AΓΓΕΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ κ.α. ν. C&A WHEELS-SPEED TRADING LTD κ.α., Αρ.αίτησης εταιρειών: 341/2016, 8/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A322 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ.αίτησης εταιρειών: 341/2016 Αναφορικά με τον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113 άρθρα 202 και 211 (στ) Αναφορικά με την εταιρεία C&A WHEELS-SPEED TRADING LTD (HE 1228370 AΓΓΕΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΒΑΡΒΑΡΑ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΑΙΤΗΤΕΣ C&A WHEELS-SPEED TRADING LTD (HE 1228370 ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:8/7/2016 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές: κ. Αλέκος Αργυρού Για τους καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ανδρέας Γιωρκάτζης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση τους, οι αιτητές ζητούσαν (χωρίς να παρατίθεται αυτολεξεί το λεκτικό των δύο αιτητικών) την απαγόρευση διεξαγωγής συγκεκριμένης γενικής συνέλευσης της εταιρείας που αφορά η παρούσα διαδικασία και που ήταν προγραμματισμένη να εξετάσει ετήσιες εκθέσεις και υποβολή τους στον Έφορο Εταιρειών και όπως εξεταστεί γενικά η ομαλή λειτουργία και ο τρόπος λειτουργίας της εταιρείας, μέχρι την αποπεράτωση της κυρίως αίτησης. Επίσης ζητούσαν τον διορισμό προσωρινού εκκαθαριστή, το όνομα του οποίου και κατονομάζουν, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 227 του περί Εταιρειών Νόμου. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσαν τα άρθρα 202-204, 209(ι), 211(στ), 213-216 ,218, 227, 228, 231, 233, 314(Α), 333, στους περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κ.92, στον κανονισμό 32(
- i)των Αγγλικών Θεσμών The Company (winding
- up)Rules 1949, στα άρθρα 4 - 7 και 9 του Κεφ.6, άρθρα 29
(1)(γ) και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στην Δ.39 Θ.2, Δ.48 θ.1-4, 8 και 9, Δ.64, επί των γενικών αρχών του νόμου, των κανόνων της επιείκιας, της πρακτικής και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Η ένορκη δήλωση που αποτέλεσε το μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης ήταν μακροσκελής και το Δικαστήριο δεν θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί το περιέχομενο της ένορκης δήλωσης, πλην όμως θα παραθέσει συνοπτικά τον πυρήνα των εκδοχών των αιτητών και θα γίνεται ειδική μνεία κατά το στάδιο της αξιολόγησης της αίτησης. Ο ενόρκως δηλών αρχικώς προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του ως προς τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και της εξουσιοδότησης του να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Ακολούθως αναφέρει τους μετόχους και αξιωματούχους της εταιρείας, το ιστορικό ίδρυσης της εταιρείας και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες συστάθηκε και τον σκοπό σύστασης της, ως επίσης και το ιστορικό που προηγήθηκε μέχρι να έχει η εταιρεία το σημερινό καθεστώς μετόχων και αξιωματούχων, καθώς επίσης και τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας. Ο ενόρκως δηλών κατέβαλε στον καθ΄ ου η αίτηση 2 το ποσό των Λ.Κ. 20,000 για να ξεκινήσει η λειτουργία της επιχείρησης και ακολούθως πληροφορήθηκε για την ύπαρξη της εταιρείας ο ενόρκως δηλών, η οποία ταίριαζε και με τα αρχικά των ονομάτων του αιτητή 1 και του καθ΄ ου η αίτηση 2, οι οποίοι είναι αδέλφια και οι υπόλοιποι αιτητές είναι τέκνα του αιτητή 1, παρουσιάζοντας επίσης σε κατοπινό στάδιο ο ενόρκως δηλών της εικόνα οιωνεί συναιτερισμού, εν΄ όψει των στενών δεσμών συγγένειας. Διορίστηκε ως γραμματέας και όχι ως μέτοχος του 50%, ως ήταν η υπόσχεση του αιτητή 1 και στην συνέχεια η πορεία της εταιρείας ήταν κερδοφόρα και επεκτάθηκε εκτός των ορίων της Επαρχίας Λεμεσού. Όμως, ο καθ΄ ου η αίτηση 2, άρχισε να προβαίνει σε ενέργειες που εξυπηρετούσαν τα δικά του συμφέροντα και όχι της εταιρείας, εκμεταλλευόμενος εμπορεύματα της εταιρείας και οικιοποιείτο τα σχετικά ποσά, παρακρατούσε το ταμείο της εταιρείας και ακολούθως πώλησε συγκεκριμένο κατάστημα στην Λεμεσό και δραστηριοποιείτο επαγγελματικά στο κατάστημα της εταιρείας. Ακολούθησε όξυνση στις σχέσεις των δύο αδελφιών και κλονισμός της εμπιστοσύνης, η αποχώρηση του ενόρκως δηλούντα και η μη επιστροφή σε αυτόν του πιο πάνω χρηματικού ποσού. Λίγους μήνες αργότερα όμως, μεταβιβάστηκαν σε αυτόν το 30% των μετοχών της εταιρείας με την προυπόθεση ενυπόθηκης εξασφάλισης για να εξαλειφθεί μια προηγούμενη, υλοποιώντας έτσι εν μέρει, ως είναι η θέση του, η υπόσχεση του αδελφού του το έτος
- Σε κατοπινό στάδιο μεταβίβασε μέρος των μετοχών του στα παιδιά του, έχοντας έτσι την σημερινή εικόνα μετόχων η εν λόγω εταιρεία, κάνοντας αναφορά στα καθήκοντα εκάστου εμπλεκόμενου μέρους. Η οικιοθελής, όπως την χαρακτήρισε, παραίτηση της υπεύθυνης λογιστηρίου και την ανάληψη της θέσης από την θυγατέρα του καθ΄ ου η αίτηση 2 η οποία μέχρι τότε εκτελούσε χρέη βοηθού, ήταν η αρχή των προβλημάτων που οδήγησαν σε τέλμα τις σχέσεις των εμπλεκόμενων μερών, εν΄ όψει της αντίρρησης των αιτητών προς το πρόσωπο της και της συμφωνίας που υπήρχε για πρόσληψη προσοντούχου ατόμου με εμπειρίες και πιο συγκεκριμένα η θυγατέρα του καθ΄ ου η αίτηση 2, δεν τους αναγνώριζε και τους έλεγε ότι δεν έχουν θέση στην εταιρεία του πατέρα της και ο καθ΄ ου η αίτηση 2 τους ανέφερε ότι εάν δεν έβρισκαν λύση με την κόρη του θα προχωρούσε στο κλείσιμο της εταιρείας. Τον Φεβρουάριο του 2015 έλαβε επιστολή από τον γραφείο του εφόρου εταιρειών με την οποία ενημερωνόταν ότι δεν έγιναν οι ετήσιες εκθέσεις για τα έτη 2003 και 2013 και ενημέρωσε προς τούτο συγκεκριμένο γραφείο λογιστών ελεγκτών και αυτό δεν έχει γίνει μέχρι ενός σημείου, λόγω του ότι όλα τελούσαν υπό τις οδηγίες του καθ΄ ου η αίτηση 2 και της μη πρόσβασης του ιδίου σε σχετικό πρόγραμμα. Όταν παρέλαβε δείγμα των εκθέσεων, διαπίστωσε ότι για μια χρονιά, ο ίδιος δεν έλαβε μέρισμα και ο αδερφός του είχε πίστωση για το ποσό των €165,000 και δεν έλαβε εξηγήσεις όταν αυτός ζήτησε σε κατοπινό στάδιο και αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουν ακόμα υπογραφεί οι σχετικές εκθέσεις από τον ίδιο και τα παιδιά του και δεν έχει ζητηθεί καθόλου η άποψη του, ως φαίνεται και από τις πρόχειρες οικονομικές καταστάσεις στις οποίες φαίνεται να απαιτείται η έγκριση μόνο του καθ΄ ου η αίτηση
- Επίσης, ο καθ΄ ου η αίτηση 2, δίχως απόφαση ή έγκριση του Δ.Σ. της εταιρείας, προέβηκε σε διευθετήσεις για μεταφορά λογαριασμών σε άλλη τράπεζα με ταυτόχρονη υπογραφή εγγυήσεων από τα εμπλεκόμενα μέρη, πράγμα το οποίο έγινε με την υπογραφή από όλα τα μέρη των σχετικών εγγράφων, πλην όμως μετά από αυτή την διαδικασία, ενημερώθηκε από τρίτο πρόσωπο που κατονόμασε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν ήθελε να τους ξαναδεί και ότι θα προχωρούσε με διαχωρισμό της εταιρείας, πράγμα για το οποίο και ο ίδιος ο ενόρκως δηλών έδωσε σχετικές οδηγίες σε ελεγκτικό γραφείο και έκανε αναφορά σε σχετική επί του θέματος αλληλογραφία και τι στοιχεία ζητήθηκαν και λήφθηκαν προς τον πιο πάνω σκοπό. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά σε συνάντηση που έγινε σε δικηγορικό γραφείο για σκοπούς επίτευξης μιας λύσης, κατονομάζοντας τους παρευρισκόμενους και τι εκεί συζητήθηκε αναφορικά με την κατάσταση της εταιρείας, όπως π.χ. τα περιουσιακά στοιχεία και τι διευκρινίσεις χρειάζονταν και που διαφάνηκε η μη καταβολή του μερίσματος που δικαιούταν ο ενόρκως δηλών και που ο καθ΄ ου η αίτηση 2 έλαβε όλο το μέρισμα στο ακέραιο και θα πρέπει να γίνουν οι ανάλογες διευθετήσεις και διορθώσεις, ως επίσης έκανε αναφορά και στην πρόταση του καθ΄ ου η αίτηση 2 όπως του δοθεί συγκεκριμένο ποσό και να εξαλειφθούν συγκεκριμένες υποθήκες, πρόταση η οποία έγινε αποδεκτή από τον ενόρκως δηλούντα, με μια προσαύξηση του ποσού, λόγω του ότι το ποσό θα καταβαλλόταν σε δόσεις. Προς τον πιο πάνω σκοπό ετοιμάστηκε ένα memorandum of understanding, το οποίο όμως δεν έγινε αποδεκτό από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 και αντί αυτού, προχώρησε με δικτατορική, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, συμπεριφορά, σε σειρά αδικαιολογητων, κατά τον ίδιο ενεργειών, όπως είναι η ανάκληση κωδικών πρόσβασης, αλλαγή κλειδωνιών και λόγω αυτών, προχώρησαν στην σύγκληση έκτακτης συνέλευσης των συμβούλων, η οποία επιδόθηκε δεόντως στον καθ΄ ου η αίτηση 2, όπου σε εκείνη την ημέρα περιέγραψε τι έχει γίνει και πιο συγκεκριμένα την απαίτηση του καθ΄ ου η αίτηση 2 να παραδοθεί το ταμείο της Λευκωσίας για να γίνει η συνέλευση, που τελικώς έγινε χωρίς τον καθ΄ ου η αίτηση 2 στον χώρο στάθμευσης της εταιρείας, στην οποία αποφασίστηκαν η συμπερίληψη του ονόματος του ως εξουσιοδοτημένος συνυπογράφων στους τραπεζικούς λογαριασμούς και βάση αυτού έγινε και επίδοση σε συγκεκριμένες τράπεζες, ενέργειες προς την εταιρεία εγκατάστασης λογισμικού για αλλαγή κωδικών, διορισμός ελεγκτή, απόλυση της θυγατέρας του καθ΄ ου η αίτηση 2, καταμέτρηση και καταγραφή του ταμείου, αλλαγή κλειδωνιών κ.α. Το ταμείο έχει κατατεθεί, αναφέροντας και το ποσό. Παρόλο που επιδόθηκε σχετική επιστολή στον καθ΄ ου η αίτηση 2 με την οποία καλείτο να συμμορφωθεί με συγκεκριμένες αποφάσεις της έκτακτης γενικής συνέλευσης, όπως π.χ. καταμέτρηση και καταγραφή, εν τούτοις αυτό δεν έχει γίνει και μάλιστα με οδηγίες του ιδίου του καθ΄ ου η αίτηση 2, δεν έγινε κατορθωτή η αλλαγή των κωδικών πρόσβασης. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά στη νέα συνάντηση που έγινε για επίλυση της διαφοράς και τι έχει λεχθεί στην συνάντηση και τι ποσά συζητήθηκαν, ως επίσης κάνει αναφορά σε συγκεκριμένη αλληλογραφία στην οποία θίγεται το νομότυπο της προηγούμενης έκτακτης γενικής συνέλευσης, τα ψηφίσματα της οποίας δεν έχουν ακόμα υλοποιηθεί και ο καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν φαίνεται να προβαίνει σε ενέργειες για είσπραξη οφειλόμενων ποσών, σε αντίθεση με ότι κάνει ο ενόρκως δηλών, κάνοντας αναφορά επίσης και σε συγκεκριμένα ποσά. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κάνει αναφορά σε δύο δικαιοπραξίες που είχαν ως αντικείμενα ένα αυτοκίνητο και ένα σκάφος, όπου έχουν γίνει προς όφελος του καθ΄ ου η αίτηση 2 και εις βάρος της εταιρείας και γενικά ο καθ΄ ου η αίτηση 2 διαχειρίζεται τα οικονομικά της εταιρείας, εξυπηρετώντας τα δικά του συμφέροντα και όχι της εταιρείας και καθυστερεί στην καταβολή των μισθών. Ο ενόρκως δηλών χαρακτηρίζει ως καταπιεστική την συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση 2, λόγω του ότι κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών, έχει τον απόλυτο έλεγχο των οικονομικών, απέκλεισε τους αιτητές και άλλαξε τους κωδικούς πρόσβασης, ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας και επιδιώκει να είναι το μοναδικό άτομο που θα υπογράφει και θα δεσμεύει την εταιρεία, επιστρέφοντας στο προηγούμενο καθεστώς. Συνεπεία αυτών, έχει απωλεσθεί ο σκοπός λειτουργίας της εταιρείας η οποία λειτουργούσε ως οιωνεί συναιτερισμός, η εταιρική σχέση και γενικά η εμπιστοσύνη και συνεννόηση έχει καταρρεύσει και καθίσταται εύλογη και δίκαιη η εκκαθάριση της εταιρείας, επιβάλλεται πλήρης διερεύνηση της εταιρείας, να παραμεριστεί το εταιρικό πέπλο, απαιτείται ο διορισμός ανεξάρτητου εκκαθαριστή, η αίτηση έχει καλές πιθανότητες επιτυχίας, με το Διάταγμα προσωρινού εκκαθαριστή θα προστατευθούν τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας εν΄ όψει και του κινδύνου ηθελημένης αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων και λοιπών στοιχείων, βιβλίων και γενικά αποδεικτικών στοιχείων, θα τηρηθούν τα λογιστικά βιβλία και το πρόσωπο που προτάθηκε ως προσωρινός εκκαθαριστής έχει αποδεχθεί να αναλάβει σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει, έχοντας τα προσόντα, εμπειρίες, ικανότητες και γνώσεις για να εκτελέσει τα εν λόγω καθήκοντα. Ολοκληρώνοντας την ένορκη του δήλωση, αναφέρει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 2 δύναται να περιορίσει τον αριθμό των συμβούλων σε ένα και να ζητήσει όπως η ψηφοφορία γίνει με αριθμό ψήφων. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το πρώτο παρακλητικό της αίτησης και διέταξε την επίδοση ως προς το δεύτερο παρακλητικό της αίτησης. Οι καθ΄ ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση στην υπό εξέταση αίτηση. Νομικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσαν τα άρθρα 201-218, 227, 228, 231, 233, 314(Α), 33 του περί Εταιρειών Νόμου, στους περί Ετειρειών (Εκκαθαρίσεις) Κ.92, στον κανονισμό 32(i) των Αγγλικών Θεσμών The Company (winding up) Rules 1949, στα άρθρα 4 - 7 και 9 του Κεφ.6, άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 15 και 17 του Συνντάγματος, τα άρθρα 8 και 10 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών κυρωτικός νόμος 39/62, στα άρθρα 1-28 του Ν. 138
(1)/2001, επί των γενικών αρχών του νόμου, των κανόνων της επιείκιας, της πρακτικής και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου. Προβλήθηκαν συνολικά 20 λόγοι ένστασης και που άπτονται στην μη νομιμοποίηση έγερσης της παρούσας αίτησης, στην μη πλήρωση των προυποθέσεων για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, στην απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, στην μη αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και πιθανότητας επιτυχίας, στην μη ύπαρξη καταπίεσης, στο ελλειπές πραγματικό και γενικά μαρτυρικό υπόβαθρος της αίτησης, στην απουσία στοιχείων που να καταδεικνύουν το αφερέγγυο της εταιρείας, την μη εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εταιρείας με την έκδοση του Διατάγματος, αλλά αντίθετα την βλάβη στα συμφέροντα αυτής, στο νόμω αβάσιμο της αίτησης και το αντίθετο με την κείμενη νομοθεσία, στην μη εκπλήρωση των σκοπών που θεσπίστηκαν να επιτελούν τα επιδιωκόμενα Διατάγματα, στην μη αποκάλυψης πιθανότητας ανεπανόρθωτης βλάβης σε περίπτωση μη έκδοσης των Διαταγμάτων και της αδυναμίας απονομής Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί στο να μην εκδοθούν τα Διατάγματα, δεν αποκαλύπτεται συγκεκριμένος λόγος για να επιλεγεί άλλο άτομο από τον Επίσημο Παραλήπτη ως προσωρινός εκκαθαριστής, ότι δεν έχει καταδειχθεί και δεν υπάρχει κίνδυνος αποστέρησης περιουσιακών στοιχείων και αλλοίωσης ή εξαφάνισης των βιβλίων και μητρώων της εταιρείας, ως επίσης προβάλλεται η θέση ως προς το κακόπιστο και καταχρηστικό της αίτησης. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσαν οι ένορκες δηλώσεις του καθ΄ ου η αίτηση 2 και του κ. Άριστου Σαββίδη, ο μεν πρώτος αντεξετάστηκε, ο δε δεύτερος όχι. Ο πρώτος ενόρκως δηλών, προβαίνει σε μια αναφορά ως προς την πηγή άντλησης της γνώσης του αναφορικά με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και προβαίνει σε μια καθολική άρνηση των ισχυρισμών που αφορούν την υπό εξέταση αίτηση, εκτός όπου προβαίνει σε ρητές παραδοχές και αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας διαδικασίας, ως επίσης και στο ιστορικό της εταιρείας, τους σκοπούς της, ως επίσης και την διοικητική και μετοχική δομή της εταιρείας από ιδρύσεως της μέχρι σήμερα, κάνοντας λόγο μάλιστα και για ετεροχρονισμό στην καταχώρηση των στοιχείων στον Έφορο Εταιρειών και για απουσία απόφασης της εταιρείας για διορισμό των αιτητών ως μέλη του Δ.Σ. της εταιρείας. Κάνει επίσης αναφορά στην απόφαση που λήφθηκε για να μεταφερθούν λογαριασμοί από μια τράπεζα σε άλλη με τις εξασφαλίσεις που αναφέρθηκε και για την μείωση του επιτοκίου που εξασφαλίστηκε. Απορρίπτει την θέση των αιτητών περί δικτατορικής συμπεριφοράς του, ένεκα της πλειοψηφίας των αιτητών στο Δ.Σ και τονίζει ότι οι αιτητές μπορούν να λάβουν οποιεσδήποτε πληροφορίες χρειάζονται από τον ελεγκτικό οίκο που έχει διορίσει η εταιρεία και με τον οποίο οι αιτητές διατηρούν άριστες σχέσεις. Δεν είχε πρόθεση να καταστήσει την εταιρεία συναιτερισμό μεταξύ των δύο οικογενειών και ούτε είχε τέτοια πρόθεση όταν μεταβίβαζε στον αδερφό του μέρος των μετοχών για να του εξασφαλίσει αξιοπρεπή εργοδότηση, αποδίδοντας αχαριστία στους αιτητές και εγωπαθή συμπεριφορά, με κίνδυνο να πληγούν τα συμφέρονα της εταιρείας και των μετόχων, οι οποίοι είναι εγγυητές σε συγκεκριμένη τράπεζα, απορρίπτοντας ταυτόχρονα ο ενόρκως δηλών την θέση ότι θα διασπαθίσει την περιουσία της εταιρείας, λέγοντας ότι θα την διαφυλάξει ως κόρη οφθαλμού. Περαιτέρω, ο ενόρκως δηλών κάνει μια ιστορική αναδρομή των επαγγελματικών του δραστηριοτήτων για να καταρρίψει την θέση των αιτητών περί εκχώρησης των εργασιών του στην εταιρεία και ότι ο αιτητής είχε συμμετοχή στην ίδρυση της επιχείρησης, διευκρινίζοντας το καθεστώς του καθ΄ ου η αίτηση 1 στην εταιρεία και αρνήθηκε ότι εισέπραξε το ποσό των Λ.Κ. 20,000 για να ξεκινήσει η επιχείρηση, ως επίσης απορρίπτει ως υστερόβουλη την θέση του αιτητή 1 ότι τα αρχικά της εταιρείας υποδήλωναν τα αρχικά των ονομάτων τους. Αρνείται την θέση περί οικιοποίησης των εμπορευμάτων της εταιρείας χωρίς να δίνει αποδείξεις και τόνισε ότι η προσωπική του επιχείρηση, σταμάτησε να λειτουργεί από το 2003, όταν ο αιτητής 1 δεν είχε καμία σχέση με την εταιρεία. Το ταμείο ήταν πάντα υπό την δική του ευθύνη και ουδέποτε αμφισβητήθηκε η εντιμότητα του, παρά μόνο όταν δρομολογήθηκε ο εκβιασμός του, προβάλλει την θέση ότι ο αιτητής 1 δεν αναφέρει οτιδήποτε για τους λόγους που τον οδήγησαν στην επιστροφή του στην εταιρεία και ότι δεν υπάρχει κάποιο αίτημα για δήθεν επιστροφή του ποσού που έδωσε ο αιτητής 1 στον ίδιο. Απέρριψε επίσης την θέση περί αυταρχικότητας, προβάλλοντας την θέση και επισύναψε προς αυτόν τον σκοπό και έγγραφη μαρτυρία, με την οποία αγοράστηκε ακίνητη ιδιοκτησία στην οποία ανηγέρθηκαν με έξοδα της εταιρείας δύο κατοικίες και στην μια διαμένει ο αιτητής 1 με τα παιδιά και την σύζυγο του και ούτε είναι λογικό να προβάλλεται η θέση ότι υπάρχει αυταρχισμός από μέρους του και της θυγατέρας του από την στιγμή που η θυγατέρα του δεν είναι στο Δ.Σ. Απέρριψε την θέση περί οικιοθελούς παραίτησης της υπεύθυνης του λογιστηρίου, επισυνάπτοντας την σχετική επιστολή παραίτησης, στην οποία διαφαίνεται, κατά τον ίδιο, οι παρεμβάσεις που δεχόταν το εν λόγω άτομο και το οποίο αντικαταστάθηκε από την θυγατέρα του, η οποία είναι προσοντούχα, επισυνάπτοντας τα ακαδημαικά της προσόντα. Απορρίπτει τα όσα του καταλογίζουν τόσο στον ίδιο, όσο και στην θυγατέρα του για αυταρχισμό και ως προς την παράλειψη υποβολής των ετήσιων εκθέσεων, ανέφερε ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο μέχρι πρότεινος, όπου και αλλάχθηκε ο ελεγκτικός οίκος, στον οποίο εργαζόταν η σύζυγος του αιτητή 1 και οι εκθέσεις έχουν κατατεθεί μέχρι και το έτος 2012 στον έφορο φρολογίας, αλλά η τελευταία δεν υπογράφτηκε από τον αιτητή 1 για να υποβληθεί στον έφορο εταιρειών, λόγω αντίδρασης στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Ως προς την αλλαγή των κωδικών πρόσβασης στο λογισμικό, αυτό έγινε με εισήγηση της συζύγου του αιτητή 1, ο οποίος με δική του επιθυμία λόγω της μη γνώσης του σε ηλεκτρονικούς υπολογιστές, δεν είχε την σχετική πρόσβαση, ενώ πρόσβαση είχαν όλα τα υπόλοιπα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης και της συζύγου του αιτητή 1. Ως προς το θέμα των κλειδιών, ανέφερε ότι έχει ο ίδιος πρόσβαση στα υποστατικά της Λεμεσού και ο αιτητής 1 στα υποστατικά της Λευκωσίας, έχοντας και τις ανάλογες ευθύνες για τα εκεί ταμεία. Απορρίπτει τις θέσεις περί μη καταβολής μερίσματος, λέγοντας ότι εν μέρει δόθηκε κατά λάθος μέρισμα από τον προηγούμενο ελεγκτή για περίοδο που δεν δικαιούταν και αυτό έχει διορθωθεί αργότερα και διαφαίνεται από ένα χρονικό σημείο και μετά η ορθή κατανομή μερίσματος με βάση το ποσοστό των μετοχών. Η μη αναγραφή δεύτερου ονόματος στις σχετικές καταστάσεις οι οποίες δεν έχουν ακόμα ελεγχθεί και υπογραφεί δεν συνεπάγεται και ακυρότητα, ως η θέση του, ως επίσης αναφέρει ότι διατηρούσε προθεσμιακή κατάθεση, την οποία και χρησιμοποίησε για κάλυψη των αναγκών της εταιρείας του. Αρνείται την θέση που του καταλογίζεται ότι δήλωσε πως δεν θέλει να ξαναδεί τον αδελφό του και η θέση του είναι ότι δεν είχε ένσταση να εξαγοράσει τις μετοχές του, εφόσον υπολογιστεί η αξία τους και η πρόθεση του αιτητή 1 να αποχωρήσει ήταν γνωστή και πιο πριν. Αμφισβητεί την νομιμότητα σύγκλησης της έκτακτης συνέλευσης ημερομηνίας 31/5/2016 και εξιστόρισε τις συνθήκες και γενικά τι έλαβε χώρα και τι λέχθηκε εκείνη την ημέρα και που καλούσε τον αιτητή 1 να παραδώσει το ταμείο της εταιρείας και αμφισβήτησε την παρουσία του αιτητή 3 σε εκείνη την συνέλευση, ο οποίος είχε γνώση για την δοσοληψία που έγινε για το σκάφος όπου έγινε πολύς λόγος, καταδεικνύοντας απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά τον ίδιο και που η συγκεκριμένη δοσοληψία έγινε για να διευθετηθεί χρέος προς την εταιρεία, ως η συνήθη πρακτική και το ίδιο ίσχυε για το αυτοκίνητο για το οποίο επίσης έγινε λόγος. Δικαιολόγησε την διαφορά χρέωσης και πίστωσης, λόγω του ότι τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας δεν είναι συμπληρωμένα διότι απουσιάζουν οι διορθωτικές αλλαγές των λογαριασμών. Αιτιολόγησε και δικαιολόγησε την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης και ανέφερε ότι υπήρχε ουσιώδης απόκρυψη γεγονότων και που αφορούν τα πληρεξούσια που δόθηκαν από τους αιτητές για να παραστούν στην εν λόγω συνέλευση, η οποία ακυρώθηκε με το επίδικο Διάταγμα. Με το εν λόγω Διάταγμα παγοποιήθηκαν οι λογαριασμοί, η συνέχιση των εργασιών είναι άκρως προβληματική, έγιναν παραγγελίες ελαστικών και με τις ενέργειες των αιτητών, ελλοχεύει ο κίνδυνος να κινηθούν νομικά συγκεκριμένοι προμηθευτές εάν δεν καταβληθούν τα συμφωνηθέντα ποσά και υπάρχει ο κίνδυνος να μείνουν στην αγορά ακάλυπτες επιταγές της εταιρείας. Ο ενόρκως αυτός δηλών αντεξετάστηκε και δεν κρίνεται σκόπιμο να τεθούν αυτολεξεί τα όσα αναφέρθησαν από τον ίδιο, διότι από την μια επαναλάμβανε τις θέσεις του και αντίκρουε ταυτόχρονα τις υποβληθείσες θέσεις. Ως προς το σκάφος ανέφερε ότι αυτό βρίσκεται σε χώρο που διαμένει συγγενικό του πρόσωπο, ανέφερε ότι οι αιτητές δεν έρχονται στην εργασία τους και αυτός είναι ο λόγος που δεν έχουν πρόσβαση στην εταιρεία και ότι υπάρχει περισσότερη ασφάλεια στην εταιρεία με την τοποθέτηση των συστημάτων ασφάλειας στο λογιστήριο της εταιρείας. Ο ενόρκως δηλών κ. Άριστος Σαββίδης, επικεντρώθηκε στα καθήκοντα του ως λογιστής, το πως γνωρίζει τα εμπλεκόμενα μέρη και τις προσπάθειες που έγιναν για να επιτευχθεί μια συμβιβαστική λύση, το ότι την ευθύνη για την μη αποστολή των εκθέσεων την έχουν οι διοικητικοί σύμβουλοι και όχι οι ελεγκτές, το μέρισμα δίνεται από την ημέρα που κάποιος καθίσταται μέτοχος, ως επίσης αναφέρθηκε στις ενέργειες που έχει προβεί στο γραφείο του για την ετοιμασία των εκθέσεων και λογαριασμών, τονίζοντας ότι οι λογαριασμοί έτυχαν ανάλυσης και επεξήγησης από τους ίδιους, καταρρίπτοντας αντίθετη αναφορά των αιτητών. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ο αιτητής που με μονομερή αίτηση εξασφάλισε υπέρ του προσωρινό διάταγμα έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι το διάταγμα θα πρέπει να παραμείνει σε ισχύ (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1217, 1224). Για να παραμείνει σε ισχύ το διάταγμα πρέπει να ικανοποιούνται δύο παράμετροι: - ότι στη βάση των δεδομένων που είχαν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τον αιτητή ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, και - ότι στη βάση των δεδομένων κατά την ακρόαση, αφ' ότου ορίστηκε επιστρεπτέτο, είναι ορθή η οριστικοποίηση του διατάγματος και συνέχιση της ισχύος του. Τα δεδομένα κατά την ακρόαση περιλαμβάνουν τα επιπλέον στοιχεία που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου από το ενιστάμενο μέρος, τον καθ' ου η αίτηση. Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. (Σχετικές είναι οι αποφάσεις Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, Acropol Shipping Co Ltd v. Rossis
(1976)1 Α.Α.Δ 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, National Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ"Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152 και Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ
(1990)1 Α.Α.Δ. 1051). Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο η συνέχιση του διατάγματος με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Με βάση τις νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων, στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν επιχειρεί να αποφασίσει επί των αμφισβητούμενων γεγονότων της ουσίας της αίτησης και έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Στη φάση αυτής της διαδικασίας το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί για σοβαρές ενδείξεις ουσιαστικών δικαιωμάτων και δεν είναι ο χρόνος για να κρίνει αν αυτά αποδείχθηκαν ή όχι (βλ. T. A. Micrologic Computer Consultant Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802 και Δημοκρατίας της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.P.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο έχοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης να οριστικοποιήσει το εκδοθέν διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152, Κ.Ο.Τ. v. Θεωρή
(1989)1 Ε Α.Α.Δ. 255). Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1Β Α.Α.Δ 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Σημειώνεται ότι σε περίπτωση ασάφειας στην όψη του διατάγματος δεν είναι επιτρεπτό το δικαστήριο να καταφύγει στα πρακτικά της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος για να διευκρινίσει την ασάφεια. (βλ. Northwest Territories Public Service Association -v- Commissioner of the Northwest Territories
(1980)107 DLR 458). Το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται σε αυτό το στάδιο να εμπλακεί σε οτιδήποτε που να προσομοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αίτησης πάνω σε συγκρουόμενες ένορκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Η διαδικασία σε παρόμοιες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε σχέση με τα αμφισβητούμενα γεγονότα (Βλ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2026). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιον του υλικού χωρίς να διαφεύγει της προσοχής ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως την παρούσα, δεν είναι επιθυμητό να προσπαθήσει να αποφασίσει με βάση τη μαρτυρία που έχει ενώπιον του τα διαφιλονικούμενα θέματα πάνω στα οποία θα κριθεί τελικά η απαίτηση του ενάγοντα, έργο το οποίο εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 623 και Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802, υποδεικνύεται ότι σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Βεβαίως, για το δεύτερο παρακλητικό το οποίο δεν δόθηκε μονομερώς, σε αυτό το σημείο θα μπορούσε να λεχθεί ότι έχει καταστεί δια κλήσεως, πλην όμως η φύση του δεύτερου παρακλητικού είναι ιδιόρρυθμη. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Η Εκκαθάριση Εταιρειών του Δρ. Ανδρέα Ποιητή 2η έκδοση 2015, σελ. 89-91, ο προσωρινός εκκαθαριστής έχει ως ρόλο την προστασία του ενεργητικού της εταιρείας και την διατήρηση του καθεστώτος στο οποίο εμπίπτουν και οι υποχρεώσεις της εταιρείας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ - ΕΝΣΤΑΣΗΣ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Η αξιολόγηση κάποιων θέσεων των διαδίκων που ακολουθεί πιο κάτω, σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με προδικασμό της ουσίας της αίτησης και ούτε ισοδυναμεί με εξαγωγή ευρημάτων και συμπερασμάτων ουσίας, αλλά αναπόφευκτα κάποια αξιολόγηση πρέπει να γίνει σε καίρια σημεία, για να διαπιστωθεί κατά πόσο, στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας πάντα, δικαιολογείται η συνέχιση του εκδοθέντος Διατάγματος και η έγκριση του δεύτερου αιτούμενου Διατάγματος και το Δικαστήριο αντλεί διαφώτηση και καθοδήγηση από το πιο πάνω αναφερθέν νομολογιακό πλαίσιο. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση για το Δικαστήριο, ότι οι αιτητές γνώριζαν, αλλά δεν αποκάλυψαν και παραβίασαν συνεπώς την υποχρέωση τους να αποκαλύψουν ουσιώδη γεγονότα που αν τα απεκάλυπταν ευθύς εξ΄ αρχής, σίγουρα το Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε μονομερώς το επίδικο Διάταγμα (βλ. ενδεικτικά Γρηγορίου εναντίον Χριστοφόρου 1995 1 Α.Α.Δ. σελ. 248, 264, 265 ). Η διαδικασία έκδοσης διατάγματος κατόπιν μονομερούς αίτησης επιβάλλει στον Αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) (βλ. Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597, 601-602). Ο Αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1988), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein v. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Επειδή η αίτηση υποβάλλεται μονομερώς και η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον Αιτητή, αυτός οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στο Δικαστήριο όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν σε γνώση του Δικαστηρίου οποιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις που ο Καθ' ου η Αίτηση θα μπορούσε να προβάλει ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστηρίου να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης. Το Δικαστήριο στην περίπτωση μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει τη βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του Αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν.14/60. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.». Τέλος, επισημαίνεται ότι είναι επίσης είναι νομολογιακά εδραιωμένο ότι δεν αρκεί το ουσιώδες γεγονός να περιέχεται σε κάποιο τεκμήριο αν δεν γίνει ρητή αναφορά στο σώμα της ένορκης δήλωσης. (Βλ.Interpartemental Concern Uralmetrom v. Besuno
(2004)1 A.A.Δ. 557 και πιο πρόσφατα την απόφαση της Τ. Ψαρά - Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. (όπως ήταν τότε), ημερ. 30.12.2013, στην Αγωγή αρ. 4746/13 Curium Palace Hotel Ltd v Μιχάλη Μάικλ Τίμινη). Συγκεκριμένα, η απόκρυψη των πληρεξουσίων προς τους κ.κ. Μάριο Ευθυμίου, Σαλώμη Πασχάλη και Αλέκο Αργυρού για να παραστούν στην προγραμματισμένη έκτακτη γενική συνέλευση ημερομηνίας 22/6/2016 και που φέρουν την ίδια ημερομηνία με την ημερομηνία καταχώρησης της μονομερούς αιτήσεως και το σημαντικότερο και σοβαρότερο είναι η μη αποκάλυψη αυτού του στοιχείου στις 21/6/2016 στο Δικαστήριο, ενώ όφειλαν να το πράξουν και να ζητούν την ακύρωση της εν λόγω έκτακης γενικής συνέλευσης την υστάτη, μονομερώς, παρουσιάζοντας μια εικόνα ότι εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα όλα θα είναι πλέον τετελεσμένα εις βάρος της μειοψηφίας και της εταιρείας, αποκρύπτοντας αυτά τα πληρεξούσια και ενεργώντας αντιφατικά και κακόπιστα ένεκα του ότι από την μια διόρισαν πληρεξούσιους και από την άλλη, ζητούν ακύρωση της έκτακτης γενικής συνέλευσης, κρίνεται ως μια ενέργεια καταχρηστική, περιφρονητική απέναντι στο Δικαστήριο, παραπλάνησαν και εξαπάτησαν το Δικαστήριο, αποκρύπτοντες την όλη αλήθεια και σίγουρα το Δικαστήριο και αντικειμενικά δεν θα εξέδιδε το μονομερώς Διάταγμα, διότι εάν το γνώριζε το Δικαστήριο, θα έκρινε ότι υπήρχε κώλυμα λόγω συμπεριφοράς και γενικά παραστάσεων των ιδίων των αιτητών από του να ζητούν τέτοιο Διάταγμα. Η πιο πάνω απόκρυψη των στοιχείων, η οποία γίνεται αναφορά στις παραγράφους 69 και επέκεινα της ένορκης δήλωσης του καθ΄ ου η αίτηση 2, δεν έχουν αμφισβητηθεί, διότι δεν ήταν από τα σημεία που ζητήθηκε η αντεξέταση του καθ΄ ου η αίτηση 2 και σίγουρα η επιχειρηματολογία και η εισήγηση που έγινε στην αγόρευση των αιτητών ότι δεν αποτελεί ουσιώδη στοιχείο, δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο, εν΄ όψει της πιο πάνω αξιολόγησης. Συνακόλουθα, αυτός είναι ένας λόγος, όχι όμως και ο μοναδικός, για τον οποίο το προσωρινό Διάταγμα θα ακυρωθεί. Το ζήτημα και γενικά την θέση που έθιξαν οι αιτητές περί του νομότυπου της ένστασης, της εμφάνισης και της ένορκης δήλωσης του καθ΄ ου η αίτηση 2, ήτοι η μη ρητή αναφορά για την εξουσιοδότηση του καθ΄ ου η αίτηση 2 για την εταιρεία, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, διότι ακριβώς η αίτηση στρέφεται έναντι αυτών των δύο και συνακόλουθα υιοθέτηση αυτής της θέσης, θα οδηγούσε στο παράδοξο αποτέλεσμα να φιμώνονται οι καθ΄ ων η αίτηση και να μην δύνανται να ασκήσουν το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα να τυγχάνουν δίκης και μάλιστα δίκαιης στην οποία να ακούγονται και είναι απορίας άξιο, πως αυτό το δικαίωμα θα επιτυγχανόταν, χωρίς την ένορκη δήλωση του ιδίου του καθ΄ ου η αίτηση 2, ο οποίος είναι διάδικος και άμεσα εμπλεκόμενος και ενδιαφερόμενος και ως ο ίδιος και η εταιρεία είναι τα εναπομείναντα εμπλεκόμενα πρόσωπα με αυτά των αιτητών. Συνεπώς, θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως μην προβάλλονται ενστάσεις που έχουν τον χαρακτήρα της τυπολαγνείας. Η θέση που προωθήθηκε από τους αιτητές ότι οι σχετικές καταστάσεις και εκθέσεις φέρουν στην θέση για να τεθεί η υπογραφή μόνο αυτήν του καθ΄ ου η αίτηση 2, αναμφίβολα δεν έχει καμία αποδεικτική και γενικά καμία νομική βαρύτητα και σημασία, διότι θα πρέπει να υπάρχει πέραν της μιας υπογραφής με βάση το άρθρο 149 του περί Εταιρειών Νόμου και των προνοιών του καταστατικού της Εταιρείας, διαφορετικά δεν θα μπορούν να υποβληθούν. Αναμφίβολα δεν είναι λογική και πειστική η τοποθέτηση του αιτητή 1 ότι τα αρχικά της εταιρείας ταιριάζουν με τα αρχικά των ονομάτων των δύο αδελφών, διότι η εταιρεία προυπήρχε της εισδοχής του αιτητή 1 σε αυτήν και είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι στην εταιρεία προηγουμένως ήταν η Άντζελα Αγαθαγγέλου ως μέτοχος μαζί με τον καθ΄ ου η αίτηση 2. Νεφελώδης και ομιχλώδης, χωρίς απτά αποδεικτικά στοιχεία που να καταδεικνύουν την προέλευση και καταβολή του χρηματικού ποσού των € 20,000 από τον αιτητή 1 προς τον καθ΄ ου η αίτηση 2. Η θέση του αιτητή 1, για να υποστηρίξει ουσιαστικά την θέση ότι είναι συνεισφορέας και ότι νομιμοποιείται στην καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης ένεκα του ότι υλοποιήθηκε εν μέρει η συμφωνία των εμπλεκόμενων μερών με την απόδοση στον αιτητή 1 το 30% των μετοχών και συνεπώς δεν έχουν γίνει πλήρη εξόφληση, χαρακτηρίζεται από εγγενή, εξ΄ ορισμού και αντικειμενική αδυναμία να υποστηρίξει την θέση του, διότι η όλη πορεία του ως μετόχου της εταιρείας χωρίς οποιαδήποτε απτή και γενικά χειροπιαστή μαρτυρία ότι επιφύλαξε τα δικαιώματα του καθ΄ όλην την πορεία του χρόνου και έχοντας μάλιστα υπ΄ όψη και την μερική μεταβίβαση των μετοχών του στα παιδιά του, χωρίς πάλι να γίνει οποιαδήποτε μνεία, επιφύλαξη ή όχληση, εκθεμελιώνουν κάθε στέρεο υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας για δικαιολογηθεί το έννομο συμφέρον των αιτητών και συνακόλουθα από την στιγμή που η αίτηση δεν έγινε από πιστωτή, συνεισφορέα ή από την εταιρεία, όπως απαιτείται το άρθρο 32
(1)των κανονισμών (βλ. PRINTEK DATAFORMS EXPRESS lτd 2003 1 Α.Α.Δ. σελ. 1193), και που δεν έχει καταδειχθεί ότι οι αιτητές κατέστησαν συνεισφορείς ως ερμηνεύθηκε στην υπόθεση Χριστάκης Μιχαήλ κ.α. - ν - Επίσημου Παραλήπτη 1999 1 Α.Α.Δ. σελ. 1033, στερεί από τους αιτητές να εγείρουν την παρούσα διαδικασία, με άμεσο αντίκτυπο το μη ορατό της πιθανότητας επιτυχίας της κυρίως αίτησης. Η εκδοχή που παρουσιάστηκε από την πλευρά των αιτητών περί αυθαίρετης οικιοποίησης της εταιρείας από τον καθ΄ ου η αίτηση 2 και την θυγατέρα του με την ανάληψη των καθηκόντων της ως υπεύθυνης λογιστηρίου, έχει καταρριφθεί με την προσκόμιση των τεκμηρίων 8 και 9 της ένορκης δήλωσης του καθ΄ ου η αίτηση 2, διότι διαφάνηκε ότι η υπεύθυνη λογιστηρίου της εταιρείας, ουσιαστικά αναγκάστηκε να παραιτηθεί λόγω των επεμβάσεων που δεχόταν από την σύζυγο του αιτητή 1 και από τα παιδιά του, επιβεβαιώνοντας τις θέσεις του καθ΄ ου η αίτηση 2 και επί αυτού του θέματος δεν έχει ζητηθεί η αντεξέταση του καθ΄ ου η αίτηση 2 και ούτε αμφισβητήθηκαν τα προσόντα της θυγατέρας του καθ΄ ου η αίτηση 2. Αντικειμενικά, είναι αδύνατη η ΄΄δικτατορική΄΄ συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση στα πεπραγμένα της εταιρείας, από την στιγμή που η θυγατέρα του δεν είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου και οι αιτητές αποτελούν την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και ούτε για σκοπούς οριστικοποίησης του εκδοθέντος Διατάγματος δύναται να γίνει αποδεκτή η εισήγηση και η θέση των αιτητών, ότι λόγω της δυνατότητας περιορισμού των μελών σε έναν και του τρόπου διεξαγωγής της ψηφοφορίας, ο καθ΄ ου η αίτηση 2 θα καταστεί ο απόλυτος άρχων της εταιρείας, διότι αυτή η πρόνοια του καταστατικού είναι σεβαστή ως εσωτερική διαρρύθμιση της εταιρείας και που προυπήρχε της εισδοχής των αιτητών στην εταιρεία ως μετόχων και το γνώριζαν και το αποδέχτηκαν ή τουλάχιστον όφειλαν να το γνωρίζουν και σίγουρα δεσμεύονται από αυτές τις πρόνοιες. Συνακόλουθα η διαιώνιση της απαγόρευσης σύγκλησης γενικών συνελέυσεων λόγω αυτής της θέσης, θα οδηγούσε στο νομικά παράδοξο να μην συντελεστεί ξανά γενική συνέλευση, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον και να μην υποβληθούν οι ετήσιες εκθέσεις στον Έφορο Εταιρειών, ως είναι η ρητή υποχρέωση κάθε εταιρείας και η νομοθετική πρόνοια αυτή κρίνεται ως δημοσίας τάξεως, εξ΄ ου και οι δραστικές συνέπειες που προβλέπονται με την δυνατότητα διαγραφής της εταιρείας. Το Δικαστήριο, ως θεματοφύλακας της νομοθεσίας, δεν θα επέτρεπε την συνέχιση ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος, διότι πρακτικά τουλάχιστον, θα ισοδυναμούσε με την μη δυνατότητα συμμόρφωσης της εταιρείας στο να υποβάλει τις ετήσιες εκθέσεις, με την συγκάλυψη Δικαστικού Διατάγματος, πράγμα ανεπίτρεπτο και έξω από το γράμμα και σκοπό του Νόμου. Έγινε εισήγηση από πλευράς αιτητών όπως γίνουν οι σχετικές μελέτες και γενικά να εξεταστεί η όλη εικόνα της εταιρείας και τότε να υπογραφτούν οι σχετικές εκθέσεις και σε ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο αυτό είναι εφικτό σε περίπτωση διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή και κατά πόσο αυτή η ρύθμιση θα δέσμευε τον προσωρινό εκκαθαριστή, η πλευρά των αιτητών προθυμοποιήθηκε να γίνει σχετική δέσμευση προς αυτόν τον σκοπό, ήτοι να εξεταστεί η όλη εικόνα της εταιρείας και οι εκθέσεις και να συγκληθεί η γενική συνέλευση. Αυτή η τοποθέτηση ή ρύθμιση, δεν δύναται να γίνει αποδεκτή, διότι εκφεύγει του ρόλου και του σκοπού που έχει να επιτελέσει ο προσωρινός εκκαθαριστής, ως αναφέρεται πιο πάνω κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής που διέπει τον προσωρινό εκκαθαριστή και θα υπήρχε ο κίνδυνος η όλη διαδικασία να εισέλθει σε αχαρτογράφητα νομικά ύδατα, εν΄ όψει και του ότι ο διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή, δεν είναι ενδιάμεσο Διάταγμα, διότι αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης και όχι σε μια απλή ενδιάμεση ρύθμιση (βλ. Σύγγραμμα Η Εκκαθάριση Εταιρειών του Δρ. Ανδρέα Ποιητή 2η έκδοση 2015, σελ. 90). Όπως διαφαίνεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, οι αιτητές γνώριζαν για συγκεκριμένη δοσοληψία που αναφέρθηκαν σην ένορκη τους δήλωση, διότι διαφάνηκε ότι η πιστωτική σημείωση έφερε το όνομα του αιτητή 3 και που φέρει ημερομηνία προγενέστερη της έγερσης των προβλημάτων μεταξύ των διαδίκων, άρα σε χρόνο πριν να εγερθεί ζήτημα αποκλεισμού τους, καταδεικνύοντας έτσι απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος εκ μέρους τους. Ο ισχυρισμός του καθ΄ ου η αίτηση 2 ότι έχει χρησιμοποιήσει προσωπικά χρήματα από δική του προθεσμιακή κατάθεση για κάλυψη των αναγκών της εταιρείας, παρέμεινε ως έχει χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση του και που αυτή του η πράξη, καταδεικνύει το ακριβώς το αντίθετο από τις θέσεις των αιτητών, ήτοι καταδεικνύει ότι όχι μόνο δεν εξυπηρετεί τα συμφέρντα του εις βάρος της εταιρείας, αλλά συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Έγινε προσπάθεια διασύνδεσης της υπογραφής για την παραχώρηση τραπεζικών διευκολύνσεων, για να καταδειχθεί καταπιεστική συμπεριφορά του καθ΄ ου η αίτηση 2, πλην όμως αυτή η θέση δεν έχει έρεισμα στην λογική, διότι η παραχώρηση των τραπεζικών διευκολύνσεων από την νέα τράπεζα, ισοδυναμούσε με σημαντική μείωση του επιτοκίου από αυτό που καταβαλλόταν μέχρι πρότινος σε άλλη τράπεζα και αυτό καταδεικνύει προσπάθεια και μάλιστα επιτυχή του καθ΄ ου η αίτηση 2, όπως η εταιρεία και κατ΄ επέκταση οι μέτοχοι αυτής που είναι οι διάδικοι, να επιβαρύνονται με χαμηλότερο ποσοστό επιτοκίου. Η υπογραφή από τον αιτητή 1 των εν λόγω εγγράφων, ισοδυναμεί με αντικειμενικό κώλυμα από του να εγείρεται τέτοιος ισχυρισμός, λόγω του θετικού αντικτύπου που έχει η σημαντική μείωση του επιτοκίου. Από τα πιο πάνω, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι, πέραν της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων που από μόνο του οδηγεί στην ακύρωση του εκδοθέντος Διατάγματος, εν τούτοις ακόμα και να μην υπήρχε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, το ισοζύγιο της ευχέρειας και πάλι θα οδηγούσε στην ακύρωση του Διατάγματος και το ίδιο ισχύει και για την μη έκδοση του δεύτερου αιτούμενου Διατάγματος, διότι ακόμα και να εκδιδόταν το δεύτερο αιτούμενο Διάταγμα, δεν θα αναιρούσαν τις προσωπικές υποχρεώσεις των αιτητών ως μετόχων και εγγυητών έναντι της τράπεζας. Η αναντίλεκτη αναφορά και αδιαμφισβήτητη αναφορά του κ. Άριστου Σαββίδη στην παράγραφο 10 (ιι) ότι ναι μεν δεν υπάρχει επαρκής επικοινωνία μεταξύ των δύο αδερφών αλλά εάν αποκατασταθεί, θα επανέλθει η εταιρεία σε καλή πορεία, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι για διάφορα θέματα, όπως π.χ. αμφισβητήσεις αναφορικά με θέματα λογαριασμών και εκθέσεων και το περιεχόμενο τους αντί να απαντηθούν στην έκτακτη γενική συνέλευση, απαντήθηκαν στα πλαίσια της παρούσας αντιδικίας και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η συνέχιση της ισχύος του Διατάγματος θα έφερνε την εταιρεία εκτεθιμένη σε προμηθευτές και πιστωτές, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις και ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια όπως ακυρώσει το εκδοθέν Διάταγμα, για να συμμορφωθεί άλλωστε και με την υποχρέωση της η εταιρεία να εξετάσει και να υποβάλει τις ετήσιες εκθέσεις στον έφορο εταιρειών, αφού προηγηθεί η σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, στην οποία θα δοθεί και η ευκαιρία και στις δύο πλευρές να εξετάσει η μια πλευρά την άλλη για το τι λαμβάνει χώρα στις επαρχίες Λευκωσίας και Λεμεσού, διότι ως έχει διαφανεί, αλλά και παραδεχθεί η πλευρά των αιτητών στην αγόρευση τους, ούτε ο καθ΄ ου η αίτηση 2 γνωρίζει τι γίνεται στην Λευκωσία, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι δεν γνωρίζει η δεξιά τι ποιεί η αριστερά. O διορισμός προσωρινού εκκαθαριστή υπό τις περιστάσεις, δεν θα εξυπηρετούσε τον ρόλο και τον σκοπό του ως πιο πάνω αναλύθηκε, διότι η εταιρεία ήδη βρίσκεται σχεδόν αντιμέτωπη με τον κίνδυνο προμηθευτές και πιστωτές να κινηθούν εναντίον της και εν΄ όψει του ότι ο προσωρινός εκκαθαριστής έχει ως ρόλο την προστασία του ενεργητικού της εταιρείας και την διατήρηση του καθεστώτος στο οποίο εμπίπτουν και οι υποχρεώσεις της εταιρείας και δεν έχει ενώπιον του το Δικαστήριο οποιοδήποτε στοιχείο που να δικαιολογεί την χρησιμότητα και σκοπιμότητα του διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή, εν΄ όψει των άμεσων κινδυνων που βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη η εταιρεία. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, το εκδοθέν προσωρινό Διάταγμα ακυρώνεται, το δεύτερο αιτούμενο Διάταγμα απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εις βάρος των αιτητών, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας της κυρίως αίτησης. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο