← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. BELTAX DEVELOPMENTS AND CONSTRUCITONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 2880/11, 6/7/2016

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. BELTAX DEVELOPMENTS AND CONSTRUCITONS LTD κ.α., Αρ. Αγωγής 2880/11, 6/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A315 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: A. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2880/11 Mεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων -και-

  1. BELTAX DEVELOPMENTS AND CONSTRUCITONS LTD, A.E.137008 από Λεμεσό
  2. Σάββας Περικλέους, Α.Δ.Τ.588156, από Λεμεσό
  3. Valerii Martinenko, Aρ.Διαβ. AE3739082, από Λεμεσό Εναγομένων ---------------------------------------- 6 Ιουλίου 2016 Για ενάγοντες: κα Μ. Λοΐζου για Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ (κα Χ. Θεοδώρου ν' ακούσει απόφαση) Για εναγόμενο 2: κ. Γ. Θωμά για Γιαννάκης Κ. Θωμά & Συνεργάτες (κα Α. Χριστοφή ν' ακούσει απόφαση) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αγωγή η ενάγουσα αξιώνει εναντίον όλων των εναγομένων το ποσό των €2.099.853,57 πλέον τόκο προς 12.501% ετησίως επί ποσού εκ €1.992.954,32 από 6.6.2011 καθώς και διάταγμα εναντίον της εναγομένης 1 εκποίησης της Υποθήκης με αριθμό Υ3181/08 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Η ακροαματική διαδικασία διεξήχθη σ' όσον αφορά μόνο τον εναγόμενο 2, εφόσον εναντίον των εναγομένων 1 και 3 εκδόθηκε δικαστική απόφαση στις 31.1.2013 λόγω μη εμφάνισης τους. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης η ενάγουσα δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 28.3.2008 (που στο εξής θα καλείται «η συμφωνία δανείου») συμφώνησε να παράσχει δάνειο στην εναγόμενη 1 εκ €1.810.000 για το οποίο ανοίχθηκε ο λογαριασμός με αρ. 0575-13-002434-00, πληρωτέου εντός δύο χρόνων. Ο εναγόμενος 2 στις 28.3.2008 εγγυήθηκε γραπτώς τις υποχρεώσεις της εναγόμενης 1, παρούσες ή μελλοντικές, μέχρι του ποσού των €1.810.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Προς περαιτέρω εξασφάλιση της ενάγουσας η εναγόμενη 1 παραχώρησε προς όφελος της ενάγουσας την Υποθήκη με αριθμό Υ3181/
  4. Δυνάμει άλλης γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 16.7.2009 η ενάγουσα προέβη σε τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας και επανέγκριση του δανείου, πληρωτέου το αργότερο μέχρι 28.3.2010 με σταδιακές καταθέσεις. Ο εναγόμενος 3 στις 16.7.2009 εγγυήθηκε γραπτώς την πληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων της εναγόμενης 1 προς την ενάγουσα μέχρι του ποσού των €2.025.000,00, πλέον τόκους και έξοδα. Η ενάγουσα ασκώντας τα δικαιώματα της στη βάση των πιο πάνω συμφωνιών με τις επιστολές της ημερομηνίας 19.11.2010 και 13.12.2010 προέβη σε απαίτηση πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου και σε τερματισμό των συμφωνιών δανείου αντίστοιχα. Με την Υπεράσπιση του ο εναγόμενος 2 προβαίνει σε γενική άρνηση των ισχυρισμών της ενάγουσας προβάλλοντας διάφορες θέσεις, όπως ότι δεν έλαβε νομική συμβουλή πριν υπογράψει ως εγγυητής, παράλειψη που οδηγεί σε ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης, δεν έλαβε τις δύο επιστολές της Τράπεζας γι' αυτό και αγνοούσε το τερματισμό της συμφωνίας και ότι η ενάγουσα παρέλειψε να τον αντικαταστήσει ως εγγυητή ή να εξασφαλίσει και άλλη υποθήκη παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να εμφανίζεται ως εγγυητής μέχρι σήμερα. Η ενάγουσα προς υποστήριξη της υπόθεσης της κάλεσε ως μάρτυρες τον Μάκη Αδάμου (Μ.Ε.1) και την Λουκία Γεωργίου (Μ.Ε.2) ενώ από πλευράς υπεράσπισης κατέθεσε μόνο ο εναγόμενος 2 (Μ.Υ.1). Ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει επίσης ένας μεγάλος αριθμός εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Ιδιαίτερη μνεία θα γίνεται όπου παρίσταται ανάγκη. Η δικηγόρος της ενάγουσας εισηγήθηκε στη γραπτή αγόρευση της ότι με τη μαρτυρία που έχει προσκομίσει έχει αποδειχθεί ο καταρτισμός της συμφωνίας δανείου μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 καθώς και της συμφωνίας εγγύησης μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου
  5. Εισηγήθηκε ότι η συμφωνία εγγύησης και ο τερματισμός των συμφωνιών δανείου είναι καθόλα νόμιμα χωρίς να προσκρούουν σε οποιαδήποτε διάταξη του Νόμου, ενώ έχει αποδεχθεί το ύψος του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού δανείου. Περιόρισε δε την αξίωση της ενάγουσας στο ποσό των €1.863.710,16 πλέον τόκο προς 5.137% ετησίως από 6.6.2011 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως. Από την άλλη με τη γραπτή του αγόρευση ο δικηγόρος του εναγόμενου 2 καταλογίζει στην ενάγουσα παράβαση από μέρους της προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197

(1)/03) και του περί Συμβάσεων Νόμου καθώς και όρων της συμφωνίας εγγύησης. Ειδική αναφορά στις επί μέρους εισηγήσεις των δικηγόρων θα γίνεται κατωτέρω στα κατάλληλα σημεία. Είναι παραδεκτό από τον εναγόμενο 2 η συνομολόγηση της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 28.3.2008 με την εναγόμενη 1 και της συμφωνίας εγγύησης ίδιας ημερομηνίας με τον εναγόμενο 2. Εκείνο που προωθήθηκε με την Υπεράσπιση και δόθηκε έμφαση στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του εναγόμενου 2 ήταν η παράβαση από πλευράς ενάγουσας προνοιών του περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν.197
(1)/03) και συγκεκριμένα του άρθρου 12 αυτού που προνοεί για την υποχρέωση του πιστωτή να ενημερώνει γραπτώς τον εγγυητή για καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων του δανείου. Παραθέτω αυτούσιο το συγκεκριμένο άρθρο: «12.
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ή αθέτηση από τον πρωτοφειλέτη οποιασδήποτε άλλης υπόσχεσης ή υποχρέωσής του δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή άρση ή μεταβολή οποιασδήποτε επιβάρυνσης που είχε τεθεί στην περιουσία του προς όφελος του πιστωτή για τους σκοπούς της συμφωνίας δανείου.
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.» Από την άλλη η θέση της δικηγόρου της ενάγουσας στη γραπτή της αγόρευση ήταν ότι ενόψει της ιδιότητας του εναγόμενου 2 ως διευθυντή της εναγόμενης 1 κατά τη συνομολόγηση της συμφωνίας εγγύησης, δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση οι πρόνοιες του πιο πάνω Νόμου. Στηρίζει δε την εισήγηση της αυτή στο άρθρο 3
(1)που έχει ως εξής: «3.
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης με την έννοια του περί Συμβάσεων Νόμου, στις περιπτώσεις που ο εγγυητής είναι φυσικό πρόσωπο το οποίο με τη σύμβαση εγγύησης εγγυάται σε πιστωτή, να εκπληρώσει την υπόσχεση ή υποχρέωση αποπληρωμής ολόκληρου ή μέρους του ποσού δανείου, σε περίπτωση μη εκπλήρωσής της από τον πρωτοφειλέτη στον οποίο παραχωρείται το δάνειο: Νοείται ότι ο παρών Νόμος δε θα εφαρμόζεται αναφορικά με συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη.
(2)Στον παρόντα Νόμο οι όροι «εγγυητής», «πιστωτής», και «πρωτοφειλέτης» αφορούν συμβάσεις εγγύησης στις περιπτώσεις στις οποίες κατά τα διαλαμβανόμενα στο εδάφιο
(1)του παρόντος άρθρου εφαρμόζεται ο παρών Νόμος.» Για να αποφασιστεί το ερώτημα κατά πόσο ο πιο πάνω Νόμος εφαρμόζεται ή όχι στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, θα πρέπει να ανατρέξω στο ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό προς το σκοπό εξαγωγής των αναγκαίων συμπερασμάτων. Ο Μ.Ε.1, υπάλληλος αρχικά της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και σήμερα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (ενάγουσα) δυνάμει των προνοιών της ΚΔΠ 104/13 ημερ. 29.3.2013, αναφέρθηκε στη μαρτυρία του στο ιστορικό της υπόθεσης που ξεκινά με τον καταρτισμό στις 28.3.2008 της συμφωνίας δανείου (Τεκμ.2) μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1, κατόπιν σχετικής παράκλησης της τελευταίας. Πιστό αντίγραφο των πρακτικών της συνεδρίας του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1, ημερομηνίας 24.3.2008, από τα οποία προκύπτει ότι εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 να μεταβεί στην Τράπεζα και να υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο για την παραχώρηση του δανείου των €1.810.000,00 κατέθεσε ως Τεκμ.
  1. Το ποσό του δανείου κατατέθηκε από την ενάγουσα στο λογαριασμό της εναγόμενης 1 που ανοίχθηκε γι' αυτό το σκοπό, με αριθμό 0575-13-002434-
  2. Ο όρος 3 της συμφωνίας δανείου προνοούσε την πληρωμή κυμαινόμενου επιτοκίου αποτελούμενο από το επιτόκιο 6 μηνών euribor το οποίο τότε ανερχόταν σε 4,661% προσαυξημένο κατά 2,00% δηλαδή συνολικά 6,661%. Ο ίδιος όρος προνοούσε δικαίωμα της Τράπεζας να μεταβάλλει, κατά την κρίση της οποτεδήποτε το βασικό επιτόκιο, το περιθώριο, τις προσαυξήσεις, την προμήθεια και τα τραπεζικά δικαιώματα. Η αλλαγή αυτή θα ήταν δεσμευτική και οι εναγόμενοι θα λάμβαναν σχετική γνώση από τον ημερήσιο τύπο ή με ειδοποίηση. Ο ίδιος όρος επίσης προνοούσε δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές το χρόνο. Ο όρος 3 προνοούσε επιπρόσθετα δικαίωμα επιβολής τόκου υπερημερίας σε περίπτωση που δεν υπήρχε συμμόρφωση με τον τρόπο εξόφλησης του δανείου. Ως προς τον τρόπο εξόφλησης, ο όρος 2 της συμφωνίας προνοούσε ότι το δάνειο θα ήταν πληρωτέο σε πρώτη ζήτηση ή σε περίπτωση που δεν υπήρχε απαίτηση άμεσης πληρωμής, σε δύο χρόνια και οι τόκοι θα καταβάλλονταν σε τριμηνιαία βάση. Ο όρος 5 προνοούσε δικαίωμα της ενάγουσας να τερματίσει οποτεδήποτε τη συμφωνία και να ζητήσει την άμεση ξόφληση του δανείου, τόκων και άλλων χρεώσεων. Ακολούθησε στις 16.7.2009 άλλη γραπτή συμφωνία μεταξύ της ενάγουσας και της εναγόμενης 1 (Τεκμ.5) με την οποία η προσαύξηση συμφωνήθηκε σε 5,00% η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη 1 γραπτώς στις 16.7.2009 (Τεκμ.6). Στην παρουσία των εναγομένων 2 και 3 σε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 αποφασίστηκε όπως η εναγόμενη 1 εγγράψει προς όφελος της ενάγουσας υποθήκη για €2.000.000,00 πλέον τόκο 6,661% ετησίως (αντίγραφο πρακτικών της συνεδρίας είναι Τεκμ.7). Ο εναγόμενος 2 εγγυήθηκε γραπτώς στις 28.3.2008 την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων της εναγόμενης 1, παρούσων ή μελλοντικών, μέχρι του ποσού των €1.810.000,00 πλέον τόκους. Το ίδιο έκαμε και ο εναγόμενος 3 στις 16.7.2009 μέχρι το ποσό των €2.025.000,00 πλέον τόκους (η συμφωνία εγγύησης είναι Τεκμ.8). Σταδιακά από του τέλους του 2009 υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης της εναγόμενης 1 με τον όρο πληρωμής των τόκων γι' αυτό και η ενάγουσα με τις επιστολές της ημερομηνίας 19.11.2010 (Τεκμ.10) απαίτησε απ' όλους τους εναγόμενους την πληρωμή του μέχρι τότε καθυστερημένου ποσού εκ €1.882.941,31, χωρίς όμως οποιαδήποτε ανταπόκριση. Η τελευταία δόση που πληρώθηκε ήταν στις 11.1.
  3. Στη συνέχεια με την επιστολή της ημερομηνίας 13.12.2010 προς όλους τους εναγόμενους η ενάγουσα προέβη σε τερματισμό του λογαριασμού του δανείου και απαίτησε την εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου. Οι επιστολές τερματισμού είναι Τεκμ.
  4. Είναι ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε τους όρους της συμφωνίας δανείου και του δόθηκε η δυνατότητα να λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή προτού προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης. Επίσης ανέφερε ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε υπέβαλε οποιαδήποτε πρόταση στην Τράπεζα για αντικατάσταση της εγγύησης του με την εγγύηση άλλου προσώπου ή με οποιαδήποτε άλλη εμπράγματη εξασφάλιση. Σε καμιά περίπτωση η ενάγουσα ενήργησε αμελώς ενώ όσα αναφέρει ο εναγόμενος 2 στην Υπεράσπιση του συνιστούν όψιμους ισχυρισμούς με αποκλειστικό στόχο την αποποίηση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Ο Μ.Ε.1 κατέθεσε τέλος στο Δικαστήριο ανακατασκευασμένες Καταστάσεις Λογαριασμού, (Τεκμ.16) όπου ο τόκος που αξιώνει η ενάγουσα ανέρχεται σε 5,137% που αποτελείται από το επιτόκιο 6 μηνών euribor (1,137%), πλέον περιθώριο (2%), πλέον επιτόκιο υπερημερίας (2%) και το χρεωστικό υπόλοιπο ανέρχετο στις 6.6.2011 στο ποσό των €1.863.710,15 πλέον τόκο 5,137% ετησίως από τις 6.6.2011, που εξακολουθεί να οφείλεται. Διευκρίνισε ότι ανκαι η Τράπεζα δικαιούτο στην αύξηση του περιθωρίου σε 5% όπως συμφωνήθηκε στις 16.7.2009, εντούτοις οι αναδομημένες Καταστάσεις (Τεκ.16) ετοιμάστηκαν στη βάση του περιθωρίου εκ 2%, όπως συμφωνήθηκε αρχικά. H Λουκία Γεωργίου (Μ.Ε.2) επίσης υπάλληλος της ενάγουσας επανέλαβε στη μαρτυρία της το ιστορικό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και πρόσθεσε ορισμένα στοιχεία, όπως ότι ο εναγόμενος 2 από τις 21.7.2003 μέχρι και την 1.12.2008 υπήρξε διευθυντής της εναγόμενης 1 σύμφωνα με το αποτέλεσμα της ηλεκτρονικής έρευνας στα αρχεία του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (Τεκμ.18). Επίσης κατέθεσε ως Τεκμ.19 το έγγραφο κοινοποίησης ημερομηνίας 21.3.2008 στην εναγόμενη 1 που συνιστά την έγκριση του αιτήματος της για λήψη δανείου εκ €1.810.000,00 το οποίο υπογράφει ο εναγόμενος 2, εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγόμενης
  5. Το έγγραφο αυτό υπογράφτηκε πριν την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και εγγύησης, γεγονός που έδινε τη δυνατότητα στον εναγόμενο 2 να τύχει νομικής συμβουλής αν επιθυμούσε. Διευκρίνισε ότι ο εναγόμενος 2 ήταν το πρόσωπο που διεξήγαγε τις διαπραγματεύσεις με την Τράπεζα για τη συμφωνία δανείου. Επίσης ο εναγόμενος 2 ως τραπεζικός υπάλληλος ήταν γνώστης των τραπεζικών συμφωνιών και της διαδικασίας. Κατά την αντεξέταση της παραδέχθηκε ότι δόθηκε και δεύτερο δάνειο στην εναγόμενη 1 αλλά η εγγύηση που υπέγραψε ο εναγόμενος 2 αφορούσε στο αρχικό δάνειο. Δεν αρνήθηκε ότι ο εναγόμενος 2 επικοινωνούσε τηλεφωνικά με την Τράπεζα και ζητούσε την απαλλαγή του από εγγυητή αλλά δεν πρότεινε συγκεκριμένο αντικαταστάτη του ή άλλη εμπράγματη επιβάρυνση για να τεθεί υπό διαπραγμάτευση. Η Μ.Ε.2 καταλογίζει στον εναγόμενο 2 ότι τα όσα προβάλλει σήμερα είναι αναληθείς, αβάσιμοι, καταχρηστικοί και κακόπιστοι ισχυρισμοί στην προσπάθεια του να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης έναντι της Τράπεζας. Ο εναγόμενος 2 που ήταν και ο μοναδικός μάρτυρας Υπεράσπισης, στη μαρτυρία του αναφέρθηκε στις σχέσεις του με την εναγόμενη 1 ότι δηλαδή το 2003 διορίστηκε ως μέτοχος και διευθυντής της, θέση που κατείχε μέχρι την 1.12.2008 όταν επέστρεψε από τις σπουδές του ο γιος του εναγόμενου
  6. Ουσιαστικά ο ίδιος ενεργούσε κάτω από τις οδηγίες του εναγόμενου 3 με τον οποίο είχε φιλικές σχέσεις και υπέγραφε ό,τι ήταν αναγκαίο για την εναγόμενη 1 κατόπιν υπόδειξης του εναγόμενου
  7. Τον ουσιαστικό έλεγχο των εργασιών της εναγόμενης 1 είxε πάντοτε ο εναγόμενος 3 και ο γιος του Evgenii Martinenko. Ο ίδιος εμφανιζόταν απλά ως μέτοχος και διευθυντής της εναγόμενης 1 στα πλαίσια εξυπηρέτησης του εναγόμενου 3, ο οποίος επικαλείτο διάφορους λόγους γιατί δεν μπορούσε ο ίδιος να φαίνεται ως μέτοχος και διευθυντής. Στα πλαίσια αυτής τους της σχέσης υπέγραψε εκ μέρους της εναγόμενης 1 τη συμφωνία δανείου (Τεκμ.2) αλλά υπέγραψε και προσωπικά ως εγγυητής του δανείου. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και της εγγύησης, η ενάγουσα ουδέποτε επικοινώνησε μαζί του μέχρι που του επιδόθηκε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Από τον Δεκέμβρη του 2008 που έπαυσε να είναι διευθυντής της εναγόμενης 1 επανειλημμένα κάλεσε την ενάγουσα να τον αντικαταστήσει από εγγυητή με άλλο κατάλληλο πρόσωπο, μάλιστα υποδεικνύοντας τον γιο του εναγόμενου 3, ο οποίος ήταν πρόθυμος και έτοιμος να τον αντικαταστήσει. Πρότεινε επιπρόσθετα την υποθήκευση ενός ακινήτου αξίας €4.000.000,00 στο χωριό Μουταγιάκα που ανήκε στον εναγόμενο 3 και ήταν ελεύθερο εμπραγμάτων βαρών, αλλά η ενάγουσα αμέλησε να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για την αλλαγή, επικαλούμενη κάθε φορά φόρτο εργασίας. Η ενάγουσα αγνόησε παντελώς τις συνεχείς εκκλήσεις του για την απαλλαγή του από την θέση του εγγυητή και μάλιστα σε περίοδο που η εναγόμενη 1 δεν αντιμετώπιζε κανένα οικονομικό πρόβλημα και παρά την επιστολή του ημερομηνίας 12.7.2010 δεν έλαβε καμία απάντηση. Είναι η θέση του ότι η ενάγουσα ουδέποτε τον ενημέρωσε για τυχόν καθυστερήσεις στην πληρωμή των τόκων ή του δανείου. Καταλογίζει επίσης στην ενάγουσα ότι παρέλειψε να προβεί έγκαιρα σε αντικατάσταση του με άλλο εγγυητή και σε υποθήκευση της κατοικίας του εναγόμενου
  8. Είναι ισχυρισμός του επίσης ότι η ενάγουσα παραχώρησε και άλλο δάνειο εκ €190.000,00 στην εναγόμενη 1 προς βλάβη των συμφερόντων του ιδίου. Παραδέχθηκε δε κατά την αντεξέταση του ότι έχει πείρα 35 χρόνων σε τραπεζικές εργασίες εφόσον υπήρξε υπάλληλος της Ελληνικής Τράπεζας. Ενόψει της πιο πάνω μαρτυρίας δεν αμφισβητείται από πλευράς Υπεράσπισης ότι ο εναγόμενος 2 κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας δανείου αλλά και της συμφωνίας εγγύησης ήταν διευθυντής της εναγόμενης
  9. Μάλιστα ο ίδιος υπέγραψε τη συμφωνία δανείου εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγόμενης 1 και στη συνέχεια ο ίδιος υπέγραψε προσωπικά ως εγγυητής. Εκτός από την παραδοχή του εναγόμενου 2 στη μαρτυρία του ότι από το 2003 μέχρι την 1.12.2008 υπήρξε διευθυντής της εναγόμενης 1, η σχέση του αυτή με την εταιρεία επιβεβαιώνεται και από την έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη που είναι το Τεκμ.
  10. Σημειώνεται ότι από το Τεκμ.1 καθίσταται επίσης σαφές ότι η εναγόμενη 1 εταιρεία ενεγράφη στο Γραφείο του Εφόρου Εταιρειών στις 19.3.2003 και το εγγεγραμμένο γραφείο της από τις 16.2.2006 είναι η οδός Αμαθούντος αρ.9, 4531 Λεμεσός. Για τα πιο πάνω γεγονότα προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 197
(1)/2003 είναι σαφείς ότι ο συγκεκριμένος Νόμος δεν εφαρμόζεται σε συμβάσεις εγγύησης, όπου ο εγγυητής κατά το χρόνο υπογραφής της σύμβασης εγγύησης τελούσε διοικητικός σύμβουλος της πρωτοφειλέτιδας, δηλαδή εδώ της εναγόμενης 1. Ως εκ τούτου στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου και της σχέσης του εναγόμενου 2 με την εναγόμενη 1 κατά την υπογραφή της συμφωνίας δανείου και εγγύησης που ήταν διευθυντής της, δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση οι πρόνοιες του άρθρου 12 του Νόμου 197
(1)/03, ως η σχετική εισήγηση του δικηγόρου του εναγόμενου 2 στην γραπτή του αγόρευση. Συνακόλουθα ο εναγόμενος 2 δεν μπορεί να καταλογίζει στην ενάγουσα ευθύνη ότι δεν τον ενημέρωνε γραπτώς για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην πληρωμή των δόσεων ή ότι δεν όχλησε την εναγόμενη 1 να εκπληρώσει τις συμφωνηθείσες υποχρεώσεις της, στη βάση του πιο πάνω Νόμου. Άλλη εισήγηση του δικηγόρου του εναγόμενου 2 στην γραπτή αγόρευση του είναι ότι η ενάγουσα παρέβη τις συμβατικές υποχρεώσεις της έναντι του πελάτη του, γεγονός που τον απαλλάσσει απ' οποιανδήποτε ευθύνη στη βάση της εγγύησης που υπέγραψε. Συγκεκριμένα η ενάγουσα δεν προέβη σε τερματισμό της συμφωνίας δανείου άμεσα παρά παραχώρησε και επιπρόσθετο δάνειο στην εναγόμενη 1, μέρος του οποίου διατέθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του αρχικού δανείου, χωρίς καν να ενημερώσει τον πελάτη του. Μάλιστα με το νέο δάνειο δόθηκαν ως εξασφάλιση και υφιστάμενες υποθήκες. Τη θέση αυτή απορρίπτει η Μ.Ε.2 ισχυριζόμενη ότι ο εναγόμενος 2 είχε ενημερωθεί τηλεφωνικά για την αναδιάρθρωση του δανείου που εν πάση περιπτώσει το επιπρόσθετο δάνειο ήταν προς όφελος του, εφόσον μέρος του και συγκεκριμένα ποσό εκ €119.375,52 διατέθηκε έναντι του χρεωστικού υπολοίπου της συμφωνίας δανείου ημερομηνίας 28.3.2008, όπως και ενημερώθηκε για την αύξηση του περιθωρίου του επιτοκίου από 2% σε 5%. Κρίνω σκόπιμο να ανατρέξω στους όρους της συμφωνίας εγγύησης όπου εντοπίζεται για το θέμα όρος που προβλέπει ότι: «. η Τράπεζα δικαιούται οποτεδήποτε να δέχεται πληρωμές έναντι του πιο πάνω δανείου και να δίδει παρατάσεις στον Πρωτοφειλέτη χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση σε εμένα/εμάς και χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η ευθύνη μου/μας βάση της παρούσας εγγύησης μέχρι τελείας εξόφλησης». Εντοπίζεται επίσης ο εξής όρος στη συμφωνία εγγύησης: «Επιπλέον η Τράπεζα δύναται χωρίς να επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο η παρούσα εγγύηση: (α) Να τερματίζει, τροποποιεί, αυξάνει ή ελαττώνει τις χρηματοδοτήσεις ή άλλες διευκολύνσεις προς τον Πρωτοφειλέτη. (β) Να ανανεώνει γραμμάτια, συναλλαγματικές, ομόλογα, ή άλλες διαπραγματεύσιμες αξίες του Πρωτοφειλέτη. (γ) Να συναλλάσσεται, ανταλλάσει, ακυρώνει, τροποποιεί ή απέχει από του να τελειοποιεί ή να θέτει σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα τα οποία η Τράπεζα έχει τώρα ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή εναντίον του Πρωτοφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. ...................................» Η παρούσα εγγύηση είναι επιπρόσθετη εξασφάλιση προς οποιαδήποτε άλλη εξασφάλιση ή εγγύηση την οποία η Τράπεζα έχει ή δυνατόν να έχει στο μέλλον από τον Πρωτοφειλέτη ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα. Η εγγύηση αυτή θα έχει πλήρη ισχύ έστω και εάν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή στο όνομα ή στην σύσταση του Πρωτοφειλέτη. ................................... Περαιτέρω συμφωνώ/ούμε ότι θα έχω/ουμε πλήρη ευθύνη προς την Τράπεζα για το ποσό του προαναφερόμενου δανείου σαν να ήμουν/μασταν ο Πρωτοφειλέτης σε περίπτωση που ο Πρωτοφειλέτης είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή το δάνειο προς τον Πρωτοφειλέτη είναι άκυρο και/ή η είσπραξη οποιουδήποτε ποσού από τον Πρωτοφειλέτη είναι αδύνατη λόγω οποιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος ή λόγω οποιασδήποτε άλλης αιτίας. .........................................» Συνεπώς ενόψει των πιο πάνω προνοιών στη συμφωνία εγγύησης ο εναγόμενος 2 δεν μπορεί να παραπονείται γιατί δόθηκε παράταση εξόφλησης του δανείου από την Τράπεζα ή γιατί δεν ειδοποιήθηκε για την τροποποίηση της συμφωνίας δανείου ή για την παράταση ξόφλησης του δανείου. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός του καταρτισμού της τροποποιητικής συμφωνίας δεν ενέχει καμιά σημασία για τον εναγόμενο 2, εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η ενάγουσα δεν την εφάρμοσε αλλά εξακολούθησε να χρεώνει το λογαριασμό του δανείου με το αρχικό περιθώριο 2%, γεγονός που επιβεβαιώνουν οι αναδομημένοι λογαριασμοί για τους οποίους θα ασχοληθώ ιδιαίτερα πιο κάτω. Επίσης καταλογίζεται στην ενάγουσα ότι παρέλειψε να οχλήσει την εναγόμενη 1, ως πρωτοφειλέτιδα, να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημιάς στον εναγόμενο 2, με χρέωση τόκου υπερημερίας και άλλων εξόδων. Σημειώνεται ότι η προθεσμία αποπληρωμής του δανείου ήταν δύο χρόνια από την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας δανείου. Παρόλα ταύτα, σύμφωνα με τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, ενώ η προθεσμία ξόφλησης του δανείου έληξε η ενάγουσα απέστειλε δύο επιστολές στους εναγόμενους. Κατά πρώτο την επιστολή ημερομηνίας 19.11.2010 (Τεκμ.10) όπου η ενάγουσα καθιστούσε γνωστό σε όλους τους εναγόμενους ότι το δάνειο ήταν πλήρως καθυστερημένο και έδινε προθεσμία 21 ημερών για εξόφληση. Επειδή δεν υπήρξε συμμόρφωση ακολούθησε στη συνέχεια η επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 13.12.2010 που στάληκε πάλι σε όλους τους εναγόμενους. Και οι δύο επιστολές στάληκαν στις διευθύνσεις που φαίνονται στη συμφωνία (Τεκμ.2) που είναι Αμαθούντος, αρ.9, 4531 Λεμεσός για την εναγόμενη 1 και Αγίας Παρασκευής αρ.34, 4620 Επισκοπή Λεμεσός για τον εναγόμενο
  1. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 μου έκαμαν πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρες. Η μαρτυρία τους περιστρέφετο σε γεγονότα που περιήλθαν σε γνώση τους από τη θέση που κατέχουν στην Τράπεζα και επιβεβαιώνονται από τα έγγραφα της Τράπεζας που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Αντίθετα η μαρτυρία του εναγόμενου 2 σε πολλά σημεία ήταν επιτηδευμένη και διαμορφωμένη σκόπιμα κατά τέτοιο τρόπο που θεωρούσε ότι βοηθούσε στην Υπεράσπιση του. Γενικά ο εναγόμενος 2 δεν έπεισε το Δικαστήριο για την εκδοχή του ότι δεν κρατείτο ενήμερος από την Τράπεζα σ' όσον αφορά την πορεία του λογαριασμού του δανείου της εναγόμενης
  2. Στα πλαίσια των προσπαθειών του να αποποιηθεί οποιασδήποτε ευθύνης δεν δίστασε να προβάλει παράλογους ισχυρισμούς, όπως ότι η πρώτη φορά που επικοινώνησε μαζί του η Τράπεζα για το θέμα της καθυστέρησης αποπληρωμής του δανείου ήταν με την επίδοση σ' αυτόν της παρούσας Αγωγής. Παραδέχθηκε όμως ότι η διεύθυνση διαμονής του είναι η ίδια με εκείνη που δήλωσε στην Τράπεζα. Δεν θυμόταν επίσης αν η σύζυγος του προώθησε σ' αυτόν στην Ουκρανία, όπου βρισκόταν τότε, την επιστολή τερματισμού (Τεκμ.11) που στάληκε στην ίδια διεύθυνση στην Επισκοπή που είχε δηλωθεί στη συμφωνία εγγύησης, ως η διεύθυνση του. Σημειώνεται ότι η θέση του αυτή ότι δηλαδή δεν παρέλαβε τις δύο επιστολές (Τεκμ.10 και 11) έρχεται σε αντίφαση με τις υποβολές του δικηγόρου του κατά την αντεξέταση των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 ότι εκτός από τις δύο επιστολές που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, τις οποίες ο πελάτης του έλαβε με μεγάλη καθυστέρηση, δεν στάληκε οποιαδήποτε άλλη επιστολή. Άλλος παράλογος ισχυρισμός ήταν σε σχέση με την παραχώρηση νέου δανείου εκ €190.000,00 στην εναγόμενη 1, όπου προσπάθησε να ισχυριστεί ότι ήταν σε βάρος των συμφερόντων του ως εγγυητής, αλλά στη συνέχεια, κατά την αντεξέταση του, αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι το ποσό πιστώθηκε στο χρεωστικό λογαριασμό του οποίου είναι εγγυητής, γεγονός που μειώνει προφανώς το χρέος για το οποίο είναι υπόλογος. Από τη μαρτυρία ενώπιον μου έχω πειστεί ότι ο εναγόμενος 1 γνώριζε πολύ καλά, κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης, όχι μόνο τους όρους της εγγύησης αλλά και της συμφωνίας δανείου πριν ακόμη η τελευταία υπογραφτεί, σύμφωνα με το Τεκμ.19 που είναι το έγγραφο κοινοποίησης ημερομηνίας 21.3.2008 στην εναγόμενη 1, ότι η Τράπεζα ενέκρινε το αίτημα της για λήψη δανείου, έγγραφο που υπέγραψε ο ίδιος ο εναγόμενος
  3. Σ' όσον αφορά τους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση ότι ο εναγόμενος 2 δεν έτυχε νομικής συμβουλής γεγονός που οδηγεί σε ακυρότητα της συμφωνίας εγγύησης, δεν προωθήθηκαν με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του, γι' αυτό θεωρώ ότι έχουν εγκαταλειφθεί. Ούτε εξάλλου ο ίδιος ο εναγόμενος 2 πρόβαλε τέτοια θέση στη μαρτυρία του. Ενόψει των πιο πάνω αποδέχομαι χωρίς ενδοιασμό τη μαρτυρία των Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 στα αμφισβητούμενα σημεία κατά προτίμηση εκείνης του εναγόμενου 2 και βρίσκω ότι έχουν αποδειχθεί επιπρόσθετα τα εξής γεγονότα: Κατόπιν παράκλησης της εναγόμενης 1 η ενάγουσα συμφώνησε να της παράσχει δάνειο εκ €1.810.000,00 και καταρτίστηκε στις 28.3.2008 η συμφωνία (Τεκμ.2). Προηγήθηκε στις 24.3.2008 συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 στην παρουσία του εναγόμενου 1, ως συμβούλου της εταιρείας, που ενέκρινε την απόφαση της Τράπεζας για παροχή δανείου προς την εναγόμενη 1 κάτω από τις προϋποθέσεις που ζήτησε η Τράπεζα, δηλαδή ο εναγόμενος 1 να παράσχει προσωπική εγγύηση για το ποσό του δανείου δηλαδή €1.810.000,00 και να δοθεί υποθήκη για €2.000.000,
  4. Μάλιστα στην ίδια συνεδρία η εναγόμενη 1 εξουσιοδότησε τον εναγόμενο 2 όπως υπογράψει για την ίδια κάθε αναγκαίο έγγραφο σε σχέση με τις διευκολύνσεις που θα της παρείχε η Τράπεζα. Σύμφωνα με τον όρο 3 της συμφωνίας το ποσό του δανείου θα έφερε επιτόκιο 6,661% ετησίως. Ο εναγόμενος 2 στις 28.3.2008 υπέγραψε στο ίδιο έγγραφο της συμφωνίας προσωπική εγγύηση για το ποσό του δανείου, όπως είχε συμφωνηθεί, πλέον τόκους χρεώσεις, έξοδα και άλλες δαπάνες (Τεκμ.2). Ενεγράφη επίσης και η Υποθήκη με αρ. Υ3181/08 από πλευράς εναγόμενης
  5. Για τη συμφωνία αυτή του δανείου ανοίχθηκε ο λογαριασμός 0575-13-002434-00 στον οποίο στις 28.3.2008 κατατέθηκε το ποσό του δανείου. Από το 2009 υπήρξαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δεδουλευμένων τόκων που συμφωνήθηκε να γινόταν κάθε τρεις μήνες. Ακολούθησε στις 16.7.2009 ο καταρτισμός τροποποιητικής συμφωνίας μεταξύ της εναγόμενης 1 και της ενάγουσας όπου το περιθώριο τόκου από 2% αυξανόταν σε 5%. Εξασφαλίστηκε επίσης από πλευράς εναγόμενης 1 άλλο δάνειο από την ενάγουσα και ο εναγόμενος 3 υπέγραψε προσωπική εγγύηση εκ €2.025.000,00 και για τα δύο δάνεια. Από το δεύτερο δάνειο ποσό εκ €119.375,52 καταβλήθηκε στις 22.7.2009 έναντι του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού 0575-13-
  6. Από το 2009 υπήρξαν καθυστερήσεις στην πληρωμή των δεδουλευμένων τόκων που έπρεπε να γινόταν κάθε τρεις μήνες. Η τελευταία πίστωση στο λογαριασμό του αρχικού δανείου έγινε στις 11.1.
  7. Με την επιστολή της ημερομηνίας 19.11.2010 (Τεκμ.10) προς όλους τους εναγόμενους, η ενάγουσα προέβη σε απαίτηση πληρωμής του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου και στη συνέχεια με την επιστολή της ημερομηνίας 13.12.2010 (Τεκμ.11) σε τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Και οι δύο επιστολές στάληκαν με ταχυδρομείο στο εγγεγραμμένο γραφείο της εναγόμενης 1, όπως είχε δηλωθεί στο Τεκμ.2 και στην διεύθυνση του εναγόμενου 2, όπως επίσης δηλώθηκε στο Τεκμ.
  8. Ο εναγόμενος 2, όταν άρχισαν να διαφαίνονται καθυστερήσεις στην πληρωμή των δόσεων, ζήτησε τηλεφωνικά την απαλλαγή του από εγγυητής χωρίς όμως να προτείνει υπαλλαχτικές εγγυήσεις, γι' αυτό και η ενάγουσα δεν προχώρησε σε τέτοια ενέργεια. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης και ευρημάτων μου είναι κατάληξη μου ότι η ενάγουσα δεν είναι ένοχη διάρρηξης των προνοιών της συμφωνίας εγγύησης και/ή οποιασδήποτε εξ αυτών, αλλ' ούτε και παράβασης οποιασδήποτε Νομοθεσίας. Ούτε επίσης κρίνεται ένοχη αμέλειας ή άλλης επιλήψιμης συμπεριφοράς σε βάρος του εναγόμενου
  9. Αντίθετα έχει αποδειχθεί ότι ο εναγόμενος 2 ως εγγυητής στη βάση της συμφωνίας εγγύησης που υπέγραψε (Τεκ.2) ευθύνεται στην πληρωμή του χρεωστικού υπολοίπου του δανείου πλέον τόκους και έξοδα, που οφείλει η εναγόμενη
  10. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στον καθορισμό του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου της εναγόμενης 1 στη βάση της συμφωνίας δανείου (Τεκμ.2) για την πληρωμή του οποίου ευθύνεται ο εναγόμενος 2 ως εγγυητής. Η μοναδική μαρτυρία που δόθηκε σχετικά είναι από τον Μ.Ε.1 ο οποίος με την κατάθεση αναδομημένων Καταστάσεων Λογαριασμού περιόρισε το χρεωστικό υπόλοιπο και την αξίωση της ενάγουσας σε €1.863.710,15 πλέον τόκο 5.137% ετησίως επί ποσού εκ €1.822.872,29 από 6.6.2011 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου κάθε 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Το ποσό αυτό επιβεβαιώνεται από τις αναδομημένες Καταστάσεις Λογαριασμού (Τεκμ.16), τις οποίες δεν αμφισβήτησε η πλευρά του εναγόμενου 2 με τη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου του αλλ' ούτε και ο δικηγόρος του αντεξέτασε τους Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2 σ' όσον αφορά τη δεχτότητα και το περιεχόμενο των Καταστάσεων και τις διάφορες χρεώσεις. Οι αναδομημένες Καταστάσεις έχουν ετοιμαστεί στη βάση του περιθωρίου που συμφωνήθηκε αρχικά σε 2% και όχι του αυξημένου στη βάση της συμφωνίας ημερομηνίας 16.7.
  11. Αυτό μαρτύρησε ο Μ.Ε.
  12. Για τη σημασία των αναδομημένων λογαριασμών σχετική είναι η υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 όπου στις σελ. 1247 και 1248 αναφέρθησαν τα εξής: «Σε πολλές περιπτώσεις, οι αναδομημένοι λογαριασμοί ετοιμάζονται μετά από παράκληση του αντιδίκου ή ακόμη και μετά από οδηγίες του Δικαστηρίου στο στάδιο της προδικασίας και υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, αφού επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Δεν διαπιστώνουμε να έχει δημιουργηθεί οποιαδήποτε ασάφεια. Με την αναδόμηση των λογαριασμών, μετά τον εκ νέου υπολογισμό των τόκων, διαμορφώθηκε το τελικό υπόλοιπο του λογαριασμού, ..» Για το δικαίωμα της Τράπεζας να προβαίνει σε κεφαλαιοποίηση τόκων δύο φορές το χρόνο εντοπίζεται στην παράγραφο 3 της συμφωνίας δανείου σχετική πρόνοια. Επίσης στη συμφωνία εγγύησης ο εναγόμενος 2 εγγυάται την πληρωμή εκτός του ποσού του δανείου και των τόκων και άλλων εξόδων. Ενόψει όλων των πιο πάνω η ενάγουσα δικαιούται απόφασης εναντίον του εναγόμενου 2, υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή στη βάση της συμφωνίας εγγύησης και των αναδομημένων καταστάσεων λογαριασμού για το ποσό των €1.863.710,15 πλέον τόκο προς 5.137% ετησίως επί του ποσού των €1.822.872,29 από 6.6.2011 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως, δηλαδή την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Κατά συνέπεια εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 για το ποσό των €1.863.710,15 πλέον τόκο προς 5.137% επί του ποσού των €1.822.872,29 από 6.6.2011 μέχρι πλήρους εξόφλησης, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως, δηλαδή την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους. Επιδικάζονται επίσης υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου 2 τα έξοδα της Αγωγής, ομού και κεχωρισμένα με τους υπόλοιπους εναγόμενους, όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Πούγιουρου, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Δάνειο / Εγγύηση / Λογαριασμός Τράπεζας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.