Molvi Estates Ltd κ.α. ν. Λεωνίδας Κίμωνος κ.α., Αγωγή αρ.: 4531/15, 12/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A328 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4531/15 Αίτηση ημερ.: 12/11/2015 Μεταξύ: Molvi Estates Ltd, από τη Λεμεσό Ενάγουσα Και
- Λεωνίδας Κίμωνος, από τη Λεμεσό
- Hellenic Bank Public Company Limited, από Λευκωσία
- Winport Services Limited, από Λευκωσία
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, από Λευκωσία Εναγόμενων -------------------------------------------------- 12/7/2016 Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Κ. Μελάς μαζί με την κα Β. Γιατρού για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Αρίστου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση: κα Μαρκουλλή για Κ. Σαβεριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση: κα Μαργόνη για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (κ. Ιγνατίου για ν' ακούσει απόφαση) Για τον Εναγόμενο 4 παρακολουθεί η κα Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα/Αιτήτρια με την παρούσα αίτηση της, η οποία καταχωρίστηκε μονομερώς, αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 3 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες της, να εισέρχονται και/ή να εκμεταλλεύονται και/ή να επεμβαίνουν και/ή επιβαρύνουν και/ή να αποξενώσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία σε σχέση με τα ακόλουθα ακίνητα μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου: i. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/26631, Φ/Σχ. 54/44, Τεμ. 1561, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. ii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/26630, Φ/Σχ. 54/44, Τεμ. 1560, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. iii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 0/26632, Φ/Σχ. 54/44, Τεμ. 1562, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. Β. Προσωρινό Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους, από το να χρησιμοποιούν και/ή να εφαρμόζουν και/ή να ασκούν οποιαδήποτε ενέργεια και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη, που να έχει έρεισμα και/ή να στηρίζεται και/ή να βασίζεται στο έγγραφο με τίτλο ΟΜΟΛΟΓΟ ΕΠΙΒΑΡΥΝΣΗΣ ημερ. 25/5/2010, μιας και αυτό έχει εξοφληθεί στις 21/7/2015, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή στελέχη τους να επεμβαίνουν και/ή επιβαρύνουν και/ή να προβαίνουν σε προσφορές και/ή να αποξενώσουν και/ή να πωλήσουν και/ή να προβαίνουν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία σε σχέση με τα ακόλουθα ακίνητα ιδιοκτησίας της Ενάγουσας εταιρείας μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου. i. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 1/63276, Φ/Σχ. 54/580302, Τμήμα 1, Τεμ. ΕΠΙ 398, Γραφείο αρ. 1 στον 3ο όροφο Αρ. Θύρας D34, Αγία Ζώνη, Λεμεσός. ii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 1/63276, Φ/Σχ. 54/580302, Τμήμα 1, Τεμ. ΕΠΙ 398, Γραφείο αρ. 2 στον 3ο όροφο Αρ. Θύρας D33, Αγία Ζώνη, Λεμεσός. iii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 1/63278, Φ/Σχ. 54/580302, Τμήμα 1, Τεμ. ΕΠΙ 398, Γραφείο αρ. 3 στον 3ο όροφο Αρ. Θύρας D32, Αγία Ζώνη, Λεμεσός. iv. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57742, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 1, Αρ. Θύρας 92, Αγία Νάπα, Λεμεσός. v. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57743, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 2, Αρ. Θύρας 92Α, Αγία Νάπα, Λεμεσός. vi. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57743, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 2, Αρ. Θύρας 92Α, Αγία Νάπα, Λεμεσός. vii. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57749, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 8, Αρ. Θύρας 98Α, Αγία Νάπα, Λεμεσός. viii. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57750, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 9, Αρ. Θύρας 98Β, Αγία Νάπα, Λεμεσός. ix. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57751, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 10, Αρ. Θύρας 98C, Αγία Νάπα, Λεμεσός. x. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57752, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 11, Αρ. Θύρας 6, Αγία Νάπα, Λεμεσός. xi. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57753, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 12, Αρ. Θύρας 4, Αγία Νάπα, Λεμεσός. xii. Ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής Β-57745, Φ/Σχ. 54/58.5.4, Τμήμα Β, Τεμ. ΕΠΙ 439, Κατάστημα με μεσοπάτωμα αρ. 4, Αρ. Θύρας 94Α, Αγία Νάπα, Λεμεσός. xiii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24196, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 695, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. xiv. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24197, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 696, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. xv. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24198, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 697, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. xvi. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24199, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 698, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. xvii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24200, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 699, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. xviii. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24203, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 702, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. xix. Ακίνητο υπ' αριθμό εγγραφής 24215, Φ/Σχ. LIV/44, Τεμ. 714, Ποταμός Γερμασόγειας, Λεμεσός. μέχρι την πλήρη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεώτερης διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση, κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, επιδόθη στην πλευρά των Καθ' ων η Αίτηση με αποτέλεσμα να καταστεί διά κλήσεως. Η πραγματική βάση της αίτησης στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Στέλλας Οδυσσέως, διευθύντριας της εταιρείας C.C.S. Company Services Ltd, η οποία είναι η γραμματέας της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Αμέσως πιο κάτω παραθέτω τα βασικά σημεία της ενόρκου δηλώσεως της. Κατά το 2007 η Ενάγουσα/Αιτήτρια ζήτησε να δανειοδοτηθεί από την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση με σκοπό την αγορά από την Ενάγουσα/Αιτήτρια εννέα οικοπέδων στην περιοχή Καλόγηροι, στον Π. Γερμασόγειας, με αριθμούς εγγραφής 24196 - 24201, 24203, 24205 και
- Με επιστολή της ημερομηνίας 10/12/2007 η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση κοινοποίησε στην Ενάγουσα/Αιτήτρια ότι ενέκρινε την παραχώρηση δανείου συνολικού ύψους €6.322.321,70, με σκοπό την αγορά των πιο πάνω αναφερομένων ακινήτων. Προς το σκοπό της εκταμίευσης του ως άνω συμφωνηθέντος ποσού, υπογράφηκαν δύο συμφωνίες δανείου, η πρώτη με ημερομηνία 13/12/2007 για το ποσό των €2.050.321,70 και η δεύτερη με ημερομηνία 3/3/2008 για το ποσό των €4.272.000,
- Ήταν περαιτέρω συνεννόηση μεταξύ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση ότι τα πιο πάνω δάνεια θα αποπληρώνονταν από το προϊόν πώλησης των ως άνω ακινήτων με εφάπαξ δόση στις 31/12/
- Περαιτέρω, συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που δεν υπήρχαν ενδιαφερόμενοι αγοραστές μέχρι την ως άνω καθορισθείσα ημερομηνία, τα δάνεια θα ανανεώνονταν μέχρι την εξεύρεση αγοραστών. Προς εξασφάλιση της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση, πέραν από την υποθήκευση των ως άνω αναφερομένων ακινήτων και την παραχώρηση προσωπικών εγγυήσεων των μετόχων της Ενάγουσας/Αιτήτριας, παρεχωρήθη ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 13/12/2007, με το οποίο εξασφαλίζετο περιορισμένο ποσό ύψους €513.
- Αμέσως με την πώληση δύο εκ των ως άνω αναφερομένων ακινήτων η Ενάγουσα/Αιτήτρια κατέβαλε το προϊόν της πώλησης τους στην Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση, το οποίο ανέρχετο στο συνολικό ποσό των €1.280.000 περίπου. Λόγω της οικονομικής κρίσης και, παρά τις προσπάθειες της Ενάγουσας/Αιτήτριας, δεν έγινε κατορθωτή η πώληση των υπόλοιπων επτά ακινήτων. Έτσι, στη βάση της συνεννόησης, τα συμβαλλόμενα μέρη προχώρησαν στην ανανέωση των πιο πάνω συμφωνιών. Κατ' αυτό τον τρόπο δόθηκε παράταση του χρόνου αποπληρωμής των δανείων μέχρι την 31/12/
- Η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση στις 30/11/2012, κατά παράβαση της συμφωνίας δανείου και της μεταξύ των μερών συνεννόησης, τερμάτισε τη λειτουργία των λογαριασμών δανείου ένα μήνα πριν την ημερομηνία αποπληρωμής τους, χωρίς να υπάρχει ουσιαστική παράβαση από πλευράς Ενάγουσας/Αιτήτριας που να δίνει τέτοιο δικαίωμα στην Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση προχώρησε στην καταχώρηση της αγωγής με αρ. 3571/13 εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, χωρίς να δώσει την ευκαιρία σ' αυτήν να αντιδράσει. Εκκρεμούσης της ως άνω διαδικασίας η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση με επιστολή της ημερομηνίας 3/11/2014 ενημέρωσε την Ενάγουσα/Αιτήτρια ότι προέβηκε στο διορισμό του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση ως παραλήπτη και διαχειριστή της Ενάγουσας/Αιτήτριας, δυνάμει του ομολόγου επιβάρυνσης. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας/Αιτήτριας απέστειλαν επιστολή στον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση με την οποία τον καλούσαν να μην προβεί σε οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια που να παραβλάπτει τα δικαιώματα και συμφέροντα της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση, αγνοώντας παντελώς την ως άνω επιστολή, συνέχισε να ενεργεί ως διαχειριστής και παραλήπτης της και προχώρησε σε μια σειρά αυθαίρετων και χωρίς έρεισμα ζημιογόνων πράξεων, μεταξύ των οποίων και σε δημοσίευση στον Τύπο, το Φεβρουάριο του 2015, προσκαλώντας ενδιαφερόμενους να υποβάλουν προσφορές για αγορά των ενυπόθηκων ακινήτων, αναφέροντας μάλιστα ότι δεν ήταν υπόχρεος να δεχτεί την ψηλότερη προσφορά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε ζημιά στην Ενάγουσα/Αιτήτρια καθότι βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με επίδοξο αγοραστή για πώληση των ως άνω οικοπέδων, ο οποίος ανακάλεσε την πρόθεση του όταν ενημερώθηκε ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια είχε πρόβλημα. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια αναγκάστηκε να προχωρήσει στην καταχώριση της αγωγής υπ' αρ. 1201/15, με την οποία ζητά την ακύρωση του ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Αμφισβητεί επίσης τη νομιμότητα και εγκυρότητα του διορισμού του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση. Εκκρεμούσης της ως άνω περιγραφόμενης αγωγής και της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση στις 21/7/2015, εν αγνοία της Ενάγουσας/Αιτήτριας, των διευθυντών και μετόχων της, προχώρησε στην πώληση τριών ενυπόθηκων ακινήτων προς την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση, για το συνολικό ποσό των €1.180.
- Στις 7/8/2015 ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση, αφού είχε ήδη προβεί στην πώληση των ως άνω ακινήτων, από το προϊόν της οποίας είχε υπερκαλυφθεί το ύψος του ομολόγου επιβάρυνσης, προχώρησε στην καταχώριση της γενικής αίτησης υπ' αρ. 490/15, με την οποία ζητά τη νομιμοποίηση του διορισμού του, χωρίς να αποκαλύπτει το γεγονός της πώλησης των ως άνω ακινήτων, προσπαθώντας προφανώς να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Η πώληση των ως άνω ακινήτων από τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση έγινε με σκοπό να καταστούν οι εκκρεμούσες δικαστικές διαδικασίες άνευ αντικειμένου, φέρνοντας τους διαδίκους προ τετελεσμένων. Περαιτέρω, οι ως άνω πωλήσεις αποτελούν δόλιες συναλλαγές σε ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας/Αιτήτριας, προς τούτο δε η Ενάγουσα/Αιτήτρια προχώρησε σε ποινική δίωξη εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση. Μόλις πληροφορήθηκαν για την πώληση των ως άνω ακινήτων ανέθεσαν σε εκτιμητή να προβεί σε καινούργια εκτίμηση της αξίας που είχαν κατά τον Ιούλιο του
- Βάσει της νέας εκτίμησης που ετοιμάστηκε, με ημερομηνία 11/11/2015, η αγοραία αξία και των τριών ακινήτων ανέρχεται συνολικά σε €3.035.000 ενώ το ύψος της καταναγκαστικής πώλησης είναι €2.428.
- Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι τα ως άνω ακίνητα πωλήθηκαν σε τιμές πολύ χαμηλότερες από την πραγματική τους αξία και ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση, κατά παράβαση των καθηκόντων και υποχρεώσεων του, δεν προέβηκε στα απαιτούμενα διαβήματα για να εξασφαλίσει την καλύτερη δυνατή τιμή. Εάν όλα τα υποθηκευμένα ακίνητα της Ενάγουσας/Αιτήτριας πωληθούν σε αυτές τις εξευτελιστικές τιμές, δεν θα εξοφληθεί το σύνολο των υποχρεώσεων της προς την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση. Η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση ενεργούσε ως παραλήπτης τον οποίο διόρισε η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση και δεν ήταν διευθυντής της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε ότι υπήρχε αμφισβήτηση του διορισμού του, μιας και στο φάκελο του κτηματολογίου υπήρχε σχετική επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας/Αιτήτριας, ότι εκκρεμούσε διαδικασία στο Δικαστήριο. Η τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα ως άνω ακίνητα από μόνη της, αλλά και σε συνδυασμό με τα ως άνω δεδομένα, τα οποία ήταν εις γνώση της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση, θα έπρεπε να την αφυπνίσουν ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση δεν ενεργούσε προς το συμφέρον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Για σκοπούς είσπραξης του εξασφαλισμένου από το ομόλογο ποσού δεν χρειαζόταν να πωληθούν και τα τρία ακίνητα επειδή, ακόμα και με τις εξευτελιστικές τιμές στις οποίες πωλήθηκαν, το ομόλογο καλυπτόταν. Δεν πρόκειται να παραβλαφτούν τα δικαιώματα των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, ούτε πρόκειται να προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά σ' αυτούς από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Σε σχέση με την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση, σε περίπτωση που κερδίσει την παρούσα αγωγή, θα μπορεί να διαθέσει όπως επιθυμεί τα ως άνω ακίνητα στο τέλος της διαδικασίας, οπόταν και ενδεχομένως οι τιμές των ακινήτων να έχουν βελτιωθεί. Τα υπόλοιπα ακίνητα είναι υποθηκευμένα προς όφελος της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση και δεν πρόκειται να αποξενωθούν. Από την άλλη, η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε πρόκληση μεγάλης και ανεπανόρθωτης ζημιάς σε βάρος της Ενάγουσας/Αιτήτριας και θα καταστήσει δύσκολη και αδύνατη την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης στο τέλος. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση εναντιώθηκαν στην αιτούμενη θεραπεία. Ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του, την οποία καταχώρισε, προβάλλει 17 συνολικά λόγους ένστασης. Παραθέτω τους βασικούς από αυτούς:
- Δεν ικανοποιείται καμία από τις προϋποθέσεις που απαιτούνται από το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε πραγματικά γεγονότα και/ή μαρτυρία.
- Η αίτηση βασίζεται σε μη ορθά άρθρα και/ή σε λανθασμένη νομική βάση και/ή είναι ελλιπής.
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση περιέχει ψευδείς και/ή αναληθείς και/ή ανακριβείς ισχυρισμούς και/ή εσκεμμένα και/ή σκόπιμα και/ή άλλως πως αποκρύφτηκαν ουσιαστικά έγγραφα και/ή γεγονότα και/ή πληροφορίες με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
- Σκοπός της αίτησης είναι να χρησιμοποιηθεί η δραστικότητα των αιτούμενων διαταγμάτων για τον εξαναγκασμό του Καθ' ου η Αίτηση 1 να αποδεχθεί απαιτήσεις και/ή αξιώσεις των Αιτητών, τις οποίες δεν δικαιούνται και/ή να κατευθύνουν την διαδικασία διαχείρισης στα δικά τους μέτρα και συμφέροντα.
- Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ο Καθ' ου η Αίτηση 1 καθώς και οι πιστωτές της Εταιρείας θα υποστούν τεράστιες και/ή ανεπανόρθωτες ζημιές.
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η υπό κρίση αίτηση προωθείται κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή για αλλότριους σκοπούς και ενόσω για ίδια ή παρόμοια ζητήματα καταχωρίστηκαν άλλα δικαστικά διαβήματα.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και δεν είναι δίκαιη και/ή εύλογη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.» Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ιδίου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν τήρησε τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση καθότι δεν κατέβαλλε τις συμφωνηθείσες δόσεις αποπληρωμής του δανείου, με αποτέλεσμα οι λογαριασμοί αυτοί να παρουσιάζουν καθυστερήσεις και να καταστούν μη εξυπηρετούμενοι. Ως αποτέλεσμα της άρνησης της Ενάγουσας/Αιτήτριας να αποπληρώσει τις καθυστερημένες της δόσεις, η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση με επιστολή της ημερομηνίας 30/11/2012 ενημέρωσε την Ενάγουσα/Αιτήτρια για τον τερματισμό των λογαριασμών των δανείων, καλώντας την να προβεί σε πλήρη και τελεία εξόφληση του τότε χρεωστικού υπολοίπου εντός επτά ημερών. Η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση στις 31/7/2013 απέστειλε συστημένη επιστολή προς την Ενάγουσα/Αιτήτρια, με την οποία την καλούσε να αποπληρώσει το χρεωστικό υπόλοιπο των δανείων της, πλέον τόκους και έξοδα. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια, παρά το γεγονός ότι παραδέχεται το χρέος της, δεν είχε και δεν έχει πρόθεση ή διάθεση να εξοφλήσει τις ως άνω υποχρεώσεις της ή να συζητήσει με την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση τρόπους εξεύρεσης λύσης στο πρόβλημα. Συνεπεία των ανωτέρω η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας την αγωγή υπ' αρ. 3571/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Επίσης, η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση την 3/11/2014 προχώρησε στο διορισμό του, δυνάμει των προνοιών του ομολόγου επιβάρυνσης. Ο διορισμός του γνωστοποιήθηκε και στον Έφορο Εταιρειών με το σχετικό έντυπο. Στον ισχυρισμό της ενόρκου δηλώσεως της κας Οδυσσέως ότι το ομόλογο επιβάρυνσης έχει εξοφληθεί από το προϊόν της πώλησης των τριών ακινήτων, απαντά ότι εφόσον τα ακίνητα ήταν υποθηκευμένα θα έπρεπε να εξοφληθούν πρώτα οι υποθήκες, το δε προϊόν της πώλησης τους δεν κάλυπτε καν τις υποθήκες. Όσον αφορά τις αξίες των οικοπέδων που πωλήθηκαν, έγιναν εκτιμήσεις τόσο από τον ίδιο όσο και από την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση. Περαιτέρω, ο κλάδος εκτιμήσεων του κτηματολογίου κατά τη μεταβίβαση των ακινήτων αποδέχτηκε τις δηλωθείσες τιμές πώλησης ως ικανοποιητικές, για σκοπούς πληρωμής μεταβιβαστικών τελών. Εάν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εφόσον η Ενάγουσα/Αιτήτρια είναι αφερέγγυα και δεν μπορεί να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Επίσης, σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, η Ενάγουσα/Αιτήτρια θα μπορέσει να αποξενώσει τα υπόλοιπα ακίνητα και η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση δεν θα μπορεί να εισπράξει την απαίτηση της σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση είναι φερέγγυα εταιρεία και η Ενάγουσα/Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει ότι δεν θα μπορέσει να αποζημιωθεί σε μεταγενέστερο στάδιο, στο απίθανο σενάριο που επιτύχει στην αγωγή της. Οι λόγοι ένστασης, τους οποίους προβάλλουν οι Εναγόμενοι 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση στις ξεχωριστές ειδοποιήσεις τους για πρόθεση ένστασης, εν πολλοίς είναι ταυτόσημοι με τους λόγους ένστασης του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση, γι' αυτό θεωρώ αχρείαστο να τους επαναλάβω. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του υπαλλήλου της Νεόφυτου Ιωάννου στην οποία, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα ακόλουθα: Στις επίδικες συμφωνίες δανείου και στις επιστολές ανειλημμένης υποχρέωσης ημερομηνίας 10/12/2007 και 27/6/2011 προβλέπεται ρητά ότι οι τόκοι είναι πληρωτέοι κατά την κεφαλαιοποίηση τους δύο φορές το χρόνο και ως εκ τούτου οποιοδήποτε κατατεθέν από την Ενάγουσα/Αιτήτρια ποσό έναντι των ως άνω δανείων θα καταλογίζεται πρώτα για εξόφληση των τόκων και μετά του κεφαλαίου. Η τροποποίηση ημερομηνίας 31/12/2012 αφορούσε παράταση αποπληρωμής του κεφαλαίου μόνο. Λόγω του ότι υπήρχαν καθυστερημένοι τόκοι, η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση απέστειλε προς την Ενάγουσα/Αιτήτρια την επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 30/11/
- Μετά την καταχώριση από την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση της αγωγής υπ' αρ. 3571/13 εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας, η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση διόρισε κατά την 3/11/2014 τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση ως παραλήπτη και διαχειριστή της Ενάγουσας/Αιτήτριας, δυνάμει των προνοιών του περί Εταιρειών Νόμου και του ομολόγου επιβάρυνσης. Ο διορισμός του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση, πέραν του ότι κοινοποιήθηκε στην Ενάγουσα/Αιτήτρια με την επιστολή ημερομηνίας 3/11/2014, κοινοποιήθηκε και στον Έφορο Εταιρειών με το έντυπο ΗΕ
- Ο διορισμός του διαχειριστή και παραλήπτη δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρωθεί και/ή ανασταλεί από το Δικαστήριο. Απορρίπτει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας/Αιτήτριας ότι το υπό αναφορά ομόλογο επιβάρυνσης έχει εξοφληθεί. Έχει καταβληθεί προς την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση από τον διαχειριστή/παραλήπτη το ποσό των €1.002.674,35, έναντι της μερικής απαλλαγής των ακινήτων με αρ. εγγραφής 0/26630, 0/26631 και 0/26632, που αφορούν την υποθήκη Υ15006/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού, το οποίο έχει πιστωθεί στο λογαριασμό δανείου της Ενάγουσας/Αιτήτριας με αρ. 219-31-438661-
- Η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση είναι ένας από τους μεγαλύτερους Τραπεζικούς Οργανισμούς στην Κύπρο, η φερεγγυότητα του οποίου είναι αδιαμφισβήτητη και εν πάση περιπτώσει η Ενάγουσα/Αιτήτρια δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία ότι υπάρχει κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί μια ενδεχόμενη δικαστική απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος της. Η ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Τίκη, διευθύντριας της εταιρείας WINPORT SERVICES LIMITED, η οποία είναι η μοναδική διευθύντρια της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση της, η τιμή πώλησης των υπό αναφορά ακινήτων προς την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα της οικονομικής κατάστασης που επικρατεί και σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί καλύτερη τιμή πώλησης. Σε περίπτωση που εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά ενόψει του ότι έχει ήδη προβεί σε σημαντικά διαβήματα και έξοδα, σε σχέση με τα ακίνητα, όπως η καταβολή σε αρχιτεκτονικό γραφείο ποσού €15.000 για ετοιμασία προσχεδίων, καθώς και ποσού €12.000 για ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων και για εξασφάλιση πολεοδομικής αδείας. Επίσης, κατόπιν συμφωνίας με το ως άνω αρχιτεκτονικό γραφείο η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση θα πρέπει να καταβάλει επιπλέον ποσά €10.000 και €13.000 προς περαιτέρω εργασίες. Έχουν επίσης καταβληθεί τα δικαιώματα στην αρμόδια Αρχή για την εξασφάλιση άδειας οικοδομής, που ανέρχονται σε €570,55, €591,07 και €574,90, για το κάθε ακίνητο αντίστοιχα. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν14/60, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9, στα άρθρα 90, 93, 97, 337, 338, 340-344 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013 και των παραρτημάτων της, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33 Θ. 15, Δ.40 Θ. 10, 11 και στη Δ.48 Θ. 1 - 4 και 7, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Ltd v. Olivier and Co (Cyprus) Ltd, 16 CLR 122 αποφασίστηκε πως το άρθρο 4 του Κεφ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής. Στην υπόθεση ABP Holdings Ltd και άλλοι ν. Κιταλίδης και άλλων (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, λέχθηκε ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 κάνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο 32 του Ν14/60 δίδει ευρύτατη εξουσία στο Δικαστήριο να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον, απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα, όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο, χωρίς να τίθεται κανένας περιορισμός. Έχει επίσης νομολογηθεί ότι το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τα προσωρινά διατάγματα η δε δικονομία ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Στη διαδικασία του Προσωρινού Διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015). Οι αρχές οι οποίες διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων παρεμπιπτόντων διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου έχουν αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Οδυσσέως ν. Pieris Estates κ.α.,
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Με βάση την πιο πάνω νομολογία οι προϋποθέσεις έκδοσης του είναι οι ακόλουθες: α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης στη βάση των δικογράφων. β) Πιθανότητα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον Αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά σίγουρα κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η προϋπόθεση αυτή συσχετίζεται περισσότερο με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης του Ενάγοντα (evidential strength of the case of the plaintiff). γ) Πρέπει να φανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, μετά την ικανοποίηση των προαναφερθεισών προϋποθέσεων το Δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Θα προχωρήσω στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32. Όπως είναι νομολογημένο, το Δικαστήριο κρίνει ποιο ή ποια είναι τα αγώγιμα δικαιώματα του Ενάγοντα, με βάση το κλητήριο ένταλμα. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση καταγράφεται η μαρτυρία, αλλά δεν είναι η ένορκη δήλωση που καθορίζει τα αγώγιμα δικαιώματα (Seamark Consultancy Services Ltd v. Joseph P. Lasala κ.ά
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Μετά από μελέτη του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος έχω ικανοποιηθεί ότι αυτό περιέχει αναγνωρισμένα αγώγιμα δικαιώματα, όπως το αδίκημα της συνομωσίας με σκοπό την πρόκληση ζημιάς με παράνομα μέσα, της ιδιοποίησης (conversion), της παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης και της παράβασης επίδειξης της απαιτούμενης επιμέλειας. Ειδικά, όσον αφορά το αδίκημα της συνομωσίας με σκοπό την πρόκληση ζημιάς θα πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό δεν περιλαμβάνεται στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148. Όμως, το αδίκημα αυτό αναγνωρίζεται από το κοινοδίκαιο, το οποίο συμπληρώνει τα κενά του Κεφ. 148 (Universal Advertising and Publishing Agency v. Vouros 19 C.L.R. 87 και Zivlas v. Municipality of Limassol
(1975)7 J.S.C. 989). Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 εναντίον της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα/Αιτήτρια με το υπό παράγραφο Α Αιτητικό της αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση να αποξενώσει τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 0/26630, 0/26631 και 0/26632. Στο γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αξιώνει την ακύρωση της πώλησης των υπό αναφορά ακινήτων στην Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση, για το λόγο ότι έγινε εν αγνοία και/ή χωρίς τη συναίνεση και/ή έγκριση της και/ή χωρίς νόμιμη αντιπροσώπευση της και/ή ως αποτελούσα προϊόν δόλου. Από το υλικό το οποίο τέθηκε ενώπιον μου έχει διαφανεί ότι ο διορισμός του Εναγόμενου/Καθ' ου η Αίτηση 1 ως παραλήπτη/διαχειριστή της περιουσίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας έγινε με βάση το ομόλογο επιβάρυνσης ημερομηνίας 13/12/2007, το οποίο υπέγραψε η Ενάγουσα/Αιτήτρια προς όφελος της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση. Η Ενάγουσα/Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση της, αμφισβητεί τη νομιμότητα του διορισμού του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση, ως παραλήπτη/διαχειριστή της. Όμως, αυτό το οποίο θα πρέπει να αναφερθεί είναι ότι η νομιμότητα του ως άνω διορισμού του αποτελεί το αντικείμενο της αγωγής υπ' αρ. 1201/15 του Ε. Δ. Λεμεσού, η οποία ηγέρθη από την Ενάγουσα/Αιτήτρια εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Συνεπώς δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο το ζήτημα αυτό. Για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας είναι αρκετό να αναφερθεί ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση φαίνεται να έχουν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες των άρθρων 97
(1)[1] και 340[2] του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
- Όπως αποκάλυψε το ενώπιον μου υλικό, έχουν γνωστοποιήσει στην Ενάγουσα/Αιτήτρια τον διορισμό του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση ως παραλήπτη και διαχειριστή της περιουσίας της, με επιστολή ημερομηνίας 3/11/
- Επιπλέον δε γνωστοποίησαν και στον Έφορο Εταιρειών, με το ειδικό έντυπο, τον ως άνω διορισμό του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση. Αποτέλεσε κοινό τόπο ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση μετά τον διορισμό του πώλησε και μεταβίβασε προς την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση τα τρία ως άνω περιγραφόμενα ακίνητα, έναντι του συνολικού ποσού των €1.180.
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση της ισχυρίζεται ότι τα υπό αναφορά ακίνητα πουλήθηκαν στην Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την πραγματική τους αξία, παραθέτουν δε την αξία ενός εκάστου ακινήτου, βάσει εκτιμήσεων που έχουν στην κατοχή τους και αφορούν χρονικά τον Ιανουάριο του 2013 καθώς και τον Ιούλιο του 2015, το μήνα δηλαδή που πωλήθηκαν τα υπό αναφορά ακίνητα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα/Αιτήτρια βασίζει το αγώγιμο δικαίωμα της εναντίον της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση στα αστικά αδικήματα της συνομωσίας μεταξύ των Εναγομένων 1, 2 και 3/Καθ' ων η Αίτηση, με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην Ενάγουσα/Αιτήτρια με παράνομα μέσα και στο αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης (conversion). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ. 15-21, σελ. 871: "A conspiracy consists . in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means." Επίσης, στο ίδιο σύγγραμμα στην παρ. 15-22, σελ. 873, αναφέρεται ότι: "The tort requires an agreement, combination, understanding, or concert to injure, involving two or more persons." Είναι κατάλληλο το σημείο αυτό να παραθέσω αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, που είναι και το μόνο που αναφέρεται στην Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση. «
- Η Εναγόμενη 3 εταιρεία γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1 ενεργούσε ως παραλήπτης τον οποίο είχε διορίσει η Εναγόμενη 2 και δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας εξουσιοδοτημένος από τους μετόχους αυτής. Περαιτέρω η Εναγόμενη 3 γνώριζε ότι υπήρχε αμφισβήτηση του διορισμού του Εναγόμενου 1 μιας και στον φάκελο του κτηματολογίου υπήρχε σχετική επιστολή από τους Δικηγόρους μας ότι εκκρεμούσε διαδικασία στο Δικαστήριο, την οποία παρουσιάζω ως τεκμήριο
- Σημειώνω ότι η τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα εν λόγω ακίνητα από μόνη της αλλά και σε συνδυασμό με τα πιο πάνω δεδομένα τα οποία ήταν γνωστά στην Εναγόμενη 3 θα έπρεπε να την αφυπνίσουν ότι ο Εναγόμενος 1 δεν ενεργούσε προς το συμφέρον της Ενάγουσας και ότι ενεργούσε έξω από τα όρια των εξουσιών του και κατά παράβαση καθήκοντος.» Εν πρώτοις, αυτό το οποίο θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η πώληση και μεταβίβαση των υπό αναφορά ακινήτων επ' ονόματι της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση, που είναι το αποτέλεσμα της ισχυριζόμενης συνομωσίας, αναμφίβολα δεν συνιστά παράνομη πράξη. Επιπρόσθετα, τα όσα προτάσσει η Ενάγουσα/Αιτήτρια ως ισχυριζόμενες δόλιες ή/και παράνομες ενέργειες της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση δεν συνθέτουν, ούτε εκ πρώτης όψεως, τη συνομωσία της με τους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Ενάγουσας/Αιτήτριας ότι η Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση γνώριζε ότι υπήρχε αμφισβήτηση του διορισμού του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση, έχω να αναφέρω ότι δεν έχει διαφανεί μέσα από το μαρτυρικό υλικό ότι η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας/Αιτήτριας, που ισχυρίζεται ότι ήταν κατατεθειμένη στο φάκελο του κτηματολογίου, περιήλθε σε γνώση της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση ή των αντιπροσώπων της. Όσον αφορά την τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα υπό αναφορά ακίνητα, όπως έχει αναφερθεί, προβλήθηκαν διιστάμενοι ισχυρισμοί για την αγοραία αξία τους κατά τον χρόνο πώλησης τους. Θα πρέπει να υπενθυμίσω ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν θα υπησέλθει σε αξιολόγηση της εγκυρότητας των εκατέρωθεν εκτιμήσεων (Hellenic Bank Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση αρ. 145/2011, ημερ. 13/6/2013). Ότι αξίζει να επισημάνω είναι ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της ισχυρίζεται ότι κατά την περίοδο πώλησης των υπό αναφορά ακινήτων διαπραγματευόταν και εκείνη την πώληση τους με επίδοξο αγοραστή σε τιμές πολύ ψηλότερες από αυτές στις οποίες πωλήθηκαν τελικά από τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση. Όμως, δεν αναφέρεται ούτε το όνομα του επίδοξου αγοραστή, ούτε προσδιορίζονται οι πολύ ψηλότερες τιμές στις οποίες διαπραγματεύονταν την πώληση τους. Είναι φανερό ότι πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς που δεν προωθούν τη θέση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ότι η τιμή στην οποία πωλήθηκαν τα ακίνητα θα έπρεπε από μόνη της να αφυπνίσει την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση δεν ενεργούσε προς το συμφέρον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Σε απάντηση δε του ισχυρισμού της ενόρκου δηλώσεως της Ενάγουσας/Αιτήτριας ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση ενεργούσε έξω από τα όρια των εξουσιών του και κατά παράβαση καθήκοντος, είναι αρκετό να παραπέμψω στην παράγραφο 9[3] του υπό αναφορά ομολόγου επιβάρυνσης, στο οποίο καθορίζονται οι εξουσίες του παραλήπτη και διαχειριστή, ο οποίος διορίστηκε βάσει του ομολόγου. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η εξουσία όπως πωλεί οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της εταιρείας και υπό τέτοιους όρους που θα θεωρούσε συμφέροντες για την τράπεζα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Ενάγουσας/Αιτήτριας στη γραπτή τους αγόρευση υποστηρίζουν ότι από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ειδοποίηση ένστασης της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση καθίσταται ξεκάθαρο ότι αυτή γνώριζε ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση ενεργούσε έξω από το πλαίσιο των εξουσιών του και καθ' υπέρβαση του καθήκοντος του. Έχω μελετήσει με προσοχή την υπό αναφορά ένορκη δήλωση της Ευαγγελίας Τίκη, η οποία συνοδεύει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση, όμως δεν έχω παρατηρήσει να προκύπτει η παραδοχή την οποία υποστηρίζουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Επισημαίνεται ακόμα, στη γραπτή τους αγόρευση, ότι διευθυντής της εταιρείας Ionics Directors Ltd, που είναι και η μοναδική διευθύντρια της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση, είναι ο δικηγόρος Χριστόδουλος Βασιλειάδης, που είναι και ο δικηγόρος της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση. Η εισήγηση συνεχίζει ότι ο κ. Βασιλειάδης και το δικηγορικό του γραφείο ενεργούν ως δικηγόροι της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ η οποία, σε σωρεία περιπτώσεων, έχει διορίσει τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση ως παραλήπτη και διαχειριστή εταιρειών - οφειλετών της. Το Δικαστήριο, κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους, μπορεί να αντλήσει δικαστική γνώση του γεγονότος αυτού από τον τεράστιο αριθμό υποθέσεων και των δημοσιευμένων αποφάσεων, όπου ο Εναγόμενος 1 έχει διοριστεί από την Τράπεζα Κύπρου ως διαχειριστής και παραλήπτης εταιρειών. Θα πρέπει να επισημάνω ότι όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, πέραν της γενικότητας και αοριστίας με την οποία προβάλλονται, αποτελούν απλά επιχειρήματα των συνηγόρων της Ενάγουσας/Αιτήτριας, χωρίς να υποστηρίζονται από το ανάλογο υπόβαθρο μαρτυρίας. Κατά συνέπεια, δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης (conversion), έχω να αναφέρω ότι αυτό καθορίζεται στο άρθρο 39 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο άρθρο αυτό, η ιδιοποίηση συνίσταται σε παράνομη φυσική πράξη η οποία επηρεάζει κινητή ιδιοκτησία[4]. Από το περιεχόμενο του άρθρου αυτού καθίσταται φανερό ότι δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό εξέταση υπόθεση, εν όψει του ότι σχετίζεται με κινητή περιουσία και όχι με ακίνητη, που είναι το αντικείμενο του αιτήματος εναντίον της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση. Έχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καταλήγω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 εναντίον της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση. Όσον αφορά την συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32, παρά το ότι καθίσταται πλέον αχρείαστη η εξέταση της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980), εντούτοις θα ήθελα να τονίσω ότι η ίδια η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση, παραδέχεται ότι κατά την ίδια περίοδο διαπραγματευόταν την πώληση των υπό αναφορά ακινήτων σε τιμές πολύ ψηλότερες από αυτές στις οποίες πωλήθηκαν από τον Καθ' ου η Αίτηση
- Από τη στιγμή λοιπόν που πρόθεση της ήταν να πωλήσει τα υπό αναφορά ακίνητα, καθίσταται φανερό ότι μπορεί να αξιώσει, σε τελικό στάδιο, αποζημιώσεις για το κέρδος το οποίο τυχόν απώλεσε, εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση, από την χαμηλότερη τιμή στην οποία κατά τον ισχυρισμό της πωλήθηκαν τα ακίνητα. Κατ' επέκταση, η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία για την Ενάγουσα/Αιτήτρια. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνω ότι δεν προβάλλεται ισχυρισμός από την Ενάγουσα/Αιτήτρια ότι δεν θα μπορέσει να εισπράξει τις αποζημιώσεις που τυχόν επιδικαστούν προς όφελος της, σε τελικό στάδιο, λόγω αφερεγγυότητας ή κακής οικονομικής κατάστασης των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Θα προχωρήσω στην εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, σε σχέση με τους Εναγόμενους 1 και
- Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα/Αιτήτρια αξιώνει την έκδοση διατάγματος εναντίον τους, με το οποίο να τους απαγορεύεται από του να εφαρμόζουν και/ή ασκούν οποιαδήποτε ενέργεια που να έχει ως έρεισμα και/ή να στηρίζεται στο ομόλογο επιβάρυνσης. Αξιώνει επίσης την έκδοση διατάγματος το οποίο να τους απαγορεύει από του να πωλήσουν και/ή προβούν σε οποιαδήποτε δικαιοπραξία σε σχέση με την ακίνητη περιουσία της η οποία περιγράφεται λεπτομερώς στην αίτηση. Εν πρώτοις θα πρέπει να επισημάνω ότι στο αιτητικό της παραγράφου Β της παρούσας αίτησης, η Ενάγουσα/Αιτήτρια αναφέρει ως ημερομηνία του ομολόγου επιβάρυνσης την 25/5/
- Όμως αυτό το οποίο έχει διαφανεί είναι ότι το υπό αναφορά ομόλογο επιβάρυνσης υπεγράφη κατά την 13/12/
- Όπως έχει διαφανεί από το ενώπιον μου υλικό, το υπό αναφορά ομόλογο επιβάρυνσης παραχωρήθηκε από την Ενάγουσα/Αιτήτρια προς όφελος της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση, ως μία επιπρόσθετη εξασφάλιση της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση για τα δάνεια τα οποία παραχώρησε στην Ενάγουσα/Αιτήτρια ημερομηνίας 13/12/2007 και 3/3/
- Σύμφωνα με τους όρους του υπό αναφορά ομολόγου επιβάρυνσης, αυτό επεκτείνεται και επιβαρύνει ολόκληρη την περιουσία της Ενάγουσας/Αιτήτριας, περιλαμβανομένης και της επιχείρησης της. Όμως, όπως ρητά προβλέπεται στους όρους του, αν και επεκτείνεται σε ολόκληρη την περιουσία της Ενάγουσας/Αιτήτριας, το συνολικό ποσό που διασφαλίζει είναι περιορισμένο μέχρι τις €513.
- Καθίσταται λοιπόν φανερό ότι αυτό δεν καλύπτει το σύνολο των υποχρεώσεων της Ενάγουσας/Αιτήτριας προς την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση. Έχει επίσης διαφανεί ότι ολόκληρη η ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας/Αιτήτριας είναι υποθηκευμένη προς διασφάλιση της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση, βάσει των δηλώσεων υποθήκης υπ' αρ. Υ5006/07 και Υ2214/08 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Αποτέλεσε αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση μετά τον διορισμό του προέβηκε στην πώληση των τριών ακινήτων τα οποία αναφέρονται λεπτομερώς πιο πάνω προς την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση, έναντι του συνολικού ποσού των €1.180.
- Όπως δε αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Νεόφυτου Ιωάννου που υποστηρίζει την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης της Εναγόμενης 2/Καθ' ης η Αίτηση, έχει καταβληθεί από τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση προς την Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση το ποσό των €1.002.674,35, όχι προς εξόφληση του ομόλογου επιβάρυνσης αλλά έναντι μερικής απαλλαγής των τριών πωληθέντων ακινήτων που αφορούν την υποθήκη υπ' αρ. Υ15006/2007 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού. Το ως άνω ποσό έχει πιστωθεί, σύμφωνα με τον κ. Ιωάννου, στον λογαριασμό δανείου των Αιτητών με αρ. 219-31-438661-
- Η Ενάγουσα/Αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό εξέταση αίτηση της ισχυρίζεται ότι, με δεδομένο ότι το ποσό που εξασφαλίζει το υπό αναφορά ομόλογο είναι περιορισμένο, αυτό έχει υπερκαλυφθεί με το ποσό το οποίο εισπράχθηκε από την πώληση των τριών ακινήτων, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς πιο πάνω. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι το ποσό το οποίο εξασφαλίζει το υπό αναφορά ομόλογο έχει εισπραχθεί, ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση, ως φαίνεται ξεκάθαρα από τις πράξεις του, κατά παράβαση καθήκοντος, δεν ενεργεί προς το συμφέρον της εταιρείας για να μπορέσει να συνεχίσει να λειτουργεί ως δρώσα οικονομική μονάδα αλλά αποσκοπεί στο να ξεπουλήσει ότι έχει η Ενάγουσα εταιρεία προς εξυπηρέτηση αλλότριων σκοπών. Στο σύγγραμμα Kerr on Receivers, 15η έκδοση, στη σελ. 312 περιγράφονται τα αποτελέσματα του διορισμού ενός παραλήπτη με βάση ομόλογο επιβάρυνσης. Όπως ειδικότερον αναφέρεται: "The effect of the appointment out of court is as regards the crystallization of the floating charge into a fixed charge and the consequences as regards judgment creditors the same as in the case of an appointment by the court. The powers of the company and its directors to deal with the property comprised in the appointment (both property subject to a floating charge and property subject to a fixed charge), except subject to the charge, are paralysed; for though under debentures or a trust deed in the usual form the receiver is agent for the company, the company's powers are delegated to the receiver so far as regards carrying on the business or collecting the assets; and frequently so as to enable the receiver as attorney to convey a legal estate. The actual powers, however, depend on the terms of the instrument; if they are defective, as, for example, if they give no sufficient power to carry on the business, it is often necessary to apply to the court to make the appointment, or for a vesting order to vest the legal estate in a purchaser." Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του Νίνου Α. Χατζηρούσου (υπό την ιδιότητα του ως παραλήπτης της εταιρείας Υ. Liasides Developers Ltd), δι' άδεια καταχωρήσεως Prohibition
(2011)1 A.A.Δ. 1703, στην σελ. 1712 αναφέρεται ότι: «... ένας παραλήπτης ο οποίος διορίζεται δυνάμει εγγράφου εκτός Δικαστηρίου θεωρείται αντιπρόσωπος ("agent") των κατόχων των ομολόγων και κατά συνέπεια αυτοί ως αντιπροσωπευόμενοι ("principals") είναι και οι υπεύθυνοι για τις ενέργειες αυτού. Ο ρόλος του παραλήπτη-διαχειριστή, όπως υποδεικνύει ο Pennington στη σελ. 427, δεν έχει το συνήθη ρόλο που είναι γνωστός στη σχέση "principal-agent", όπως δε αναφέρεται επί λέξει: «But such a receiver does not owe the duties of a real agent to the company, and so the company cannot give him instructions as to the way he shall exercise his powers and he is not liable in damages to the company for exercising them negligently." Όπως υπέδειξε επίσης η απόφαση στη Gomba Holdings UK Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94: "Although nominally the agent of the company, his primary duty is to realize the assets in the interests of the debenture holder and his powers of management are really ancillary to that duty." Στην παράγραφο 10 του υπό αναφορά ομολόγου, καθορίζεται η σειρά με την οποία ο παραλήπτης διαθέτει τα εισπραχθέντα από αυτόν ποσά. Όπως ειδικότερον αναφέρεται: «Όλα τα εισπραχθέντα από τον Παραλήπτη και Διαχειριστή ποσά, αφού γίνει πρόβλεψη για όλα τα έξοδα και δαπάνες τις οποίες υποβλήθηκε η Εταιρεία κατά τη διεξαγωγή της εργασίας της ή για την πώληση, διάθεση ή ρευστοποίηση ολόκληρου ή μέρους του προαναφερόμενου ενεργητικού της, θα διατίθενται ως εξής: ΠΡΩΤΟ: Εάν ο Παραλήπτης και Διαχειριστής το επιθυμεί, αλλά όχι διαφορετικά, για την πληρωμή ενοικίων, φόρων, τελών, και εξόδων που αφορούν οποιαδήποτε ακίνητη ή κινητή περιουσία της Εταιρείας καθώς και των ασφαλίστρων πυρός και οποιασδήποτε άλλης ασφάλειας της περιουσίας αυτής και των εξόδων για την εκτέλεση οποιωνδήποτε επιδιορθώσεων ή αντικαταστάσεων. ΔΕΥΤΕΡΟ: Για την πληρωμή όλων των εξόδων και δαπανών που σχετίζονται με το διορισμό του Παραλήπτη και Διαχειριστή και την ενάσκηση από αυτόν όλων ή οποιωνδήποτε από τις πιο πάνω εξουσίες, συμπεριλαμβανομένης και εύλογης αμοιβής του Παραλήπτη και Διαχειριστή. ΤΡΙΤΟ: Για την εξόφληση ή τη μερική εξόφληση προς την Τράπεζα, των δεδουλευμένων και μη πληρωθέντων ακόμη τόκων οι οποίοι οφείλονται αναφορικά προς και δυνάμει των υποχρεώσεων οι οποίες οφείλονται ή εξασφαλίζονται δυνάμει του Ομολόγου αυτού. ΤΕΤΑΡΤΟ: Για την εξόφληση ή μερική εξόφληση προς την Τράπεζα όλων των υποχρεώσεων και/ή ποσών τα οποία οφείλονται ή εξασφαλίζονται δυνάμει του Ομολόγου αυτού και ΠΕΜΠΤΟ: Οποιοδήποτε περίσσευμα θα πληρώνεται στην Εταιρεία.» ΄Εχοντας κατά νουν όλα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, αποφεύγοντας φυσικά να προβώ σε οποιαδήποτε ευρήματα επί των αμφισβητούμενων γεγονότων ή ακόμα και σε ερμηνεία των όρων των ενώπιον μου εγγράφων, θεωρώ ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32, καταδεικνύοντας το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της αγωγής της εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Χωρίς να αποφαίνομαι στο στάδιο αυτό κατά πόσο το υπό αναφορά ομόλογο έχει εξοφληθεί ή όχι με το εισπραχθέν ποσό εντούτοις, από τη στιγμή που οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι αυτό δεν έχει εξοφληθεί, καθίσταται φανερό ότι θα προχωρήσουν στην πώληση και άλλων ακινήτων της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, έχοντας υπόψη μου το ενώπιον μου υλικό, θεωρώ ότι ικανοποιείται και αυτή. Είμαι της άποψης ότι σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση προχωρήσουν στην πώληση και άλλης ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας, αυτή θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, κατά τρόπο ώστε η επιδίκαση αποζημιώσεων σε τελικό στάδιο να μην αποτελεί επαρκή θεραπεία. Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας είμαι της άποψης ότι και αυτό γέρνει προς την πλευρά των Αιτητών. Έχοντας κατά νουν ότι η Εναγόμενη 2/Καθ' ης η Αίτηση είναι εξασφαλισμένη με τις υποθήκες, οι οποίες είναι εγγεγραμμένες επί του συνόλου της ακινήτου περιουσίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας, δεν θεωρώ ότι θα υποστεί οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος, σε αντίθεση με την Ενάγουσα/Αιτήτρια η οποία δυνατόν να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά από τη μη έκδοση του. Είμαι της άποψης ότι προέχει η διατήρηση του status quo ante. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στους λόγους ένστασης των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση, προβάλλεται ότι με την υπό εξέταση αίτηση της η Ενάγουσα/Αιτήτρια επαναλαμβάνει, ως επί το πλείστον, τις ίδιες θεραπείες που αξιώνει στην αγωγή 1201/15, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σχετικός είναι και ο λόγος ένστασης ότι η υπό εξέταση αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και προωθείται κακόπιστα και/ή για αλλότριους σκοπούς. Από μελέτη της ενδιάμεσης απόφασης της έντιμης Προέδρου του Ε.Δ. Λεμεσού Α. Πούγιουρου, ημερομηνίας 17/9/2015, η οποία εκδόθηκε στην υπό τον ως άνω αριθμό αγωγή, διαπιστώνω ότι πράγματι η Ενάγουσα/Αιτήτρια είχε επιδιώξει, με ενδιάμεση αίτηση της, την εξασφάλιση παρόμοιας φύσης διαταγμάτων με αυτά τα οποία αξιώνονται εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση με την υπό εξέταση αίτηση. Αυτό όμως το οποίο θα πρέπει να επισημάνω είναι ότι, πέραν του ότι η βάση της υπό εξέταση αγωγής είναι εντελώς διαφορετική από τη βάση της αγωγής 1201/15, παρεμβλήθηκε στο μεταξύ η πώληση των τριών ακινήτων από τον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση, τα οποία περιγράφονται λεπτομερώς πιο πάνω και η είσπραξη του ποσού των €1.180.000, με αποτέλεσμα να διαφοροποιηθούν τα δεδομένα τα οποία εξετάστηκαν από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης στην αγωγή υπ' αρ. 1201/15. Έχοντας κατά νουν όσα έχω αναφέρει πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι ο υπό εξέταση λόγος ένστασης δεν έχει περιθώρια επιτυχίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση στους λόγους ένστασης τους προβάλλουν ακόμα ότι η υπό εξέταση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση. Αναμφίβολα, ο παράγοντας χρόνος είναι συνυφασμένος με το κατεπείγον του αιτήματος καθώς και τη διατήρηση του status quo ante (Parico Aluminium Designs Ltd v. 1. Muskita - Aluminium Co Ltd. a.o.
(2002)1 A.A.Δ.(Γ) 2015). Η νομολογία μας καταδεικνύει επίσης ότι μια μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση προσφυγής στη δικαιοσύνη μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την υπόθεση του Ενάγοντα (Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788). Φυσικά, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στην υπό εξέταση υπόθεση το αιτούμενο διάταγμα δεν παραχωρήθηκε μονομερώς, με αποτέλεσμα η καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, χωρίς να μειώνεται ο ρόλος που διαδραματίζει, να μην έχει τις ίδιες επιπτώσεις όπως στις περιπτώσεις παραχώρησης της αιτούμενης θεραπείας μονομερώς. Αυτό το οποίο παρατηρώ είναι ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό εξέταση αίτηση δεν αναφέρεται η ακριβής ημερομηνία κατά την οποία περιήλθε σε γνώση της Ενάγουσας/Αιτήτριας η πώληση των υπό αναφορά ακινήτων. Το μόνο που αναφέρεται είναι ότι πληροφορήθηκαν τυχαία την πώληση τους. Όμως θα πρέπει να αναφέρω ότι, ακόμα και στην περίπτωση που διαφαίνετο ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια πληροφορήθηκε αμέσως την πώληση τους, εντούτοις δεν θεωρώ τον συνολικό χρόνο των 3 ½ περίπου μηνών που διέρρευσε μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης ως μεγάλο χρονικό διάστημα ώστε να επιδράσει αρνητικά στην παραχώρηση της αιτούμενης θεραπείας. Δεν θα μπορούσα να μην λάβω ακόμα υπόψη μου τον χρόνο ο οποίος χρειάστηκε για την ετοιμασία από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού του πιστοποιητικού ερεύνης που ζήτησε η Ενάγουσα/Αιτήτρια, με το οποίο βεβαιωνόταν, επίσημα πλέον, για την πώληση των ακινήτων. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Ενάγουσα/Αιτήτρια, αξιώνει την έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια που να έχει ως έρεισμα το υπό αναφορά ομόλογο επιβάρυνσης, συγχρόνως δε αξιώνει την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση από του να πωλήσουν και/ή αποξενώσουν την ακίνητη περιουσία της Ενάγουσας/Αιτήτριας που περιγράφεται λεπτομερώς στο αιτητικό της παραγράφου Γ. Έχοντας όμως κατά νουν ότι, βάσει των όρων του υπό αναφορά ομολόγου επιβάρυνσης, ο Εναγόμενος 1/Καθ' ου η Αίτηση ασκεί κατ' ουσία τις εξουσίες των διευθυντών της Ενάγουσας/Αιτήτριας, θεωρώ ότι η έκδοση του αιτούμενου στην παράγραφο Β διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται γενικά στον Εναγόμενο 1/Καθ' ου η Αίτηση από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια, δυνατόν να ήταν επιζήμια για την Ενάγουσα/Αιτήτρια. Γι' αυτό, θεωρώ ορθότερο όπως η απαγόρευση περιοριστεί στην έκδοση του αιτούμενου στην παράγραφο Γ της αιτήσεως διατάγματος, με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση από του να προβούν στην πώληση της ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Είμαι της άποψης ότι ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στην Ενάγουσα/Αιτήτρια είναι συνυφασμένος περισσότερο με την τυχόν αποξένωση της ακίνητης περιουσίας της εταιρείας, παρά με οποιαδήποτε άλλη ενέργεια του Εναγόμενου 1/Καθ' ου η Αίτηση. Για τους λόγους που έχω επεξηγήσει λεπτομερώς πιο πάνω, καταλήγω ότι η Ενάγουσα/Αιτήτρια δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως η παράγραφος Γ της αίτησης. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, έχοντας κατά νουν τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα, δεν βλέπω λόγο να παρεκκλίνω από τον ως άνω κανόνα. Θα επιδικαστούν υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Όσον αφορά την Εναγόμενη 3/Καθ' ης η Αίτηση, εν όψει της απόρριψης της εναντίον της αίτησης, η Ενάγουσα/Αιτήτρια θα επιβαρυνθεί την πληρωμή των εξόδων της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση. Εκδίδεται διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση, ως η παράγραφος Γ της αίτησης, με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας/Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2/Καθ' ων η Αίτηση. Η αίτηση εναντίον της Εναγόμενης 3/Καθ' ης η Αίτηση απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ της και εναντίον της Ενάγουσας/Αιτήτριας. Όλα τα έξοδα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .............. Θ. Θωμά, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΘΘ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος [1] «97
(1)Σε περίπτωση που οποιοδήποτε πρόσωπο λάβει διάταγμα για το διορισμό παραλήπτη ή διαχειριστή της περιουσίας εταιρείας ή διορίσει παραλήπτη ή διαχειριστή σύμφωνα με εξουσίες που περιλαμβάνονται σε οποιοδήποτε έγγραφο, το πρόσωπο αυτό εντός επτά
(7)ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος ή του διορισμού παραδίδει σχετική ειδοποίηση στον καθορισμένο τύπο στον έφορο εταιρειών και ο έφορος εταιρειών καταχωρεί την ειδοποίηση στο μητρώο επιβαρύνσεων κατόπιν πληρωμής τέτοιου δικαιώματος που δυνατό να καθοριστεί με κανονισμούς που εκδίδονται από το Υπουργικό Συμβούλιο.» [2] «340
(1)Όταν παραλήπτης ή διαχειριστής ολόκληρης ή ουσιαστικά ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας (που στο εξής στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 341 αναφέρεται ως «ο παραλήπτης») διορίζεται εκ μέρους των κατόχων οποιωνδήποτε χρεωστικών ομολόγων της εταιρείας εγγυημένων με κυμαινόμενη επιβάρυνση, τότε τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού και του άρθρου 341- (α) ο παραλήπτης πρέπει αμέσως να αποστείλει ειδοποίηση στην εταιρεία για το διορισμό του» [3] «Παραλήπτης και Διαχειριστής που διορίστηκε όπως πιο πάνω, θα είναι αντιπρόσωπος της Εταιρείας, και η Εταιρεία θα είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του καθώς και για την αμοιβή του, και αυτός θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες του Παραλήπτη και Διαχειριστή και να πράττει κάθε τι το οποίο ο Παραλήπτης και Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται ή έχει το δικαίωμα να κάμει και το οποίο θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας ή θεωρεί σχετικό ή συντελεστικό στη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας συμπεριλαμβανομένων των πιο κάτω: (α) Να λαμβάνει κατοχή και ρευστοποιεί και εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του προαναφερόμενου ενεργητικού και για τον σκοπό αυτό να λαμβάνει οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας ή διαφορετικά, όπως θα μπορούσε να θεωρηθεί αναγκαίο ή σκόπιμο. (β) Να διεξάγει ή συντελεί ώστε να διεξάγεται η εργασία της Εταιρείας και να συνάπτει δάνεια από την Τράπεζα ή από άλλους και να τα εξασφαλίζει με ολόκληρο ή μέρος του προαναφερόμενου ενεργητικού της Εταιρείας. (γ) Να πωλεί ή ενοικιάζει ή άλλως πως διαθέτει ή συντελεί ώστε να πωληθεί ή ενοικιαστεί ή άλλως πως διατεθεί οποιοδήποτε μέρος του προαναφερόμενου ενεργητικού της Εταιρείας και υπό όρους τέτοιους που ο Παραλήπτης και Διαχειριστής θα θεωρούσε συμφέροντες για την Τράπεζα. (δ) Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς θα θεωρούσε συμφέροντες. (ε) Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε επισκευές, βελτιώσεις και ασφαλίσεις του προαναφερόμενου ενεργητικού της Εταιρείας ή μέρους του όπως θα θεωρούσε αναγκαίο ή σκόπιμο. (στ) Να προβαίνει σε κλήσεις είστε κάτω από όρους είτε χωρίς, προς τα μέλη της Εταιρείας, για την καταβολή μέρους ή όλου του μη κληθέντος ακόμη κεφαλαίου, και να έχει τις εξουσίες για το σκοπό αυτό, και για τον σκοπό της επιβολής της πληρωμής οποιασδήποτε κλήσης που έγινε, τις οποίες οι Κανονισμοί της Εταιρείας παραχωρούν στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας αποκλείοντας την εξουσία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας να πράξουν ως ανωτέρω.» [4] (Η υπογράμμιση είναι δική μου.) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο