Αντώνη Ιωάννου ν. Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή κ.α., Αρ. Αγωγής 3046/13, 5/7/2016 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2016:A313 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 3046/13 Mεταξύ: Αντώνη Ιωάννου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και-
- Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή, εκ Κυπερούντας
- Στέλιου Παπαστυλιανού, εκ Λευκωσίας
- Χριστάκη Θεοχάρους, εκ Λευκωσίας
- Άριστου Αριστείδου, εκ Κυπερούντας
- Αντώνη Προκοπίου, εκ Λευκωσίας
- Άνθιμου Πολυδώρου, εκ Κυπερούντας
- Θεόδουλου Πετούση, εκ Κυπερούντας,
- Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Λτδ, εκ Κυπερούντας μετονομασθείσας σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Τροόδους Λτδ
- Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ---------------------------- (Μετά από διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 23.12.2014) Mεταξύ: Αντώνη Ιωάννου, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και-
- Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή, εκ Κυπερούντας
- Στέλιου Παπαστυλιανού, εκ Λευκωσίας Χριστάκη Θεοχάρους, εκ Λευκωσίας Άριστου Αριστείδου, εκ Κυπερούντας Αντώνη Προκοπίου, εκ Λευκωσίας Άνθιμου Πολυδώρου, εκ Κυπερούντας Θεόδουλου Πετούση, εκ Κυπερούντας, Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κυπερούντας Λτδ, εκ Κυπερούντας μετονομασθείσας σε Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Τροόδους Λτδ Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών, εκ Λευκωσίας
- Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ., εκ Λευκωσίας Εναγομένων Aίτηση ημερομηνίας 12.5.16 5.7.16 Για ενάγοντα-αιτητή: κ. Ε. Πουργουρίδης Για εναγόμενο 7-καθ'ου η αίτηση: κα Αρκάδη για Κολοκασίδη Χατζηπιερή Δ.Ε.Π.Ε. Για εναγόμενη 8-καθ'ης η αίτηση: κος Ν. Νεοκλέους μαζί με κ. Ν. Πιριλίδη Για εναγόμενη 10-καθ'ης η αίτηση: κα Α. Μίτσιγγα για Γιώργο Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής ζητεί: "A. Διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει στον Εναγόμενο 7 και/ή στους Εναγομένους 10 και/ή στους αξιωματούχoυς και/ή υπαλλήλους της Εναγόμενης 8 από του να εμποδίζουν τον Ενάγοντα στο να εισέρχεται στα γραφεία της Εναγόμενης 8 και/ή από του να ασκεί τα καθήκοντα του ως Γραμματέας της Εναγόμενης
- Β. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις." Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 32 και 44
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60), στα άρθρα 25, 26, 28, 30, 33, 34 και 35 του Συντάγματος, στα άρθρα 4, 18, 26, 30, 35, 41, 41Α και 41Δ του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμου (Ν.66
(1)/1997), στα άρθρα 14, 15 και 16 του περί Διαχείρισης Xρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμου (Ν.200
(1)/2011), στο άρθρο 4Γ του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου (Ν.22/1985), στον Κανονισμό 13 της Κ.Δ.Π. 346/13, στους Κανονισμούς 12 και 17 της Κ.Δ.Π. 313/13, στις πρόνοιες της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας Κ.Δ.Π. 525/14 εν γένει, στο Θεσμό 48 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών (Κ.Δ.Π. 140/2007), στη Δ.48 θ.1, 2 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, και στις εν γένει συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Αντώνη Ιωάννου-ενάγοντα ημερομηνίας 12.5.16 και από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.5.
- Αναφέρει ότι διορίστηκε στη θέση του γραμματέα της εναγομένης 8 το 1985 και το 2011 διορίστηκε επιπρόσθετα ως ένα από τα δύο εκτελεστικά μέλη της επιτροπείας δηλαδή του Διοικητικού Συμβουλίου. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης ο ενάγων αναφέρεται στο ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και παραπέμπει το Δικαστήριο σε προηγούμενες ένορκες δηλώσεις οι οποίες βρίσκονται ήδη κατατεθειμένες στο φάκελο του Δικαστηρίου. Αναφέρει περαιτέρω ότι σε πολλές περιπτώσεις διαφωνούσε με τις αποφάσεις που λαμβάνονταν στην Επιτροπεία και όταν σε κάποιο στάδιο τα πράγματα έφθασαν στο απροχώρητο, αναγκάστηκε να τους καταγγείλει στις αρμόδιες εποπτικές αρχές. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι προκειμένου οι εναγόμενοι να τον εμποδίσουν από του να προωθήσει τις καταγγελίες του, αποφάσισαν να τον θέσουν σε διαθεσιμότητα και διόρισαν τον εναγόμενο 1 ως διερευνώντα λειτουργό. Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης ο ενάγων κάνει εκτενή αναφορά στο τι επακολούθησε της διαθεσιμότητας του και όταν όπως περαιτέρω αναφέρει επιχείρησε να επιστρέψει τα καθήκοντα του οι εναγόμενοι 1-7 τον εμπόδισαν, και έτσι αποτάθηκε στο Δικαστήριο όπου και εξασφάλισε διάταγμα αντίγραφο του οποίου επισυνάπτει ως Τεκ.1 στην ένορκη δήλωση. Οι εναγόμενοι επιχείρησαν να παρακάμψουν το Διάταγμα του Δικαστηρίου και έτσι προσέφυγε και πάλι στη δικαιοσύνη καταχωρώντας αίτησης παρακοής διατάγματος και μετά από ακροαματική διαδικασία οι έξι από τους επτά εναγόμενους ανάμεσα τους και ο εναγόμενος 7 κρίθηκαν ένοχοι παρακοής και οδηγήθηκαν στις Κεντρικές Φυλακές αναμένοντας την ποινή. Την ίδια ημέρα συνεδρίασαν στα Αστυνομικά κρατητήρια και αποφάσισαν να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και «να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα». Στη συνέχεια της ένορκης δήλωσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι όταν επέστρεψε στην εργασία του διεξήγαγε έρευνα στα διαθέσιμα αρχεία της εναγομένης 8 όπου κατά τους ισχυρισμούς του διαπίστωσε τη λεηλασία που είχε προηγηθεί. Δεν θα αναφερθώ στις λεπτομέρειες αυτών των ισχυρισμών αφού αποτελούν μεγάλο μέρος της ένορκης δήλωσης και θα ήταν αχρείαστο να τους επαναλάβω. Περαιτέρω αναφέρεται στην αίτηση της εναγομένης 10 για παραμερισμό του διατάγματος Τεκ.1, το οποίο και παραμερίστηκε. Στις 8.12.15 η εναγόμενη 10 του απέστειλε την επιστολή Τεκ.2, με την οποία αποφάσισε όπως τον παύσει από τη θέση του γραμματέα της ΣΠΕ Τροόδους Λτδ αλλά όχι και από μέλος της Επιτροπείας. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η ενέργεια της εναγομένης 10 αποτελεί έκδηλη αυθαιρεσία και παρανομία αφού η εναγόμενη 10 δεν έχει την εξουσία να τον παύσει η ίδια από τη θέση του γραμματέα της εναγομένης
- Η θέση του γραμματέα είναι εντελώς διακριτή και ανεξάρτητη από την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους της Επιτροπείας ενός Συνεργατικού Πιστωτικού Ιδρύματος και το δικαίωμα της εναγομένης 10 να παύει μέλη Επιτροπείας δεν της δίδει οποιοδήποτε δικαίωμα να παύει τον γραμματέα ή άλλους υπαλλήλους ενός συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος. Τέτοιο δικαίωμα έχει μόνο ο εργοδότης του υπαλλήλου, δηλαδή το ίδιο το συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα και σε σχέση με τον γραμματέα αυτό μπορεί να γίνει μόνο με την προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας εποπτικής αρχής δηλαδή της Κεντρικής Τράπεζας και μόνο κάτω από περιορισμένες συνθήκες και αφού τηρηθούν οι διαδικασίες σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 525/
- Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι σε αντίθεση με την ιδιότητα του εκτελεστικού μέλους της επιτροπείας ενός συνεργατικού πιστωτικού ιδρύματος η θέση του γραμματέα είναι επάγγελμα που διέπεται από σύμβαση εργοδότησης και σχετικό σχέδιο υπηρεσίας και οι εξουσίες και αρμοδιότητες του γραμματέα είναι εντελώς διακριτές από τις αντίστοιχες του επιτρόπου ο οποίος συμμετέχει στην επιτροπεία αμισθί. Για τους λόγους που ο ενάγων αναφέρει στην παράγραφο 20 της ένορκης δήλωσης του τους οποίους δεν θα επαναλάβω, αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τις παράνομες όπως ισχυρίζεται απαιτήσεις της εναγομένης 10 σύμφωνα με την επιστολή της Τεκ. 2 και της απέστειλε την επιστολή Τεκ.3, όπως επίσης απέστειλε επιστολή προς τη Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκ.
- Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία που επακολούθησε, η Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας, διαβεβαίωσε τον δικηγόρο του κ. Πουργουρίδη, πως δεν έχει επικυρώσει αλλά ούτε πρόκειτο να επικυρώσει την παύση του ενάγοντα, κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Στις 21.1.16 παρέλαβε την επιστολή μετάθεσης του Τεκ.7, όπως και το Τεκ.8 αλλά ο ίδιος συνέχιζε να μεταβαίνει στην εργασία του και στις 23.3.16 παρέλαβε την επιστολή Τεκ.9 με την οποία η εναγομένη 8 τον προειδοποιούσε ότι εάν δεν συμμορφωθεί με προηγούμενη αλληλογραφία, θα του απαγόρευαν την είσοδο στο γραφείο και ολόκληρο το περιεχόμενο του γραφείου που κατείχε, θα καταγραφεί στην παρουσία ανεξάρτητης μονάδας της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Λτδ. Στις 19.4.16 όταν μετέβηκε στην εργασία του διαπίστωσε πως η εξωτερική πόρτα του γραφείου ήταν κλειδωμένη και η κλειδαριά αλλαγμένη. Όταν ζήτησε εξηγήσεις ο εναγόμενος 7 του ανέφερε ότι είχαν εκτελέσει τις οδηγίες της εναγομένης 10 και η νέα επιτροπεία της εναγομένης 8 ενήργησε στη βάση του περιεχομένου της επιστολής Τεκ.
- Ο ίδιος ζήτησε από τον εναγόμενο 7 να αποκαταστήσει τη νομιμότητα και να του δώσει τα νέα κλειδιά του γραφείου αλλά αρνήθηκε. Στη συνέχεια απέστειλε μέσω του δικηγόρου του την επιστολή Τεκ.11, χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε απάντηση. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι όχι απλώς δικαιολογημένη αλλά και επιβεβλημένη. Η επιχειρούμενη απομάκρυνση του από τη θέση του γραμματέα της εναγομένης 8 αλλά και η συνεπακόλουθη επιχειρουμένη αποστέρηση του νόμιμου δικαιώματος του στη θέση του, αποβλέπουν στο να τον εμποδίσουν από του να αποδείξει την αγωγή του και συνιστούν ποινικά κολάσιμη παρέμβασης των εναγομένων 7 και 8 στη διαδικασία. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, οι εναγομένοι 7 και 10 επεμβαίνουν και καταστρατηγούν σκόπιμα, το συνταγματικό του δικαίωμα για προσαγωγή μέσων απόδειξης και τούτο γίνεται προκειμένου να μην αποκαλυφθούν ενώπιον της δικαιοσύνης τα αληθινά κίνητρα που κρύβονται πίσω από τις επίδικες ενέργειες των εναγομένων 1-7 αλλά και τη συγκάλυψη που τους παρέχει η εναγόμενη
- Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον γιατί υπάρχει πολύ ορατός ο κίνδυνος αποξένωσης των αποδεικτικών εγγράφων όπως έχει γίνει σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και στο παρελθόν. Η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθίσταται αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί το status quo αλλά και για άμεση αποκατάσταση της νομιμότητας. Με την εκδικητική και παράνομη συμπεριφορά τους εναντίον του, οι εναγόμενοι 7 και 10 έχουν αποδείξει όχι μόνο πως δεν προτίθενται να αποκαταστήσουν τη νομιμότητα αλλά προτίθενται να συνεχίσουν να παρανομούν. Η έκδοση του διατάγματος δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε βλάβη στους καθ'ων η αίτηση, και θα συντείνει στο να αποκατασταθεί η εύρυθμη λειτουργία της εναγομένης 8 η οποία μέχρι σήμερα λειτουργεί χωρίς νόμιμο γραμματέα. Στην αίτηση καταχώρισαν ένσταση τόσο ο εναγόμενος 7 όσο και οι εναγόμενοι 8 και
- Στην ένσταση του ο εναγόμενος 7 προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης: H Aίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά αβάσιμη ή/και ανεδαφική και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν νόμιμα να εκδοθούν ή/και Η αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή γενική και/ή αόριστη και/ή ασαφής ή/και ατεκμηρίωτη, ή/και Ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην έγερση της Αγωγής και/ή στην προώθηση της παρούσας Αίτησης και/ή δεν νομιμοποιείται να αξιώνει τα αιτούμενα διατάγματα και/ή δεν έχει δικαίωμα να αιτείται τις επίδικες θεραπείες ή/και Ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη των στοιχείων της παρούσης υπόθεσης ως όφειλε να πράξει ή/και δεν προσέφυγε ενώπιον του δικαστηρίου με καθαρά χέρια ή/και παραβίασε και/ή απέτυχε να συμμορφωθεί με το καθήκον του για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων ή/και Οι θεραπείες που επιδιώκονται σύμφωνα με την παρούσα ενδιάμεση Αίτηση είναι καταπιεστικές ή/και δυσανάλογες ή/και καταχρηστικές ή/και Η Αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of process) εφόσον: α) Ο Αιτητής εξασφάλισε παρόμοιο προηγούμενο διάταγμα ημερ. 26/09/2013 το οποίο ακυρώθηκε από το Δικαστήριο με απόφαση του ημερ. 30/11/2015 και κατά την εκδίκαση της αίτησης για ακύρωση, ο Αιτητής είχε ανεπιτυχώς θέσει τα ίδια ή/και παρόμοια επιχειρήματα και ισχυρισμούς. β) Εναντίον της απόφασης ημερ. 30/11/2015 ο Αιτητής καταχώρησε Έφεση η οποία εκκρεμεί, και γ) Ο Αιτητής έχει καταχωρήσει και την αγωγή υπ' αρ. 541/2016 Ε.Δ. Λεμεσού με την οποία επιδιώκει μεταξύ άλλων γενικές αποζημιώσεις για πρόκληση σε παράβαση της σύμβασης εργοδότησης μεταξύ Καθ'ων η Αίτηση 8 και Αιτητή θεωρώντας ότι η σύμβαση εργοδότησης του έχει τερματιστεί. Δεν πληρείται καμία προϋπόθεση του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ήτοι: (α) Δεν αποκαλύπτεται καμία εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη υπόθεση. (β) Δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει καλή πιθανότητα για να εκδοθούν τα διατάγματα που αποτελούν αντικείμενο της Εναρκτήριας Αίτησης και ειδικότερα στις αξιούμενες θεραπείες που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα δεν περιλαμβάνεται θεραπεία για την επαναπρόσληψη του Αιτητή. (γ) Δεν αποδεικνύεται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που είναι αντικείμενο της Αίτησης, ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. (δ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας (THE BALANCE OF CONVENIENCE) είναι προς όφελος της μη έκδοσης των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων και απόρριψη της Αίτησης. Το επιδιωκόμενο διάταγμα αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση στα εσωτερικά θέματα εταιρείας - των Καθ'ων η Αίτηση 8 - την οποία τα Δικαστήρια σπάνια παραχωρούν και η οποία με βάση το αποδεικτικό υλικό δεν δικαιολογείται, ή/και Το επιδιωκόμενο διάταγμα θα παραλύσει εντελώς τη λειτουργία των Καθ'ων η Αίτηση 8 και θα προκαλέσει οικονομική ζημιά σε αυτήν ή/και βλάβη στα δικαιώματα του Εναγόμενου 7 - Καθ'ου η Αίτηση, ή/και
- Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και εκδικάσει το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης, ή/και
- Ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή που έλαβε χώρα την 20/05/2013 έχει ισχύ και έγινε σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, θεσμούς και κανονισμούς των Καθ'ων η Αίτηση
- Στη θέση του Αιτητή έχει διορισθεί ο Εναγόμενος 7 - Καθ'ου η Αίτηση.
- Οι πλείστοι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ο εναγόμενος 7-καθ'ου η αίτηση αναφέρει ότι εργάζεται στην εναγόμενη 8 και είναι ο γραμματέας/γενικός διευθυντής, Α Εκτελεστικός και Πρόεδρος της Επιτροπείας. Υιοθετεί τους λόγους που αναφέρονται στην ένσταση και υιοθετεί επίσης το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Σταύρου Ιακώβου που υποστηρίζει την ένσταση της εναγομένης
- Ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο αιτητής στην ένορκη του δήλωση σχετικά με το διορισμό του αιτητή ως εκτελεστικού μέλους και όπως αναφέρει, δεν αληθεύουν τα όσα ισχυρίζεται αναφορικά με την διαδικασία αξιολόγησης και διορισμού του. Ο διορισμός του αιτητή επιβαλλόταν από τους Κανονισμούς αφού έπρεπε αναγκαστικά το ένα από τα εκτελεστικά μέλη να είναι ο γραμματέας. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο αιτητής στις παραγράφους 4-13 της ένορκης του δήλωσης, και ισχυρίζεται ότι πρόκειται «για τις γνωστές ψευδείς καταγγελίες που εντελώς αστήρικτα και ανυπόστατα εξαπολύει ο αιτητής εναντίον των πρώην μελών της Επιτροπείας». Ο ενόρκως δηλών αναφέρει επίσης ότι όταν ο αιτητής επέστρεψε στα καθήκοντα του λόγω της ισχύος του διατάγματος ημερ. 26.9.13 για πολλές συνεχόμενες μέρες κουβαλούσε από τα γραφεία της εναγομένης 8 ολόκληρες βαλίτσες με έγγραφα της καθ'ης η αίτηση
- Ο αιτητής σύμφωνα πάντα με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Θεόδουλου Πετούση, έχει συνάψει σωρεία εγγράφων ως τεκμήρια στις διάφορες ένορκες δηλώσεις που έχει κάνει στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, και επίσης έχει επισυνάψει σωρεία εγγράφων και στα πλαίσια πολλών άλλων ένδικων μέτρων που έχει λάβει κατά καιρούς και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επικαλείται ότι ένας από τους λόγους που ζητά τα αιτούμενα διατάγματα είναι η διασφάλιση των εγγράφων. Περαιτέρω όμως υπάρχουν όπως ισχυρίζεται τα κατάλληλα δικονομικά μέτρα στα οποία θα μπορούσε ο αιτητής να προσφύγει για να εξασφαλίσει τα έγγραφα αυτά αν αυτή ήταν η πραγματική του έγνοια. Η έκδοση του διατάγματος που ζητά ο αιτητής, θα έχει ως αποτέλεσμα να διαταραχθεί το status quo και θα έχει ως αποτέλεσμα την παράλυση της λειτουργίας της καθ'ης η αίτηση 8 με την παρουσία δύο γραμματέων προκαλώντας ανυπολόγιστες ζημιές στην εταιρεία. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντος ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Στη δική της ένσταση η εναγόμενη 8 προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης: H καταχώρηση της παρούσας αίτησης συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας δεδομένου ότι παρόμοιο προηγούμενο διάταγμα, ημερ. 26.09.2013 (Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ του Αιτητή), το οποίο ο Αιτητής επεδίωξε και εξασφάλισε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, απορρίφθηκε από το Ε.Δ. Λεμεσού, με απόφαση του ημερ. 30.11.2015 και εναντίον της εν λόγω Απόφασης ο Αιτητής καταχώρισε Έφεση η οποία εκκρεμεί και στοχεύει στον ίδιο σκοπό με την παρούσα αίτηση, ενώ παράλληλα με την εκ μέρους του νέα καταχωρηθείσα αγωγή υπ' αρ. 541/2016 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον, μεταξύ άλλων, των Καθ'ων η Αίτηση και των Εναγομένων 10, επιδιώκει γενικές αποζημιώσεις για πρόκληση των Καθ'ων η Αίτηση εν γνώσει και χωρίς επαρκή δικαιολογία παρά των Εναγομένων 10 σε παράβαση της σύμβασης εργοδότησης μεταξύ Καθ'ων η Αίτηση και Αιτητή θεωρώντας εμμέσως πλην σαφώς ότι η σύμβαση εργοδότησης του έχει τερματιστεί. Δεν πληρείται καμία προϋπόθεση του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), ήτοι: (α) Δεν αποκαλύπτεται καμία εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη υπόθεση. (β) Δεν αποδεικνύεται ότι υπάρχει καλή πιθανότητα για να εκδοθούν τα διατάγματα που αποτελούν αντικείμενο της Εναρκτήριας Αίτησης. (γ) Δεν αποδεικνύεται ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα που είναι αντικείμενο της Αίτησης, ο Αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά που δεν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Το επιδιωκόμενο διάταγμα αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση στα εσωτερικά θέματα εταιρείας την οποία τα Δικαστήρια σπάνια παραχωρούν και η οποία με βάση το αποδεικτικό υλικό δεν δικαιολογείται. Το επιδιωκόμενο διάταγμα θα παραλύσει εντελώς τη λειτουργία των Καθ'ων η Αίτηση και θα προκαλέσει οικονομική ζημιά στους Καθ'ων η Αίτηση. Ο Αιτητής προσήλθε στο Δικαστήριο με ακάθαρτα χέρια και καταχώρησε την παρούσα αίτηση για να εξυπηρετήσει αλλότριους και παράνομους σκοπούς. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί και εκδικάσει το αντικείμενο της παρούσας Αίτησης του Αιτητή, συνακόλουθα δεν αποκαλύπτεται ούτε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ούτε καλή πιθανότητα επιτυχίας και ως εκ τούτου πέραν της Αίτησης θα πρέπει να απορριφτεί και η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Στις αξιούμενες θεραπείες που περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα δεν περιλαμβάνεται θεραπεία για την επαναπρόσληψη του Αιτητή. Ο τερματισμός της απασχόλησης του Αιτητή που έλαβε χώρα την 20.05.2013 είναι ο μόνος τερματισμός που έχει ισχύ καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, έγινε δε σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, θεσμούς και κανονισμούς των Καθ'ων η Αίτηση. Στη θέση του Αιτητή έχει διορισθεί ο Εναγόμενος 7 - Καθ'ου η Αίτηση.
- Οι πλείστοι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια. Η ένσταση της καθ'ης η αίτηση-εναγομένης 8 στηρίζεται επίσης σε ένορκη δήλωση του Θεόδουλου Πετούση ο οποίος είναι όπως αναφέρει ο γραμματέας/Γενικός Διευθυντής, Α Εκτελεστικός και μέλος της Επιτροπείας της εναγομένης 8, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα τόσο προσωπικά, όσο και από πληροφορίες που έχει πάρει από τα υπόλοιπα μέλη της Επιτροπείας, το προσωπικό της εταιρείας και τα έγγραφα που κατέχουν οι καθ'ων η αίτηση. Επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση 8 και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης αποτελεί κλασσική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου αφού ο αιτητής εξασφάλισε το ίδιο διάταγμα στις 26.9.13 το οποίο ακυρώθηκε στις 30.11.15 και εναντίον της απόφασης αυτής ο αιτητής καταχώρισε έφεση η οποία εκκρεμεί και στοχεύει στον ίδιο σκοπό με την παρούσα αίτηση. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκη δήλωση ότι η μόνη θεραπεία που ο αιτητής μπορεί να διεκδικήσει με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι η αξίωση για αποζημιώσεις που υπερβαίνου εκείνες που δικαιούται να διεκδικήσει από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών που υπερβαίνουν δηλαδή τους μισθούς δύο ετών. Με δεδομένο όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ότι ο αιτητής έχει αποσύρει τις θεραπείες με στοιχεία (Γ)(Δ)(Ε)(ΣΤ)(Ζ) και (Ι) του παρακλητικού της παρούσας αγωγής, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει εξουσία να εκδικάσει και αποφασίσει τις υπόλοιπες αξιούμενες θεραπείες του ενάγοντα αφού αυτές εμπίπτουν εντός της αποκλειστικής δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Η αγωγή του ενάγοντα είναι έκπτωτη σε απόρριψη όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, και για το λόγο ότι το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όπως ίσχυε στις 20.5.13 δεν επέτρεπε σε εργοδοτούμενο να προσφύγει στο Δικαστήριο για επίλυση της αξίωσης για παράνομη απόλυση, αλλά μόνο να προσφύγει σε διαιτησία. Ο αιτητής για τους πιο πάνω λόγους έχει αποτύχει όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ή καλή πιθανότητα επιτυχίας. Έχει δηλαδή αποτύχει να αποδείξει ότι τηρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
- Ο ενάγων έχει καταχωρήσει την αγωγή με αρ. 541/16 με την οποία επιδιώκει εναντίον της εναγομένης 10 γενικές αποζημιώσεις για πρόκληση των καθ'ων η αίτηση σε παράβαση της σύμβασης εργοδότησης του από τους καθ'ων η αίτηση θεωρώντας με τον τρόπο αυτό ότι η σύμβαση εργοδότησης του έχει τερματιστεί και ως αποτέλεσμα οι μόνες θεραπείες στις οποίες δικαιούται είναι οι θεραπείες με την αγωγή 541/16 και στις οποίες δεν συγκαταλέγεται θεραπεία για επαναπρόσληψη του στη θέση του γραμματέα. Ο αιτητής απολύθηκε από τους καθ'ων η αίτηση 8 στις 20.5.13 και επανήλθε στη θέση του ως γραμματέας στη βάση του διατάγματος ημερ. 26.9.13 μέχρι τις 30.11.15 που το διάταγμα αυτό ακυρώθηκε. Στην ένορκη δήλωση αμφισβητούνται τα όσα ο αιτητής αναφέρει στις παραγράφους 2, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 της ένορκης δήλωσης του αιτητή και αναφέρει επίσης ότι η επικύρωση της απόλυσης του αιτητή όπως αναφέρεται στην παράγραφο 11 της ένορκης του δήλωσης δεν ήταν αναγκαία. Η απόλυση έγινε νομότυπα από τον εργοδότη του, δηλαδή την καθ'ης η αίτηση 8, ενώ ο Έφορος απλώς δικαιούται να την επικυρώσεις χωρίς όμως η τυχόν άρνηση του να σημαίνει ό τι ακυρώνει ή διαφοροποιεί την απόφαση της καθ'ης η αίτηση
- Το μόνο αρμόδιο όργανο να κρίνει αν η απόλυση είναι νόμιμη ή παράνομη είναι το Δικαστήριο. Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει επίσης τους ισχυρισμούς του αιτητή όπως περιγράφονται στις παραγράφους 12-24 της ένορκης του δήλωσης και αναφέρει ότι το περιεχόμενο των παραγράφων αυτών δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αλλά γίνεται στα πλαίσια προώθησης ανύπαρκτων γεγονότων για τη δημιουργία του απαραίτητου νομικού και πραγματικού υπόβαθρου για την προώθηση των αβάσιμων επιδιώξεων του. Είναι ο ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα ο οποίος στηρίζεται σε γνωματεύσεις των δικηγόρων της καθ'ης η αίτηση 8 ότι ενόψει της απόρριψης στις 30.11.15 του διατάγματος που είχε εξασφαλίσει ο αιτητής στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής το οποίο διατηρούσε τον αιτητή στη θέση του γραμματέα, ο αιτητής δεν έχει θέση γραμματέα αφού απολύθηκε από τη θέση του στις 20.5.
- Όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, οι εναγόμενοι 1-7 ουδέποτε ανακάλεσαν τον τερματισμό/απόλυση του αιτητή, παρά μόνο ενόψει της οριστικοποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος αποφάσισαν την πλήρη συμμόρφωση προς το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 26.9.13 στην παρούσα αγωγή και ειδοποίησαν τον ενάγοντα να επανέλθει στα καθήκοντα του. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση με έξοδα εναντίον του. Η εναγόμενη 10 στη δική της ένσταση προβάλλει τους πιο κάτω λόγους ένστασης: α) Η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και ενοχλητική καθότι εδράζεται αποκλειστικά στα ίδια γεγονότα και στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα, που επέφερε η αίτηση που καταχώρησε προγενέστερα ο ίδιος Ενάγων εναντίον των ίδιων Εναγομένων με την οποία πέτυχε την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 26/09/2013 το οποίο κατέστη απόλυτο, και ακολούθως μετά από ακροαματική διαδικασία, παραμερίστηκε με απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 30/11/
- β) Η παρούσα αίτηση γίνεται με μοναδικό σκοπό την «αναβίωση» του προσωρινού διατάγματος ημερ. 26.09.2013, εφόσον επιδιώκει τις ίδιες θεραπείες και βασίζεται στο ίδιο υπόβαθρο γεγονότων με την προηγούμενη αίτηση, θέτοντας όμως τον κίνδυνο δύο ισότιμα Δικαστήρια, να εκδώσουν αντιφατικά και/ή συγκρουόμενα Διατάγματα, εξουδετερώνοντας την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. γ) Ο Ενάγων/Αιτητής δια της παρούσας αίτησης διεκδικεί μια δεύτερη ευκαιρία επί του ίδιου θέματος που εξετάστηκε και κρίθηκε προηγουμένως, και αυτό προσκρούει στις αρχές του δεδικασμένου και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, η οποία δεν μπορεί να τύχει για δεύτερη διαδοχική φορά, δικαστικής επεξεργασίας. δ) Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική, διότι τα επίδικα γεγονότα έχουν αποφασιστεί δικαστικά με τελεσίδικο τρόπο σε προηγούμενη δικαστική διαμάχη μεταξύ των ίδιων διαδίκων, και η παρούσα αίτηση θέτει τον κίνδυνο της τμηματικής εκδίκασης των διαφορών μεταξύ των διαδίκων και ασφαλέστερα αποτελεί το όχημα για την έκδοση ουσιαστικά ενός επαναληπτικού διατάγματος πλήττοντας την αρχή της τελεσιδικίας. ε) Η παρούσα αίτηση αποτελεί στην ουσία έφεση κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/11/2015, εφόσον μ' αυτή ο Ενάγοντας/Αιτητής ζητά την αναστολή της και επαναφορά -αναβίωση του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 26/09/2013, το οποίο το Δικαστήριο ακύρωσε με την ενδιάμεση απόφαση του. στ) Ο Ενάγων/Αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη και/ή ουσιαστικά γεγονότα που διέπουν την παρούσα υπόθεση και ειδικότερα ότι εκκρεμεί διαδικασία στο Εφετείο, όπου εφεσιβλήθηκε η απόφαση ημερομηνίας 30/11/2015, με την οποία παραμερίστηκε το απαγορευτικό διάταγμα ημερομηνίας 26/09/
- ζ) Η πραγματική πρόθεση του Ενάγοντα-Αιτητή έγκειται στην χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή ο Ενάγονας-Αιτητής κωλύεται όπως προωθήσει την υπό κρίση Αίτηση στην έκταση που αυτή στηρίζεται σε ισχυρισμούς γεγονότων αναφορικά με τα οποία υπάρχει τελεσίδικη απόφαση ισότιμου Δικαστηρίου. η) Η παρούσα αίτηση εγείρεται εναντίον των Εναγομένων 10, χωρίς να υπάρχει το αναγκαίο πραγματικό και νομικό υπόβαθρο, καθότι η Έκθεση Απαίτησης ως έχει σήμερα, δεν δικογραφεί οποιονδήποτε ισχυρισμό εναντίον των Εναγομένων 10, δεν έγινε καμία τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτηση ως προς τα ουσιαστικά γεγονότα και περαιτέρω ο ίδιος ο Δικηγόρος του Ενάγοντα σε δήλωση του ημερομηνίας 16/02/2016 ενώπιον άλλου ισοβάθμιου Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, απέσυρε τις αιτούμενες θεραπείες (Γ)(Δ)(Ε)(ΣΤ) και (Ζ) ως θεραπείες που έχουν ικανοποιηθεί και την αιτούμενη θεραπεία (Ι) ως άνευ αντικειμένου. (θ) Παρά το ότι η διατήρηση της ιδιότητας των Εναγομένων 10 ως διαδίκων στην παρούσα αγωγή είναι αναγκαία εφόσον αποτελούν την Εποπτική Αρχή σύμφωνα με τη νομοθεσία, δεν υπάρχει ορατό ζήτημα προς εκδίκαση σε σχέση με τους Εναγόμενους
- (ι) Δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που να δικαιολογούν και/ή να στηρίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παροχής των αιτουμένων θεραπειών και/ή διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/
- (κ) Δεν υπάρχει καλή βάση αγωγής, ούτε σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση (arguable case on the strength of pleadings) ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής (visible chance of success) και οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά του Ενάγοντα/Αιτητή δεν είναι ανεπανόρθωτη και/ή δύναται να αποτιμηθεί στο μέλλον σε χρήματα. (λ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει καθαρά υπέρ των Εναγομένων 10-Καθ'ων η Αίτηση και οποιαδήποτε ισχυριζόμενη ζημιά του Ενάγων/Αιτητή δεν είναι ανεπανόρθωτη και/ή δύναται να αποτιμηθεί στο μέλλον σε χρήματα. (μ) Ο Ενάγων δεν προσήλθε με καθαρά χέρια (clean hands) και δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. (ν) Εις περίπτωση που εκδοθεί το παρόν διάταγμα υπάρχει σοβαρός κίνδυνος μη διατήρηση του «status quo" και του «ισοζυγίου της δικαιοσύνης». (ξ) Ο Ενάγων/Αιτητής κωλύεται λόγω δεδικασμένου (cause of issue estoppel) να εξαιτείται τις αιτούμενες θεραπείες και με την παρούσα αίτηση για δεύτερη διαδοχική φορά να επιτύχει την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, το οποίο κατέστη απόλυτο και ακολούθως παραμερίστηκε με Απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 30/11/
- (ο) Ο Ενάγοντας κωλύεται εκ της συμπεριφοράς του (estoppel by conduct) από το να διεκδικεί τις αιτούμενες θεραπείες. (π) Έγκριση της αίτησης θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την εκδίκαση της υπόθεσης κατά παράβαση των δικαιωμάτων των Εναγομένων 10 που προκύπτουν βάσει του άρθρου 30 του Συντάγματος. Η ένσταση της καθ'ης η αίτηση-εναγόμενης 10 υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του Σταύρου Ιακώβου ο οποίος είναι όπως αναφέρει ο Ανώτερος Διευθυντής Λειτουργικών και Διοικητικών Εργασιών της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας Κεντρικού Φορέα και είναι εξουσιοδοτημένος από την εναγόμενη 10 - καθ'ης η αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα από μελέτη της δικογραφίας, από προσωπική γνώση και από συμβουλές που έχει πάρει από τους δικηγόρους της εναγομένης 10 σε σχέση με νομικά θέματα. Στην ένορκη δήλωση γίνεται αναφορά στις δικαστικές διαδικασίες που έχουν γίνει μέχρι σήμερα και αφορούν τα επίδικα θέματα. Σύμφωνα με την Κ.Δ.Π. 346/13 όπως αναφέρει, η Επιτροπεία της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας έχει το δικαίωμα να διορίζει την πλειοψηφία μέχρι και το σύνολο των μελών της Επιτροπείας των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων. Ο διορισμός των μελών της Επιτροπείας Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων τελεί υπό την αίρεση της έγκρισης από την Κεντρική Τράπεζα σύμφωνα με τα κριτήρια ικανότητας και καταλληλότητας που η Κεντρική Τράπεζα καθορίζει. Ο διορισμός του γραμματέα όλων των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων, γίνεται βάσει των προνοιών της Κ.Δ.Π. 346/13 και όχι βάσει του περί Συνεργατικών Πιστωτικών Εταιρειών Νόμου 22/
- Περαιτέρω στα πλαίσια του Μνημονίου Συναντίληψης το οποίο υπογράφηκε μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις 24.4.13, η εποπτεία των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων μεταφέρθηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με σχετικές τροποποιήσεις του Ν.22/
- Στα πλαίσια αυτά η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα έχει καθορίσει σε συμφωνία με την ΤΡΟΙΚΑ, Υπουργείο Οικονομικών και την Κεντρική Τράπεζα συγκεκριμένη διαδικασία την οποία οφείλει να εφαρμόζει κατά την επιλογή των μελών της Επιτροπείας. Σχετικό επίσης είναι το πλαίσιο αξιολόγησης και καταλληλότητας των μελών της Επιτροπείας και της Εκτελεστικής Διεύθυνσης των Συνεργατικών Πιστωτικών Ιδρυμάτων (Τεκ.6). Η Κ.Δ.Π. 346/13 τέθηκε σε ισχύ με τη δημοσίευση της στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 4.10.13, δηλαδή μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος ημερ. 26.9.
- Οι αναφορές του ενάγοντα στην ένορκη του δήλωση σύμφωνα με τον Σταύρο Ιακώβου δεν ευσταθούν. Ο διορισμός του γραμματέα ως το πρώτο Εκτελεστικό Μέλος πήγαζε από την Κ.Δ.Π. 441/07 και η τότε Επιτροπεία δεν είχε άλλη επιλογή μέχρι να εφαρμόσει τον εσωτερικό έλεγχο της Εποπτείας. Η εναγόμενη 10 δεν είχε καμία εξουσία να εγκρίνει τότε ή να ελέγξει την ικανότητα και καταλληλότητα του ενάγοντα. Αναφέρει επίσης ότι το περιεχόμενο της παραγράφου 11 της ένορκης δήλωσης του αιτητή δεν συνάδει πλήρως με την τοποθέτηση του Εφόρου και διευκρινιστική είναι η απαντητική επιστολή του τότε Εφόρου Συνεργατικών Εταιρειών προς τους εναγομένους 8 με κοινοποίηση στην εναγόμενη 10 (Τεκ.12). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα-αιτητή στις παραγράφους 15 και 16 της ένορκης του δήλωσης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι οι εν λόγω πληροφορίες βρίσκονται στην κατοχή της εναγόμενης 10 και φυλάσσοντο σε ασφαλισμένο μέρος στο κατάστημα της τράπεζας στη Λεμεσό. Τα έγγραφα αυτά καταγράφηκαν και μεταφέρθηκαν για φύλαξη σε κατάστημα από το οποίο όταν έκλεισε μεταφέρθηκαν στο κτίριο της εναγομένης 10 στη Λευκωσία. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση όλες οι καταγγελίες του ενάγοντα-αιτητή έχουν διερευνηθεί. Η εναγόμενη 10 όπως ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών, δεν διόρισε τον ενάγοντα αυτόβουλα ως νέο μέλος της Επιτροπείας της ΣΠΕ ΤΡΟΟΔΟΥΣ, αλλά ο ενάγων διατηρήθηκε στη θέση του γραμματέα μόνο λόγω της ύπαρξης του δικαστικού διατάγματος το οποίο όταν παραμερίστηκε με τη απόφαση ημερ. 30.11.15, ο ενάγοντας παύτηκε. Ο ενόρκως δηλών απορρίπτει τους ισχυρισμούς της παραγράφου 18 της ένορκης δήλωσης του αιτητή ως αβάσιμη. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι στα πλαίσια του νέου νομικού και θεσμικού πλαισίου και στην προσπάθεια της εναγομένης 10 για αναδιάρθρωση και εξυγίανση η εναγόμενη 10 προέβη σε όλες τις απαιτούμενες διαδικασίες για αξιολόγηση των υποψηφίων συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα για διορισμό των ικανότερων και καταλληλότερων. Σύμφωνα με το Τεκ.22 το οποίο απέστειλε στο δικηγόρο του ενάγοντα, του ανέφερε ότι ο ενάγων θα αξιολογηθεί εάν είναι ικανός και κατάλληλος για τη θέση του γραμματέα μαζί με τους συνυποψηφίους του. Η εναγόμενη 10 συμφώνησε με την εισήγηση του δικηγόρου του ενάγοντα όπως φαίνεται στο Τεκ.23, και προχώρησε σε αξιολόγηση του όπου κατέληξε ότι ο ενάγων δεν πληροί τα θεσμοθετημένα κριτήρια περί ικανότητας και καταλληλότητας για το διορισμό του στη θέση του γραμματέα. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας, η εναγόμενη 10 ενημέρωσε την Κεντρική Τράπεζα και το Υπουργείο Οικονομικών (Τεκ.25), όπως και το δικηγόρο του ενάγοντα (Τεκ.26). Παρόλο ότι ο ενάγων κρίθηκε ακατάλληλος εξακολουθούσε να κατέχει τη θέση του γραμματέα λόγω της ύπαρξης του προσωρινού διατάγματος ημερ. 26.9.
- Η εναγόμενη 10 δεν έχει οποιαδήποτε σύμβαση εργασίας με τον ενάγοντα ούτε ενήργησε οποτεδήποτε ως εργοδότης του. Είναι η θέση του Σταύρου Ιακώβου ότι ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 αλλά με την παρούσα αίτηση προσπαθεί να αναβιώσει ένα προσωρινό διάταγμα που έχει παραμεριστεί. Δεν έχει αποδείξει ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά και ούτε έχει δείξει στοιχεία για ζημιά που πρόκειται να υποστεί στο μέλλον. Η διαδικασία στηρίχθηκε στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τόσο την αίτηση όσο και τις ενστάσεις, καμιά πλευρά δεν ζήτησε την αντεξέταση οποιουδήποτε από τους ενόρκως δηλούντες και οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από τις αγορεύσεις τους στις οποίες θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 το οποίο παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά με την έκδοση παρεμπίπτοντων διαταγμάτων και εξετάστηκε σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557, National Bank of Greece S.A. v. Motoria Ltd
(1987)1 C.L.R. 303, Louis Vuitton v. Dermosak Limited κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο αυτό καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα είναι οι εξής: (α) η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και (γ) το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο και/ή ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στο πλαίσιο της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον ενάγοντα/αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση δηλαδή ότι χωρίς τη έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του, τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Οι δύο πρώτες προϋποθέσεις είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετες ιδιαίτερα στην περιορισμένη έκταση εξέτασης σ' αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που περιέχεται στις ένορκες δηλώσεις. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει ή διατηρήσει το διάταγμα (βλ. Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, Ζωντίλης ν. Αντρέου
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1603 και Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouris Trading
(1998)1 A.A.Δ. 149). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων της αγωγής, καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 και όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235: "οι διαπιστώσεις στις οποίες προβαίνουμε, γίνονται για τους σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος, . Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της." Στην υπόθεση επίσης P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 αναφέρθηκε ότι: "Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του." Πριν εξετάσω τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, θα εξετάσω την κοινή θέση των εναγομένων 7, 8 και 10 εναντίον των οποίων στρέφεται η αίτηση, ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και ενοχλητική γιατί στηρίζεται αποκλειστικά στα ίδια γεγονότα και στοχεύει στο ίδιο αποτέλεσμα που επέφερε η προηγούμενη αίτηση του ενάγοντα με την οποία εξασφάλισε το διάταγμα ημερομηνίας 26.9.13 το οποίο παραμερίστηκε με απόφαση του Δικαστηρίου στις 30.11.
- Είναι κοινή θέση των διαδίκων ότι στις 26.9.13 εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή το οποίο απαγόρευε στους εναγόμενους ανάμεσα στους οποίους οι σημερινοί καθ'ων η αίτηση-εναγόμενοι 7 και 8 και/ή στους αξιωματούχους και/ή υπαλλήλους των εναγομένων 8 από του να εμποδίζουν τον ενάγοντα να εισέρχεται στα γραφεία της εναγομένης 8 και να εκτελεί τα καθήκοντα του ως Γραμματέα της εναγομένης
- Μετά από αίτημα της εναγομένης 10 προστέθηκε ως εναγόμενη στην αγωγή και η παρούσα αίτηση στρέφεται και εναντίον της. Είναι επίσης κοινή θέση ότι μετά από αίτηση της εναγομένης 10, το διάταγμα ημερομηνίας 26.9.13 ακυρώθηκε στις 30.11.
- Ο αιτητής δεν αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση εάν εναντίον της απόφασης ημερ. 30.11.15 για ακύρωση του διατάγματος καταχωρήθηκε έφεση, γίνεται όμως σχετική αναφορά στους λόγους ένστασης των εναγομένων και δεν έχει αμφισβητηθεί. Είναι γεγονός που προκύπτει από μια απλή ανάγνωση της αίτησης και του διατάγματος όπως φαίνεται στο τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι το αίτημα είναι στην ουσία το ίδιο, περιορίζεται όμως στους εναγομένους 7 και 8 που αφορούσε το προηγούμενο διάταγμα και η νέα αίτηση απευθύνεται και στην εναγόμενη 10 που δεν ήταν διάδικος στο χρόνο έκδοσης του προηγούμενου διατάγματος. Παραμένει όμως ως ουσιαστικό γεγονός ότι και στις δύο περιπτώσεις το αίτημα είναι να μην εμποδίζεται ο ενάγων να ασκεί τα καθήκοντα του Γραμματέα της εναγομένης
- Η θέση της εναγομένης 10 όπως φαίνεται μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων της είναι ότι αυτό που ζητείται από το παρόν Δικαστήριο είναι ουσιαστικά η αναθεώρηση της απόφασης ημερομηνίας 30.11.
- Είναι βασική αρχή ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργεί ως Εφετείο του εαυτού του αλλά ούτε και άλλου ομόβαθμου Δικαστηρίου (βλ. Ελπίδα Ματθαίου ν. Παντελίτσας Σολωμόντος κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201) και το ερώτημα που προκύπτει στα γεγονότα της παρούσας αίτησης είναι το κατά πόσο ενώ εκκρεμεί έφεση εναντίον της απόφασης για ακύρωση του διατάγματος ημερομηνίας 26.9.13, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει ένα νέο πανομοιότυπο διάταγμα. Είναι η κρίση μου ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει το αίτημα στην ουσία του γιατί με έμμεσο τρόπο το Δικαστήριο εάν αποδεκτεί το αίτημα, καθίσταται εφετείο του προηγούμενου Δικαστηρίου αλλά περαιτέρω και ως πιο ουσιαστικό λόγο θεωρώ ότι εξέταση της αίτησης στην ουσία με δεδομένο ότι το αίτημα είναι ακριβώς το ίδιο με το διάταγμα ημερομηνίας 26.9.13, παρακάμπτει τον σκοπό της σύμφυτης εξουσίας του Δικαστηρίου να διαφυλάσσει την αξιοπιστία και το κύρος της Δικαστικής διαδικασίας (βλ. Leonid v. Ivanor Spiriev Πολιτική Έφεση αρ. 100/2014) και θα δώσει το λανθασμένο μήνυμα ότι οποτεδήποτε διαφωνεί ένας διάδικος με μια απόφαση του Δικαστηρίου, μπορεί να υποβάλει νέο αίτημα ενώπιον άλλου Δικαστηρίου. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την ουσία της αίτησης και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως κατάχρηση της διαδικασίας σ' αυτό το στάδιο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου όμως και στην περίπτωση που κριθεί ως λανθασμένη, θα εξετάσω και την ουσία της αίτησης. Στις 16.2.16 όπως φαίνεται από το σχετικό πρακτικό, ο ενάγων απέσυρε τις απαιτήσεις των παραγράφων 25(Γ)(Δ)(Ε)(Στ)(Ζ) και (Ι) του παρακλητικού της αγωγής. Μετά την εξέλιξη αυτή, ο ενάγων απαιτεί εναντίον των εναγομένων τα εξής: Aπόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η διαθεσιμότητα του και/ή πειθαρχική διαδικασία που έγινε εις βάρος του και/ή οι ποινές που του επιβλήθηκαν, είναι αντισυνταγματικά και/ή παράνομα και/ή άκυρα και/ή άνευ νομίμου αποτελέσματος. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, ότι οι αποφάσεις των Εναγομένων 1 - 7, ημερομηνίας 20/5/2013 για παύση και/ή υποβιβασμό του Ενάγοντα από την θέση του Γραμματέα της Εναγόμενης 8 είναι άκυρες και/ή αντισυνταγματικές και/ή άνευ νομίμου αποτελέσματος και/ή παράνομες. Η. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου δια του οποίου να διατάσσονται οι Εναγόμενοι 1-7 και/ή η Εναγόμενη 8 όπως καταβάλουν προς όφελος του Ενάγοντα ποσό ύψους €14.750,00, ως ανωτέρω στην παράγραφο 23 αναφέρεται. Θ. Γενικές και/ή Επαυξημένες και/ή Τιμωρητικές και/ή Παραδειγματικές αποζημιώσεις για παραβίαση των Συνταγματικά καταχωρημένων δικαιωμάτων του Ενάγοντα που έλαβαν χώρα μεταξύ 3/8/2012 και 27/6/2013 στην Κυπερούντα. Είναι γεγονός ότι δεν έχω εντοπίσει μετά την παρέμβαση της εναγομένης 10 οποιαδήποτε αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης, όμως θεωρώ ότι η εναγομένη 10 αφού παρενέβηκε στη διαδικασία μετά από δικά της διαβήματα και κρίθηκε ως αναγκαία διάδικος, έχει καταστεί μέρος της όλης διαδικασίας μέχρι το τέλος της δίκης. Θεωρώ όμως ότι εφόσον παρέμεινε ως επίδικο θέμα η πειθαρχική διαδικασία και οι επιπτώσεις της εναντίον του ενάγοντα, γεγονότα που έγιναν πριν την αλλαγή της νομοθεσίας και την παρέμβαση της εναγομένης 10, ότι η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης 10 είναι πολύ περιορισμένη. Σε σχέση με τους εναγόμενους 7 και 8 θεωρώ ότι υπάρχει βάση αγωγής όπως αυτή είναι αναγκαία για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας και θεωρώ ότι έχει στοιχειοθετηθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
- Δεν μου διαφεύγει η θέση των εναγομένων 7 και 8 ότι το Δικαστήριο μετά την απόσυρση μέρους των απαιτήσεων του ενάγοντα στερείται αρμοδιότητας, θεωρώ όμως ότι εφόσον υπάρχει ξεχωριστή αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου για το θέμα αυτό, θα πρέπει να εξεταστεί μέσα στα πλαίσια εκείνης της αίτησης. Ο ενάγων μέσα από την ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την αίτηση, κάμνει εκτενή αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Καταλογίζει στους εναγόμενους και στην προσπάθεια τους να τον εμποδίσουν να ασκεί τα καθήκοντα του αλλότρια κίνητρα ώστε να τον εμποδίσουν από του να διαγνώσει και αποκαλύψει παρανομίες και ατασθαλίες εκ μέρους τους και καταλογίζει στην εναγόμενη 10 ότι το εγχείρημα της να τον παύσει από τη θέση του γραμματέα της εναγομένης 8, στερείται κάθε νομιμοποιητικής βάσης και εννόμου αποτελέσματος. Είναι η θέση του ενάγοντα ότι οι εξουσίες της εναγομένης 10 για παύση του γραμματέα, περιορίζονται ρητά στο να υποβάλει εισήγηση για παύση προς την Κεντρική Τράπεζα και τούτο μόνο ως κυρώσεις για τη διάπραξη κάποιου σοβαρού παραπτώματος. Στη βάση των πιο πάνω, ο κ. Πουργουρίδης απέστειλε στη Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας επιστολή (Τεκμήριο 4) με την οποία ζητά όπως πριν η Διοικητής εγκρίνει και/ή επικυρώσει την επιχειρούμενη παύση του ενάγοντα με βάση το Τεκμήριο 2 που στάληκε από την εναγόμενη 10, τον δεχθεί στο γραφείο της ώστε να θέσει υπόψη της τις θέσεις του ενάγοντα. Στην επιστολή αυτή δεν φαίνεται να υπάρχει γραπτή απάντηση ή τουλάχιστον δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην παράγραφο 21 της ένορκης δήλωσης του αιτητή αναφέρεται ότι σε τηλεφωνική επικοινωνία του κ. Πουργουρίδη με την κα Γιωρκάτζη, η κα Γιωρκάτζη τον διαβεβαίωσε ότι δεν είχε επικυρώσει αλλά ούτε και επρόκειτο να επικυρώσει την παύση του ενάγοντα κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Το περιεχόμενο της παραγράφου 21 αμφισβητείται από την καθ'ης η αίτηση 8 και στην ένορκη του δήλωση ο Θεόδουλος Πετούσης αναφέρει ότι τα όσα ο αιτητής αναφέρει και στην παράγραφο αυτή, ανάμεσα σε άλλες, δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η εναγόμενη 10 ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η Κ.Δ.Π. 313/13 της επιτρέπει να προβεί στην αξιολόγηση του ενάγοντα-αιτητή για τον διορισμό του στη θέση του γραμματέα και μετά την ακύρωση του διατάγματος στις 30.11.15 ενεργοποίησαν τα αποτελέσματα των αξιολογήσεων και με επιστολή της ημερομηνίας 8.12.15 έπαυσαν τον ενάγοντα από τα καθήκοντα του γραμματέα. Ο ισχυρισμός του αιτητή για την αναφορά της κας Γιωρκάτζη είναι κατά την κρίση μου σημαντικός αφού θεωρεί ο αιτητής ότι είναι αναγκαία η έγκριση ή επικύρωση της απόφασης της εναγόμενης 8 για παύση του εκ μέρους της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας και στην απουσία έγκρισης δεν έχει ισχύ η παύση (Τεκμήριο 3). Εφόσον ο ισχυρισμός αυτός αμφισβητήθηκε, ο αιτητής είχε την υποχρέωση αφού έχει το βάρος απόδειξης να τον αποδείξει. Όπως όμως φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που κατατέθηκε δεν αφορά αυτό το θέμα, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του Θεόδουλου Πετούση και κατά συνέπεια ο ισχυρισμός για απουσία έγκρισης παραμένει μετέωρος. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η θέση των εναγομένων είναι πως δεν απαιτείται έγκριση εκ μέρους της Διοικητού της Κεντρικής Τράπεζας. Οι καθ'ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι ο αιτητής νόμιμα έχει παυθεί από τη θέση του γραμματέα, γεγονός όπως ισχυρίζονται που αποδέχεται ο ενάγων αφού έχει αποσύρει μέρος των αξιώσεων του στην παρούσα αγωγή και έχει καταχωρήσει την αγωγή με αριθμό 541/16 με την οποία απαιτεί εναντίον όλων των εναγομένων γενικές αποζημιώσεις και σε καμία περίπτωση δεν ζητά την επαναπρόσληψη του. Οι ισχυρισμοί της κάθε πλευράς παραμένουν ανοικτοί για να αξιολογηθούν στο τέλος της δίκης και το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε ευρήματα επί της ουσίας. Η απουσία όμως μαρτυρίας για ουσιαστικό κατά τον ενάγοντα θέμα, όπως αναφέρω πιο πάνω, αφήνει έκθετη την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του στη βάση που ίδιος την προσδιορίζει και θεωρώ ότι δεν στοιχειοθετείται η δεύτερη προϋπόθεση. Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή, η ανάγκη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος δημιουργείται από το ορατό όπως ισχυρίζεται κίνδυνο αποξένωσης των αποδεικτικών στοιχείων και των εγγράφων σε βάρος του εναγομένου 7 ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά την αποδεικτική τους αξία σε βάρος του και θα έχει προσωπικό όφελος από την αποξένωση τους. Ισχυρίζεται επίσης ο αιτητής ότι η επιχειρούμενη απομάκρυνση του από τη θέση του Γραμματέα αποβλέπει στο να τον εμποδίσουν να αποδείξει την αγωγή του και ο ενάγων θα υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. Εάν ο ενάγων παραμείνει στη θέση του, θεωρεί ότι θα έχει τον έλεγχο των εγγράφων που αφορούν την υπόθεση του και θα αποκλειστεί ο κίνδυνος αποξένωσης τους. Ο εναγόμενος 7 αναφέρει στη δική του ένορκη δήλωση και σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι ο ενάγων όταν κατά τη διάρκεια της ισχύος του διατάγματος ημερομηνίας 26.9.13 επέστρεψε στα καθήκοντα του επί πολλές και συνεχόμενες ημέρες, κουβαλούσε από τα γραφεία της εναγομένης 8 «ολόκληρες βαλίτσες με έγγραφα». Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε αναντίλεκτος αφού δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα. Όπως αναφέρει η εναγόμενη 8 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, ο ενάγων παραδέχεται στην ένορκη του δήλωση ότι είχε στην κατοχή του αντίγραφα των εγγράφων. Στην παράγραφο 20 της ένορκης του δήλωσης ο ενάγων αναφέρει ότι «ως γραμματέας κατείχα τα αντίγραφα που είχα εξάξει από το μηχανογραφικό σύστημα σχετικά με όλα τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής συμπεριλαμβανομένων και των στοιχείων εκείνων που ζητούσα στο πλαίσιο της πειθαρχικής διαδικασίας, καθώς και όλα τα έγγραφα τα οποία έχω αποκαλύψει ενόρκως ότι κατείχα στα πλαίσια της αποκάλυψης εγγράφων που διέταξε το Δικαστήριο.» Η πιο πάνω αναφορά είναι σαφής. Τι περαιτέρω ο αιτητής θέλει να διαφυλάξει, δεν αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Θεωρώ όμως ότι ο σκοπός της έκδοσης ενός τέτοιου δραστικού διατάγματος δεν μπορεί να είναι για την πιθανότητα ο εναγόμενος 7 να αποξενώσει τα αποδεικτικά στοιχεία που είναι σε βάρος του εάν ο αιτητής δε επιστρέψει στη θέση του. Οι απαιτήσεις του ενάγοντα όπως αυτές παραμένουν μετά την απόσυρση μέρος της απαίτησης, είναι γεγονός ότι αφορούν αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου, όποια απαίτηση του επιτύχει και όποια ζημιά του ενάγοντα αποδειχθεί, μπορεί να αποκατασταθεί με αποζημιώσεις και ως εκ τούτου θεωρώ ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
- Έχω μελετήσει την απόφαση της Έντιμης Δικαστού Τάσιας Ψαρά-Μιλτιάδου, Προέδρου τότε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού ημερομηνίας 26.9.13 όπου αποφασίστηκε ότι η τρίτη προϋπόθεση στοιχειοθετείτο στη βάση των συνθηκών που είχαν διαμορφωθεί ειδικά της μη επικύρωσης των πράξεων των εναγομένων από τον εναγόμενο
- Στην παρούσα περίπτωση όπως αναφέρω πιο πάνω, ο αιτητής απέτυχε να αποδείξει τους ισχυρισμούς του σε σχέση με τα όσα η κα Γιωρκάτζη ανέφερε για την επικύρωση της παύσης του. Περαιτέρω σε σχέση με τον δεύτερο λόγο που το Δικαστήριο είχε λάβει υπόψη του για να κρίνει ότι στοιχειοθετείτο η τρίτη προϋπόθεση, η τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου διαφοροποίησε τα γεγονότα στα οποία στηρίχθηκε τότε το Δικαστήριο. Για τους λόγους που αναφέρω πιο πάνω και ιδιαίτερα την αναφορά του αιτητή ότι ο σκοπός της έκδοσης του διατάγματος είναι για να εμποδιστεί ο εναγόμενος 7 από του να αποξενώσει αποδεικτικά στοιχεία, θεωρώ ότι ούτε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων το διάταγμα δεν μπορεί να εκδοθεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση και επί της ουσίας απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή και υπέρ των εναγομένων- καθ'ων η αίτηση 7, 8 και 10 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Ρ. Λιμνατίτου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - Απαγορευτικό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο