ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚH ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ και/ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστεί σε ΠΕΡΙΦΕΦΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ κ.α., Γεν. Αίτηση αρ.: 60/15, 20/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A335 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Γεν. Αίτηση αρ.: 60/15 Μεταξύ: ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚH ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΟΡΦΟΥ και/ή ως έχει μετά από συγχώνευση μετονομαστεί σε ΠΕΡΙΦΕΦΕΙΑΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λεμεσό Αιτητών και
- ΠΑΝΙΚΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, από τη Λευκωσία
- ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΡΤΕΛΛΑΡΗΣ, από τη Λευκωσία
- ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΒΒΑ, από τη Λάρνακα
- ΑΝΤΙΓΟΝΗ ΛΟΥΚΑ, από τη Λευκωσία Καθ' ων η Αίτηση -------------------------------------------------- 20/7/2016 Για τους Αιτητές: κ. Π. Κονταξής για κ. Σ. Σωφρονίου Για τους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 & 4: κα Κωνσταντινίδου για κ. Π. Κλεοβούλου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Αιτητές με την υπό εξέταση αίτηση τους επιδιώκουν την παραχώρηση άδειας για εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης, η οποία εξεδόθη εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και
- Στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Παπαδόπουλου, υπαλλήλου των Αιτητών, που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι την 1/11/2011 εξεδόθη διαιτητική απόφαση εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση για το ποσό των €98.101,13 πλέον τόκο προς 11,5% ετησίως από 1/11/2011, μέχρι εξοφλήσεως, κεφαλαιοποιούμενου δύο φορές το χρόνο ήτοι την 30η Ιουνίου και την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους μέχρι τελείας εξοφλήσεως, πλέον €50,00 έξοδα διαιτησίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση δεν άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο εναντίον της αναφερόμενης διαιτητικής απόφασης, παρά το γεγονός ότι αντίγραφο της επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 στις 6/2/2012 και στον Καθ' ου η Αίτηση 3 στις 11/2/
- Ο Καθ' ου η Αίτηση 3 δεν παρουσιάστηκε στη διαδικασία ούτε εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, παρά το ότι κλητεύθηκε νομότυπα, όπως επιμαρτυρεί η ένορκη δήλωση επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Αριστείδη Ιακώβου, ημερομηνίας 24/2/2015, η οποία καταχωρίστηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Με την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους, την οποία καταχώρισαν, προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Μη συνδρομή των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος.
- Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας.
- Η λεγόμενη απόφαση ουδεμία νομική ισχύ έχει καθ' ότι εξεδόθη από πρόσωπο αναρμόδιο.
- Ο διορισμός του εν λόγω προσώπου έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς χωρίς την συγκατάθεση των Καθ' ων η Αίτηση.
- Ο εν λόγω διορισμός παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμου σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93(Ι)/96, και συγκεκριμένα του άρθρου 5
(1)
(2)
(3)
(4)και του Παραρτήματος, παράγραφος 1 (ιζ) κατά τις οποίες απαγορεύεται η κατάργηση της προσφυγής στο Δικαστήριο και της άσκησης των ενδίκων μέσων και της υποχρέωσης του δανειολήπτη να αποδέχεται διαιτησία μη καλυπτόμενη από νομικές διατάξεις και άλλους περιορισμούς, οι οποίοι απαριθμούνται στο Νόμο. 6. Η διαδικασία από την οποία εκπορεύθηκε η λεγόμενη απόφαση ήταν παράτυπη καθ' ότι δεν τηρήθηκαν τα δικονομικά θέσμια και παραβιάστηκε κάθε έννοια φυσικής δικαιοσύνης, ήτοι: (
- i)Δεν εδόθη στους Καθ' ων δικογραφημένη απαίτηση της Αιτήτριας. (
- ii)Δεν εδόθη στους Καθ' ων η ευκαιρία να υπερασπίσουν την υπόθεσή τους. (iii) Δεν διεξήχθη καμία δίκη ούτε εδόθη καμία μαρτυρία, ούτε εδόθη στους Καθ' ων δικαίωμα να αντεξετάσουν κανένα μάρτυρα. (
- iv)Ουσιαστικά δεν ετέθη στους Καθ' ων κανένας δικογραφημένος ισχυρισμός και καμία μαρτυρία δεν υποστήριξε κανένα ισχυρισμό. (
- v)Δεν ετηρήθησαν οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας. (
- vi)Δεν ετηρήθησαν πρακτικά. (vii) Ο λεγόμενος διαιτητής διορίσθηκε μονομερώς από την Αιτήτρια, υπήρξε συνεργάτης και/ή υπάλληλος του Συνεργατισμού και δεν εδόθη το δικαίωμα στους Καθ' ων να αποδεχθούν τέτοιο διορισμό. (viii) Η λεγόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη. 7. Στο ισχυριζόμενο οφειλόμενο ποσό περιέχονται παράνομες και/ή καταχρηστικές χρεώσεις, οι εν λόγω καταχρηστικές χρεώσεις επεκτείνονται σε παράνομες κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς τούτων, σε παράνομες χρεώσεις υπερημερίας και στη συνέχεια σε κεφαλαιοποιήσεις των και ανατοκισμού των, σε χρεώσεις καταχρηστικές και/ή αδικαιολόγητες, όπως χρεώσεις τήρησης λογαριασμών και/ή άλλες παρεμφερείς χρεώσεις, οι οποίες στη συνέχεια τοκίζονται, κεφαλαιοποιούνται και ανατοκίζονται με αποτέλεσμα το χρέος να αυξάνεται με ρυθμό αλματώδη και παράλογα απαράδεκτο. 8. Η δανειακή σύμβαση εβασίσθη επί του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμου 160(Ι)/99 (εφ' εξής καλουμένου «ο Νόμος 160(Ι)/99») ο οποίος Νόμος, αφού κατήργησε τον προϋπάρχοντα περί Τόκου Νόμο 2/77, που προστάτευε αρκούντως τον δανειολήπτη από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών και από τις καταχρηστικές τους χρεώσεις, παρέχει, πλέον, την απόλυτη ελευθερία στις τράπεζες να χρεώνουν παρανόμως, με απαράδεκτα ποσά τον δανειολήπτη και να επιβάλλουν στο λογαριασμό του δανειολήπτη μονομερώς και αυθαίρετα, οποιοδήποτε επιτόκιο και να κεφαλαιοποιούν τον παράνομο τόκο και να τον ανατοκίζουν δύο φορές τον χρόνο. 9. Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 είναι αντισυνταγματικός στο σύνολό του και/ή εν μέρει ως ακολούθως: Λεπτομέρειες αντισυνταγματικότητας: (α) Οι πρόνοιές του δεν εναρμονίζονται με τις πρόνοιες του άρθρου 26 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει, ότι ο Νόμος πρέπει να προβλέπει την πρόληψη εκμεταλλεύσεως υπό προσώπων άτινα διαθέτουσιν ιδιάζουσαν οικονομικήν ισχύν και με τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση και με τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι έκαστος έχει το δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. (β) Ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99,αφήνει ελεύθερο πεδίο στις τράπεζες να μεταχειρίζονται απάνθρωπα και ταπεινωτικά τους δανειολήπτες, δεν αφήνει περιθώρια για αξιοπρεπή διαβίωσή τους, ούτε και την διαβίωσή τους υπό συνθήκες κοινωνικής ασφάλειας και κυρίως δεν τους προστατεύει, ως η επιταγή του άρθρου 26 του Συντάγματος προβλέπει, από την τοκογλυφική διάθεση των τραπεζών αλλά, τουναντίον, παραδίδει αυτούς έρμαιο στην απόλυτη αυθαιρεσία των τραπεζών, οι οποίες, μονομερώς και κατά το δοκούν, προβαίνουν σε καταχρηστικές χρεώσεις και επιβάλλουν καταχρηστικά επιτόκια στους λογαριασμούς των δανειοληπτών, τοκίζουν τις επιβληθείσες καταχρηστικές χρεώσεις με καταχρηστικά επιτόκια, κεφαλαιοποιούν τους παραγόμενους, κατά τον ως άνω αυθαίρετο και παράνομο τρόπο, τόκους και ανατοκίζουν τα παραγόμενα ποσά μέχρι δύο φορές τον χρόνο, όπως ο αναφερόμενος Νόμος 160(Ι)/99 τους επιτρέπει, με αποτέλεσμα να διογκούται το χρέος κατά τρόπο εξωφρενικά παράλογο και ο δανειολήπτης και οι κληρονόμοι της περιουσίας του να καθίστανται δανείου υποτελείς στις Τράπεζες και να αδυνατεί να αποπληρώσει το χρέος του και συνεπεία τούτου τα ατομικά του δικαιώματα και ατομικές ελευθερίες του δανειολήπτη και των κληρονόμων της περιουσίας του να περιορίζονται, να τίθενται υπό δοκιμασία και να περιστέλλονται. (γ) Ο Νόμος 160(Ι)/99, όπως προαναφέρεται, κατήργησε το προϋπάρχοντα περί τόκου Νόμο 2/77, εφ' εξής «ο Νόμος 2/77», ο οποίος προστάτευε αρκούντως τους δανειολήπτες, συμφώνως των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος. Ο Νόμος 2/77: i. Απαγόρευε επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από το Νόμο και/ή του αρμοδίου Υπουργού, ii. Απαγόρευε την κεφαλαιοποίηση του τόκου και/ή τον ανατοκισμό. iii. Απαγόρευε οιανδήποτε χρέωση πέραν του καθορισμένου ως άνω επιτοκίου. iv. Απαγόρευε την είσπραξη τόκου, ο οποίος στο σύνολο του, μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό του αρχικού χρέους. (δ) Ο Νόμος 160(Ι)/99 κατά παράβαση των προνοιών του άρθρου 26 του Συντάγματος κατάργησε τον Νόμο που απαγόρευε την τοκογλυφία των τραπεζών και θέσπισε ένα απόλυτα τοκογλυφικό νόμο που επιτρέπει στις τράπεζες να κατακλέβουν τους δανειολήπτες, αφού: i. Ελευθεροποιεί το επιτόκιο και αφήνει τις τράπεζες απεριόριστες να επιβάλλουν αυθαίρετα, μονομερώς και άδικα επιτόκιο και πέραν του εν λόγω επιτοκίου να χρεώνουν τους λογαριασμούς των δανειοληπτών με οποιαδήποτε χρέωση αποφασίσουν αυθαίρετα οι τράπεζες και το παραγόμενο ποσό να το κεφαλαιοποιούν μέχρι και δύο φορές το χρόνο και να το τοκίζουν ξανά και τον παραγόμενο τόκο να τον κεφαλαιοποιούν ξανά και να τον επανατοκίζουν. ii. Αφήνει τις τράπεζες ελεύθερες να κηρύσσουν τους δανειολήπτες ως υπερήμερους και αφού τους κηρύξουν ως τέτοιους να τους χρεώνουν με τιμωρητικό τόκο, λεγόμενο τόκο υπερημερίας, και τον τόκο που παράγεται να τον κεφαλαιοποιούν και να τον επανατοκίζουν μέχρι και δύο φορές τον χρόνο. iii. Με τις ως άνω καταχρηστικές χρεώσεις των δανειοληπτών, τις οποίες ο Νόμος 160(Ι)/99 επιτρέπει στις τράπεζες, να επιβάλλουν τα δάνεια των δανειοληπτών πολλαπλασιάζονται με τρόπο παράνομο και με αλματώδη ρυθμό οι τράπεζες να κερδοσκοπούν και πλουτίζουν αθέμιτα εις βάρος των δανειοληπτών και ενώ με τον προϋπάρχοντα Νόμο 2/77 το κεφάλαιο με τους προστιθέμενους τόκους μπορούσε να διπλασιασθεί, στη χειρότερη για το δανειολήπτη περίπτωση, σε δεκατρία χρόνια, με το Νόμο 160(Ι)/99 το αρχικό ποσό χρέους, προστιθεμένων των καταχρηστικών χρεώσεων και των παράνομων τοκισμών μπορεί να διπλασιασθεί σε πέντε χρόνια, σε δέκα χρόνια το εν λόγω διπλασιαζόμενο χρέος να ξανά διπλασιαστεί και ούτω καθ' εξής το χρέος να συνεχίσει να πολλαπλασιάζεται χωρίς τέρμα, χωρίς όριο και χωρίς περιορισμό. 10. Διαζευκτικά ο εν λόγω Νόμος δεν είναι εναρμονισμένος με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες οι οποίες εξεδόθησαν κατά καιρούς ως ακολούθως: Λεπτομέρειες δυσαρμονίας των προνοιών του Ν. 160(Ι)/99 με τις Ευρωπαϊκές οδηγίες και/ή κανονισμούς και/ή νομοθεσία (α) Επιτρέπει την κεφαλαιοποίηση του τόκου μέχρι δύο φορές, ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιτρέπουν κεφαλαιοποίηση του τόκου μόνο μία φορά κατά το τέλος του έτους. (β) Επιτρέπει τον ετήσιο υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 360 μέρες το έτος ενώ οι Ευρωπαϊκές οδηγίες επιβάλλουν τον υπολογισμό του τόκου του χρέους επί 365 μέρες του έτους. (γ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα ειλικρινή και διαφανή χειρισμό των λογαριασμών του δανειολήπτη με αποτέλεσμα η Τράπεζα να ενεργεί εις βάρος του δανειολήπτη ανεξέλεγκτα. (δ) Δεν επιβάλλει στην Τράπεζα να ενημερώνει τον δανειολήπτη με σαφή και ειλικρινή τρόπο για τους όρους της δανειακής του σύμβασης πριν από την υπογραφή της σύμβασης, με αποτέλεσμα η Τράπεζα, κάνοντας χρήση της δεσπόζουσας θέσης της στη σύναψη της δανειακής σύμβασης να εξαναγκάζει τον δανειολήπτη να υπογράφει την σύμβαση χωρίς να έχει την ευκαιρία να την μελετήσει και ο δανειολήπτης έχοντας πλήρη άγνοια των όρων της άγεται και φέρεται από την τράπεζα χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης και χωρίς δυνατότητα αντίδρασης, ως το αδύνατο μέρος της Σύμβασης, χωρίς δυνατότητα αμφισβήτησης των αυθαιρεσιών της τράπεζας στον λογαριασμό του, και χωρίς δυνατότητα να αμφισβητήσει τις καταχρηστικές χρεώσεις, τους παράνομους τοκισμούς, τις κεφαλαιοποιήσεις και ανατοκισμούς. (ε) Επιτρέπει στις τράπεζες να καταστρατηγούν τους κανόνες ελεύθερους ανταγωνισμού και να νοθεύουν τον ελεύθερο ανταγωνισμό, ο οποίος εάν αφήνετο ελεύθερος θα δημιουργούσε συνθήκες, που θα επενεργούσαν υπέρ του δανειολήπτη, αφού αφήνει τις τράπεζες ελεύθερες χωρίς προληπτική και/ή κατασταλτική εποπτεία και χωρίς να τους επιβάλλει αποτρεπτικούς, περιορισμούς να εφαρμόζουν εναρμονισμένη και συντονισμένη μεταξύ τους πρακτική η οποία νοθεύει τον ελεύθερο ανταγωνισμό και καταστρατηγεί τους όρους λειτουργίας του με αποτέλεσμα οι τράπεζες να εφαρμόζουν εναρμονισμένη μεταξύ τους πολιτική και πρακτική όσον αφορά τα δικαιώματα των τραπεζών αλλά έτι περαιτέρω και τις αυθαιρεσίες, καταχρήσεις και παρανομίες εις βάρος των δανειοληπτών. (στ) Εν γένει ο Νόμος αυτός, κατά πνεύμα και γράμμα, λειτουργεί και εφαρμόζεται από τις τράπεζες κατά παράβαση του Ευρωπαϊκού κεκτημένου, της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας και/ή Ευρωπαϊκών οδηγιών, ευλογεί τις αυθαιρεσίες και παρανομίες των τραπεζών και καταπατεί τα ατομικά δικαιώματα και ελευθερίες των δανειοληπτών αφού τους καθιστά δανείου υποτελείς στις Τράπεζες. 11. Διαζευκτικά η εν θέματι δανειακή σύμβαση είναι πλήρης καταχρηστικών όρων, κατά παράβαση των προνοιών του περί καταχρηστικών ρητρών σε καταναλωτικές συμβάσεις, Νόμου 93(Ι)/96, ως ακολούθως: (α) Οι ρήτρες της εν λόγω Σύμβασης περί τοκισμού και χρεώσεων διατυπώνονται κατά τρόπο ασαφή και/ή δυσερμηνευόμενο και/ή μη κατανοητό. (β) Η εν λόγω Σύμβαση και οι ρήτρες της, στο σύνολο τους και/ή συγκεκριμένα οι περί τοκισμού και χρεώσεων, δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ατομικής διαπραγμάτευσης, έχουν συνταχθεί εκ των προτέρων σε στερεότυπα έντυπα της Αιτήτριας και εκ των πραγμάτων οι Καθ' ων δεν μπόρεσαν να επηρεάσουν το περιεχόμενό της. (γ) Η εν λόγω Δανειακή Σύμβαση και/ή διαλαμβανόμενες σε αυτή ρήτρες και/ή συγκεκριμένα οι ρήτρες περί χρεώσεων και/ή τοκισμού του λογαριασμού των Καθ' ων δημιουργούν εις βάρος των Καθ' ων ανισότητα υπέρ των δικαιωμάτων της Αιτήτριας αφ' ενός και εις βάρος των υποχρεώσεων των Καθ' ων αφ' ετέρου. (δ) Η διαπραγματευτική αδυναμία των Καθ' ων κατά την υπογραφή της εν λόγω Δανειακής Σύμβασης αφ' ενός και ο τρόπος και ο βαθμός του καταχρηστικού και άδικου χειρισμού του λογαριασμού των Καθ' ων παραβιάζει την απαίτηση της καλής πίστης, την οποία η Αιτήτρια όφειλε να επιδείξει στην εν λόγω Δανειακή Σύμβαση. (ε) Επιτρέπουν στην Αιτήτρια μονομερώς και αυθαίρετα να επιβάλλει τόκους υπερημερίας, να καθορίζει το επιτόκιο, να προβαίνει σε χρεώσεις ανεξέλεγκτα να προβαίνει σε επίσχεση κεφαλαίων των Καθ' ων. 12. Η εν θέματι Δανειακή Σύμβαση, ως πλήρης καταχρηστικών ρητρών, είναι άκυρη ή ακυρώσιμη στο σύνολό της ως καταχρηστική και/ή ως βασισμένη σε νομοθεσία αντισυνταγματική, και/ή μη εναρμονισμένη με την Ευρωπαϊκή νομοθεσία και/ή οδηγίες και/ή κανονισμούς. 13. Εις ην περίπτωσιν κατά την οποία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ότι η εν λόγω Δανειακή Σύμβαση δεν είναι άκυρη ή ακυρώσιμη, οι ρήτρες περί αυθαιρέτων και μονομερών χρεώσεων του λογαριασμού των Καθ' ων και περί μονομερούς επιβολής επιτοκίου και τόκων και παράνομων κεφαλαιοποιήσεων και ανατοκισμών είναι ανίσχυροι όροι και δεν επιφέρουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. 14. Η Αιτήτρια μονομερώς, παρανόμως, αυθαίρετα και καταχρηστικά επιβάρυνε τον επίδικο λογαριασμό με αδικαιολόγητες και/ή παράνομες χρεώσεις, επέβαλαν επιτόκιο πέραν του καθορισμένου από την Κυπριακή Κεντρική Τράπεζα και/ή την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, κεφαλαιοποίησε τις παράνομες χρεώσεις και/ή τους παραγόμενους παράνομους τόκους επέβαλε μονομερώς και παράνομα τιμωρητικές και/ή ποινικές ρήτρες στο λογαριασμό, τις οποίες ονόμασε τόκους υπερημερίας και όλα αυτά τα ποσά δια της κεφαλαιοποίησης τα ενσωμάτωσε στο ληφθέν δάνειο, τα τόκισε τα κεφαλαιοποίησε επαναλαμβανόμενες φορές, δύο και/ή περισσότερες φορές το χρόνο, τόκισε και ανατόκισε τα εν λόγω ποσά και συνεχίζει μέχρι σήμερα την εν λόγω παράνομη πρακτική. 15. Η ως άνω περιγραφόμενη πρακτική της Αιτήτριας υπερφόρτωσε το λογαριασμό μου με καταχρηστικές χρεώσεις και τόκους με ρυθμό αλματώδη, ο οποίος έχει ως αποτέλεσμα το παρουσιαζόμενο ως οφειλόμενο να πολλαπλασιάζεται από περίοδο σε περίοδο, δηλαδή περίπου ανά πενταετία διπλασιάζεται. 16. Περαιτέρω οι Ενάγοντες ανατοκίζουν τον τόκο κατά παράβαση του άρθρου 33 του περί Δικαστηρίων Νόμου. 17. Η εν λόγω πρακτική της Αιτήτριας πλήττει τα δικαιώματα των Καθ' ων. Προκαλεί κατάφορη αδικία μη συνάδουσα με ευνομούμενη πολιτεία και η πολιτεία ενώ οφείλει να ασκεί εποπτεία προληπτική και/ή κατασταλτική στην αυθαιρεσία της Αιτήτριας, εντούτοις παραμένει αμέτοχη και/ή συνεργός στην εν λόγω τεκταινόμενη, χωρίς έλεος, παρανομία.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Καθ' ου η Αίτηση 1, στην οποία επαναλαμβάνονται κατ' ουσία οι λόγοι ένστασης. Νομική πτυχή: Η παρούσα αίτηση βασίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85 άρθρο 52, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρο 21, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1-3, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, Θ.79, καθώς και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Το άρθρο 52
(1)του Νόμου 22/85, στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, προνοεί ρητά ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ μέλους, χρεώστη ή πελάτη και Συνεργατικής Εταιρείας, η οποία αφορά τις εργασίες της Συνεργατικής Εταιρείας, θα παραπέμπεται από τη Συνεργατική Εταιρεία στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, ο οποίος έχει την εξουσία να την παραπέμψει προς επίλυση σε διαιτησία. Τα όσα αναφέρονται αμέσως πιο πάνω απαντούν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε περαιτέρω ανάλυση, στο λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ότι ο διορισμός του διαιτητή έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών μονομερώς, χωρίς τη συγκατάθεση τους. Η παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία από τον Έφορο Εταιρειών εμπίπτει στις εξουσίες του, χωρίς να απαιτείτο οποιαδήποτε συγκατάθεση από τους Καθ' ων η Αίτηση για την παραπομπή της. Ενόψει δε του ότι ο διορισμός του διαιτητή έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών, βάσει των εξουσιών που του παρέχει το άρθρο 52
(1)του Νόμου, καθίσταται φανερό ότι ούτε ο λόγος ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση ότι η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση εξεδόθη από αναρμόδιο πρόσωπο, έχει περιθώριο επιτυχίας. Κατ' επέκταση, ούτε και ο λόγος ένστασης ότι ο διορισμός του διαιτητή παραβιάζει τις πρόνοιες του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96 θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Το άρθρο 52
(4)και
(5), του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, αρ. 22/85, προνοεί τα ακόλουθα: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.
(5)Αν οποιαδήποτε απόφαση του διαιτητή ή των διαιτητών, με βάση το εδάφιο
(2), δεν έχει εφεσιβληθεί στο δικαστήριο, σύμφωνα με το εδάφιο
(4), ή αν η έφεση κατ' αυτής εγκαταλειφθεί ή αποσυρθεί, η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο ως εάν αυτή να ήταν απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.» Με βάση το μαρτυρικό υλικό που παρουσιάστηκε ενώπιον μου καταλήγω σε εύρημα ότι την 1/11/2011 εξεδόθη προς όφελος των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 απόφαση από το διαιτητή Θεόδωρο Ιωαννίδη για το ποσό των €98.101,13 με τόκο προς 11,50% ετησίως από 1/11/2011 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου την 30η Ιουνίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε χρόνου, πλέον €50,00 έξοδα διαιτησίας. Αντίγραφο της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Παπαδόπουλου (Τεκμήριο Α), που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση. Επισημαίνω ότι το περιεχόμενο της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης παρέμεινε αδιαμφισβήτητο. Στην υπόθεση Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1 A.A.Δ. 707, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδες 714 και 715: «Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει ο,τιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται.» Σχετική με το υπό εξέταση ζήτημα είναι και η υπόθεση Μανώλης Χριστοφή ν. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Λατσιών, ECLI:CY:AD:2014:A413, Πολ. Έφεση αρ. 87/2011, ημερομηνίας 20/6/2014. Από το ως άνω αναφερόμενο απόσπασμα καθίσταται φανερό ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να υπησέλθει στον έλεγχο της ορθότητας της ρηθείσας διαιτητικής απόφασης, ειδικά δε του αξιούμενου με αυτήν ποσού ή του αξιούμενου επιτοκίου. Τα μοναδικά στοιχεία τα οποία μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο είναι το κατά πόσο η ρηθείσα απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 στους λόγους ένστασής τους προβάλλουν ότι οι Αιτητές παραβίασαν τις διατάξεις του περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου 93
(1)/96. Εγείρουν επίσης ζήτημα συνταγματικότητας του περί Φιλελευθεροποιήσεως του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμος 160
(1)/99, στον οποίο στηρίζονται οι χρεώσεις, οι οποίες εμπεριέχονται στο ποσό, για το οποίο εξεδόθη η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση για το λόγο ότι, ως ισχυρίζονται, προσκρούει σε συγκεκριμένες διατάξεις του Συντάγματος, καθώς και σε Ευρωπαϊκές οδηγίες ή/και κανονισμούς ή/και νομοθεσία. Εγείρουν, ακόμα, ζήτημα παρατυπίας της διαδικασίας, κατά την οποία εξεδόθη η υπό αναφορά απόφαση. Τα ζητήματα όμως αυτά δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Όλα τα ως άνω εγειρόμενα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση ζητήματα θα μπορούσαν να εξεταστούν στα πλαίσια έφεσης την οποία είχαν δικαίωμα να καταχωρήσουν. Όπως δε υπήρξε αδιαμφισβήτητο, οι Καθ' ων η Αίτηση δεν καταχώρησαν έφεση ή οποιαδήποτε αίτηση εναντίον της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης, παρά το ότι αυτοί είχαν λάβει γνώση της έκδοσης της. Με βάση το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων επίδοσης του ιδιώτη επιδότη Χαράλαμπου Γεωργίου, οι οποίες επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του Γιώργου Παπαδόπουλου (Τεκμήριο Β), η υπό αναφορά διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 κατά την 6/2/2012 και στον Καθ' ου η Αίτηση 3 κατά την 11/2/
- Επισημαίνω ότι οι Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους δεν αμφισβητούν την επίδοση σ' αυτούς της υπό αναφορά διαιτητικής απόφασης. Επιπρόσθετα, όσον αφορά τον Καθ' ου η Αίτηση 3, όπως επιμαρτυρεί το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της υπό αναφορά απόφασης, αυτός εμφανίστηκε στη διαδικασία της διαιτησίας και αναγνώρισε την υπογραφή του. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, τα μοναδικά στοιχεία τα οποία μπορεί να εξετάσει το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι το κατά πόσο η ρηθείσα απόφαση φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στους Καθ' ων η Αίτηση. Στην υπό εξέταση υπόθεση, έχοντας κατά νουν όλα όσα τέθηκαν τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι ικανοποιούνται και οι δύο ως άνω προϋποθέσεις. Όσον αφορά τον λόγο ένστασης των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 4, ότι η παρούσα διαιτητική απόφαση είναι αναιτιολόγητη, παρά το ότι το πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας δεν επιτρέπει την εξέταση του, έχω να αναφέρω ότι αυτός αντικρούεται από το αδιαμφισβήτητο περιεχόμενο της ίδιας της διαιτητικής απόφασης στην οποία ο διαιτητής, ο οποίος την εξέδωσε, κάνει αναφορά στα έγγραφα τα οποία έλαβε υπόψη του για να καταλήξει στην απόφαση του. Με βάση τα όσα αναφέρω πιο πάνω, καταλήγω ότι η υπό εξέταση αίτηση θα πρέπει να πετύχει. Όσον αφορά τα δικαστικά έξοδα, δεν βλέπω οποιοδήποτε λόγο για απόκλιση από τον γενικό κανόνα ότι επιδικάζονται υπέρ του επιτυχόντα διάδικου. Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο επιτρέπεται η εγγραφή και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 1/11/2011, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Γιώργου Παπαδόπουλου, η οποία λήφθηκε εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 με τον ίδιο τρόπο που εκτελούνται οι αποφάσεις του Δικαστηρίου. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και
- Νοείται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 3 θα επιβαρυνθεί μόνο τα αρχικά έξοδα. (Υπ.) ........... Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / General Application / Final Αναφορά: Εγγραφή διαιτητικής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο