← Κύπρος

ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ κ.α. ν. Σωκράτη Σωκράτους, Αρ. Αγωγής: 1784/2016, 11/7/2016

ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ κ.α. ν. Σωκράτη Σωκράτους, Αρ. Αγωγής: 1784/2016, 11/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A327 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1784/2016 ΜΕΤΑΞΥ: ΙΔΡΥΜΑ ΑΓΙΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΓΙΑ ΑΤΟΜΑ ΜΕ ΝΟΗΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ, από τη Λεμεσό Μάριος Μιλτιάδου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Άγιος Στέφανος για Άτομα με Νοητική Αναπηρία («το Ίδρυμα») και δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου, αντιπρόσωπος του Ιδρύματος, από τη Λεμεσό Εναγόντων και Σωκράτη Σωκράτους, από τη Λεμεσό Εναγόμενου ---------------------------------------------------------------- Αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 14/6/16 για προσωρινά διατάγματα & Αίτηση του εναγομένου ημερομηνίας 21/6/16 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 11 Ιουλίου 2016 Για τους Ενάγοντες 1 και 2 - Αιτητές στην αίτηση 14/6/16 και καθ' ων η αίτηση στην αίτηση 21/6/16: κ. Α. Καριτζής για Α. Καριτζή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση κα Α. Αριστοδήμου) Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση στην αίτηση 14/6/16 και αιτητή στην αίτηση 21/6/16: κα Α. Γεωργίου για A. Chr. Theophilou LLC (για να ακούσει απόφαση κα Ν. Ανδρονίκου) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγικά Οι ενάγοντες 1 και 2 (στο εξής οι ενάγοντες) καταχώρησαν την υπό τον ως άνω τίτλο αγωγή εναντίον του εναγομένου στις 14/6/16 και την ίδια μέρα καταχώρησαν μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η αίτηση εγκρίθηκε μερικώς και εκδόθηκε το αιτούμενο διάταγμα υπό 3 στην αίτηση ενώ τα υπόλοιπα διατάγματα ορίστηκαν για επίδοση. Κατόπιν της επίδοσης που έλαβε χώρα ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση, αιτήθηκε επίσης την έκδοση μονομερώς προσωρινών διαταγμάτων με την αίτηση του ημερομηνίας 21/6/16 ενώ περαιτέρω καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση ημερομηνίας 14/6/

  1. Η αίτηση ημερομηνίας 14/6/16 Με την αίτηση τους οι ενάγοντες ζητούν: 1) Διάταγμα που να απαγορεύει στον εναγόμενο από του να ενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο για το Ίδρυμα. 2) Διάταγμα που να απαγορεύει στην αυτοαποκαλούμενη εκτελεστική επιτροπή του Ιδρύματος να ενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο για το Ίδρυμα. 3) Διάταγμα που να απαγορεύει την διεξαγωγή της επικαλούμενης ετήσιας γενικής συνέλευσης του ιδρύματος η οποία συγκλήθηκε για τις 22/6/16 και τη διεξαγωγή οποιωνδήποτε εργασιών. 4) Διάταγμα με το οποίο να νομιμοποιείται ουσιαστικά το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας του Ιδρύματος που διορίστηκε κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μελών του ιδρύματος στις 11/06/
  2. Η αίτηση στηρίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Άρθρο 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 Άρθρα 31 και 32, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και στη Διακριτική ευχέρεια, εγγενή εξουσία και Πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση, ως αναφέρεται στο σώμα της αίτησης, εκτίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του κ. Μάριου Μιλτιάδου (ενάγοντα 2) καθώς και στα στοιχεία, μαρτυρίες και έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Παρεμβάλλω εδώ ότι η συγκεκριμένη αίτηση καταχωρήθηκε ως μονομερής και ήταν ορισμένη για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 15/6/
  3. Το Δικαστήριο αφού μελέτησε την αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει εξέδωσε μόνον το αιτούμενο διάταγμα υπό 3 πιο πάνω, ενώ τα υπόλοιπα διατάγματα διατάχθηκε όπως επιδοθούν. Η ένσταση στην αίτηση 14/6/16 Ο εναγόμενος όπως αναφέρθηκε στην εισαγωγή αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση. Εις αυτήν καταγράφονται 13 λόγοι ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39, Δ.48 θ.1, 2, 3, 4, 7, 8, 9 12 και 13, Δ.64, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Νόμος 14/60 Άρθρα 2, 29, 31, 32 και 42, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 Άρθρα 4, 5, 7 και 9 στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στην σχετική νομολόγια και στην εν γένει νομολογία και Πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα που στηρίζουν την ένσταση δε εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ.Σωκράτη Σωκράτους (εναγομένου). Η αίτηση ημερομηνίας 21/6/16 Με την αίτηση του ο εναγόμενος ζητά :
  4. Διάταγμα που να διατάσσει την κα Χριστίνα Κοντού, ως εκπρόσωπο των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και/ή τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, να διορίσουν προσωρινή εκτελεστική επιτροπή του Ιδρύματος η οποία να διοικεί το Ίδρυμα και να λαμβάνει αποφάσεις.
  5. Διάταγμα που να διατάσσει την κα Χριστίνα Κοντού πιο πάνω ή και τις αναφερόμενες Υπηρεσίες, να συγκαλέσουν το συντομότερο Γενική Συνέλευση των Μελών του ιδρύματος για εκλογή Διοικητικού Συμβουλίου. Η αίτηση βασίζεται στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5, 7 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν.14/60 Άρθρα 2, 29, 31, 32 και 42, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 θ. 1, 2, 3, 4, 7, 8, 9 12 και 13, Δ.64, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας, στην εν γένει εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ.Σωκράτη Σωκράτους (εναγομένου), ως επίσης στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησε ο εναγόμενος κατόπιν εξασφάλισης άδειας του Δικαστηρίου. Η ένσταση στην αίτηση ημερομηνίας 21/6/16 Οι ενάγοντες αντέδρασαν καταχωρώντας ένσταση στην οποία καταγράφονται 22 λόγοι ένστασης. Η ένσταση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39 και Δ.48 θ. 1, 2, 3 και 4, στη Νομολογία, στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική των Δικαστηρίων και στους κανόνες της Επιείκειας. Η ένσταση δε βασίζεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του κ.Μάριου Μιλτιάδου (ενάγοντα 2) καθώς επίσης, όπως αναφέρεται στο σώμα της ένστασης, στα στοιχεία, μαρτυρίες και έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου στην με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Συνεξέταση των δύο αιτήσεων και έκδοση μιας Απόφασης Η μαρτυρία που παρουσίασε η κάθε πλευρά στην αίτηση και ένσταση της αντίστοιχα είναι παρόμοια. Παρεμβάλλω ότι δεν κρίθηκε σκόπιμη η παράθεση λεπτομερώς της μαρτυρίας αυτής για σκοπούς της παρούσας απόφασης ενόψει της έκτασης της. Εν πάση περιπτώσει επειδή η μαρτυρία ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και θα ήταν αχρείαστη η επανάληψη της. Επίσης μέσα από τη μαρτυρία προκύπτει πως τα ζητήματα που προβάλλουν ως ουσιαστικά οι δύο πλευρές και για τις δύο αιτήσεις είναι κοινά. Με αυτά υπόψη το Δικαστήριο εξέτασε μαζί τις αιτήσεις και θεώρησε ορθό όπως εκδώσει μία απόφαση εν σχέση με τις δύο αιτήσεις. Ακρόαση αιτήσεων Η ακρόαση των αιτήσεων έγινε στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχώρησαν οι δύο πλευρές. Η επιχειρηματολογία των δικηγόρων των διαδίκων Οι θέσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών περιλαμβάνονται αναφέρω κυρίως στις γραπτές αγορεύσεις που παρέδωσαν στο Δικαστήριο, οι οποίες σημειώνω έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Περιλαμβάνονται επίσης στις προφορικές αγορεύσεις και επισημάνσεις στις οποίες έχουν προβεί ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες επίσης έχουν μελετηθεί. Δεν κρίνω όμως σκόπιμο αναφέρω εδώ να παραθέσω ότι οι συνήγοροι αναφέρουν με τις αγορεύσεις τους. Θα γίνει σημειώνω αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων / προσωρινών διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60 Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 * του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, είναι οι ακόλουθες: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και (γ) Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others

(1982)1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου,
(2003)1 ΑΑΔ 741). * 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. (βλ. Odysseos πιο πάνω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd,
(2002)1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 ΑΑΔ 1235). Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω). Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos πιο πάνω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013). Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co.
(1997)1 AΑΔ 1799). Περιλαμβάνει και διάφορα άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως έχει υποδειχθεί μεταξύ άλλων στις υποθέσεις Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R.231 και Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848. Στην υπόθεση Cambridge Nutrition Ltd v. British Broadcasting Corp. [1990] 3 All E.R. 523, έγινε δεκτό ότι στην ενάσκηση της εξισορροπητικής άσκησης μεταξύ της παρουσίασης σοβαρής υπόθεσης προς συζήτηση και του ισοζυγίου της ευχέρειας, ο χρηματικός παράγων για σκοπούς αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη, αλλά επενεργούν και άλλοι, όπως το δικαίωμα του BBC να μεταδώσει συγκεκριμένο πρόγραμμα στα πλαίσια της μετάδοσης προγραμμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Κυρισάββα ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Παντελούς Kωνσταντίνου Kκιζή κ.ά. v. Κύζη, ως διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Mαριτσούς Kωστή Kκιζή
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1245, επιβεβαιώθηκε η θέση ότι ο χρηματικός παράγων της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη προς ικανοποίηση του τρίτου κριτηρίου, όπως τα κριτήρια αυτά εξηγήθηκαν από τη νομολογία, μεταξύ άλλων, και, στην υπόθεση Οdysseos πιο πάνω. Έκδοση Διαταγμάτων ταυτόσημων με θεραπείες που ζητούνται με την Αγωγή. Στην υπόθεση Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν. C. Koukkouris Trading Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 149 η αντιδικία αφορούσε στο δικαίωμα χρήσης ορισμένης επωνυμίας. Επιδιώχθηκε η απαγόρευσή της με παρεμπίπτον διάταγμα. Η αίτηση απορρίφθηκε και η έφεση, αφορούσε κυρίως στην κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου ως προς το ισοζύγιο της ευχέρειας. Είχε κριθεί πως η έκδοση του διατάγματος θα ανάγκαζε την εναγομένη να αλλάξει την εμπορική της επωνυμία, με αποτέλεσμα τον τερματισμό της διαφοράς από εκείνο το στάδιο. Στην σελ. 153 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (Δ. Κρονίδης): «Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι όπου το αίτημα για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ταυτόσημο με τα αιτούμενα διατάγματα της αγωγής και η τυχόν έκδοση τους επιφέρει ουσιαστικά και τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντός τους να συνεχίσουν με την ταχύτατη εκδίκαση της αγωγής, όπως προνοούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, σε συνάρτηση πάντοτε με το ισοζύγιο της ευχέρειας, δεν πρέπει να παραχωρούνται.» Στην Ελπίδα Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.α. Πολιτική Έφεση 85/10, 31/1/2013 τονίστηκαν τα ακόλουθα (Δ. Παμπαλλής): «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ΄Κυπρή
(2001)ΑΑΔ 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, που τίθενται με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσείουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή». Ταυτοσημία μεταξύ αιτουμένων προσωρινών διαταγμάτων και αιτούμενης θεραπείας στην αγωγή δεν υφίσταται όταν το ασφαλιστικό μέτρο ζητείται διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι το ζητούμενο διά της αγωγής και όταν ζητούνται και γενικές και ειδικές αποζημιώσεις (βλ. Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd
(2011)1 ΑΑΔ 1848). Στην υπόθεση αυτή είχε απορριφθεί πρωτόδικα αίτημα της εφεσείουσας για ενδιάμεσο διάταγμα για άρση της παράνομης επέμβασης σε κοινόκτητο χώρο από την εφεσίβλητη ενοικιάστρια καταστήματος η οποία είχε τοποθετήσει για τους σκοπούς της επιχείρησης της ως εστιατόριο, πλακόστρωτο, τραπέζια, καρέκλες, καθίσματα και ανθώνες σε χώρο που δεν δικαιούτο. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση και εξέδωσε το ενδιάμεσο διάταγμα γιατί έτσι θα επαναφερόταν το status quo ante, η κατάσταση των πραγμάτων δηλαδή ως ίσχυε πριν την επέμβαση της εφεσίβλητης. Εξέταση αίτησης ημερομηνίας 14/6/16 Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω νομικές αρχές και έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη συγκεκριμένη αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία, έχω καταλήξει ότι αυτή θα πρέπει να απορριφθεί και κατ' επέκταση θα πρέπει να ακυρωθεί και το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15/6/
  1. Μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος (βλ. λόγο ένστασης αρ.3) Κατά την κρίση μου ο σχετικός λόγος ένστασης ευσταθεί. Η αίτηση θα πρέπει συνεπώς να απορριφθεί και το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί για τον λόγο ότι οι ενάγοντες ακριβώς απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα τα οποία αν τίθεντο σε γνώση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς ενδεχομένως να διαφοροποιούσαν την απόφασή του. O διάδικος που αιτείται το διάταγμα ή διατάγματα έχει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, οφείλει δηλαδή, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα, (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. 1 Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1 Β ΑΑΔ 801). Στην απόφαση αυτή ο Δ. Ηλιάδης υιοθετώντας το ratio της αγγλικής υπόθεσης Brink's-Mat Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188 συνόψισε τις αρχές αποκάλυψης ως ακολούθως (σελ. 808 - 809): «
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. ..Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). » Στην προκειμένη περίπτωση καταρχήν οι ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο τον πραγματικό ρόλο της κυρίας Χριστίνας Κοντού και των Υπηρεσιών της στα του Ιδρύματος. Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση τους ότι ο ρόλος της κας Κοντού ήταν απλά εποπτικός και είχε σχέση με την παραχώρηση επιχορήγησης από την κυβέρνηση προς το ίδρυμα, χωρίς να αναφέρουν οτιδήποτε άλλο. Δεν αποκάλυψαν όμως, ενώ προφανώς ήταν εν γνώσει τους, το έγγραφο της τροποποιητικής συμφωνίας ανάθεσης (τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση του εναγομένου) και δεν αναφέρθηκαν ποτέ στον πραγματικό ρόλο της κας Κοντού και των Υπηρεσιών που εκπροσωπεί που όπως σαφώς προκύπτει δεν είναι απλά εποπτικός κατά τον τρόπο που το θέτουν οι ενάγοντες. Σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Μέρους 6 της Τροποποιητικής Συμφωνίας Ανάθεσης υπό τον τίτλο «Ειδικές Υποχρεώσεις» προκύπτει ότι ο ρόλος της κας Κοντού είναι καθοριστικός και μάλιστα η όποια τελική απόφαση λαμβάνεται με τη σύμφωνη γνώμη της. Απόφαση που δεν έχει τη σύμφωνη γνώμη της δεν μπορεί να υλοποιηθεί. Πρόκειται σαφώς για μία λεπτομέρεια και ένα γεγονός που σαφώς ήταν ουσιώδες να αναφερθεί στο Δικαστήριο και η μη αναφορά του, σε συνάρτηση με την μη παρουσίαση ενώπιον του Δικαστηρίου της ίδιας της τροποποιητικής συμφωνίας ανάθεσης, σαφώς και αλλοίωσε την εικόνα που είχε το Δικαστήριο εν σχέσει με το συγκεκριμένο ρόλο της κας Κοντού και των Υπηρεσιών της στο Ίδρυμα. Επιπλέον όμως η πλευρά των εναγόντων απέκρυψε περαιτέρω και τι πραγματικά συνέβη στις 04/06/
  1. Αναφέρει ο ενόρκως δηλών στην αίτηση ότι η ετήσια γενική συνέλευση που δεόντως συγκλήθηκε για τις 04/06/16 «αναβλήθηκε λόγω του ότι δεν υπήρχε απαρτία», αλλά δεν ανέφερε ποτέ στο Δικαστήριο ότι κατά την ημερομηνία αυτή ουδείς παρουσιάστηκε στο ίδρυμα για την Συνέλευση. Επί τούτου αναφέρεται σχετική είναι η παράγραφος 13.21 της ένορκης δήλωσης του εναγόμενου η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη. Και με αυτά υπόψη προχωρώ και λέω ότι σαφώς η εικόνα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με την μονομερή αίτηση ήταν αλλοιωμένη και ότι αν το Δικαστήριο γνώριζε την πραγματική εικόνα ενδεχομένως να μην εξέδιδε μονομερώς ούτε το διάταγμα υπό
  2. Διότι αφενός η αναφορά χωρίς άλλο σε εποπτικό ρόλο της κας Κοντού για σκοπούς επιχορήγησης, ως αναφέρθηκε, έδινε την εικόνα ότι η κα Κοντού, χωρίς κανένα ουσιαστικό ρόλο ή λόγο στο ίδρυμα, προχώρησε εντελώς αυθαίρετα στο διορισμό μιας Εκτελεστικής Επιτροπής (ανεξάρτητα αν τελικά όπως προκύπτει από όσα αναφέρονται πιο κάτω στα πλαίσια της αίτησης 21/06/16 το Δικαστήριο κρίνει ότι η Επιτροπή αυτή, με τον τρόπο που διορίστηκε, εκ πρώτης δεν έχει νόμιμη υπόσταση), ενώ η αναφορά σε μη ύπαρξη απαρτίας στη συνέλευση της 04/06/16 σαφώς και οδήγησε το Δικαστήριο να σκεφτεί ότι τα πράγματα εξελίχθηκαν κανονικά και με βάση το καταστατικό, τουλάχιστον εκ πρώτης, στο ίδρυμα υπήρχε κανονικά εκλεγμένο Διοικητικό Συμβούλιο. Εάν αναφερόταν βέβαια στο Δικαστήριο ότι ουδείς παρουσιάστηκε στη συνέλευση της 04/06/16, αυτό θα δημιουργούσε σαφώς ερωτηματικά για το κατά πόσο η μετέπειτα συνέλευση της 11ης/06/16 συγκλήθηκε κανονικά (βλ. σχετικά το σημείο 3 πιο κάτω για τις προϋποθέσεις του άρθρου 32) και κατ' επέκταση κατά πόσο το ισχυριζόμενο Διοικητικό Συμβούλιο εξελέγη κανονικά. Δεν διαφεύγει βέβαια του Δικαστηρίου ότι η μονομερής αίτηση των εναγόντων δεν εγκρίθηκε στο σύνολο της και ότι εξεδόθη μόνον το διάταγμα υπό 3 της αίτησης. Θεωρώ όμως ενόψει της διαπίστωσης του Δικαστηρίου πιο πάνω ότι η αίτηση, εφόσον στηρίζεται σε ένορκη δήλωση με βάση την οποία έστω εκδόθηκε μονομερώς ένα εκ των αιτούμενων διαταγμάτων, θα πρέπει να απορριφθεί. Μη αναγκαίοι διάδικοι (σχετικός είναι ο λόγος ένστασης αρ.11) Η αίτηση θα πρέπει κατά την κρίση μου να απορριφθεί και για τον λόγο αυτό. Είναι κατά την άποψη μου προφανές, μάλιστα διά παραδοχής θα μπορούσε να λεχθεί των ίδιων των εναγόντων, ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ευρίσκονται όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Καταρχήν από την πρώτη στιγμή θεωρώ ότι θα έπρεπε να είναι εναγόμενος στην αγωγή, πέραν του υφιστάμενου εναγόμενου, ο Σάββας Αποστόλου, το δεύτερο δηλαδή μέλος της αναφερόμενης προσωρινής εκτελεστικής επιτροπής. Αυτό δεν έγινε για το λόγο που αναφέρεται στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης των εναγόντων. Από εκεί και πέρα όμως ακόμη και να γίνουν αποδεκτά όσα αναφέρονται είναι πλέον παραδεκτό από τους ενάγοντες ότι η προσωρινή αυτή επιτροπή έχει νέο μέλος δηλαδή τον Φίλιππο Μιχαηλίδη και ζητείται με την αίτηση τους ημερ.17/06/16, που είναι ορισμένη στις 03/10/16, η προσθήκη του ως εναγόμενου
  3. Σημειώνω εδώ ότι ζητήθηκε από το Δικαστήριο στις 4/7/16 να επιληφθεί της αίτησης αυτής πλην όμως κατόπιν των διευκρινίσεων που εδόθηκαν από τον συνήγορο των εναγόντων, ο οποίος ανέφερε ότι η τροποποίηση αφορά την αγωγή και όχι την επίδικη αίτηση που εξέταζε το Δικαστήριο, δεν εδόθη από το Δικαστήριο η αιτούμενη άδεια επειδή πολύ απλά δεν συνέτρεχε κάποιος λόγος. Παρεμβάλλω εδώ ότι όπως γίνεται αντιληπτό ακόμη και να επιλαμβανόταν το Δικαστήριο της αίτησης αυτής εν όψει του ότι δεν αφορά την επίδικη αίτηση και πάλιν υπό το φως των όσων αναφέρονται και πιο κάτω αυτό δεν θα είχε κάποια ουσιαστική σημασία. Συνεπώς αυτό που παραμένει, με ή χωρίς τον Σάββα Αποστόλου ως εναγόμενο, είναι το γεγονός ότι ο κ. Φίλιππος Μιχαηλίδης που με ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2 στα πλαίσια της αίτησης 17/6/16 θεωρείται αναγκαίο να προστεθεί ως διάδικος, δεν είναι διάδικος στην παρούσα αίτηση. Ούτε εξηγήθηκε σημειώνω στο Δικαστήριο πως γίνεται να είναι αναγκαίος διάδικος στην αγωγή όπου ζητούνται παρόμοια διατάγματα με την αίτηση ενώ στην αίτηση να μην είναι, και βεβαίως εκ του περισσού ενδεχομένως να αναφερθεί δεν έγινε καμία ενέργεια να προστεθεί ως διάδικος στην αίτηση. Εν κατακλείδι ενώ οι ενάγοντες αναφέρονται σε μία παράτυπη εκτελεστική επιτροπή εντούτοις ενήγαγαν και ζητούν περαιτέρω προσωρινά διατάγματα εναντίον του εναγόμενου προσωπικά, ο οποίος είναι μεν ένα εκ των μελών της εν λόγω επιτροπής αλλά από μόνος του δεν αποτελεί την Επιτροπή. Τα διατάγματα θα έπρεπε να ζητούνται θεωρώ εναντίον των προσώπων που συναποτελούν την Επιτροπή. Προϋποθέσεις Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Παρά το γεγονός ότι η κατάληξη του Δικαστηρίου επί των ανωτέρω κρίνει το αποτέλεσμα της αίτησης, εντούτοις για σκοπούς πληρότητας θα εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου
  4. Συνεξετάζοντας τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 κατά την κρίση μου αυτές δεν πληρούνται. Η διαπίστωση αυτή του Δικαστηρίου βασίζεται στα εξής: Α) Η παραίτηση των 6 εκ των 11 μελών του Διοικητικού Συμβουλίου ενεργοποίησε σαφώς τις πρόνοιες του άρθρου 18 του καταστατικού του Ιδρύματος που προνοεί για τη διάλυση του Διοικητικού Συμβουλίου σε περίπτωση παραίτησης του 50% τουλάχιστον των μελών του και το Διοικητικό Συμβούλιο διαλύθηκε. Β) Εν όψει της διάλυσης του Διοικητικού Συμβουλίου πιο πάνω η κα Κοντού των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας προχώρησε κατά τον τρόπο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου και είχαμε ως αποτέλεσμα την έκτακτη εκτελεστική επιτροπή την οποία οι ενάγοντες δεν αναγνωρίζουν και ζητούν να της απαγορευθεί να ενεργεί με οποιοδήποτε τρόπο για το Ίδρυμα. Γ) Ανεξάρτητα του κατά πόσον η εν λόγω εκτελεστική επιτροπή έχει νόμιμη υπόσταση ή όχι, που όπως θα διαφανεί πιο κάτω το Δικαστήριο διαπιστώνει εκ πρώτης πως δεν έχει, το σημαντικό εδώ να αναφερθεί είναι ότι το Δικαστήριο εν όψει της μαρτυρίας που έχει ενώπιον του δεν αποδέχεται τον ισχυρισμό των εναγόντων για σύγκληση νόμιμης συνέλευσης στις 11/6/16, απόρροια της οποίας ήταν το κατ' ισχυρισμό Διοικητικό Συμβούλιο. Παρέμεινε σημειώνω αναντίλεκτη η μαρτυρία της παραγράφου 13.21 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου στην ένσταση και αντίθετα αυτή μέσω της αγόρευσης του συνηγόρου των εναγόντων είναι αποδεκτή. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν μπορεί να κατανοήσει πώς διαπιστώθηκε μη ύπαρξη απαρτίας στις 4/6/16, εφόσον ουδείς παρουσιάστηκε στο Ίδρυμα την ημέρα αυτή και η Γενική Συνέλευση δεν έγινε, ούτως ώστε να ενεργοποιηθεί η πρόνοια του άρθρου 13(γ) του Καταστατικού για ύπαρξη απαρτίας με τα παρόντα μέλη στην ισχυριζόμενη Γενική Συνέλευση στις 11/6/16; Εφόσον δεν υπήρξε καν συνέλευση πώς γίνεται να μιλούμε για διάλυση της λόγω μη απαρτίας; Και πως θα μπορούσε να υπάρξει διερωτάται κανείς, όταν όλα τα μέλη του ιδρύματος ενημερώθηκαν με επιστολή ημερ.27/05/16 (βλ. τεκμ.7 στην αίτηση και 8 στην ένσταση) ότι τέτοια συνέλευση δεν θα πραγματοποιηθεί και μετατίθεται για τις 22/06/16; Καλώς ή κακώς η επιστολή ημερ.27/05/16 πιο πάνω είναι παραδεκτό ότι εστάλη προς όλα τα μέλη, και τα μέλη ενημερώθηκαν για αναβολή της Γενικής Συνέλευσης στις 04/06/
  5. Με αυτό υπόψη, είναι προφανές ότι ο εναγόμενος και κάποιοι άλλοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και την σύγχυση που ακολούθησε με την αποστολή στα μέλη των επιστολών των δικηγόρων των δύο πλευρών (βλ. τεκμήρια 8 και 9 στην αίτηση), και ερμηνεύοντας βέβαια το καταστατικό κατά το δοκούν, ισχυρίζονται πως στις 11/06/16 έλαβε χώρα κανονική Γενική Συνέλευση εις τον οποία έγινε εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου. Δ) Σε κάθε περίπτωση όμως η Γενική Συνέλευση της 11ης/06/16 και η εκλογή του ισχυριζόμενου Διοικητικού Συμβουλίου τίθενται σε αμφιβολία και για άλλο λόγο. Σύμφωνα με το τεκμήριο 15 στην ένσταση του εναγόμενου, άτομα που εξελέγησαν στο αναφερόμενο Διοικητικό Συμβούλιο διαχωρίζουν τη θέση τους δηλώνοντας ότι δεν έθεσαν υποψηφιότητα και περαιτέρω δηλώνουν άγνοια για την εξέλιξη αυτή. Χαρακτηρίζουν δε το Διοικητικό Συμβούλιο στο οποίο υποτίθεται εξελέγησαν ως παράνομο. Δεν αναφέρω βέβαια αυτά αποφασίζοντας καθ' οιονδήποτε τρόπο τελεσίδικα οιονδήποτε θέμα ή προβαίνοντας σε τελικά ευρήματα επί γεγονότων. Θεωρώ όμως ότι τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των εναγόντων και του εναγόμενου στο σύνολο της καταδεικνύουν ότι οι ενάγοντες δεν έχουν καλή υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αναφέρω δε ότι από τη στιγμή που η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, περιττεύει η εξέταση της 3ης προϋπόθεσης ή του κριτηρίου για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ή άλλων θεμάτων (Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Έλλειψη νομιμοποίησης εναγόντων Υπό το φως των όσων έχουν αναφερθεί αμέσως πιο πάνω στα πλαίσια εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κρίνω περαιτέρω ως βάσιμους και τους λόγους ένστασης περί έλλειψης νομιμοποίησης των εναγόντων για έγερση της αγωγής. Τη απουσία νομίμως και κανονικά εξελεγμένου Διοικητικού Συμβουλίου, όπως φαίνεται σε αυτό το στάδιο, η έγερση της αγωγής έγινε θεωρώ χωρίς τη δέουσα βούληση και εξουσιοδότηση από μέρους του Ιδρύματος. Εξέταση αίτησης ημερομηνίας 21/6/16 Έχοντας υπόψη τις νομικές αρχές που έχουν αναφερθεί και έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τη συγκεκριμένη αίτηση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει αλλά και τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του εναγόμενου, σε συνάρτηση βέβαια με την λοιπή μαρτυρία έχω καταλήξει ότι και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Προϋποθέσεις άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Και εδώ οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 θα συνεξετασθούν. Οφείλω όμως πριν προχωρήσω περαιτέρω να αναφέρω τα εξής. Είναι γεγονός και αυτό το λέω με πολλή σεβασμό ότι η αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου δεν βοήθησε το Δικαστήριο να εντοπίσει τα στοιχεία εκείνα στα οποία βασίζει η πλευρά του εναγόμενου την εισήγηση της ότι πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αντίθετα φαίνεται μέσα από την αγόρευση να προκύπτει σύγχυση. Καταρχήν στην παράγραφο 5 της σελ.8 της γραπτής της αγόρευσης για την συγκεκριμένη αίτηση, η συνήγορος αναφέρει ότι οι δύο αυτές προϋποθέσεις ικανοποιούνται συνήθως με την παράθεση των γεγονότων στις έγγραφες προτάσεις, όμως αυτό δεν συμβαίνει εδώ και παραπέμπει στις παραγράφους 13 και 14 της αγόρευσης της. Στις τελευταίες αυτές παραγράφους δε αναφέρεται στα στοιχεία εκείνα που θεωρεί ότι καταδεικνύουν την μη ύπαρξη νόμιμα εξελεγμένου Διοικητικού Συμβουλίου στο ίδρυμα. (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου) Εν πάση περιπτώσει ανεξάρτητα των ανωτέρω και της μη καθαρότητας των θέσεων στην εν λόγω αγόρευση, θα προχωρήσω να εξετάσω τις προϋποθέσεις αυτές έχοντας υπόψη την θέση της συνηγόρου ότι η ουσία της διαφοράς στην παρούσα αγωγή είναι «ποιος τελικά νομιμοποιείται να διοικεί το ίδρυμα» (βλ. 4 πρώτες γραμμές, παράγραφος 6, σελ. 8, και 5 πρώτες γραμμές, παράγραφος 13, σελ. 13, της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του εναγόμενου), σε συνάρτηση με την θέση στην παράγραφο 8, σελ.10 ότι ο εναγόμενος νομιμοποιείται να αξιώνει ως η αίτηση του υπό την ιδιότητα του νυν προέδρου της έκτακτης εκτελεστικής επιτροπής. Και έχοντας αυτά υπόψη ευθέως αναφέρω ότι κατά την κρίση μου οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται για τους εξής λόγους: Α) Κατά το στάδιο αυτό υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες στο Δικαστήριο για το κατά πόσο η αναφερόμενη από τον εναγόμενο εκτελεστική επιτροπή συστάθηκε νόμιμα και κανονικά, σε βαθμό που εκ πρώτης να καταλήγω ότι αυτό δεν έγινε. Εντύπωση δε προκαλεί η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου του εναγομένου με τις δύο αγορεύσεις που παρέδωσε στο Δικαστήριο ότι η εκτελεστική επιτροπή ορίστηκε με βάση το άρθρο 22 του Καταστατικού αλλά, και εδώ θέλω να εστιάσω, στη βάση του Δικαίου της Ανάγκης. Βεβαίως δεν γίνεται αντιληπτό από το Δικαστήριο χωρίς παραπομπή σε οποιαδήποτε αρχή ή νομολογία τι είναι αυτό το δίκαιο της ανάγκης που επικαλείται η πλευρά του εναγόμενου. Β) Σύμφωνα με το άρθρο 22 του Καταστατικού του Ιδρύματος «το Διοικητικό Συμβούλιο δύναται να διορίσει εκτελεστική επιτροπή από τα Μέλη του στην οποία θα αναθέτει την εφαρμογή και εκτέλεση των αποφάσεων του και θα μεταβιβάζει οποιαδήποτε από τις εξουσίες του αποφασίσει. Τα μέλη της εκτελεστικής επιτροπής είναι ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ο οποίος και προεδρεύει αυτής και μέλη του συμβουλίου τα οποία εκλέγονται από το Διοικητικό Συμβούλιο». Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 23 του Καταστατικού «με την έγκριση του Διοικητικού Συμβουλίου ο Πρόεδρος διορίζει διάφορες επιτροπές ανάλογα με τις ανάγκες του Ιδρύματος». Γ) Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο διαλύθηκε ένεκα παραίτησης 6 εκ των 11 μελών του και δεν είναι κατανοητό, ανεξάρτητα του ρόλου της κας Κοντού και των Υπηρεσιών της στο Ίδρυμα, πώς θα μπορούσε το διαλυθέν Διοικητικό Συμβούλιο να διορίσει τέτοια Επιτροπή, η οποία εν πάση περιπτώσει δεν έγινε για να εφαρμόσει οιανδήποτε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ως ανωτέρω αναφέρεται αλλά για να διοικήσει το ίδρυμα. Δ) Περαιτέρω, εν συνεχεία των όσων αναφέρει ο εναγόμενος στις παραγράφους 15 και 16 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του, στην παράγραφο 17 αναφέρει ότι ο κ. Αποστόλου διορίστηκε ως μέλος της επιτροπής αυτής «μαζί με εμένα με απόφαση δική μου, του κ. Αποστόλου και της κας Κοντού». Εκτός του ότι όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με τον εναγόμενο Διοικητικό Συμβούλιο δεν υπήρχε για να τον διορίσει (όπως προνοεί το άρθρο 22 του Καταστατικού πιο πάνω), η αναφορά του σε δική του απόφαση για διορισμό του, του κ. Αποστόλου και της κας Κοντού δεν θεωρώ σε κάθε περίπτωση ότι νομιμοποιεί την επιτροπή αυτή ή τον ίδιο ως μέλος της. Πέραν του ιδίου και του κ. Αποστόλου υπήρχαν άλλα 9 μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, διαλυμένου σύμφωνα με τον ίδιο και υπαρκτού σύμφωνα με τους ενάγοντες, και δεν φαίνεται από πουθενά ότι τα άλλα μέλη συμφώνησαν στο διορισμό του. Εν πάση περιπτώσει ο ίδιος παραιτήθηκε και δεν είναι αντιληπτό πως βρέθηκε πάλιν στη διοίκηση του ιδρύματος, μέσω της αναφερόμενης επιτροπής. Ε) Ανεξάρτητα όμως των ανωτέρω αναφέρω ότι στο Καταστατικό του Ιδρύματος πρόνοια η οποία να προνοεί για διορισμό εκτελεστικής επιτροπής, έκτακτης ή μη, μετά τη διάλυση του Διοικητικού Συμβουλίου δεν υπάρχει. Μετά τη διάλυση του Διοικητικού Συμβουλίου σύμφωνα με το άρθρο 18 του Καταστατικού διεξάγεται νέα εκλογή Διοικητικού Συμβουλίου. Επαναλαμβάνω δε και στα πλαίσια της αίτησης αυτής ότι δεν αναφέρω τα πιο πάνω αποφασίζοντας καθ' οιονδήποτε τρόπο τελεσίδικα οιονδήποτε θέμα ή προβαίνοντας σε τελικά ευρήματα επί γεγονότων. Θεωρώ όμως ότι τα πιο πάνω σε συνάρτηση με τη μαρτυρία των εναγόντων και του εναγόμενου στο σύνολο της καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Επαναλαμβάνω επίσης και εδώ ότι ενόψει της κατάληξης του Δικαστηρίου πιο πάνω, περιττεύει η εξέταση της 3ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 ή του κριτηρίου για το πού κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ή άλλων θεμάτων (Μαίρη Νίκου Σεβαστού ν. Εμμανουήλ Νίκου Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Έλλειψη Νομιμοποίησης εναγόμενου Θεωρώ ότι με βάση όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω είναι προφανές ότι εκ πρώτοις ο εναγόμενος δεν εκπροσωπεί νόμιμα και κανονικά συσταθείσα εκτελεστική επιτροπή η οποία να μπορεί να διοικεί το Ίδρυμα. Συνεπώς είναι προφανές ότι δεν νομιμοποιείται να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να ζητά ως η αίτηση του, από τη στιγμή που το πράττει υπό την ιδιότητα του νυν προέδρου της επιτροπής αυτής (βλ. παράγραφο 8, σελ.10, της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου του). Κατάληξη Συνεπώς οι αιτήσεις ημερ. 14/06/16 και 21/6/16 απορρίπτονται. Το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.15/06/16 ακυρώνεται. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα των αιτήσεων υπό τις περιστάσεις κρίνω πως η ορθή διαταγή είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ............... Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αστικές/Αιτήσεις για προσωρινά διατάγματα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.