ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, Αρ. Αγωγής 1166/16, 6/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής 1166/16 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Ενάγοντες και ΑΝΔΡΕΑ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, από την Λεμεσό, (Α.Δ.Τ. 0507451) Εναγομένου Αίτηση ημερ. 21.4.16 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 6 Ιουλίου
- Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Χαρτσιώτης για κ.κ. Μάριο Χαρτσιώτη & Σια Δ.Ε.Π.Ε., για ν' ακούσει απόφαση κα Αρκάδη. Για Εναγόμενο/Καθ'ου η αίτηση: κ. Κοινάς για κ.κ. Δημήτρη Παναούτα & Συνεργάτες, για ν΄ακούσει απόφαση κ. Ζαχαρίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο ποσό €24.531,83σ και ποσό €9.400,36σ πλέον τόκους και έξοδα, ως οφειλόμενα χρεωστικά υπόλοιπα και/ή δυνάμει λογαριασμών δανείων, τα οποία παραχωρήθηκαν στον εναγόμενο δυνάμει συμφωνίας ημερ. 23.9.10 και 11.2.
- Ταυτόχρονα με την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος στο οποίο επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες, οι Ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση με την οποία ζητούσαν από το Δικαστήριο την εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου να απαγορεύεται στον εναγόμενο η αποξένωση ή επιβάρυνση του ½ μεριδίου του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής 9189, στον Δήμο Αγίου Αθανασίου, στην Λεμεσό, του οποίου ο εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης. Το Δικαστήριο κρίνοντας ότι δεν πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος, με τη σύμφωνη γνώμη των συνηγόρων των εναγόντων, η Αίτηση ορίστηκε για επίδοση. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος εμφανίστηκε δια συνηγόρου και καταχωρήθηκε Ένσταση. Κύρια νομική βάση της Αίτησης αποτελεί, μεταξύ άλλων, το άρθρο 32 του Νόμου Περί Δικαστηρίων Ν. 14(Ι)/60και τα άρθρα 5 και 9 του Κεφ.
- Η υπό κρίση Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραίτη, ο οποίος βρίσκεται στην υπηρεσία των Εναγόντων. Συνοπτικά όπως μπορώ να καταγράψω, αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος ήταν πελάτης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd. Κατά ή περί την 23.9.10 κατόπιν αιτήσεως του Εναγομένου και σχετικής συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο δάνειο ύψους €22.853.- και άνοιξαν επ' ονόματι του, λογαριασμό δανείου με αριθμό 067-12-
- (Τεκμήριο 1) Κατά ή περί την 11.2.11 κατόπιν αιτήσεως του Εναγόμενου και σχετικής συμφωνίας μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου, οι Ενάγοντες παραχώρησαν στον Εναγόμενο δάνειο ύψους €8.065.- και άνοιξαν επ' ονόματι του, λογαριασμό δανείου με αριθμό 067-12-015863.(Τεκμήριο 2) Προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Εναγομένου, με έγγραφες συμφωνίες ημερ. 23.9.10 και 11.2.11 (Τεκμήριο 3), ο Εναγόμενος ενεχυρίασε σύνολο 15,206 μετοχές στην Marfin Popular Bank Public Co Ltd. Οι εν λόγω μετοχές παραδόθηκαν και θα παρέμειναν στην κατοχή των Εναγόντων μέχρι πλήρους εξόφλησης των υποχρεώσεων του Εναγομένου. Στη συνέχεια ο ενόρκως δηλών, αναφέρει ότι οι Ενάγοντες απέστειλαν ειδοποιήσεις στον Εναγόμενο, ενημερώνοντας τον αναφορικά με τις καθυστερήσεις πληρωμών και την επιβολή τόκου υπερημερίας επί των καθυστερημένων οφειλόμενων ποσών, καλώντας τον να εξοφλήσει τα οφειλόμενα ποσά ή να γίνει προσπάθεια εξεύρεσης λύσης αναδιάρθρωσης. (Τεκμήρια 4,5 και 7). Με σχετικές ειδοποιήσεις (Τεκμήρια 6 και 8), οι Ενάγοντες ενημέρωσαν τον Εναγόμενο ότι θα μπορούσε να προσέλθει προσκομίζοντας τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να εξεταστεί το ενδεχόμενο αναδιάρθρωσης του χρέους δυνάμει του Κώδικα συμπεριφοράς για το χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες. Λόγω μη συμμόρφωσης του Εναγόμενου με τα πιο πάνω οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερ. 19.1.16 τερμάτισαν τη λειτουργία των αναφερόμενων πιο πάνω λογαριασμών (Τεκμήριο 9). Κανένα ποσό δεν πληρώθηκε από τον Εναγόμενο και σύμφωνα με κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 10 και Τεκμήριο 11, ο Εναγόμενος οφείλει τα αξιούμενα ποσά στους Ενάγοντες. Κατά τον ενόρκως δηλούντα, κατά τον ουσιώδη χρόνο οι ενεχυριασμένες μετοχές αποτελούσαν επαρκή εξασφάλιση για το τότε χρέος του Εναγόμενου, αλλά λόγω των γνωστών γεγονότων του 2013 οι μετοχές σήμερα δεν έχουν καμία αξία και/ή έχουν πολύ μικρή αξία και σε συνδυασμό με την αύξηση του χρεωστικού υπολοίπου, το χρέος σήμερα είναι ανεξασφάλιστο. Μετά από έρευνα των Εναγόντων, ο Εναγόμενος είναι ιδιοκτήτης του ακινήτου το οποίο αφορά το αιτούμενο Διάταγμα σύμφωνα με τίτλο ιδιοκτησίας Τεκμήριο
- Σύμφωνα με πληροφορίες των Εναγόντων, ο Εναγόμενος έχει αποταθεί προς διάφορες κατευθύνσεις προκειμένου να πωλήσει και/ή αποξενώσει το μερίδιο του στην ακίνητη περιουσία, προκειμένου αυτό να μην καταλήξει στα χέρια των Εναγόντων σε περίπτωση όπου πετύχουν στην Αγωγή. Ενόψει του ότι οι μετοχές δεν έχουν οποιαδήποτε αξία και έχοντας υπόψη την μέχρι σήμερα αδιαφορία και ασυνέπεια του Εναγόμενου, πιστεύει ότι εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα ο Εναγόμενος θα πωλήσει το μοναδικό του περιουσιακό στοιχείο και οι Ενάγοντες δεν θα έχουν τρόπο να ικανοποιήσουν το λαβείν τους και λαμβάνοντας υπόψη ότι η ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας λαμβανομένου υπόψη και του φόρτου εργασίας των Δικαστηρίων, θα καθυστερήσει αρκετά, οι Ενάγοντες πιθανό να στερηθούν τη δυνατότητα τους για εκτέλεση πιθανής απόφασης υπέρ τους. Η αξία του όλου ακινήτου ανέρχεται σε €280.000.- και για σκοπούς καταναγκαστικής πώλησης γύρω στις €200.000.- Με την Ένσταση του, ο Εναγόμενος - Καθ ου η Αίτηση, προβάλλει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, οι Ενάγοντες δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το αιτούμενο Διάταγμα είναι δυσανάλογα επαχθές προς τα ποσά τα οποία διεκδικούν, οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα, το ποσό που οι Ενάγοντες αξιούν δυνατόν να είναι ακόμα μικρότερο εφόσον ο Εναγόμενος μέσω της Υπεράσπισης του ισχυρίζεται επιβολή υπερβολικών χρεώσεων και/ή υπερχρεώσεων και/ή παράνομων τοκισμών, η ένορκή δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραίτη είναι αντικανονική καθότι περιέχει εξ ακοής μαρτυρία χωρίς να αναφέρεται η πηγή πληροφόρησης του ότι ο Εναγόμενος σκοπεύει να πωλήσει ή αποξενώσει το ακίνητο καθώς επίσης και η θέση του ότι οι μετοχές έχουν απολέσει την αξία τους είναι εξ ακοής και δεν συνοδεύεται από σχετική μαρτυρία εμπειρογνώμονα. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Εναγόμενου - Καθ' ου η Αίτηση. Σε αυτήν αναφέρονται, βασικά, τα εξής: Ο Εναγόμενος καταχώρησε την Αγωγή 1251/16 Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο Α), εναντίον των Εναγόντων, αμφισβητώντας την ορθότητα των ισχυριζόμενων από τους Ενάγοντες υπολοίπων, γεγονός το οποίο αποκρύφτηκε από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να ενισχύει τους ισχυρισμούς του Κωνσταντίνου Χωραίτη περί καμίας ή πολύ μικρής αξίας των ενεχυριασθέντων μετοχών, η αναφορά του περί τούτου παρέμεινε εξ ακοής και οι θέσεις του προβάλλονται διαζευκτικά, γεγονός το οποίο πρέπει να προβληματίσει το Δικαστήριο. Αποτελεί επίσης θέση του Εναγόμενου ότι ο Κωνσταντίνος Χωραίτης δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του περί προθέσεως του ιδίου να αποξενώσει το ακίνητο και οι θέσεις του περί τούτου παρέμειναν αόριστοι χωρίς να δίδονται λεπτομέρειες των πληροφοριών που έλαβαν οι Ενάγοντες. Αποτελεί επίσης θέση του ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι δυσανάλογα επαχθές σε βάρος του ιδίου εφόσον το ποσό το οποίο απαιτούν οι Ενάγοντες είναι πολύ μικρότερο από την αξία του ακινήτου και πιθανό οι Ενάγοντες να δικαιούνται μικρότερο ποσό ενόψει των ισχυρισμών του περί ανατοκισμών και παράνομων χρεώσεων. Η αξία του ακινήτου γίνεται παραδεκτή από τον Εναγόμενο. Κατά τον ίδιο ενόψει των πιο πάνω η παρούσα Αίτηση προσλαμβάνει καταπιεστικής φύσεως χαρακτήρα. Αποτελεί επίσης θέση του ότι οι Ενάγοντες οι οποίοι φέρουν το βάρος απόδειξης, δεν παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να αποδυκνείει την αφερεγγυότητα του και ότι σε περίπτωση όπου εκδοθεί υπέρ τους Απόφαση δεν θα μπορεί να την ικανοποιήσει. Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη επί τη βάση γραπτών αγορεύσεων, τις οποίες κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι των διαδίκων. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των αγορεύσεων, όπου ουσιαστικά υποστηρίζονται οι εκατέρωθεν θέσεις των δυο πλευρών και πιο κάτω θα αναφερθώ σε αυτές όπου κρίνεται αναγκαίο. Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση διαταγμάτων ως το αιτούμενο, παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Το Άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων και θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων που το Άρθρο αυτό καθορίζει, οι οποίες θα πρέπει να συντρέχουν. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία (γ) θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει ο,τιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο του βάρους απόδειξης το οποίο απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (Bacardi v. Vinco
(1996)1(Β) Α.Α.Δ. 788 Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1791 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading
(1998)1 Α.Α.Δ. 149.) Σημαντικό να τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 225). Εκτός από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 η Αίτηση βασίζεται και στο Άρθρο 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Σύμφωνα με το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο δύναται να διατάξει τον Εναγόμενο όπως μη αποξενώσει τόση από την ακίνητη περιουσία η οποία είναι εγγεγραμμένη στ' όνομα του όση, κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα ήταν αρκετή για να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντα και τα έξοδα της Αγωγής. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που περιέχονται στο Άρθρο 5 του Κεφ.6 δεν μπορούν να εξετάζονται ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του Άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Τα κριτήρια και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να εκδοθεί διάταγμα με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ. 6 είναι: (Ι) Ο ενάγων να έχει καλή βάση αγωγής. (ΙΙ) Με την πώληση ή μεταβίβαση της περιουσίας σε τρίτο πρόσωπο να είναι πιθανόν ο ενάγων να εμποδιστεί στην ικανοποίηση απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ του. Σε σχέση με τις πιο πάνω προϋποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 782 ότι ο όρος αυτός που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του ΚΕΦ.6 το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στο Άρθρο 32 του Ν.14/
- Εις ότι αφορά το δεύτερο κριτήριο που πρέπει να πληρείται με βάση το Άρθρο 5 του Κεφ.6, σύμφωνα με τη νομολογία, αυτό αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/
- Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές θα εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις και κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης. Εδώ ανοίγω μια παρένθεση, θέλοντας να σχολιάσω κάποια σημεία των αγορεύσεων των συνηγόρων. Κατ΄ αρχάς οι θέσεις οι οποίες προβάλλονται από πλευράς Εναγομένου αναφορικά με το στοιχείο του κατεπείγοντος, κρίνονται εντελώς αβάσιμες και άνευ σημασίας, εφόσον, κατά πρώτο δεν περιλαμβάνεται προς τούτο οποιοσδήποτε σχετικός λόγος ένστασης και κατά δεύτερο από τη στιγμή όπου η Αίτηση επιδόθηκε στον Εναγόμενο και έτσι κατέστη δια κλήσεως, δεν τίθεται θέμα εξέτασης τέτοιου ζητήματος. Εις ότι αφορά επίσης τον λόγο ένστασης του Εναγομένου περί του ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο μελέτησε τα όσα ανέφεραν εκατέρωθεν πλευρές αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα. Παρ' όλα αυτά όμως τονίζεται ότι τέτοιο ζήτημα θα είχε σημασία εάν το Δικαστήριο εξέδιδε μονομερώς το Διάταγμα. Από τη στιγμή όπου δόθηκε στον Εναγόμενο η ευκαιρία να ακουστεί με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του τις θέσεις και των δυο πλευρών, δεν τίθεται πλέον ζήτημα απόρριψης της Αίτησης για τον λόγο μη αποκάλυψης γεγονότων. Πέραν τούτου δεν μπορεί να μην καταγραφεί η διαπίστωση μου ότι ενώ γίνεται λόγος από μέρους του Εναγόμενου για μη αποκάλυψη της καταχώρησης της Αγωγής από μέρους του, διαπιστώνω ότι αυτή είναι μεταγενέστερη της καταχώρησης από μέρους των Εναγόντων τόσο της υπό κρίση Αίτησης όσο και της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο. Η παρούσα Αγωγή και Αίτηση καταχωρήθηκαν στις 21.4.16 ενώ η Αγωγή από μέρους του Εναγόμενου στις 6.5.16 και μάλιστα μετά την επίδοση στον ίδιο της Αγωγής και της Αίτησης των Εναγόντων. Επομένως ο λόγος αυτός ένστασης απορρίπτεται. Εξετάζοντας την πρώτη προϋπόθεση που θέτει το Άρθρο 32 για σοβαρό θέμα προς εκδίκαση ως και την ύπαρξη καλής βάσης αγωγής που θέτει το Άρθρο 5
(1)του ΚΕΦ.6 και επαναλαμβάνοντας ότι το θέμα αυτό κρίνεται από τα δικόγραφα, διαπιστώνω ότι εγείρεται θέμα οφειλόμενου υπόλοιπου δυνάμει συμφωνιών δανείων μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου, όπου σύμφωνα με τους Ενάγοντες ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει τις συμφωνημένες δόσεις και ως εκ τούτου τερμάτισαν τη λειτουργία των επίδικων λογαριασμών καθιστώντας τα οφειλόμενα υπόλοιπα πληρωτέα και απαιτητά. Τα πιο πάνω κατά την κρίση μου αποκαλύπτουν μέσω της έκθεσης απαίτησης σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και συνεπώς η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, οι Ενάγοντες είναι αρκετό να πείσουν το Δικαστήριο ότι έχουν κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας. Με την ένορκο δήλωση του Κωνσταντίνου Χωραΐτη, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως Τεκμήρια, μεταξύ άλλων, οι συμφωνίες δανείων, η συμφωνία ενεχυρίασης των μετοχών και τα υπόλοιπα των επίδικων λογαριασμών σύμφωνα με τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 10 και
- Με την ένορκο δήλωση του ο Εναγόμενος, από την οποία το Δικαστήριο στηρίζεται για να διεξάγει κάποιο συμπέρασμα ως προς την πιθανή Υπεράσπιση την οποία θα προβάλει ο Εναγόμενος εφόσον δεν έχει καταχωρηθεί μέχρι στιγμής, ο Εναγόμενος παραδέχεται τις θέσεις του Κωνσταντίνου Χωραίτη ως καταγράφονται στις παρ. 4,5,6, και 7, στις οποίες αναφέρεται ουσιαστικά ότι κατόπιν αιτήματος του Εναγόμενου καταρτίστηκαν οι συμφωνίες δανείου μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου προς παραχώρηση των ποσών δανείου τα οποία καταγράφονται στις εν λόγω παραγράφους καθώς επίσης και η κατάρτιση της συμφωνίας ενεχυρίασης μετοχών. Ο Εναγόμενος ουσιαστικά αυτό το οποίο προβάλλει είναι ότι το ποσό το οποίο οφείλεται είναι μικρότερο εφόσον ως ισχυρίζεται, οι Ενάγοντες προέβηκαν σε παράνομες υπερχρεώσεις και ανατοκισμούς. Τονίζεται ότι το Δικαστήριο για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας δεν χρειάζεται αλλά ούτε και πρέπει να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα ως προς τις αμφισβητούμενες θέσεις των διαδίκων. Χωρίς επομένως, να καταλήγω σε τελική κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης, έχω ικανοποιηθεί ότι με τα όσα οι Ενάγοντες παρουσίασαν και επικαλέστηκαν στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, είναι ικανοποιητικά για σκοπούς κατάδειξης ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 και τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ.
- Δηλαδή κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και ότι με την πώληση ή αποξένωση της περιουσίας του Εναγομένου είναι πιθανό οι Ενάγοντες να εμποδιστούν στην ικανοποίηση της απόφασης που ενδεχόμενα να εκδοθεί υπέρ τους. Εάν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει τον υπολογισμό της ζημιάς και την επιδίκαση αποζημιώσεων στον Αιτητή στο τελικό στάδιο τότε η έκδοση ή συνέχιση του προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Όμως όπου ο υπολογισμός είναι δύσκολος ή αδύνατος τότε υπάρχει ενδεχόμενο να ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση. Σημειώνεται κατ' αρχάς ότι λόγω της φύσεως της υπόθεσης η οποία αφορά χρηματική αξίωση, είναι αυτονόητο ότι η επιδίκαση των αξιούμενων ποσών θα ήταν ικανοποιητική θεραπεία. Όπως όμως έχει αναφερθεί στην υπόθεση M. & CH. Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. The Timberland Co of USA
(1977)1 C.L.R. 1791 η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Από το ενώπιον μου υλικό δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14(Ι)/60 και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 5 του Κεφ.
- Οι Ενάγοντες στηρίζουν το αίτημα τους στο γεγονός ότι δεν θα ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση υπέρ τους λόγω του ότι οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου παρέμειναν χωρίς εξασφαλίσεις, για τον λόγο ότι μετά τα γεγονότα του 2013 οι ενεχυριασμένες μετοχές σήμερα δεν έχουν καμία αξία και/ή έχουν πολύ μικρή αξία καθώς επίσης λόγω της ασυνέπειας του Εναγόμενου με τις υποχρεώσεις του προς τους Ενάγοντες. Τα όσα όμως αναφέρονται στην παρ. 19 της ενόρκου δηλώσεως του Κωνσταντίνου Χωραΐτη, δεν μπορούν να υποστηρίξουν την εκδοχή των Εναγόντων ότι οι υποχρεώσεις του Εναγόμενου παρέμειναν χωρίς εξασφάλιση και ούτε όμως κάτι τέτοιο μπορεί να δικαιολογήσει το αίτημα τους. Ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία επεσυνέβησαν το 2013 και πως αυτά επηρέασαν την αξία των μετοχών οι οποίες είναι ενεχυριασμένες προς όφελος τους. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί από μόνο του σε μελέτη γεγονότων τα οποία επεσυνέβησαν το 2013 και να επιλέξει ποια από αυτά υποστηρίζουν τις θέσεις των Εναγόντων. Βεβαίως, δεν συμφωνώ με την θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν μαρτυρία από εμπειρογνώμονα για να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό τους εφόσον κάτι τέτοιο δεν επιτρέπεται στο παρόν στάδιο. Κανένα όμως στοιχείο δεν τέθηκε από μέρους των Εναγόντων τα οποίο να υποστηρίζει την θέση τους αυτή, ούτε παρουσίασαν οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο να διαφωτίζει το Δικαστήριο για την σημερινή αξία των μετοχών. Σίγουρα, σκοπός της παρούσας διαδικασίας δεν μπορεί να αποτελέσει η παροχή νέων ή περαιτέρω εξασφαλίσεων των υποχρεώσεων του Εναγομένου. Αυτό το οποίο έχει σημασία για το Δικαστήριο εν σχέση με το ζήτημα των μετοχών, είναι ότι αυτές συνιστούν περιουσία του Εναγόμενου η οποία μάλιστα βρίσκεται στην κατοχή των Εναγόντων μέχρι την εξόφληση των υποχρεώσεων του Εναγόμενου, σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Τα πιο πάνω αφήνουν μετέωρο τον ισχυρισμό του Κωνσταντίνου Χωραΐτη ότι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του Εναγόμενου είναι το ακίνητο του οποίου επιδιώκεται η δέσμευση, εφόσον προκύπτει ότι ο Εναγόμενος είναι κάτοχος περιουσίας, δηλαδή των μετοχών, η αξία των οποίων παραμένει άγνωστη στο Δικαστήριο. Με όσα παρέθεσαν οι Ενάγοντες, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει κατά πόσο θα είναι αδύνατο σε μεταγενέστερο στάδιο να ικανοποιηθεί μια τυχόν απόφαση υπέρ των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες δεν αναφέρουν οτιδήποτε αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου και κατά πόσο αυτός είναι αφερέγγυος. Το βάρος αυτό φέρουν οι Ενάγοντες και στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά στο κατά πόσο ο Εναγόμενος είναι ή όχι αφερέγγυος. Επομένως κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να καταδείξει ότι οι Ενάγοντες θα εμποδιστούν στην ικανοποίηση τυχόν απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ τους. Τα όσα αναφέρει ο Κωνσταντίνος Χωραίτης στην παρ. 19 της ενόρκου δηλώσεως του, ως καταγράφονται πιο πάνω, δεν μπορούν να πείσουν το Δικαστήριο για την αδυναμία του Εναγόμενου να ικανοποιήσει μια πιθανή απόφαση η οποία ήθελε εκδοθεί εναντίον του. Αποτελεί θέση του Κωνσταντίνου Χωραΐτη ότι πρόσφατα οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν ότι ο Εναγόμενος αποτάθηκε προς διάφορες κατευθύνσεις και/ή προς συγγενικά και/ή φιλικά πρόσωπα προκειμένου να πωλήσει και/ή διαθέσει και/ή αποξενώσει το μερίδιο του στο εν λόγω ακίνητο. Αναφορικά με τα πιο πάνω να αναφέρω ότι συμφωνώ με τα όσα καταγράφει η κα Αρκάδη στην γραπτή αγόρευση της ότι δεν είναι αναγκαία η προσκόμιση μαρτυρίας η οποία να καταδεικνύει την πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση, από την στιγμή όπου οι Ενάγοντες δεν έχουν τέτοιο βάρος απόδειξης. (Γιάννης Φετοκάκης ν. Λάμπρου Χριστοφή κ.α.
(2006)1 Α.Α.Δ. 800). Παρά τα πιο πάνω όμως ο ισχυρισμός των Εναγόντων για αποξένωση του ακινήτου δεν έχει συσχετιστεί με οποιαδήποτε γεγονότα που να καθιστούν υπαρκτό οποιοδήποτε κίνδυνο αποξένωσης (βλ. Κώστας Καλoγήρου ν C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1Β ΑΑΔ 1237). Ούτε και έχουν τεθεί ενώπιον μου οποιαδήποτε στοιχεία που στο σύνολο τους ή σε συνδυασμό με τον ισχυρισμό για αποξένωση να καθιστούν αναγκαία την παρεμπόδιση πιθανής αποξένωσης του ακινήτου. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Phasarias (Automotive Centre) Ltd v Σκυροποιϊα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί ή όπως αναφέρεται στην υπόθεση Τσιολάκκη κ.α ν Στυλιανίδη (ανωτέρω), εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος». Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να επισημάνω το γεγονός ότι η δέσμευση περιουσιακών στοιχείων που δεν αποτελούν αντικείμενο της αγωγής δικαιολογείται κατ' εξαίρεση και ασκείται με φειδώ (Βλ. Marketrends (Capital Market) Ltd v Γεωργίου 1 ΑΑΔ 1759). Δεν θεωρώ πως η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρετικές περιπτώσεις εκείνες που διαφαίνεται πως η τυχόν δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί θα παραμείνει χωρίς αντίκρισμα. Αναφορικά με τα πιο πάνω ζητήματα ούτε ο Εναγόμενος με την ένορκο δήλωση του παραθέτει οποιοδήποτε στοιχείο το οποίο θα μπορούσε να αντικρούσει τις θέσεις των Εναγόντων ή να υποστηρίξει τις δικές του θέσεις και εκδοχή. Παρ' όλα αυτά όμως το βάρος απόδειξης των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται προς έκδοση του αιτούμενου διατάγματος φέρουν μόνο οι Ενάγοντες, οι οποίοι ως έχει προαναφερθεί δεν έχουν προσκομίσει ικανοποιητικά στοιχεία για να δικαιολογήσουν το αίτημα τους. Για του πιο πάνω λόγους, κρίνεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και τη δεύτερη του άρθρου 5
(2)του Κεφ.6. Αν και τα πιο πάνω κρίνουν το αποτέλεσμα της Αίτησης δεν θα προβώ σε περαιτέρω εξέταση των λόγων ένστασης παρά μόνο, θα σχολιάσω τον λόγο ένστασης με τον οποίο ο Εναγόμενος προβάλλει έντονα ότι η αξία του ακινήτου είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα αξιούμενα ποσά και ως εκ τούτου το αιτούμενο Διάταγμα είναι επαχθές για τον ίδιο. Η αξία του όλου ακινήτου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Κωνσταντίνου Χωραίτη, ανέρχεται σε €280.000.- και για σκοπούς καταναγκαστικής πώλησης γύρω στις €200.000.- και οι αξιώσεις των Εναγόντων ανέρχονται σε €33.92,19σ πλέον τόκους και έξοδα. Ο Εναγόμενος με την ένορκο δήλωση του, δεν αρνείται την αξία του ακινήτου, ούτε προβάλλει άλλο ισχυρισμό περί τούτου. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Ρένα Αριστοτέλους Λτδ. και Άλλοι ν. Benfleet Enterprises Ltd και Άλλων,
(2006)1 Α.Α.Δ. 280: «Το άρθρο 5
(1)προνοεί για δέσμευση τόσης περιουσίας, όσο θα επαρκεί για ικανοποίηση της απαίτησης, μαζί με τα έξοδα. Και αυτή την προϋπόθεση ικανοποίησαν οι εφεσίβλητοι. Αν οι εφεσείοντες είχαν προτείνει εναλλακτική προσέγγιση, το επιχείρημα τους θα είχε κάποιο νόημα, αφού το δικαστήριο θα έπρεπε, ίσως, να επιλέξει τη λιγότερο επαχθή για τους εφεσείοντες επιλογή, νοουμένου ότι αυτή θα ήταν εξ ίσου αποτελεσματική. Οι εφεσείοντες περιορίστηκαν να αναφέρουν ότι διαθέτουν και άλλη ακίνητη περιουσία. Αυτό, όμως, δεν είναι αρκετό για να μην εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Θα πρέπει να δεσμευτεί ακίνητη περιουσία αρκετή ώστε ο ενάγων να διασφαλίζεται ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του θα ικανοποιηθεί.» Ως εκ τούτου, η απλή αναφορά του Εναγόμενου ότι η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη από το τα αξιούμενα ποσά, δεν μπορεί από μόνη της να υποστηρίξει τον λόγο ένστασης αυτό. Ενόψει των πιο πάνω, η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου - Καθ ου η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της Αγωγής. (Υπ.) ............................. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject:Civil/Other/Interim/1166-16interimorder cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο