OLGA VASILYEVA ν. ΞΕΝΟΦΩΝ ΦΟΒΕΡΟΣ, Αρ. Αγωγής: 692/08, 26/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A342 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 692/08 Μεταξύ: OLGA VASILYEVA Ενάγουσα και ΞΕΝΟΦΩΝ ΦΟΒΕΡΟΣ Εναγόμενος 26 Ιουλίου,
- Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα: κ. Σάββας Φασουλιώτης για ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΟΥΡΓΟΥΡΙΔΗΣ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.. Για τον εναγόμενο: κ. Κωστής Ευσταθίου για ΕΥΣΤΑΘΙΟΣ Κ. ΕΥΣΤΑΘΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε.. Α Π Ο Φ Α Σ Η Έγγραφες Προτάσεις Σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως, η ενάγουσα - ρωσικής καταγωγής - επισκέφθηκε την Κύπρο για διακοπές μεταξύ 9.4.2007-15.4.2007, διαμένοντας στο ξενοδοχείο FOUR SEASONS στη Λεμεσού. Κατά την εδώ διαμονή της γνώρισε τον εναγόμενο, με τον οποίο σύναψαν φιλική σχέση. Στο πλαίσιο αυτό, ανέφερε στον εναγόμενο, ότι, επιθυμούσε να αγοράσει έτοιμη κατοικία στην Κύπρο, προκειμένου να διαμένει κατά καιρούς, με τον ανήλικο γιο της. Περί τα τέλη του ίδιου μήνα, ο εναγόμενος την ενημέρωσε, ότι, είχε εξεύρει κατάλληλη κατοικία στον Αγ. Αθανάσιο και την κάλεσε να επιστρέψει στην Κύπρο προκειμένου να ολοκληρωθεί η αγορά. Η ενάγουσα, απεδέχθη την πρόσκληση του εναγομένου και επισκέφθηκε εκ νέου την Κύπρο μεταξύ 4.5.2007-6.5.2007, όπου, με τη μεσολάβηση του εναγομένου, κατέληξε σε συμφωνία για αγορά της εν λόγω κατοικίας. Κατόπιν, η ενάγουσα, ένεκα απουσίας της στο εξωτερικό, ζήτησε από τον εναγόμενο όπως ενεργήσει ως αντιπρόσωπος της προκειμένου να πληρωθεί το ποσό των £10.000 ως προκαταβολή και περαιτέρω επιπλωθεί και εξοπλιστεί κατάλληλα η κατοικία. Για τον σκοπό αυτό, μετέφερε σε λογαριασμό του εναγομένου στις 10.5.2007 - το αντίστοιχο σε δολάρια - ποσό €98.073,72, στις 14.5.2007, ποσό €35.026,33 και στις 20.6.2007 ποσό €30.000 (σύνολο €163.100,05). Ήταν ουσιώδης και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των μερών, ότι, ο εναγόμενος για κάθε πληρωμή θα παρουσίαζε στην ενάγουσα σχετική απόδειξη. Στο πλαίσιο αυτό, η ενάγουσα τόνισε στον εναγόμενο, ότι, η παράδοση τέτοιων αποδείξεων ήταν προϋπόθεση για την αποστολή των χρημάτων στον τραπεζικό του λογαριασμό. Από το συνολικό ποσό των €163.100,05, ο εναγόμενος πλήρωσε και παρουσίασε στην ενάγουσα αποδείξεις μόνο για ποσό €64.933,48 και παραλείπει να παρουσιάσει αποδείξεις για το υπόλοιπο ποσό των €97.426,16 (επ' αυτού φαίνεται να έγινε λάθος στην αφαίρεση. Το ποσό που θα έπρεπε να αναφέρεται είναι €98.166,57). Κατόπιν των έντονων παραστάσεων της ενάγουσας για επιστροφή του ποσού των €97.426,16 (£57.021), ο εναγόμενος, της παραδέχθηκε, ότι, οικειοποιήθηκε ποσό £40.000, αγοράζοντας με μέρος του εν λόγω ποσού, καινούργιο αυτοκίνητο μάρκας BMW και περαιτέρω πλήρωσε £20.000 ως προκαταβολή για την αγορά ενός διαμερίσματος. Πέραν των πιο πάνω, ο εναγόμενος, ακόμα και για τις πληρωμές που έκαμε και για τις οποίες παρουσίασε στην ενάγουσα αποδείξεις, την εξαπάτησε περαιτέρω, αφού από έρευνες που έγιναν εκ μέρους της εκ των υστέρων, διαφάνηκε, ότι, ο εναγόμενος, - (α) την υπερχρέωσε €2.221,18 για έπιπλα κήπου που αγόρασε. (β) την υπερχρέωσε €28.874,90 για έπιπλα που αγόρασε από το κατάστημα BELLA CASA. Για να πετύχει όλα τα πιο πάνω ο εναγόμενος χρησιμοποίησε δόλο, απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Επ' αυτών παρατίθενται λεπτομέρειες στην παράγραφο 15 της Έκθεσης Απαίτησης. Επισημαίνω, ότι, στις εν λόγω λεπτομέρειες, φαίνεται, να υπάρχουν κάποιες διαφορές στα ποσά που παρατίθενται. Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών, η ενάγουσα, στηριζόμενη σε παράβαση συμφωνίας (ίσως και δόλο), αδικαιολόγητο πλουτισμό και των αρχών δημιουργίας καταπιστεύματος, διεκδικεί από τον εναγόμενο τα ποσά των €97.426,16, €2.221,18 και €28.874,90 αντίστοιχα. Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του, δικογραφεί μια εντελώς διαφορετική θεώρηση γεγονότων και ισχυρισμών. Κατ' αρχάς εγείρει προδικαστική ένσταση, ισχυριζόμενος, ότι, οι σχέσεις των διαδίκων κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήταν φιλικές αλλά ερωτικές, σε σημείο μάλιστα που σκόπευαν να τελέσουν γάμο. Όλα, όσα έγιναν και αφορούν την παρούσα υπόθεση, έγιναν με προοπτική τον γάμο, με αποτέλεσμα να αποτελούν «περιουσιακές διαφορές», για την επίλυση των οποίων, αποκλειστική δικαιοδοσία έχει το Οικογενειακό Δικαστήριο. Ο γάμος όντως έγινε στις 18.7.2007 και οι διάδικοι έζησαν αρμονικά μέχρι τις 13.1.2008, οπότε και επήλθε διάσταση εξ υπαιτιότητάς της ενάγουσας. Άνευ βλάβης της προδικαστικής αυτής ένστασης, ο εναγόμενος απορρίπτει όλους τους κύριους ισχυρισμούς και θέσεις της ενάγουσας. Θέση δίκη του, είναι, ότι, περί τα τέλη Απριλίου του 2007 βρήκε πράγματι την κατοικία στο Αγ. Αθανάσιο και αποφάσισαν μαζί με την ενάγουσα να την αγοράσουν και να αποτελέσει έτσι το συζυγικό τους σπίτι. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέλαβε, με χρήματα που θα του έστελνε η ενάγουσα αλλά και με δικά του χρήματα, να το επιπλώσει και να το εξοπλίσει. Τούτο, το έπραξε ως σύζυγος της ενάγουσας και χωρίς η ενάγουσα να του θέσει οποιανδήποτε προϋπόθεση παρουσίασης αποδείξεων. Τα δε χρήματα που του απέστειλε η ενάγουσα, πέραν των πληρωμών που έγιναν για την κατοικία, χρησιμοποιήθηκαν στα πλαίσια της «μεγάλης ζωής» που έκαμναν, όπως την πληρωμή ταξιδιών, εστιατορίων, ρούχων και άλλων ειδών πολυτελείας. Ουδέποτε οικειοποιήθηκε οποιαδήποτε χρήματα που του απέστειλε η ενάγουσα. Για κάθε δαπάνη, η ενάγουσα ήταν ενήμερη και ουδέποτε είχε οποιαδήποτε απαίτηση παρά μόνο όταν επήλθε διάσταση μεταξύ τους και τότε, για εκδικητικούς και μόνο λόγους. Για τους λόγους αυτούς ζητά απόρριψη της αγωγής της ενάγουσας με έξοδα σε βάρος της. Στην Απάντηση της, η ενάγουσα, μολονότι, παραδέχεται τα περί ερωτικού δεσμού και σύναψης γάμου με τον εναγόμενο, εμμένει στις θέσεις της, ισχυριζόμενη, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο αποστολής των χρημάτων στον εναγόμενο, δεν υπήρχε πρόθεση και/ή προοπτική γάμου. Ως εκ τούτου είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο που έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της υπόθεσης. Πέραν τούτου, ισχυρίζεται, ότι, όλα τα χρήματα για επίπλωση και εξοπλισμό της κατοικίας της στον Άγιο Αθανάσιο, τα πλήρωσε η ίδια. Η ίδια πλήρωνε και τα διάφορα έξοδα (ταξίδια, εστιατόρια κ.α.) με δικά της, ξεχωριστά χρήματα και όχι με τα χρήματα που απέστειλε στον εναγόμενο. Τέλος αρνείται, ότι ήταν ενήμερη των δαπανών του εναγομένου, εμμένοντας στη θέση, ότι, τα χρήματα προορίζονταν αποκλειστικά για την κατοικία. Τέλος ισχυρίζεται, ότι, καθ' όλη τη διάρκεια του γάμου ζητούσε εξηγήσεις από τον εναγόμενο για την τύχη των επιδίκων χρημάτων, αλλά αυτός προσπαθούσε συστηματικά να την παραπλανήσει. Η Ακροαματική Διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε, έδωσαν προφορική μαρτυρία μόνο οι διάδικοι, ενώ επιπλέον κατατέθηκαν τεκμήρια και έγιναν παραδεκτά γεγονότα. Τα τεκμήρια που κατατέθηκαν είναι τα εξής: Τεκμήριο 1 Κατάλογος Παραδεκτών Γεγονότων. Τεκμήριο 2Α Γαμήλια Σύμβαση στη Ρωσική γλώσσα. Τεκμήριο 2Β Γαμήλια Σύμβαση στην Ελληνική γλώσσα. Τεκμήριο 3 Απόφαση στην Αγωγή 582/
- Τεκμήριο 4 Καταστάσεις λογαριασμών από 17.1.2006 μέχρι 28.12.
- Τεκμήριο 5 Επιστολή - Βεβαίωση ημερ. 22.10.2015 Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού. Τεκμήριο 6 Δέσμη αποτελούμενη από 12 φωτογραφίες. Τεκμήριο 7 Προσωρινό Διάταγμα ημερ. 29.1.2008 Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τεκμήριο 8 Επιστολή ημερ. 21.2.
- Τεκμήριο 9 Απόδειξη ημερ. 6.6.
- Τεκμήριο 10 Αντίγραφο σελίδας διαβατηρίου της Ενάγουσας με κάποιες σφραγίδες. Τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν είναι τα ακόλουθα: «
- Η ενάγουσα στις 16.05.2007, 18.05.2007 και 06.06.2007 ενέβασε σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγόμενου το συνολικό ποσό των €163.100,
- Ο εναγόμενος εκ του πιο πάνω ποσού προέβη στις ακόλουθες πληρωμές συνολικού ποσού €66.189,56 προς τρίτους για οφειλές της ενάγουσας προς αυτούς για τις οποίες της παρέδωσε τις σχετικές αποδείξεις: Ημερ. Πληρωμής Ποσό Πληρωμής Σκοπός Πληρωμής (α) 17.05.2007 €17.086,01 Προκαταβολή για αγορά κατοικίας στην Λεμεσό (β) 06.06.2007 €28.021,06 Αγορά επίπλων από Bella Casa (γ) 18.06.2007 €2.221,18 Αγορά φωτιστικών από Pisinos (δ) 26.05.2007- 01.06.2007 €13.668,81 Αγορά οικιακού εξοπλισμού από Ά.Αριστοτέλους Λτδ (ε) 20/06/2007 22/06/2007 €3.688,87 Αγορά τηλεοράσεων και άλλων ειδών από Achelec (στ) 04.09.2007 €633,89 Αγορά οικιακών συσκευών από Virardi (ζ) 21.08.2007 €869,68 Αγορά ειδών υγιεινής από Κώστα Μ. Νουρής Λτδ
- Επιπρόσθετα, ο εναγόμενος προέβη στις ακόλουθες πληρωμές συνολικού ποσού €16.075,82 προς τρίτους για ποσά που όφειλε η ενάγουσα προς αυτούς και για τις οποίες δεν της παρουσίασε οποιεσδήποτε αποδείξεις πληρωμής πριν από την έναρξη της ακρόασης της αγωγής, πλην όμως η ενάγουσα αποδέχεται ότι έγιναν και ως εκ τούτου περιορίζει την αξίωση της εις βάρος του Εναγόμενου στο ποσό των €80.834,
- Ημερ. Πληρωμής Ποσό Πληρωμής Σκοπός Πληρωμής (α) 25.06.2007 €3.075,48 Αγορά επίπλων κήπου από Melissa Rattan (β) 27.06.2007 €512.58 Αγορά ενός χρηματοκιβωτίου από Marios Matrheou (γ) 28.06.2007 €341,72 Unicover (iron) (δ) 20.07.2007 - 23.07.2007 €519,41 Αγορά φωτιστικών Pisinos (ε) 02.08.2007 €1.375,03 Αγορά ειδών μπάνιου από Epiphaniou (στ) 02.08.2007 €10.251,60 Για κατασκευή κιόσκι-γκαράζ από Στέφανο Γεωργίου Λτδ
- Μετά την έναρξη της ακρόασης της αγωγής ο εναγόμενος παρουσίασε επίσης προς την ενάγουσα αποδείξεις σύμφωνα με τις οποίες δικαιολογεί τη διάθεση συνολικού ποσού €70.588,65 ως ακολούθως: (α) Κατάθεση στον προσωπικό λογαριασμό του στην Universal Bank στις 22.05.2007, €29.046,
- (β) Πληρωμή στην εταιρεία Pilakoutas Ltd για την αγορά αυτοκινήτου BMW με αρ. εγγραφής KQU 16 για δική του προσωπική χρήση €37.589,
- (γ) Αγορά διαφόρων κοσμημάτων τα οποία αρχικά είπε στην ενάγουσα ότι της τα έκαμε ο ίδιος δώρο, αλλά μετά που χώρισαν ζήτησε από την ενάγουσα να του τα επιστρέψει κι' αυτή έτσι έπραξε €3.953,
- Οι διάδικοι γνωρίστηκαν τον Απρίλιο του 2007 στη Λεμεσό και σύναψαν αμέσως ερωτική σχέση μεταξύ τους. Στις 02.07.2007 υπογράφτηκε προγαμιαίο συμβόλαιο μεταξύ τους στη Μόσχα και στις 18.07.2007 παντρεύτηκαν στο Δημαρχείο Αραδίππου. Στις 18.03.2009 εκδόθηκε διάταγμα λύσης του γάμου τους.
- Ο εναγόμενος επισκέφτηκε την ενάγουσα στη Μόσχα από 08.06.2007 μέχρι 17.06.2007 και από 30.06.2007 μέχρι 14.07.
- Και τις δύο φόρες τα αεροπορικά εισιτήρια του τα πλήρωσε η ενάγουσα. Την πρώτη φορά ταξίδεψε σε οικονομική θέση και τη δεύτερη σε πρώτη θέση (business class).
- Μετά το γάμο τους οι διάδικοι πήγαν ταξίδι του μέλιτος από 04.08.2007 μέχρι 19.08.2008 στην Ιταλία και την Αγγλία. Το συνολικό κόστος του ταξιδιού καταβλήθηκε από την ενάγουσα. Το ίδιο συνέβη όταν οι διάδικοι μαζί με το γιο της ενάγουσας πήγαν ταξίδι στην Ελβετία από 02.1.2008 μέχρι τις 12.01.2008.» Όπως προανέφερα, από πλευράς προφορικής μαρτυρίας κατέθεσαν οι διάδικοι. Η ενάγουσα καταθέτοντας πρώτη, υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο 1Α στην ελληνική και έγγραφο 1Β στη ρωσική), αποτελούμενη από 14 παραγράφους. Στις πρώτες 12 παραγράφους, επαναλαμβάνει - σχεδόν αυτολεξεί - τις πρώτες 11 παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης. Επαναλαμβάνει δηλαδή όλους τους ισχυρισμούς που παρέθεσα ανωτέρω, πλην των ισχυρισμών που αφορούν σε υπερχρεώσεις σχετικά με τα έπιπλα κήπου και τα άλλα έπιπλα από το κατάστημα BELLA CASA. Για το θέμα αυτό δεν αναφέρει το παραμικρό. Μια άλλη μικρή, αλλά σημαντική διαφοροποίηση, είναι ο χαρακτηρισμός της σχέσης της με τον εναγόμενο, την οποία από «φιλική» που αναφέρεται στο δικόγραφο την αναβαθμίζει σε «ερωτική». Σε σχέση με τους λοιπούς της ισχυρισμούς, διευκρινίζει, ότι, κατά τον χρόνο που μετέφερε τα χρήματα στον λογαριασμό του εναγομένου, δεν υπήρχε προοπτική γάμου. Για πρώτη φορά μίλησαν για γάμο, όταν ο εναγόμενος πήγε στη Μόσχα περί τα τέλη Ιουνίου 2007 και της έκαμε πρόταση γάμου την οποία και αποδέχτηκε. Αντεξεταζόμενη, διευκρίνισε, ότι, τις αποδείξεις που της έδωσε ο εναγόμενος, της τις έδωσε μετά το ταξίδι του μέλιτος, δηλαδή μετά τις 19.8.
- Τον εναγόμενο τον γνώρισε στις 9.4.2007 και τον ερωτεύτηκε σφοδρά, έχοντας ερωτικές σχέσεις μαζί του από την πρώτη κιόλας ημέρα. Σε αυτό το πλαίσιο, τον διόρισε αντιπρόσωπο της. Ως άνθρωπο, δηλαδή, με τον οποίο ήταν ερωτευμένη και όχι ως [μελλοντικό] σύζυγο της. Ο ίδιος της είπε, ότι, οι Κύπριοι είναι ψεύτες και καλό θα ήταν, να διαπραγματευτεί αυτός τα καθέκαστα που αφορούσαν την κατοικία για να μην τη ξεγελάσουν. Αυτή ήταν ερωτευμένη μαζί του, τον εμπιστεύτηκε και του έδωσε τα χρήματα. Η συνεννόηση μάλιστα που είχαν, ήταν, ότι, θα άνοιγε ειδικό λογαριασμό όπου θα καταθέτονταν τα χρήματα για να μπορούσε έτσι να ήταν πιο εύκολος ο έλεγχος. Τέλος, αρνήθηκε υποβολή, ότι, η όλη της απαίτηση είναι εκδικητική, εξωθούμενη από την οργή και το μίσος που αισθάνεται για τον εναγόμενο. Ο εναγόμενος επίσης υιοθέτησε γραπτή δήλωση (έγγραφο 2) στην οποία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς και θέσεις που αναφέρονται στην Υπεράσπιση. Αναφέρεται και αυτός στον παράφορο τους έρωτα, τον οποίο μάλιστα, χαρακτηρίζει «ειδύλλιο». Η σχέση τους προχώρησε γρήγορα εξήγησε και κατά τη δεύτερη επίσκεψη της ενάγουσας - την οποία προσδιόρισε περί τα τέλη Απριλίου, αποφάσισαν να παντρευτούν και να κατοικήσουν σε σπίτι στη Λεμεσό, το οποίο θα αγόραζε η ίδια με δικά της χρήματα, λόγω της μεγάλης οικονομικής της ευρωστίας. Δεν θυμάται, ποιος έκαμε την πρόταση γάμου, αλλά το σίγουρο είναι ότι ήταν επιθυμία και τον δύο. Σε αυτό το πλαίσιο, ανέλαβε να εξεύρει κατάλληλη κατοικία και πράγματι βρήκε την κατοικία στον Αγ. Αθανάσιο, η οποία ήταν της αρεσκείας της ενάγουσας. Κατά την τρίτη επίσκεψη της ενάγουσας στις 24.5.2007, υπεγράφησαν και τα συμβόλαια. Η ενάγουσα απέστειλε στον λογαριασμό του, στις 16.5.2007 και 18.5.2007 ποσό (περίπου) £60.000 και £21.
- Απ' αυτό το ποσό κατέβαλε £10.000 ως προκαταβολή για την κατοικία στις 17.5.2007 και άλλες £45.000 (αδήλωτα και χωρίς απόδειξη) στις 23.5.
- Η ενάγουσα ήταν ενήμερη των πράξεων αυτών. Πέραν τούτων - πάλι με τη σύμφωνη γνώμη της ενάγουσας - πλήρωσε στις 22.5.2007, £17.000 που χρωστούσε για την αγορά ενός διαμερίσματος που είχε ο ίδιος αγοράσει από το
- Τα υπόλοιπα χρήματα τα χρησιμοποίησε για την οργάνωση του νοικοκυριού τους καθώς και για άλλα έξοδα. Από το συνολικό ποσό που κατέθεσε στον λογαριασμό του η ενάγουσα, εξόφλησε και εξόπλισε την κατοικία και πλήρωνε για την χλιδάτη ζωή που έκαμναν. Στα διάφορα έξοδα - στον βαθμό των δυνατοτήτων του - συνέβαλε και ο ίδιος, χωρίς να θεωρήσει σκόπιμο να κρατήσει και να παρουσιάσει αποδείξεις. Στις 19.6.2007 αγόρασε, έναντι ποσού €37.589,23 και το αυτοκίνητο ΒΜW, το οποίο, ουσιαστικά, ήταν το συζυγικό αυτοκίνητο, αν και μετά τον χωρισμό, το κατέχει ο ίδιος. Αντεξεταζόμενος επέμενε, ότι, για την τέλεση γάμου, μίλησαν κατά τη δεύτερη επίσκεψη της ενάγουσας στην Κύπρο. Ημερολογιακά, νομίζει, τούτο έγινε στις 8.5.
- Ερωτηθείς, πόσα χρήματα πλήρωσε συνολικά στον εργολάβο (developer) για την κατοικία, απάντησε £45.000 «μαύρα» και £10.000 για την προκαταβολή. Πλήρωσε επίσης £1.000 στον [κτηματο]μεσίτη. Σε σχέση με την καταβολή των £17.000 για εξόφληση του διαμερίσματος του, ανέφερε, ότι, η ίδια η ενάγουσα του είπε να το εξοφλήσει, συμπληρώνοντας με τη φράση «και την ευχαριστώ γι' αυτό». Και το ΒΜW αυτή του είπε να το αγοράσει. Ο ίδιος μάλιστα της είπε να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο πιο φτηνό, αλλά αυτή του είπε «όχι, να αγοράσεις ΒΜW». Μετά τη διάσταση τους, της πρότεινε - μέσω του δικηγόρου κιόλας - να της δώσει το BMW, αλλά αυτή δεν το ήθελε. Στη συνέχεια, ερωτηθείς εκ νέου - σε συσχετισμό αυτή τη φορά με τα όσα ανέφερε στην αγωγή 582/08 - για τα «μαύρα» χρήματα που πλήρωσε για την κατοικία, ανέφερε, ότι, ήταν £90.
- Απ' αυτά, ο εργολάβος (developer) του επέστρεψε £15.000 ως δώρο που του βρήκε πελάτη. Υποδειχθείς από τον κ. Φασουλιώτη, ότι, προηγουμένως είχε πει £45.000, αρνήθηκε το γεγονός τούτο. Σε σχέση με τις αποδείξεις, επέμενε, ότι, η ενάγουσα, μέχρι που επήλθε η διάσταση μεταξύ τους, ουδέποτε του είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Μετά το πέρας της μαρτυρίας, σειρά πήραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών για να παραθέσουν την επιχειρηματολογία τους. Αμφότεροι, ετοίμασαν, υιοθέτησαν και κατάθεσαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Ο κ. Φασουλιώτης σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, αναφέρθηκε στη νομολογιακή αρχή, σύμφωνα με την οποία, θέμα δικαιοδοσίας, αποφασίζεται στη βάση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης και μόνο. Στην προκειμένη περίπτωση, συνέχισε, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης που να προδιαγράφει διαφορά εμπίπτουσα στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Και έτσι να μην είναι τα πράγματα, συνέχισε ο συνήγορος, πάλι δεν δικαιολογείται η παραπομπή της υπόθεσης στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αφού τη στιγμή που η ενάγουσα μετέφερε τα χρήματα στον λογαριασμό του εναγόμενου, δεν υπήρχε προοπτική γάμου υπό την έννοια των «περιουσιακών διαφορών» που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Απ' εκεί και πέρα, ο κ. Φασουλιώτης υποστήριξε, ότι, συμφώνως της μαρτυρίας, θα πρέπει, δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και του εξ επαγωγής εμπιστεύματος (constructive trust), να επιδικαστεί στην ενάγουσα το ποσό των €80.834,67, το οποίο είναι το υπόλοιπο των €163.100,05 που η ενάγουσα μετέφερε στον λογαριασμό του εναγομένου και το οποίο, όχι απλώς δεν δικαιολόγησε με την προσκόμιση οποιωνδήποτε αποδείξεων αλλά αντίθετα, από τα παραδεκτά γεγονότα, προκύπτει, ότι, το χρησιμοποίησε για δικό του όφελος. Στον αντίποδα, ο κ. Ευσταθίου διαφώνησε σε σχέση με το θέμα της δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με τον κ. Ευσταθίου, η μαρτυρία, ξεκάθαρα κατέδειξε, ότι, όλα όσα έγιναν, έγιναν υπό την προοπτική και προσδοκία του γάμου και άρα η όλη διαφορά είναι κλασσική περίπτωση «περιουσιακής διαφοράς» που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Απ' εκεί και πέρα απέρριψε την εκδοχή της ενάγουσας περί της σύστασης κάποιου είδους συμφωνίας αντιπροσωπείας, υποστηρίζοντας, ότι, τούτη αποτελεί διαστρέβλωση των γεγονότων που σκοπό είχε να προσδώσει δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο. Και επί της ουσίας του πράγματος, συνέχισε ο κ. Ευσταθίου, η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί, αφού η ενάγουσα διεκδικεί δαπάνες που έκανε (όχι αποκλειστικά) για έξοδα που σχετίζονται με την αγορά και επίπλωση της δικής της κατοικίας, για δώρα που έχουν επιστραφεί και για δαπάνες που σχετίζονται με την προοπτική του γάμου. Τέλος υποστήριξε, ότι, τις όποιες αγορές του εναγομένου, η ενάγουσα τις γνώριζε και τις επικύρωσε υπό την έννοια του άρθρου 156 του Κεφ.149 και συνεπώς κωλύεται να διεκδικεί τώρα οποιαδήποτε χρήματα. Θέμα Δικαιοδοσίας Ως θέμα δημόσιας τάξης και ύψιστης σημασίας για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης, θα ξεκινήσω την εξέταση των επιδίκων θεμάτων, από το ζήτημα της αρμοδιότητας (δικαιοδοσίας) ή μη του παρόντος Δικαστηρίου που εγείρεται υπό μορφή προδικαστικής ένστασης στην παράγραφο 1 της Υπεράσπισης (βλ. Μιχαηλίδου v. Γρηγορίου
(1988)1 C.L.R. 88 και Central Co-operative Bank v. C.Y.E.M.S
(1984)1 C.L.R. 435). Το θέμα καθάπτεται της καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα κατά πόσο αρμοδιότητα για επίλυση της διαφοράς έχει το παρόν Δικαστήριο ή το Οικογενειακό Δικαστήριο. Σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)(ε) του περί Οικογενειακών Δικαστηρίων Νόμου 23/1990 θέματα περιουσιακών σχέσεων των συζύγων εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Στο άρθρο 2
(2)του ιδίου Νόμου οι περιουσιακές σχέσεις καθορίζονται ως οι σχέσεις που αφορούν κινητή και ακίνητη περιουσία η οποία αποκτήθηκε πριν από τον γάμο με την προοπτική του γάμου ή οποτεδήποτε μετά τη σύναψη του γάμου. Πολύς λόγος έγινε κατά την ακρόαση σε σχέση με το κατά πόσο, τη στιγμή που η ενάγουσα μετέφερε τα χρήματα στον λογαριασμό του εναγόμενου, υπήρχε ειλημμένη απόφαση να τελέσουν γάμου και άρα τα όσα επακολούθησαν έγιναν με «την προοπτική του γάμου» ή αν εκείνη τη στιγμή η σχέση τους ήταν απλά φιλική (ή και ερωτική) και άρα τα επακόλουθα να μη συνδέονται με μια τέτοια προοπτική. Υπήρξε διαφωνία μεταξύ των διαδίκων επί του ζητήματος αυτού και η μαρτυρία τους διίσταται. Η αρμοδιότητα όμως ενός Δικαστήριο, δεν καθορίζεται από την προσκομισθείσα μαρτυρία και δη μετά από αξιολόγηση, αλλά από τη δικογραφία. Είναι οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο δικόγραφο που θεμελιώνουν την ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος και στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd. v. Βιομηχανία Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, Ιωαννίδης v. Κρητικού
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 828 και Παναγιώτης Μιχαηλίδης Μωσαϊκά Λτδ v. Σιακαλλή
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.1324). Με αυτά κατά νου και λαμβάνοντας υπόψη μου, ότι, δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, η οποία να παραπέμπει σε περιουσιακή διαφορά μεταξύ συζύγων υπό την έννοια των προαναφερθέντων διατάξεων του Ν.23/1990, ανενδοίαστα, καταλήγω στο συμπέρασμα, ότι, το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο για επίλυση της διαφοράς των μερών. Υπό μορφή παρένθεσης, να επισημάνω, ότι, σε αντίθεση με το τι ίσχυε παλαιότερα, αν το Δικαστήριο διαπίστωνε έλλειψη αρμοδιότητας δεν θα απέρριπτε την υπόθεση, αλλά θα την παρέπεμπε στο Οικογενειακό Δικαστήριο για εκδίκαση με όλα τα συνεπαγόμενα μιας τέτοιας εξέλιξης (βλ. άρθρο 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960). Αξιολόγηση μαρτυρίας και άλλα παρεμφερή ζητήματα Έρχομαι τώρα στο θέμα της αξιολόγησης. Προτού καταπιαστώ με τις επιμέρους πτυχές της αξιολόγησης, θα πρέπει να επισημάνω, ότι, πολλά στοιχεία της υπόθεσης είτε έγιναν παραδεκτά είτε δεν αμφισβητήθηκαν είτε δεν έχουν πλέον καμία σημασία. Για παράδειγμα είναι παραδεκτό, ότι, η ενάγουσα μετέφερε σε λογαριασμό του εναγομένου το συνολικό ποσό των €163.100,
- Είναι επίσης παραδεκτό, ότι, μετά την παρουσίαση των διαφόρων αποδείξεων, η απαίτηση της ενάγουσας από το ποσό αυτό, περιορίζεται σε €80.834,
- Περαιτέρω είναι παραδεκτό, ότι, από το εναπομείναν αυτό ποσό, ο εναγόμενος αγόρασε - για δική του προσωπική χρήση - ένα όχημα μάρκας BMW έναντι ποσού €37.589,23 και κατάθεσε σε προσωπικό του λογαριασμό, για να εξοφλήσει ένα διαμέρισμα δικής του ιδιοκτησίας, ποσό €29.046,22 (£17.000). Μετά το εύρημα του Δικαστηρίου σε σχέση με το ζήτημα της δικαιοδοσίας, είναι άνευ σημασίας, ο βαθμός στον οποίο είχε αναπτυχθεί η σχέση των διαδίκων, όταν μεταφέρθηκαν τα χρήματα στον λογαριασμό του εναγόμενου και μετέπειτα, όταν εγίνοντο οι διάφορες αγορές και πληρωμές. Έχοντας αυτά κατά νου και εφαρμόζοντας τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης, λέγω, ότι, η ενάγουσα, κατά βάση, μου έκαμε καλή εντύπωση και αποδέχομαι έτσι τους κύριους ισχυρισμούς της. Πρόκειται, κατά την κρίση μου, για αξιόπιστη μάρτυρα. Συγκεκριμένα, αποδέχομαι, ότι, αυτή ήταν η κύρια χρηματοδότης της όλης σχέσης των διαδίκων όπως αποδέχομαι, ότι, έστω και εκ των υστέρων ζητούσε εξηγήσεις για τη διάθεση των χρημάτων που μετέφερε στον λογαριασμό του εναγόμενου. Υπό αυτή την έννοια, δεν χάρισε τα χρήματα στον εναγόμενο, δίδοντας του το ελεύθερο να τα ξοδέψει με όποιο τρόπο αυτός επιθυμούσε, χωρίς να χρειάζεται να της δώσει εξηγήσεις. Του τα έδωσε, για πολύ συγκεκριμένο σκοπό, αναμένοντας μια λελογισμένη διαχείριση και χρήση. Ομοίως, για ό,τι πλέον αξίζει, αποδέχομαι τη θέση της πως καθ' ον χρόνο απέστελλε τα χρήματα στον εναγόμενο, δεν είχαν λάβει απόφαση να τελέσουν γάμο, απλά, ενεργούσε υπό το κράτος του παράφορου έρωτα της για το πρόσωπο του εναγομένου. Ενόψει όμως αυτής της διαπίστωσης, δεν αποδέχομαι, ότι, διόρισε τον εναγόμενο, αντιπρόσωπο της, υπό την όποια νομική έννοια του όρου και ότι, δημιουργήθηκε μεταξύ τους, κάποιου είδους συμβατική σχέση. Ομοίως δεν αποδέχομαι, ότι, εκ των προτέρων, έθεσε ως προϋπόθεση για τη μεταφορά χρημάτων στον λογαριασμό του εναγομένου, την παρουσίαση αποδείξεων. Η δικογραφημένη αυτή θέση, η οποία, υιοθετήθηκε από τη μάρτυρα, διαψεύδεται από την ίδια τη ροή των γεγονότων, δηλαδή, από το γεγονός, ότι, χρήματα συνέχισαν να μεταφέρονται στον λογαριασμό του εναγόμενου χωρίς να παραδίδονται οποιεσδήποτε αποδείξεις και από το γεγονός, πως - όπως η ίδια η μάρτυρας ανέφερε - αποδείξεις, επιτακτικά, ζήτησε, μετά τον γάμο και συγκεκριμένα κατά το γαμήλιο ταξίδι μεταξύ 4.8.2007-19.8.2007, μήνες δηλαδή, μετά που δόθηκαν τα πρώτα χρήματα. Για τους λόγους αυτούς, καταρρέει η όποια βάση αγωγής, στηριζόμενη στο δίκαιο των συμβάσεων. Έτσι κι αλλιώς στην αγόρευση του κ. Φασουλιώτη, αυτή η βάση αγωγής εγκαταλείπεται, όπως εγκαταλείπεται η βάση αγωγής συναρτώμενη με το αστικό αδίκημα του δόλου (βλ. σελ.5, στοιχείο (β) της γραπτής αγόρευσης). Ομοίως, φαίνεται να εγκαταλείπονται οι δικογραφημένες αξιώσεις για υποτιθέμενες υπερχρεώσεις σε σχέση με έπιπλα. Ούτως ή άλλως για το ζήτημα αυτό, δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία. Στον αντίποδα, ο εναγόμενος δεν μου προξένησε καλή εντύπωση. Χωρίς να ισχυρίζομαι, ότι, το σύνολο των λεγομένων του είναι ψευδές - ούτε και θα μπορούσα εξάλλου, αφού πολλά από τα λεγόμενα του είναι κοινής αποδοχής - η όλη του παρουσία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο τρόπος προσέγγισης του αλλά και το περιεχόμενο του λόγου του, ουδόλως με έπεισαν, ότι, πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Επ' αυτού υπάρχουν απτά στοιχεία που το επιβεβαιώνουν. Πρόκειται για τις ουσιαστικές ανακολουθίες και αντιφάσεις που ενυπάρχουν στους κόλπους της μαρτυρίας του. Η πρώτη και μείζονος σημασίας αντίφαση, αφορά στα (μαύρα) χρήματα που πλήρωσε στον εργολάβο για την κατοικία της ενάγουσας. Στην αρχή, χωρίς αναφορά σε δική του προμήθεια (ή δώρο) ανέφερε, ότι, το συνολικό πόσο που πλήρωσε (εξαιρουμένης της προκαταβολής) είναι £45.
- Στη συνέχεια, εντελώς αντιφατικά, ανάφερε, ότι, τελικά πλήρωσε ακόμα £45.000 στον εργολάβο και ο τελευταίος του επέστρεψε £15.000 ως δώρο που «του πήρε πελάτη». Ο «πελάτης» βέβαια, ήταν η ενάγουσα και μέλλουσα σύζυγος του. Το, ότι, ελάμβανε προμήθεια υπό τέτοιες συνθήκες, είναι ενδεχομένως ενδεικτικό, του κερδοσκοπικού τρόπου με τον οποίο προσέγγιζε την όλη κατάσταση. Άλλη ένδειξη αναξιοπιστίας, ήταν και το γεγονός, ότι, υποτίθεται δεν θυμόταν αν είναι ο ίδιος που έκαμε πρόταση γάμου στην ενάγουσα ή το αντίθετο. Ήταν κοινή τους επιθυμία, υποστήριξε. Λες και είναι δυνατό, δύο άνθρωποι να αναπτύξουν ταυτόχρονα μια τέτοια επιθυμία χωρίς καν να χρειαστεί να το προτείνει ο ένας στον άλλο και έπειτα να μετουσιώσουν σε πράξη αυτή τους την ταυτόχρονη επιθυμία, έτσι ώστε η αρχική πρωτοβουλία τελικώς να μην ανήκει στον ένα αλλά και στους δύο. Η σκοπιμότητα βέβαια ήταν προφανής και είχε να κάμει με την προσπάθεια του εναγομένου «να θολώσει τα νερά» σε σχέση τον ξεκάθαρο χρονικό προσδιορισμό της ενάγουσας, ότι, η πρόταση γάμου που της έγινε, έλαβε χώρα περί τα τέλη Ιουνίου, όταν ο εναγόμενος την είχε επισκεφθεί στη Ρωσία. Τότε, υπενθυμίζω, όλα τα χρήματα είχαν ήδη μεταφερθεί στον λογαριασμό του. Άλλο στοιχείο αναξιοπιστίας, είναι το γεγονός, ότι, χαρακτήρισε το BMW, ουσιαστικά, ως κοινό τους αυτοκίνητο (παράγραφος 18 Εγγράφου 2), ισχυρισμός, ο οποίος αντιστρατεύεται της παραγράφου 5(β) των παραδεκτών γεγονότων, όπου ρητά αναφέρεται, ότι, το BMW ήταν για δική του προσωπική χρήση (βλ. κατ' αναλογία Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, 452, Ανδρέου κ.α. v. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ 498 και Κ.Ο.Τ v. Χαραλάμπους
(2000)2 A.A.Δ.186). Ως εκ των ανωτέρω, απορρίπτω τη μαρτυρία του εναγομένου. Νομική Πτυχή και Κατάληξη Έρχομαι στο τελευταίο σκέλος αυτής της απόφασης που αφορά στη νομική διάσταση της αρχής του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment), στην οποία - κρίνοντας από την αγόρευση του κ. Φασουλιώτη - η ενάγουσα, εναποθέτει, κατά κύριο λόγο, τις ελπίδες της για την απόδοση θεραπείας. Να τονίσω κατ' αρχάς, ότι, για να αποδοθεί θεραπεία, δεν χρειάζεται καν, η αγωγή να στηρίζεται σε μια τέτοια βάση, αν και στην προκειμένη περίπτωση, στηρίζεται. Η αρχή δεν αποτελεί αυτόνομη και αυτοτελή βάση αγωγής. Αρκεί, να δικαιολογείται η επίκληση της αρχής, με βάση τους προβαλλόμενους στα δικόγραφα ισχυρισμούς και την προσαχθείσα μαρτυρία. Ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, ως έννοια, βρίσκεται στον πυρήνα της γενικότερης αξίωσης για αποκατάσταση (restitution) που παρέχεται από τους κανόνες επιείκειας (βλ. Chitty on Contracts (General Principles) (27η έκδοση), σελ.1392, παρ.29-007 και Minerva Finance Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 2173). Πρόκειται για ιδιότυπη αρχή που έχει ως στόχο την απόδοση δικαιοσύνης σε περιπτώσεις που εκφεύγουν της στενής εφαρμογής των αρχών του δικαίου των συμβάσεων και γενικά δεν εντάσσονται στα στεγανά του κοινοδικαίου. Στο σύγγραμμα Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-007, αναφέρεται, ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου κάποιος έχει άδικα πλουτίσει σε βάρος άλλου και θα πρέπει έτσι να αποκαταστήσει την αδικία. Στην υπόθεση Κίτση v. Γενικού Εισαγγελέα
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1077, αναφέρθηκε ότι η αρχή του αδικαιολόγητου πλουτισμού προσφέρει ανταπόδοση πέραν και ανεξάρτητα οποιουδήποτε συμβατικού πλαισίου ή όπου το συμβατικό πλαίσιο αποτυγχάνει. Στο σύγγραμμα του Πόλυ Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων», σελ., 799 - 800, η αρχή, συνοψίζεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα ως ακολούθως: «Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο κρίνεται ως υπεύθυνο να προβεί σε αποκατάσταση (restitution) υπέρ κάποιου άλλου προσώπου εκτός των παραμέτρων του δικαίου των συμβάσεων, επί τη βάσει του ακόλουθου συλλογισμού. Ο Εναγόμενος έχει αποκομίσει κάποιο όφελος από τον Ενάγοντα, θεωρείται άδικο ο Ενάγων να στερηθεί του οφέλους και/ή ο Εναγόμενος να καρπωθεί το υπό κρίση όφελος σε βάρος του Ενάγοντα, δεν υπάρχει συμβατική σχέση μεταξύ τους με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η απόδοση θεραπείας στο πλαίσιο του δικαίου των συμβάσεων, αλλά παρά ταύτα κρίνεται ότι θα πρέπει να υπάρξει κάποια θεραπεία η οποία να εμποδίζει τον αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγόμενου σε βάρος του ενάγοντα. Επομένως, το Δικαστήριο εκδίδει κάποια μη συμβατική θεραπεία, είτε στο κοινοδίκαιο είτε στο πλαίσιο των αρχών της επιείκειας, με σκοπό την αποκατάσταση της ορθής τάξης πραγμάτων, που συνήθως συνεπάγεται διαταγή για επιστροφή του επίδικου αντικειμένου από τον Εναγόμενο στον Ενάγοντα είτε διαταγή για αποζημίωση του δευτέρου από τον πρώτο σε σχέση με το όφελος που έχει καρπωθεί ή αποκομίσει ο Εναγόμενος σε βάρος του ενάγοντα. Βασικός σκοπός δεν είναι η κάλυψη της ζημιάς ή απώλειας του Ενάγοντα αλλά η αποστέρηση από τον Εναγόμενο του κέρδους που διαφορετικά θα πραγματοποιούσε» Για επιτυχή επίκληση της αρχής του άδικου πλουτισμού θα πρέπει να καταδειχθεί (α) πως ο εναγόμενος πλούτισε (has been enriched) από όφελος (benefit), (β) εξόδοις του ενάγοντος (at the plaintiff´s expense) και (γ) ότι θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον εναγόμενο να διατηρήσει το όφελος (retention of the benefit would be unjust) (βλ. Goff and Jones The Law of Restitution, (2η έκδοση), σελ.11-45, Chitty (ανωτέρω) παρ. 29-011 και Χρίστου v. Khoreva,
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Η πρόσφατη υπόθεση Benedetti v. Sawaris [2013] 3 W.L.R. 351, επαναλαμβάνει τις πιο πάνω προϋποθέσεις, προσθέτοντας - αυτονόητα - και μια τέταρτη, σύμφωνα με την οποία, για να δικαιούται ο ενάγοντας σε επιτυχή επίκληση της αρχής, ο εναγόμενος, δεν θα πρέπει να δικαιούται σε οποιαδήποτε υπεράσπιση. Η αρχή τυγχάνει εφαρμογής σε περιπτώσεις λήψης χρημάτων ή άλλης περιουσίας με υπέρμετρο επηρεασμό, με ψυχική πίεση, με απειλές, με τέχνασμα, κατά λάθος και γενικά υπό οποιεσδήποτε συνθήκες που οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας επιτάσσουν επιστροφή των χρημάτων ή της περιουσίας. Αποκατάσταση (restitution) δεν διατάσσεται (α) όπου ο ενάγοντας παρείχε το όφελος ως έγκυρο δώρο ή προς εκπλήρωση κάποιας έγκυρης υποχρέωσης που είχε προς τον εναγόμενο δυνάμει του κοινοδικαίου, του δικαίου της επιείκειας ή κάποιου νομοθετήματος, (β) όπου ο ενάγοντας παρείχε το όφελος υποκύπτοντας ή συμβιβάζοντας μια έντιμη αξίωση του εναγόμενου, (γ) όπου ο ενάγοντας παρείχε το όφελος, εκτελώντας υποχρέωση την οποία όφειλε σε τρίτο πρόσωπο ή ενεργώντας εκούσια προς εξυπηρέτηση του δικού του συμφέροντος, (δ) όπου ο ενάγοντας ενήργησε εκούσια παρέχοντας όφελος στον εναγόμενο, ο οποίος ούτε ζήτησε ούτε εξέφρασε επιθυμία για το όφελος που πήρε (the plaintiff acted officiously). Αυτού λεχθέντος υπάρχουν περιπτώσεις όπου παρά το εθελούσιο της πληρωμής, μπορεί να ανακτηθεί (βλ. Chitty (ανωτέρω) παρ. 29.090 και επόμενες), (ε) όπου ο εναγόμενος δεν μπορεί να επανέλθει στην αρχική του θέση ή όταν είναι καλόπιστος αγοραστής και (στ) όπου λόγοι δημοσίου συμφέροντος (public policy) αποκλείουν την αποκατάσταση (βλ.Goff and Jones (ανωτέρω) σελ.24 και Chitty (ανωτέρω), παρ. 29-011). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα δικόγραφα, τα παραδεκτά γεγονότα και την αξιόπιστη προφορική μαρτυρία της υπόθεσης, φρονώ, πως είναι ορθό και δίκαιο με βάση την πιο πάνω αρχή, να επιστραφεί στην ενάγουσα, το ποσό των €37.589,23 με το οποίο ο εναγόμενος αγόρασε το όχημα BMW, αποκλειστικά για δική του προσωπική χρήση και το ποσό των €29.046,22, το οποίο ο εναγόμενος κατάθεσε σε προσωπικό του λογαριασμό και εξόφλησε δικής του ιδιοκτησίας, διαμέρισμα - σύνολο δηλαδή, €66.635,45. Με το ποσό αυτό, ο εναγόμενος πλούτισε, εξόδοις της ενάγουσας και είναι άδικο να του επιτραπεί να διατηρήσει αυτό το όφελος. Η ενάγουσα δεν του δώρισε αυτό το ποσό, ούτε και μετέφερε τα χρήματα στον λογαριασμό του για να αγοράσει αυτοκίνητο και να εξοφλήσει το διαμέρισμα του. Έτσι, δεν δύναται να συναχθεί, ότι, ενήργησε κατά κάποιο τρόπο, εκούσια. Όπως αναφέρω και πιο πάνω, τα χρήματα μεταφέρθηκαν στον λογαριασμό του εναγομένου, για να τα διαχειριστεί και να τα διαθέσει για πολύ συγκεκριμένο σκοπό, ήτοι, για τις δαπάνες που σχετίζονταν με την κατοικία στον Άγιο Αθανάσιο. Η ενάγουσα ουδέποτε απεμπόλησε τα δικαιώματα της επί των χρημάτων αυτών, αφού ζητούσε επιτακτικά αποδείξεις σε σχέση με τη διάθεση τους. Ούτε και η εκ των υστέρων γνώση της, δύναται να εκληφθεί ως έγκριση και επικύρωση υπό την έννοια του άρθρου 156 του Κεφ. 149 όπως εισηγείται ο κ. Ευσταθίου στην αγόρευση του. Τούτο αφορά συμβατική σχέση, όπου αντιπρόσωπος (agent) εν αγνοία του κυρίου (principal) προβαίνει σε κάποια πράξη ή ενέργεια και ο κύριος, εκ των υστέρων, την επικυρώνει και κατ' επέκταση δεσμεύεται απ' αυτή. Εδώ, πέραν του ότι, δεν υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ των μερών, οι πράξεις του εναγομένου δεν εγίνοντο για λογαριασμό, εξ ονόματος ή προς όφελος της ενάγουσας αλλά αποκλειστικά για δικό του προσωπικό όφελος και έτσι η όποια εκ των υστέρων γνώση της ενάγουσας, ουδόλως συνιστά επικύρωση αυτών των πράξεων. Σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό, μέχρι τις €80.834,67, για το οποίο, ο εναγόμενος δεν παρουσίασε δικαιολογητικά, δεν υπάρχει στοχευμένη και σαφής μαρτυρία που να καταδεικνύει πράγματι, ότι, ο εναγόμενος προσωπικά και αποκλειστικά ωφελήθηκε αυτού του ποσού. Δεν γίνεται να συναχθεί ένα τέτοιο συμπέρασμα. Θα έπρεπε να αποδειχθεί με μαρτυρία και το βάρος απόδειξης το είχε η ενάγουσα. Από τα υπάρχοντα στοιχεία, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο (και) αυτά τα χρήματα, να δαπανήθηκαν στα πλαίσια του πολυέξοδου τρόπου ζωής των διαδίκων για ένα και πλέον εξάμηνο. Ούτε και τα χρήματα για τα κοσμήματα, θεωρώ δίκαιο να επιστραφούν. Τα κοσμήματα αυτά, δόθηκαν ως δώρο από τον εναγόμενο στην ενάγουσα (έστω και με δικά της χρήματα), προφανώς, χρησιμοποιήθηκαν από την ενάγουσα για κάποιο χρονικό διάστημα και μετά, χωρίς νομική υποχρέωση, επέλεξε να του τα επιστρέψει. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί τώρα να αξιώνει το αρχικό ποσό με το οποίο αγοράστηκαν τα κοσμήματα. Στη βάση λοιπόν όλων των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €66.635,45 πλέον νόμιμο τόκο, πλέον έξοδα στην κλίμακα επιτυχίας, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ......... Στ. Ν. Σταύρου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο