← Κύπρος

Αναφορικά με την Πολυξένη Ζήνωνος Χριστοφή (Πογιατζή), τέως από το Πέρα Πεδί της επαρχίας Λεμεσού, Αρ. Αίτησης: 136/14, 13/7/2016

Αναφορικά με την Πολυξένη Ζήνωνος Χριστοφή (Πογιατζή), τέως από το Πέρα Πεδί της επαρχίας Λεμεσού, Αρ. Αίτησης: 136/14, 13/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A331 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Δικαιοδοσία Επικύρωσης Διαθηκών Ενώπιον: Στ. N. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 136/14 Αναφορικά με την Πολυξένη Ζήνωνος Χριστοφή (Πογιατζή), τέως από το Πέρα Πεδί της επαρχίας Λεμεσού, αποβιώσασα ...................................................... Αίτηση ημερ. 9.7.2015 για διόρθωση της Διαθήκης ημερ. 4.4.2013 13 Ιουλίου, 2016 Εμφανίσεις: Για εκτελεστή διαθήκης - αιτητή: κ. Αλέξης Νεοκλέους. Για κληροδόχους - καθ' ων η αίτηση: κ. Πέτρος Ελευθερίου. Για διαχειριστή περιουσίας - ενδιαφερόμενο μέρος: κ. Αυγουστής Κωνσταντίνου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η παρούσα απόφαση είναι ίσως η πρώτη που αφορά το νέο εισαχθέν άρθρο 23Α του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου Κεφ.

  1. Ας δούμε τι ακριβώς πυροδότησε την επίκληση του εν λόγω άρθρου. Σύμφωνα λοιπόν με την ένορκη δήλωση του δικηγόρου και εκτελεστή κ. Νεοκλή Ε. Νεοκλέους που συνοδεύει την παρούσα Αίτηση, στις 4.4.2013, συνέταξε στο δικηγορικό του γραφείο την τελευταία διαθήκη της Πολυξένης Ζήνωνος Χριστοφή (Πογιατζή), τέως από το Πέρα Πεδί. Την ίδια ημέρα, η διαθήκη υπεγράφη στο εν λόγω χωριό από την διαθέτιδα, στην ταυτόχρονη παρουσία δύο επιβεβαιωτών μαρτύρων, οι οποίοι, υπέγραψαν μεν στη δεύτερη (και τελευταία) σελίδα της διαθήκης, αλλά - εκ παραδρομής - δεν έθεσαν την υπογραφή τους στην πρώτη σελίδα της διαθήκης. Ως αποτέλεσμα τούτου, όταν επήλθε ο θάνατος της διαθέτιδος και καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο, αίτηση επικύρωσης της διαθήκης, ο πρωτοκολλητής αρνήθηκε την επικύρωση λόγω της μη εκπλήρωσης των επιτακτικών προϋποθέσεων του άρθρου 23 του Κεφ.
  2. Παρόλα ταύτα, σύμφωνα πάντα με τον εκτελεστή, η διαθήκη αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση της διαθέτιδος και συνεπώς η περίπτωση είναι κατάλληλη για να κηρυχθεί έγκυρη από την ημερομηνία εκτέλεσης της δυνάμει του προαναφερθέντος άρθρου 23Α. Επί τούτου, ζητείται συγκεκριμένα, η έκδοση.- «Διατάγματος του Δικαστηρίου το οποίον να διορθώνει την παράλειψη να τεθούν οι υπογραφές των επιβεβαιωτών μαρτύρων στην διαθήκη ημερ. 04/04/2013 και να κηρύξει την διαθήκη έγκυρη δυνάμει του άρθρου 23Α του Νόμου 96

(1)2015 από της εκτελέσεως της ως δίκαιο υπό τις περιστάσεις.» Η Αίτηση επιδόθηκε στους κληροδόχους και λοιπούς κληρονόμους και αφού εν τω μεταξύ είχαν εκδοθεί έγγραφα διαχείρισης, ειδοποιήθηκε και εμφανίστηκε ως ενδιαφερόμενο μέρος και ο διαχειριστής της περιουσίας της αποβιώσασας. Υπήρξε αντίδραση στην Αίτηση από όλους. Καταχωρήθηκαν δυο ξεχωριστές Ενστάσεις από διαφορετικούς μάλιστα δικηγόρους, μια εκ μέρους των κληροδόχων, ημερ. 12.1.2016 και μία εκ μέρους του διαχειριστή ημερ.22.1.
  1. Στην Ένσταση των κληροδόχων της διαθήκης, εγείρονται 13 ειδικοί λόγοι ένστασης, οι οποίοι, πλαισιώνονται από ένορκη δήλωση της κας Δέσποινας Νικολαΐδου - μίας εκ των κληροδόχων. Οι κληροδόχοι, δια της ένορκης αυτής δήλωσης, παραδέχονται, ότι, είναι εκ παραδρομής που δεν τέθηκε η υπογραφή των επιβεβαιωτών μαρτύρων στην πρώτη σελίδα της διαθήκης και, ότι, αυτή αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση της διαθέτιδος, αλλά θεωρούν, ότι, η διαθήκη δεν θα πρέπει να διορθωθεί. Ουσιαστικά τα θέματα που αναδεικνύουν είναι τέσσερα. Πρώτον, ότι, ο αιτητής, μολονότι εκτελεστής της διαθήκης, δεν εμπίπτει στον ορισμό του «οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου» που αναφέρεται στο άρθρο 23Α του Κεφ. 195 και επομένως κωλύεται να ζητά τη διόρθωση της διαθήκης. Ενδιαφερόμενα πρόσωπα και κατ' επέκταση δικαιούμενοι να ενεργοποιήσουν τον μηχανισμό του άρθρου 23Α είναι μόνο οι κληροδόχοι και κληρονόμοι. Δεύτερον, ο αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, μεταξύ των οποίων, το γεγονός ότι είχε καταχωρήσει στις 3.9.2014 την αίτηση 136/14 με την οποία ζητούσε οδηγίες σχετικά με την εγκυρότητα της διαθήκης. Την αίτηση αυτή την απέσυρε με επιστολή του προς τον πρωτοκολλητή, με αποτέλεσμα να υπάρχει δεδικασμένο και η παρούσα Αίτηση να αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας Τρίτον, οι κληροδόχοι έχουν ήδη κινηθεί νομικά εναντίον του εκτελεστή της διαθήκης, καταχωρώντας στις 30.4.2015 την αγωγή 1597/15 για επαγγελματική αμέλεια. Στα πλαίσια της αγωγής αυτής, διεκδικούν ως αποζημιώσεις το ποσό των €328.867 που ισοδυναμεί με το σύνολο της περιουσίας της αποβιώσασας, την οποία, θα διαμοιράζονταν δυνάμει της διαθήκης. Σε περίπτωση έγκρισης της Αίτησης, η αγωγή αυτή θα παραμείνει χωρίς αντικείμενο, θα πληγούν τα δικαιώματα των κληροδόχων και πιθανώς να καταδικαστούν και στα έξοδα Τέταρτον, ο διαχειριστής, στα πλαίσια της διαχείρισης έχει ήδη διανέμει όλη και/ή μερική από την περιουσία της αποβιώσασας σε κληρονόμους που δεν κατονομάζονται στη διαθήκη και είναι αδύνατο να επιστραφεί. Στην Ένσταση του διαχειριστή ημερ. 22.1.2016 εγείρονται 10 ειδικοί λόγοι ένστασης ενώ από πλευράς γεγονότων, πλαισιώνεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Η εν λόγω Ένσταση και ένορκη δήλωση κινούνται στις ίδιες περίπου γραμμές όπως και η Ένσταση και ένορκη δήλωση των κληροδόχων. Ο διαχειριστής επίσης παραδέχεται τα περί παραδρομής στη μη υπογραφή της πρώτης σελίδας της διαθήκης από τους επιβεβαιώνοντες μάρτυρες ενώ δεν αρνείται, ότι, η διαθήκη αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση της διαθέτιδος. Θεωρεί όμως και αυτός, ότι, η διαθήκη δεν πρέπει να διορθωθεί. Μεταξύ άλλων, αναδεικνύει το θέμα της μη αποκάλυψης, του δεδικασμένου και της κατάχρησης. Το θέμα της μερικής διανομής της περιουσίας - ειδικά των χρημάτων - και της δυσχέρειας που θα υπάρξει σε περίπτωση που οι δικαιούχοι κληθούν να τα επιστρέψουν. Το θέμα της αναρμοδιότητας του αιτητή, δηλαδή, το ότι, δεν εμπίπτει στον ορισμό του «οποιουδήποτε ενδιαφερομένου προσώπου» ενώ τέλος στηλιτεύει και το γεγονός, πως, η Αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις των επιβεβαιωτών μαρτύρων προς επαλήθευση των όσων ισχυρίζεται ο αιτητής. Για τους λόγους αυτούς, θεωρεί ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών, προς επίρρωση των προαναφερθέντων θέσεων, υιοθέτησαν και κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις. Τις αγορεύσεις αυτές τις έχω μελετήσει με προσοχή, σταθμίζοντας τις θέσεις και τα επιχειρήματα που εγείρονται. Επιμέρους αναφορά και σχολιασμός θα γίνει στη συνέχεια, εκεί και όπου χρειάζεται, για επίλυση της ανακύπτουσας διαφοράς. Ξεκινώ την εξέταση του ζητήματος με την αυτούσια παράθεση του επίμαχου άρθρου 23Α του Κεφ.
  2. 23Α
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 23, σε περίπτωση που διαπιστώνεται λάθος ή παράλειψη στις προβλεπόμενες στο άρθρο 23 διατυπώσεις διαθήκης ή γραμματικό ή αριθμητικό λάθος στο περιεχόμενο της διαθήκης, οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται να καταθέσει αίτηση στο Δικαστήριο για τη διόρθωση του λάθους ή της παράλειψης και το Δικαστήριο δύναται, αφού πειστεί προς τούτο και θεωρήσει δίκαιο υπό τις περιστάσεις, να διορθώσει το σχετικό λάθος ή την παράλειψη και η διαθήκη θεωρείται έγκυρη, όπως έχει διορθωθεί από το Δικαστήριο, από την ημερομηνία κατά την οποία εκτελέστηκε.
(2)Οι διατάξεις του εδάφιου
(1)εφαρμόζονται σε κάθε διαθήκη, ανεξάρτητα από την ημερομηνία εκτέλεσης της, εφόσον αυτή δεν έχει ακυρωθεί τελεσίδικα από το Δικαστήριο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Περί Διαθηκών και Διαδοχής (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 (96
(1)του 2015). (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ευθύς, διατυπώνω τη θέση, ότι, η ερμηνεία των καθ' ων η αίτηση του όρου «οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο» δεν με βρίσκει σύμφωνο. Οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεν σημαίνει μόνο τους δικαιούχους μιας διαθήκης και γενικότερα μιας κληρονομιάς αλλά και τους όποιους άλλους, δυνατόν να επηρεάζονται, νομικά, οικονομικά ή και άλλως πως από την εγκυρότητα ή ακυρότητα μιας διαθήκης. Σε αυτό το πλαίσιο, ενδιαφερόμενος, είναι σαφώς και ο εκτελεστής της διαθήκης, ιδιαίτερα δε, όταν, ως ειδικός, έχει καταρτίσει ο ίδιος τη διαθήκη και είναι έτσι, νομικά υπόλογος για τυχόν ελάττωμα που δυνατό να επιφέρει ακυρότητα. Κατ' αντιστοιχία θα παρέπεμπα στο άρθρο 53 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου Κεφ. 189 που δίδει το δικαίωμα σε ένα ευρύ φάσμα προσώπων - μεταξύ των οποίων οι διαχειριστές και εκτελεστές - να ζητήσουν την επίλυση από το Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, οποιουδήποτε ζητήματος που προκύπτει κατά τη διαχείριση της κληρονομιάς. Ως εκ τούτου κρίνω, ότι, ο αιτητής νομιμοποιείται στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Έρχομαι τώρα στους ισχυρισμούς για δεδικασμένο και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι γεγονός ότι στις 3.9.2014, ο αιτητής καταχώρησε αίτηση για την έκδοση οδηγιών αναφορικά με την εγκυρότητα της διαθήκης. Είναι επίσης γεγονός, ότι, κατόπιν επιστολής απόσυρσης των δικηγόρων του αιτητή, η εν λόγω αίτηση απερρίφθη από το Δικαστήριο στις 24.11.2014. Δεν είχε προηγηθεί η εμφάνιση οποιουδήποτε κληροδόχου ή άλλου ενδιαφερόμενου. Για να υφίσταται δεδικασμένο υπό την αυστηρή νομική έννοια θα πρέπει να πληρούνται τέσσερεις προϋποθέσεις. Πρώτον, η απόφαση να είναι τελεσίδικη. Δεύτερον, να υπάρχει ταύτιση διαδίκων. Τρίτον, να υπάρχει ταύτιση ιδιότητας διαδίκων και τέταρτον να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. (βλ. σύγγραμμα Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές
(2014), σελ.928, των Ηλιάδη και Σάντη). Στόχος του δεδικασμένου είναι να διασφαλιστεί η αρχή της τελεσιδικίας και να αποτραπεί το φαινόμενο ένας διάδικος να υποχρεωθεί να προστατεύσει τον εαυτό του δύο φορές για το ίδιο θέμα (βλ. Παπέττα v. Σ.Μ.Φλόκκας Λτδ κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1703). Η αρχή του δεδικασμένου, δεν τυγχάνει εφαρμογής σε ενδιάμεσες αιτήσεις παρά μόνο όταν υπάρχει απόφαση κατά τρόπο καθοριστικό επί της ουσίας των επιδίκων θεμάτων. Σχετική επί του ζητήματος είναι η υπόθεση Recnex Trading Limited κ.α. v. Τράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A269, Πολ. Έφεση 71/2011, ημερ. 16.4.2014, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώρηση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων. [.] Εξαρτάται πάντοτε από το κατά πόσο η απορριπτική απόφαση επεκτάθηκε σε ζητήματα επί της ουσίας. Σε αντίθετη περίπτωση, σε ενδιάμεσες αιτήσεις και εκεί όπου δεν αποφασίζεται οτιδήποτε, εκτός από το γεγονός ότι το Δικαστήριο για άλλους λόγους αρνήθηκε να παραχωρήσει τη θεραπεία που ο διάδικος ζήτησε, τότε το δεδικασμένο δεν καλύπτει την περίπτωση». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Spencer Bower, Turner and Handley, The Doctrine of Res Judicata, 1996, σελ.82: «Although some interlocutory orders may finally determine some question and be binding in later stages of the proceedings, the dismissal of an interlocutory application is not final and will not bar a further application on the ground of res judicata, although the further application is not likely to succeed unless supported by additional evidence or a different argument». Σε ότι αφορά το ζήτημα της κατάχρησης, σχετική είναι η υπόθεση Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1(A) C.L.R 348 στην οποία επισημαίνεται, ότι, κάθε Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να παρεμποδίζει κατάχρηση οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η εξουσία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Η όποια διαδικασία μπορεί να κατασταλεί όποτε η προσεπίκληση της μολύνεται από αλλότρια κίνητρα (βλ. επίσης Βασιλείου v. Μακρίδη
(2000)2 Α.Α.Δ. 133, M & M Loizou Ltd v. Jumbo Investments Ltd
(2000)2 Α.Α.Δ. 717 και Χαραλαμπίδης v. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει δεδικασμένο. Κατ' αρχάς, από το φάκελο, δεν φαίνεται, η πρώτη αίτηση, να επιδόθηκε στους κληροδόχους ή σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο ούτε και εμφανίστηκαν ποτέ ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, στην ουσία και στην πράξη, δεν προέκυψε ζήτημα, οι καθ' ων η αίτηση, να κληθούν να προστατεύσουν τον εαυτό τους δύο φορές για το ίδιο θέμα. Έτσι κι αλλιώς η αίτηση ημερ.3.9.2014 δεν ήταν αυτοτελής, αλλά παρεπόμενη της κυρίως αίτησης ημερ. 11.4.2014 για την παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης μετά συνημμένης διαθήκης. Ήταν δηλαδή ένα ενδιάμεσο διάβημα. Πέραν τούτου, δεν υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων. Στην πρώτη αίτηση, ο αιτητής ζητούσε την έκδοση οδηγιών σχετικά με την εγκυρότητα της διαθήκης ενώ εδώ, ζητά διάταγμα διόρθωσης συγκεκριμένης παράλειψης και συνακόλουθα, κήρυξη της διαθήκης, ως έγκυρης. Περαιτέρω, διαφέρει και το νομικό υπόβαθρο των δύο αιτήσεων. Η παρούσα Αίτηση, εδράζεται, κατά κύριο λόγο στο άρθρο 23Α του Κεφ. 195, το οποίο δεν υφίστατο κατά τον χρόνο καταχώρησης της πρώτης αίτησης. Το νέο αυτό στοιχείο, από μόνο του, αποτελεί μια ουσιαστική διαφοροποίηση που δικαιολογούσε τη λήψη καινούργιου διαβήματος. Για τους ίδιους ουσιαστικά λόγους και με δεδομένο ότι η νομική κατάσταση έχει ουσιωδώς διαφοροποιηθεί, δεν υπάρχει ούτε και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Συνεπώς, οι επί τούτων αιτιάσεις των καθ' ων η αίτηση απορρίπτονται. Ομοίως απορρίπτεται και η συναφής αιτίαση για μη αποκάλυψη της εν λόγω αίτησης ή και των άλλων στοιχείων που αναφέρθηκαν. Η αίτηση ήταν και είναι εντός του φακέλου και ουδόλως υπήρχε νόημα ή όφελος για τον αιτητή να επιχειρήσει να την αποκρύψει. Ούτε και τα άλλα αναφερθέντα στοιχεία, ήτοι, η αγωγή και η ύπαρξη της διαχείρισης ήταν δυνατόν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου. Έτσι κι αλλιώς, δεν εκδόθηκε μονομερώς οποιοδήποτε διάταγμα. Αντίθετα, διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης, με αποτέλεσμα, το καθήκον για αυστηρή και πλήρη αποκάλυψη να μη διαδραματίζει κανένα ουσιαστικό ρόλο στην έκβαση της Αίτησης. Σε ότι αφορά τη θέση, ότι, η παρούσα Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για να διασωθεί η αγωγή των κληροδόχων εναντίον του εκτελεστή για επαγγελματική αμέλεια, επισημαίνω απλώς, ότι, η θέση είναι τόσο απαράδεκτη όσο ακούγεται. Έργο του Δικαστηρίου, είναι η απονομή της δικαιοσύνης σε όλες της τις εκφάνσεις και όχι η παροχή υποβάθρου για την εξυπηρέτηση των όποιων οικονομικών διεκδικήσεων ενός διαδίκου, εναντίον του δικηγόρου του. Αβίαστα, απορρίπτεται και αυτή η θέση. Σε σχέση με τη θέση, ότι, ο διαχειριστής έχει ήδη προχωρήσει σε διανομή περιουσίας, διαπιστώνω κατ' αρχάς, ότι, υπάρχει διάσταση μεταξύ των θέσεων των καθ' ων η αίτηση. Στην ένορκη δήλωση της κας Νικολαϊδου (παρ.9) γίνεται λόγος για διανομή περιουσίας σε κληρονόμους, τόσο κινητής όσο και ακίνητης. Στην ένορκη δήλωση του κ. Βασιλείου όμως, γίνεται λόγος μόνο για τη διανομή χρημάτων (παρ.9). Αυτή φαίνεται να είναι και η πραγματικότητα. Από τα έγγραφα δε που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του κ. Βασιλείου, προκύπτει, ότι, ελάχιστοι είναι οι μη κληροδόχοι που έχουν λάβει χρήματα και εν πάση περιπτώσει τα ποσά που έλαβαν, δεν είναι ιδιαιτέρως μεγάλα. Συνεπώς κανένα ανυπέρβλητο εμπόδιο δεν θα υπάρξει με την εφαρμογή της διαθήκης. Ούτε και θα πρέπει να χρειαστεί η καταχώρηση οποιασδήποτε αγωγής για επιστροφή των χρημάτων αυτών, αφού σε περίπτωση εφαρμογής της διαθήκης, εξαλείφεται το υπόβαθρό επί του οποίου τα χρήματα τους δόθηκαν. Συνεπώς και αυτή η θέση απορρίπτεται. Τέλος η θέση του διαχειριστή, ότι, η Αίτηση θα έπρεπε να συνοδεύεται από ένορκες δηλώσεις των ίδιων των επιβεβαιωτών μαρτύρων, έχει κάποια λογική. Όμως η όποια αδυναμία προέκυψε από την παράλειψη αυτή, διορθώθηκε με τη ρητή παραδοχή όλων των καθ' ων η αίτηση, ότι, η μη υπογραφή στην πρώτη σελίδα, οφειλόταν απλώς σε παραδρομή και την επιπλέον ρητή παραδοχή των κληροδόχων (και τη μη άρνηση του διαχειριστή), ότι, η διαθήκη αντικατοπτρίζει την πραγματική βούληση της διαθέτιδος. Δεν υπάρχει συνεπώς κάτι άλλο που θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, οι μάρτυρες. Τέτοιες γνήσιες περιπτώσεις όπως η παρούσα, είναι που θέλησε να διασώσει ο νομοθέτης με την προσθήκη του άρθρου 23Α. Να παρασχεθεί δηλαδή εξουσία στο Δικαστήριο, να διορθώνει καλόπιστα λάθη και παραλείψεις και να τιμάται έτσι η τελευταία βούληση του διαθέτη, υπό συνθήκες που παλαιότερα η άκαμπτη και τυπολατρική εφαρμογή του άρθρου 23, οδηγούσε σε ακυρότητα. Η πλήρης ταύτιση της παρούσας περίπτωσης με τη βούληση του νομοθέτη προκύπτει και από τη αιτιολογημένη έκθεση της Πρότασης Νόμου, η οποία - με κάποιες διαφοροποιήσεις - οδήγησε τελικώς στην ψήφιση του τροποιητικού Νόμου 96
(1)/2015 που πρόσθεσε στον κυρίως Νόμο το άρθρο 23Α. Συγκεκριμένα στην παράγραφο 2.5 της εν λόγω έκθεσης (η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του αιτητή) αναφέρονται τα εξής: 2.5 «Η τροποποίηση σκοπό έχει την άρση οποιασδήποτε αδικίας ενδεχόμενα θα μπορούσε να προκληθεί για ακύρωση Διαθήκης για καθαρά τυπικούς λόγους όπως για παράδειγμα στην περίπτωση που, παρότι ο Διαθέτης υπέγραψε την Διαθήκη και όλες τις σελίδες αυτής, επειδή κάποιος Μάρτυρας παρέλειψε να μονογράψει μία σελίδα της Διαθήκης, αυτή να κινδυνεύει να κηρυχθεί άκυρη την στιγμή που μπορούν πολύ εύκολα οι Μάρτυρες να επιβεβαιώσουν προς ικανοποίηση Δικαστηρίου, ότι όντως η Διαθήκη εκτελέστηκε από τον Διαθέτη στην παρουσία τους.» Εν όψει λοιπόν όλων των πιο πάνω και του επιπλέον γεγονότος, ότι, η διαθήκη ουδέποτε έχει τελεσίδικα ακυρωθεί, η Αίτηση κρίνεται πέρα για πέρα δικαιολογημένη και ως τέτοια εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα διόρθωσης της παράλειψης των επιβεβαιωτών μαρτύρων να υπογράψουν ή μονογράψουν την πρώτη σελίδα της διαθήκης της αποβιώσασας Πολυξένης Ζήνωνος Χριστοφή (Πογιατζή) ημερ. 4.4.2013 και συναφώς η διαθήκη κηρύσσεται έγκυρη από την ημερομηνία εκτελέσεως της. Τέλος, ένεκα του ότι το όλο θέμα ήταν καινοφανές και η δοκιμασία του ενώπιον του Δικαστηρίου, ενδεχομένως, να ήταν δικαιολογημένη, θεωρώ, ότι, δεν θα πρέπει να υπάρξει οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ................................ Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.