμία του άρθρου 3 μπορεί να παραταθεί. Επίσης η διακριτική ευχέρεια με βάση το άρθρο 12 μπορεί να επεκταθεί και να ασκηθεί και σε σχέση με το άρθρο
- Και καλεί βέβαια το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αίτησης. Στην Γεν. Αιτ. 156/2015, Αναφορικά με την αίτηση του KONSTANTIN MESHKOV, απόφαση ημερ.28/04/2016, ο Πρόεδρος του Ε.Δ.Λάρνακας κ.Χ.Μαλαχτός, αναφέρει τα εξής με τα οποία συμφωνώ : « Κατά το χρόνο που συνομολογήθηκε η επίδικη συμφωνία, ίσχυε ο περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος, Κεφ.
- Για να ήταν δεκτική ειδική εκτέλεση της συμφωνίας αυτή θα έπρεπε να ήταν έγκυρη σύμβαση σύμφωνα με το νόμο, να ήταν γραπτή και ο αγοραστής να την είχε, εντός δυο μηνών από την ημερομηνία της σύμβασης, καταθέσει ή μεριμνήσει ώστε να κατατεθεί στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο (άρθρο 2(β)). Προνοούνταν περαιτέρω προϋποθέσεις ως προς τα επόμενα διαβήματα που όφειλε να λάβει ο αγοραστής, τα οποία δεν άπτονται του επίδικου ζητήματος. Την 29.4.2011 δημοσιεύτηκε ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμος του 2011 (αρ.81(Ι)/2011) που τέθηκε σε ισχύ τρεις μήνες μετά (άρθρο 17), οπόταν και κατάργησε τον περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, Κεφ. 232 (άρθρο 18). Προνοείτο με το άρθρο 16 ότι συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν το Νόμο, δηλ. πριν την 29.7.2011 και παρέμεναν σε ισχύ θα μπορούσαν μέσα σε έξι μήνες, δηλαδή μέχρι 29.1.2012, να κατατεθούν στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Προς τούτο θα έπρεπε να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του Νόμου. Την 6.4.2012 δημοσιεύτηκε ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) (Τροποποιητικός) Νόμος του 2012 (αρ.32(Ι)/2012), τώρα οι περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμοι του 2011 και
- Με τον τροποποιητικό Νόμο εισήχθηκε το άρθρο 16Α, το οποίο προνοεί ότι συμβάσεις που είχαν συνομολογηθεί πριν την 6.4.2012 θα μπορούσαν να κατατεθούν μέσα σε προθεσμία έξι μηνών, δηλαδή μέχρι 6.10.
- Οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 θα έπρεπε, και πάλιν, να συντρέχουν. Το άρθρο 12 των περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμων του 2011 και 2012 επί του οποίου εδράζεται η Αίτηση, προνοεί ότι: « Ανεξάρτητα από τις διατάξεις της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3 και της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του άρθρου 6, το Δικαστήριο δύναται, κατόπιν σχετικής αίτησης, να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης ή την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση, έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις υπό αναφορά διατάξεις, όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο για την προστασία του αγοραστή. » Το άρθρο 6
(1)(β) αφορά στην έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση σύμβασης, ενώ το άρθρο 3
(1)(γ) στην κατάθεση της σύμβασης στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο σε έξι μήνες από της υπογραφής της, και έκδηλα αφορά σε συμβάσεις που συνομολογήθηκαν μετά που τέθηκαν σε ισχύ οι Νόμοι. Στο άρθρο 12 δεν γίνεται μνεία στο άρθρο 16 ή 16 Α, όπως γίνεται στο άρθρο 3
(1)(γ). Το άρθρο 12 δίδει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να επιτρέψει την κατάθεση σύμβασης «...έστω και αν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη για το σκοπό αυτό χρονική περίοδος, σύμφωνα με τις υπό αναφορά διατάξεις». Η αρχική αναφορά στις προγενέστερες πρόνοιες σε συνδυασμό με την επιφύλαξη αυτή, περιορίζει την ευχέρεια να επιτραπεί η κατάθεση σύμβασης όταν δεν έχει τηρηθεί η πρόνοια του άρθρου 3
(1)(γ) και να επιτραπεί η έγερση αγωγής όταν δεν έχει τηρηθεί η πρόνοια του άρθρου 6
(1)(β). Δεν καλύπτει τις περιπτώσεις όπου δεν έχει τηρηθεί η πρόνοια του άρθρου 16 ή 16 Α. Άλλωστε, τα άρθρα 16 και 16 Α συνιστούν μεταβατικές διατάξεις που στο κείμενο του Νόμου έπονται της ρύθμισης για τις «νέες» συμβάσεις που ρυθμίζονται από τα άρθρα 3
(1)(γ) και
- Η αίτηση Certiorari Αναφορικά με την Αίτηση της Αικατερίνης (Κατερίνας) Θεοδώρου και της Ειρήνης Θεοδώρου, Πολ.Αιτ. 170/2014 ημερ. 7.11.2014 αφορούσε στο ζήτημα της μη επίδοσης στον πωλητή αίτησης κατ΄ ακολουθία της οποίας εκδόθηκε διάταγμα που επέτρεπε στον αγοραστή την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Το διάταγμα παραμερίστηκε λόγω αυτής της παράλειψης. Σημειώνεται ότι η σύμβαση είχε καταρτιστεί το 1988 και η αίτηση καταχωρίστηκε το
- Αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι: «Πέραν των ανωτέρω, είναι αμφίβολο κατά πόσο ο Νόμος έχει εδώ εφαρμογή, σημείο που εγείρουν οι αιτήτριες. Ο Νόμος άρχισε να ισχύει στις 29.7.2011 (άρθρο 17) και οι μεταβατικές του διατάξεις αφορούσαν τα μη κατατεθέντα συμβόλαια που ενώ δεν είχαν κατατεθεί προηγουμένως, μπορούσαν να κατατεθούν εντός έξι μηνών από την ισχύ του τροποποιητικού Νόμου αρ. 32(Ι)/2012, ημερ. 3.4.
- Είναι πρόδηλο ότι η προθεσμία των έξι μηνών είχε προ πολλού εκπνεύσει πριν την καταχώρηση της Γενικής Αίτησης αρ. 63/2014.» Στην ίδια απόφαση αναφέρεται ότι αυτό που προκύπτει σαφώς από τις διατάξεις των Νόμων είναι ότι: «Ο αγοραστής που επιδιώκει μετά πάροδο χρόνου να καταθέσει τη σύμβαση στο Κτηματολόγιο, παρά την εκπνοή της αρχικής προς τούτο προθεσμίας των έξι μηνών από την ημερομηνία υπογραφής της (άρθρο 3
(1)(γ) του Νόμου), αποκτά ένα πλεονέκτημα: αυτό της δυνατότητας με την εκ των υστέρων κατάθεση και την έγερση αγωγής για ειδική εκτέλεση, να αποκτήσει το ίδιο το αντικείμενο της αγοραπωλησίας, εάν βεβαίως η αγωγή επιτύχει, με τον ιδιοκτήτη-πωλητή να απωλέσει το ακίνητο. Αν όμως δεν λάβει αυτή την άδεια του Δικαστηρίου για την ετεροχρονισμένη κατάθεση της σύμβασης, το δικαίωμα του αγοραστή εξαντλείται μόνο στην επιδίωξη και λήψη τυχόν αποζημιώσεων.» Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι, με δεδομένη την ημερομηνία συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης την 28.6.2010, η περίπτωση δεν καλύπτεται από τη νομοθεσία, οπόταν και δεν εγείρεται ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο. Ούτε οι επικαλούμενες στην Αίτηση συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου μπορούν, υπό τις περιστάσεις, να ενεργοποιηθούν. Το άρθρο 6
(2)των Νόμων προνοεί ότι σε περίπτωση που η σύμβαση είναι γραπτή αλλά δεν έχει κατατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις των Νόμων, το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την ειδική εκτέλεση της όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις και εφόσον δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα τρίτων που προκύπτουν από προηγούμενα εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις. Με το άρθρο 7 δίδονται περαιτέρω εξουσίες στο Δικαστήριο για να διατάξει την ειδική εκτέλεση συμφωνίας. Δοθέντων αυτών των εξουσιών, μπορεί να επιχειρηματολογηθεί πως θα ήταν ορθό στην κατάλληλη περίπτωση να μπορεί το Δικαστήριο να παρατείνει το χρόνο καταχώρησης μιας συμφωνίας ακόμα και αν αυτή συνομολογήθηκε πριν τεθούν σε εφαρμογή οι Νόμοι. Όμως, είναι αποκλειστική εξουσία της Νομοθετικής Εξουσίας, εφόσον κρίνει σκόπιμο, να διευρύνει κατ΄ αυτό τον τρόπο τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. » Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου πιο πάνω ας σημειωθεί επιδιώχθηκε να ελεγχθεί, ως προς τη νομιμότητα της, με την έκδοση εντάλματος της φύσεως Certiorari (Πολ.Αιτ.53/2016). Όμως ο έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ.Γιασεμής, που επιλήφθηκε της αίτησης, με την απόφαση που εξέδωσε στις 26 Μάιου 2016 την απέρριψε βρίσκοντας ότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σημασία όμως για την παρούσα απόφαση έχουν όσα ανέφερε ως προς την ουσία του αιτήματος, με τα οποία συμφωνώ, χωρίς να διαφεύγει βέβαια του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω απόφαση στην Πολ.Αιτ.53/2016 δεν αποφάσισε επί της ουσίας την απόφαση του κ.Μαλαχτού πιο πάνω αλλά όσα έχουν λεχθεί αφορούσαν διαδικασία της φύσεως certiorari και αυτό που εξέτασε ουσιαστικά ο έντιμος Δικαστής του Εφετείου, όπως αναφέρεται στο απόσπασμα πιο κάτω, είναι κατά πόσο υπάρχει πασίδηλο νομικό σφάλμα στο πρακτικό του κατώτερου δικαστηρίου, το οποίο αφορά εσφαλμένη ερμηνεία νόμου ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης : « Ως προς την ουσία του αιτήματος, όπως έχει, ήδη, αναφερθεί, σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 12, ανωτέρω, και η ερμηνεία που ο ευπαίδευτος Πρόεδρος έδωσε σε αυτές, η οποία, παρατίθεται πιο πάνω. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της απόφασής του, ο Πρόεδρος υπέδειξε, επίσης, ότι ο υπό αναφορά Νόμος, πρώτα, με το άρθρο 16, που υπήρχε σε αυτόν εξαρχής, και, στη συνέχεια, με το άρθρο 16Α, το οποίο εισήγαγε σε αυτόν ο τροποποιητικός Ν. 32
(1)/2012, προέβλεψε για τη δυνατότητα κατάθεσης έγκυρων συμβάσεων πώλησης γης, οι οποίες είχαν συνομολογηθεί πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 81(Ι)/2011 και του Ν. 32(Ι)/2012, αλλά δεν είχαν κατατεθεί εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας του καταργηθέντος Νόμου, Κεφ. 232, ή του Ν. 81(Ι)/2011, αντίστοιχα. Τα εν λόγω άρθρα, όμως, έθεταν χρονικά όρια, εντός των οποίων μπορούσαν να κατατεθούν τέτοιες συμβάσεις, τα οποία έχουν παρέλθει προ πολλού. Η θέση δε, η οποία προτάθηκε εκ μέρους του αιτητή, είναι πως οι πρόνοιες, ανωτέρω, του άρθρου 12 εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τα άρθρα 16 και 16Α, ώστε να μπορεί να ζητηθεί εκπρόθεσμη κατάθεση σύμβασης σε σχέση και με αυτές. ΄Ενταλμα certiorari εκδίδεται, μεταξύ άλλων, όταν διαπιστώνεται να υπάρχει πασίδηλο νομικό σφάλμα στο πρακτικό του κατώτερου δικαστηρίου, το οποίο αφορά εσφαλμένη ερμηνεία νόμου ή εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης, (βλ. R v Preston Appeal Tribunal [1975] 2 All ER 807, σελίδα 810). Δε διαπιστώνεται, όμως, κάτι τέτοιο στην προκειμένη περίπτωση, η δε ερμηνεία, ανωτέρω, που ο ευπαίδευτος Πρόεδρος έδωσε στο άρθρο 12, είναι, λογικά, εφικτή, με βάση τους καθιερωμένους κανόνες ερμηνείας νομοθετημάτων∙ από το περιεχόμενο του εν λόγω άρθρου, δε διαπιστώνεται να ήταν η πρόθεση του νομοθέτη να επεκτείνει την εφαρμογή του στις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 16 και16Α. Αυτά αφορούσαν μεταβατικές περιόδους, που έδιναν την ευκαιρία για κατάθεση στο αρμόδιο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο συμβάσεων, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν ο Ν. 81(Ι)/2011 και, στη συνέχεια, ο τροποποιητικός Ν. 32(Ι)/2012 τεθούν σε ισχύ. » Συναφώς με δεδομένο ότι η ημερομηνία συνομολόγησης της σύμβασης στην προκειμένη περίπτωση που μας αφορά ήταν 12/11/1991, καταλήγω κατά τον ίδιο τρόπο ότι η περίπτωση δεν καλύπτεται από τη νομοθεσία, οπόταν το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία/εξουσία να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα και ως εκ τούτου δεν εγείρεται ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο. Ούτε βεβαίως οι επικαλούμενες στην Αίτηση συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου μπορούν, υπό τις περιστάσεις, να ενεργοποιηθούν. Οπότε με σεβασμό λέω ότι διαφωνώ με τη θέση της κας Γιατρού ανωτέρω. Γενικότερα διαφωνώ με τις θέσεις που προβάλλει στην αγόρευση της, χωρίς να χρειάζεται θεωρώ να γίνει ειδική αναφορά σε αυτές αφού μέσα από όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω κρίνω ότι έχουν δοθεί απαντήσεις. Ενόψει δε της κατάληξης αυτής του Δικαστηρίου δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με τους λόγους ένστασης. Ως εκ των ανωτέρω η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Με δεδομένο δε ότι το θέμα που οδήγησε τελικά σε απόρριψη της αίτησης ηγέρθη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, θεωρώ ορθό ως προς τα έξοδα να διατάξω όπως η κάθε πλευρά επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ..................................... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αστικές/Αίτηση για εκπρόθεσμη καταχώρηση αγοραπωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο